Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού ως εκκαθαριστής του Ιδρύματος Τεχνολογίας Κύπρου (ΙΤΚ), δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Andreas C. Demetriades Consulting Services Limited και όπως μετονομάστηκε σε ADCS INTERNATIONAL LIMITED, Αρ. Αγωγής: 3401/2011, 16/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A112 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3401/2011 Μεταξύ: Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού ως εκκαθαριστής του Ιδρύματος Τεχνολογίας Κύπρου (ΙΤΚ), δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Ενάγοντος και Andreas C. Demetriades Consulting Services Limited και όπως μετονομάστηκε σε ADCS INTERNATIONAL LIMITED από την Πάφο Εναγομένης Ημερομηνία: 16.04.18 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Ε. Πουλλά Μακαρούνα (η κα Ε. Ιωάννου για ν' ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενη: κα Χρ. Δημητριάδη για κ.κ. Α. Χρ. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. (ο κος Κ. Χατζηλαμπρής για ν' ακούσει απόφαση) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας, υπό την ιδιότητα του εκκαθαριστή της περιουσίας του Ιδρύματος Τεχνολογίας Κύπρου (στο εξής το 'ΙΤΚ'), αξιώνει εναντίον της Εναγομένης την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.£7.589,04 (ισότιμο σε €12.966,64) που ισχυρίζεται ότι της οφείλεται ως υπόλοιπο στα πλαίσια μεταξύ τους επαγγελματικής σχέσης. Διαζευκτικά ο Ενάγοντας διεκδικεί την πληρωμή του πιο πάνω ποσού ως αποζημιώσεις δυνάμει επικαλούμενης παράβασης σύμβασης καθώς επίσης λόγω κατ' ισχυρισμό αδικαιολόγητου πλουτισμού της Εναγομένης εις βάρος του. Από την άλλη η Εναγόμενη απορρίπτει την εκδοχή του Ενάγοντα στην ολότητα της και κατ' επέκταση αρνείται την απαίτηση του. Παράλληλα η Εναγόμενη ανταπαιτεί τα εξής: (α) ποσό €49.897,15 ως ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές και απώλειες που ισχυρίζεται ότι υπέστηκε συνεπεία παράβασης προφορικής συμφωνίας εξ' υπαιτιότητας του ΙΤΚ, επαγγελματικής αμέλειας και παράβαση εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων από το ΙΤΚ, (β) γενικές αποζημιώσεις, (γ) δήλωση Δικαστηρίου ότι η ίδια δικαιούται να συμψηφίσει ενδεχόμενη οφειλή της με την ισχυριζόμενη ζημιά και/ή απώλεια που υπέστηκε, (δ) έξοδα μαρτύρων και εμπειρογνωμόνων. Οι δικογραφημένες θέσεις και ισχυρισμοί των διαδίκων: Με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, η Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας δια του αρμοδίου υπουργείου περί το έτος 1992 ανάθεσε στο ΙΤΚ, το οποίο είχε ιδρυθεί περί το έτος 1991 με κύριο στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και την προώθηση της τεχνολογικής αναβάθμισης των κυπριακών επιχειρήσεων, τη διαχείριση και εφαρμογή σχεδίων επιδότησης μελετών με δικαιούχους μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα το ΙΤΚ λειτουργούσε ως ίδρυμα ιδιωτικού δικαίου προσφέροντας υπηρεσίες έναντι αμοιβής με την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας να μπορούσε ως πελάτης να αγοράσει υπηρεσίες. Κάθε επιχείρηση δικαιούταν να υποβάλλει τεχνο-οικονομική μελέτη στο ΙΤΚ μέσω διαπιστευμένων συμβούλων της έτσι ώστε να δύναται να αιτηθεί και να λάβει σχετική επιδότηση για αναβάθμιση της, το ύψος της οποίας αντικατόπτριζε το αναπτυξιακό έργο σύμφωνα με το εγκεκριμένο στρατηγικό της πλάνο. Οι συμβουλευτικοί οίκοι που κατέθεταν τις τεχνο-οικονομικές μελέτες όφειλαν να πληρώνουν τέλη επί του κόστους της μελέτης, ετήσια τέλη εγγραφής για να βρίσκονται εγγεγραμμένοι στον κατάλογο εγκεκριμένων συμβούλων και τέλη παρακολούθησης σεμιναρίων που διοργανώνονταν από το ΙΤΚ, για τα οποία εκδίδονταν σχετικά τιμολόγια. Η σχέση ΙΤΚ και συμβουλευτικών οίκων διεξαγόταν στη βάση κώδικα επαγγελματικής δεοντολογίας διαπιστευμένων συμβούλων, οι όροι του οποίου ρύθμιζαν τις υποχρεώσεις τους. Βασική θέση του Ενάγοντα είναι ότι η Εναγόμενη ενεργούσε ως διαπιστευμένος σύμβουλος που δεσμευόταν από τους όρους του πιο πάνω κώδικα και υπό αυτή την ιδιότητα αιτήθηκε και πέτυχε για διάφορες επιχειρήσεις που ήταν πελάτες της την παραχώρηση επιδότησης από το ΙΤΚ. Επ' αυτού ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη, ως συμβουλευτικός οίκος, εκπόνησε τεχνο-οικονομικές μελέτες προς όφελος μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Επίσης ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη συμμετείχε σε σεμινάρια που το ΙΤΚ διοργάνωσε, για τα οποία επιβάλλονται δικαιώματα για παρακολούθηση ανά άτομο. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω επαγγελματικής δραστηριότητας της Εναγόμενης, ο Ενάγοντας επικαλείται ότι η Εναγόμενη οφείλει στο ΙΤΚ το ποσό των Λ.Κ.£7.589,04 (ισότιμο σε €12.966,64) που, όπως ισχυρίζεται, προέκυψε από μη πληρωμή τέλους για το κόστος μελετών που αφορούσαν χορηγίες που εισέπραξε, από μη καταβολή τέλους για ετήσιες εγγραφές στον κατάλογο διαπιστευμένων συμβούλων καθώς και από μη πληρωμές τέλους παρακολούθησης σεμιναρίων. Λεπτομέρειες κατάστασης λογαριασμού ισχυριζόμενου οφειλόμενου ποσού από την Εναγόμενη παρέχονται στις παραγράφους 33 και 34 της έκθεσης απαίτησης. Σε σχέση με ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό, ο Ενάγοντας επικαλείται την έκδοση τιμολογίων, τα οποία, όπως επισημαίνει, έπρεπε να είχαν πληρωθεί από την Εναγόμενη εντός ενός μηνός από την έκδοση τους. Με τον τερματισμό της λειτουργίας του ΙΤΚ, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ανέλαβε όλες τις διαδικασίες εκκαθάρισης και/ή διάλυσης, μεταξύ των οποίων και τη διεκδίκηση όλων των οφειλομένων προς το ΙΤΚ ποσών από τους χρεώστες/συμβουλευτικούς οίκους, ένας εκ των οποίων κατ' ισχυρισμό είναι η Εναγόμενη. Με διπλοσυστημένη επιστολή του ημερομηνίας 08.06.10, η οποία παρελήφθη στις 17.06.10, ο Ενάγοντας απαίτησε από την Εναγόμενη την πληρωμή του προαναφερόμενου ισχυριζόμενου οφειλόμενου ποσού στη βάση επισυνημμένης κατάστασης λογαριασμού, πλην όμως με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 08.07.10 η Εναγόμενη αρνήθηκε την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού. Από την άλλη μέσα από το δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης της η Εναγόμενη αμφισβητεί ότι ο Ενάγοντας νομιμοποιείται να διεκδικεί ποσά εκ μέρους του ΙΤΚ ως εκκαθαριστής και θεωρεί ότι κωλύεται να το πράττει καθότι πρόκειται για αυτόνομο οργανισμό ιδιωτικού δικαίου αλλά και επειδή εντοπίζει σύγκρουση συμφερόντων. Η Εναγόμενη απορρίπτει τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι ήταν διαπιστευμένη στο ΙΤΚ και ότι συμφώνησε να δεσμεύεται από τους όρους του κώδικα επαγγελματικής δεοντολογίας. Βασική θέση της είναι ότι δεν οφείλει το ποσό που ο Ενάγοντας αξιώνει. Σύμφωνα με την Εναγόμενη η ίδια δεν ανέλαβε υποχρέωση να καταβάλει τέλη και χρεώσεις εξυπηρέτησης ενώ αναφορικά με το κόστος παρακολούθησης σεμιναρίων που διοργάνωσε το ΙΤΚ δήλωσε πως το έχει πληρώσει ή εναλλακτικά ότι το κόστος εκείνο έχει συμψηφιστεί με οφειλές του ΙΤΚ προς την ίδια. Ανεξάρτητα του πιο πάνω η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα δεν έχει τερματίσει τη συμφωνία που επικαλείται με αποτέλεσμα το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό να μην έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Η Εναγόμενη διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται το αξιούμενο ποσό, έστω και αν αυτό αποδειχτεί ότι είναι οφειλόμενο, επειδή οι επικαλούμενες χρεώσεις που το συνθέτουν αντιβαίνουν τις παράλληλες παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις του ΙΤΚ προς την ίδια, λόγω σύγκρουσης συμφερόντων του Ενάγοντα ή ΙΤΚ με την ίδια καθώς και λόγω επαγγελματικής αμέλειας του ΙΤΚ. Επίσης είναι ισχυρισμός της Εναγομένης ότι δυνάμει προφορικής συμφωνίας με το ΙΤΚ ανέλαβε την εκπόνηση τεχνο-οικονομικών μελετών για επιχειρήσεις που ζητούσαν βοήθεια από το ΙΤΚ υπό την προϋπόθεση ότι το ΙΤΚ θα επιχορηγούσε συγκεκριμένα ποσά στην κάθε επιχείρηση έναντι του κόστους της μελέτης. Σύμφωνα με την Εναγόμενη, το ΙΤΚ απέτυχε να καταβάλει στις επιχειρήσεις όλα τα ποσά που με βάση τη συμφωνία δεσμεύτηκε με αποτέλεσμα οι εν λόγω επιχειρήσεις να αρνηθούν να πληρώσουν στην Εναγόμενη την αξία τεχνο-οικονομικών μελετών που εκπόνησε ύψους €49.897,15. Περαιτέρω είναι η θέση της Εναγομένης ότι το ΙΤΚ παρέβηκε καθήκοντα που πηγάζουν από νομοθεσία και ότι ήταν επαγγελματικά αμελής στο χειρισμό των δοσοληψιών του μαζί της σε σχέση με τις συνεργαζόμενες εταιρείες. Σχετικές λεπτομέρειες παρέχονται στην παράγραφο 19 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης υπό τα σημεία 19.1-19.6. Επιπλέον η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση που αποδειχτεί ότι οι επικαλούμενες από τον Ενάγοντα συμφωνίες υπήρχαν αυτές είναι άκυρες επειδή είναι προϊόν παράβασης εμπιστευτικής σχέσης και αποτέλεσμα κατάχρησης και σύγκρουσης συμφερόντων. Σχετικές λεπτομέρειες παρέχονται στην παράγραφο 18 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης υπό τα σημεία 18.1-18.5. Είναι ακόμη η θέση της Εναγομένης ότι ως αποτέλεσμα των πιο πάνω πράξεων και παραλείψεων του ΙΤΚ υπέστηκε ζημιές και απώλειες ύψους €49.897,15, ποσό το οποίο ανταπαιτεί από τον Ενάγοντα ως ειδικές αποζημιώσεις. Επιπροσθέτως η Εναγόμενη διεκδικεί τις αξιώσεις που έχουν σημειωθεί προηγουμένως, τις οποίες δεν χρειάζεται να καταγράψω εκ νέου. Εις αντίκρουση των θέσεων αυτών της Εναγομένης, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι το αγώγιμο δικαίωμα του στην παρούσα υπόθεση δεν έχει παραγραφεί και ότι η έγερση της αγωγής αυτής δεν παραβιάζει οποιοδήποτε άρθρο του Συντάγματος και ούτε συνιστά άνιση μεταχείριση της Εναγομένης. Περαιτέρω ο Ενάγοντας απορρίπτει τη συμπεριφορά που του αποδίδεται καθώς και τις πράξεις και παραλείψεις που του χρεώνονται λέγοντας πως πρόκειται για κατασκευασμένους και αναληθείς ισχυρισμούς της Εναγομένης. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της απαίτησης του ο Ενάγοντας παρουσίασε ένα μάρτυρα. Προς υπεράσπιση τους και παράλληλα για σκοπούς απόδειξης της ανταπαίτησης της η Εναγόμενη κάλεσε επίσης ένα μάρτυρα. Παράλληλα κατά την εκδίκαση της υπόθεσης κατατέθηκαν σωρεία εγγράφων ως τεκμήρια. Επιπροσθέτως, τα μέρη κατέθεσαν από κοινού τα εξής παραδεχτά γεγονότα:
(1)Το ΙΤΚ εγγράφηκε στις 09.10.91 με την επωνυμία 'Ίδρυμα Τεχνολογίας' σύμφωνα με τον περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμο 1972 και τους περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Κανονισμούς 1973
(2)Η εταιρεία Andreas C. Demetriades Consulting Services Ltd εγγράφηκε στις 21.11.95 σύμφωνα με το Κεφ.113 και στις 16.12.08 μετονομάστηκε σε ADCS International Limited. Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων του. Η Παναγιώτα Πατσαλή (ΜΕ), ανώτερη λειτουργός στο Υπουργείο Εμπορίου, Ενέργειας, Βιομηχανίας και Τουρισμού, ήταν, όπως ήδη λέχθηκε, η μοναδική μάρτυρας του Ενάγοντα. Επαναλαμβάνοντας το περιεχόμενο των ισχυρισμών του Ενάγοντα που καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης σε γραπτή δήλωση της που αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της, η εν λόγω μάρτυρας πρόσθεσε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο οίκος Demetriades & Associates, ο οποίος μετατράπηκε σε εταιρεία Andreas C. Demetriades Consulting Services Ltd που μετονομάστηκε σε ADCS International Ltd ήταν εγγεγραμμένη με αριθμό 10 στο μητρώο του ΙΤΚ διαθέτοντας διαπιστευμένους συμβούλους, οι οποίοι εκπονούσαν μελέτες για το ΙΤΚ. Επειδή ο συμβουλευτικός οίκος Ανδρέας Δημητριάδης Συμβουλευτικές Υπηρεσίες και η εταιρεία Andreas C. Demetriades Consulting Services Ltd έφεραν τον ίδιο αριθμό εγγραφής στο ΙΤΚ, η ΜΕ θεωρεί ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο και σχετίζεται με την Εναγόμενη. Όπως είπε, παρόλο ότι τα τιμολόγια εκδόθηκαν σε διαφορετικά ονόματα, εντούτοις αυτό που οι γραφείς εννοούσαν όταν τα εξέδιδαν ήταν η Εναγόμενη. Προς ενίσχυση της θέσης της αυτής η μάρτυρας είπε ότι η Ενάγουσα είχε αποστείλει επιστολές στην Εναγόμενη, η οποία όμως ουδέποτε παραπονέθηκε ότι επρόκειτο για διαφορετικό πρόσωπο. Επίσης η ΜΕ δήλωσε πως γνωρίζει για τη μετονομασία της επωνυμίας της Εναγομένης κατόπιν έρευνας που πραγματοποίησε στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Σύμφωνα με την ΜΕ, η αποδοχή διαπιστευμένου συμβούλου γινόταν με επιστολή του ΙΤΚ, η οποία επισύναπτε έγγραφο με κώδικα δεοντολογίας μεταξύ του συμβουλευτικού οίκου και του ΙΤΚ. Τα δε δικαιώματα/τέλη που αναλογούσαν για μια μελέτη που είχε εκπονηθεί και ανερχόταν σε 2,5% επί του κόστους αυτής, πληρώνονταν στο ΙΤΚ εντός ενός μηνός από την έκδοση του σχετικού τιμολογίου. Το ΙΤΚ εξέδιδε τιμολόγια προς τον συμβουλευτικό οίκο μετά που οι δικαιούχες επιχειρήσεις είχαν εξοφλήσει την αμοιβή του συμβούλου που εκπόνησε τη μελέτη. Με γνώμονα αυτό η μάρτυρας απέρριψε τον ισχυρισμό της Εναγομένης ότι ευθύνεται για μη πληρωμή αμοιβής της σχετικά με την εκπόνηση μελετών που κατ' ισχυρισμό ανέρχεται στα €49.897,
- Σύμφωνα ακόμη με την ΜΕ η Εναγόμενη εγγράφηκε στο ΙΤΚ ως διαπιστευμένη σύμβουλος από τις 21.11.
- Στον κατάλογο διαπιστευμένων συμβούλων εγγράφονταν φυσικά και νομικά πρόσωπα. Η ΜΕ θεωρεί ότι οι συμφωνίες που είχαν συνομολογηθεί μεταξύ του ΙΤΚ και των Andreas C. Demetriades Consulting Services Ltd και Ανδρέας Δημητριάδης Συμβουλευτικές Υπηρεσίες δεσμεύουν και την Εναγόμενη. Κατ' επέκταση θεωρεί ότι οι χρεώσεις των προαναφερόμενων οργανισμών δεσμεύουν και την Εναγόμενη. Ωστόσο διευκρίνισε ότι η απαίτηση της Ενάγουσας αφορά μόνο τις χρεώσεις που δημιουργήθηκαν από την ίδρυση της Εναγομένης και μετέπειτα, εναντίον της οποίας στρέφεται η παρούσα αγωγή. Επικαλούμενη το Τεκμήριο 1, η εν λόγω μάρτυρας είπε ότι πρόκειται για κατάσταση λογαριασμού που αφορά την Εναγόμενη, μέσα από το οποίο παρουσιάζεται οφειλόμενο υπόλοιπο ύψους Λ.Κ.£7.589,04 που περιλαμβάνει χρεώσεις εξυπηρέτησης (service charges), χρεώσεις εγγραφής ως διαπιστευμένη σύμβουλος (listing fees) και χρεώσεις για παρακολούθηση σεμιναρίων. Με αναφορά την πιο πάνω κατάσταση λογαριασμού, η ΜΕ σημείωσε ότι οι δοσοληψίες του ΙΤΚ με την Εναγόμενη ξεκίνησαν στις 08.02.93 και το εν λόγω κατ' ισχυρισμό χρεωστικό υπόλοιπο δημιουργήθηκε την περίοδο από 27.10.95 μέχρι 14.03.01 που παρουσιάζεται η τελευταία χρέωση. Όπως η ΜΕ είπε, έναντι του οφειλομένου ποσού ουδεμία πληρωμή έγινε. Επιπλέον η ΜΕ σημείωσε πως η καταβολή της χορηγίας ήταν προς τη δικαιούχο επιχείρηση, η οποία υπέβαλλε τη συγκεκριμένη πρόταση στο ΙΤΚ δηλώνοντας τον συμβουλευτικό οίκο που θα διεξήγαγε προς όφελος της τη συγκεκριμένη μελέτη. Σε ότι αφορά την αμοιβή για την εκπόνηση της μελέτης, ο συμβουλευτικός οίκος πληρωνόταν από τη δικαιούχο επιχείρηση. Μοναδικός μάρτυρας της Εναγομένης ήταν ο Ανδρέας Δημητριάδης (ΜΥΑ), διευθυντής της Εναγομένης. Συνοπτικά μέσα από τη μαρτυρία του, μέρος της οποίας αποτελεί πολυσέλιδη ένορκη δήλωση που προσκομίστηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ο εν λόγω μάρτυρας αναφέρει ότι διαπιστευμένοι σύμβουλοι μπορούσαν να εγγραφούν μόνο φυσικά πρόσωπα, παρόλο που αριθμός συμβούλων μπορούσε να ενεργεί ως οίκος συμβούλων. Εταιρείες και συνεταιρισμοί δεν μπορούσαν να εγγραφούν στο σχετικό κατάλογο. Όπως ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε, πέραν του ενός διαπιστευμένου συμβούλου μπορούσαν να ενεργούν ως οίκος συμβούλων ή κάτω από την αιγίδα της εταιρείας αλλά την ευθύνη και τη διαπίστευση την είχαν τα φυσικά άτομα προσωπικά. Οι διαπιστευμένοι σύμβουλοι ήταν αυτοί που θα εκπονούσαν τη μελέτη. Σύμφωνα με τον μάρτυρα αυτό η διαπίστευση και κατ' επέκταση ευθύνη των συμβούλων ήταν ατομική και προσωπική, η δε υποχρέωση του κάθε συμβούλου ήταν ξεχωριστή, επειδή η τεχνογνωσία και η εμπειρία ανήκε στο συγκεκριμένο σύμβουλο. Με αυτό το σκεπτικό ο εν λόγω μάρτυρας απέστειλε επιστολή του συνεταιρισμού συμβούλων με την επωνυμία 'Andreas Demetriades Consulting Services' στο ΙΤΚ (προηγουμένως με την επωνυμία 'Demetriades and Associates') για να περιληφθούν στον κατάλογο διαπιστευμένων συμβούλων ο ίδιος και κάποιοι Κυριάκος Δημοσθένους και Αντιγόνη Παπαδοπούλου. Με επιστολή του ημερομηνίας 22.01.93 το ΙΤΚ γνωστοποίησε ότι η προσωπική αίτηση του μάρτυρα είχε εγκριθεί για άσκηση συμβουλευτικών υπηρεσιών με το όνομα 'Συμβουλευτικές Υπηρεσίες Αντρέα Δημητριάδη' που ήταν μετάφραση της 'Andreas Demetriades Consulting Services' στην ελληνική γλώσσα, ενώ παράλληλα είχαν απορριφθεί οι αιτήσεις των Κυριάκου Δημοσθένους και Αντιγόνης Παπαδοπούλου. Ο συνεταιρισμός συμβούλων με την επωνυμία 'Συμβουλευτικές Υπηρεσίες Αντρέα Δημητριάδη' έφερε αριθμό εγγραφής
- Στην πορεία εγκρίθηκε η εγγραφή και άλλων συμβούλων κάτω από τον εν λόγω οίκο συμβούλων. Με την ίδρυση της η Εναγόμενη, κατόπιν παράκλησης του οίκου συμβούλων 'Andreas Demetriades Consulting Services', ανέλαβε την προώθηση κάποιων εκκρεμούντων θεμάτων του απλά για σκοπούς βοήθειας. Χωρίς η Εναγόμενη να έχει αναλάβει χρέη ή υποχρεώσεις του προαναφερόμενου οίκου συμβούλων δυνάμει σύμβασης με το ΙΤΚ ή να υπάρχει οποιαδήποτε τέτοια απόφαση από το Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγομένης ή βάση συμφωνίας να υποχρεώνεται στην καταβολή τελών, το ΙΤΚ προχώρησε στην έκδοση τιμολογίων εις το όνομα της Εναγομένης. Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα, το Τεκμήριο 1 περιλαμβάνει δοσοληψίες του ΙΤΚ με τους συμβούλους που ανέλαβαν την εκπόνηση μελετών. Το έγγραφο αυτό δεν σχετίζεται με την Εναγόμενη αλλά με τον οίκο 'Andreas Demetriades Consulting Services'. Κατά τον ΜΥΑ ουδέποτε τέθηκε θέμα καθυστερημένων οφειλών από πλευράς των συμβούλων προς το ΙΤΚ μέχρι τη στιγμή που ξεκίνησε η διαμάχη μεταξύ των εν λόγω μερών. Παράλληλα ο ΜΥΑ ανάφερε ότι η Ενάγουσα δεν προχώρησε με τερματισμό της συμφωνίας που επικαλείται για να καταστήσει απαιτητό το ποσό που ισχυρίζεται ότι της οφείλεται. Παρόλα αυτά η Ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 08.06.10 απαίτησε από την Εναγόμενη την πληρωμή του αξιούμενου ποσού, η οποία με επιστολή της ημερομηνίας 08.07.10 απέρριψε την εν λόγω απαίτηση. Δίδοντας τη δική του εκδοχή ως προς τη διαδικασία που ακολουθείτο στην πράξη, ο ΜΥΑ ανάφερε ότι η δικαιούχα επιχείρηση πλήρωνε την αξία εκπόνησης της μελέτης στον οίκο των συμβούλων και στη συνέχεια το ποσοστό διαμοιραζόταν στους διάφορους συμβούλους. Η ανάμιξη της εταιρείας έγινε για λογαριασμό και προς όφελος των συμβούλων, οι οποίοι είχαν και τα εισοδήματα, χωρίς να υπολογιστούν τυχόν νομικές συνέπειες μέσα από τη λήψη τέτοιων ενεργειών. Εξαιρέσεις των πιο πάνω αποτελούν οι περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 10 του δικογράφου της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, στις οποίες η Εναγόμενη ανέλαβε την εκπόνηση μελετών δυνάμει συμφωνιών. Παράλληλα στη βάση προφορικής συμφωνίας οι σύμβουλοι εκχώρησαν τα δικαιώματα τους στην Εναγόμενη σε ότι αφορά τη διεκδίκηση ποσού υπό τη μορφή ανταπαίτησης. Ο ΜΥΑ αρνήθηκε ότι η Εναγόμενη υπέγραψε κώδικα δεοντολογίας και δήλωσε πως το εν λόγω έγγραφο υπογράφτηκε προσωπικά από τους συμβούλους, τους οποίους και δεσμεύει. Ο ΜΥΑ ισχυρίζεται ότι παρόλο που η Εναγόμενη έχει τηρήσει όλες τις υποχρεώσεις της το ΙΤΚ τροποποίησε αποφάσεις του αναφορικά με την παροχή επιχορήγησης λόγω έλλειψης χρημάτων με αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις Marangos & Koupanos Imports Ltd, Maconda Ltd, Vretchia Mines Ltd, Λατομείο Παναγιώτου Λτδ, Selenior Non Metallics Ltd και Γ.Ν. Κουρούσιης Λτδ να μην καταβάλουν στην Εναγόμενη την αξία των τεχνο-οικονομικών μελετών που είχαν εκπονήσει που ανέρχεται στα €49.897,
- Κατά την άποψη του εν λόγω μάρτυρα αυτό επέφερε αντίστοιχη ζημιά στην Εναγόμενη, η οποία και την επωμίστηκε. Τελικές Αγορεύσεις: Στις τελικές αγορεύσεις τους αμφότερες πλευρές προσπάθησαν, με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας καθώς και με παραπομπή σε νομολογία, να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Η προδικαστική ένσταση της Εναγομένης: Μέσα από την παράγραφο 2 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης η Εναγόμενη εγείρει προδικαστική ένσταση, η οποία είναι διττή. Πρώτο σκέλος της είναι ο ισχυρισμός της Εναγομένης ότι το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας έχει παραγραφεί. Δεύτερο σκέλος της είναι η θέση της Εναγομένης ότι η καταχώρηση της αγωγής παραβιάζει τα άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος επειδή λόγω παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος είναι αδύνατο για την ίδια να αναζητήσει μαρτυρία με αποτέλεσμα η προώθηση της παρούσας αγωγής να συνιστά άνιση μεταχείριση της. Η φύση των πιο πάνω θεμάτων είναι τέτοια που καθιστά αναγκαία την εξέταση τους πριν το Δικαστήριο αποφασίσει επί οποιουδήποτε επιδίκου ζητήματος που άπτεται της ουσίας της υπόθεσης επειδή είναι αυτονόητο ότι τυχόν επιτυχία οποιουδήποτε τα θέματα της προδικαστικής ένστασης ενδεχομένως να έχει καταλυτική σημασία στην τύχη της υπόθεσης. Σε ότι αφορά μάλιστα το θέμα της παραγραφής άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και γι' αυτό, ως επιπλέον λόγος, θα πρέπει πρώτα να εξετάζεται (Χ"Στυλλή ν. Papadema
(2000)1 Α.Α.Δ. 551). Ζήτημα παραγραφής αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας: Ως αμιγώς νομικό θέμα που είναι, η εν λόγω θέση της Εναγομένης θα μπορούσε δικονομικά να είχε εξεταστεί πριν από την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης εφόσον η Εναγόμενη ζητούσε κάτι τέτοιο ακολουθώντας την προβλεπόμενη διαδικασία δυνάμει της Διαταγής 27 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (The Heirs of the late Theodora Panayi i.e. Andreas Foti and two others v The Administrators of the estate of the late Stylianos Georghi Mandrioti i.e. Socrates Stylianou Mandriotis and another
(1963)2 C.L.R. 167, Malachtou v Armeftis
(1984)1 C.L.R. 548, Ιωάννης Νικόλα Χ' Οικονόμου v Ελληνικής Τραπέζης Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 949, Ανδρούλλα Χαραλάμπους v Ανδρέα Σόλωνος
(1994)1 Α.Α.Δ. 716 και Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Nada Terzian κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. 151/10 ημερ. 07.03.14). Παρόλο ότι η Εναγόμενη δεν προέβηκε στη λήψη του πιο πάνω δικονομικού μέτρου και ούτε επεξήγησε νομικά τη νομική αυτή θέση της που έχει δικογραφήσει, περιοριζόμενη απλά να πει ότι 'η αγωγή εγείρεται εκπρόθεσμα και/ή απαίτηση έχει παραγραφεί', εντούτοις η παραγραφή αγώγιμου δικαιώματος σε μια αγωγή είναι ένα ζήτημα που λόγω της φύσεως της το Δικαστήριο μπορεί εκ των υστέρων να εξετάσει αυτεπάγγελτα. Η νομοθεσία που διέπει το ζήτημα παραγραφής είναι ο περί Παραγραφής Νόμος (Κεφ.15), η οποία για το αντικείμενο εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτό καθορίζεται από τις νομικές βάσεις που το προωθούν, προσδιορίζει περίοδο παραγραφής έξι χρόνων από την ημερομηνία δημιουργίας του αγώγιμου δικαιώματος. Η θέσπιση του περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμο αρ. 57/64 στις 30.10.64 και η τροποποίηση αυτού από τον περί Αναστολής της Παραγραφής (Τροποποιητικός) Νόμος αρ. 36/82 στις 18.6.82 εισήγαγαν πρόνοια για αναστολή παραγραφής των οποιωνδήποτε αγώγιμων δικαιωμάτων μέχρι τρεις μήνες μετά τη λήξη της έκρυθμης κατάστασης. Η πρόνοια αυτή διατηρήθηκε και όταν οι πιο πάνω δύο νόμοι παραγραφής καταργήθηκαν από τον περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο αρ. 110
(1)/
- Τελικά τόσο το Κεφ.15 όσο και ο Ν.110(Ι)/2002καταργήθηκαν με τη θέσπιση του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012 (Ν.66(Ι)/2012)στις 31.05.12, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από 01.07.
- Ο Ν.66(Ι)/2012, ο οποίος στην πορεία περιλαμβάνει τροποποιήσεις, ενεργοποίησε χρόνους παραγραφής αγώγιμων δικαιωμάτων στο πλαίσιο που οι πρόνοιες του καθορίζουν. Στην προκειμένη περίπτωση δεν ισχύουν οι πρόνοιες του Ν.66(Ι)/2012 επειδή αυτός τέθηκε σε ισχύ μεταγενέστερα της καταχώρησης της παρούσας αγωγής που με βάση το κλητήριο ένταλμα τέτοια καταχώρηση έγινε στις 23.12.
- Αυτό που προκύπτει είναι ότι όταν η αγωγή αυτή είχε καταχωρηθεί ίσχυαν οι διατάξεις αναστολής παραγραφής αγώγιμων δικαιωμάτων. Στη βάση αυτών έχω ικανοποιηθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής εξακολουθούσε να ισχύει η περίοδος παραγραφής του αντικειμένου εκδίκασης, όπως αυτό καθορίζεται από τις νομικές βάσεις που το προωθούν. Αυτό που χωρίς αμφιβολία διαπιστώνεται είναι ότι όταν καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας δεν είχε παραγραφεί δυνάμει της τότε σε ισχύ νομοθεσίας μετά των συναφών τροποποιήσεων. Συνεπώς η θέση της Εναγομένης για παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας κρίνεται ανεδαφική και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Θέμα δίκαιης δίκης: Όπως ήδη λέχθηκε, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η καθυστερημένη καταχώρηση της παρούσας αγωγής συνιστά άνιση μεταχείριση για την πλευρά της αφού, σύμφωνα με την ίδια, της ήταν δύσκολο έως αδύνατο να αναζητήσει σχετική μαρτυρία και στοιχεία. Κατά την Εναγόμενη αυτό επηρέασε το δικαίωμα της προσφυγής στο Δικαστήριο και προς τούτο επικαλέστηκε παραβίαση των προνοιών των άρθρων 28 και 30 του Συντάγματος. Έχω εξετάσει τον ισχυρισμό της Εναγομένης περί επηρεασμού του δικαιώματος της να καταφύγει στο Δικαστήριο και κρίνω ότι δεν ευσταθεί. Αυτό που παρατηρώ είναι την Εναγόμενη να έχει ασκήσει στην πράξη ελεύθερα και αυτοβούλως το συνταγματικό δικαίωμα της να προσφύγει στη δικαιοσύνη σε σχέση με την αγωγή αυτή. Ουδείς την έχει εμποδίσει και ούτε οποιοσδήποτε της έχει απαγορεύσει καθ' οιονδήποτε τρόπο να ασκήσει το δικαίωμα της αυτό. Υπό αυτή την έννοια δεν υπήρξε επηρεασμός του εν λόγω δικαιώματος της, ισχυρισμός ο οποίος και απορρίπτεται. Κατά προέκταση δεν διαπιστώνω παραβίαση των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος που η Εναγόμενη επικαλέστηκε. Έχω περαιτέρω εξετάσει τον ισχυρισμό της Εναγομένης περί άνισης μεταχείρισης της και παρατηρώ ότι ούτε αυτός ευσταθεί. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου κανένα στοιχείο που να καταδεικνύει ότι η Εναγόμενη έτυχε άνισης μεταχείρισης ή υπέστη δυσμενή διάκριση. Παράλληλα ούτε η συνήγορος της Εναγομένης έχει εξηγήσει και συνάμα δικαιολογήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο τον εν λόγω ισχυρισμό της, ο οποίος παρέμεινε μετέωρος και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Κατά προέκταση δεν διαπιστώνω παραβίαση των προνοιών του άρθρου 28 του Συντάγματος που η Εναγόμενη επικαλέστηκε. Αυτό που φαίνεται ότι η Εναγόμενη είχε κατά νου όταν προέβαλε ισχυρισμό για μη δίκαιη δίκη είναι ότι η καθυστερημένη καταχώρηση της παρούσας αγωγής που επικαλείται κατέστησε δύσκολο έως αδύνατο το έργο της να αναζητήσει σχετική μαρτυρία και στοιχεία προκειμένου να καταχωρήσει την υπεράσπιση της. Πρόκειται για ένα ισχυρισμό που στερείται ίχνος τεκμηρίωσης και παρέμεινε στη σφαίρα της θεωρίας υπό τη μορφή απλά λεκτικής διατύπωσης. Στην τελική της αγόρευση η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγομένης απλά προσπέρασε το θέμα αυτό χωρίς να ασχοληθεί καθόλου με αυτό. Αυτό που έκανε ήταν να επαναλάβει τη δικογραφημένη θέση της πελάτισσας της χωρίς να αγγίξει και να αναπτύξει το εν λόγω ζήτημα από νομική σκοπιά. Η Εναγόμενη απέτυχε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου επιχειρήματα που να πραγματεύονται τον ισχυρισμό της περί παραβίασης δικαιώματος δίκαιης δίκης. Ειδικότερα η Εναγόμενη απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης ότι επηρεάστηκε η δυνατότητα της να συγκεντρώσει μαρτυρικό υλικό που θα της επέτρεπε να προβάλει την υπεράσπιση της. Κανένα στοιχείο έχει προσκομιστεί που να τεκμηριώνει ότι πράγματι της ήταν δύσκολο έως αδύνατο να αναζητήσει και να αποκτήσει πρόσβαση σε μαρτυρικό υλικό που να σχετίζεται με την παρούσα υπόθεση (Ονουφρίου v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 505 και Mansour v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 465). Παράλληλα ανατρέχοντας στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης παρατηρώ ότι η Εναγόμενη στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας έχει ενόρκως αποκαλύψει 317 έγγραφα. Αυτό από μόνο του φανερώνει το βαθμό δυνατότητας πρόσβασης της Εναγόμενης από την αρχή σε πληροφορίες, βάση των οποίων διαμόρφωσε τις θέσεις και ισχυρισμούς που δικογραφεί. Πέραν αυτού όμως, η ετοιμασία και καταχώρηση ανταπαίτησης, εκτός από το δικόγραφο της υπεράσπισης, υποδεικνύει δυνατότητα γνώσης γεγονότων και λεπτομερειών της υπόθεσης από την Εναγόμενη. Επιπλέον αν κάποιος μελετήσει το δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης θα διαπιστώσει ότι πρόκειται για ένα έγγραφο που εκθέτει γεγονότα και λεπτομέρειες κάτω από το φακό αντίληψης της Εναγόμενης. Επίσης όπως καταδεικνύεται από τη γραπτή ειδοποίηση της πλευράς της Ενάγουσας, η οποία καταχωρήθηκε στις 03.09.14 στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης, η Εναγόμενη παρέλαβε αντίγραφα όλων των εγγράφων που η Ενάγουσα είχε ενόρκως αποκαλύψει που στο σύνολο τους ανέρχονται σε 332 δέσμες. Αυτό δείχνει ότι η Εναγόμενη είχε τη δυνατότητα να προετοιμαστεί επαρκώς για την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης. Όλα αυτά είναι δεδομένα που κάθε άλλο παρά στέρηση δικαιώματος προετοιμασίας της Εναγόμενης φανερώνουν σχετικά με την υπόθεση αυτή. Στη βάση των πιο πάνω ο ισχυρισμός της Εναγόμενης για παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης κρίνεται αβάσιμος και ως εκ τούτου είναι έκθετος σε απόρριψη. Ισχυρισμοί Εναγομένης περί μη νομιμοποίησης της Ενάγουσας να διεκδικεί απαίτηση εκ μέρους και για λογαριασμό του ΙΤΚ και/ή ως εκκαθαριστή αυτού και κωλύματος και/ή σύγκρουσης καθηκόντων και/ή συμφερόντων της Ενάγουσας να ενεργεί ως εκκαθαριστής του ΙΤΚ: Οι εν λόγω ισχυρισμοί της Εναγομένης δικογραφούνται στην παράγραφο 3 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Η φύση και το περιεχόμενο των ισχυρισμών αυτών καλούν την εξέταση τους πριν από την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Επί της ουσίας τους οι πιο πάνω θέσεις παρέμειναν στη σφαίρα των ισχυρισμών. Κανένα στοιχείο και κανένα δεδομένο έχει παρουσιαστεί που να τεκμηριώνει ή να δικαιολογεί οποιονδήποτε από τους ισχυρισμούς αυτούς. Περαιτέρω κανένας σχολιασμός και ουδεμία αναφορά υπήρξε για τους εν λόγω ισχυρισμούς μέσα από τη γραπτή αγόρευση της συνηγόρου υπεράσπισης. Το γεγονός αυτό εκλαμβάνεται ως εγκατάλειψη των θέσεων αυτών από την πλευρά της Εναγομένης. Παράλληλα η καταχώρηση και προώθηση ανταπαίτησης με την οποίαν ζητείται αποζημίωση εναντίον της Ενάγουσας για πράξεις και/ή παραλείψεις που η Εναγόμενη αποδίδει στο ΙΤΚ μάλιστα υπό τη μορφή συμψηφισμού σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι οφείλεται ποσό της απαίτησης, καταδεικνύει ότι η Εναγόμενη αναγνωρίζει πως οι εν λόγω ισχυρισμοί της είναι αβάσιμοι. Επίδικα Θέματα: Προσεκτική μελέτη των έγγραφων προτάσεων σε συνάρτηση με την προσαχθείσα μαρτυρία καθώς και των τελικών αγορεύσεων καθιστούν σαφές ότι τα επίδικα ζητήματα που θα απασχολήσουν το Δικαστήριο τόσο σε σχέση με την απαίτηση όσο και με την ανταπαίτηση είναι τα εξής: 1) Κατά πόσο υπήρχε σε ισχύ συμβατική σχέση μεταξύ του ΙΤΚ και της Εναγομένης. 2) Σε περίπτωση που υπήρχε σε ισχύ συμβατική σχέση κατά πόσο η εγκυρότητα αυτής επηρεάστηκε από τυχόν κατάχρηση, παράβαση εμπιστευτικής σχέσης και σύγκρουσης συμφερόντων από μέρους της Ενάγουσας και/ή του ΙΤΚ. 3) Σε περίπτωση που υπήρχε σε ισχύ συμβατική σχέση ποια τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών και γενικότερα οι όροι που διέπουν την τυχόν μεταξύ τους σύμβαση. 4) Σε περίπτωση που κριθεί ότι υπήρχε σύμβαση μεταξύ του ΙΤΚ και της Εναγομένης κατά πόσο η τελευταία ευθύνεται για παράβαση της. 5) Κατά πόσο ως αποτέλεσμα τυχόν παράβασης της σύμβασης εξ' υπαιτιότητας της Εναγομένης το ΙΤΚ υπέστη οποιαδήποτε ζημιά. 6) Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι το ΙΤΚ υπέστη ζημιά συνεπεία τέτοιας παράβασης εξ' υπαιτιότητας της Εναγομένης να υπολογιστεί η ζημιά και να αποφασιστεί εάν η Ενάγουσα δικαιούται αποζημίωση. 7) Σε περίπτωση που κριθεί ότι υπήρχε επαγγελματική συνεργασία μεταξύ του ΙΤΚ και της Εναγομένης κατά πόσο μέσα από αυτή προέκυψε το ποσό που απαιτείται. 8) Κατά πόσο το ποσό που απαιτείται κατέστη οφειλόμενο και είναι δικαιολογημένο. 9) Κατά πόσο μέσα από τη συμπεριφορά της η Εναγόμενη πλούτισε αδικαιολόγητα εις βάρος του ΙΤΚ. 10) Κατά πόσο το ΙΤΚ είχε καθήκον επιμέλειας απέναντι στην Εναγόμενη. 11) Σε περίπτωση που κριθεί ότι το ΙΤΚ είχε καθήκον επιμέλειας κατά πόσο αυτό παραβιάστηκε από πράξεις και/ή παραλείψεις του. 12) Εάν μέσα από τέτοια τυχόν παράβαση η Εναγόμενη υπέστη τις ζημιές που ισχυρίζεται. 13) Κατά πόσο το ΙΤΚ ευθύνεται για τυχόν παράβαση καθηκόντων του που απορρέουν μέσα από νομοθεσία. 14) Κατά πόσο η Εναγόμενη δικαιούται σε οποιαδήποτε από τις θεραπείες που ζητεί ανταπαιτητικώς. Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα Δικαστηρίου: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που το Εφετείο επισήμανε στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 219/2012, ημερ. 29.11.13. Η προσέγγιση που το Δικαστήριο υιοθετεί στο θέμα αποδοχής ή όχι μιας μαρτυρίας υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης (Λαζάρου v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 εξηγεί με σαφήνεια τα πιο πάνω: "... ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168). " Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Η ΜΕ έκανε φτωχή εντύπωση στο Δικαστήριο. Δεν έδειχνε σίγουρη γι' αυτά που έλεγε στο Δικαστήριο. Αυτό που έκδηλα διαφάνηκε από τον τρόπο που απαντούσε στις ερωτήσεις που της υπεβλήθηκαν ήταν ότι η εν λόγω μάρτυρας επεκτεινόταν αχρείαστα αποφεύγοντας έτσι συχνά να απαντήσει επί της ουσίας των ερωτήσεων. Ήταν άτομο που προέβηκε σε διάφορες αναφορές που δεν ήταν πειστικές και που όχι μόνο δεν υποστηρίζονται από πραγματική μαρτυρία που η ίδια κατέθεσε αλλά καταρρίπτεται από αυτή. Πρόκειται για πρόσωπο που δεν είχε προσωπική ανάμιξη στην παρούσα υπόθεση αλλά ούτε είχε άμεση γνώση των γεγονότων και περιστατικών που περιβάλλουν την αγωγή αυτή. Κατά τον ουσιώδη για την αγωγή αυτή χρόνο η εν λόγω μάρτυρας δεν εργαζόταν στην υπηρεσία του ΙΤΚ. Η μαρτυρία της πηγάζει αποκλειστικά από την ενημέρωση που είχε μέσα από μελέτη του σχετικού υπηρεσιακού φακέλου υπό την ιδιότητα της ως λειτουργός στο Υπουργείο Εμπορίου. Στην περιορισμένη ακαδημαϊκής μορφής πληροφόρησης της για την υπόθεση οφείλεται η άγνοια της μάρτυρας να απαντήσει σε διάφορες ουσιώδεις ερωτήσεις που της υπεβλήθηκαν είτε δηλώνοντας άγνοια είτε προβαίνοντας σε εικασίες κατασκευάζοντας απαντήσεις προκειμένου να μην πληγεί η εκδοχή της Ενάγουσας. Η μαρτυρία της ΜΕ περιστρέφεται γύρω από τον ισχυρισμό της ότι η Εναγόμενη ήταν διαπιστευμένη στο ΙΤΚ και ότι είχε δεσμευτεί δυνάμει συμφωνίας να τηρεί του όρους ενός εγγράφου υπό τον τίτλο 'Κώδικας Επαγγελματικής Συμπεριφοράς'. Είναι βάση αυτής της επικαλούμενης διαπίστευσης της Εναγόμενης ως συμβούλου και συνομολόγησης συμβατικής σχέσης μεταξύ της ιδίας και του ΙΤΚ που η εν λόγω μάρτυρας ισχυρίστηκε στη συνέχεια ότι δημιουργήθηκε οφειλόμενο ποσό από την Εναγόμενη προς όφελος του ΙΤΚ. Ωστόσο ο ισχυρισμός της εν λόγω μάρτυρος περί διαπίστευσης ως συμβούλου καταρρίπτεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 17 αφού μέσα από αυτό τέτοια δυνατότητα παρέχεται σε άτομα και όχι σε νομικά πρόσωπα, όπως είναι το νομικό καθεστώς της Εναγομένης. Στο έγγραφο 5 του Τεκμηρίου 17, το περιεχόμενο του οποίου αποδέχομαι ως ορθό και αληθές αφού δεν έχει αμφισβητηθεί ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αντικρουστεί από οποιοδήποτε διάδικο, παρέχεται ο ορισμός του 'συμβούλου' που επιδιώκει να διαπιστευτεί στο μητρώο του ΙΤΚ. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια την έννοια του 'συμβούλου': "IV Definitions Consultant: For the purpose of the IOT Consultancy Scheme, 'Consultant' means an individual who is involved, whether directly or indirectly, in the provision of advice to clients or who undertakes a project leadership role, and for whose services the applicant charges a fee. The above definition includes consultants whose services are procured by the applicant (commonly called Associate Consultants) as well as principals and full time employees of the applicant." [η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου]. Μελέτη του πιο πάνω ορισμού καθιστά σαφές ότι σύμβουλος που επιδιώκει διαπίστευση στο ΙΤΚ είναι το άτομο εκείνο που είτε έμμεσα είτε άμεσα ασχολείται με την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών σε πελάτες. Καλύπτει ακόμη περιπτώσεις ατόμων που κατέχουν διευθυντική θέση σ' ένα οργανισμό καθώς και ατόμων που είναι υπάλληλοι ενός οργανισμού, ο οποίος μπορεί να είναι ο αιτητής. Σε αντίθεση με τη θέση της ΜΕ, αυτό καταδεικνύει ότι ο σύμβουλος έχει τη μορφή του φυσικού προσώπου, η αίτηση του οποίου μπορεί να υποβληθεί από τον οργανισμό στον οποίον εργάζεται. Το ότι η αίτηση για ένα άτομο μπορεί να υποβληθεί, εκτός από τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο, από οργανισμό στο δυναμικό του οποίου ανήκει το άτομο, προκύπτει από το πιο κάτω απόσπασμα που παρέχεται αυτούσιο από το έγγραφο 4 του Τεκμηρίου 17, το περιεχόμενο του οποίου επίσης αποδέχομαι ως ορθό και αληθές αφού ούτε αυτό έχει αμφισβητηθεί ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αντικρουστεί από οποιοδήποτε διάδικο: "III How to fill in the Application Form 2. The Application Form should be filled in by any one who wishes to be listed with IOT either as an Individual Consultant or as a Consulting Firm or as a Consulting Firm or as an Organisation with professional competency which would like to make available it staff to operate within this Consultancy Scheme. Therefore, their name or the name of the Consulting Firm or Organisation etc., as appropriate, should be entered in the Part A
(1a)of the Application Form. Similarly, Part A
(5)should be filled in by either the Individual Consultant or the Senior person in the organisation, as appropriate." [η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου]. Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι σύμβουλος για διαπίστευση είναι άτομο, η αίτηση του οποίου δύναται να υποβληθεί είτε από τον ίδιο προσωπικά είτε από τον οργανισμό στον οποίον εργάζεται είτε από κοινού μαζί με άλλα άτομα κάτω από την ομπρέλα συμβουλευτικού οίκου. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η εξέταση της αίτησης αφορούσε τον κάθε ένα ενδιαφερόμενο ξεχωριστά και το ΙΤΚ μπορούσε να εγκρίνει ένα άτομο και να απορρίψει ένα άλλο. Επ' αυτού απλά ενδεικτικά αναφέρω από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου την έγκριση των αιτήσεων για ένταξη στον κατάλογο διαπιστευμένων συμβούλων του ΙΤΚ των κυρίων Ανδρέα Δημητριάδη κατόπιν σχετικής επιστολής ημερομηνίας 22.01.93, Γιώργου Δημητριάδη κατόπιν σχετικής επιστολής ημερομηνίας 19.04.96, Ευθύμιου Χριστοδούλου κατόπιν σχετικής επιστολής ημερομηνίας 02.05.96 και Αντώνη Καρσερά κατόπιν σχετικής επιστολής ημερομηνίας 12.11.96, ενώ την ίδια στιγμή την απόρριψη της αίτησης της κυρίας Αγάθης Σαββίδου για τους λόγους που αναφέρονται στη σχετική επιστολή ημερομηνίας 14.11.97. Σχετικά είναι τα έγγραφα 198 και 199, 201, 10, 4 και 5 καθώς και 13 του Τεκμηρίου 15 στα οποία και παραπέμπω, το περιεχόμενο των οποίων αποδέχομαι ως ορθό και αληθές αφού δεν έχει αμφισβητηθεί ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αντικρουστεί από οποιοδήποτε διάδικο. Ενισχυτικά των πιο πάνω σημειώνεται ότι η δυνατότητα επιδότησης του κόστους συμμετοχής σε εκπαιδευτικά σεμινάρια εξεταζόταν στη βάση αίτησης που υπέβαλλε ο διαπιστευμένος σύμβουλος, τον οποίον και αφορούσε προσωπικά. Σε ότι αφορά το θέμα αυτό παραπέμπω στα έγγραφα 20 και 21 του Τεκμηρίου 17 που είναι επιστολή ημερομηνίας 06.03.97 του ΙΤΚ με την οποίαν γνωστοποιείται η έγκριση της αίτησης του διαπιστευμένου συμβούλου Αντώνη Καρσερά για επιδότηση κατά 50% του κόστους συμμετοχής του εν λόγω ατόμου σε συγκεκριμένο σεμινάριο που κατονομάζεται, το περιεχόμενο του οποίου αποδέχομαι ως ορθό και αληθές αφού δεν έχει αμφισβητηθεί ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αντικρουστεί από οποιοδήποτε διάδικο. Την ίδια στιγμή παραπέμπω στα έγγραφα 37-49 του Τεκμηρίου 15 και 55-67 του Τεκμηρίου 15, το περιεχόμενο των οποίων επίσης αποδέχομαι ως ορθό και αληθές αφού ούτε αυτό έχει αμφισβητηθεί ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αντικρουστεί από οποιοδήποτε διάδικο, τα οποία έγγραφα καταδεικνύουν αίτηση ατόμων για να εγγραφούν ως διαπιστευμένοι σύμβουλοι δια μέσω εταιρικών οίκων, κάτω από τους οποίους εντάσσονται. Παράλληλα μέσα από την ένορκη μαρτυρία της η ΜΕ δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει αίτηση εγγραφής της Εναγομένης ως διαπιστευμένη σύμβουλος στο ΙΤΚ σαν νομικό πρόσωπο και ούτε γραπτή έγκριση του ΙΤΚ σε τέτοια αίτηση της Εναγομένης που να καθιστά το νομικό πρόσωπο αυτό διαπιστευμένο σύμβουλο, ως ήταν ο ισχυρισμός της εν λόγω μάρτυρος. Ούτε καν η εν λόγω μάρτυρας ανάφερε πότε υπεβλήθηκε τέτοια τυχόν αίτηση και πότε αυτή εγκρίθηκε μετά από εξέταση της ενώ γνώριζε ότι ο ισχυρισμός της περί διαπίστευσης της Εναγομένης ως συμβούλου στο ΙΤΚ τελούσε υπό αμφισβήτηση από την Εναγομένη τόσο μέσα όσο την υπεράσπιση της όσο και κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Για να θεωρείται ένα πρόσωπο διαπιστευμένος σύμβουλος στο ΙΤΚ θα έπρεπε να είχε προηγηθεί η υποβολή σχετικής αίτησης από τον ενδιαφερόμενο, να εγκρινόταν η αίτηση του και το εγκριμένο άτομο να είχε πρώτα αποδεχτεί τους όρους εγγραφής (conditions of listing) και τον κώδικα επαγγελματικής συμπεριφοράς (code of conduct) που του διαβιβάζονταν. Σύμφωνα με τα λεγόμενα της ΜΕ, τα πιο πάνω αποτελούσαν μέρος της διαδικασίας που ακολουθείτο από το ΙΤΚ. Προς ενίσχυση των πιο πάνω παραπέμπω στο Τεκμήριο 15
(198)και
(199)που είναι επιστολή ημερομηνίας 22.01.93 Σε αντίθεση με τη θέση της ΜΕ, η εγγραφή ατόμων ως διαπιστευμένοι σύμβουλοι στο μητρώο του ΙΤΚ καθιστά αντιληπτό ότι οποιαδήποτε συμφωνία συνομολογήθηκε έγινε μεταξύ του ατόμου και του ΙΤΚ. Όπως ήδη λέχθηκε με παραπομπή στα προαναφερόμενα έγγραφα, η ένταξη του ατόμου στον κατάλογο διαπιστευμένων συμβούλων του ΙΤΚ προϋπόθετε αποδοχή από μέρους του των όρων εγγραφής (conditions of listing) και του κώδικα επαγγελματικής συμπεριφοράς (code of conduct) που του διαβιβάζονταν. Η αποδοχή αυτών των εγγράφων δημιουργούσε συμβατική σχέση μεταξύ του ατόμου του οποίου η αίτηση για διαπίστευση συμβούλου είχε εγκριθεί και του ΙΤΚ με τα συμβαλλόμενα μέρη να δεσμεύονται για την τήρηση των όρων που περιέχονταν στα έγγραφα αυτά. Όπως φαίνεται από το περιεχόμενο του εγγράφου 12 του Τεκμηρίου 3 που είναι ο κώδικας επαγγελματικής συμπεριφοράς και αποδέχομαι την ύπαρξη του αφού δεν έχει αμφισβητηθεί από οποιοδήποτε μέρος, μία από τις συμβατικές υποχρεώσεις του ατόμου διαπιστευμένου συμβούλου που περιέχονταν στον κώδικα επαγγελματικής συμπεριφοράς ήταν να εκπληρώνει όλες τις οικονομικές του εκκρεμότητες προς το ΙΤΚ εντός ενός μηνός από την έκδοση του σχετικού τιμολογίου. Κατά προέκταση οποιαδήποτε υποχρέωση πληρωμής, τέλη και χρεώσεις σχετίζονται με την εγγραφή διαπιστευμένου συμβούλου και την εκπόνηση μελέτης από αυτόν αλλά και τη συμμετοχή του σε σεμινάρια δεσμεύουν τον ίδιο τον σύμβουλο προσωπικά, νοουμένου και εφόσον βέβαια υπήρξε συνομολόγηση συμφωνίας μεταξύ του ιδίου και τον ΙΤΚ. Προς τεκμηρίωση του πιο πάνω παραπέμπω στα προαναφερόμενα έγγραφα 198 και 199, 201, 10, 4 και 5 καθώς και 13 του Τεκμηρίου 15, σε όλα τα οποία δηλώνεται ρητά ως προϋπόθεση ένταξης του ατόμου στον κατάλογο των διαπιστευμένων συμβούλων, του οποίου η αίτηση εγκρίθηκε, η αποδοχή από μέρους του των όρων εγγραφής καθώς και του κώδικα επαγγελματικής συμπεριφοράς, έγγραφα τα οποία θα τους διαβιβάζονταν. Είναι γεγονός ότι διαπιστευμένοι σύμβουλοι ενεργούσαν μέσω συμβουλευτικού οίκου. Δηλαδή ομάδα διαπιστευμένων συμβούλων που ήταν φυσικά πρόσωπα ενεργούσαν κάτω από τον ίδιο συμβουλευτικό οίκο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δημιουργήθηκε νομικό πλέγμα μεταξύ του ΙΤΚ και του συμβουλευτικού οίκου. Ο ρόλος του συμβουλευτικού οίκου φαίνεται να είναι καθαρά επικουρικός για τα μέλη του, τα οποία υπό την προσωπική τους ιδιότητα είχαν εγγραφεί στο μητρώο του ΙΤΚ ως διαπιστευμένοι σύμβουλοι και ως τέτοια, δηλαδή ατομικά και προσωπικά, δεσμεύτηκαν να εκπληρώσουν υποχρεώσεις δυνάμει εγγράφων που παρέλαβαν στη βάση συμβατικής σχέσης εκπονώντας μελέτες για πελάτες. Ενώπιον μου δεν έχει τεθεί κανένα στοιχείο που θα δικαιολογούσε τη θέση της ΜΕ για δημιουργία συμβατικής σχέσης μεταξύ συμβουλευτικού οίκου και ΙΤΚ στα πλαίσια της διαδικασίας επιδότησης μελετών. Η όποια τυχόν ανάμιξη συμβουλευτικών οίκων περιορίζεται για σκοπούς διευκόλυνσης και μόνο των μελών τους. Πέραν της απουσίας αποδεικτικών στοιχείων περί του αντιθέτου, αυτό καταδεικνύεται από το περιεχόμενο των σωρεία εγγράφων που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο ως δέσμες 17 τεκμηρίων. Σε ότι αφορά την Εναγόμενη, δεδομένης της θέσης περί αμφισβήτησης ύπαρξης συμβατικής σχέσης μεταξύ της Εναγομένης και ΙΤΚ, η ΜΕ δεν παρουσίασε οποιαδήποτε σύμβαση τους και ούτε ήταν σε θέση να πει πότε αυτή είχε συνομολογηθεί. Ακόμη και η τυχόν έκδοση τιμολογίων εις το όνομα της Εναγομένης από το ΙΤΚ δεν δημιουργεί τέτοια συμβατική σχέση και κατ' επέκταση δεν δημιουργεί οικονομικές οφειλές και υποχρέωση πληρωμής τους από την Εναγόμενη. Ούτε η ύπαρξη αλληλογραφίας που εμπλέκουν συγκεκριμένους συμβουλευτικούς οίκους που κατονομάζονται, ένας εκ των οποίων είναι η Εναγόμενη, συνομολογεί σύμβαση με ένα εκ των συμβαλλομένων μερών την Εναγόμενη. Όπως έχει ήδη εξηγηθεί, η όποια αναφορά της επωνυμίας της Εναγομένης παρατηρείται μέσω του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε έγινε για σκοπούς βοήθειας των μελών της που υπό την προσωπική τους ιδιότητα επιδίωκαν να εγγραφούν ως διαπιστευμένοι σύμβουλοι ή ήδη είχαν διοριστεί διαπιστευμένοι σύμβουλοι. Αναφορικά με τη θέση της ΜΕ ότι ο συμβουλευτικός οίκος Ανδρέας Δημητριάδης Συμβουλευτικές Υπηρεσίες και η εταιρεία Andreas C. Demetriades Consulting Services Ltd πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο και σχετίζεται με την Εναγόμενη, αποτελεί αυθαίρετο συμπέρασμα της. Δεδομένης της έντονης και κατηγορηματικής αμφισβήτησης που έτυχε η θέση αυτή μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης, η εν λόγω μάρτυρας θα έπρεπε να είχε προσκομίσει σχετική μαρτυρία που να τεκμηρίωνε τη θέση της αυτή. Η παράλειψη της να το πράξει αφήνει τη θέση της αυτή ως ένα ατεκμηρίωτο ισχυρισμό που ως μετέωρος που παρέμεινε είναι έκθετος σε απόρριψη. Υπό αυτές τις περιστάσεις η θέση της ΜΕ ότι το Τεκμήριο 1 απεικονίζει ανάλυση ποσού που οφείλεται στο ΙΤΚ από την Εναγόμενη ως διαπιστευμένη σύμβουλος είναι αβάσιμη και κατ' επέκταση εκτεθειμένη σε απόρριψη. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 δεν αφορά την Εναγόμενη, η οποία δεν ευθύνεται για τη δημιουργία του όποιου τυχόν χρεωστικού υπολοίπου εις βάρος του ΙΤΚ, παρά την περί του αντιθέτου ατεκμηρίωτη θέση της ΜΕ. Συνεπώς αποδίδω μηδενική βαρύτητα στο Τεκμήριο
- Στη βάση των πιο πάνω διαπιστώνω ότι οι βασικές θέσεις της ΜΕ που συνθέτουν την μαρτυρία της παρέμειναν ατεκμηρίωτες. Παράλληλα τα πιο πάνω μειονεκτήματα, κενά και αδυναμίες που εντοπίστηκαν στην μαρτυρία της ΜΕ, της αφαίρεσαν κάθε αποδεικτική αξία που θα μπορούσε να είχε και παράλληλα την κατέστησαν μη πειστική απέναντι στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα να μην γίνεται αποδεκτή. Σε ότι αφορά τον ΜΥΑ ούτε αυτός έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Τα επιχειρήματα που προέβαλε στο Δικαστήριο προκειμένου να στηρίξει την ανταπαίτηση της Εναγομένης παρέμειναν στη σφαίρα του ισχυρισμού δίχως υποστηριχτικό υπόβαθρο. Οι διάφορες αναφορές του μάρτυρα χαρακτηρίζονται από γενικότητα, αοριστία και ασάφεια. Χωρίς υπερβολή πρόκειται για εκ των υστέρων σκέψεις του μάρτυρα, ο οποίος ως διευθυντής της Εναγομένης, ενός εκ των διαδίκων στην παρούσα αγωγή, έχει συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης και ειδικότερα της ανταπαίτησης, καθώς επίσης να πληγεί η εκδοχή της Ενάγουσας. Ως μετέωρες που παρέμειναν οι αναφορές του εν λόγω μάρτυρα, ουδεμία αποδειχτική αξία έχουν με αποτέλεσμα να μην μπορούν να γίνουν πιστευτές από το Δικαστήριο. Βασική θέση του εν λόγω μάρτυρα ήταν ότι η Εναγόμενη, δυνάμει συμφωνιών που συνομολόγησε με τις έξι εταιρείες πελάτες της, τα ονόματα των οποίων σημειώνονται στην παράγραφο 52 της γραπτής δήλωσης του και συνάμα στην παράγραφο 10 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης της Εναγομένης, ανέλαβε την ευθύνη εκπόνησης των μελετών που θα εκπονούσαν τα μέλη της. Παρόλο ότι πρόκειται για ένα εκ φύσεως σοβαρό ισχυρισμό, εντούτοις καμία τέτοια συμφωνία με οποιαδήποτε από τις κατονομαζόμενες έξι εταιρείες τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Παράλληλα καμία λεπτομέρεια οποιασδήποτε τέτοιας συμφωνίας με οποιοδήποτε από τους κατονομαζόμενους έξι πελάτες της αναφέρθηκε στο Δικαστήριο προκειμένου να τις καταστήσουν υπαρκτές. Επίσης μέσα από τη σωρεία εγγράφων που κατατέθηκαν κανένα έγγραφο υπάρχει και ουδεμία αλληλογραφία περιέχεται μεταξύ οποιασδήποτε από τις κατονομαζόμενες έξι εταιρείες και της Εναγομένης που να επαληθεύει τον εν λόγω ισχυρισμό του μάρτυρα αυτού. Επιπλέον, προς απόδειξη του ισχυρισμού του εν λόγω μάρτυρα, ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από οποιοδήποτε στέλεχος οποιασδήποτε από τις κατονομαζόμενες έξι εταιρείες. Μία άλλη βασική θέση του ΜΥΑ είναι ότι ένεκα επιλήψιμων ενεργειών που αποδίδει στο ΙΤΚ, οι προαναφερόμενες έξι εταιρείες αρνήθηκαν να καταβάλουν την αξία των τεχνο-οικονομικών μελετών που εκπονήθηκαν από μέλη της Εναγομένης συνολικού ύψους €49.897,
- Παράλληλα είναι η θέση του εν λόγω μάρτυρα ότι βάση προφορικής συμφωνίας οι διαπιστευμένοι σύμβουλοι-μέλη της Εναγομένης εκχώρησαν στην Εναγόμενη τα δικαιώματα τους για διεκδίκηση του πιο πάνω ισχυριζόμενου οφειλόμενου ποσού υπό τη μορφή ανταπαίτησης. Θα πρέπει να λεχθεί ότι κανένα αποδεικτικό στοιχείο τέθηκε ενώπιον μου που να δικαιολογεί τον ισχυρισμό του μάρτυρα περί εκχώρησης δικαιωμάτων. Καμία αναφορά δόθηκε που να κατονομάζει τους διαπιστευμένους σύμβουλους που κατ' ισχυρισμό εκχώρησαν αγώγιμο δικαίωμα στης Εναγόμενη. Ουδεμία μαρτυρία προερχόμενη από αυτούς τους διαπιστευμένους σύμβουλους δόθηκε που να εξηγεί πότε έγινε αυτό και ποιος ο λόγος που ο κάθε ένας δεν επιθυμούσε να προβεί προσωπικά σε λήψη ενδίκου μέτρου εναντίον του ΙΤΚ ή της Ενάγουσας. Την ίδια στιγμή ουδεμία εξήγηση δόθηκε από τον μάρτυρα υπό τη νομική του ιδιότητα, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις διάφορες υποθέσεις που εμφανίστηκε ενώπιον μου ως δικηγόρος πελατών, από που πηγάζει το δικαίωμα ή η εξουσία ενοποίησης μέσω εκχώρησης αριθμού περιπτώσεων αγώγιμου δικαιώματος από διάφορα πρόσωπα σε άλλο, δεδομένης της θέσης του μάρτυρα περί ουδεμίας σχέσης της Εναγομένης με τις διαδικασίες που το ΙΤΚ ακολουθούσε. Επιπροσθέτως κανένα αποδεικτικό στοιχείο έχει προσκομιστεί που να καθορίζει το ύψος την ισχυριζόμενης αμοιβής του καθενός εμπλεκόμενου διαπιστευμένου σύμβουλου ξεχωριστά. Ακόμη ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε που να εξηγεί και συνάμα να δικαιολογεί πως, πότε και λεπτομέρειες από που προκύπτει η ισχυριζόμενη αμοιβή του καθενός εμπλεκόμενου διαπιστευμένου σύμβουλου ξεχωριστά, το σύνολο των οποίων κατ' ισχυρισμό ανέρχεται στα €49.897,
- Περαιτέρω κανένα αποδεικτικό στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι η Εναγόμενη υπέστη οποιαδήποτε ζημιά και εν πάση περιπτώσει που να τεκμηριώνει τη θέση του ΜΥΑ ότι η Εναγόμενη υπέστη ζημιά ύψους €49.897,
- Στη βάση των πιο πάνω δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΥΑ ως αληθή και αξιόπιστη και ότι αυτή εκφράζει την αληθινή όψη των γεγονότων. Σε ότι αφορά τα υπόλοιπα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια και δεν χρειάστηκε να γίνει ειδική αναφορά, μπορεί να λεχθεί, κατόπιν ενδελεχούς μελέτης και αξιολόγησης τους, ότι το περιεχόμενο τους απλά επιβεβαιώνει την ορθότητα και αλήθεια του σχολιασμού των πιο πάνω ζητημάτων από το Δικαστήριο. Η απόρριψη της μαρτυρίας τόσο του μάρτυρα της Ενάγουσας όσο και του μάρτυρα της Εναγομένης καθιστούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου να έχουν αντληθεί μέσα από πραγματική μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί. Συγκεκριμένα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου τα εξής: Η Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας δια του αρμοδίου υπουργείου περί το έτος 1992 ανάθεσε στο ΙΤΚ, το οποίο είχε ιδρυθεί και εγγραφεί στις 09.10.91 με την επωνυμία 'Ίδρυμα Τεχνολογίας' σύμφωνα με τον περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμο 1972 και τους περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Κανονισμούς 1973 με κύριο στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και την προώθηση της τεχνολογικής αναβάθμισης των κυπριακών επιχειρήσεων, τη διαχείριση και εφαρμογή σχεδίων επιδότησης μελετών με δικαιούχους μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Κάθε επιχείρηση δικαιούταν να υποβάλλει τεχνο-οικονομική μελέτη στο ΙΤΚ που εκπονείτο από εγγεγραμμένους διαπιστευμένους συμβούλους έτσι ώστε να δύναται να αιτηθεί και να λάβει σχετική επιδότηση για αναβάθμιση της, το ύψος της οποίας αντικατόπτριζε το αναπτυξιακό έργο σύμφωνα με το εγκεκριμένο στρατηγικό της πλάνο. Σύμβουλος που επιδίωκε διαπίστευση στο ΙΤΚ ήταν το άτομο εκείνο που είτε έμμεσα είτε άμεσα ασχολείτο με την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών σε πελάτες. Η εγγραφή ενός διαπιστευμένου συμβούλου στο μητρώο του ΙΤΚ πραγματοποιείτο με την υποβολή σχετικής αίτησης από τον ενδιαφερόμενο. Ενδιαφερόμενοι για να εγγραφούν ως διαπιστευμένοι σύμβουλοι στο μητρώο του ΙΤΚ μπορούσε να ήταν μόνο φυσικά πρόσωπα, δηλαδή άτομα. Μία τέτοια αίτηση μπορούσε να υποβληθεί είτε από τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο προσωπικά είτε από τον οργανισμό στον οποίον εργάζεται είτε από κοινού μαζί με άλλα άτομα κάτω από την ομπρέλα συμβουλευτικού οίκου. Η Εναγόμενη, νομικό πρόσωπο ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία 'Andreas C. Demetriades Consulting Services Ltd' που συστάθηκε σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και εγγράφηκε δεόντως στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών στις 21.11.95 και η επωνυμία της στις 16.12.108 μετονομάστηκε σε 'ADCS International Limited', ήταν ανάμεσα στους συμβουλευτικούς οίκους που υπέβαλαν αίτηση για άτομα που επιθυμούσαν να ενταχθούν στο μητρώο του ΙΤΚ ως διαπιστευμένοι σύμβουλοι και ανήκαν στο δυναμικό της. Η εξέταση της αίτησης αφορούσε τον κάθε ένα ενδιαφερόμενο ξεχωριστά και το ΙΤΚ μπορούσε να εγκρίνει ένα άτομο και να απορρίψει ένα άλλο. Η αίτηση ορισμένων ατόμων που υπεβλήθηκε ομαδικά μέσω της Εναγομένης εγκρίθηκε ενώ για άλλους απορρίφθηκε. Ένταξη του ατόμου στον κατάλογο διαπιστευμένων συμβούλων του ΙΤΚ, του οποίου η αίτηση είχε εγκριθεί, προϋπόθετε αποδοχή από μέρους του εγκριμένου ατόμου των όρων εγγραφής (conditions of listing) και του κώδικα επαγγελματικής συμπεριφοράς (code of conduct) που του διαβιβάζονταν. Ο κώδικας επαγγελματικής συμπεριφοράς διαπιστευμένων συμβούλων που ήταν καταγεγραμμένος σε σχετικό έγγραφο καθόριζε τη σχέση του ΙΤΚ και των διαπιστευμένων συμβούλων, οι όροι του οποίου ρύθμιζαν τις μεταξύ τους υποχρεώσεις. Οι διαπιστευμένοι σύμβουλοι που κατέθεταν τις τεχνο-οικονομικές μελέτες όφειλαν να πληρώνουν τέλη επί του κόστους της μελέτης, ετήσια τέλη εγγραφής για να βρίσκονται εγγεγραμμένοι στον κατάλογο εγκεκριμένων συμβούλων και τέλη παρακολούθησης σεμιναρίων που διοργανώνονταν από το ΙΤΚ, για τα οποία εκδίδονταν σχετικά τιμολόγια. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική και το βάρος απόδειξης βρίσκεται γενικά στους ώμους του Ενάγοντα να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την κυπριακή νομολογία, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της μαρτυρίας που θα κριθεί αξιόπιστη, πάντοτε στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό αλλά μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων (Miorage v. Radivojenik
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1162 και Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614). Έχοντας υπόψη του την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας στην οποία προέβηκε και τα ευρήματα στα οποία κατέληξε, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξαγωγή των συμπερασμάτων του υπό το φως των επιδίκων θεμάτων. 1) Κατά πόσο υπήρχε σε ισχύ συμβατική σχέση μεταξύ του ΙΤΚ και της Εναγομένης Μέσα από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που έγινε αποδεκτό κάτι τέτοιο δεν στοιχειοθετείται, πράγμα που αποτελεί συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία και δεδομένα της υπόθεσης υποδεικνύουν ότι δεν υπήρχε πρόθεση από μέρους του ΙΤΚ και της Εναγομένης να δημιουργήσουν μεταξύ τους συμβατική σχέση. Στη στάση αυτή παρέμειναν αταλάντευτοι. Αυτό εξάγεται μέσα από την όλη συμπεριφορά τους αλλά και το ρόλο που επιδίωξαν να διαδραματίσουν. Το γεγονός ότι κατά καιρούς μέλη της Εναγομένης είχαν εγγραφεί ως διαπιστευμένοι σύμβουλοι στο μητρώο του ΙΤΚ και υπό την προσωπική τους ιδιότητα ανέλαβαν υποχρεώσεις δεν δημιουργεί συμβατική σχέση μεταξύ της ιδίας της Εναγομένης και του ΙΤΚ. Η Εναγόμενη, ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που είναι, αποτελεί αυτοτελή νομική οντότητα, της οποίας η νομική της ύπαρξη σηματοδοτείται με την έκδοση του πιστοποιητικού σύστασης της από το τμήμα του Εφόρου Εταιρειών δυνάμει του άρθρου 17
(1)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113 μετά των συναφών τροποποιήσεων (Καλησπέρας v. Δρυάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 867 και Σολομού v. Εταιρείας Vineyard View Tourist Enterprises Ltd
(1998)1A Α.Α.Δ. 300). Ως ανεξάρτητη νομική προσωπικότητα που διαθέτει, έχει τη δική της δικαιοπρακτική ικανότητα και μπορεί να συνάπτει τις δικές της συμβάσεις. Ακόμη όμως και να κριθεί εσφαλμένο το πιο πάνω συμπέρασμα του Δικαστηρίου σε ανώτερο δικαστικό επίπεδο και συγκεκριμένα να θεωρηθεί ότι νομικό πρόσωπο μπορούσε να υποβάλει αίτηση για να εγγραφεί στο μητρώο του ΙΤΚ ως διαπιστευμένος σύμβουλος, δεν έχει προσκομιστεί στο Δικαστήριο έγγραφο που να γνωστοποιεί έγκριση σχετικής αίτησης της Εναγομένης. Ούτε έχει παρουσιαστεί οποιοδήποτε στοιχείο που να αναφέρει εγγραφή της Εναγομένης στο μητρώο του ΙΤΚ ως διαπιστευμένου συμβούλου. Ούτε και τέθηκε ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει τη συνομολόγηση σύμβασης με συμβαλλόμενα μέρη την Εναγόμενη και το ΙΤΚ. Δεδομένης της έντονης και κατηγορηματικής αμφισβήτησης που υπήρξε από μέρους της Εναγομένης, η λεκτική διατύπωση των θέσεων της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη και οι εταιρείες 'Andreas Demetriades Consulting Services Ltd' και 'Ανδρέας Δημητριάδης Συμβουλευτικές Υπηρεσίες Λτδ' πρόκειται για το ίδιο νομικό πρόσωπο ή ότι η Εναγόμενη και ο οίκος 'A. Demetriades Consulting Services' πρόκειται για τον ίδιο οργανισμό, παρέμειναν μετέωρες. Ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε από το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών που να αποδεικνύει τη θέση αυτή. Η αποτυχία προσκόμισης τέτοιας μαρτυρίας εκμηδενίζει την πιθανότητα ύπαρξης σχέσης του Τεκμηρίου 1 με την Εναγόμενη, έγγραφο το οποίο εν πάση περιπτώσει παρουσιάζει ανάλυση των συναλλαγών που επικαλείται, οι οποίες καλύπτουν περίοδο πριν από τις 21.11.95, ημερομηνία κατά την οποία είναι παραδεκτό γεγονός ότι η Εναγόμενη είχε δεόντως συσταθεί και εγγραφεί στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, ήτοι τον περί Εταιρειών Νόμο (Κεφ.113) μετά των συναφών τροποποιήσεων. 2) Σε περίπτωση που υπήρχε σε ισχύ συμβατική σχέση κατά πόσο η εγκυρότητα αυτής επηρεάστηκε από τυχόν κατάχρηση, παράβαση εμπιστευτικής σχέσης και σύγκρουσης συμφερόντων από μέρους της Ενάγουσας και/ή του ΙΤΚ Ένεκα του πιο πάνω συμπεράσματος του Δικαστηρίου παρέλκει η εξέταση αυτού του ζητήματος. 3) Σε περίπτωση που υπήρχε σε ισχύ συμβατική σχέση ποια τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών και γενικότερα οι όροι που διέπουν την τυχόν μεταξύ τους σύμβαση Ένεκα του πιο πάνω συμπεράσματος του Δικαστηρίου παρέλκει η εξέταση αυτού του ζητήματος. 4) Σε περίπτωση που κριθεί ότι υπήρχε σύμβαση μεταξύ του ΙΤΚ και της Εναγομένης κατά πόσο η τελευταία ευθύνεται για παράβαση της Ένεκα του πιο πάνω συμπεράσματος του Δικαστηρίου παρέλκει η εξέταση αυτού του ζητήματος. 5) Κατά πόσο ως αποτέλεσμα τυχόν παράβασης της σύμβασης εξ' υπαιτιότητας της Εναγομένης το ΙΤΚ υπέστη οποιαδήποτε ζημιά Ένεκα του πιο πάνω συμπεράσματος του Δικαστηρίου παρέλκει η εξέταση αυτού του ζητήματος. 6) Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι το ΙΤΚ υπέστη ζημιά συνεπεία τέτοιας παράβασης εξ' υπαιτιότητας της Εναγομένης να υπολογιστεί η ζημιά και να αποφασιστεί εάν η Ενάγουσα δικαιούται αποζημίωση Ένεκα του πιο πάνω συμπεράσματος του Δικαστηρίου παρέλκει η εξέταση αυτού του ζητήματος. 7) Σε περίπτωση που κριθεί ότι υπήρχε επαγγελματική συνεργασία μεταξύ του ΙΤΚ και της Εναγομένης κατά πόσο μέσα από αυτή προέκυψε το ποσό που απαιτείται Μέσα από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που έγινε αποδεκτό κάτι τέτοιο δεν τεκμηριώνεται, πράγμα που αποτελεί συμπέρασμα του Δικαστηρίου. 8) Κατά πόσο το ποσό που απαιτείται κατέστη οφειλόμενο και είναι δικαιολογημένο Μέσα από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που έγινε αποδεκτό κάτι τέτοιο δεν τεκμηριώνεται, πράγμα που αποτελεί συμπέρασμα του Δικαστηρίου. 9) Κατά πόσο μέσα από τη συμπεριφορά της η Εναγόμενη πλούτισε αδικαιολόγητα εις βάρος του ΙΤΚ Μέσα από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που έγινε αποδεκτό κάτι τέτοιο δεν έχει αποδειχτεί, πράγμα που αποτελεί συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Στην απουσία αποδεκτής μαρτυρίας που θα τον υποστήριζε, ο εν λόγω ισχυρισμός παρέμεινε μετέωρος και κατ' επέκταση ατεκμηρίωτος. 10) Κατά πόσο το ΙΤΚ είχε καθήκον επιμέλειας απέναντι στην Εναγόμενη Οι αρχές της αμέλειας έχουν κωδικοποιηθεί μέσα από τον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Συγκεκριμένα, το άρθρο 51 καθορίζει την αμέλεια ως την τέλεση πράξης την οποίαν υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό σωστό πρόσωπο ή την παράλειψη τέλεσης πράξης την οποίαν τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε. Αμέλεια ακόμη μπορεί να είναι η παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις. Το εν λόγω άρθρο προνοεί αποζημίωση στην πρόκληση ζημιάς ως αποτέλεσμα αμελούς πράξης ή παράλειψης μόνο στο πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπείχε υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια. Τα συστατικά στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν σε κάθε αγωγή αμέλειας είναι η ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής (δηλαδή η τέλεση αμελούς πράξης ή παράλειψης) από μέρους ενός μέσου συνετού ανθρώπου, η πρόκληση ζημιάς ως αποτέλεσμα της τέλεσης αμελούς πράξης ή παράλειψης (αιτιώδης συνάφεια) και η δυνατότητα πρόβλεψης ότι η τέλεση της εν λόγω πράξης ή παράλειψης μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα (Στρατμάρκο Λτδ v. Μιχαήλ
(1989)1 C.L.R. 453, κυπριακό νομικό σύγγραμμα κ.κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου Κεφάλαιο 148: Αστικά Αδικήματα-Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 2, σελ. 103-104). Στην προκειμένη περίπτωση για να προσδιοριστεί το αστικό αδίκημα της αμέλειας απαιτείται:
(1)ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας από το ΙΤΚ προς την Εναγόμενη,
(2)η πρόκληση ζημιάς και/ή βλάβης στην Εναγόμενη
(3)αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμελούς πράξης ή παράλειψης του ΙΤΚ και της ζημιάς και/ή βλάβης που προκλήθηκε στην Εναγόμενη ως αποτέλεσμα του επιδίκου περιστατικού. Γενικά το θέμα της αμέλειας είναι ζήτημα γεγονότων και αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (Patsalides v. Yiapani
(1969)1 C.L.R. 84). Η έννοια της αμέλειας ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Το ζήτημα αυτό συνοψίζεται στην Φοινικαρίδης v Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 ως εξής: "Αυτό κατά εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς θα υπενθυμίζαμε πως γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Elpiniki Panayiotou Mavrou v Georgios Kyriakou Mavrou
(1979)1 C.L.R. 215)." Μέσα από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που έγινε αποδεκτό δεν στοιχειοθετείται κανένα συστατικό στοιχείο της αμέλειας, πράγμα που αποτελεί συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Η ανυπαρξία σχέσης μεταξύ ΙΤΚ και Εναγομένης καθώς επίσης η μη ανάμιξη της Εναγομένης στην εκπόνηση τεχνο-οικονομικών μελετών από τους διαπιστευμένους συμβούλους προς όφελος των πελατών, οι οποίοι αναλάμβαναν την πληρωμή των αμοιβών, κάτι που αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, εκμηδενίζει τέτοια πιθανότητα. 11) Σε περίπτωση που κριθεί ότι το ΙΤΚ είχε καθήκον επιμέλειας κατά πόσο αυτό παραβιάστηκε από πράξεις και/ή παραλείψεις του Ένεκα του πιο πάνω συμπεράσματος του Δικαστηρίου παρέλκει η εξέταση αυτού του ζητήματος. 12) Εάν μέσα από τέτοια τυχόν παράβαση η Εναγόμενη υπέστη τις ζημιές που ισχυρίζεται Ένεκα του πιο πάνω συμπεράσματος του Δικαστηρίου παρέλκει η εξέταση αυτού του ζητήματος. Εν πάση όμως περιπτώσει, είναι πάγια νομολογημένο ότι οι ειδικές ζημιές πρέπει να εξειδικεύονται στο δικόγραφο, να καταγράφονται αναλυτικά και ξεκάθαρα στις έγγραφες προτάσεις και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα, με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία (Ανδρέα Πίριλλου v Ρουπινέττας Κονναρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 1153, Βάσω Μιχαήλ v Ανδρέας Ονουφρίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1349, R.K.B. Leathergoods Limited v Βιργίνια Ευαγγέλου Αγγελίδη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1071, Νεοκλής Αντωνιάδης v Μιχάλης Σπύρου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1171, Κούνουνα κ.α. v Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.α.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2126). Εναπόκειται στον ενάγοντα σε κάθε περίπτωση να αποδείξει με κατάλληλη και αποδεκτή μαρτυρία τα κονδύλια που συνιστούν ειδική ζημιά. Επομένως, η απόδειξη των ειδικών αποζημιώσεων κινείται πάντοτε σε αυστηρά πλαίσια και το βάρος απόδειξης τους το φέρει πάντοτε ο διάδικος που τις διεκδικεί (Παναγιώτη Παναγή v Σάββα Κακόψιτου
(2001)1 Α.Α.Δ. 839). Στην παρούσα υπόθεση από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που έγινε αποδεκτό κάτι τέτοιο δεν έχει αποδειχτεί, πράγμα που αποτελεί συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Ειδικότερα ουδεμία ανάλυση δικογραφείται στο δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης ως προς την επικαλούμενη ζημιά της κάθε μία από τις έξι φερόμενες ως εμπλεκόμενες εταιρείες-πελάτες και κανένα αποδειχτικό στοιχείο που να τεκμηριώνει κάθε μία από αυτές έχει προσκομιστεί στο Δικαστήριο. 13) Κατά πόσο το ΙΤΚ ευθύνεται για τυχόν παράβαση καθηκόντων του που απορρέουν μέσα από νομοθεσία Στην περίπτωση όπου διεκδικούνται αποζημιώσεις στη βάση παράβασης θεσμοθετημένου καθήκοντος, αν η νομοθεσία που ο ενάγοντας επικαλείται δεν προβλέπει ρητά δια ειδικής διάταξης αγώγιμο δικαίωμα για την ανάκτηση της ζημιάς, η οποία προκύπτει από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης την οποία επιβάλλει ο νόμος αφενός και η παράλειψη ποινικοποιείται αφετέρου, τεκμαίρεται εκ πρώτης όψεως ότι η εν λόγω νομοθεσία δεν παρέχει αστική θεραπεία. Ο κανόνας όμως αυτός υπόκειται σε δύο εξαιρέσεις: (α) Όπου η υποχρέωση επιβάλλεται υπέρ συγκεκριμένης τάξης ή ατόμων, παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα σε άτομα που ανήκουν σ' αυτή την κατηγορία για την ανάκτηση της ζημιάς, η οποία προκύπτει από την παράβαση του νομικού καθήκοντος ή της υποχρέωσης, και (β) Όπου ο νόμος στοιχειοθετεί δημόσιο δικαίωμα (public right), παρέχεται αγώγιμο δικαίωμα σε μέλος του δημοσίου το οποίο υφίσταται ιδιαίτερη ζημιά λόγω της παραβίασης του δημόσιου δικαιώματος (Νομικό σύγγραμμα των κ.κ. Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα, Τόμος 2, σελ. 375-386, Kythreotis v. Constantinou
(1984)1 C.L.R. 811, Lonrho Ltd. & Others v. Shell Petroleum Co. Ltd and Others
(1981)1 All E.R. 456). Αυτό τελικά είναι θέμα ερμηνείας της νομοθεσίας που ο ενάγοντας επικαλείται (Peristeronopigi Transport Co. Ltd v. Toumazos Th. Toumazou
(1970)1 C.L.R. 196). Ερχόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι παρόλο ότι στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση δικογραφείται τέτοιος ισχυρισμός της Εναγομένης ως βάση αγωγής, εντούτοις η Εναγόμενη παρέλειψε να τον προωθήσει κατά την ακρόαση της υπόθεσης αυτής μέσω της παρουσίασης σχετικών αποδεικτικών στοιχείων με αποτέλεσμα ο εν λόγω ισχυρισμός της να παραμείνει μετέωρος. Ούτε στην τελική αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγομένης παρέπεμψε το Δικαστήριο σε ποιες νομοθεσίες και σε ποια άρθρα αυτών θεωρεί ότι υπάρχει παράβαση υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές για το ΙΤΚ. Ως εκ τούτου, η Εναγόμενη απέτυχε να αποδείξει αυτή τη βάση αγωγής, την οποία θεωρώ ότι εγκατέλειψε. 14) Αιτούμενες θεραπείες Ανταπαίτησης Από τα ενώπιον στοιχεία και δεδομένα καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η Εναγόμενη απέτυχε να αποδείξει τις αξιούμενες θεραπείες υπό το σημείο 23(Α) της ανταπαίτησης της. Η αποτυχία της Εναγομένης να αποδείξει ότι υπέστηκε ζημιές και απώλειες εξ' υπαιτιότητας της Ενάγουσας εκμηδενίζει τη δυνατότητα χορήγησης των θεραπειών που διεκδικούνται ανταπαιτητικώς υπό τα υπόλοιπα σημεία της παραγράφου 23 του δικογράφου της υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Κατάληξη Δικαστηρίου: Η απόρριψη των μαρτυριών των δύο μαρτύρων στην αγωγή αυτή για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί με αναλυτικό τρόπο οδηγεί σε αποτυχία τόσο την απαίτηση της Ενάγουσας όσο και την ανταπαίτηση της Εναγομένης. Αναφορικά με τα έξοδα της απαίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης και εναντίον της Ενάγουσας. Σε σχέση με τα έξοδα της ανταπαίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης. (Υπ.) ............................................ Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Law of Contract/Breach of Contract/Damages/Debt/Unfair Enrichment/Final Judgment (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Δίκαιο των Συμβάσεων/Παράβαση Σύμβασης/Αποζημιώσεις/ Οφειλόμενο ποσό/Αδικαιολόγητος Πλουτισμός/Τελική Απόφαση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο