N.A. NIKOLAOU (HELIOS ESTATES) LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αριθμός Αίτησης - Έφεσης: 139/2017, 20/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A125 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αριθμός Αίτησης - Έφεσης: 139/2017 Επί της αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις αφορώσι και τον Περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ. 224 ως και τις τροποποιήσεις τους. Μεταξύ:
- N.A. NIKOLAOU (HELIOS ESTATES) LTD
- Αστέρως Ανδρέα Χριστοδούλου, από την Πάφο Αιτητών - Εφεσειόντων και ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Καθ' ων η αίτηση - Εφεσίβλητων -------------------------------- Ημερομηνία: 20.4.2018 Εμφανίσεις: Για αιτητές - εφεσείοντες 1 και 2: κ. Σιαηλής για κ. Μαθηκολώνη Για καθ' ων η αίτηση - εφεσίβλητους: κ. Χ'' Νεοφύτου για Chrysses Demetriades & Co. LLC ΑΠΟΦΑΣΗ Οι εφεσείοντες 1, με τη σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου Υ29/12, ημερομηνίας 10/1/2012 (στο εξής «επίδικη υποθήκη») υποθήκευσαν προς όφελος της Marfin Popular Bank Public Co Ltd, ολόκληρο το μερίδιό τους (20/100) επί του ακίνητου με αριθμό εγγραφής 0.12976, το οποίο βρίσκεται στο Νέο Χωριό της επαρχίας Πάφου (στο εξής «επίδικο ακίνητο»). Η επίδικη υποθήκη συστάθηκε προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν από τη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ προς τους εφεσείοντες 1, με εγγυητές, την εφεσείουσα 2, το Νίκο Νικολάου και την εταιρεία N.N. CYPRUS LAND LTD. Οι εφεσίβλητοι, στις 22/9/2015 καταχώρησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου εναντίον των δυο εφεσειόντων και των άλλων δυο που αναφέρονται πιο πάνω, την αγωγή 1703/
- Με αυτή - η οποία εκκρεμεί ακόμη -, μεταξύ άλλων ζητούν και διάταγμα εκποίησης της επίδικης υποθήκης και την πώληση του επίδικου ακινήτου, με δημόσιο πλειστηριασμό. Στις 30/9/2015, οι εφεσίβλητοι καταχώρησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου εναντίον των ιδίων και την αγωγή 1766/
- Με αυτή - η οποία επίσης εκκρεμεί -, μεταξύ άλλων ζητούν και πάλιν διάταγμα εκποίησης της επίδικης υποθήκης και την πώληση του επίδικου ακινήτου, με δημόσιο πλειστηριασμό. Όλοι οι εναγόμενοι στις παραπάνω αγωγές, ανάμεσά τους και οι δυο εφεσείοντες καταχώρησαν σ' αυτές υπεράσπιση. Με την υπεράσπισή τους στην αγωγή 1703/15 - μεταξύ άλλων - ισχυρίζονται και για την επίδικη υποθήκη ότι είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή ανεφάρμοστη οπότε και θα πρέπει να ακυρωθεί και εξαλειφτεί. Δυνάμει ανταπαίτησης ζητούν δήλωση του Δικαστηρίου ότι αυτή είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή ανεφάρμοστη. Με την υπεράσπισή τους στην αγωγή 1766/15 - μεταξύ άλλων - ισχυρίζονται και για την επίδικη υποθήκη, ό,τι και με την υπεράσπισή τους στην προηγούμενη αγωγή. Δυνάμει ανταπαίτησης ζητούν δήλωση του Δικαστηρίου ότι αυτή είναι παράνομη, άκυρη και ανεφάρμοστη και ότι θα πρέπει να ακυρωθεί καθώς και διάταγμα που να διατάσσει την ακύρωση και εξάλειψή της. Οι εφεσίβλητοι, την 1/6/2017 επέδωσαν στους δυο εφεσείοντες την προβλεπόμενη στο άρθρο 44Γ
(1)των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 μέχρι 2014 (στο εξής «ο Νόμος»), έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» η οποία συνοδεύεται από κατάσταση λογαριασμού καθώς και από την προβλεπόμενη στο άρθρο 44Β
(2)του Νόμου ειδοποίηση σύμφωνα με τον Τύπο «Θ». Η πρώτη ειδοποίηση απευθύνεται στους εφεσείοντες 1 και η δεύτερη και στους δυο εφεσείοντες. Όλα τα παραπάνω γεγονότα απορρέουν από την ενώπιόν μου μαρτυρία. Στο σύνολό τους σχεδόν αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δυο μερών. Με την υπό κρίση έφεση, οι εφεσείοντες ζητούν διάφορα διατάγματα, ανάμεσά τους και διάταγμα ακύρωσης και/ή παραμερισμού της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι» (στο εξής «επίδικη ειδοποίηση»). Οι 18 συνολικά λόγοι ακύρωσης και/ή παραμερισμού της επίδικης ειδοποίησης αναφέρονται στο σώμα της έφεσης και επαναλαμβάνονται στην υποστηρικτική της ένορκη δήλωση στην οποία προέβη η εφεσείουσα 2, υπό την προσωπική της ιδιότητα και κατόπιν εξουσιοδότησης των εφεσειόντων 1, ως γραμματέας τους και ως σύζυγος του διευθυντή τους, Νίκου Νικολάου (βλ. την παράγραφο 1 της ένορκης της δήλωσης). Οι εφεσίβλητοι καταχώρησαν ένσταση στην έφεση η οποία αποτελείται από 14 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ο υπάλληλός τους στην υπηρεσία ανάκτησης χρεών, Ανδρόνικος Σταυρινού. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί (με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις γραπτές αγορεύσεις) ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Με τον 11ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι δεν έχουν παραβλαφθεί οποιαδήποτε έννομα συμφέροντα των εφεσειόντων από την έκδοση και επίδοση της επίδικης ειδοποίησης και/ή δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε θετική περί αντιθέτου μαρτυρία. Παρατηρώ τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 44ΙΓ του Νόμου: «Αναφορικά με την άσκηση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων του ενυπόθηκου δανειστή, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, του οποίου τα έννομα συμφέροντα παραβλάπτονται από οποιαδήποτε ειδοποίηση ή πράξη, στα πλαίσια του παρόντος Μέρους, δύναται εντός χρονικής περιόδου που δεν υπερβαίνει τις τριάντα
(30)ημέρες από την ημερομηνία που το πρόσωπο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει για τέτοια ειδοποίηση ή πράξη, να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο: Νοείται ότι, οι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου εφαρμόζονται, κατ' αναλογίαν και όπου στα πιο πάνω άρθρα αναφέρεται η λέξη «Διευθυντής», για σκοπούς εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, αυτή αντικαθίσταται με τις λέξεις «ενυπόθηκος δανειστής».» Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 44ΙΕ του Νόμου: «Για σκοπούς του παρόντος Μέρους - ... «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο έχει δικαίωμα σε οποιοδήποτε μέρος του εκπλειστηριάσματος της πώλησης, όπως αυτό προκύπτει από έρευνα στα μητρώα του Κτηματολογίου και περιλαμβάνει οποιουσδήποτε εγγυητές σε σχέση με το ενυπόθηκο χρέος∙ «ενυπόθηκος οφειλέτης» σημαίνει τον κύριο ακινήτου που συνιστά υποθήκη επί του ακινήτου αυτού, περιλαμβανομένου και του οφειλέτη χρέους που εξασφαλίζεται με την υποθήκη και σε περίπτωση που τα δύο αυτά πρόσωπα είναι διαφορετικά, κάθε ειδοποίηση επιδίδεται και στα δύο αυτά πρόσωπα: ..... «επίδοση» σημαίνει την παράδοση οποιασδήποτε ειδοποίησης ή επικοινωνίας με συστημένη επιστολή, η οποία απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας ή του εγγεγραμμένου γραφείου του προσώπου, στο οποίο η ειδοποίηση ή η επικοινωνία απευθύνεται ή με ιδιωτική επίδοση τέτοιας ειδοποίησης ή επικοινωνίας σε τέτοιο πρόσωπο: ....» Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων και ορισμών -, για ό,τι μας αφορά - προκύπτουν τα εξής: Αναφορικά με την άσκηση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων του ενυπόθηκου δανειστή δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου, ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, του οποίου τα έννομα συμφέροντα παραβλάπτονται από οποιαδήποτε ειδοποίηση, δυνάμει του ίδιου μέρους του Νόμου μπορεί να εφεσιβάλει την εν λόγω ειδοποίηση, εντός 30 ημερών από την ημερομηνία που γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει γι' αυτή. Η υπό κρίση έφεση είναι σαφές, ότι εδράζεται στο άρθρο 44ΙΓ του Νόμου, αφού στρέφεται κατά της επίδικης ειδοποίησης, που είναι ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι», την οποία εξέδωσαν και επέδωσαν οι εφεσίβλητοι στους δυο εφεσείοντες. Το άρθρο 44Γ
(3)του Νόμου δεν ισχύει επειδή αποτελεί ειδική διάταξη η οποία διαλαμβάνει για το δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη καθώς και οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου μέρους να καταχωρήσουν έφεση για παραμερισμό της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΑ». Των παραπάνω λεχθέντων τίθεται το ερώτημα, κατά πόσο οι εφεσίβλητοι υπέχουν θέση ενυπόθηκου δανειστή και οι δυο εφεσείοντες, ενυπόθηκου οφειλέτη ή ενδιαφερόμενου προσώπου. Αρχίζοντας από το πρώτο, η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική. Προς τούτο παραπέμπω στους ακόλουθους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα για τους εφεσίβλητους, των παραγράφων 3, 4 και 5 της ένορκης του δήλωσης, οι οποίοι επαναλαμβάνεται από τους εφεσίβλητους και στις αγωγές τους με αριθμό 1703/15 και 1766/15 (ανωτέρω) και ουσιαστικά επιβεβαιώνονται από τους εφεσείοντες 1 και 2, με την υπεράσπισή τους στην πρώτη από τις δυο αυτές αγωγές, από τους οποίους (ισχυρισμούς) προκύπτει ότι οι εφεσίβλητοι αποτελούν τους ενυπόθηκους δανειστές στην επίδικη υποθήκη: Στις 29/3/2013, με βάση το διάταγμα του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, το οποίο εκδόθηκε δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 και δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ως Κ.Δ.Π. 104/2013 και αναφέρεται και ως το περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (προηγούμενο όνομα Marfin Popular Bank Public Co Ltd, προηγούμενο όνομα, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, προηγούμενο όνομα, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, «στο εξής «η Λαϊκή»») έχουν μεταβιβαστεί περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της Λαϊκής στους εφεσίβλητους. Οι τελευταίοι, ως το αποκτών πρόσωπο έχουν υποκαταστήσει και/ή αντικαταστήσει τη Λαϊκή αναφορικά με οποιαδήποτε νομική ή άλλη διαδικασία η οποία σχετίζεται με τίτλους, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται. Η επίδικη υποθήκη εκτελέστηκε από τους εφεσείοντες 1 προς εξασφάλιση τραπεζικών διευκολύνσεων που είχαν παραχωρηθεί από τη Λαϊκή προς αυτούς, αλλά και προς την εταιρεία N.N. CYPRUS LAND LIMITED. Η ουσία όλων των παραπάνω αναφέρεται από τους εφεσίβλητους και στην παράγραφο 2 της αγωγής 1703/15 η οποία (παράγραφος) γίνεται ρητά παραδεκτή από τους εναγόμενους, δηλαδή και από τους δυο εφεσίβλητους, με την παράγραφο 2 της υπεράσπισής τους στην εν λόγω αγωγή. Απ' εκεί και πέρα, οι εφεσείοντες 1, ως κύριοι μέρους του ενυπόθηκου ακινήτου, αλλά και οφειλέτες του χρέους που εξασφαλίζεται με την επίδικη υποθήκη, προφανώς υπέχουν θέση ενυπόθηκου οφειλέτη. Ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο η εφεσείουσα 2 - που σίγουρα δεν υπέχει θέση ενυπόθηκου οφειλέτη -, υπέχει θέση ενδιαφερόμενου προσώπου. Για να επαναλάβω σύμφωνα με το άρθρο 44ΙΕ του Νόμου: «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο έχει δικαίωμα σε οποιοδήποτε μέρος του εκπλειστηριάσματος της πώλησης, όπως αυτό προκύπτει από έρευνα στα μητρώα του Κτηματολογίου και περιλαμβάνει οποιουσδήποτε εγγυητές σε σχέση με το ενυπόθηκο χρέος∙ Παρατηρώ τα εξής: Η εφεσείουσα 2, από την ενώπιόν μου μαρτυρία δεν προκύπτει να έχει δικαίωμα σε οποιοδήποτε μέρος του εκπλειστηριάσματος της πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Ωστόσο, δεδομένου ότι είναι εγγυήτρια σε σχέση με το χρέος που εξασφαλίζει η επίδικη υποθήκη, κατά τη γνώμη μου υπέχει θέση εγγυητή σε σχέση με το ενυπόθηκο χρέος, επομένως αποτελεί ενδιαφερόμενο πρόσωπο τη παραπάνω εννοία. Στο κρίσιμο ερώτημα κατά πόσο παραβλάπτονται τα έννομα συμφέροντά της από την επίδικη ειδοποίηση, που δυνάμει του άρθρου 44ΙΓ του Νόμου αποτελεί την άλλη ουσιαστική προϋπόθεση για σκοπούς νομιμοποίησής της να καταχωρήσει έφεση συναφώς με την εν λόγω ειδοποίηση, απαντώ καταφατικά. Η επίδικη ειδοποίηση προβλέπεται στο άρθρο 44Γ του Νόμου, με πλαγιότιτλο «Επίδοση ειδοποιήσεων για τη σκοπούμενη πώληση» και εμπίπτει στο μέρος VIA του Νόμου με τίτλο «ΠΩΛΗΣΗ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟ ΔΑΝΕΙΣΤΗ». Δεδομένου ότι η εν λόγω ειδοποίηση σηματοδοτεί την έναρξη της σχετικής διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου, ασφαλώς παραβλάπτει τα έννομα συμφέροντα, τόσο του ενυπόθηκου οφειλέτη, που στην προκειμένη περίπτωση είναι οι εφεσείοντες 1 όσο και της εφεσείουσας 2, που υπέχει θέση εγγυητή για το χρέος που εξασφαλίζει η επίδικη υποθήκη. Αυτή - για να επαναλάβω - αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο μερών ότι συστάθηκε προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν από τους εφεσίβλητους προς τους εφεσείοντες 1, με εγγυητές, την εφεσείουσα 2 και ακόμη δυο πρόσωπα. Με όλα αυτά δεδομένα, η έναρξη της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου επίδικου ακινήτου από τους εφεσίβλητους δυνάμει του μέρους VIA του Νόμου όσο παραβλάπτει τα έννομα συμφέροντα του ενυπόθηκου οφειλέτη, κατά τη γνώμη μου, άλλο τόσο παραβλάπτει και τα έννομα συμφέροντα της εφεσείουσας 2 που τυγχάνει εγγυητής για το χρέος που εξασφαλίζει η επίδικη υποθήκη. Επομένως, ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο που είναι νομιμοποιείται και αυτή στην καταχώρηση της υπό κρίση έφεσης κατά της επίδικης ειδοποίησης. Οι εφεσείοντες εγείρουν και θέμα κακής επίδοσης της επίδικης ειδοποίησης. Ο συγκεκριμένος λόγος έφεσης είναι αβάσιμος. Η επίδικη ειδοποίηση, τους επιδόθηκε με ιδιωτική επίδοση, που αποτελεί ένα από τους αναγνωρισμένους λόγους επίδοσής της με βάση το άρθρο 44ΙΕ του Νόμου (ανωτέρω) που αποτελεί ειδική διάταξη έναντι οποιασδήποτε άλλης διάταξης οποιουδήποτε άλλου νόμου και ειδικότερα, έναντι του άρθρου 372 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 που διαλαμβάνει γενικά για την επίδοση εγγράφων σε εταιρεία. Με τον πρώτο λόγο έφεσης, οι εφεσείοντες εγείρουν θέμα νομιμοποίησης των εφεσίβλητων να τους αποστείλουν την επίδικη ειδοποίηση. Διατείνονται ότι αυτοί, δεν είναι ο κατά νόμο ενυπόθηκος δανειστής και ή ότι η επίδικη υποθήκη ουδέποτε ενεγράφη προς όφελός τους και/ή επ' ονόματι τους. Πέραν όσων αναφέρονται σε άλλο σημείο (ανωτέρω) προστίθενται και τα εξής που καταδεικνύουν το αβάσιμο του συγκεκριμένου λόγου έφεσης: Η επίδικη υποθήκη (τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση του Μενέλαου Μενελάου) συστάθηκε στις 10/1/2012 μεταξύ των εφεσειόντων 1 και της Marfin Popular Bank Public Co Ltd προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν από τους δεύτερους στους πρώτους. Απ' εκεί και πέρα, η νομιμοποίηση των εφεσίβλητων, ως ενυπόθηκων δανειστών, να αποστείλουν στους δυο εφεσείοντες την επίδικη ειδοποίηση εδράζεται σε όσα αναφέρονται στις παραγράφους 3, 4 και 5 της ένορκης δήλωσης του Μενέλαου Μενελάου, τα οποία εκτίθενται σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Θα έλεγα ότι οι βασικοί λόγοι για τους οποίους οι εφεσείοντες ζητούν την ακύρωση της επίδικης ειδοποίησης είναι πρώτο, το γεγονός ότι σε σχέση με την επίδικη υποθήκη, οι εφεσίβλητοι καταχώρησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, τις αγωγές 1703/15 και 1766/15 (ανωτέρω) - οι οποίες εκκρεμούν -, με τις οποίες ζητούν διάταγμα εκποίησης της επίδικης υποθήκης και πώλησης του επίδικου ακινήτου με δημόσιο πλειστηριασμό, οπότε, όπως είναι η θέση τους, η όλη διαδικασία που ξεκίνησε με την επίδοση της επίδικης ειδοποίησης για πώληση του ίδιου ακινήτου αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και δεύτερο, το γεγονός ότι στο πλαίσιο των εν λόγω αγωγών, οι ίδιοι καταχώρησαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση, με την οποία, μεταξύ άλλων ζητούν την ακύρωση της επίδικης σύμβασης υποθήκης. Στην υπόθεση N.A. NIKOLAOU (HELIOS ESTATES) LTD κ.ά. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αίτηση - Έφεση 109/2017, ημερομηνίας 9/11/2017 - η οποία αφορούσε τους ίδιους διαδίκους που αφορά και η παρούσα υπόθεση -, επί των δυο αυτών λόγων έφεσης είχα αναφέρει τα εξής, τα οποία, δεδομένων και των κοινών γεγονότων ανάμεσα στις δυο υποθέσεις επαναλαμβάνω και για τις ανάγκες της παρούσας υπόθεσης: «Το Μέρος VI του Νόμου με τίτλο «ΠΩΛΗΣΙΣ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ» (άρθρα 37 μέχρι 44) διαλαμβάνει για την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου λόγω υπερημερίας για εξόφληση ενυπόθηκου χρέους, με αίτηση του ενυπόθηκου δανειστή στο Διευθυντή του Κτηματολογίου. Το άρθρο 44
(1)με τίτλο «Πολιτική αγωγή διά πώλησιν ενυποθήκου ακινήτου» προνοεί ότι: «Ουδέν των εν τω παρόντι Νόμω διαλαμβανομένων επενεργεί ώστε ν' αποκλείση οιονδήποτε ενυπόθηκον δανειστήν από του να επιδιώξη διά πολιτικής αγωγής την πώλησιν του ενυποθήκου ακινήτου προς εξόφλησιν του διά της υποθήκης εξασφαλιζομένου ποσού (τοιαύτη δε αγωγή δύναται να εγερθή οποτεδήποτε, προ ή κατόπιν αιτήσεως προς τον Διευθυντήν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους: Νοείται ότι οσάκις το Δικαστήριον θεωρεί ότι η τοιαύτη διαδικασία, αντί της υπό του παρόντος Μέρους προνοουμένης, δεν ήτο λογικώς αναγκαία διά την επίτευξιν του δ' αυτής επιδιωκομένου σκοπού, το Δικαστήριον δύναται να διατάξη όπως άπαντα τα έξοδα της αγωγής, περιλαμβανομένων και των εξόδων του εναγομένου, πληρωθώσιν υπό του ενάγοντος.» Από το περιεχόμενο του παραπάνω άρθρου είναι σαφές, ότι, ενώ επιτρέπεται ακόμη και η συνύπαρξη αίτησης του ενυπόθηκου δανειστή στο Διευθυντή του Κτηματολογίου για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου, με αγωγή του πρώτου, για επίτευξη του ίδιου σκοπού, ωστόσο παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο, σε περίπτωση που θεωρεί μη λογικά αναγκαία την καταχώρηση της αγωγής η οποία αποβλέπει στην επίτευξη του ίδιου σκοπού, όπως επιδικάσει σε βάρος του ενάγοντα - δηλαδή του ενυπόθηκο δανειστή - όλα τα έξοδα της αγωγής, περιλαμβανομένων και αυτών του εναγομένου - δηλαδή του ενυπόθηκου οφειλέτη -. Από τα παραπάνω είναι φανερό, ότι ο νομοθέτης, μολονότι διασφάλισε με ρητή πρόνοια το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να επιδιώκει την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου με δυο τρόπους, ακόμη και ταυτόχρονα, την ίδια ώρα προκειμένου να αποτρέψει ενυπόθηκους δανειστές από το να χρησιμοποιούν αχρείαστα, αλλά και καταχρηστικά αυτό το δικαίωμα, με ρητή επίσης πρόνοια αναφέρεται και στις επιπτώσεις που ενέχει κάτι τέτοιο για τον ενυπόθηκο δανειστή, στο πλαίσιο της αγωγής. Στην περίπτωσή μας, το κεφαλαιώδες ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: ενυπόθηκος δανειστής, ο οποίος επιδιώκει να πωλήσει ενυπόθηκο ακίνητο σε εφαρμογή των προνοιών του μέρους VIA του Νόμου, νομιμοποιείται να επιδιώκει ταυτόχρονα το ίδιο πράγμα και με αγωγή; Έχω τη γνώμη, ότι η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα, θα πρέπει να είναι αρνητική. Απορρέει δε, με συνδυασμένη ερμηνεία του παραπάνω άρθρου του Νόμου με το άρθρο 44Α του Νόμου που αποτελεί και το πρώτο άρθρο του Μέρους VIA το οποίο διαλαμβάνει για την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή. Το άρθρο 44
(1)του Νόμου που διαλαμβάνει για την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου από το Διευθυντή του Κτηματολογίου παρατίθεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Το άρθρο 44Α ακολουθεί επίσης αυτούσιο: «
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου ή η οποία εγγράφεται στο κτηματικό μητρώο μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(2)Καμία διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.
(3)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI: Νοείται ότι, σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρμογής από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(4)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου.» Κατά τη γνώμη μου το συγκεκριμένο άρθρο θα πρέπει να ερμηνευθεί ως εξής: Το γεγονός ότι ο ενυπόθηκος δανειστής έχει δικαίωμα δυνάμει του Μέρους VI του Νόμου να επιδιώξει την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου για πληρωμή ενυπόθηκου χρέους, με αίτησή του στο Διευθυντή του Κτηματολογίου, δεν του απαγορεύει, αντί να ασκήσει αυτό το δικαίωμα, να επιλέξει να ασκήσει το δικαίωμα που του παρέχει το Μέρος VIΑ του Νόμου που διαλαμβάνει για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου από τον ίδιο καθώς και το αντίθετο. Δηλαδή, αντί να επιλέξει να πωλήσει ο ίδιος το ενυπόθηκο ακίνητο δυνάμει του μέρους VIΑ του Νόμου, ασκώντας το δικαίωμα που του παρέχει το μέρος VI του Νόμου, μπορεί να επιδιώξει την πώληση του εν λόγω ενυπόθηκου ακινήτου, κατόπιν αίτησής του στο Διευθυντή του Κτηματολογίου. Τα παραπάνω αφορούν στην ερμηνεία των εδαφίων 2 και 3 του άρθρου 44Α του Νόμου. Όσα ακολουθούν αποτελούν την - κατά τη γνώμη μου - ορθή ερμηνεία του εδαφίου 4 του ίδιου άρθρου: Καμιά διάταξη του Μέρους VIΑ του Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει το δικαίωμα ενυπόθηκου δανειστή για πώληση από τον ίδιο ενυπόθηκου ακινήτου, για εξόφληση ενυπόθηκου χρέους, αποκλείει - δηλαδή του απαγορεύεται - το δικαίωμά του, αντί να επιδιώξει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει των προνοιών του Μέρους VIΑ του Νόμου, να καταχωρήσει πολιτική αγωγή, με την οποία να ζητά την έκδοση δικαστικού διατάγματος πώλησης του εν λόγω ενυπόθηκου ακινήτου. Εις επίρρωση της θέσης μου ότι έτσι θα πρέπει να ερμηνευθεί το εδάφιο 4 του άρθρου 44Α του Νόμου προστίθενται τα εξής: Εάν αυτό που ήθελε ή εννοούσε ο νομοθέτης, ήταν να διασφαλίσει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να μπορεί να επιδιώκει την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου, τόσο δυνάμει του μέρους VIΑ του Νόμου όσο και, ταυτόχρονα, με την καταχώρηση αγωγής, αξιώνοντας την έκδοση διατάγματος πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, δε βλέπω για ποιο λόγο υιοθέτησε την παραπάνω διατύπωση με το σχετικό εδάφιο 4 και δεν υιοθέτησε ίδια ή ανάλογη διατύπωση με αυτή του άρθρου 44
(1)του Νόμου η οποία διασφαλίζει ρητά το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να επιδιώκει και με αγωγή την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου, την οποία μπορεί να καταχωρήσει οποτεδήποτε πριν ή μετά (αυτονόητο και κατά) την καταχώρηση αίτησης στο Διευθυντή του κτηματολογίου για πώληση του ίδιου ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του Μέρους VI του Νόμου. Ούτε και νομίζω πως διέλαθε της προσοχής του νομοθέτη είτε ακόμη, ότι αδιαφόρησε για το γεγονός, ότι, στην τελευταία περίπτωση, το άρθρο 44
(1)του Νόμου με τη σχετική επιφύλαξη διαλαμβάνει και για τις επιπτώσεις στον ενυπόθηκο δανειστή σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η καταχώρηση της αγωγής δεν ήταν λογικά αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού οπότε παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να τον καταδικάσει σε όλα τα έξοδα της αγωγής, περιλαμβανομένων και αυτών του εναγόμενου. Ομολογώ μου ακούγεται παράλογο για να το δεχτώ ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν να διασφαλίσει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να επιδιώκει την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου, τόσο με αγωγή όσο και, ταυτόχρονα, δυνάμει του μέρους VIΑ του Νόμου, αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις επί των δικαιωμάτων και συμφερόντων του ενυπόθηκου οφειλέτη, σε περίπτωση που ο πρώτος ασκεί ένα τέτοιο δικαίωμα, αχρείαστα, παράλογα και καταχρηστικά, υποβάλλοντας τον ενυπόθηκο οφειλέτη στη βάσανο, από τη μια να πρέπει να υπερασπιστεί την αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η πώληση της ακίνητης περιουσίας του και από την άλλη, την ίδια ώρα, να καταφεύγει σε δικαστικές διαδικασίες ο ίδιος - κάτι που συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση -, για να ανακόψει τη διαδικασία πώλησης της ίδιας περιουσίας του από τον ενυπόθηκο δανειστή, δυνάμει του μέρους VIΑ του Νόμου. Και κάτι ακόμη. Η θέση των εφεσίβλητων (σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων δικηγόρων τους) ότι, αναστολή ή ακύρωση της διαδικασίας πώλησης του επίδικου ακινήτου που έχει ξεκινήσει δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου, στη βάση της παράλληλης προώθησης της αγωγής με αριθμό 2412/13 θα αντιστρατεύεται το πνεύμα και το σκοπό του Νόμου δε με βρίσκει σύμφωνο. Ενώ είναι γεγονός ότι ο σκοπός του Νόμου σύμφωνα με το σχετικό νομοσχέδιο με το οποίο εισήχθη το Μέρος VIA του Νόμου, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική του έκθεση είναι η επιτάχυνση των διαδικασιών εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων από τους ενυπόθηκους δανειστές, χωρίς την οποιαδήποτε παρέμβαση κυβερνητικών υπηρεσιών, αυτό δεν εξυπακούει το άλλο που υποβάλλουν οι εφεσίβλητοι, ότι με το σχετικό Μέρος VIA του Νόμου, ουσιαστικά επιτρέπεται η ταυτόχρονη χρήση του εν λόγω Μέρους από τον ενυπόθηκο δανειστή με την καταχώρηση αγωγής προς επίτευξη του ίδιου σκοπού. Το σχετικό απόσπασμα από την αιτιολογική έκθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας το οποίο περικλείει το σκοπό του νομοσχεδίου με το οποίο εισήχθη το Μέρος VIA του Νόμου, ακολουθεί αυτούσιο: «ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ Σκοπός του παρόντος νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του βασικού νόμου, με την εισαγωγή νέου Μέρους VIA, το οποίο να προβλέπει για την πώληση ενυπόθηκων ακινήτων από τους ενυπόθηκους δανειστές, χωρίς την παρέμβαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Η ανάγκη εισαγωγής του νέου Μέρους VIA στο βασικό νόμο αποτελεί μνημονιακή προϋπόθεση και σκοπό έχει την επιτάχυνση των διαδικασιών εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Συγκεκριμένα, με το προτεινόμενο νομοσχέδιο προβλέπονται μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (α) Η διαδικασία διεξαγωγής της εκποίησης του ενυπόθηκων ακινήτων γίνεται εξ' ολοκλήρου από τον ενυπόθηκο δανειστή, χωρίς την οποιαδήποτε παρέμβαση κυβερνητικών υπηρεσιών, είτε με πλειστηριασμό είτε με πώληση˙ .............» Στην υπόθεση Loukos Trading Co. Ltd v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο. Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1014 αναφέρονται τα εξής συναφώς με το θέμα της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας: «Εχει νομολογηθεί ότι τα δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της δικαστικής διαδικασίας. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, ΄Ελληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Re Beogradska D.D., Πολιτική ΄Εφεση 9495/6.9.1996 και Βασιλείου ν. Μακρίδη, Ποινική ΄Εφεση 6804/24.2.2000). Στην Περρέλλα, πιο πάνω, σελ. 222, υποδείχθηκε ότι "η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας, που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του".» Και λίγο παρακάτω: «Θα πρέπει να τονιστεί ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και ο παράγοντας προστασίας της άλλης πλευράς από ταλαιπωρία που προκύπτει από συμπεριφορά του αντιδίκου η οποία συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Στην παρούσα υπόθεση οι εφεσίβλητοι έχουν ετοιμάσει τρεις ένορκες δηλώσεις και εμφανίσθηκαν 5 φορές, μέσω δικηγόρου, ενώπιον του δικαστηρίου για σκοπούς ακρόασης των τριών αιτήσεων. Το διάταγμα εξόδων εναντίον του αιτητή δεν αποτελεί αντιστάθμισμα για την ταλαιπωρία την οποία έχουν υποστεί.» Στην Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (ανωτέρω) υποδεικνύεται ότι: «Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου.»» Όσα ακολουθούν ουσιαστικά είναι από την ίδια απόφαση. Τα επαναλαμβάνω με τις αναγκαίες αναπροσαρμογές ώστε να συνάδουν με τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης: Όλες οι παραπάνω αρχές - τηρουμένων των αναλογιών - θεωρώ ότι ισχύουν και στην περίπτωση των δυο εφεσειόντων, οι οποίοι, από τη μια υποχρεώθηκαν να καταχωρήσουν υπεράσπιση στις εναντίον τους αγωγές των εφεσίβλητων - με την οποία αυτοί, μεταξύ άλλων ζητούν διάταγμα εκποίησης της επίδικης υποθήκης και πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με δημόσιο πλειστηριασμό - καθώς και ανταπαίτηση, με την οποία ζητούν δήλωση του Δικαστηρίου ότι η επίδικη υποθήκη είναι άκυρη για τους λόγους που αναφέρουν στην υπεράσπισή τους, επίσης και στις δυο αγωγές καθώς και διάταγμα ακύρωσης και εξάλειψής της. Από την άλλη, η απόφαση των εφεσίβλητων να ενεργοποιήσουν τη διαδικασία πώλησης του ίδιου ενυπόθηκου ακινήτου, δυνάμει του μέρους VIΑ του Νόμου, εκκρεμουσών των δυο αγωγών τους, με τις οποίες επιδιώκουν ακριβώς το ίδιο πράγμα -, ανάγκασε τους εφεσείοντες να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση, για να ανακόψουν τη διαδικασία αυτή. Οι τελευταίοι και στις δυο αυτές διαδικασίες εκπροσωπούνται από δικηγόρο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται - συν τοις άλλοις - και σε επίπεδο εξόδων και σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι οι καταχωρηθείσες αγωγές εναντίον τους, δεν ήταν λογικά αναγκαίες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτές σκοπού, που για ό,τι μας ενδιαφέρει είναι η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, δεν μπορούν να τύχουν ανάλογης προστασίας με αυτή που τους παρέχει το άρθρο 44
(1)του Νόμου, σε περίπτωση που οι εφεσίβλητοι, εκκρεμουσών των αγωγών τους επιχειρούσαν να πωλήσουν το ίδιο ακίνητο, κατόπιν αίτησής τους στο Διευθυντή του Κτηματολογίου δυνάμει του μέρους VI του Νόμου. Αποτελεί θέση μου, ότι για να νομιμοποιούνταν οι εφεσίβλητοι να επιδιώξουν την πώληση του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου σε εφαρμογή του μέρους VIΑ του Νόμου, προηγουμένως, θα έπρεπε να είχαν αποσύρει την αξίωσή τους και στις δυο αγωγές, με την οποία ζητούν διάταγμα εκποίησης της επίδικης υποθήκης και πώληση του ενυπόθηκου επίδικου ακινήτου με δημόσιο πλειστηριασμό. Αφ' ης στιγμής δεν το έκαναν θεωρώ πως δεν είχαν δικαίωμα να τροχοδρομήσουν τις διαδικασίες πώλησης του ίδιου ακινήτου, δυνάμει του μέρους VIΑ του Νόμου. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Παρότι η τύχη της αίτησης, ουσιαστικά έχει κριθεί εντούτοις, θα συνεχίσω και θα αναδείξω ακόμη ένα λόγο για τον οποίο θεωρώ ότι η επίδικη ειδοποίηση θα πρέπει να ακυρωθεί και παραμεριστεί. Με το δεύτερο λόγο έφεσης υποβάλλεται ότι η επίδικη ειδοποίηση είναι πρόωρη και/ή αποστάληκε στους εφεσείοντες πρόωρα καθότι δεν είχε παρέλθει κατά το χρόνο επίδοσής της η ταχθείσα από το Νόμο προθεσμία. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης των δικηγόρων των εφεσίβλητων, ο συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης αναλύεται στην παράγραφο 11.2 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την έφεση και επί της ουσίας του, είναι εισήγησή τους ότι τα όσα ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα στη συγκεκριμένη παράγραφο, δε θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και να εξεταστούν από το Δικαστήριο καθώς δεν έχει τεθεί το αναγκαίο υπόβαθρο. Δηλαδή, δεν προβλήθηκε ο αντίστοιχος λόγος ακύρωσης στο σώμα της έφεσης. Παρατηρώ τα εξής: Αρχίζοντας από την παράγραφο 11.2 της ένορκης δήλωσης της εφεσείουσας 2, με αυτή προβάλλεται ο ισχυρισμός, ότι η επίδικη ειδοποίηση είναι πρόωρη και/ή αποστάληκε πρόωρα ένεκα του ότι ουδέποτε έχει αποσταλεί η πρώτη κατά σειρά ειδοποίηση, όπως καθορίζεται ρητά στο Νόμο, δηλαδή η ειδοποίηση Τύπος «Θ». Όπως τους συμβουλεύει ο δικηγόρος τους, προστίθεται, απαραίτητη προϋπόθεση για την αποστολή της επίδικης ειδοποίησης είναι να προηγηθεί η επίδοση της ειδοποίησης Τύπος «Θ». Αυτό δεν έγινε και ως εκ τούτου, οι εφεσίβλητοι παρέλειψαν να εκπληρώσουν την εκ του Νόμου απορρέουσα υποχρέωσή τους αναφορικά με την επίδοση της πρώτης σε σειρά ειδοποίησης, με αποτέλεσμα η επίδικη ειδοποίηση να είναι πρόωρη και ως εκ τούτου άκυρη και/ή θα πρέπει να ακυρωθεί και/ή παραμεριστεί από το Δικαστήριο. Δε συμφωνώ με τους ευπαίδευτους δικηγόρους των εφεσίβλητων ότι οι εφεσείοντες δεν καλύπτονται από τους λόγους έφεσής τους να προβάλλουν τους παραπάνω ισχυρισμούς. Όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί τους θεωρώ ότι καλύπτονται από το 2ο λόγο έφεσης, ο οποίος θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση και με τον 7ο λόγο έφεσης, με τον οποίο υποβάλλουν ότι η επίδικη ειδοποίηση, τους αποστάληκε κατά παράβαση των διαδικασιών και/ή των διατάξεων του Νόμου και/ή των εκδοθέντων από αυτό Κανονισμών. Υπεισέρχομαι τώρα στην ουσία του θέματος. Σύμφωνα με το άρθρο 44Β του Νόμου: «
(1)Σε περίπτωση υπερημερίας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27, ως αποτέλεσμα της οποίας ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο και η υπερημερία αφορά σε περίοδο όχι μικρότερη των εκατόν είκοσι
(120)ημερών από την ημερομηνία που αυτό καθίσταται πληρωτέο, δυνάμει των όρων της σύμβασης ή των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στη διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν Μέρος, εκτός εάν με βάση τις διατάξεις οποιωνδήποτε άλλων νόμων ή Κανονισμών ή οδηγιών, η προώθηση της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης του ενυποθήκου ακινήτου εκ μέρους του ενυπόθηκου δανειστή, ανασταλεί.
(2)(α) Οποιαδήποτε ειδοποίηση ως προς παρατηρηθείσα υπερημερία ή απαίτηση για πληρωμή του ενυπόθηκου χρέους, η οποία αποστέλλεται από τον ενυπόθηκο δανειστή, όταν ο ενυπόθηκος δανειστής είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα δυνάμει των διατάξεων του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή προς οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, συνοδεύεται από την ειδοποίηση που αναφέρεται στον Τύπο "Θ" του Δεύτερου Παραρτήματος: (β) Η ειδοποίηση που αναφέρεται στον Τύπο «Θ» συνοδεύει και την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Γ, δεν συνοδεύει όμως οποιαδήποτε άλλη ειδοποίηση προβλέπεται στο παρόν Μέρος.
(3)...» Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 44Γ του Νόμου: «
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού: Νοείται ότι, με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.
(2)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των τριάντα
(30)ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.
(3)....» Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: Ο ενυπόθηκος δανειστής μπορεί να προχωρήσει στη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου, αποστέλλοντας στον ενυπόθηκο οφειλέτη ή προς οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, ειδοποίηση, ως προς την παρατηρηθείσα υπερημερία ή απαίτηση για πληρωμή του ενυπόθηκου χρέους. Η εν λόγω ειδοποίηση ή απαίτηση, θα πρέπει να συνοδεύεται από την ειδοποίηση που αναφέρεται στον Τύπο «Θ» του Δεύτερου Παραρτήματος. Νοουμένου ότι ο ενυπόθηκος δανειστής συμμορφωθεί με τα προηγούμενα μπορεί να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, την έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι», η οποία θα πρέπει να συνοδεύεται από την ειδοποίηση που αναφέρεται στον Τύπο «Θ». Από τα παραπάνω είναι σαφές, ότι, η αποστολή, αρχικά, της ειδοποίησης που αναφέρεται στον Τύπο «Θ» αποτελεί αναγκαίο όρο - προϋπόθεση, για σκοπούς έγκυρης και νόμιμης συνέχισης της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή σύμφωνα με το Μέρος VIA του Νόμου. Αυτό, με απλά λόγια σημαίνει ότι, η μη αποστολή της εν λόγω της εν λόγω ειδοποίησης δε νομιμοποιεί τον ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει στην επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι». Σε περίπτωση δε που συμβεί αυτό, η σχετική διαδικασία είναι άκυρη. Και, ως τέτοια υπόκειται σε παραμερισμό. Στην περίπτωσή μας, οι εφεσίβλητοι - ενυπόθηκοι δανειστές είναι γεγονός ότι επέδωσαν και στους δυο εφεσείοντες την έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» η οποία συνοδεύεται από την ειδοποίηση που αναφέρεται στον Τύπο «Θ». Αυτό έγινε σε εφαρμογή των άρθρου 44Γ
(1)και 44Β
(2)(β) του Νόμου. Προηγουμένως όμως, σε εφαρμογή του άρθρου 44Β
(2)(α) του Νόμου, ενώ όφειλαν να αποστείλουν στους εφεσείοντες την ειδοποίηση που αναφέρεται στον Τύπο «Θ», δεν το έπραξαν. Το γεγονός ότι αυτή συνοδεύει την ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι», την οποία τους επέδωσαν, δεν αναιρεί την υποχρέωσή τους για αποστολή της ίδια ειδοποίησης, προηγουμένως. Η επί του προκειμένου υποχρέωσή τους προνοείται στο άρθρο 44Β
(2)(α) του Νόμου και η φράση στην παράγραφο (β) του ίδιου εδαφίου: «Η ειδοποίηση που αναφέρεται στον Τύπο «Θ» συνοδεύει και την ειδοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Γ,.» σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι το άρθρο 44Γ
(1)που προνοεί για την επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι» αρχίζει με τη φράση: «Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β,..», ίχνος αμφιβολίας δημιουργούν, περί της υποχρέωσης του ενυπόθηκου δανειστή για αποστολή της ειδοποίησης που αναφέρεται στον Τύπο «Θ» και σε χρόνο προγενέστερο αυτού της επίδοσης της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι» και τούτο, ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι η ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» θα πρέπει να συνοδεύεται από την ειδοποίηση που αναφέρεται στον Τύπο «Θ». Και με δεδομένο ότι οι εφεσίβλητοι παρέλειψαν να αποστείλουν στους εφεσείοντες την ειδοποίηση που αναφέρεται στον Τύπο «Θ» προτού τους επιδώσουν την επίδικη ειδοποίηση κατά τον τύπο «Ι», τίθεται το ερώτημα, κατά πόσο η εν λόγω ειδοποίηση καθώς και η όλη - σχετική - διαδικασία που την περιβάλλει είναι άκυρη, όπως είναι η θέση των εφεσειόντων ή εάν ευσταθεί η θέση των εφεσίβλητων, οι οποίοι, με τη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων τους ισχυρίζονται ότι, επειδή στις 4/11/2013 που προέβησαν σε τερματισμό των τραπεζικών διευκολύνσεων που εξασφάλιζε η επίδικη υποθήκη καθώς και σε απαίτηση πληρωμής όλων των οφειλόμενων ποσών, δεν είχαν τεθεί ακόμη σε εφαρμογή οι διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου, δεν όφειλαν να συνοδεύουν τις αντίστοιχες ειδοποιήσεις απαίτησής τους με την ειδοποίηση Τύπου «Θ». Απαντώ στο ερώτημα, ως εξής: Η επιφύλαξη του εδαφίου
(3)του άρθρου 44Α του Νόμου που επικαλούνται οι εφεσίβλητοι για σκοπούς τεκμηρίωσης της παραπάνω θέσης τους προνοεί ότι: «Νοείται ότι, σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρμογής από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.» Η παραπάνω επιφύλαξη δε βοηθά τους εφεσίβλητους για το λόγο που την επικαλούνται. Κατά τη γνώμη μου, αυτή έχει την έννοια, ότι σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος είχε καταστεί πληρωτέο πριν από την εφαρμογή του Μέρους VIA του Νόμου - το οποίο διαλαμβάνει για την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή -, οτιδήποτε αφορά το συγκεκριμένο μέρος του Νόμου, από πλευράς χρόνου και διαδικασίας μπορεί να γίνει από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του συγκεκριμένου μέρους του Νόμου (αν και στη σχετική επιφύλαξη θεωρώ ότι εκ λάθους αναφέρεται «..από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.» αντί «του παρόντος Μέρους»). Η εν λόγω επιφύλαξη, πάντοτε κατά τη γνώμη μου, δεν έχει την έννοια που της αποδίδουν οι εφεσίβλητοι και συγκεκριμένα, ότι σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Μέρους VIA του Νόμου μπορεί να παραβλεφθεί οτιδήποτε διαλαμβάνεται σ' αυτό για σκοπούς έγκυρης διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Δεδομένου ότι η έφεση έχει ήδη κριθεί θεωρώ περιττό να ασχοληθώ με οποιοδήποτε άλλο λόγο έφεσης κατά της επίδικης ειδοποίησης. Με την υπό κρίση έφεση, οι εφεσείοντες ζητούν διάταγμα ακύρωσης και/ή παραμερισμού της επίδικης ειδοποίησης (κατά τον Τύπο «Ι») και διάφορα άλλα - παρεμφερή διατάγματα. Δικαιοδοτικό βάθρο για σκοπούς νομιμοποίησής τους να καταχωρήσουν την έφεση καθώς ήδη έχει αναφερθεί αποτελεί το άρθρο 44ΙΓ του Νόμου. Όπως αναφέρεται στη σχετική επιφύλαξή του εν λόγω άρθρου, οι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου εφαρμόζονται, κατ' αναλογία και όπου σ' αυτά αναφέρεται η λέξη «Διευθυντής» (που είναι ο Διευθυντής του Κτηματολογίου), αυτή αντικαθίσταται με τις λέξεις «ενυπόθηκος δανειστής». Αυτό, με απλά λόγια σημαίνει ότι σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, το Δικαστήριο, όπως συμβαίνει σ' όλες τις περιπτώσεις επιτυχίας έφεσης εναντίον απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου, που έχει εξουσία να ακυρώσει την απόφαση του Διευθυντή, έτσι και εδώ, δεδομένης πλέον της επιτυχίας της έφεσης έχει εξουσία να διατάξει την ακύρωση της επίδικης ειδοποίησης. Με αυτό δεδομένο, που πρακτικά σημαίνει ότι οι εφεσίβλητοι, εκκρεμουσών των αγωγών τους με αριθμό 1703/15 και 1766/15, ενόσω με αυτές αξιώνουν διάταγμα για πώληση του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου των εφεσειόντων 1, δε νομιμοποιούνται να λάβουν οποιοδήποτε μέτρο για σκοπούς πώλησης του εν λόγω ακινήτου δυνάμει του μέρους VIΑ του Νόμου, θεωρώ περιττή την έκδοση οποιουδήποτε άλλου αιτούμενου διατάγματος. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η έφεση γίνεται αποδεκτή. Εκδίδεται διάταγμα, ως παράγραφος Α. της έφεσης. Τα έξοδα της έφεσης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εφεσειόντων 1 και 2 και σε βάρος των εφεσίβλητων. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Final/Interim (Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση/Έφεση για ακύρωση ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι») cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο