← Κύπρος

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΠΑΦΟΥ ν. Παπακόκκινου, Αρ. Αγωγής: 3058/12, 27/11/2018

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΠΑΦΟΥ ν. Παπακόκκινου, Αρ. Αγωγής: 3058/12, 27/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A160 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. Δημητρίου - Παναγή, Ε. Δ Αρ. Αγωγής: 3058/12 Μεταξύ: ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΠΑΦΟΥ, από τη Πάφο και ΧΧΧΧΧΧ Παπακόκκινου, από τη Λευκωσία Και όπως τροποποιήθηκε με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ.11/04/2016 ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΠΑΦΟΥ, από τη Πάφο και ΧΧΧΧΧ Παπακόκκινου από τη Λευκωσία, υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας της ΧΧΧΧΧ Παπακόκκινου, αποβιώσασας, από τη Λευκωσία Αίτημα της εναγόμενης για εξαίρεση Δικαστή δυνάμει αίτησης ημερ.24/10/2018 Ημερομηνία: 27 Νοεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την εναγόμενη - αιτήτρια: κα. Παπακόκκινου Αλ. Για τους ενάγοντες: κος. Σ. Ζαννούπας. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 25/9/2012 και μέσω αυτής οι ενάγοντες αξιώνουν από την εναγόμενη ποσά που κατ' ισχυρισμό οφείλονται ως αποχετευτικά τέλη και τέλη όμβριων υδάτων για διάφορα ακίνητα της εναγόμενης και για τα έτη 2007 μέχρι

  1. Η αξίωση ανέρχεται στο ποσό των €2.803,19σ πλέον τόκους και έξοδα. Η εναγόμενη υπό την ιδιότητα της ως δικηγόρος και προ του θανάτου της αρχικής εναγόμενης καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Με το κλείσιμο των δικογράφων η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες και ακολούθως σε διάφορες ημερομηνίες για ακρόαση. Η ακρόαση της αγωγής δεν ξεκίνησε ακόμα ενώ το Δικαστήριο υπό την παρούσα σύνθεση ανέλαβε για πρώτη φορά την υπόθεση στις 17/09/2018 ημερομηνία κατά την οποία εκκρεμούσε σύμφωνα με το πρακτικό του προηγούμενου εκδικάζοντος Δικαστηρίου, για οδηγίες η αγωγή και αίτηση της εναγόμενης ημερ. 04/06/
  2. Η αίτηση αφορούσε διάφορα αιτήματα της εναγόμενης για ακύρωση του τροποποιημένου κλητηρίου και έκθεσης απαίτησης καθώς και ακύρωση όλων των διαδικασιών εξ' υπαρχής ενώ παράλληλα επιζητούνται διατάγματα για διαγραφή της αγωγής και ακύρωσης και διαγραφής του δικογράφου της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση. Επιπλέον τίθενται διάφορα άλλα ζητήματα που άπτονται της εγκυρότητας του διορισμού του συνηγόρου των εναγόντων. Η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 24/10/2018 και η αγωγή παρέμεινε για οδηγίες την ίδια ημέρα. Κατά την ημέρα που η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση η εναγόμενη καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ουσιαστικά υποβάλλει αίτημα για εξαίρεση μου από την εκδίκαση της αγωγής. Η υπόθεση ορίστηκε στις 14/11/2018 για αγορεύσεις αναφορικά με το πιο πάνω θέμα. Με βάση την αίτηση της εναγόμενης το αίτημα εδράζεται ουσιαστικά επί του ότι ο πατέρας μου, ΧΧΧΧΧ Δημητρίου, ως εκλελεγμένος δημοτικός σύμβουλος στον Δήμο Πάφου συμμετέχει στο Συμβούλιο Αποχετεύσεων Πάφου ενώ παράλληλα ως προκύπτει από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ο πατέρας μου παρουσιάστηκε ως μάρτυρας υπέρ της τότε Λαϊκής Τράπεζας σε δικαστική διαδικασία μεταξύ του τραπεζιτικού αυτού οργανισμού και της αποβιωσάσης αδελφής της εναγόμενης. Επίσης τίθεται ως επιπλέον λόγος ότι η εναγόμενη είχε και έχει αξιώσεις από το τεχνικό γραφείο που ο πατέρας μου διατηρούσε με τρίτο πρόσωπο μέχρι το
  3. Είναι αναμφίβολα ιδιαίτερης πτυχής και ουσιαστικής και τυπικής, ένα Δικαστήριο να αποφαίνεται για την αμεροληψία του όταν μάλιστα αυτή αμφισβητείται, ως θα διαφανεί κατωτέρω και η οποία είναι εκ των ων ουκ άνευ, για την άσκηση του λειτουργήματός του. Από τη μια θα πρέπει να ισοζυγίσει την επιτέλεση του καθήκοντός του και να αρνηθεί να ενδώσει στην επιλογή του Δικαστή από οποιονδήποτε διάδικο και, από την άλλη, θα πρέπει, σε περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις της νομολογίας, να εξαιρείται για να φαίνεται ότι η δικαιοσύνη δεν απονέμεται μόνο, αλλά και φαίνεται ότι απονέμεται. Επανέρχομαι στο αίτημα της εναγόμενης το οποίο διατυπώθηκε στην γραπτή αίτηση ως ακολούθως:
  4. Διάταγμα Αποκλεισμού και/ή Εξαίρεσης της Δικαστού κ. Δημητρίου από την εκδίκαση και/ή περαιτέρω συνέχιση και/ή τον χειρισμό και/ή την ανάμειξη της και/ή την εμπλοκή της, στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και υπεράσπιση και ανταπαίτηση και/ή στον φάκελο της υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιον του Ε. Δ. Πάφου και να αποκλείεται και εξαιρείται από τον χειρισμό της, ενόψει και συνεπεία της στενής συγγένειας και της στενής οικογενειακής σχέσης, σχέση θυγατέρα και πατέρα, του ονομαζόμενου, ΧΧΧΧΧ Δημητρίου πατρός της, που είναι μέλος του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Πάφου ΣΑΠΑ, διαδίκου στην παρούσα υπόθεση του εν λόγω συμβουλίου, και αφού τούτο είναι διάδικος (ενάγων) στην παρούσα αγωγή και διάδικος (θεωρούμενος ως εναγόμενος) στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση, είναι σοβαρός λόγος Εξαίρεσης και αποκλεισμού της εν λόγω Δικαστού από την εκδίκαση της υπόθεσης και όπως περιγράφεται ανωτέρω, και την οποία, δεν απεκάλυψε η ίδια η Δικαστής ποτέ, και ανεκαλύφθη εντελώς τυχαία στις 9 Οκτωβρίου 2018, μετά από πληροφορίες που έλαβε η Αιτήτρια από δημότες, μετά την έκδοση Ενδιάμεσου αποφάσεως 09/10/2018 στην Αγωγή 3057/12 που αντίδικος είναι και πάλιν το Σαπα. Αυτό αποτελεί σοβαρότατο λόγο εξαίρεσης τόσο στην παρούσα αγωγή όσο και στην υπ' αριθμό 3057/12 και καταγγελίας προς τούτο. Η στενή συγγενικής σχέση του εν λόγω ατόμου μεταξύ του, και του μέλους του εν λόγω Συμβουλίου και η παράλειψη της να το αποκαλύψει στους διαδίκους που όφειλε, ούτε μέχρι σήμερα, ούτε στην παρούσα αγωγή ούτε και στην 3057/12 κι καταχωρήθηκε η σχετική αίτηση 18/10/2016 τεκ.
  5. Και αφού τούτο δεν έπραξε αποτελούν ένα επιπρόσθετο λόγο καταγγελίας προς τούτο.
  6. Διάταγμα αναστολής και/ή αναβολής της εκδίκασης της αιτήσεως 4/6/2018 μέχρι του πέρατος της παρούσας αιτήσεως και της εκδόσεως τελικής αποφάσεως σε αυτήν. Η αίτηση συνοδεύεται με ένορκη δήλωση της ίδιας της εναγόμενης η οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει τις θέσεις της ενώ επιπλέον αναφέρει ότι ο πατέρας μου εκ της θέσεως του συμμετέχει στο Σαπα και ως μέλος διαφόρων άλλων επιτροπών. Πέραν της σχέσης αυτής και της ιδιότητος του πατέρα μου η αιτήτρια στην ένορκη δήλωση αναφέρει ότι η Δικαστής γνώριζε ότι ο πατέρας της έδωσε μαρτυρία σε υπόθεση της αδελφής της εναντίον της Κυπριακής Λαϊκής Τράπεζας Λιμιτεδ και υπέρ της τράπεζας ενώ ήταν συνέταιρος σε τεχνικό γραφείο από το οποίο η αιτήτρια και αδελφή της είχαν και έχουν παράπονα και αξιώσεις. Το Σάπα έχει έννομο συμφέρον στην υπόθεση και το Δικαστήριο ενήργησε παράνομα, παραβίασε τα καθήκοντα και υποχρεώσεις του και δεν απεκάλυψε σοβαρά ζητήματα που έπρεπε να αποκαλύψει και τα απέκρυψε και ενήργησε μεροληπτικά και προκατειλημμένα υπέρ του Σαπα και εναντίον της εναγόμενης. Ο δε πατέρας μου ως μέλος του Σαπα διορίζει δικηγόρους που εκπροσωπούν τον οργανισμό αυτό. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω η αιτήτρια ζητά την εξαίρεση μου και για τον επιπλέον λόγο ότι στην αγωγή 3057/12 αποφάσισα στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης ίδια θέματα με την ενδιάμεση αίτηση που εκκρεμεί στην παρούσα αγωγή, επιπλέον λόγος που επιβάλλει κατά την αιτήτρια την εξαίρεση μου. Τα όσα έχει αναφέρει η αιτήτρια στην ένορκη δήλωση της αλλά και στην μακροσκελή αγόρευση της, η οποία κατατέθηκε και γραπτώς αλλά και αναλύθηκε προφορικά ενώπιον μου έχουν δεόντως μελετηθεί και εξεταστεί. Η παράλειψη επανάληψης και καταγραφής των γίνεται για σκοπούς εξοικονόμησης χρόνου, Αναφορά βεβαίως στη νομολογία και θέσεις τις οποίες με παρέπεμψε η αιτήτρια θα γίνει όπου κατωτέρω κριθεί απαραίτητο. Η αιτήτρια παρέπεμψε μεταξύ άλλων και στην εικόνα που δυνατό να αποκομίσει ένας μέσος πολίτης για την αμεροληψία του Δικαστηρίου έχοντας υπόψη του τη στενή σχέση μέλους του Σαπα με τη Δικαστή παράγοντας που θα εξεταστεί κατωτέρω. Προτού προχωρήσω με την ανάλυση της νομικής πτυχής του θέματος οφείλω να αναφέρω ότι η συγγενική σχέση με το πρόσωπο που αναφέρεται στην αίτηση υφίσταται και πράγματι ο ΧΧΧΧΧ Δημητρίου, πατέρας μου είναι εκλελεγμένο μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Πάφου από το 2006 μέχρι και σήμερα. Υπό της ιδιότητας του αυτής και μόνο, συμμετέχει ως με ενημέρωσε ως μέλος του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Πάφου, ως και ο Νόμος Περί Αποχετευτικών Συστημάτων του 1971 (Ν. 1 / 1971) στο άρθρο 5

(1)προβλέπει, ενώ προεδρεύει μιας επιτροπής, και συγκεκριμένα της επιτροπής προσφορών του Σαπα. Επιπλέον έχει την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού και αρχιτέκτονα και διατηρούσε με τρίτο πρόσωπο συνεταιρισμό σε τεχνικό γραφείο μηχανικών και αρχιτεκτόνων από το 1987 μέχρι και το 2009 - 2010 που ο εν λόγω συνεταιρισμός έπαυσε τις εργασίες του ενώ συνεχίζει να διατηρεί άλλο γραφείο τεχνικών μελετών από το 2010 μέχρι και σήμερα. Υπό την ιδιότητα του ως πολιτικός μηχανικός γνωρίζω βεβαίως ότι κλήθηκε σε πολλές περιπτώσεις να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας στο Δικαστήριο εκ μέρους διαδίκων. Ο συνήγορος των εναγόντων τώρα καταχώρησε γραπτή ένσταση στην οποία αναφέρει ότι το αίτημα υποβάλλεται καταχρηστικά και ουδείς λόγος υφίσταται για εξαίρεση του Δικαστηρίου εφόσον ουδέν προσωπικό όφελος έχει ο ΧΧΧΧΧ Δημητρίου από το Σαπα. Παρά τις ενστάσεις της αιτήτριας στο να ληφθεί υπόψη η ένσταση που καταχώρησε η πλευρά των εναγόντων, ενόψει θέσεων για το παράτυπο αυτής, ανάφερα στη δικάσιμο και επαναλαμβάνω και στην παρούσα ότι το αίτημα για εξαίρεση ενός Δικαστή από την εκδίκαση συγκεκριμένης υπόθεσης δεν αφορά μια τυπικά δικονομική διαδικασία που προβλέπεται και καλύπτεται από τους Θεσμούς αλλά πηγάζει ως δυνατότητα από το ίδιο το Σύνταγμα ως εκ τούτου δύναται να υποβληθεί και προφορικά. Σωρεία αποφάσεων πρωτόδικων αλλά και του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εκδίδονται συχνά επί τέτοιων αιτημάτων και προκύπτει αυτά να είχαν τεθεί προφορικά. Αποτελεί περαιτέρω πάγια τακτική, ο αντίδικος του διαδίκου που υποβάλλει το αίτημα να θέτει και τη δική του θέση. Προς τούτο όχι απλά επέτρεψα αλλά ζήτησα και από το συνήγορο των εναγόντων να θέσει τη δική του θέση και θέση των πελατών του σε ότι αφορά το αίτημα για εξαίρεση μου. Σε ουδεμία δε άλλη αναφορά κρίνω σκόπιμο να προβώ επί της ενστάσεως που έχει καταχωρηθεί. Νομική Πτυχή: Με βάση τη σωρεία αποφάσεων επί του θέματος στις οποίες θα παραθέσω κατωτέρω είναι πρόδηλο ότι το θέμα εξαίρεσης Δικαστή έχει απασχολήσει εκτεταμένα τη νομολογία και τα κριτήρια που διέπουν αυτό έχουν πλέον σαφώς καθοριστεί. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις υποθέσεις Σοφοκλέους v. Tαβελούδη κ.ά.
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 837, Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου v. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(1990)3 Α.Α.Δ. 69, Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου v. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 1)
(1990)3 Α.Α.Δ. 54, Xiros v. Republic
(1984)3 C.L.R. 1476, Makrides v. Republic
(1984)3 C.L.R. 304, Razis and Another v. Republic
(1983)3 C.L.R. 309, Economides and Another v. Police
(1983)2 C.L.R. 301, και Hadjicosta v. Anastassiades
(1983)1 C.L.R. 296. Σε όλες τις ανωτέρω αποφάσεις το αίτημα υποβλήθηκε προφορικά ενώ μόνο στην υπόθεση Adidas Ltd v. Krashias Ltd (Αρ. 1)
(1990)1 Α.Α.Δ. 873 το αίτημα για εξαίρεση υποβλήθηκε με γραπτή αίτηση. Παρόμοιο αίτημα υποβλήθηκε και πάλι προφορικώς στις υποθέσεις Ανδρέα Συμεού
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 974, Μαργαρίτα Πετρίδου v. Alpha Bank
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 929, Χατζηχρυσάνθου v. Κυπριακές Αερογραμμές
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 2025, Κωνσταντίνου v. Κωνσταντίνου
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 761, και Κυπριακό Διυλιστήριο Πετρελαίου Λτδ (Αρ. 3)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1676. Σε όλες τις πιο πάνω αποφάσεις τα προφορικά αιτήματα εξετάστηκαν δεόντως και αποφασίστηκαν από το Δικαστήριο και σε όλες δινόταν η δυνατότητα στο αντίδικο των αιτητών μέρος να ακουστεί επί του θέματος. Η απόφαση Ανδρέα Συμεού (ανωτέρω) περιέχει μία διαφωτιστική ανάλυση και σύνοψη των αρχών που αφορούν το θέμα εξαίρεσης Δικαστή με πλούσια παραπομπή σε σχετική προγενέστερη νομολογία, ως ακολούθως: «... Με βάση το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κάθε διάδικο ή κατηγορούμενο πρόσωπο, δικαιούται σε ανεπηρέαστη, δημόσια ακροαματική διαδικασία, εντός ευλόγου χρόνου ενώπιον ανεξάρτητου, αμερόληπτου και αρμόδιου δικαστηρίου. Η αμεροληψία και ανεξαρτησία του δικαστή, αποτελεί μια από τις βασικότερες αρχές, αν όχι τη βασικότερη αρχή δικαίου, με θεμελιακή σημασία στην απονομή της δικαιοσύνης. Συνδέεται με τη γνωστή αρχή δικαίου, ότι η δικαιοσύνη δεν πρέπει μόνο να απονέμεται, αλλά και να φαίνεται ότι απονέμεται (βλ. Αυτοκέφαλος Αγιωτάτη Ορθόδοξος και Αποστολική Εκκλησία της Κύπρου ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 1)
(1990)3 Α.Α.Δ. 54). Ο δικαστής τεκμαίρεται ότι είναι αμερόληπτος μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. Το τεκμήριο αμεροληψίας μπορεί να ανατραπεί όταν τεθεί θέμα αμεροληψίας, οπότε και εξετάζεται με βάση τόσο το υποκειμενικό κριτήριο, δηλαδή την προσωπική περίπτωση του κάθε δικαστή, όσο και με βάση το αντικειμενικό κριτήριο, δηλαδή κατά πόσον ο δικαστής έδωσε εγγυήσεις ικανοποιητικές για να αποκλείσουν οποιαδήποτε εύλογη αμφιβολία περί έλλειψης αμεροληψίας. Σύμφωνα με τη δικαστική πρακτική που διαμορφώθηκε και τις αρχές της νομολογίας, δικαστής που αισθάνεται ότι για οποιοδήποτε λόγο, προσωπικό ή άλλο, κωλύεται να συμμετάσχει στην εκδίκαση μιας υπόθεσης, εξαιρείται από τη σύνθεση του δικαστηρίου (βλ. Καίτη Σπανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά., Υπόθ. Αρ. 74/09, ημερ. 22.4.2010). Το ίδιο μπορεί να συμβεί όταν ζητηθεί η εξαίρεση του από διάδικο. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Hauschildt v. Denmark, 24.5.1989, Series A, No. 154:- «Η ύπαρξη αμεροληψίας για τους σκοπούς του Άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης πρέπει να αποφασίζεται σύμφωνα με ένα υποκειμενικό κριτήριο, δηλαδή στη βάση της προσωπικής πεποίθησης ενός συγκεκριμένου δικαστή σε δοθείσα υπόθεση, και επίσης, σύμφωνα με το αντικειμενικό κριτήριο, που είναι η διακρίβωση κατά πόσο ο δικαστής πρόσφερε εγγυήσεις αρκετές για να αποκλείουν μια νόμιμη αμφιβολία ως προς αυτό.» (βλ. επίσης Findlay v. UK [1997] 24 EHRR 221, 244, Castillo Algar v. Spain [1998] 30 EHHR 826 και το Σύγγραμμα του Α. Λοΐζου «Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας», Έκδοση 2001, σελ. 193). Το κριτήριο προκατάληψης για εξαίρεση ενός δικαστή, είναι κατά πόσο θα δημιουργηθεί η εντύπωση στο μυαλό του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα, ότι υπάρχει πράγματι πιθανότητα προκατάληψης από το δικαστή (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κωνσταντίνου, ανωτέρω). Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Εικασίες και καχυποψίες μόνο, δεν είναι αρκετές (βλ. Μόδεστος Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ. 268 και Porter ν. Magill [2002] 2 AC 357). Αποτελεί επίσης σημαντική αρχή της νομολογίας ότι ο δικαστής δεν εξαιρείται ανάλογα με τις επιθυμίες των διαδίκων, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα να καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Παναγιώτη Λιάκου Μελά (Αρ. 1)
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 706). Επίσης, στην υπόθεση Δέσπω Αποστολίδου ν. Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 80, τονίστηκε ότι:- «Η ευαισθησία του Δικαστή, ως υποδεικνύεται στην Makrides v. Republic
(1984)3 C.L.R. 304, δεν αποτελεί τον οδηγό στη διαπίστωση κωλύματος, αλλά οδηγό συνιστά η σωστή εκτίμηση του δικαστικού καθήκοντος και ό,τι αυτό επιβάλλει. Παραίτηση από αυτό το καθήκον ενέχει ορατούς κινδύνους για την απονομή της δικαιοσύνης όπως υποδεικνύεται: "One such danger is that we would be coming close to acknowledging to a litigant a right to choose the judge who will try him." "Ένας τέτοιος κίνδυνος είναι ότι θα φθάναμε κοντά στην αναγνώριση δικαιώματος στο διάδικο να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει." Στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Αγγλικού Εφετείου (απαρτιζόμενου από τον Αρχιδικαστή, τον Πρόεδρο του Εφετείου και τον Αντικαγκελάριο (V-C)), Locabail Ltd v. Bayfield Properties [2000] 1 All E.R. 65, τονίζεται ότι αποτελεί καθήκον του δικαστή να επιλαμβάνεται των υποθέσεων που του ανατίθενται, αποκλείοντας κάθε ενδεχόμενο ο διάδικος να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει. Στην ίδια υπόθεση το Αγγλικό Εφετείο πραγματεύεται τις αρχές που διέπουν τη διαπίστωση προκατάληψης. Εύλογος υπόνοια ή λογικός φόβος είναι, καθώς επισημαίνεται, το κριτήριο το οποίο υιοθετεί το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τη διαπίστωση προκατάληψης. (Piersack v. Belgium [1982] 5 EHRR 169, De Cubber v. Belgium [1984] 7 EHRR 236, Hauschildt v. Denmark [1989] 12 EHRR 266, Langborger v. Sweden [1989] 12 EHRR 416.) .......................... Χρήσιμη καθοδήγηση για τη διαπίστωση προκατάληψης παρέχεται και από την απόφαση Ex p. Pinochet Ugarte (No. 2) [1999] 1 All E.R. 577 (HL). Σκοπός του αποκλεισμού δικαστή από τη σύνθεση δικαστηρίου λόγω προκατάληψης είναι, ως υπογραμμίζεται, η διασφάλιση της καθαρότητας στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης.» (Βλ. επίσης, Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612). Όπου ο δικαστής αποφασίσει να συμμετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου, παρά το αίτημα για εξαίρεση του, η απόφασή του υπόκειται σε παραμερισμό. Σε τέτοια περίπτωση, ανεξάρτητα από την υποκειμενική συμπεριφορά του δικαστή, τα γεγονότα της υπόθεσης θα πρέπει να διερευνηθούν κατά πόσο υποδεικνύουν προς προκατάληψη. Το κριτήριο είναι ανεξάρτητο, δηλαδή κατά πόσο στο νου του μέσου εχέφρονος πολίτη ο οποίος γνωρίζει τα γεγονότα, δημιουργείται φόβος ή δικαιολογημένη εντύπωση ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης (βλ. Castillo Algar v. Spain, ανωτέρω, Κωνσταντίνου v. Kωνσταντίνου, ανωτέρω, Tekinder Pal. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 55 και Costas Makrides v. The Republic
(1984)3(A) C.L.R. 304).» Στην παρούσα το αίτημα για την εξαίρεση μου στηρίζεται τόσο σε υποκειμενικά στοιχεία που αφορούν την προσωπική περίπτωση και την ιδιότητα του πατέρα μου αλλά και σε αντικειμενικούς λόγους, ήτοι στο γεγονός ότι το Δικαστήριο εξέδωσε στα πλαίσια της αγωγής με αρ. 3057/12 του Ε. Δ Πάφου ενδιάμεση απόφαση σε αίτηση ημερ. 4/6/2018 που αφορά πανομοιότυπα ζητήματα με αίτηση που εκκρεμεί στην παρούσα. Εν πάση περιπτώσει όμως και στη βάση αυτή το κριτήριο είναι αντικειμενικό, ήτοι κατά πόσον διαπιστώνεται «η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από το Δικαστή στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα» (βλ. Πίτσιλλος v. Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ. 268). Σχετική με τα υποκειμενικά στοιχεία σε αίτημα για εξαίρεση είναι η πρόσφατη απόφαση στις Ποινικές Εφέσεις Πoινικές Εφέσεις αρ.125/2017, 127/17, 129/17, 130/17, 131/17, Γεώργιος Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας ημερ. 26/04/2018, και άλλες, όπου εξετάστηκε η απόφαση μέλους της σύνθεσης του Κακουργιοδικείου που εκδίκασε την υπόθεση να μην εξαιρεθεί μετά από αίτημα του συνηγόρου ενός εκ των κατηγορουμένων επί τη βάση ότι ο πατέρας της συζύγου του δικαστή είναι πρώτος εξάδελφος με τον πατέρα ενός εκ των μαρτύρων κατηγορίας, ο πατέρας της συζύγου του Δικαστή έχει βαφτίσει τον εν λόγω μάρτυρα και ότι οι δύο οικογένειες διατηρούσαν άριστες, φιλικές και οικογενειακές σχέσεις. Επιπλέον τέθηκε ως βάση του αιτήματος ότι η σύζυγος του δικαστή, ασκώντας το επάγγελμα του δικολάβου, έχει διεκπεραιώσει όλες τις εργασίες του μάρτυρα κατηγορίας και των εταιρειών του, που είχαν σχέση με το Κτηματολόγιο. Ακόμα και για μια τελευταία μεταβίβαση, η οποία έγινε στα πλαίσια προηγούμενης υπόθεσης στην οποία ο εν λόγω μάρτυρας, ήταν η σύζυγος του Δικαστή που μερίμνησε συνοδεύοντας τον μάρτυρα στο Κτηματολόγιο. Τέταρτο, μετά από καταγγελίες του δικηγόρου του εφεσείοντα, το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Πάφου υπέβαλε «καταγγελία παράπονο» εναντίον του δικαστή για απρεπή συμπεριφορά προς δικηγόρους. Το μέλος της σύνθεσης σε απόφαση του αναφέρθηκε στις σχέσεις με την οικογένεια του μάρτυρα και στην άγνοια του για τις υποθέσεις που χειρίζεται η σύζυγος του. Το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της έφεσης κατά την εν λόγω απόφασης του Δικαστή να μην εξαιρεθεί αποφάνθηκε τα κάτωθι σημαντικά που επιβεβαιώνουν αλλά και αναπτύσσουν τις αρχές που εδραιώθηκαν στην παλαιότερη νομολογία. Αναφέρεται στην ανωτέρω απόφαση ότι: «Το δικαίωμα κάθε κατηγορούμενου να κρίνεται από αμερόληπτο δικαστήριο είναι τόσο ουσιώδες ώστε να αναγνωρίζεται ως σύμφυτο στην ανθρώπινη ιδιότητα. Προστατεύεται ως θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα και ως εχέγγυο της δίκαιης δίκης από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Άρθρο 6.1) και από το Σύνταγμα (Άρθρο 30.2). Όπως δε αναγνωρίστηκε στη Μόδεστος Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας
(1994)1 ΑΑΔ 268, με αναφορά στην Kritiotis v. Municipality of Paphos
(1983)3 CLR 1460, η αρχή του αμερόληπτου και ανεξάρτητου δικαστή δεν είναι νέα στην κυπριακή έννομη τάξη. Εφαρμόστηκε, ως θεμελιακή αρχή του κοινοδικαίου, με ευλάβεια πριν και μετά την ανακήρυξη της Δημοκρατίας.». Επιπλέον αναφέρονται στην ίδια απόφαση και τα κάτωθι: «Σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η προσωπική αμεροληψία του δικαστή τεκμαίρεται μέχρι αποδείξεως του εναντίου (De Cubber v. Belgium
(1984)7 EHRR 236). Εάν δεν στοιχειοθετείται επί υποκειμενικής βάσης πραγματική έλλειψη αμεροληψίας, μπορεί, παρά ταύτα, να εξεταστεί πλέον, με το προαναφερθέν αντικειμενικό κριτήριο, κατά πόσον: «. quite apart from the judge's personal conduct, there are ascertainable facts which may raise doubts as to his impartiality. In this respect even appearances may be of a certain importance. What is at stake is the confidence which the courts in a democratic society must inspire in the public and above all, as far as criminal proceedings are concerned, in the accused. Accordingly, any judge in respect of whom there is a legitimate reason to fear a lack of impartiality must withdraw (see, mutatis mutandis, the De Cubber judgment previously cited, Series A no. 86, p. 14, para. 26). This implies that in deciding whether in a given case there is a legitimate reason to fear that a particular judge lacks impartiality, the standpoint of the accused is important but not decisive (see the Piersack judgment of 1 October 1982, Series A no. 53, p. 16, para. 31). What is decisive is whether this fear can be held objectively justified.» (Hauschildt v. Denmark
(1990)12 E.H.R.R. 226) Από την άλλη, η εγρήγορση για διασφάλιση των δικαιωμάτων ενός διαδίκου και ιδιαίτερα ενός κατηγορουμένου και η αδιαμφισβήτητη ανάγκη για διαφάνεια στην απονομή της δικαιοσύνης δεν είναι επιτρεπτό να οδηγήσουν το δικαστή σε αβασάνιστη ή, εν πάση περιπτώσει, αδικαιολόγηση παραίτηση από το καθήκον του να εκδικάσει την υπόθεση που του αναλόγισε και σε αναγνώριση δικαιώματος ενός διαδίκου να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει, κάτι που χαρακτηρίστηκε ως συνέπεια ολέθρια για το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης (Barry Evangeli
(1992)1 CLR 1443, Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δια Ανάρμοστη Συμπεριφορά, Αίτηση Αρ. 1/2015, ημερ. 23.6.2015). Κριτήριο δεν είναι η προσωπική ευαισθησία του δικαστή, αλλά η ορθή εκτίμηση του δικαστικού καθήκοντος. Σ΄ αυτά τα πλαίσια οι εικασίες και η απλή καχυποψία δεν είναι αρκετές (Πίτσιλλου ν. Δημοκρατίας, ανωτ., 273-274, Κωνσταντίνου ν. Κωνσταντίνου
(2009)1 ΑΑΔ, 761, 766, Markides v. Republic
(1984)3 CLR 304).». Επί της ουσίας τώρα της απόφασης για μη εξαίρεση το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολήθηκε με τη σχέση Δικαστή - μάρτυρα και σχετική αγγλική νομολογία. Στην προκειμένη εκείνο που μας αφορά από την πιο πάνω απόφαση είναι οι αναφορές του Δικαστηρίου σε σχέση με την σχέση της συζύγου του Δικαστή και ενός εκ των μαρτύρων που αφορούν την επαγγελματική της ιδιότητα και την ύπαρξη συγγενικής σχέσης. Αναφέρει το Ανώτατο Δικαστήριο τα κάτωθι: «Αν και όχι άμεσης εν προκειμένω εφαρμογής, είναι ενδεικτικός ο βαθμός του συγγενικού δεσμού που απαιτείται, ώστε η συγγένεια να αποτελέσει κώλυμα δικηγόρου να εμφανιστεί ενώπιον δικαστή, τόσο σύμφωνα με την ισχύουσα στην Κύπρο σχετική Δικαστική Πρακτική, όσο σύμφωνα και με την έννοια «judge's family», όπως αυτή κωδικοποιήθηκε στις Αρχές Bangalore (Bangalore Principles of Judicial Conduct) απ΄ όπου μεταφέρθηκε στον αντίστοιχο Κώδικα της Αγγλίας και Ουαλίας (Guide to Judicial Conduct). Ως προς την επαγγελματική δραστηριότητα της συζύγου του δικαστή, η θέση του ότι όχι μόνο δεν είχε γνώση, αλλ΄ούτε και λόγο να ενδιαφέρεται ώστε να έχει γνώση, αν και θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή ως έκφραση της αποστασιοποίησης του δικαστή, θα μπορούσε όμως να παρεξηγηθεί ως έλλειψη ενδιαφέροντος για την ενημέρωση που απαιτείται να έχει ένας δικαστής, όχι μόνο για τα προσωπικά του, αλλά και για τα οικονομικά συμφέροντα των μελών της οικογένειάς του, ώστε να καθορίζει αναλόγως τις δικές του ενέργειες επί της έδρας. Η σχετική υποχρέωση έχει αναγνωριστεί και κωδικοποιηθεί στις Αρχές Bangalore, απ΄όπου, επίσης μεταφέρθηκε στον αντίστοιχο κώδικα της Αγγλίας και Ουαλίας (Guide to Judicial Conduct) ως ακολούθως: «5.1.
(7)A judge shall inform himself or herself about the judge's personal and fiduciary financial interests and shall make reasonable efforts to be informed about the financial interests of members of the judge's family» Όμως το ζητούμενο δεν είναι η ορθότητα της αντίδρασης του δικαστή, αλλά το κατά πόσον, εν τέλει, έχει τεθεί υλικό εκ του οποίου να προκύπτει προσωπικό συμφέρον του δικαστή ή φαινόμενη έλλειψη αμεροληψίας. Στην υπόθεση Jones v. DAS Legal Expenses Insurance Co Ltd & Ors [2003] EWCA Civ 1071, ο σύζυγος της Προέδρου του Δικαστηρίου (Employment Tribunal) ήταν δικηγόρος (barrister) σε δικηγορικό οίκο που χειριζόταν υποθέσεις των εναγομένων. Αφού εξετάστηκε λεπτομερώς η επαγγελματική σχέση του συζύγου της δικαστού με τους εναγόμενους, περιλαμβανομένης της συχνότητας ανάθεσης υποθέσεων και των εισοδημάτων του από αυτές, το Εφετείο έκρινε κατ΄αρχάς ότι δεν επρόκειτο για περίπτωση που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η δικαστής είχε προσωπικό συμφέρον στην υπόθεση. Εξετάστηκε στη συνέχεια το ζήτημα φαινόμενης έλλειψης αμεροληψίας, λαμβανομένων υπόψιν των ακολούθων: «
  1. ii)She has no direct financial interest in the work he does for DAS. There is no evidence as to how they organise their financial affairs as between themselves. Some indirect benefit to her may be a permissible inference to draw, but no more than that. iii) A wife would ordinarily wish to advance and not hinder her husband's career.
  2. iv)Having some knowledge of the way a barrister earns his living, she would know that just as cases are won and lost, so solicitors come and go. The volume of work done by Mr Harper could fairly be described as "occasional". It was certainly not a case where all his eggs were in one basket. There would be no reason to think that the loss of DAS-related work would materially affect either his practice or his income to any substantial extent. It simply released him to do other work for other solicitors.
  3. v)If the informed observer is informed enough about modern vernacular, he would conclude that the chairman could fairly think that having DAS as a client was "no big deal" for her husband.
  4. vi)Without being complacent nor unduly sensitive or suspicious, the observer would appreciate that professional judges are trained to judge and to judge objectively and dispassionately. This does not undermine the need for constant vigilance that judges maintain that impartiality - it is a matter of balance. In Locabail, paragraph 21, the court found force in these observations of the Constitutional Court of South Africa in President of the Republic of South Africa & Others v South African Rugby Football Union & Others 1999
(7)BCLR (CC) 725, 753:- "The reasonableness of the apprehension [for which one must read in our jurisprudence "the real risk"] must be assessed in the light of the oath of office taken by the judges to administer justice without fear or favour, and their ability to carry out that oath by reason of their training and experience. It must be assumed that they can disabuse their minds of any irrelevant personal beliefs or pre-dispositions. . At the same time, it must never be forgotten that an impartial judge is a fundamental prerequisite for a fair trial ." vii) Moreover, in this particular case, the charge of impartiality has to lie against the tribunal and this tribunal consisted not only of its chairman but also of two independent wing-members who were equal judges of the facts as the chairman was. Their impartiality is not in question and their decision was unanimous.» Υπό το φως των ανωτέρω το Εφετείο κατέληξε ως εξής: «In our judgment the fair-minded and informed observer would not conclude that the chairman herself, still less the tribunal as the decision-making body, was biased.» Εν προκειμένω, εάν με τον υπό αναφορά λόγο ένστασης τίθεται ζήτημα άμεσου, προσωπικού συμφέροντος του δικαστή, υποδεικνύουμε ιδιαίτερα την αναφορά που έγινε στη Locabail, ανωτ., para 10, ως προς το τυχόν συμφέρον του δικαστή που να εκπηγάζει από συμφέρον συζύγου: «. where the judge's interest is said to derive from the interest of a spouse, partner or other family member the link must be so close and direct as to render the interest of that other person, for all practical pusposes, indistinguishable from an interest of the judge himself.» Υιοθετώντας τα ανωτέρω από τη Locabail και σε συμφωνία με την προσέγγιση στη Jones, δεν θα θεωρούσαμε βάσιμο το συγκεκριμένο λόγο ένστασης εάν θα είχε την έννοια της ύπαρξης αμέσου συμφέροντος του δικαστή από το αποτέλεσμα της δίκης. Από πλευράς φαινόμενης έλλειψης αμεροληψίας δεν μπορούμε παρά να υποδείξουμε τη σημασία που έχουν κάθε φορά τα συγκεκριμένα γεγονότα. Έτσι στην Jones παρά το ότι ο σύζυγος της δικαστού ήταν ένας εκ των δικηγόρων της εναγομένης εταιρείας, τα συγκεκριμένα γεγονότα οδήγησαν στη διαπίστωση, για τους λόγους που παραθέσαμε, ότι δεν στοιχειοθετήθηκε φαινόμενη έλλειψη αμεροληψίας. Εν προκειμένω, ό,τι αναφέρθηκε είναι πως η σύζυγος του δικαστή αναλάμβανε και μέχρι πρόσφατα ανέλαβε τη διεκπεραίωση των υποθέσεων του μάρτυρα κατηγορίας Σάββα Βέργα στο Κτηματολόγιο ως δικολάβος. Δεν τέθηκε ότι υπάρχει επαγγελματική εξάρτηση ή άλλη ουσιαστική επαγγελματική σχέση ή οικονομικό όφελος τέτοιου σημαντικού μεγέθους ώστε να μπορούσε βάσιμα να τεθεί ζήτημα.» Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω και με βάση τις νομολογιακά καθιερωμένες αρχές εξετάζω κατά πρώτο λόγο τα όσα έθεσε η αιτήτρια σε σχέση με την επαγγελματική ιδιότητα του πατέρα μου. Αναφέρω εξαρχής ότι ουδεμία σχέση ή γνωριμία έχω με την αιτήτρια η οποία να προκύπτει από την οιαδήποτε συνεργασία της με τον πατέρα μου η με τον συνεταιρισμό που αυτός διατηρούσε. Οφείλω να αναφέρω ότι τα όσα έθεσε περί διαφορών της με το τεχνικό γραφείο που διατηρούσε ο πατέρας μου με εξέπληξαν καθότι ουδέποτε γνώριζα την ύπαρξη οιασδήποτε συνεργασίας. Προς τούτο κατά το στάδιο της αγόρευσης της κας. Παπακόκκινου ζήτησα να ενημερωθώ για τις διαφορές και τα παράπονα που ανέφερε ότι έχει. Ως η ίδια μου ανέφερε ουδεμία δικαστική διαφορά προέκυψε αλλά είχε στο παρελθόν γίνει μια συνεργασία που τελικά δεν προχώρησε για την ετοιμασία κάποιων σχεδίων. Μάλιστα αναφέρθηκε σε συζήτηση με τον τότε συνέταιρο του πατέρα μου. Η πρόθεση αυτή συνεργασίας σε χρόνο απροσδιόριστο τον οποίο ούτε η κα. Παπακόκκινου δεν μπορούσε να καθορίσει, δεικνύει την γενικότητα του αιτήματος και σαφέστατα δεν μπορεί ως αυτοτελής λόγος να γίνει αποδεκτός για εξαίρεση μου. Σημειώνω βεβαίως ότι, ως και η ανωτέρω απόφαση, Μιχαηλίδης αναφέρει, ο Δικαστής οφείλει να γνωρίζει τις επαγγελματικές σχέσεις των μελών της οικογένειας του από τις οποίες μάλιστα προκύπτει συμφέρον και προς τούτο ενημερώθηκα ότι ουδεμία επαγγελματική σχέση υπήρξε μεταξύ της κας. Παπακόκκινου και του εν λόγω τεχνικού γραφείου που διατηρούσε ο πατέρας μου η οποία να είναι τέτοιας φύσης που να δημιουργεί κώλυμα στην εκδίκαση της υπόθεσης από εμένα. Αντίθετα δεν αποτέλεσε η κα. Παπακόκκινου πελάτη του εν λόγω γραφείου πέραν από κάποιες προκαταρκτικές συζητήσεις που έλαβαν χώρα σε χρόνο προ δεκαετίας αν όχι και περισσότερο. Τα όσα δε παράπονα εξέφρασε εναντίον του τότε συνέταιρου του πατέρα μου για την μεταφορά κάποιων σχεδίων στον Κ.Ο.Τ και την απόσυρση τους πέραν από γενικά και αόριστα αφορούν ένα τρίτο πρόσωπο με το οποίο εγώ ουδεμία φιλική ή άλλη σχέση διατηρώ. Ακολούθως και σε σχέση με την παρουσίαση του πατέρα μου ως εμπειρογνώμονα και υπό την ιδιότητα του ως πολιτικού μηχανικού σε ακρόαση υπόθεσης εκ μέρους της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λιμιτεδ, ως ήταν τότε, πράγματι έχω ενημερωθεί ότι ο πατέρας μου στα πλαίσια των εργασιών του είχε προβεί σε μελέτη και παρουσίασε μαρτυρία σχετική με ακίνητο στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Πάφου - Λεμεσού προς όφελος της τράπεζας σε υπόθεση μεταξύ του οργανισμού αυτού και της αδελφής της κας. Παπακόκκινου. Αναφέρω ότι ενημερώθηκα καθότι δεν γνώριζα και δεν γνωρίζω βεβαίως όλες τις επιμέρους εργασίες του πατέρα μου ως πολιτικού μηχανικού από το 1980 που ασκεί το επάγγελμα αυτό. Η μαρτυρία αυτή, δεν έγινε αναφορά πότε δόθηκε κάτι που ούτε η κα. Παπακόκκινου μπορούσε να προσδιορίσει αλλά ούτε και ο πατέρας μου. Σημειώνω ότι η μαρτυρία αυτή ως μου ανέφερε πρέπει να είχε δοθεί χρονικά πριν από μια δεκαετία αν όχι και αρκετά περισσότερο σε χρόνο που εγώ όχι απλά δεν είχα διοριστεί στη Δικαστική Υπηρεσία αλλά ενδεχομένως να μην ασκούσα και το επάγγελμα του δικηγόρου. Ο πατέρας μου ουδέν άμεσο ή έμμεσο συμφέρον είχε από την έκβαση της υπόθεσης εκείνης, κλήθηκε ως εμπειρογνώμονας υπό της επαγγελματικής του ιδιότητας να θέσει την άποψη του για την κατάσταση ενός ακινήτου και τις αλλαγές που είχαν γίνει κατά τον χρόνο ενοικίασης του από την τότε Λαϊκή Τράπεζα. Δεν θεωρώ ότι υφίσταται οιοσδήποτε λόγος εξαίρεσης μου επί τη βάση του γεγονότος αυτού από τη στιγμή που ο πατέρας μου δεν ήταν διάδικος στην υπόθεση και ουδέν άμεσο ή έμμεσο συμφέρον είχε. Εν κατακλείδι και επί τοις αφορώσι τους ανωτέρω δύο λόγους εξαίρεσης μου θεωρώ ότι δεν υφίστανται τέτοιες συνθήκες οι οποίες να δημιουργούν εύλογη υπόνοια στον μέσο εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει τα σχετικά γεγονότα, ότι είναι αδύνατη η διεξαγωγή δίκαιης δίκης για την εναγόμενη και ότι η Δικαστής της υπόθεσης είναι προκατειλημμένη εξαιτίας του γεγονότος της μαρτυρίας του πατέρα μου ως εμπειρογνώμονα υπέρ αντιδίκου της σε δικαστική διαδικασία προ πολλών ετών και άνευ οιοδήποτε προσωπικού του συμφέροντος ή λόγω της οιασδήποτε μεμονωμένης και χρονικά περιορισμένης επαγγελματικής συνεργασίας του με την εναγόμενη επίσης προ πολλών ετών. Έρχομαι τώρα να εξετάσω την θέση και εισήγηση της κας. Παπακόκκινου περί του ότι η ιδιότητα του πατέρα μου ως μέλος του συμβουλίου του Σαπα εκ της ιδιότητος του ως δημοτικός σύμβουλος στο Δήμο Πάφου αποτελεί λόγο εξαίρεσης μου. Ο λόγος αυτός αποτέλεσε και τον κυριότερο λόγο για την υποβολή του αιτήματος. Η εναγόμενη - αιτήτρια ορθώς αναφέρει ότι το Δικαστήριο κατά την ανάληψη χειρισμού της ως άνω αγωγής δεν ανάφερε την εν λόγω σχέση. Βεβαίως η μη αναφορά του γεγονότος αυτού δεν προέκυψε από κίνητρο απόκρυψης ως αφήνει να νοηθεί η αιτήτρια αλλά αποκλειστικά και μόνο εκ του γεγονότος ότι δεν θεώρησα ότι η σχέση αυτή του πατέρα μου με το Σαπα δημιουργεί οιοδήποτε κώλυμα σε εμένα να εκδικάσω την υπόθεση. Επαναλαμβάνω ότι ο πατέρας μου ως εκλελεγμένο μέλος του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Πάφου από το 2006 μέχρι και σήμερα μετέχει εκ του νόμου στο συμβούλιο του εν λόγω οργανισμού, ο οποίος είναι δημόσιος οργανισμός, δημοσίας ωφελείας. Ουδέν προσωπικό, οικονομικό ή άλλο είτε άμεσο είτε και έμμεσο συμφέρον έχει από τον εν λόγω οργανισμό. Πόσο μάλλον η συμμετοχή του υπό την ιδιότητα του αυτή και μόνο να δημιουργεί σε εμένα οιοδήποτε κώλυμα εκδίκασης υποθέσεων του εν λόγω οργανισμού. Η έκβαση της υπόθεσης, οιαδήποτε και αν είναι τελικά, δεν επηρεάζει σε κανένα βαθμό και με οιοδήποτε τρόπο, τον οιοδήποτε δημοτικό σύμβουλο που μετέχει στο συμβούλιο υπό της ιδιότητας του αυτής και μόνο. Σημειώνω ότι σύμφωνα με τα Bangalore Principles, αρχές στις οποίες έγινε αναφορά και στην απόφαση Μιχαηλίδης ανωτέρω, ένας Δικαστής πρέπει να ενημερώνεται για τα άμεσα και ουσιαστικά οικονομικά συμφέροντα των μελών της οικογένειας του και πρέπει να καταβάλλει προσπάθεια να ενημερώνεται για αυτά. Στην προκειμένη όχι απλά δεν τίθεται οιοδήποτε οικονομικό είτε άμεσο είτε έμμεσο συμφέρον του πατέρα μου από τον οργανισμό των εναγόντων αλλά ούτε και οιασδήποτε άλλης μορφής συμφέρον. Αντίθετα η ιδιότητα του ως εκλελεγμένο μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Πάφου και εκ της ιδιότητος του αυτής μέλος του συμβουλίου του Σάπα είναι προσωρινή και τυπική. Τα πιο πάνω προδιαγράφουν και δεικνύουν ότι ουδέν κώλυμα κρίνω και καταλήγω ότι έχω να εκδικάσω την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ενόψει της ιδιότητος του πατέρα μου. Οφείλω βεβαίως και ανεξάρτητα από την προσωπική μου αίσθηση και κατάληξη να εξετάσω και τον παράγοντα του κριτηρίου προκατάληψης ήτοι κατά θα δημιουργηθεί η εντύπωση στο μυαλό του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα, ότι υπάρχει πράγματι πιθανότητα προκατάληψης από το δικαστή (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κωνσταντίνου, ανωτέρω). Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Εικασίες και καχυποψίες μόνο, δεν είναι αρκετές σύμφωνα με τη νομολογία. Θεωρώ ότι ο μέσος εχέφρονας πολίτης ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα και εν προκειμένω την ιδιότητα του πατέρα μου και τον τρόπο συμμετοχής του στο συμβούλιο των εναγόντων, ως οργανισμού δημοσίας ωφέλειας και όχι ως μιας οιαδήποτε ιδιωτική επιχείρησης, μετέχει δε εκ του νόμου αλλά και την απουσία οιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος του οιασδήποτε φύσης, δεν μπορεί να καταλήξει και να θεωρήσει ότι υπάρχει πιθανότητα προκατάληψης από το Δικαστή και εν προκειμένω εμένα. Σημειώνω ότι η νομολογία δεν αναφέρεται σε ένα απληροφόρητο πολίτη ο οποίος σχηματίζει μια βεβιασμένη εντύπωση αλλά σε ένα πολίτη με ολοκληρωμένη πληροφόρηση και αντίληψη του τρόπου λειτουργίας των διαδικασιών στα πλαίσια τους. Στην υπόθεση Abed Alkaadir Typye v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 279, σελ. 286, αναφέρθηκε σχετικά με το κριτήριο αυτό ότι: «Ο αντικειμενικός παρατηρητής, περιβεβλημένος με πλήρη γνώση τους, ουδόλως θα μπορούσε να θεωρήσει ότι ο Δικαστής, μετέχοντας στη σύνθεση του Κακουργιοδικείου, θα μπορούσε να ήταν προκατειλημμένος κατά του εφεσείοντα ή του δικηγόρου του στην προκειμένη υπόθεση. Ο αντικειμενικός παρατηρητής δεν είναι ασφαλώς ο τυχαίος απληροφόρητος άνθρωπος που θα μπορούσε να σχηματίσει μια βεβιασμένη εντύπωση παρασυρόμενος από την υποκειμενική του μονομερή και αποσπασματική αντίληψη, αλλά εκείνος ο οποίος, με ολοκληρωμένη πληροφόρηση και κατανόηση του τρόπου λειτουργίας των διαδικασιών στα πλαίσιά τους, μπορεί έτσι να καταλήξει σε μια αντάξια της αντικειμενικότητας του άποψη ως προς το ζητούμενο..» Στην προκειμένη περίπτωση ένας πολίτης γνώστης όλων των γεγονότων αναφορικά με τον τρόπο συμμετοχής των μελών του δημοτικού συμβουλίου στο συμβούλιο του Σάπα, την προσωρινή τους ιδιότητα και την απουσία οιουδήποτε οφέλους ή συμφέροντος δεν κρίνω ότι δύναται να θεωρήσει ότι το Δικαστήριο που διατηρεί μια στενή συγγένεια με ένα τέτοιο μέλος και κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες δυνατό να θεωρήσει ότι υπάρχει προκατάληψη. Όπως τονίστηκε και στην απόφαση Αναφορικά με την αίτηση του Παναγιώτη Λιάκου Μελά
(1998)1 Α.Α.Δ. 706, η γνώμη διαδίκου που ισχυρίζεται ότι ένας Δικαστής δεν είναι αμερόληπτος λαμβάνεται υπ' όψιν, αλλά ο Δικαστής δεν εξαιρείται ανάλογα με τις επιθυμίες των διαδίκων, οι οποίοι και δεν δικαιούνται να καθορίσουν τη σύνθεση του Δικαστηρίου. Μέσα στα πλαίσια αυτά ο διάδικος που αιτείται την εξαίρεση του Δικαστή θα πρέπει να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης, αφού, όπως αναφέρθηκε στην Hadjicosta v. Anastassiades
(1982)1 C.L.R. 296 (σε μετάφραση): «αποδοχή αιτήσεων για τον αποκλεισμό δικαστών από τη συμμετοχή τους στην εκδίκαση οποιασδήποτε συγκεκριμένης υπόθεσης, στην απουσία βάσιμων λόγων, θα υπονόμευε τον απρόσωπο προκαθορισμό της σύνθεσης του Δικαστηρίου, παράγοντας μείζονος σημασίας για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.» Όπως λέχθηκε στην απόφαση Γεωργιάδης v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 256, εκείνο που προέχει είναι η εκτέλεση του δικαστικού καθήκοντος, φυσικά μέσα στο καθιερωμένο νομολογιακό πλαίσιο, μακριά από κάθε λεπτολόγα ευαισθησία του δικαστή. Στην απόφαση Δέσπω Αποστολίδου v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 576, αναφέρθηκε ότι το κριτήριο το οποίο υιοθετεί το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τη διαπίστωση προκατάληψης είναι «εύλογος υπόνοια ή λογικός φόβος». «Προκατάληψη (bias) του Δικαστή, υπό την έννοια που ο όρος ενέχει στο δίκαιο, τον αποκλείει από την εκδίκαση υπόθεσης. Η ύπαρξη προκατάληψης συναρτάται με το εξ αντικειμένου διαφαινόμενο συμφέρον του Δικαστή στην έκβαση της υπόθεσης. Τέτοιο συμφέρον αναφαίνεται οποτεδήποτε η σχέση του Δικαστή με διάδικο ή προς το επίδικο θέμα είναι τέτοια ώστε να στοιχειοθετείται εξ' αντικειμένου η ύπαρξή του.» Στην προκειμένη ουδεμία σχέση άμεση προκύπτει να υπάρχει ή και υπάρχει μεταξύ του Δικαστή και των εναγόντων αλλά τίθεται ότι αυτή η σχέση πηγάζει έμμεσα από τη συμμετοχή του πατέρα μου ως μέλος του Σάπα. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω θεωρώ και καταλήγω ότι το αίτημα δεν μπορεί να βρει έρεισμα και δεν δύναται να πετύχει. Ανεξάρτητα από τις προσωπικές και λεπτολόγες ευαισθησίες εκάστου Δικαστή, τα αιτήματα για εξαίρεση εκδικάζονται και εξετάζονται στα πλαίσια των κανόνων που ανωτέρω ανέφερα και δεν είναι δυνατό προσωπικές ευαισθησίες να οδηγούν σε επιλογή Δικαστή μετά από αποδοχή αιτημάτων για εξαίρεση τα οποία δεν έχουν έρεισμα στην νομολογία αλλά γίνονται αποδεχτά για λόγους ευαισθησίας και μόνο. Εάν η σχέση αυτή του πατέρα μου με το Σαπα ήταν τέτοια που δημιουργούσε σε αυτόν άμεσο ή έμμεσο συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης αναμφίβολα και χωρίς δεύτερη σκέψη θα εξαιρούσα τον εαυτό μου από την εκδίκαση προτού καν τεθεί οιοδήποτε αίτημα και κατά τον χρόνο που τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον μου η υπόθεση. Αυτό δεν έπραξα καθότι δεν θεωρώ ότι η σχέση αυτή είναι τέτοια που δημιουργεί οιοδήποτε κώλυμα. Από τη στιγμή που το αίτημα υποβλήθηκε όφειλα να εξετάσω αυτό με κάθε σεβασμό προς την αιτήτρια - εναγόμενη αλλά πάντα επί τη βάση των νομολογιακά καθιερωμένων αρχών. Αυτό θεωρώ ότι έπραξα. Η έγκριση του αιτήματος θα ήταν προϊόν προσωπικής υποκειμενικής και μόνο ευαισθησίας και όχι βασιζόμενη στις αρχές της νομολογίας. Η εξαίρεση μου με βάση τα όσα ανωτέρω προσπάθησα να εξηγήσω θα ισοδυναμούσε με άρνηση άσκησης των καθηκόντων μου. Η θέση ότι λόγω της συμμετοχής του πατέρα μου εκ της ιδιότητας του ως δημοτικός σύμβουλος στο συμβούλιο του Σάπα αλλά και των όσων τέθηκαν για την ιδιότητα του ως μάρτυρας υπό την ιδιότητα του ως πολιτικός μηχανικός προ ετών σε δίκη μεταξύ της αδελφής της εναγόμενης και τρίτου προσώπου δεν είναι αρκετή ώστε να προσδοθεί στο Δικαστήριο μεροληψία σε βαθμό που να ανατραπεί το τεκμήριο της αμεροληψίας ή σε βαθμό που δημιουργείται στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη ο οποίος γνωρίζει τα γεγονότα φόβος ή δικαιολογημένη εντύπωση ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης. Μια τέτοια θέση με κάθε σεβασμό είναι απαράδεκτη. Επιπλέον τίθεται ανεξάρτητα με τα πιο πάνω θέση και εισήγηση ότι θα πρέπει να εξαιρεθώ ενόψει του ότι εκδίκασα στα πλαίσια της αγωγής 3057/12, πανομοιότυπη ενδιάμεση αίτηση ημερ. 04/06/2012, με αυτή που εκκρεμεί στην παρούσα, έχω ήδη καταλήξει σε ευρήματα νομικά και είμαι ήδη προκατειλημμένη. Το γεγονός ότι το ίδιο Δικαστήριο έχει ήδη προβεί σε ενδιάμεση απόφαση σε άλλη αγωγή με άλλους διάδικους ή ακόμα και τους ίδιους για τα ίδια νομικά θέματα δεν αποτελεί καλό ούτε και σοβαρό λόγο εξαίρεσης του από την εκδίκαση της αίτησης. Αυτή η κατάληξη του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στην υπόθεση Makrides v. Republic (ανωτέρω). Εκεί ζητήθηκε από το ενδιαφερόμενο μέρος σε προσφυγή η εξαίρεση του Δικαστή, κ. Πική, για τον λόγο ότι ο ίδιος Δικαστής εκδίκασε προγενέστερη προσφυγή του ίδιου αιτητή στην οποία εξέδωσε απόφαση ακύρωσης του διορισμού του ενδιαφερόμενου μέρους στην ίδια θέση. Ο Δικαστής απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στο καθήκον εκδίκασης των υποθέσεων που του ανατίθενται με βάση το πρόγραμμα εργασίας, ως ο φυσικός δικαστής, και έκρινε ότι δεν συνέτρεχε βάσιμος λόγος για να εξαιρεθεί. Το καθήκον του Δικαστή προσδιορίστηκε ως εξής: «As I perceive my duty, in the absence of valid reasons disqualifying me from sitting in the case, to excuse myself would be an abdication of duty. An abdication of duty with visible dangers to the administration of justice. One such danger is that we would be coming close to acknowledging to a litigant a right to choose the Judge who will try him. I could neither condone such a practice nor shut off from my mind the repercussions from any such decision. It is not permissible to be merely guided by sentiment. The decision must turn on a proper appreciation of my duty. In exercising this duty, I cannot overlook there is a right of appeal from a decision of the Court in revisional jurisdiction and, that an appeal is by way of rehearing. In sum, there is no justification for disqualifying or excusing myself from trying the case.» Στην υπόθεση Adidas Ltd v. Krashias Ltd (Αρ. 1) (ανωτέρω) ο δικηγόρος της εφεσίβλητης, κ. Μιχαηλίδης, ζήτησε την εξαίρεση Δικαστή (πάλι του κ. Πική) από τη σύνθεση του Εφετείου για τον λόγο ότι ο ίδιος Δικαστής συμμετείχε στην εκδίκαση υπόθεσης μεταξύ των εφεσειόντων και τρίτων, και στην οποία εκδόθηκε απόφαση που περιείχε ευρήματα σε σχέση με το σήμα (έμβλημα) των προϊόντων των εφεσειόντων. Ο Δικαστής υιοθέτησε το προαναφερόμενο απόσπασμα καθώς επίσης απόσπασμα από την υπόθεση Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου v. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 1) (ανωτέρω), το οποίο έχει ως εξής: «Η κατάληξη σε δικαστικές αποφάσεις, καθώς και η διατύπωση των δικαστικών θέσεων και απόψεων σ΄ αυτές, δεν δημιουργεί, όπως ορθά υποστηρίχθηκε, κώλυμα για τη συμμετοχή Δικαστή σε μεταγενέστερη διαδικασία στην οποία εγείρονται άμεσα ή έμμεσα παρόμοια θέματα προς εξέταση.» Καθοδηγούμενος από τις πιο πάνω αρχές, ο Δικαστής κατέληξε ότι δεν συνέτρεχε λόγος για την εξαίρεση του. Το ίδιο σκεπτικό διέπει και την υπόθεση Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου v. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2) (ανωτέρω), το οποίο (σκεπτικό) εκφράστηκε με πιο αναλυτικό και επεξηγηματικό τρόπο ως ακολούθως: «Είναι κατάδηλο ότι οτιδήποτε λέγει ο Δικαστής στην εκτέλεση του καθήκοντός του, είτε αφορά στην αιτία της απόφασης ή αποτελεί παρατηρήσεις εν παρόδω (obiter dicta) και άλλες απόψεις, είναι κείμενο δικαστικής υφής, που κατά τη νομολογία μας, δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού του από μελλοντική υπόθεση, έστω και αν αυτή παρουσιάζει παραπλήσιο ή ακόμη ταυτόσημο θέμα. Με άλλες λέξεις η εκπλήρωση του δικαστικού έργου με την έκδοση απόφασης, δε δημιουργεί ποτέ κώλυμα εκδίκασης μεταγενέστερων υποθέσεων από τον ίδιο δικαστή σε μονομελή σύνθεση ή συμμετοχής του σε δικαστήριο με ευρύτερη σύνθεση. Και αυτή είναι η εδραιωμένη άποψη της νομολογίας στην οποία αναφερθήκαμε και που ακολουθήσαμε πιστά στην προκείμενη περίπτωση.» Με γνώμονα αυτό το κριτήριο, στην υπόθεση Σοφοκλέους v. Ταβελούδη (ανωτέρω) δεν εξαιρέθηκε Δικαστής από τη σύνθεση του Εφετείου σε έφεση εναντίον ενδιάμεσης απόφασης λόγω συμμετοχής του σε προηγούμενη διαδικασία έφεσης, με διαφορετική σύνθεση, εναντίον μίας άλλης ενδιάμεσης απόφασης μέσα στα πλαίσια της ίδιας αγωγής. Ούτε στην Hadjicosta v. Anastassiades (ανωτέρω) εξαιρέθηκε Δικαστής για τον προβληθέντα λόγο ότι ήταν μέλος προηγούμενης σύνθεσης η οποία εκδίκασε και απέρριψε αγωγή του συζύγου της εφεσείουσας. Στην υπόθεση Economides and Another v. Police (ανωτέρω) δεν κρίθηκε δικαιολογημένη η εξαίρεση Δικαστή από την εκδίκαση αίτησης προσωποκράτησης για τον λόγο ότι ο ίδιος Δικαστής εκδίκασε δύο προηγούμενες τέτοιες αιτήσεις εναντίον του πρώτου εφεσείοντα. Στην υπόθεση Meterin v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 120, δεν κρίθηκε βάσιμος λόγος για εξαίρεση της Προέδρου του Κακουργιοδικείου Πάφου σε υπόθεση βιασμού το γεγονός ότι είχε προηγουμένως ακούσει μαρτυρία σε ποινική υπόθεση όπου είχε απαλλάξει τους κατηγορούμενους αφού διαπίστωσε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους. Η κάθε υπόθεση εξετάζεται με βάση τα δικά της περιστατικά. Η κατάληξη του Δικαστηρίου σε ενδιάμεση αίτηση στα πλαίσια άλλης αγωγής από την παρούσα, έστω και αν τα αιτήματα είναι τα ίδια δεν θεωρώ ότι δημιουργεί έδαφος με βάση τις άνω αρχές εξαίρεσης μου. Ως εκ τούτου το αίτημα για εξαίρεση βασιζόμενο επί όλων των λόγων που η εναγόμενη - αιτήτρια έθεσε δεν γίνεται δεκτό και απορρίπτεται. Οι ενάγοντες θεωρώ ότι δικαιούνται τα έξοδα των δικασίμων που χρησιμοποιήθηκαν για την υποβολή του αιτήματος εξαίρεσης, τις αγορεύσεις και την έκδοση της παρούσας. Ως εκ τούτου τα έξοδα ως ανωτέρω καθορίστηκαν επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. .............. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.