Bank of Cyprus Public Company Ltd ν. Ανδρέα Χρίστου Αναστασίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1260/13, 30/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A137 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής׃ 1260/13 Μεταξύ: Bank of Cyprus Public Company Ltd Εναγόντων Και 1.Ανδρέα Χρίστου Αναστασίου
- Παναγιώτα Αναστασίου Eναγομένων Ημερομηνία : 30/4/2018 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους 1 και 2 /Αιτητές׃ κ. Τσιαπαλής (για την απαγγελία της απόφασης η κα Πόγιαννου) Για Ενάγοντες /Καθ' ων η αίτηση: κα Ζίγκα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αφορμή για έκδοση της παρούσας απόφασης αποτέλεσε η αίτηση των εναγομένων 1 και 2/αιτητών ημερομηνίας 14/11/2017, με την οποία επιδιώκουν την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι εκτεταμένες και εκτίθενται στο σώμα της αίτησης και για αυτό και θεωρώ αχρείαστο να τις παραθέσω. Την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του εναγομένου
- Πολύ συνοπτικά να αναφέρω ότι σύμφωνα με τα όσα προβάλλει, η ανάγκη για τροποποίηση διαφάνηκε κατά τη διάρκεια συνάντησης που είχαν με τον δικηγόρο τους για την προετοιμασία της ακρόασης. Σύμφωνα με τη θέση του η οποία προκύπτει από νομική συμβουλή που έλαβε η ανάγκη για τροποποίηση είναι πασιφανής και αναγκαία. Και αυτό για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και να οδηγήσουν έτσι σε πλήρη και ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η αίτηση συνάντησε την ένσταση των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι και καταχώρησαν ειδοποίηση ένστασης προβάλλοντας 33 συνολικά λόγους που συνηγορούν σύμφωνα με την εισήγηση τους υπέρ της απόρριψης της και οι οποίοι μπορούν να συνοψισθούν στους ακόλουθους. Ότι η αίτηση είναι καταχρηστική, κακόπιστη, ότι καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση χωρίς να δίδεται ικανοποιητική εξήγηση που να δικαιολογεί την έγκριση της, ότι με αυτήν εισάγεται μια νέα εντελώς γραμμή υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και ότι θα προκληθεί ζημιά στους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα . Προβάλλονται επίσης διάφοροι λόγοι που σχετίζονται με τη νομοθεσία που είχε εφαρμογή κατά τον χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας, σε προσπάθειες που φαίνεται να έγιναν για εξώδικο συμβιβασμό της υπόθεσης κ.λ.π.. Πριν προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης, χρήσιμο θεωρώ να παραθέσω σε συντομία το ιστορικό της υπόθεσης. Το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 17/5/
- Μετά την επίδοση του στους εναγόμενους 1 και 2, αυτοί καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης μέσω του δικηγόρου τους στις 20/6/2013 και στις 12/2/2014 Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση καταχωρήθηκε από τους ενάγοντες στις 18/2/
- Στην συνέχεια η υπόθεση ορίσθηκε και για οδηγίες και για ακρόαση αρκετές φορές. Τελευταία φορά η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 6/11/
- Την ημερομηνία αυτή η συνήγορος των εναγομένων αιτήθηκε αναβολή της ακρόασης γιατί θα καταχωρούσε όπως ανάφερε αίτηση τροποποίησης. Το αίτημα εγκρίθηκε χωρίς ένσταση των εναγόντων και στις 14/11/2017 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Η ακροαματική διαδικασία περιορίσθηκε σε αγορεύσεις. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, καθώς και από τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι' αυτό και δεν θεωρώ απαραίτητο να τα παραθέσω με περισσότερη λεπτομέρεια. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης έχουν εκτεθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 Α.Α.Δ. 33, οι αρχές αυτές συνοψίσθηκαν ως ακολούθως: «α. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. β. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου. γ. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά 3336το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος. δ. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.». Ο κυρίαρχος λόγος όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Geto Trading Import-Export Ltd v. Το Πλοίο M/V Vladimir Vasilief (αρ. 4)
(1993)1 Α.Α.Δ., σ.71 που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο για να επιτρέψει τροποποίηση είναι η παροχή δυνατότητας στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. Όπως και ο Λόρδος Denning έχει αναφέρει στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and others v. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R.754, η οποία και υιοθετήθηκε και στην Κύπρο, σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως την Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934, «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. σ. 704 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής». Όπως τέθηκε και στην απόφαση Νικολάου v. Μιλτιάδου κ.α.
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1005 «ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης». Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Αντρέας Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, στη σελίδα 562 της απόφασης λέχθηκε πως: «Όσο φιλελεύθερη και να δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των Εφεσειόντων στην έκταση που την θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα δηλαδή από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους». Όπως αναφέρθηκε στην Βασιλειάδης ν. Πετρολίνα
(1994)
(1)Α.Α.Δ. σ.14: «Άκαμπτοι κανόνες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν θα μπορούσαν να διαγραφούν αλλά παράγοντες με ποικίλλουσα βαρύτητα ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης». Στην Saba & Co v. T.P.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. σ. 426 λέχθηκε ότι: «Η καθυστέρηση δε, δεν είναι αφ΄ εαυτής αποφασιστικής σημασίας. Καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή». Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Ltd κ.α. ν. A & G Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. σ.72 λέχθηκε ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας συνυπολογίζει όλους τους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε διαδραματίζοντες ρόλο καθώς και όλα τα σχετικά γεγονότα στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Α. Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. σ. 934, επετράπηκε η τροποποίηση, παρά το ότι η διαδικασία βρισκόταν σε πολύ προχωρημένο στάδιο και η αίτηση είχε καταχωρηθεί μετά την έναρξη της ακρόασης και αφού είχαν ακουσθεί επτά μάρτυρες, σε υπόθεση μάλιστα όπου είχε διεξαχθεί και επιτόπια έρευνα από το Κτηματολόγιο. Αναφέρθηκαν στην υπόθεση αυτή μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σύγχρονη Νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα». (Βλ. και Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation , Πολι. Εφ. 58/2012 ημερομηνίας 4/3/2013) . ΝΑ ΤΗ ΔΩ Στην Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co Ltd
(1990)1 AAΔ 24, υποβλήθηκε αίτημα για τροποποίηση στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων και αφού είχε ήδη ολοκληρωθεί η αγόρευση της μιας πλευράς. Η αίτηση βασιζόταν στο Καν. 90 των Κυπριακών Θεσμών Ναυτοδικείου, όπου η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε τέτοιας φύσης υποθέσεις, ασκείται με βάση τις ίδιες αρχές, όπως και στις αστικές υποθέσεις. Αναφέρθηκε στην απόφαση αυτή ότι: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και εξισορροπούνται μετά από συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελέσφορο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους και των συμφερόντων του δημοσίου στη εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης». Αξίζει στο σημείο αυτό να γίνει αναφορά στην Clive Preece κ.α. v. Νάσως Θεοφίλου Ρωσσίδου
(2011)1 (Γ) ΑΑΔ 2138, όπου έγινε συμπερίληψη όλης της πιο πάνω νομολογίας και όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανάφερε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 25 καν. 1, παρέχουν δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων. Η επί τούτου απόφαση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση καθιερωμένων κριτηρίων. Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και με βάση τις αρχές που καθιερώθηκαν από τη νομολογία, κρίνεται ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Και αυτό για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα όσα πραγματικά περιβάλλουν την υπόθεση και να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η ουσία της διαφοράς. Τα όσα προβλήθηκαν περί καταχρηστικότητας δεν μπορούν να ευσταθήσουν αφού καμιά συγκεκριμένη συμπεριφορά δεν τείνει να καταδείξει κάτι τέτοιο. Σημαντικό είναι και πρέπει να λεχθεί ότι οι ενάγοντες παρά το ότι προβάλλουν τη θέση αυτή, πουθενά δεν υποδεικνύουν κάτι συγκεκριμένο που να τείνει έστω να τεκμηριώσει τη θέση τους αυτή έτσι ώστε το ζήτημα να εξετασθεί περαιτέρω. Προβάλλεται επίσης η θέση ότι η αίτηση γίνεται κακόπιστα, με μοναδικό στόχο όπως οι εναγόμενοι δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις έτσι ώστε να μπορούν στην περίπτωση που οι ενάγοντες θέσουν σε εφαρμογή τη διαδικασία του Μέρους VIA του N.9/1965 και προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασίας εκποίησης της υποθήκης, να μπορούν να επικαλεστούν την εφαρμογή του άρθρου 44 Γ
(3)(δ) αφού η Ανταπαίτηση που προσπαθούν να εισαγάγουν θα περιλαμβάνει διάταγμα για ακύρωση της υφιστάμενης υποθήκης. Όπως είναι νομολογημένο, για να πετύχει τέτοιος λόγος ένστασης, θα πρέπει η κακοπιστία να είναι εμφανής, κάτι που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση. Και αυτό γιατί η θέση των εναγόντων, βασίζεται απλώς και μόνο σε υποθέσεις και τίποτε περισσότερο. Εφόσον καμία διαδικασία πώλησης του ακινήτου που βαρύνεται με την υποθήκη δεν φαίνεται να έχει ξεκινήσει, δεν μπορεί εκ προοιμίου να θεωρηθεί ότι οι εναγόμενοι ενεργούν όντως με κακοπιστία και προσπαθούν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για μια ενέργεια που όχι μόνο δεν έχει ακόμα ξεκινήσει αλλά ούτε καν γνωρίζουν εάν θα ξεκινήσει. Πρέπει δε να λεχθεί ότι πολλά στοιχεία που οι ενάγοντες επικαλούνται ότι καταδεικνύουν την ύπαρξη κακοπιστίας εκ μέρους των εναγομένων, όπως π.χ. εάν η επίδικη συμφωνία διέπεται ή όχι από τον Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο (Συμφωνίες Στεγαστικών Δανείων και Ενοικιαγορών) Ν. 39(Ι)/2001είναι θέματα που θα αποφασισθούν στο στάδιο ακρόασης της αγωγής και όχι τώρα. Σε σχέση με τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι παρατηρείται καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης και ότι δεν δίδεται ικανοποιητική εξήγηση γιατί σήμερα ζητείται η τροποποίηση, παρατηρείται ότι πράγματι με λιτό και συνοπτικό τρόπο οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι η ανάγκη για τροποποίηση διαπιστώθηκε κατά την εξιστόρηση των γεγονότων στον δικηγόρο τους και όταν είχαν συνάντηση μαζί του για την προετοιμασία της ακρόασης. Ο ισχυρισμός τους αυτός συνάδει και με τη θέση που προβλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου όταν και όπως προκύπτει από το πρακτικό ημερομηνίας 6/11/2017 που η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση η συνήγορος που εμφανίσθηκε για τους εναγόμενους αιτήθηκε αναβολή της ακρόασης, προβάλλοντας ως λόγο την πρόθεση της να καταχωρήσει αίτηση τροποποίησης, κάτι που προφανώς έκανε κάποιες μέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 14/11/2017. Για αυτό και η λιτότητα με την οποία προβάλλεται ο λόγος για τον χρόνο που προέκυψε η ανάγκη για τροποποίηση και αιτιολόγηση της καθυστέρησης δεν πρέπει να προσμετρήσει σε βαθμό που να οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης (βλ. Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1 (Β) ΑΑΔ 1005 και Clive Preece v. Νάσω Ρωσσίδου
(2011)1 (Γ) ΑΑΔ 2138). Και αυτό γιατί κυρίαρχος στόχος που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι να τεθούν ενώπιον του όλα τα ζητήματα και η ουσία της διαφοράς. Σημαντικό είναι επίσης ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα ξεκινήσει και συνεπώς οι ενάγοντες θα μπορούν και θα έχουν την ευκαιρία να απαντήσουν και να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς των εναγομένων 1 και 2. Όπως αποφασίσθηκε στην υπόθεση Δόμνας Χριστοδούλου πιο πάνω, είναι δυνατό να επιτραπεί τροποποίηση ακόμα και όταν αυτή είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης κάτω βέβαια από κάποιες προϋποθέσεις. Όσον αφορά το θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης και όπως και στην υπόθεση Astor, πιο πάνω αποφασίσθηκε, ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνυπολογίζει όλους τους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντες ρόλο, καθώς και όλα τα σχετικά γεγονότα στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Έτσι και στην παρούσα υπόθεση, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για παλιά υπόθεση, είναι σημαντικό ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα ξεκινήσει. Οι ενάγοντες προβάλλουν επίσης ως λόγο ένστασης ότι τα γεγονότα των οποίων επιδιώκεται η εισαγωγή, αποτελούν νέα γεγονότα τα οποία μεταβάλλουν τη βάση της υπεράσπισης. Όμως αυτό δεν συμβαίνει, αφού με τους επιδιωκόμενους να εισαχθούν ισχυρισμούς, δεν μεταβάλλονται οι υφιστάμενες θέσεις των εναγομένων 1 και 2 αλλά διευρύνονται. Οι εναγόμενοι εξακολουθούν να δέχονται την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών και ειδικότερα της υποθήκης, προσπαθούν όμως να εισαγάγουν ισχυρισμούς για μη εγκυρότητα τους, για τους λόγους που προβάλλουν. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι ακόμα και στην περίπτωση που κρινόταν ότι με την τροποποίηση εισάγεται νέα βάση υπεράσπισης, αυτή δεν οδηγεί αφευατού σε μη αποδοχή του αιτήματος (βλ. Saba v. T.M.P. Agents
(1994)1 AAΔ 426). Προβάλλουν τέλος οι ενάγοντες ότι θα προκληθεί σε αυτούς ζημιά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων. Και αυτό γιατί η αξία της περιουσίας των εναγομένων δεν μπορεί να καλύψει τις υφιστάμενες υποχρεώσεις τους. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση τους αυτή. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες οι ενάγοντες παρείχαν το επίδικο δάνειο, ο συνυπολογισμός από αυτούς των εξασφαλίσεων που είχαν ή θα μπορούσαν να έχουν, η οποιαδήποτε αξία τυχόν είχε ή έχει η περιουσία που οι ίδιοι αποδέχθηκαν να υποθηκευτεί προς όφελος τους, δεν είναι δεν είναι ζήτημα σχετικό με τον υπό εξέταση παράγοντα. Και αυτό γιατί οι ίδιοι αποδέχθηκαν την συγκεκριμένη εξασφάλιση κατά τη σύναψη της συμφωνίας και όφειλαν να συνυπολογίσουν όλα τα δεδομένα αλλά και τις πιθανότητες που δυνατό να υπήρχαν. Με βάση όλα τα πιο πάνω, συνεκτιμώντας όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται φιλελεύθερα χωρίς να διέπεται από άκαμπτους κανόνες (βλ. Kayat πιο πάνω), λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε υπόθεση δικάζεται και αποφασίζεται με βάση τα επίδικα θέματα όπως αυτά εγείρονται στα δικόγραφα, της δυνατότητας που παρέχεται σε κάθε διάδικο να προβάλει ελεύθερα τους ισχυρισμούς του (βλ. Geto πιο πάνω), σε συνδυασμό με το ότι καμία αδικία ή δυσμενής επηρεασμός θα επέλθει στα δικαιώματα των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση, κρίνεται ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, το αίτημα για τροποποίηση να εγκριθεί. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα για τροποποίηση ως η αίτηση. Η τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των εναγομένων 1 και 2/αιτητών να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την σύνταξη του διατάγματος. Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση εντός περαιτέρω 15 ημερών. Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses), όπως και τα έξοδα της παρούσας αίτησης όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση και σε βάρος των εναγομένων 1 και 2 /αιτητών και να είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............. Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής civil/interim subject: tropopiisi cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο