Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. SUTTON, Αρ. Υπόθεσης: 6878/18, 30/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A155 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6878/18 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΧΧΧΧ SUTTON Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 30.10.18 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο: κος Μ. Γαβριηλίδης (ο ίδιος για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις εξής κατηγορίες:
(1)παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως 'Α' κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ν.29/77 μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορίες 1 και 2),
(2)παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως 'Α' με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ν.29/77 (κατηγορία 3),
(3)παράνομη χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως 'Α' κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ν.29/77 (κατηγορία 4),
(4)κατοχή απαγορευμένων ουσιών κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του Ν.7(ΙΙΙ)/2009 μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορία 5)
(5)χρήση απαγορευμένων ουσιών κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του Ν.7(ΙΙΙ)/2009 (κατηγορία 6),
(6)κυκλοφορία φαρμακευτικού προϊόντος για το οποίο δεν έχει εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ν.70(Ι)/2001μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορίες 7 και 8),
(7)νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του Ν.188(Ι)/2007 μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορία 9) και
(8)κατοχή εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια του επιθεωρητή εκρηκτικών υλών κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του Κεφ.54 μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορία 10). Στην απαγγελία των κατηγοριών ο κατηγορούμενος απάντησε παραδοχή στις κατηγορίες 1, 2, 4, 5, 6 και 10 και μη παραδοχή στις κατηγορίες 3, 7, 8 και 9, ως ήταν δικαίωμα του. Ευθύς η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση την 15.11.18. Μετά την εξέλιξη αυτή, η κατηγορούσα αρχή υπέβαλε αίτημα όπως το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια του διατάξει την κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι την εκδίκαση της παρούσας ποινικής υπόθεσης. Το αίτημα της κράτησης εδράζεται στον κίνδυνο φυγοδικίας του κατηγορουμένου. Στη νομική επιχειρηματολογία της η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σοβαρές κατηγορίες, σε μερικές από τις οποίες έχει δηλώσει παραδοχή. Περαιτέρω η κυρία Παπαλαζάρου δήλωσε πως παρόλο ότι ο κατηγορούμενος έχει τις επαγγελματικές του δραστηριότητες στην Κύπρο και παρόλο ότι είναι πατέρας τριών παιδιών που διαμένουν στην Κύπρο, εντούτοις διατηρεί σοβαρούς δεσμούς με το Ηνωμένο Βασίλειο που είναι η χώρα καταγωγής του αφού εκεί βρίσκονται οι γονείς του. Είναι η θέση της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής ότι η παρουσία του κατηγορουμένου την ημέρα της ακρόασης της υπόθεσης του διασφαλίζεται μόνο με την κράτηση του. Το αίτημα που υπεβλήθηκε από την κατηγορούσα αρχή προσέκρουσε στην ένσταση του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης. Στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου ανάφερε ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων του κατηγορητηρίου υποβαθμίζεται λόγω της καταχώρησης της υπόθεσης στο επαρχιακό δικαστήριο με συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα. Παράλληλα ο εν λόγω συνήγορος τόνισε πως ο πελάτης του διαμένει τα τελευταία δώδεκα χρόνια στην Κύπρο, έχει δημιουργήσει την δική του επιχείρηση στην Κύπρο ως πωλητής αυτοκινήτων, είναι πατέρας τεσσάρων ανήλικων παιδιών που φοιτούν σε ελληνικά σχολεία του νησιού και συνεισφέρει στα έξοδα τους. Είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι η παρουσία του πελάτη του κατά την εκδίκαση της υπόθεσης διασφαλίζεται με την επιβολή περιοριστικών όρων και προς τούτο εισηγήθηκε τέτοιους που θα μπορούσαν να τεθούν σε ισχύ. Ακολούθως και προτού εκδοθεί η απόφαση του δικαστηρίου, η κατηγορούσα αρχή υπέβαλε αίτημα όπως της επιτραπεί να προσκομίσει επιπλέον στοιχεία σχετικά με το υπό κρίση ζήτημα. Στο αίτημα αυτό η υπεράσπιση δεν είχε ένσταση. Για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί από το δικαστήριο σε από έδρας αυθημερόν απόφαση του, το αίτημα αυτό έγινε αποδεκτό. Στα πλαίσια προσκόμισης των στοιχείων αυτών κατέθεσε ενόρκως ο Λοχίας ΧΧΧ Ταμπούρας, ο οποίος και αντεξετάστηκε από το συνήγορο υπεράσπισης. Σύνοψη της μαρτυρίας του αναφέρει ότι το απόγευμα της 26.10.18 η Διοίκηση της ΥΚΑΝ έλαβε ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο δηλωνόταν πως ο κατηγορούμενος έχει εξασφαλίσει πλαστό έγγραφο έτσι ώστε αν αφεθεί ελεύθερος να εγκαταλείψει την Κύπρο. Η πληροφορία αυτή διαβιβάστηκε στις 29.10.18 στην ΥΚΑΝ Πάφου και στη συνέχεια στην εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής. Ωστόσο ο εν λόγω μάρτυρας αρνήθηκε να καταθέσει τα εν λόγω έγγραφα προκειμένου να διατηρηθεί η ανωνυμία του αποστολέα του ηλεκτρονικού μηνύματος. Η μαρτυρία που αντλείται μέσα από την κυρίως εξέταση και αντεξέταση του πιο πάνω μάρτυρας έχει μελετηθεί και αξιολογηθεί από το δικαστήριο μαζί ασφαλώς και με όλα τα υπόλοιπα στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου στις 26.10.18 όταν είχε τεθεί ζήτημα κράτησης του κατηγορουμένου. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάζει αίτημα κράτησης του κατηγορουμένου ενόσω η ποινική υπόθεση του εκκρεμεί για εκδίκαση εδράζεται στο άρθρο 157
(1)της Ποινικής Δικονομίας (Κεφ. 155) και είναι διακριτικής φύσεως (Βασιλείου v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 7). Το Δικαστήριο, εξετάζοντας ένα αίτημα κράτησης κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του, πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο δικαστήριο και ότι η κράτηση του αποτελεί έναν σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι, προσέγγιση που είναι ευθυγραμμισμένη με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η αρχή αυτή κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφ' όσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας ενός προσώπου. Η απόλυση επί εγγυήσει του υπόδικου αποτελεί την πρώτη επιλογή του Δικαστηρίου και η κράτηση του την εξαίρεση. (Θεοδωρίδης κ.α. v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139). Η κράτηση του κατηγορουμένου μέχρι την ημερομηνία δίκης του είναι θέμα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και η διακριτική ευχέρεια αυτή ασκείται με βάση παγίως καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων (Οικονομίδης v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 492). Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου και είναι:
- Η πιθανότητα/κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο
- Η πιθανότητα/κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων
- Η πιθανότητα/κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς δύναται να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι συνεπώς απαραίτητη η συνδρομή και των τριών πιο πάνω παραγόντων για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Παράλληλα λαμβάνεται υπ' όψιν και ο χρόνος κράτησης υποδίκου. Εφόσον το αίτημα της αστυνομίας περιορίζεται στην πιθανότητα φυγοδικίας του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο δεν θα ασχοληθεί με τους υπόλοιπους λόγους και θα επικεντρωθεί στην εξέταση του λόγου εκείνου επί του οποίου η κατηγορούσα αρχή εδράζει το αίτημά της. Η πιθανότητα μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στη δίκη είναι ο βασικός παράγοντας που εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά την εξέταση του ενδεχομένου κράτησης του. Όπως έχει κατ' επανάληψη επισημανθεί, σκοπός της κράτησης του υποδίκου είναι η εξασφάλιση της παρουσίας του την ημέρα της δίκης και όχι η τιμωρία του (Ονουφρίου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 84/2010 ημερ. 21.10.10). Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολής αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες που λαμβάνονται σοβαρά υπόψη στην πρόγνωση για το ενδεχόμενο μη προσέλευσης και υπαγωγής του κατηγορουμένου στη δικαιοσύνη (Θεοδωρίδης κ.α. v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139, Χριστοδούλου κ.α. v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 538, Γιωργαλλίδης v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 526). Όσο σοβαρότερη είναι μία κατηγορία μεγαλύτερο είναι το κίνητρο του κατηγορουμένου να αποφύγει τη δίκη του. Ωστόσο έχει πλειστάκις τονιστεί από τη νομολογία ότι ο παράγοντας αυτός δεν είναι πάντοτε και σε κάθε περίπτωση αρκετός ώστε να επενεργήσει από μόνος του και αυτομάτως στην κρίση του Δικαστηρίου για την κράτηση του κατηγορουμένου. Παράλληλα με την εξέταση της πιθανότητας - κινδύνου μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο δικαστήριο, λαμβάνονται υπ' όψιν παράγοντες, στοιχεία και δεδομένα που συνδέονται με το χαραχτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία καθώς και γενικότερα θέματα υγείας (Χατζηδημητρίου v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 45, Ψύλλας v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ 444). Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται αποδεχτή εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Οι προσωπικές συνθήκες και οι δεσμοί του παραβάτη με την Κύπρο δεν επενεργούν ως ασπίδα ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα των αδικημάτων και κατ' επέκταση να εξαλείψουν τον κίνδυνο φυγοδικίας (Σάββα v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 176/2017 ημερ. 20.09.17, Φλεριανού v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 13/16 ημερ. 03.03.16 και Πολυδώρου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 114/16 ημερ. 07.07.16). Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν Λουκάς Σιδερένος κ.α., Ποινικές Εφέσεις 73-76/2008, ημερ. 23.04.08, λέχθηκε ότι οι προσωπικές συνθήκες εξετάζονται με αναφορά στο σχετικό κριτήριο, κατά πόσο δηλαδή οι συνθήκες αυτές ανατρέπουν τη σκέψη στον κατηγορούμενο να μην εμφανιστεί στο δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που του προσάπτονται. Δεν εξετάζονται οι προσωπικές συνθήκες με σκοπό να επιδειχθεί επιείκεια στον κατηγορούμενο, απαλλάσσοντάς τον από την ταλαιπωρία της προφυλάκισης. Συνοψίζοντας, η νομολογία καταδεικνύει ότι η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνδυασμό με την πιθανότητα καταδίκης και επιβολή αυστηρής ποινής είναι πρωταρχικός παράγοντας που πάντοτε προσμετρά κατά την εκτίμηση πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη του, όχι όμως απομονωμένα αλλά σε συνάρτηση και αναλόγως των περιστάσεων και των περιβαλλομένων συνθηκών που αφορούν στα ίδια τα γεγονότα ή και στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, τα οποία και συνυπολογίζονται (Κρίνος Θεοχάρους κ.α. v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48). Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος οριοθετείται από τις ποινές που ο νομοθέτης προβλέπει. Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνει κατηγορίες στις οποίες περιέχονται αδικήματα που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας, των οποίων η διάπραξη τους συνεχίζει να παρουσιάζει αυξητική τάση. Για όλα τα αδικήματα που περιέχονται στις κατηγορίες προνοούνται ποινές φυλάκισης και ειδικότερα η διάπραξη τους επισύρει, ανάλογα του αδικήματος, ποινές φυλάκισης δύο χρόνια, πέντε χρόνια, δέκα χρόνια, δώδεκα χρόνια, δεκατέσσερα χρόνια και δια βίου. Το ύψος των πιο πάνω προβλεπομένων ποινών αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα που χαρακτηρίζει τα αδικήματα του κατηγορητηρίου, η οποία σοβαρότητα τους ενισχύεται από τη δραματική εξάπλωση τους στην κυπριακή κοινωνία, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις διάφορες υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον μου. Είναι αδικήματα που ενέχουν στοιχείο επικινδυνότητας και επιφέρουν καταστροφικές συνέπειες στα θύματα τους. Είναι αδικήματα που διαχρονικά αποτελούν κοινωνική μάστιγα και θανάσιμη πληγή για τον τόπο μας. Η νομολογία επιτάσσει αυστηρή αντιμετώπιση των αδικημάτων του κατηγορητηρίου. Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος κριθεί ένοχος, οι ποινές που θα του επιβληθούν θα είναι αυστηρές και αποτρεπτικής φύσεως υπό την έννοια ότι, κατά κανόνα, επιβάλλονται ποινές φυλάκισης, κάτι εξάλλου που υποδεικνύεται μέσα από τη νομολογία. Το γεγονός ότι η υπόθεση καταχωρήθηκε στο επαρχιακό δικαστήριο με συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα σε καμία περίπτωση μειώνει τη σοβαρότητα που χαρακτηρίζει τα εν λόγω αδικήματα, την αυστηρή προσέγγιση τους από τα δικαστήρια και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Για τη διαπίστωση ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης εξετάζεται το υπάρχον μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγησή του ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης, εφόσον δεν αποφασίζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. Το εγχείρημα αυτό περιορίζεται σε αντικειμενική πιθανολόγηση και τίποτε περισσότερο. Όπως ήδη ειπώθηκε, το μαρτυρικό υλικό που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου αντικρίζεται στην όψη του και μόνο (Θεοδωρίδης κ.α. v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139). Στην προκειμένη περίπτωση είναι γεγονός ότι το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης δεν τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου. Ωστόσο η παραδοχή του κατηγορουμένου σε σοβαρής φύσεως κατηγορίες, όπως της παράνομης κατοχής και χρήσης κοκαΐνης, της κατοχής, χρήσης και κυκλοφορίας απαγορευμένης ουσίας testosterone χωρίς σχετική άδεια και της κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή, κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ της ορατής πιθανότητας καταδίκης του σ' αυτές. Την ίδια στιγμή η ποσότητα κοκαΐνης που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι κατείχε είναι τέτοια που με βάση το άρθρο 30Α του Ν.29/77 ενεργοποιεί το μαχητό τεκμήριο της κατοχής ναρκωτικής ουσίας με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα, εκτός εάν αυτός ικανοποιήσει το δικαστήριο για το αντίθετο. Επίσης η παραδοχή του κατηγορουμένου στην κατοχή και χρήση απαγορευμένων ουσιών δυνατό να συνδεθεί με το ύψος των εισοδημάτων που λαμβάνει καθώς και με την κυκλοφορία αυτών. Συνεπώς κρίνω ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα καταδίκης του κατηγορουμένου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, χωρίς βεβαίως να αποκλείεται κάθε λογική προσδοκία για αθώωση του. Σε ότι αφορά το χρονικό διάστημα μέχρι τις 15.11.18 που η παρούσα υπόθεση ορίστηκε για εκδίκαση, κρίνω ότι δεν είναι υπερβολικό. Εξετάζοντας τις προσωπικές, οικονομικές, επαγγελματικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου θα πρέπει να λεχθεί ότι αποτελούν κοινό έδαφος των μερών ότι: (α) ο κατηγορούμενος διαμένει τα τελευταία δώδεκα χρόνια στην Κύπρο, (β) έχει δημιουργήσει τη δική του επιχείρηση στο νησί την οποία και ασκεί ασχολούμενος με την πώληση οχημάτων, (γ) είναι πατέρας τεσσάρων παιδιών που όλα φοιτούν σε ελληνικά σχολεία, (δ) η μητέρα των παιδιών του διαμένει και αυτή στην Κύπρο, (ε) ο κατηγορούμενος συνεισφέρει από τα έσοδα του στα έξοδα ανατροφής και φοίτησης των παιδιών του. Παρόλο ότι ο κατηγορούμενος κατάγεται από το Ηνωμένο Βασίλειο στο οποίο διαμένουν οι γονείς του, εντούτοις τα πιο πάνω δεδομένα υποδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος έχει τη δική του ξεχωριστή ζωή στην Κύπρο, διαθέτει διεύθυνση διαμονής που είναι γνωστή στις κυπριακές αρχές, ασκεί επιχειρηματικές δραστηριότητες στο νησί, η οικογένεια του διαμένει στην Κύπρο, τα παιδιά του φοιτούν σε σχολεία του νησιού και ο ίδιος έχει αναλάβει την εκπλήρωση οικονομικών υποχρεώσεων που αφορούν τη φροντίδα των παιδιών του. Αξιολογώντας την ένορκη μαρτυρία του Λοχία ΧΧΧ Ταμπούρα κρίνω ότι αυτή είναι πολύ γενική και αόριστη. Σεβόμενος την πρόθεση της αστυνομίας να προστατεύσει την ταυτότητα του αποστολέα, ουδεμία αναφορά υπάρχει ως προς την πηγή γνώσης αυτής της πληροφορίας καθώς και γενικότερα για τη σχέση του πληροφοριοδότη με την αντικείμενο της ενημέρωσης. Περαιτέρω η πληροφορία αυτή είναι απογυμνωμένη από λεπτομέρειες που αν υπήρχαν θα έδιδαν μία σαφή εικόνα στο δικαστήριο για την ισχυριζόμενη κατάσταση. Κάτω από αυτά τα δεδομένα η μαρτυρία του πιο πάνω μάρτυρα δεν λαμβάνεται υπόψη. Σταθμίζοντας τις πιο πάνω προσωπικές, οικονομικές, επαγγελματικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου με τα δεδομένα που σχετίζονται με τις παραμέτρους που λαμβάνονται υπόψη για τον κίνδυνο μη προσέλευσης του, θεωρώ ότι οι συνθήκες του κατηγορουμένου είναι τέτοιας φύσης που υπό τις περιστάσεις αφαιρούν το όποιο κίνητρο ο κατηγορούμενος θα είχε για να μην φανεί συνεπείς με το ραντεβού του στο Δικαστήριο την ημέρα εκδίκασης της ποινικής υπόθεσης του, εξουδετερώνοντας έτσι τον κίνδυνο μη προσέλευσης του που ενδεχομένως να είχε δημιουργηθεί μόνο με τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει (Κρίνος Θεοχάρους κ.α. v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48 και Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 203/2012 ημερ. 01.11.12), εξαλείφοντας έτσι τον κίνδυνο φυγοδικίας. Συνεπώς, υπό τις περιστάσεις, δεν επιβάλλεται η κράτηση του κατηγορουμένου. Για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί το αίτημα της αστυνομίας για κράτηση του κατηγορουμένου απορρίπτεται ως αβάσιμο. (Υπ) ........... Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General/Criminal/Whether an accused will remain in custody until the trial of the criminal case/Judgment (Αναφορά: Ποινικό/Κράτηση Υποδίκου μέχρι την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης/Απόφαση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο