← Κύπρος

ADONIS VILLAGE MANAGEMENT COMMITTEE ν. ΕΛΕΝΑ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ, Αρ. Αγωγής: 633/17, 18/4/2018

ADONIS VILLAGE MANAGEMENT COMMITTEE ν. ΕΛΕΝΑ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ, Αρ. Αγωγής: 633/17, 18/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A117 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 633/17 Μεταξύ: ADONIS VILLAGE MANAGEMENT COMMITTEE Ενάγουσα και ΕΛΕΝΑ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ Εναγόμενη ________________________ Αίτηση ημερομηνίας 25.10.2017 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 18.04.2018 Για την Αιτήτρια-Εναγόμενη: Ν. Μακρίδης με Κ. Πατσαλίδου (κα) για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ης η Αίτηση-Ενάγουσα: Ε. Θεοχάρους (κα) για Σωτήρης Αργυρού Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 13.06.

  1. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους στην έκθεση απαίτησης ισχυρισμούς, η Ενάγουσα είναι η διαχειριστική επιτροπή του συγκροτήματος Adonis Village, που βρίσκεται στο Aphrodite Hills στην Πάφο[1], και η Εναγόμενη ιδιοκτήτρια μιας κατοικίας, που αποτελεί μέρος του εν λόγω συγκροτήματος[2], το οποίο είναι κοινόκτητη οικοδομή, σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας και/ή σύμφωνα με γραπτή συμφωνία, που είναι κατατεθειμένη (Αρ. φακέλου ΑΧ258/2013) στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου[3]. Όπως συνάγεται από την έκθεση απαίτησης, η Ενάγουσα επικαλούμενη συγκεκριμένες, κατ' ισχυρισμό, ενέργειες και συμπεριφορές της Εναγόμενης, που, κατά την εκτίμηση της, συνιστούν παραβίαση αριθμού όρων της ειρημένης γραπτής συμφωνίας, ζητά, μεταξύ άλλων, την έκδοση σειράς προστακτικών διαταγμάτων σε βάρος της. Την ίδια ημέρα (13.06.2017) η Ενάγουσα καταχώρησε μονομερή (ex parte) αίτηση (που το Δικαστήριο διέταξε να επιδοθεί), ζητώντας την έκδοση αριθμού προσωρινών διαταγμάτων, στην οποία η Εναγόμενη καταχώρησε ένσταση στις 03.07.
  2. Η αίτηση αυτή, ενόψει της εκδίκασης της παρούσας αίτησης, εκκρεμεί μέχρι σήμερα. Παρεμβάλλεται ότι στα πλαίσια της ανωτέρω αίτησης, καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα στις 14.07.2017 αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, στην οποία ενέστη η Εναγόμενη και η οποία, μετά από ακρόαση, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο (με άλλη σύνθεση) με ενδιάμεση απόφαση του, ημερομηνίας 24.10.
  3. Η αίτηση Με την υπό συζήτηση αίτηση, που καταχωρήθηκε στις 25.10.2017, η Εναγόμενη-Αιτήτρια (που στο εξής θα καλείται «Αιτήτρια») ζητά: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τη διαγραφή από την Έκθεση Απαιτήσεως των υπό (Α), (Β), (Γ) και (Δ) αξιώσεων της Ενάγουσας, λόγω ανυπαρξίας και / ή μη αποκάλυψης αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης και / ή λόγω έλλειψης νόμιμου συμφέροντος και / ή δικαιοπρακτικής ικανότητας της Ενάγουσας για προώθηση των εν λόγω αξιώσεων και / ή συνεπεία ένορκης και / ή άλλως παραδοχής. Β. Εφόσον το υπό (Α) ανωτέρω αιτητικό επιτύχει, περαιτέρω Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διαγράφει τις παραγράφους 12, 13, 14, 15, 16, 17 και 18 της Εκθέσεως Απαιτήσεως, καθώς επίσης από την παράγραφο 19 της Εκθέσεως Απαιτήσεως, της πρότασης που αρχίζει με τη φράση «.πέραν της εγκατάστασης και / ή της τοποθέτησης.» και τελειώνει με τη φράση «.και / ή πράξη της Εναγόμενης.», λόγω του ότι αυτές είναι επιπόλαιες (frivolous) και / ή ενοχλητικές (vexatious) και / ή αχρείαστες (unnecessary) και / ή σκανδαλώδεις (scandalous) και / ή παντελώς άσχετες με τα εναπομείναντα επίδικα θέματα της Έκθεσης Απαιτήσεως και οι οποίες τείνουν να περιπλέξουν και / ή καθυστερήσουν την όλη εκδίκαση της Αγωγής». Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Διάταξη 2, Θεσμός 4(a), Διάταξη 19, Θεσμοί 4 και 26, Διάταξη 20, Θεσμοί 2 και 3, Διάταξη 24, Θεσμός 6, Διάταξη 27, Θεσμοί 2 και 3, Διάταξη 48, Θεσμοί 1 έως και 4, 7, 8, 9 (και 9(ο)), 11 και 12, Διάταξη 64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, άρθρα 21, 29, 30 και 31, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο (Κεφ. 148), άρθρα 3, 16 και 46, στον περί Συμβάσεων Νόμο (Κεφ. 149), άρθρο 11, στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο (Κεφ. 224, ως έχει τροποποιηθεί), άρθρα 2, 38Κ, 38ΙΑ, 38ΙΘ, 38Κ, 38ΚΑ, 38ΚΒ, 38ΚΣΤ, 38ΚΖ και 38ΚΗ, στον περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Νόμος (Ν. 138(Ι)/2001, ως έχει τροποποιηθεί), άρθρα 2, 3, 4, 5, 6, 11, 16 και 17, στην Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1995, ειδικά αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 3

(2)(2η παράγραφος), 22 και 23, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις αρχές του δικαίου της Επιείκειας, του Κοινοδικαίου, στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, των Αγγλικών Δικαστηρίων, του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), στη σχετική βιβλιογραφία, στις Οδηγίες του Επίτροπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, στη διακριτική ευχέρεια και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται στο σώμα της αίτησης, που δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται είναι νομικά, προκύπτουν από το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου και είναι τα ακόλουθα: «Α. ΑΝΥΠΑΡΞΙΑΣ ΚΑΙ / Η ΜΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΑΓΩΓΙΜΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ
(1)Η Ενάγουσα, ως αυτή περιγράφεται στις παραγράφους 1 και / ή 2 και / ή 5 της Εκθέσεως Απαιτήσεως, ουδέν αγώγιμο δικαίωμα έχει εναντίον της Εναγόμενης και / ή ουδεμία αγώγιμη σχέση υφίσταται μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης και / ή η Ενάγουσα δεν διαθέτει - βάσει της σχετικής νομοθεσίας - το απαραίτητο locus standi για προώθηση της Αγωγής (στο βαθμό που αφορά τις αξιώσεις (Α), (Β), (Γ) και (Δ) της Εκθέσεως Απαιτήσεως και τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στις παραγράφους 12 έως και 19 της Εκθέσεως Απαιτήσεως, ως ανωτέρω) και / ή δεν είναι επηρεαζόμενο πρόσωπο από τις κατ' ισχυρισμό πράξεις της Εναγόμενης.
(2)Επιπροσθέτως και / ή διαζευκτικά προς την υποπαράγραφο
(1)ανωτέρω, η Ενάγουσα δεν διαθέτει εξουσίες και / ή δικαιοπρακτική ικανότητα για καταχώρηση και προώθηση αγωγών (ως οι αξιώσεις (Α), (Β), (Γ) και (Δ) της Εκθέσεως Απαιτήσεως), είτε προσωπικά είτε υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα (representative capacity).
(3)Άνευ επηρεασμού της υποπαραγράφου
(1)ανωτέρω, η Γενική Συμφωνία, η οποία δικογραφείται και αποτελεί μέρος του φακέλου της Αγωγής (βλ. Τεκμήριο 3 που συνοδεύει την Ένορκη Δήλωση της Ευρυδίκης Λεαντζή, ημερομηνίας 13.06.2017) (πιο κάτω η «Γενική Αίτηση»), δεν συνιστά ορθή και / ή επαρκή νομική βάση εκχώρησης προσωπικών δικαιωμάτων και / ή εκχώρησης αιτιών αγωγής (causes of actions) που αποδίδονται, βάσει νομοθεσίας, προσωπικά σε άτομα / φυσικά πρόσωπα, τα οποία εν πάση περιπτώσει δεν κατονομάζονται ούτε στην Έκθεση Απαίτησης ούτε στην Ένορκη Δήλωση της Ευρυδίκης Λεαντζή, ημερομηνίας 13.06.2017.
(4)Επιπροσθέτως και/ή διαζευκτικά προς την υποπαράγραφο
(3)ανωτέρω, ουδεμία συμβατική σχέση υφίσταται μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης και/ή η Ενάγουσα δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος στην πιο πάνω αναφερόμενη Γενική Συμφωνία και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα Αγωγή και / ή την Αγωγή στον βαθμό αφορά της αξιώσεις (Α) και (Γ) της Έκθεσης Απαίτησης και / ή να επιζητεί την επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ της και εν πάση περιπτώσει, όπως προκύπτει από την παράγραφο 4 της Εκθέσεως Απαιτήσεως, η ισχυριζόμενη Γενική Συμφωνία «.είναι δεσμευτική για τους αγοραστές και / ή ιδιοκτήτες και / ή νόμιμους κατόχους των ακινήτων επί του συγκροτήματος.».
(5)(α) Δικαιώματα και / ή αγώγιμα δικαιώματα που απορρέουν από τον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο (Κεφ. 148) και / ή δικαιώματα που απορρέουν από οποιαδήποτε άλλη, σχετική με τα επίδικα στην παρούσα Αίτηση ζητήματα, νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένου, αλλά χωρίς περιορισμό του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Νόμος (Ν. 138(Ι)/2001, ως έχει τροποποιηθεί), δεν εκχωρούνται (unassignable) και / ή δεν δύνανται να εκχωρηθούν στην Ενάγουσα βάσει της Γενικής Συμφωνίας και / ή οποιασδήποτε άλλης συμφωνίας, αλλά μπορούν να εγερθούν και να προωθηθούν μόνο από πρόσωπα, τα οποία έχουν υποστεί προσωπικά ζημιά από τις κατ' ισχυρισμό παράνομες πράξεις και / ή ενέργειες της Εναγόμενης (actionable upon proof of damage). Εν πάση περιπτώσει, δεν έχει δικογραφηθεί ισχυρισμός (ως απαιτείται από τους σχετικούς δικονομικούς κανόνες), ούτε προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης πρόκληση ειδικής ζημίας σε οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο, ένεκα της κατ' ισχυρισμό διάπραξης από την Εναγόμενη του αστικού αδικήματος της «ιδιωτικής οχληρίας». (β) Άνευ βλάβης των όσων αναφέρονται στην υποπαράγραφο 4(α) ανωτέρω, στην προκειμένη περίπτωση, η Ενάγουσα επιζητεί προσωπικά να της αποδοθούν «Παραδειγματικές και / ή Τιμωρητικές και / ή Επαυξημένες Αποζημιώσεις» (βλ. θεραπεία (Μ) της Εκθέσεως Απαιτήσεως), οι οποίες δεν είναι δυνατό να της αποδοθούν προσωπικά.
(6)Ο ισχυρισμός που προβάλλεται στην παράγραφο 40 της Έκθεσης Απαιτήσεως περί διάπραξης από την Εναγόμενη «ιδιωτικής οχληρίας», οδηγεί στο μόνο συμπέρασμα ότι το πρόσωπο που μπορεί να εγείρει αγωγή εναντίον της Εναγόμενης (αξιώνοντας ως οι αξιώσεις (Α), (Β), (Γ), (Δ) και (Μ)), είναι κάποιος που μπορεί να αποδείξει ζημιά και όχι η Ενάγουσα, υπό την ισχυριζόμενη ιδιότητά της ως «διαχειριστική επιτροπή» ή ως κατ' ισχυρισμό αντιπρόσωπος τρίτων (τα ονόματα των οποίων δεν δικογραφούνται). Εν πάση περιπτώσει, ο ορισμός της νομικής έννοιας του αστικού αδικήματος της «ιδιωτικής οχληρίας», προκύπτει μόνο από το γράμμα του Κεφ. 148 και όχι βάσει του περιεχομένου κάποιας ιδιωτικής συμφωνίας. Β. ΕΝΟΡΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΧΕΣ:
(7)Επιπροσθέτως και / ή διαζευκτικά προς όλα τα πιο πάνω, το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαιτήσεως, δεν αποκαλύπτει και / ή δεν περιέχει δικογράφηση των ονομάτων των προσώπων που κατ' ισχυρισμό έχουν παράπονο από την Εναγόμενη και / ή τα οποία έχουν κατ' ισχυρισμό υποστεί ζημιά από πράξεις της Εναγόμενης, ούτε και εγείρεται θετικός ισχυρισμό περί του βάσιμου της Αγωγής. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 12 της Έκθεσης Απαιτήσεως δικογραφείται ότι: «.η Ενάγουσα έχει εύλογες υποψίες ότι τουλάχιστο 2 (δύο) εκ των 3 (τριών) συσκευών, καταγράφουν τον ιδιωτικό δρόμο και / ή πεζόδρομο και / ή πεζοδρόμιο και / ή το κοινόχρηστο και / ή κοινόκτητο χώρο του συγκροτήματος.».
(8)Η υπό
(7)ανωτέρω δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας, επαναλαμβάνεται (σχεδόν αυτολεξεί) και ενόρκως από τους Ενάγοντες. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 11 της Ένορκης Δήλωσης της Ευρυδίκης Λεαντζή, ημερομηνίας 13.06.2017, αναφέρεται ότι: «.Η Ενάγουσα - Αιτήτρια, έχει εύλογες υποψίες ότι τουλάχιστο οι 2 (δύο) από τις 3 (τρεις) κάμερες που τοποθετήθηκαν στο εξωτερικό μέρος της κατοικίας Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση, καταγράφουν και παρακολουθούν όχι μόνο την ιδιωτική της περιουσία αλλά και μέρος του κοινόχρηστου και κοινόκτητου χώρου, του ιδιωτικού δρόμου και των πεζοδρομίων.».
(9)Επιπροσθέτως, και άνευ επηρεασμού των όσων αναφέρονται στα σημεία
(7)και
(8)ανωτέρω, στην παράγραφο 8 της Ένορκης Δήλωσης της Ευρυδίκης Λεαντζή, ημερομηνίας 14.07.2017, η οποία αποτελεί επίσης μέρος του φακέλου της Αγωγής, δηλώνεται (απαντητικά στα όσα προφανώς η Εναγόμενη αναφέρει υπό μορφή θετικών ισχυρισμών γεγονότων που καταγράφονται στις παραγράφους 11 έως και 16 της Ένορκής Δήλωσης της Εναγόμενης, ημερομηνίας 03.07.2017) ότι: «.Η Ενάγουσα - Αιτήτρια, αναφέρει ακόμη ότι τα όσα η Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση προβάλλει επί της ενόρκου δηλώσεώς της, αναφορικά με την λειτουργία του συστήματος, δεν ήταν και δεν είναι σε θέση να τα γνωρίζει.».
(10)Οι πιο πάνω υπό τα σημεία
(8)και
(9)ξεκάθαρες (clear and unequivocal) ένορκες παραδοχές, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της παραγράφου 12 της Εκθέσεως Απαιτήσεως, οδηγούν στο συμπέρασμα - χωρίς άλλο - ότι η Ενάγουσα, η οποία έχει το βάρος απόδειξης στην Αγωγή, εγείρει την Αγωγή επί τη βάσει υποψιών και υποθέσεων και όχι επί πραγματικών ισχυρισμών πεποίθησης, δεδομένα που κλείνουν το δρόμο στην Ενάγουσα για περαιτέρω συνέχιση της παρούσας Αγωγής.
(11)Περαιτέρω, στις παραγράφους 33 και 34 της Ένορκης Δήλωσης της Ευρυδίκης Λεαντζή, ημερομηνίας 13.06.2017, που αποτελεί μέρος του φακέλου, αναφέρονται τα ακόλουθα: «
  1. Επίσης πιστεύω ότι θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα καθ' ότι η συνέχιση της λειτουργίας της συσκευής λήψης εικόνων (κάμερας) κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης, ανατίθεται στον νόμο καθώς παραβιάζει τα δικαιώματα των λοιπών ιδιοκτητών, ενοίκων και επισκεπτών του συγκροτήματος, για σεβασμό στην ιδιωτική ζωή και προστασία των προσωπικών τους δεδομένων». «
  2. Εξ όσων άλλωστε με πληροφορούν και οι δικηγόροι της Ενάγουσας - Αιτήτριας και προς τούτου εισηγούμαι σχετικά στο Σεβαστό Δικαστήριο σας, ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει ξεκάθαρα προς την πλευρά της Ενάγουσας - Αιτήτριας, ως εκπρόσωπος και αντιπρόσωπος όλων των ιδιοκτητών του συγκροτήματος, των οποίων τα θεμελιώδη δικαιώματα παραβιάζονται από τις μονομερείς και αυθαίρετες ενέργειες της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση».
(12)Οι αμέσως πιο πάνω ξεκάθαρες (clear and unequivocal) ένορκες παραδοχές, κλείνουν οριστικά το δρόμο στην Ενάγουσα για περαιτέρω συνέχιση της παρούσας Αγωγής και / ή της προώθησης των υπό (Α), (Β), (Γ) και (Δ) αξιώσεων της Εκθέσεων Απαιτήσεως, λόγω ανυπαρξίας νομικής και / ή δικονομικής και / ή δικαιοπρακτικής ικανότητας της Ενάγουσας για προώθηση των εν λόγω αξιώσεων εκ μέρους των λοιπών ιδιοκτητών του συγκροτήματος. ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΠΑΡΑΓΡΑΦΩΝ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΕΩΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ:
(13)Εφόσον οι υπό
(1)έως και
(12)ανωτέρω θέσεις της Εναγόμενης γίνουν αποδεκτές και / ή το αιτητικό (Α) της Αίτησης γίνει αποδεκτό και / ή εγκριθεί εν όλω ή εν μέρει, τότε και οι παράγραφοι που περιγράφονται στο αιτητικό (Β) της Αίτησης, θα πρέπει κατά συνέπεια να διαγραφούν, ως ενοχλητικές και άσχετες πλέον με τα υπόλοιπα / εναπομείναντα προς εκδίκαση ζητήματα». Η ένσταση Η Ενάγουσα-Καθ' ης η Αίτηση (που στο εξής θα καλείται «Καθ' ης η Αίτηση») στις 15.12.2017 καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως (που στο εξής θα καλείται «ένσταση») στην αίτηση με την οποία ζητά την απόρριψή της. Η ένσταση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς και συγκεκριμένα στην Διαταγή 1, Διαταγή 2 επί του θεσμού 4(α), στην Διαταγή 19 επί των θεσμών 1 έως 4, 13, 15 έως και 26, στην Διαταγή 20 θεσμοί 1, 2 και 3, στη Διαταγή 26 και Διαταγή 27, στην Διαταγή 48 επί τους θεσμούς 1 έως 4, 8 και 9 (ο), 10 έως 12, στην Διαταγή 59 και στην Διαταγή 64, επί των άρθρων 21, 29, 30 και 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), επί των άρθρων 46, 51 και 52 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148, επί των άρθρων 9, 10, 11, 37, 39, 40, 73, 74, 75 και 76 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, στα άρθρα 2, 38Α έως 38ΣΤ, 38Θ έως 38ΙΒ, 38ΙΘ έως 38ΚΒ, 38ΚΣΤ έως 38ΛΓ, στα άρθρα 2, 4, 5, 6, 11, 16
(1)και
(3)του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, Ν.138
(1)/2001, στα άρθρα 1, 2, 7, 10, 12 και 14 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, επί των άρθρων 3
(2), 11, 16, 17, 22, 23, 28, 30 και 35 του Μέρους ΙΙ - περί Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Συντάγματος, στις αρχές του δικαίου της επιείκειας και στις συμφυείς και εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι, στους οποίους βασίζεται η ένσταση, είναι οι ακόλουθοι: «Α. Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρησης της διαδικασίας (abuse of the process of the court), είναι κακόπιστη και/ή κακόβουλη και/ή εκδικητική και/ή καταπιεστική και/ή ενοχλητική και έγινε για αλλότριους σκοπούς και ειδικότερα για να καθυστέρηση και/ή εκτροχιασμό και/ή επιβράδυνση της εκδίκαση της διαδικασίας για έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων. Β. Δεν υπάρχουν και/ή δεν συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις και/ή δεν αποκαλύφθηκαν εξαιρετικοί λόγοι και/ή εξαιρετικές περιστάσεις (exceptional circumstances) και/ή εν πάση περιπτώσει δεν καταδείχθηκε ο οποιοσδήποτε δυσμενής και/ή δυσανάλογος επηρεασμός των δικαιωμάτων της Εναγομένης - Αιτήτριας, έτσι ώστε να δικαιολογείται και/ή να καταστήσει αναγκαία την επέμβαση του Δικαστηρίου και την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Διαταγής 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Γ. Με την υπό κρίση αίτηση, η Εναγόμενη - Αιτήτρια, ζητά ουσιαστικά όπως προαποφασιστεί προκαταρτικά ολόκληρο το περιεχόμενο και η ουσία της αγωγής ενώ θα επηρεάσει και/ή προδικάσει και το αποτέλεσμα της αιτήσεως για έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων ημερομηνίας 13ης Ιουνίου
  1. Δ. Από την θεώρηση της αντικειμενικής υπόστασης του συνόλου περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης, της ένορκης δήλωσης της κας. Ευριδίκης Λεαντζή, ημερομηνίας 13ης Ιουνίου 2017 και των σχετικών τεκμηρίων που κατατέθηκαν, το Σεβαστό Δικαστήριο δύναται να εξάξει ασφαλή συμπεράσματα για την ύπαρξη ή όχι αγώγιμου δικαιώματος και/ή δικαιοπρακτικής ικανότητας και/ή το απαραίτητο locus standi της Ενάγουσας - Καθ' ής η αίτηση. Ε. Η Εναγόμενη - Αιτήτρια καταχώρησε και/ή προωθεί την παρούσα διαδικασία για παράκαμψη των ειδικών θεσμών και/ή των προϋποθέσεων και/ή των δικονομικών προνοιών και/ή του Δικαίου της Απόδειξης, που σχετίζονται και/ή αφορά με τα όσα επιζητεί με την παρούσα αίτηση, καθ' ότι δεν έχει καταχωρηθεί εκ μέρους της Εναγόμενης - Αιτήτριας, η Υπεράσπιση της και δεν υπάρχει συναίνεση ως προς τα γεγονότα και/ή προς τις αντικρουόμενες και/ή αμφισβητούμενες θέσεις. Ζ. Η παρούσα αίτηση δεν είναι νομότυπη και/ή είναι παράτυπη και/ή αντίκειται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας ήτοι της αρχής ότι το μέρος που επιζητεί την επιείκεια του Δικαστηρίου και την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας πρέπει να προσέλθει σε αυτό με καθαρά χέρια (one who comes in to equity must come with clean hands) καθώς και την αρχή ότι δεν πρέπει να επιτρέπεται στο μέρος να επωφεληθεί από την δική του παρανομία (equity will not permit a party to profit by his own wrong). Η. Η αίτηση εάν γίνει δεκτή από το Δικαστήριο, θα ισοδυναμεί ουσιαστικά με την απαγόρευση και την αποστέρηση των δικαιωμάτων της Ενάγουσας - Καθ' ής η αίτηση, να προωθήσει την αξίωση της ως εκλεγμένη εκπρόσωπος των ιδιοκτητών του κοινόκτητου συγκροτήματος καθώς και να προσφύγει στο Δικαστήριο και να προβάλλει τις θέσεις της, με αποτέλεσμα να βλάπτονται τα Συνταγματικά, νομικά και πραγματικά συμφέροντα της Ενάγουσας - Καθ' ής η αίτηση. Θ. Τα αιτούμενα διατάγματα δεν δικαιολογούνται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να εκδοθούν υπό τις περιστάσεις». Όπως αναφέρεται στο σώμα της ένστασης, που, όπως και η αίτηση, δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται είναι νομικά, προκύπτουν από το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου και τη σχετική νομοθεσία και νομολογία, και είναι τα ακόλουθα: «
  2. Η Εναγόμενη - Αιτήτρια, προέβηκε στην καταχώρηση της υπό κρίσης για σκοπούς καθυστέρησης και/ή κωλυσιεργίας και/ή εκτροχιασμού της διαδικασίας εκδίκασης της αίτησης για έκδοσης προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων και/ή αποπροσανατολισμού του Δικαστηρίου. Ενδεικτικά και προς υποστήριξη αναφέρεται ότι καταχωρήθηκε στις 25/10/2017, αμέσως μετά την έκδοση απόφασης στο αίτημα της Ενάγουσας - Καθ' ής η αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και τον ορισμό της αίτησης για έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων, για τελικές αγορεύσεις.
  3. Η δικαιοπρακτική ικανότητα και η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος και του απαραίτητου locusstandi εκ μέρους της Ενάγουσας - Καθ' ής η αίτηση, για προώθηση της απαίτησης της μπορεί να διαπιστωθεί από το ίδιο το Μέρος ΙΙΑ, του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμος, Κεφ.224 και συγκεκριμένα στα ακόλουθα άρθρα: · Άρθρο 38ΚΣΤ
(1): «Η Διαχειριστική Επιτροπή θα ενεργεί από μέρους και για λογαριασμό των κυρίων των μονάδων, θα είναι υπεύθυνη για την επιβολή των Κανονισμών, θα έχει τις εξουσίες και τις υποχρεώσεις που καθορίζονται από ή δυνάμει του Μέρους αυτού ή των Κανονισμών και θα ασκεί τις εξουσίες και θα εκτελεί τα καθήκοντα που καθορίζονται από ή δυνάμει αυτών.» · Άρθρο 38ΚΣΤ 2(α): «Να ενάγει και να ενάγεται σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα που αφορά την κοινόκτητη ιδιοκτησία ή την κοινόκτητη οικοδομή.» · Άρθρο 38ΚΖ 1(α): «Η Διαχειριστική Επιτροπή έχει μεταξύ άλλων υποχρέωση- (α) Να ελέγχει, λειτουργεί, διαχειρίζεται και διευθύνει την κοινόκτητη ιδιοκτησία και να προβαίνει σε κάθε πράξη που είναι αναγκαία για την επιβολή των Κανονισμών και τον έλεγχο, λειτουργία, διαχείριση και διεύθυνση της κοινόκτητης ιδιοκτησίας και τη διασφάλιση των υπηρεσιών που καθορίζονται από ή δυνάμει του Μέρους αυτού ή των Κανονισμών.»
  1. Περαιτέρω, η ύπαρξη και η αποκάλυψη αγώγιμου δικαιώματος εκ μέρους της Ενάγουσας - Καθ' ής η αίτηση μπορεί να διαπιστωθεί και από την Γενική Συμφωνία, η οποία υπογράφηκε από την Εναγόμενη - Αιτήτρια και την κατασκευάστρια εταιρεία κατά την απόκτηση και αγορά της ακίνητης ιδιοκτησίας της και η οποία ευρίσκεται κατατεθειμένη στα κτηματολογικά μητρώα με αριθμό φακέλου ΑΧ258/13, σχετικό Τεκμήριο 3 της ένορκης δήλωσης της κας. Ευριδίκης Λεαντζή ημερομηνίας 13/06/2017, το περιεχόμενο της οποίας μιλά εφ' αυτής.
  2. Η Εναγόμενη - Αιτήτρια, προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο και ισχυρίζεται και/ή προβάλλει ότι δεν υπήρξε επαρκή νομική βάση εκχώρησης δικαιωμάτων, παραγνωρίζοντας και παραβλέποντας ότι η Ενάγουσα - Καθ' ής η αίτηση ενεργεί δυνάμει τόσον των προνοιών του Μέρους ΙΙΑ του Κεφαλαίου 224 όσο και της Γενικής Συμφωνίας και στα πλαίσια των εξουσιών που της παρέχονται όπως καθορίζονται επί της παραγράφου 28(α), 1 και
  3. Παραγνωρίζει δε η Εναγόμενη - Αιτήτρια, ότι η αναφορά ότι «.αναφορικά με την λειτουργία του συστήματος δεν ήταν και δεν είναι σε θέση να τα γνωρίζει.» η οποιαδήποτε άγνοια ως προς τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος εκ μέρους της Ενάγουσας - Αιτήτριας, δεν δύναται να επηρεάσει και/ή διαφοροποιήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο, το γεγονός της αυθαίρετης, μονομερής, παράνομης και κατ' παράβαση των προνοιών της Γενικής Συμφωνίας, ενέργειας, στάσης και συμπεριφοράς της Εναγόμενης - Αιτήτριας, η οποία προέβηκε στην τοποθέτηση του συστήματος χωρίς να έχει εξασφαλίσει προηγουμένως και καθ' οιονδήποτε τρόπο την συναίνεση και/ή την συγκατάθεση της Ενάγουσας - Καθ' ής η αίτηση και/ή της πλειοψηφίας των ιδιοκτητών του κοινόκτητου συγκροτήματος και/ή της Επιτρόπου Προστασίας των Προσωπικών Δεδομένων.
  4. Οι παράγραφοι 12 έως 19 της έκθεσης απαίτησης αποτελούν τους δικογραφημένους ισχυρισμούς και/ή τις θέσεις της Ενάγουσας - Αιτήτριας, στις οποίες περιλαμβάνουν την ουσία και/ή τον πυρήνας της απαίτησης της, σχετικά με τις αξιώσεις με στοιχεία (Α), (Β) και (Γ) και σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν γεγονότα άσχετα με τα επίδικα ζητήματα, έτσι ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις ενεργοποίησης της Διαταγής 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
  5. Οι προαναφερόμενες παράγραφοι της έκθεση απαίτησης δεν αδικούν ούτε θέτουν την Εναγόμενη - Αιτήτρια σε δυσμενή και/ή δύσκολη θέση αφού έχει την δυνατότητα και/ή την ευχέρεια να απαντήσει και να προβάλλει της θέσεις της με την καταχώρηση υπεράσπισης.
  6. Δυνάμει της σχετικής νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ενεργοποίηση των προνοιών της Διαταγής 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Περαιτέρω, σκανδαλώδεις ισχυρισμοί σε ένα δικόγραφο θεωρούνται όσοι εκθέτουν ζητήματα που είναι προσβλητικά (offensive) και/ή απρεπή (indecent) και/ή που σκοπό και μόνο έχουν να επηρεάσουν δυσμενώς τον αντίδικο, γεγονός που δεν συμβαίνει στην υπό κρίση περίπτωση». Ακρόαση αίτησης Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση της αίτησης και της ένστασης, ως επίσης στη βάση των αγορεύσεων των ευπαίδευτων δικηγόρων των δύο πλευρών. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων είχαν την καλοσύνη να εφοδιάσουν το δικαστήριο με γραπτό κείμενο των ικανών και εμπεριστατωμένων αγορεύσεών τους[4], στις οποίες με νομική και ουσιαστική επιχειρηματολογία υποστηρίζουν την αποδοχή των εκατέρωθεν θέσεων τους. Επανάληψη των επιχειρημάτων τους δεν κρίνεται χρήσιμη. Το Δικαστήριο τα διατηρεί κατά νου, θα αναφερθεί σε αυτά και θα τα αξιολογήσει, στο κατάλληλο στάδιο, σε συνδυασμό με τα επίδικα ζητήματα της αίτησης, στο βαθμό που αυτό θα κριθεί αναγκαίο για την αιτιολόγηση της απόφασης του. Νομική πτυχή Όπως συνάγεται από τη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου της Αιτήτριας η αίτηση βασίζεται δικονομικά στη Δ.19 θ.26[5] και στη Δ.27 θ.3[6] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η διαγραφή δικογράφου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Η κρίση κατά πόσο η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα, είναι θέμα δικαίου και όχι άσκησης διακριτικής ευχέρειας[7]. Το σχετικό αίτημα πρέπει να ασκείται εντός των καθορισμένων χρονικών ορίων της δικονομίας[8]. Η Δ.19, θ.26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν παρέχει εξουσία για διαγραφή ολόκληρης της αγωγής, αλλά περιορίζει τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στη διαγραφή μέρους μόνο των δικογράφων. Η σχετική αίτηση πρέπει να υποβάλλεται ταχέως (promptly) και κατά κανόνα προτού κλείσουν τα δικόγραφα. Η ερμηνεία αυτή συνάδει και με τη νομολογία και την πρακτική που ακολουθείται από τα Αγγλικά Δικαστήρια, με βάση την αντίστοιχη αγγλική Δ.19 θ.27 πριν από την τροποποίησή της. (Βλ. Supreme Court Practice 1958)[9]. Οι πρόνοιες του θ.26 της Δ.19 παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο να διαγράψει δικόγραφο το οποίο είναι αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή το οποίο τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να προκαλέσει αμηχανία ή να καθυστερήσει τη δίκαιη δίκη της αγωγής ("unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action."). Σύμφωνα με το Annual Practice 1960, σελ. 478-479 οι λέξεις "τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, προκαλέσουν αμηχανία ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής" ("tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action") έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα Δικαστήρια. Αν ο εναγόμενος δεν διασαφηνίζει ποιό μέρος της έκθεσης απαίτησης παραδέχεται και ποιό αρνείται το δικόγραφο του προκαλεί αμηχανία. Απλή, όμως, πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία. Ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός ως προκαλών αμηχανία απλώς επειδή ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι είναι αναληθής. Το γεγονός και μόνο ότι μια έκθεση απαίτησης περιλαμβάνει πολλές αιτίες αγωγής δεν προκαλεί αμηχανία εάν προβάλλονται ξεχωριστά στο δικόγραφο. Αξίωση για διαζευκτική θεραπεία δεν προκαλεί αμηχανία. Το ίδιο ισχύει και για ασυμβίβαστες υπερασπίσεις[10]. Κύριος σκοπός της υπ' αναφορά δικονομικής διάταξης είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Κατά την εξέταση αίτησης, δυνάμει της Δ.19, θ.26 (Αγγλική Δ.19, θ.27), δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας της υπεράσπισης. Αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.27, θ.3 (Αγγλική Δ.25, θ.4)[11]. Η εξουσία διαγραφής που παρέχεται από την πάνω διαταγή είναι διακριτικής μορφής και, ταυτόχρονα, πλατιά. Στη Vector Onega A.G. ν. Πλοίου M/V Girvas κ.ά. (Αρ. 1)
(2000)1 Α.Α.Δ. 16, αναφέρθηκε ότι: (σελ. 23) «Ακόμη και στις περιπτώσεις που οι συνθήκες υπαγορεύουν στένεμα της εξουσίας για να ασκηθεί κατά συγκεκριμένο τρόπο, όπως όταν επιζητείται διαγραφή υλικού από δικόγραφο λόγω δεδικασμένου, η εξουσία αυτή δε χάνει ολότελα το διακριτικό της χαρακτήρα». Σύμφωνα δε με το Annual Practice, 1958, σελ. 477-479, η φράση: "Tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action" («τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, να προκαλέσουν αμηχανία, ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής») έχει ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα δικαστήρια, έτσι ώστε απλή πολυλογία να μην προκαλεί αμηχανία. Το Δικαστήριο δεν υποδεικνύει στα μέρη πώς θα διαμορφώσουν την υπόθεσή τους, εφόσον αυτά δεν παραβαίνουν τους κανόνες. Δικόγραφα, έστω και αν δεν είναι απόλυτα σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες, δεν διαγράφονται. Το γεγονός ότι δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει σε διαγραφή του, εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Εάν, όμως, σε δικόγραφο, περιέχονται ισχυρισμοί παντελώς άσχετοι, από τους οποίους θα προκληθούν έξοδα και καθυστέρηση στην υπόθεση, τότε αυτοί δικαιολογείται να διαγραφούν. Ισχυρισμοί που προβάλλονται για ανεντιμότητα και συμπεριφορά προσβλητική για τον αντίδικο, εφόσον δεν είναι σχετικοί με τα επίδικα ζητήματα, θεωρούνται σκανδαλώδεις[12]. Προϋπόθεση για την εφαρμογή του θ.3 της Δ.27 είναι η, εκ των προτέρων, καταχώρηση των δικογράφων[13]. Η αίτηση για απόρριψη αγωγής από εναγόμενο, πρέπει να κατατίθεται εγκαίρως. Παρόλο ότι μπορεί να κατατεθεί πριν την καταχώριση της υπεράσπισης, δεν μπορεί να κατατεθεί πριν την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης (Βλ. A.G. of Duchy of Lancaster v. L. & N. W. Ry [1892] 3 Ch. 374 και Wright v. Prescot U.D.C. 115 L.T. 772). Μπορεί να καταχωρηθεί και μετά το κλείσιμο της δικογραφίας (Βλ. Tucker ν. Collinson, 34 W.R. 354). Μετά που η αγωγή ορίζεται για ακρόαση η αίτηση απορρίπτεται (Βλ. Cross v. Earl Howe, 62 L.J. Ch. 342, Fletcher v. Bethom, 68 L.T. 438).[14]. Αναφορικά με τη δυνατότητα εφαρμογής της δραστικής εξουσίας απόρριψης αγωγής ή διαγραφής μέρους της απαίτησης, αυτή πρέπει να ασκείται με φειδώ και μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Χ"Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 949 και Σάββα ν. Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1609[15]. Σύμφωνα με τη νομολογία το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, χωρίς καμιά αμφιβολία, αιτία αγωγής και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί με τροποποίηση που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει[16]. Το βασικό ερώτημα που εγείρεται είναι, όπως το έχει θέσει ο Δικαστής Lord Pearson στην υπόθεση Drummond - Jackson v. British Medical Association, το ακόλουθο: "Does this statement of claim disclose an alleged cause of action which has some chance of success?" Σε ελεύθερη μετάφραση, "Η έκθεση απαίτησης αποκαλύπτει μια κατ' ισχυρισμό βάση αγωγής που έχει κάποια πιθανότητα επιτυχίας;" Η διαγραφή μιας απαίτησης ή μιας υπεράσπισης δεν συνιστάται εκτός αν η εισήγηση δεν μπορεί να υποστηριχθεί. Όπως έχει τονισθεί από το Δικαστή Salmon L.J. στην υπόθεση Nagle v. Feilden [1966] 1 All E.R. 697, "It is well settled that a statement of claim should not be struck out and the plaintiff driven from the judgment seat unless the case is unarguable." Σε ελεύθερη μετάφραση, "Έχει καλά καθιερωθεί ότι μια έκθεση απαίτησης δεν πρέπει να διαγράφεται και ο ενάγων να εκτοπίζεται από τη θέση της δικαστικής απόφασης εκτός αν η υπόθεση δεν έχει βάση συζήτησης."[17]. Καθυστέρηση πέντε μηνών στην καταχώρηση της αίτησης για διαγραφή της υπεράσπισης (από την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης) έχει αποφασισθεί ότι δεν ήταν τέτοια, που να υποχρέωνε το πρωτόδικο δικαστήριο, να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, ενάντια στην αποδοχή της αίτησης[18]. Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν τη διαγραφή δικογράφου δυνάμει των πιο πάνω θεσμών (Δ.19, θ.26 και Δ.27, θ.3) η διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο, όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 C.L.R. 246). Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα, το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασισθεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός, ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του (Annual Practice 1960, σελ. 575)[19]. Το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά, με βάση το περιεχόμενό του και τις αντικειμενικές συνέπειες, που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών, που προβάλλονται σε αυτό (Δέστε: In Re Pelmako Developments Ltd (ανωτέρω)[20]. Τα δικόγραφα θα πρέπει να περιέχουν μόνο μια συνοπτική έκθεση των ουσιωδών γεγονότων, στην οποία στηρίζεται η απαίτηση ή η υπεράσπιση. Οτιδήποτε περιττό, τείνει να επισκιάσει την υπόθεση του διαδίκου και δεν προωθεί, ούτε τα συμφέροντα του ίδιου, ούτε βέβαια και της δικαιοσύνης. Τέτοια δικόγραφα, θα πρέπει να τυγχάνουν αντιμετώπισης, σύμφωνα με τις δυνατότητες που προσφέρουν οι θεσμοί για διαγραφή τους (βλ. Δ.19, θ.26 και Δ.27, θ.3), εφόσον κριθεί, ότι η διατήρησή τους θα δυσχεράνει τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης. Όπως υποδείχθηκε και στην Τσιαττές v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd.
(2009)1 A.A.Δ. 974, η βραχυλογία θα πρέπει πλέον να θεωρείται αρετή και όχι ελάττωμα και η καθαρότητα και περιεκτικότητα του λόγου αναμφίβολα βοηθά τα μέγιστα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης[21]. Εξέταση βασιμότητας αίτησης, σε συνάρτηση με τους λόγους ένστασης Λόγοι ένστασης με στοιχεία Β και Θ Με τους συγκεκριμένους λόγους ένστασης η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι «Δεν υπάρχουν και/ή δεν συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις και/ή δεν αποκαλύφθηκαν εξαιρετικοί λόγοι και/ή εξαιρετικές περιστάσεις (exceptional circumstances) και/ή εν πάση περιπτώσει δεν καταδείχθηκε ο οποιοσδήποτε δυσμενής και/ή δυσανάλογος επηρεασμός των δικαιωμάτων της Εναγομένης - Αιτήτριας, έτσι ώστε να δικαιολογείται και/ή να καταστήσει αναγκαία την επέμβαση του Δικαστηρίου και την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Διαταγής 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας» (λόγος ένστασης με στοιχείο Β) και ότι «Τα αιτούμενα διατάγματα δεν δικαιολογούνται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να εκδοθούν υπό τις περιστάσεις» (λόγος ένστασης με στοιχείο Θ). Στους υπ' αναφορά λόγους συμπυκνώνεται, επί της ουσίας, η επιχειρηματολογία της Καθ' ης η Αίτηση για απόρριψη της αίτησης. Πριν προχωρήσουμε σε μια λεπτομερή ανάλυση των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων είναι χρήσιμη η παράθεση των παραγράφων Α, Β, Γ και Δ της έκθεσης απαίτησης, καθώς στη διαγραφή αυτών, κατά κύριο λόγο[22], στοχεύει η επίδικη αίτηση. «(Α) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάσσει την Εναγόμενη να αφαιρέσει και/ή απενεργοποιήσει και/ή παύσει και/ή τερματίζει την λειτουργία του συστήματος λήψης εικόνων (κάμερας) κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης, το οποίο παράνομα και/ή αυθαίρετα και/ή χωρίς την συγκατάθεση και/ή την άδεια και/ή την συμφωνία της Ενάγουσας, τοποθέτησε και/ή εγκατάστησε και καταγράφει σκηνές από τον ιδιωτικό δρόμο και/ή το πεζοδρόμιο και/ή τους κοινόκτητους και/ή κοινόχρηστους χώρους, καθ' ότι αντιτίθεται και/ή αντιστρατεύεται τις πρόνοιες της παραγράφου 40 της γενικής συμφωνίας. Διαζευκτικά και/ή εναλλακτικά με την θεραπεία (Α): (Β) Διάταγμα του Σεβαστού, με το οποίο να διατάσσει την Εναγόμενη να μετακινήσει και/ή να επανατοποθετήσει το σύστημα λήψης εικόνων (κάμερας) κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης, με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε αυτό να περιορίζεται και/ή καταγράφει και/ή εστιάζει μόνο στην είσοδο της κατοικίας της Εναγόμενης και όχι οποιοδήποτε από τους κοινόχρηστους και/ή κοινόκτητους χώρους και/ή τους ιδιωτικούς δρόμους και/ή τα πεζοδρόμια του συγκροτήματος. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω: (Γ) Διάταγμα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάσσει την Εναγόμενη όπως συμμορφωθεί με τις πρόνοιες της παραγράφου 40.5 της γενικής συμφωνίας και/ή λάβει τα απαραίτητα διαβήματα και/ή ενέργειες έτσι ώστε να άρει την παρανομία και/ή επέμβαση και/ή αυθαίρετη ενέργεια και/ή πράξη και συγκεκριμένα να αφαιρέσει και/ή απενεργοποιήσει και/ή να παύσει την λειτουργία του συστήματος λήψης εικόνων (κάμερας) κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης καθ' ότι αυτή τοποθετήθηκε και/ή εγκαταστάθηκε παράνομα και/ή αυθαίρετα και/ή χωρίς την άδεια και/ή την συγκατάθεση της Ενάγουσας και/ή της πλειοψηφίας των ιδιοκτητών. (Δ) Διάταγμα και/ή Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάσσει την Εναγόμενη και/ή τους εντολοδόχους και/ή αντιπροσώπους και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο αντλεί δικαιώματα από αυτήν, να παύσει και/ή άρει και/ή σταματήσει την οποιαδήποτε επέμβαση και/ή παράβαση που συντελείται, λόγω της παρακολούθησης των κοινόκτητων και/ή κοινόχρηστων χώρων, που περιβάλλουν την κατοικία της Εναγόμενης, εντός 5 (πέντε) ημερών από την επίδοση του παρόντος διατάγματος» (Οι υπογραμμίσεις είναι του γράφοντος). Όπως έχει ήδη σημειωθεί, η Αιτήτρια ζητά τη διαγραφή των ανωτέρω παραγράφων από την έκθεση απαίτησης «λόγω ανυπαρξίας και / ή μη αποκάλυψης αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης και / ή λόγω έλλειψης νόμιμου συμφέροντος και / ή δικαιοπρακτικής ικανότητας της Ενάγουσας για προώθηση των εν λόγω αξιώσεων και / ή συνεπεία ένορκης και / ή άλλως παραδοχής». Από το σώμα της αίτησης[23] και τη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου της προκύπτει ότι η εισήγηση περί ανυπαρξίας και/ή μη αποκάλυψης αγώγιμου δικαιώματος εδράζεται σε πρόνοιες του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου (Ν. 138(I)/2001)[24], της Οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών[25], του Συντάγματος[26] και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων[27]. Το επιχείρημα είναι ότι στην προκειμένη περίπτωση, η Καθ' ης η Αίτηση ουδέν αγώγιμο δικαίωμα έχει εναντίον της Αιτήτριας, καθώς δεν διαθέτει - στη βάση των πιο πάνω νομοθετικών προνοιών - το απαραίτητο locus standi για προώθηση της Αγωγής (στο βαθμό που αφορά τις αξιώσεις (Α), (Β), (Γ) και (Δ) της έκθεσης απαίτησης και τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στις παραγράφους 12 έως και 19 αυτής), ούτε είναι - ούτε, εν πάση περιπτώσει, ισχυρίζεται ότι είναι - επηρεαζόμενο πρόσωπο από τις κατ' ισχυρισμό πράξεις της Αιτήτριας. Ειδικότερα, όπως εξηγείται, μέσω των υπό (Α) μέχρι και (Δ) αξιώσεων της έκθεσης απαίτησης, η Καθ' ης η Αίτηση ζητά την έκδοση διαταγμάτων εναντίον της Αιτήτριας στη βάση, μεταξύ άλλων, ότι η τελευταία παρέλειψε να λάβει τη συγκατάθεση και/ή την άδεια και/ή τη συμφωνία της, ως διαχειριστικής επιτροπής, για να καταγράφει μέσω κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης εικόνες από τον ιδιωτικό δρόμο και/ή το πεζοδρόμιο και/ή τους κοινόκτητους και/ή κοινόχρηστους χώρους του συγκροτήματος, υποδεικνύοντας, ότι στην παράγραφο 13 της έκθεσης απαίτησης, αναφέρεται ότι η λήψη εικόνας από συσκευή κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης που κατ' ισχυρισμό εγκατέστησε η Αιτήτρια «.είναι παράνομη και/ή παράτυπη και/ή αντιτίθεται στα συμφέροντα των υπόλοιπων ενοίκων, αφού συνιστούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία λαμβάνονται χωρίς την συγκατάθεση των υποκειμένων» και ότι στην παράγραφο 14 της έκθεσης απαίτησης περιέχεται ισχυρισμός ότι η συσκευή λήψης εικόνας (κάμερας) κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης «.προσβάλλει και/ή βλάπτει και/ή επηρεάζει δυσμενώς την προσωπικότητα και/ή τα θεμελιώδη δικαιώματα των λοιπών ενοίκων του κοινόκτητου συγκροτήματος στην ιδιωτική ζωή και/ή στον σεβασμό της προσωπικής τους ζωής», γίνεται, δηλαδή, και πάλι λόγος για «δικαιώματα των λοιπών ενοίκων». Κατά την αντίληψη της Αιτήτριας, αντιπαραβάλλοντας τα πιο πάνω, προκύπτει ότι ενώ στις αξιώσεις της η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται μη λήψη συγκατάθεσης της ίδιας, ως διαχειριστικής επιτροπής, από την Αιτήτρια εντούτοις, στο σώμα της έκθεσης απαίτησης, κάνει αναφορά σε έλλειψη συγκατάθεσης των υποκειμένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ήτοι των υπόλοιπων ενοίκων του συγκροτήματος, επισημαίνοντας, ότι από τις πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες εξάγεται το συμπέρασμα ότι μόνο φυσικό πρόσωπο -και όχι νομική οντότητα όπως είναι η Καθ' ης η Αίτηση - μπορεί να είναι υποκείμενο / κάτοχος δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και, μόνο το εν λόγω φυσικό πρόσωπο, το οποίο αφορούν τα δεδομένα, μπορεί να δώσει έγκυρα την συγκατάθεση του προκειμένου αυτά να τύχουν επεξεργασίας από τρίτο. Στη βάση των ανωτέρω εισηγείται ότι από την εφαρμογή των πιο πάνω νομοθετικών προνοιών σε συνδυασμό με τις δικογραφημένες θέσεις της Καθ' ης η Αίτηση, διαφαίνεται αντικειμενικά απουσία οποιαδήποτε σύνδεσης των κατ' ισχυρισμό πράξεων και ενεργειών της Αιτήτριας, με δημιουργία ζημιάς ή γενικά, οποιασδήποτε συνέπειας ή επηρεασμού στο πρόσωπο της Καθ' ης η Αίτηση υποδεικνύοντας, ότι παραβίαση δικαιώματος και συνεπακόλουθα δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος σε σχέση με τα δικογραφημένα γεγονότα, θα μπορούσε να έχει προκύψει μόνο υπέρ φυσικών προσώπων - ένοικων του συγκροτήματος-, τα οποία θα είχαν, καταρχήν, το απαιτούμενο locus standi να προωθήσουν αξιώσεις, ως οι υπό κρίση. Εξάλλου, όπως επισημαίνεται, και η ίδια η Καθ' ης η Αίτηση, παρά τη διατύπωση των υπό (Α) μέχρι και (Δ) αξιώσεων της, δέχεται, αφενός, στην παράγραφο 13 της έκθεσης απαίτησης ότι πρόσωπο δυνάμενο να δώσει την συγκατάθεση του είναι ένοικος, τα προσωπικά δεδομένα του οποίου ισχυρίζεται ότι λαμβάνονται από την συσκευή που εγκατέστησε η Αιτήτρια, και αφετέρου, στην παράγραφο 14 αναφέρεται σε παραβίαση δικαιώματος στην προσωπικότητα και την ιδιωτική ζωή, τα οποία, ως εξηγήθηκε ανωτέρω, ανήκουν εξ ορισμού σε φυσικά πρόσωπα, αναιρώντας, από μόνη της, το νομικό υπόβαθρο των υπό συζήτηση αξιώσεων. Συνοψίζοντας η Αιτήτρια εισηγείται, ότι ακόμη και εάν υπήρχε θετικός ισχυρισμός στα δικόγραφα περί παραβίασης προσωπικών δεδομένων άλλων ενοίκων του συγκροτήματος, η Καθ' ης η Αίτηση δεν μπορεί, ούτε έχει το δικαίωμα να ενεργεί εκ μέρους τους και να εγείρει την παρούσα αγωγή εκ μέρους τους, καθώς μοναδικό πρόσωπο ή πρόσωπα που έχουν τέτοιο αγώγιμο δικαίωμα, είναι οι συγκεκριμένοι ένοικοι του συγκροτήματος, οι οποίοι θα ισχυρίζονται ότι τα προσωπικά τους δεδομένα έχουν παραβιαστεί. Επιπρόσθετα η Αιτήτρια, εντοπίζοντας, όπως ισχυρίζεται, ότι οι αξιώσεις (Α) μέχρι και (Δ) προωθούνται και υπό την οπτική του ισχυρισμού περί παραβίασης της γενικής συμφωνίας (η οποία, παρότι, σε κάθε περίπτωση, αμφισβητείται από αυτή, τη λαμβάνει για σκοπούς αντικειμενικής εξέτασης της υπόθεσης της Καθ' η Αίτηση, ως έγκυρη και δεσμευτική), εισηγείται, ότι παρόλο που από το περιεχόμενο της παραγράφου 18 της έκθεσης απαίτησης, στην οποία, όπως αναφέρει, καταγράφονται οι όροι της γενικής συμφωνίας που κατ' ισχυρισμό της Καθ' ης η Αίτηση έχουν παραβιαστεί από την Αιτήτρια), προκύπτει, ουσιαστικά, ότι επιτρέπονται μετατροπές, προσθήκες ή επιδιορθώσεις σε μονάδα, εφόσον δεν παραβλάπτονται τα δικαιώματα κύριου άλλης μονάδας και δεν επηρεάζεται η κοινόκτητη ιδιοκτησία, η θέση της Καθ' ης η Αίτησης περί παραβίασης της γενικής συμφωνίας από την Αιτήτρια αναιρείται και πάλι από την έλλειψη δικογράφησης θετικού ισχυρισμού για καταγραφή εικόνας σημείου, από το οποίο να ενδέχεται να συλλεχθούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κύριου άλλης μονάδας, υποδεικνύοντας, ότι η αναφορά της Καθ' ης η Αίτηση στην παράγραφο 12 της έκθεσης απαίτησης σε «εύλογες υποψίες ότι τουλάχιστον οι 2 (δυο) εκ των 3 (τριών) συσκευών, καταγράφουν τον ιδιωτικό δρόμο.» ουδόλως επαρκεί προς στοιχειοθέτηση, έστω και εκ πρώτης όψεως, παραβίασης εκ των επικαλούμενων όρων της γενικής συμφωνίας και έρχεται σε αντίθεση και αναιρεί το υπόβαθρο της υπό (Δ) αξίωσης της Καθ' ης η Αίτηση, με την οποία επιζητεί άρση επέμβασης που συντελείται «λόγω της παρακολούθησης των κοινόκτητων και/ή κοινόχρηστων χώρων.». Ανταπαντώντας στα πιο πάνω επιχειρήματα, η ευπαίδευτη δικηγόρος της Καθ' ης η αίτηση, στην αγόρευσή της, εισηγείται, μεταξύ άλλων, ότι η Αιτήτρια προσπαθεί να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο, προβάλλοντας τη θέση ότι αυτή δεν δύναται και/ή δεν νομιμοποιείται να εγείρει και προωθεί τις συγκεκριμένες αξιώσεις, παραγνωρίζοντας και αγνοώντας και μη λαμβάνοντας υπόψη τις παραγράφους 1 έως 5 του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, καθώς και τις εξουσίες που τις δίδονται δυνάμει, τόσο της γενικής συμφωνίας, όσο, και κυρίως, από σχετικές πρόνοιες του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμου, Κεφ. 224, Μέρος ΙΙΑ[28]. Το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας στην υπό συζήτηση περίπτωση τις νομολογιακές αρχές που διέπουν τη διαγραφή δικογράφου ή μέρους του, ως αυτές έχουν αναλυθεί ανωτέρω, κρίνει, ότι το εξαιρετικό αυτό μέτρο δεν δικαιολογείται στην προκείμενη υπόθεση, καθώς, με βάση την αντικειμενική θεώρηση του περιεχομένου των επίμαχων παραγράφων (Α έως Δ) της έκθεσης απαίτησης, δεν έχει οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι στερούνται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατες. Ειδικότερα, από τη μελέτη των υπ' αναφορά παραγράφων, σε συνάρτηση και με το λοιπό περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης και τους δικογραφημένους σε αυτή ισχυρισμούς, αυτό το οποίο προκύπτει αντικειμενικά, είναι, ότι η Καθ' ης η Αίτηση ζητά τις εν λόγω θεραπείες, λόγω της κατ' ισχυρισμό παραβίασης από την Αιτήτρια συγκεκριμένων όρων της γενικής συμφωνίας. Επικαλείται δηλαδή παράβαση συμβατικής υποχρέωσης της Αιτήτριας. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις της Καθ' ης η Αίτηση (α) η γενική συμφωνία, που είναι κατατεθειμένη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, έχει υπογραφεί από τους ιδιοκτήτες και/ή αγοραστές των κατοικιών και/ή διαμερισμάτων, που συναποτελούν το συγκρότημα Adonis Village, και είναι δεσμευτική για αυτούς[29], συμπεριλαμβανομένης της Αιτήτριας[30] (β) αυτή καταχώρησε την αγωγή, ως η νόμιμη[31] διαχειριστική επιτροπή του συγκροτήματος και/ή ως εκπρόσωπος και/ή για λογαριασμό των λοιπών ιδιοκτητών του συγκροτήματος και αντλεί τη νομιμοποίηση και την εξουσία να την εγείρει από συγκεκριμένους όρους της γενικής συμφωνίας[32], και από το σχετικό Νόμο (Κεφ. 224) και τους συναφείς Κανονισμούς[33], που διέπουν και καθορίζουν τη λειτουργία της, (γ) η Αιτήτρια εγκαλείται για κατ' εξακολούθηση εσκεμμένη παραβίαση όρων της γενικής συμφωνίας[34] και (δ) η εγκατάσταση από την Αιτήτρια της κάμερας κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης συνιστά, μεταξύ άλλων, και παραβίαση όρων της γενικής συμφωνίας[35]. Από τους προαναφερόμενους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Καθ' ης η Αίτηση, στην αντίληψη του δικαστηρίου, είναι προφανές, ότι η εκδίκαση της υπόθεσης, έχει τροχιοδρομηθεί από την πλευρά της να περιστραφεί, κατά κύριο λόγο, γύρω από την ισχύ και τους όρους της γενικής συμφωνίας. Είναι σαφές επίσης ότι, στο παρόν στάδιο, το Δικαστήριο δεν μπορεί, ούτε επιτρέπεται, να κρίνει τη δύναμη της υπόθεσης της και το εάν και κατά πόσο τελικά θα δικαιούται στις θεραπείες υπό στοιχεία (Α) έως (Δ). Άλλωστε, όπως είναι νομολογημένο, και εάν ακόμη κρινόταν ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και ότι ενδεχομένως να αποτύγχανε να τις εξασφαλίσει, αυτό δεν μπορούσε να οδηγήσει στη διαγραφή τους. Στα πλαίσια της παρούσας δικονομικής διαδικασίας το ερώτημα είναι εάν από την έκθεση απαίτησης αποκαλύπτεται κάποια αιτία αγωγής ή αποκαλύπτεται κάποιο ζήτημα, που είναι κατάλληλο να αποφασισθεί από το Δικαστήριο, που δυνατόν να οδηγήσει στην παραχώρηση των ειρημένων θεραπειών. Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι θετική και προς όφελος των θέσεων της Καθ' ης η Αίτηση. Η Αιτήτρια ζητά διαζευκτικά τη διαγραφή των παραγράφων (Α) ως (Δ) και/ή λόγω έλλειψης νόμιμου συμφέροντος και/ή δικαιοπρακτικής ικανότητας και/ή συνεπεία ένορκης και/ή άλλης παραδοχής. Με το ίδιο πιο πάνω σκεπτικό που απορρίφθηκε το αίτημά της για διαγραφή τους, λόγω ανυπαρξίας και/ή μη αποκάλυψης αγώγιμου δικαιώματος, απορρίπτεται και για αυτούς τους λόγους. Η κατάληξη του Δικαστηρίου για απόρριψη της θεραπείας με στοιχείο Α της αίτησης, συμπαρασύρει σε απόρριψη και τη θεραπεία με στοιχείο Β αυτής, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση, εφόσον, όπως είναι δομημένη η αίτηση, η θεραπεία Β ζητείται μόνο σε περίπτωση επιτυχίας της θεραπείας Α. Λαμβανομένης δε υπόψη της πιο πάνω απόφασης του Δικαστηρίου, σε σχέση με τους λόγους ένστασης Β και Θ, παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης. Κατάληξη Με βάση το πιο πάνω σκεπτικό η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και σε βάρος της Αιτήτριας και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Αίτηση για διαγραφή μέρους (θεραπειών και παραγράφων) της έκθεσης απαίτησης - Δ.19 θ.26 και Δ.27 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας) [1] Βλέπε σχετικά παράγραφο 1 έκθεσης απαίτησης [2] Βλέπε σχετικά παράγραφο 6 έκθεσης απαίτησης [3] Βλέπε σχετικά παράγραφο 3 έκθεσης απαίτησης [4] Η γραπτή αγόρευση του δικηγόρου της Αιτήτριας σημειώθηκε ως τεκμήριο 1 και η αρχική και η συμπληρωματική αγόρευση της δικηγόρου της Καθ' ης η αίτηση ως τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας [5] The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action [6] The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just [7] In Re Pelmako Development Ltd v. In Re The Companies Law, Cap. 113
(1991)1 Α.Α.Δ.246 [8] Μούρτζινος v. Του πλοίου "Galaxias" και άλλων
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 80 [9] Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1338 [10] Athina Leathergoods Ltd v. Χαραλάμπους και άλλου
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 787 [11] Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη και άλλων
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1852 και Cyber Group Ltd v. Λάμπρου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1861 [12] Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Hussein Ali Nasrat Abdallah, Πολιτική Εφεση αρ.: 69/2011, ημερ. 19.07.2013 [13] Κοινοπραξία και/ή Συνδικάτο Ασφαλιστών P.D. Upton & Others και άλλη v. G.N. Ellinas Imports-Exports Limited
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1327 [14] Mepa Underwriting Management Limited και άλλων v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772 [15] Σάουρου και άλλου v. Φιλίππου, Πολιτική Εφεση αρ.: 62/2010, ημερομηνίας 03.10.2012 [16] Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1316 [17] Κυπριακή Δημοκρατία v. Γεωργίου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 704 [18] Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Αρ.1)
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 155 [19] Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη και άλλων
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1852 και Cyber Group Ltd v. Λάμπρου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1861 [20] Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 21 [21] Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1238 [22] Ως συνάγεται από το σώμα της αίτησης η διαγραφή των παραγράφων 12 έως 18 και 19 (μέρος) της έκθεσης απαίτησης ζητείται μόνο σε περίπτωση που επιτύχει το αίτημα για διαγραφή των παραγράφων (Α) έως (Δ) [23] πιο συγκεκριμένα από τα γεγονότα στα οποία αυτή στηρίζεται [24] άρθρα 2, 5 και 17 [25] άρθρο 23 [26] Άρθρο 15 [27] άρθρο 8 [28] άρθρα 38ΚΣΤ
(1), 38ΚΣΤ 2(α) και 37ΚΖ 1(α) [29] Βλέπε σχετικά, παραγράφους 3 και 4 έκθεσης απαίτησης [30] Βλέπε σχετικά, παράγραφο 7 έκθεσης απαίτησης [31] Βλέπε σχετικά, παράγραφο 2 έκθεσης απαίτησης [32] Βλέπε σχετικά, παράγραφο 5, 5.1, 5.2 και 5.3 έκθεσης απαίτησης [33] Βλέπε σχετικά, παράγραφο 5.3 έκθεσης απαίτησης [34] Βλέπε σχετικά, παράγραφο 11 έκθεσης απαίτησης [35] Βλέπε σχετικά, παράγραφο 12 έκθεσης απαίτησης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.