← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Πάφου κ.α., Αριθμός Αίτησης - Έφεσης :- 36/2016, 19/4/2018

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Πάφου κ.α., Αριθμός Αίτησης - Έφεσης :- 36/2016, 19/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A119 Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου Ενώπιον :- Μάνθου Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αίτησης - Έφεσης :- 36/2016 Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 Μεταξύ :- Alpha Bank Cyprus Ltd Αιτήτρια - Εφεσείουσα Και

  1. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Πάφου
  2. Y. Liasides Developers Ltd, δια του εκκαθαριστή Κρις Ιακωβίδης
  3. Vardy Brian
  4. Vardy Carol Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσίβλητοι Ημερομηνία έκδοσης της απόφασης :- Πέμπτη 19η Απριλίου 2018 Για την Αιτήτρια - Εφεσείουσα :- κα. Στέλλα Πολυβίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Αθανασία Μιχαήλ Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση - Εφεσίβλητο 1 :- κα. Ενρικέτα Γεωργιάδου για κο. Αντώνη Μελά Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Βιολέτα Πόποβα Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσίβλητους 3 και 4 :- κα. Αγγελική Πλιάκα για A. P. Pavlou LLC Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Φρόσω Φιλιππίδου Τελική Απόφαση 1 Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο εκφράζει τη λύπη του για την καθυστέρηση στην έκδοση αυτής της απόφασης, η οποία οφείλεται κυρίως στο φόρτο και είδος εργασίας του Δικαστηρίου επί καθημερινής βάσης. 2 Το βασικό ερώτημα το οποίο εξετάζεται με αυτή την απόφαση είναι κατά πόσο τα άρθρα 44ΙΗ έως και 44ΚΖ (τα οποία στο εξής θα καλούνται τα «επίμαχα άρθρα») του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν. 9/1965(στο εξής θα καλείται ο «σχετικός Νόμος»), όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικός) (Αρ. 10) Νόμος του 2015, Ν. 139 (Ι)/2015, με την ενσωμάτωση, μετά το άρθρο 44ΙΖ, των επίμαχων άρθρων, είναι αντισυνταγματικά καθότι παραβιάζουν είτε το άρθρο 23 είτε το άρθρο 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. 3 Το Δικαστήριο έχει μελετήσει με προσοχή τόσο το περιεχόμενο της έφεσης όσο και τους λόγους ένστασης στις ειδοποιήσεις για πρόθεση ένστασης οι οποίες καταχωρίσθηκαν από τον εφεσίβλητο 1 και τους εφεσίβλητους 3 και
  5. Λαμβάνεται υπόψη βεβαίως και το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων ως επίσης και τα όσα προστέθηκαν προφορικά από την ευπαίδευτη δικηγόρο της εφεσείουσας κατά την ακρόαση της έφεσης. 4 Επιπλέον έχει μελετηθεί και η σχετική νομολογία στην οποία οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων έχουν παραπέμψει το Δικαστήριο σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο πρωτόδικων αποφάσεων οι οποίες έχουν εκδοθεί επί του θέματος και έχουν περιέλθει εις γνώση του Δικαστηρίου[1]. 5 Διαπιστώνεται πως δεν χρειάζεται ιδιαίτερη γενική αναφορά στα γεγονότα της περίπτωσης υπό εξέταση με αυτή την απόφαση εκτός όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο σε σχέση με οποιοδήποτε σημείο το οποίο έχει άμεση σχέση με συγκεκριμένο μέρος της νομικής πτυχής της έφεσης. 6 Ουσιαστικά, σύμφωνα με τα αποδεκτά από τους διάδικους δεδομένα, η εφεσείουσα, ενώ κατέχει εξασφάλιση ως ενυπόθηκη δανείστρια, είχε ειδοποιηθεί με ειδοποίηση Τύπου "ΙΕ" ως προς την πρόθεση του Διευθυντή[2] να προβεί σε μεταβίβαση του ενυπόθηκου ακινήτου στους αγοραστές (δηλαδή, τους εφεσίβλητους 3 και 4) μετά από την παρέλευση σαράντα πέντε ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης και παρά και την υποβολή ένστασης από την εφεσείουσα αυτή απορρίφθηκε με επιστολή σύμφωνα με το περιεχόμενο της οποίας ο Διευθυντής αναφέρει πως η ένσταση δεν πληροί τις προϋποθέσεις των προνοιών του σχετικού Νόμου. 7 Ασφαλώς το Δικαστήριο διατηρεί υπόψη του πως σύμφωνα με τη νομολογία μας (βλ. σχετικά την απόφαση Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides

(1986)3 C. L. R. 640) το Δικαστήριο επιλαμβάνεται θέματα συνταγματικής φύσης μόνο όταν είναι αναγκαίο για να καταλήξει σε απόφαση σε εκδικαζόμενη υπόθεση ενώ αμφισβήτηση της συνταγματικότητας νόμων θα πρέπει να διατυπώνεται με βεβαιότητα μέσω της αντιπαράθεσης των άρθρων και αρχών του Συντάγματος και των προνοιών του Νόμου οι οποίες σύμφωνα με την εισήγηση προς εξέταση από το Δικαστήριο συγκρούονται ή έρχονται σε αντίθεση με αυτές. 8 Σύμφωνα όμως και με την απόφαση Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου ν. Καραγιώργη
(1991)3 Α. Α. Δ. 159, η απουσία τέτοιας εξειδίκευσης δεν κρίθηκε πως έθετε έξω από το πεδίο κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε συνάρτηση με την επίλυση του επίδικου θέματος καθότι όπως διαπιστώθηκε η αμφισβήτηση της συνταγματικότητας ηγέρθηκε στις προσφυγές και απαντήθηκε εντός των σχετικών γραπτών αγορεύσεων. Επιπλέον, στην απόφαση Istambouli Bros v. Director of Department of Customs and Excise
(1986)1 C. L. R. 465 αναγνωρίζοντας ότι το ερώτημα της συνταγματικότητας του συγκεκριμένου Νόμου υπό εξέταση σε σχέση με συγκεκριμένο άρθρο του Συντάγματος συνιστούσε νομικό θέμα με γενική έννοια δεν χρειαζόταν η εξειδίκευση στο δικόγραφο καθώς όλα τα σχετικά γεγονότα ήταν δικογραφημένα και το θέμα της συνταγματικότητας μπορούσε να επιλυθεί μέσω σύγκρισης των προνοιών του συγκεκριμένου Νόμου αναφορικά με τα άρθρα του Συντάγματος σε σχέση με τα οποία υπήρχε εισήγηση παράβασης τους. 9 Επίσης, στην απόφαση Paporis v. National Bank of Greece
(1986)1 C. L. R. 578 το θέμα της συνταγματικότητας δεν εγέρθηκε ρητά με τα δικόγραφα αλλά εντός της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση για συνοπτική απόφαση δίχως αυτό να αποκλείει την εξέταση του. Βεβαίως το γεγονός της ύπαρξης τέτοιας αίτησης απέκλειε και τη δυνατότητα καταχώρισης δικογράφου, δηλαδή έκθεσης υπεράσπισης, πριν και από την εκδίκαση της αίτησης για συνοπτική απόφαση. 10 Επιπλέον, όπως αναφέρεται σχετικά και στην απόφαση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων
(2000)3 Α. Α. Δ. 157 η εξουσία αποκήρυξης νόμου ως αντισυνταγματικού εκτείνεται, σύμφωνα με το Άρθρο 140.1 του Συντάγματος, στο σύνολο του νόμου ή μπορεί να περιοριστεί σε συγκεκριμένη διάταξή του ενώ εάν η νομοθεσία αποτελεί ενιαίο σύνολο, η αντισυνταγματικότητα διάταξης ή διατάξεων του νόμου συμπαρασύρει και το υπόλοιπο μέρος του. Το χαρακτηριστικό αυτό, δηλαδή να αποτελεί η νομοθεσία ενιαίο σύνολο, υπάρχει οποτεδήποτε ο πρόνοιες του νόμου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους έτσι ώστε να μην χωρεί διάσπασή τους. 11 Στη συγκεκριμένη περίπτωση υπό εξέταση από το Δικαστήριο παρά και το γεγονός πως η εφεσείουσα δεν έχει εξειδικεύσει συγκεκριμένα άρθρα από τον σχετικό Νόμο εντούτοις το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, πρώτο, ότι τα επίμαχα άρθρα αποτελούν στο σύνολο τους τα άρθρα τα οποία προστέθηκαν στον σχετικό Νόμο με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικός) (Αρ. 10) Νόμος του 2015 Ν. 139(Ι)/2015και δεύτερο, ότι απαιτείται η εφαρμογή τους στο σύνολο τους προς επίτευξη του σκοπού του συγκεκριμένου τροποποιητικού Νόμου. 12 Επιπλέον, διαπιστώνεται πως οι ευπαίδευτοι δικηγόροι της εφεσείουσας σαφώς έθεσαν με τους λόγους έφεσης και τη μαρτυρία προς υποστήριξη της έφεσης τους το επίδικο θέμα της εισήγησης τους ως προς την ύπαρξη αντισυνταγματικότητας σε σχέση με συγκεκριμένα άρθρα του Συντάγματος ενώ, όπως επίσης διαπιστώνεται, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εφεσιβλήτων είχαν την ευχέρεια ορθής αντίληψης της συγκεκριμένης εισήγησης έτσι ώστε να είχαν καταχωρίσει στην κάθε περίπτωση την ένσταση τους και στη συνέχεια να υποστηρίξουν με σαφώς σχετική επιχειρηματολογία τις θέσεις τους επί του θέματος της συνταγματικότητας των επίμαχων άρθρων. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με τον οποιοδήποτε λόγο ένστασης βάσει του οποίου προτάσσεται η ύπαρξη γενικότητας ή αοριστίας ως προς τις αναφορές της εφεσείουσας στην εισήγηση της αναφορικά με την ύπαρξη αντισυνταγματικότητας κατά παράβαση των αρχών τις οποίες η νομολογία μας θέτει για τον έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων ή ότι η έφεση δεν θα πρέπει να γίνει δεκτή καθότι η εφεσείουσα δεν αναφέρει ρητά ποια από τα επίμαχα άρθρα παραβιάζουν το Σύνταγμα. Αποδέχεται δηλαδή το Δικαστήριο ως ορθή τη θέση της εφεσείουσας πως η ίδια έχει θέσει με επαρκή σαφήνεια τόσο το αναγκαίο υπόβαθρο όσο και όλα τα απαραίτητα στοιχεία κατά τρόπο προσιτό για εξέταση από το Δικαστήριο της εισήγησης αναφορικά με την αντισυνταγματικότητα των επίμαχων άρθρων. 13 Ως προς τη νομική πτυχή της έφεσης, όπως αυτή έχει καθοριστεί με τους λόγους έφεσης και ένστασης, αναφορικά με το ερώτημα κατά πόσο τα επίμαχα άρθρα θα πρέπει να κριθούν αντισυνταγματικά σε σχέση με την εφαρμογή τους στη συγκεκριμένη περίπτωση και με αναφορά στο άρθρο 23 του Συντάγματος, το Δικαστήριο καταλήγει στα ακόλουθα συμπεράσματα. 13.1 Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο αποδέχεται ως ορθή τη θέση της εφεσείουσας ως προς το ότι η επίδικη υποθήκη αποτελεί ιδιοκτησία η οποία προστατεύεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος. 13.2 Το Δικαστήριο οδηγείται σε αυτό το συμπέρασμα διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται σχετικά στην απόφαση της πλειοψηφίας της ολομέλειας του Ανώτατου Δικαστηρίου στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 1480/2011 έως 1484/2011 και 1591/2011 και 1625/2011 μεταξύ Χαραλάμπους κ. ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας ημερομηνίας 11/6/2014 με αναφορά και στην απόφαση του Συμβουλίου της Επικράτειας της Ελλάδος στην υπόθεση Δικηγορικός Σύλλογος Καλαμάτας κ. ά. ν. Υπουργού Οικονομικών κ. ά. Υπόθεση Αριθμό. 1283/12, ημερομηνίας 2/2/2012 και το ακόλουθο απόσπασμα,:- «Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως", καθώς και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται, κατ' αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλόμενου κράτους.» Σχετική αναφορά υπάρχει και στο σύγγραμμα του Δρ. Κώστα Παρασκευά «Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο : Θεμελιώδη Δικαιώματα και Ελευθερίες», έκδοσης του 2015 και συγκεκριμένα στις σελίδες 360 και 363 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα,: «. (σελίδα 360) Η διάταξη του Άρθρου 23 του Συντάγματος προστατεύει την ιδιοκτησία σε όλες τις σύγχρονες μορφές της. Στην έννοια της ιδιοκτησίας ανήκουν όλα τα περιουσιακά δικαιώματα, τόσο τα εμπράγματα όσο και τα ενοχικά, ανήκουν δηλαδή όλα τα οικονομικώς αποτιμητά δικαιώματα. (σελίδα 363) . Η έννοια της περιουσίας με βάση τη νομολογία του ΕΔΑΔ είναι ευρύτατη και το ΕΔΑΔ προβαίνει, ομολογουμένως, σε μια εντυπωσιακά . διασταλτική ερμηνεία της έννοιας της περιουσίας. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ η έννοια της περιουσίας . περιλαμβάνει τόσο κινητά όσο και ακίνητα . αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα».τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα είτε απαιτήσεις αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.» 13.3 Συνεπώς το Δικαστήριο εξετάζει τις θέσεις της εφεσείουσας ως προς την αντισυνταγματικότητα των επίμαχων άρθρων, σε αντιπαράθεση βεβαίως με τις θέσεις των εφεσιβλήτων, έχοντας ως δεδομένη βάση την αποδοχή και αναγνώριση από το Δικαστήριο της θέσης της εφεσείουσας πως η υποθήκη εμπίπτει εντός της έννοιας της ιδιοκτησίας η οποία τυγχάνει προστασίας από το άρθρο 23 του Συντάγματος. 13.4 Σύμφωνα βεβαίως με το άρθρο 23 του Συντάγματος σε περίπτωση στέρησης ή περιορισμού οποιασδήποτε περιουσίας θα πρέπει να καταβάλλεται δίκαιη και εύλογη αποζημίωση. 13.5 Διατηρώντας υπόψη την επίδραση των επίμαχων άρθρων στο δικαίωμα ιδιοκτησίας της εφεσείουσας διαπιστώνεται κατ΄ αρχάς πως αυτή δεν οδηγεί απλώς σε περιορισμό του ιδιοκτησιακού δικαιώματος, υπό μορφή της επίδικης υποθήκης της εφεσείουσας, αλλά σε ολοκληρωτική στέρηση του, καθότι η διαδικασία αντικατάστασης επί άλλου ακινήτου εγγεγραμμένου στο όνομα της εφεσίβλητης 2, σύμφωνα με τα δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση, σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο ως ικανοποιητική μορφή αποζημίωσης. Αναντίλεκτη θέση της εφεσείουσας είναι η ανυπαρξία άλλου ακινήτου της εφεσίβλητης 2 το οποίο να μην επηρεάζεται από άλλο εμπράγματο βάρος και σε σχέση με το οποίο να είναι δυνατό να θεωρηθεί με βεβαιότητα πως η εφεσείουσα θα έχει την οποιαδήποτε προτεραιότητα. 13.6 Σημασία βεβαίως έχει κυρίως το δεδομένο πως ενώ η εφεσείουσα κατέχει το συγκεκριμένο ιδιοκτησιακό δικαίωμα, στερείται αυτού του δικαιώματος ως αποτέλεσμα της εφαρμογής των επίμαχων άρθρων δίχως παράλληλα να της προσφέρεται επαρκής, δηλαδή ισότιμη με την απολεσθείσα αξία, δίκαιη και εύλογη αποζημίωση. 13.7 Ούτε και η θέση πως απομένουν και άλλα ακίνητα, μετά και από το διαχωρισμό του αρχικού τεμαχίου επί του οποίου είχε αρχικά εγγραφεί ως εμπράγματο δικαίωμα η επίδικη υποθήκη, τα οποία πλέον θα επηρεάζονται από την επίδικη υποθήκη, η οποία όντως δεν εξαλείφεται, είναι δυνατό να κριθεί πως αποτελεί λόγο έτσι ώστε να διαπιστωθεί πως δεν προκαλείται στέρηση του ιδιοκτησιακού δικαιώματος της επίδικης υποθήκης. Καθότι ουσιαστικά και τα υπόλοιπα ακίνητα θα διατηρούν την ίδια προοπτική «απεγκλωβισμού» τους σύμφωνα με τη διαδικασία η οποία προβλέπεται από τα επίμαχα άρθρα. 13.8 Αναφέρει σχετικά ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Πικής Δ. (όπως ήταν τότε) στην απόφαση Simonis and another v. The Improvement Board of Latsia
(1984)3A C.L.R. 109, 115 τα ακόλουθα, :- "To deprive means to take away a right or thing, whereas to limit means to curtail or cut down a right or thing. If the curtailment is so extensive as to virtually obliterate the right or thing, it can properly be regarded as an act of deprivation; otherwise it is a limitation." Αποδέχεται το Δικαστήριο ως βάσιμη τη θέση της εφεσείουσας πως η εφαρμογή των επίμαχων άρθρων στη συγκεκριμένη περίπτωση με την μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου και εφαρμογή συγκεκριμένα του εδαφίου
(2)του άρθρου 44ΚΒ σύμφωνα με το οποίο «.ο Διευθυντής θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή του.» καταλήγει σε «.αποστέρηση και εξαϋλωση του ιδιοκτησιακού δικαιώματος.» (παράγραφος 23 της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης δικηγόρου της εφεσείουσας) καθώς με αυτό τον τρόπο όντως προκύπτει «.η πλήρης αδρανοποίηση . και . εξάλειψη των περιουσιακών δικαιωμάτων . τα οποία προκύπτουν από την . Σύμβαση Υποθήκης επί του επίδικου ακινήτου». Δηλαδή, δεν είναι δυνατό να κριθεί πως η εφαρμογή των επίμαχων άρθρων οδηγεί απλώς σε περιορισμό του ιδιοκτησιακού δικαιώματος της εφεσείουσας και ο οποίος να είναι δυνατό να δικαιολογηθεί σύμφωνα με το άρθρο 23.3 του Συντάγματος. 13.9 Επιπλέον, ακόμη και να είναι δυνατό να συνδεθεί η στέρηση του ιδιοκτησιακού δικαιώματος με τα όσα προβλέπονται στο άρθρο 23.3 του Συντάγματος το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί πως τέτοια στέρηση δικαιολογείται καθότι έχει γίνει προς προστασία δικαιωμάτων τρίτων. Δεν διαπιστώνεται δηλαδή πως τα επίμαχα άρθρα στοιχειοθετούν την ύπαρξη της ανάγκης για ρύθμιση του ιδιοκτησιακού δικαιώματος προς προστασία των δικαιωμάτων των «εγκλωβισμένων» αγοραστών παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε αυτά να είναι δυνατό να μην κριθούν αντισυνταγματικά. 13.10 Ακόμη όμως και να θεωρηθεί ως υπαρκτή αυτή η ανάγκη σαφώς δεν προβλέπεται από τα επίμαχα άρθρα η οποιαδήποτε πρόνοια για εύλογη και δίκαιη αποζημίωση της εφεσείουσας. Υπενθυμίζεται επί αυτού του θέματος πως σύμφωνα και με την αναντίλεκτη μαρτυρία επί του θέματος η εφεσίβλητη 2 δεν έχει άλλη ακίνητη ιδιοκτησία ελεύθερη από εμπράγματο βάρος επί της οποίας θα μπορούσε να μεταφερθεί η επίδικη υποθήκη. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται ως ορθή τη θέση της εφεσείουσας πως η θεραπεία η οποία προσφέρεται από τα επίμαχα άρθρα δεν αποτελεί πραγματική και αποτελεσματική θεραπεία υπό μορφή εύλογης και δίκαιης αποζημίωσης. 13.11 Επομένως, ως προς το ερώτημα κατά πόσο τα επίμαχα άρθρα θα πρέπει να κριθούν αντισυνταγματικά αναφορικά με την παραβίαση του δικαιώματος ιδιοκτησίας της εφεσείουσας και του άρθρου 23 του Συντάγματος το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως η εφαρμογή τους στη συγκεκριμένη περίπτωση όντως αναδεικνύει την αντισυνταγματικότητα του συγκεκριμένου μέρους του σχετικού Νόμου καθώς αυτά καταστρατηγούν το προστατευόμενο από το συγκεκριμένο άρθρο του Συντάγματος δικαίωμα της ιδιοκτησίας. 14 Διατηρώντας υπόψη το ενδεχόμενο η κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με την παραβίαση του ιδιοκτησιακού δικαιώματος της εφεσείουσας κατ΄ έφεση να κριθεί λανθασμένη το Δικαστήριο θα εξετάσει στη συνέχεια και το ερώτημα κατά πόσο πέραν από την προαναφερόμενη παραβίαση όντως η εφαρμογή των επίμαχων άρθρων είναι δυνατό να κριθεί και αντισυνταγματική αναφορικά με το άρθρο 26 του Συντάγματος. 15 Επομένως, το Δικαστήριο στη συνέχεια θα εξετάσει και το ερώτημα κατά πόσο λόγω ασυμβατότητας με το άρθρο 26 του Συντάγματος τα επίμαχα άρθρα θα πρέπει να κριθούν αντισυνταγματικά σε σχέση με την εφαρμογή τους στη συγκεκριμένη περίπτωση, διατηρώντας βεβαίως υπόψη τη νομική πτυχή της έφεσης όπως αυτή έχει καθοριστεί με τους λόγους έφεσης και ένστασης. Σε σχέση με αυτό το ερώτημα το Δικαστήριο καταλήγει στα ακόλουθα συμπεράσματα. 15.1 Κατ΄ αρχάς το βασικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 26 του Συντάγματος σε σχέση με το δικαίωμα ο καθένας να συμβάλλεται ελεύθερα είναι η εμβέλεια του. Κατά πόσο δηλαδή αυτό καλύπτει μόνο το δικαίωμα της σύναψης σύμβασης ή πέραν από αυτού του δικαιώματος κατά πόσο προστατεύονται επίσης και τα δικαιώματα τα οποία δημιουργούνται ως αποτέλεσμα της ύπαρξης μιας σύμβασης. 15.2 Αναφορές στη σχετική νομολογία υπάρχουν στις παραγράφους 33 και 34 της ευπαίδευτης δικηγόρου της εφεσείουσας. Διατηρεί βεβαίως υπόψη του το Δικαστήριο την ιστορική εξέλιξη της νομολογίας όπως αυτή αναδεικνύεται από τις αποφάσεις Chimonides v. Manglis
(1967)1 C. L. R. 125, Republic v. Menelaou
(1982)3 C. L. R. 419 και την Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά 1/2014, ημερομηνίας 31/10/2014 στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο καταλήγει σε συμπέρασμα πως γενικά το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων προσθέτοντας πως η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη δεν συμβιβάζεται με την ελευθερία των συμβάσεων. Αναφέρεται επίσης πως είναι δυνατό εξαιρέσεις να είναι δικαιολογημένες στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα όμως οι περιορισμοί του δικαιώματος δεν πρέπει να θίγουν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος. 15.3 Σημαντική είναι και η αναφορά στην Republic v. Menelaou (βλ. πιο πάνω) στην οποία, όπως αναφέρεται στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά 1/2014 (βλ. πιο πάνω), αποφασίστηκε πως θα ήταν αντίθετο προς την κοινή λογική και τους κανόνες της δικαιοσύνης να επιτραπεί η κατεδάφιση των θεμελίων μιας συμβατικής διευθέτησης και με αυτό τον τρόπο να προκληθεί αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών[3]. 15.4 Επίσης στην απόφαση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων Αναφορά 9/2016 ημερομηνίας 26/1/2017 υπάρχει αναφορά στην παρέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» κατά παράβαση του άρθρου 26 του Συντάγματος σε σχέση με υφιστάμενες συμβάσεις μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και δανειοληπτών καθότι με την μεταγενέστερη των συμβάσεων παρέμβαση της Βουλής η βούληση των συμβαλλομένων ως προς τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας στρεβλώνεται. 15.5 Πραγματικά διατηρώντας υπόψη τα δεδομένα της περίπτωσης υπό εξέταση σε συνδυασμό με τα όσα αναφέρονται σχετικά στη νομολογία μας το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως τα επίμαχα άρθρα όντως καταστρατηγούν το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» κατά παράβαση του άρθρου 26 του Συντάγματος και συνεπώς είναι αντισυνταγματικά. 16 Διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω το Δικαστήριο κρίνει πως η έφεση θα πρέπει να γίνει δεκτή καθότι όπως κρίνεται όντως τα επίμαχα άρθρα είναι αντισυνταγματικά. 17 Επομένως, σύμφωνα και με το περιεχόμενο των παραγράφων Α, Β, Γ, Δ και Ε της τροποποιημένης έφεσης εκδίδονται τα ακόλουθα διατάγματα. 17.1 Διάταγμα παραμερισμού και ακύρωσης της απόφασης πρόθεσης μεταβίβασης του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Πάφου όπως αυτή παρατίθεται στην ειδοποίηση υποβολής ένστασης Τύπου "ΙΕ" ημερομηνίας 4/11/
  1. 17.2 Διάταγμα παραμερισμού και ακύρωσης της απόφασης του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Πάφου απόρριψης της ένστασης της εφεσείουσας όπως αυτή παρατίθεται στην επιστολή ημερομηνίας 22/12/2015 ως μη τεκμηριωμένη. 17.3 Δήλωση του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία κηρύσσεται ως άκυρη η διαδικασία της πρόθεσης μεταβίβασης του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Πάφου όπως αυτή αναφέρεται στην ειδοποίηση υποβολής ένστασης Τύπου "ΙΕ" ημερομηνίας 4/11/2015 καθότι η νομοθεσία με την οποία αυτή προβλέπεται παραβιάζει το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και συγκεκριμένα τα άρθρα 23 και
  2. 17.4 Απόφαση του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία τα άρθρα 44ΙΗ έως και 44ΚΖ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν. 9/1965, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικός) (Αρ. 10) Νόμος του 2015, Ν. 139 (Ι)/2015, με την ενσωμάτωση, μετά το άρθρο 44ΙΖ, των προαναφερόμενων άρθρων, είναι αντισυνταγματικά καθότι παραβιάζουν τόσο το άρθρο 23 όσο και το άρθρο 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. 18 Διατηρώντας υπόψη και το αποτέλεσμα εκδίκασης της έφεσης το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος βάσει του οποίου τα έξοδα αυτής να μην επιδικαστούν υπέρ της επιτυχούσας διαδίκου, δηλαδή της εφεσείουσας και εις βάρος τόσο του εφεσίβλητου 1 όσο και των εφεσιβλήτων 3 και 4 ανεξαρτήτως και του γεγονότος ότι το αντικείμενο της όλης διαδικασίας επικεντρώθηκε σε εξέταση της συνταγματικότητας των επίμαχων άρθρων. 19 Ως εκ τούτου εκδίδεται σχετικό διάταγμα ως προς τα έξοδα τα οποία επιδικάζονται υπέρ της εφεσείουσας και εις βάρος των εφεσιβλήτων 1, 3 και 4 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. __________________________ Μάνθος Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject:- Civil/General Application/Final (Αναφορά:- Αίτηση/Έφεση Παραμερισμού Ειδοποίησης Πρόθεσης Μεταβίβασης σε Περίπτωση Εγκλωβισμένου Αγοραστή) [1] Συγκεκριμένα τις αποφάσεις των εφέσεων 71/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ημερομηνίας 24/5/2017, Alpha Bank Cyprus Ltd. v.
  3. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Πάφου κ. ά. (Δ. Σωκράτους Π.Ε.Δ.), 53/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερομηνίας 17/5/2017, Alpha Bank Cyprus Ltd. v.
  4. Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λεμεσού του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών κ. ά. (Ρ. Λιμνατίτου Π.Ε.Δ.) και 276/16 Alpha Bank Cyprus Ltd. v.
  5. Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λεμεσού του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών κ. ά. (Αλ. Φυλακτού Ε.Δ.). [2] Σύμφωνα με το άρθρο 2 του σχετικού Νόμου "Διευθυντής" σημαίνει τον Διευθυντήν του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών, περιλαμβάνει δε Επαρχιακόν Κτηματολογικόν Λειτουργόν και οιονδήποτε έτερον λειτουργόν διοριζόμενον υπό του Διευθυντού δι' άπαντας ή τινα των σκοπών του παρόντος Νόμου, είτε γενικώς είτε δι' ειδικόν τινα σκοπόν. [3] "It would be offensive to common sense and norms of justice to allow the demolition of the foundations of a basically contractual arrangement, injecting thereby an element of uncertainty and mistrust in the management and conduct of the affairs of citizens." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.