Μ.Δ. ν. Α.Σ., Αρ. Αγωγής: 3317/10, 8/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A157 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3317/10 Μεταξύ: Μ.... Δ...., από την Μεσόγη Ενάγουσας και Α..... Σ...., από την Πάφο Εναγομένου Ημερομηνία: 08.11.2018 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα : Κος Π. Ευθυμίου για Παύλος Γ. Ευθυμίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο: Κα Α. Κορακίδου ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα στην παρούσα αγωγή αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου Δηλώσεις ότι αυτή είναι το πρόσωπο το οποίο δικαιούται, και όχι ο Εναγόμενος, κατοχή, χρήση και κάρπωση ενός καταστήματος ... ... .. ... .. .... το οποίο βρίσκεται εντός των τεμαχίων ...., .... και .... με αριθμούς εγγραφής ...., ....... και ......., ενορία ... ..... Πάφου, (στο εξής το επίδικο κατάστημα). Ζητείται επίσης διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Εναγόμενος να παραδώσει στην Ενάγουσα αμέσως το προαναφερόμενο ακίνητο και Απόφαση για το ποσό των €185,00 μηνιαίως από 01.01.2010 μέχρι την παράδοση της κατοχής πλέον τόκους και έξοδα. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης ο Εναγόμενος υπήρξε σύζυγος της θυγατέρας της Ενάγουσας και κατά ή περί το έτος 2008 - 2009 είχαν αναπτύξει σχέση εμπιστοσύνης. Η Ενάγουσα με βάση Σύμβαση Μίσθωσης, ημερομηνίας 27.02.2009 απόκτησε από τον Υπουργό Εσωτερικών, την κατοχή και χρήση του επίδικου καταστήματος για την περίοδο 01.02.2009 μέχρι 31.01.
- Η προαναφερόμενη συμφωνία αντικαταστάθηκε με άλλη συμφωνία η οποία κάλυπτε την περίοδο 01.01.2010 μέχρι 31.12.
- Ο Εναγόμενος χωρίς να έχει οποιοδήποτε δικαίωμα, αλλά παράνομα, κατέχει και χρησιμοποιεί αποκλειστικά το επίδικο κατάστημα ωφελούμενος από τη χρήση του, η δε Ενάγουσα καταβάλλει μηνιαίο μίσθωμα ύψους €185,00 καθώς και δημοτικά τέλη και λογαριασμούς υδατοπρομήθειας. Πλήρωσε δε τα ενοίκια από 01.02.2010 μέχρι 01.08.2010 συνολικού ποσού €1.480,00 και €103,10 δημοτικά τέλη και υδατοπρομήθεια. Παρ' ότι ο Εναγόμενος κλήθηκε πολλές φορές να παραδώσει το ακίνητο στην Ενάγουσα αρνείται να το πράξει. Στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του ο Εναγόμενος εγείρει κατ' αρχή προδικαστική ένσταση ότι η Ενάγουσα δεν έχει logus standi στην παρούσα υπόθεση. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρξε πολύ καλή σχέση εξαιτίας της φροντίδας που επεδείκνυε ο Εναγόμενος προς το παιδί και τη σύζυγο του αλλά και προς το παιδί της συζύγου του από προηγούμενο γάμο, οι δε σχέσεις τους ήταν σχέσεις αγάπης και εμπιστοσύνης. Επιπλέον ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η εταιρία του ..... ....... Café Ltd πλήρωσε στον προκάτοχο του επίδικου καταστήματος, Μ...... Μ..... το ποσό των €51.528,00 με σκοπό να αναλάβει την κατοχή και εκμετάλλευση του. Λόγω της σχέσης του με την Ενάγουσα συμφώνησαν όπως η τελευταία αιτηθεί τη μίσθωση του καταστήματος και ο Εναγόμενος να συστήσει Εταιρία με σκοπό να λειτουργήσει επιχείρηση εντός του επίδικου καταστήματος με διευθυντή και μέτοχο τον Εναγόμενο. Αφού συστάθηκε η εταιρία του Εναγόμενου έλαβε την κατοχή του καταστήματος και προέβη σε εκτεταμένες εργασίες και έξοδα δαπανώντας πέραν των €100.000,00, δίδοντας λεπτομέρειες στην Υπεράσπιση. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται περαιτέρω πως ουδέποτε θα ενεργούσε ως ενήργησε αν δεν είχε τη διαβεβαίωση της Ενάγουσας ότι θα του παραχωρούσε χαριστικά το δικαίωμα της για εκμετάλλευση του επίδικου μισθώματος. Επίσης ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η εταιρεία του πλήρωσε όλα τα μισθώματα, φόρους και τέλη που αφορούν το επίδικο ακίνητο. Η προσωπική του δε εργασία την οποία παρείχε για να λειτουργήσει και εγκαταστήσει την επιχείρηση Café εντός του επίδικου καταστήματος από 01.08.2008 αποτιμάται σε €2.000,00 μηνιαίως. Συνακόλουθα ο Εναγόμενος Ανταπαιτεί από την Ενάγουσα (α) το ποσό των €135,000,00 πλέον τόκο 8% από 14.04.2009 μέχρι εξόφλησης, (β) ποσό €2.000,00 μηνιαίως από 01.08.2008 μέχρι εκδόσεως διατάγματος ανάκτησης κατοχής του επίδικου καταστήματος και (γ) €1.572.00 πλέον νόμιμο τόκο ως δικηγορικά έξοδα τα οποία πλήρωσε για την εγγραφή επωνυμίας στην εταιρία του και έξοδα. Η Ενάγουσα στην Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση αρνείται τις δικογραφημένες θέσεις του Εναγόμενου και λέγει πως αν έγινε οποιαδήποτε πληρωμή εκ μέρους του σε προκάτοχο του καταστήματος, αυτό έγινε χωρίς τη γνώση και συγκατάθεση της ως αποκλειστικής δικαιούχου της κατοχής του καταστήματος. Αποδέχεται δε η Ενάγουσα ότι έγιναν κάποιες σκέψεις με τον Εναγόμενο για τον τρόπο που θα λειτουργούσε το κατάστημα ωστόσο αυτές ουδέποτε μετουσιώθηκαν σε πράξη, καθ' ότι ήταν απαραίτητη η συγκατάθεση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών κάτι που δεν έγινε ποτέ. Όλες δε οι ενέργειες του Εναγόμενου ήταν μονομερείς, κακόπιστες και χωρίς τη συγκατάθεση της και ουδέποτε ενημερώθηκε εκ των προτέρων. Ουδέποτε επίσης συμφώνησε με τον Εναγόμενο ή προέβη σε παραστάσεις ώστε αυτός να προβεί σε έξοδα ή ότι θα του παραχωρούσε δικαίωμα χρήσης και εκμετάλλευσης χαριστικά, καθότι μία τέτοια πράξη ήταν παράνομη και ενάντια στους όρους της άδειας χρήσης η οποία της δόθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών. Ισχυρίζεται ακόμη η Ενάγουσα ότι ο Εναγόμενος εμποδίζεται δια συμπεριφοράς και εγγράφων να ισχυρίζεται ότι έχει αποκτήσει νόμιμα κατοχή του επίδικου καταστήματος. Για την απόδειξη της αξίωσης της Ενάγουσας κατέθεσαν δύο μάρτυρες (στο εξής ΜΕ) και δύο μάρτυρες για την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Κατατέθηκαν κατά τη δίκη συνολικά 47 Τεκμήρια, σημειωτέο χωρίς ένσταση και εκ συμφώνου. ΜΕ1 κατέθεσε η Ενάγουσα η οποία ως ανέφερε είναι δικαιούχος στην κατοχή, χρήση και κάρπωση του καταστήματος .... ., ... .... .. Πάφου, που είναι κτισμένο στα τεμάχια με αριθμούς ...., ..., ..., και αριθμούς εγγραφής ..... .... & ....., στην ενορία ....... ...... Πάφου. Η κατοχή του πιο πάνω υποστατικού της δόθηκε, από τον Υπουργό Εσωτερικών, ως Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, με βάση γραπτή άδεια χρήσης, που αρχικά αφορούσε την περίοδο από 01.02.2009 μέχρι την 31.01.
- Στη συνέχεια η άδεια χρήσης αντικαταστάθηκε με άλλη, που καλύπτει την περίοδο από 01.01.2010 μέχρι την 31.12.2012, καταβάλλει δε το ποσό των €185,00 μηνιαίως. Ο Εναγόμενος είναι ο πρώην σύζυγος της θυγατέρας της και είναι το πρόσωπο που πήρε την κατοχή του αναφερόμενου καταστήματος παράνομα και το καρπώνεται. Δεν είναι αλήθεια, ότι έδωσε τη συγκατάθεση της για να πάρει την κατοχή του υποστατικού ο Εναγόμενος. Ούτε αποδέχθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο να πάρει ο Εναγόμενος δικαιώματα επί του καταστήματος, άλλωστε η άδεια που της εδόθη από τον Υπουργό Εσωτερικών, ήταν προσωπική και δε μεταβιβάζεται χωρίς τη συγκατάθεση και έγκριση του. Δε δέχθηκε ότι παραχώρησε χαριστικά το δικαίωμα της επί της άδειας χρήσης και εκμετάλλευσης του επίδικου καταστήματος ή ότι στη βάση αυτή ο Εναγόμενος προέβη σε έξοδα και δαπάνες ή προσωπική του εργασία. Είναι αλήθεια ωστόσο, σύμφωνα με την Ενάγουσα, ότι λόγω της προγενέστερης συγγενικής σχέσης της με τον Εναγόμενο, έκανε κάποιες συζητήσεις για να βρούνε νόμιμη φόρμουλα για να εκμεταλλευτούν το επίδικο κατάστημα σαν οικογένεια, πλην όμως, αυτές οι συζητήσεις δεν μετουσιώθηκαν σε πράξη, αφού ήταν αδύνατο να ληφθεί νέα άδεια χρήσης και εν πάση περιπτώσει ο Εναγόμενος χώρισε από την κόρη της. ΜΕ2 κατέθεσε o Σ.... Σ...., υπάλληλος στην Υπηρεσία Τουρκοκυπριακών Περιουσιών στην Πάφο και εργάζεται ως ταμίας στην εν λόγω Yπηρεσία από 01.09.
- Παρουσίασε αντίγραφα καταστάσεων πληρωμών - Τεκμήριο 4 - τις οποίες ο ίδιος ετοίμασε και εκτύπωσε σε ηλεκτρονικό υπολογιστή από το μηχανογραφημένο σύστημα της Υπηρεσίας αναφορικά με την άδεια ... η οποία αφορά στο επίδικο υποστατικό. Όπως διευκρίνισε η Υπηρεσία στην οποία εργάζεται δέχεται πληρωμές τόσο εκ μέρους του δικαιούχου ενός υποστατικού αλλά και εκ μέρους άλλου προσώπου, ωστόσο η απόδειξη εκδίδεται πάντοτε στο όνομα του δικαιούχου. Αναφέρθηκε επίσης σε απλήρωτα ενοίκια όπως αυτά φαίνονται στο έγγραφο - Τεκμήριο 5 -το οποίο παρουσίασε. Εξήγησε ακόμη ότι αναφορικά με το έτος 2016 υπήρξε απόφαση του Υπουργείου Εσωτερικών για μη πληρωμή ενοικίων από τους δικαιούχους, ενόψει των έργων ανάπλασης που γίνονταν στο Δήμο Πάφου, για το λόγο αυτό η εν λόγω περίοδος δεν εμφανίζεται στο Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας δεν ήταν ωστόσο σε θέση να συμφωνήσει ή διαφωνήσει αν ο Εναγόμενος κατέβαλε για λογαριασμό του τα διάφορα μισθώματα - ενοίκια ή για κάποιο άλλο πρόσωπο. Αναγνώρισε δε το Τεκμήριο 6 ως αποδείξεις που εκδόθηκαν και παραδόθηκαν από την Yπηρεσία στην οποία εργάζεται. ΜΥ1 κατέθεσε ο Εναγόμενος, είναι άτομο που ενεπλάκη, ως ανέφερε, σε όλα τα θέματα που φορούν το επίδικο κατάστημα το οποίο σήμερα διαχειρίζεται η εταιρεία του ..... ....... Café Ltd. Η Ενάγουσα είναι πρώην πεθερά του. Ο γάμος του με τη θυγατέρα της Ενάγουσας έχει λυθεί την 29.11.
- Μεταξύ του και της Ενάγουσας υπήρξε πολύ καλή σχέση ένεκα και της φροντίδας που επεδείκνυε τόσο προς το παιδί και την πρώην σύζυγό του αλλά και προς άλλο παιδί της πρώην συζύγου του από τον πρώτο της γάμο. Οι σχέσεις των διαδίκων ήταν σχέσεις αγάπης, εκτίμησης, σεβασμού και εμπιστοσύνης. Κατά ή περί το καλοκαίρι του 2008 πληροφορήθηκε για πρώτη φορά την ύπαρξη του επίδικου υποστατικού από πρώην συμφοιτητή του ο οποίος κατέχει άλλο κατάστημα πλησίον του επίδικου, ο οποίος τον πληροφόρησε ότι ο κάτοχος του επίδικου καταστήματος ήθελε να πωλήσει τον «αέρα» αυτού. Τότε αυτός μερίμνησε και ήρθε σε επαφή με τον προηγούμενο ενοικιαστή του επίδικου καταστήματος ο οποίος το λειτουργούσε ως κάβα για να συζητήσει μαζί του πως θα μπορούσε να αναλάβει την κατοχή του. Στη συνέχεια o Εναγόμενος συνέστησε την εταιρεία .... ....... Café Ltd την 01.09.2008, με διευθυντή και μέτοχο αυτόν, για εκμετάλλευση και λειτουργία του καταστήματος και ενέγραψε την 20.07.2009 την εμπορική επωνυμία «..........», πληρώνοντας για το σκοπό αυτό δικηγορικά και πραγματικά έξοδα €1.572,
- Η εταιρεία του, ...... ....... Café Ltd, πλήρωσε στον προηγούμενο κάτοχο του επίδικου καταστήματος το ποσό των €51.528,00 με σκοπό να αναλάβει την κατοχή και εκμετάλλευση του. Είχε δε υπογράψει την 29.07.2008 γραμμάτιο για το εν λόγω ποσό. Λόγω της συγγενικής σχέσης που είχε με την Ενάγουσα και των οικογενειακών τους περιστάσεων, η Ενάγουσα συμφώνησε μαζί του όπως η ίδια αιτηθεί τη μίσθωση του καταστήματος και αυτός να συστήσει εταιρεία με μοναδικό μέτοχο αυτόν η οποία θα λειτουργούσε επιχείρηση εντός του επίδικου καταστήματος. Αυτός παρέλαβε το κλειδί του καταστήματος από τον προηγούμενο ενοικιαστή και όχι η Ενάγουσα. Η κατάσταση του καταστήματος όταν το παρέλαβε ήταν άθλια. Αποτάθηκε στο Δήμο Πάφου, στον ΚΟΤ και στην Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και υπέβαλε αίτηση για αλλαγή χρήσης του επίδικου καταστήματος από κάβα σε σνακ μπαρ. Αναφέρθηκε δε περαιτέρω σε σχετική αλληλογραφία με τις εν λόγω υπηρεσίες. Την 05.06.2009 υπέβαλαν με την Ενάγουσα αίτηση στον ΚΟΤ για κατάταξη και έκδοση άδειας λειτουργίας του καταστήματος ως σνακ μπαρ την οποία υπέγραψαν από κοινού με την Ενάγουσα, αυτός υπέγραψε εκ μέρους της εταιρείας του. Επίσης η Ενάγουσα την 11.06.2009 υπέγραψε αιτήσεις για έκδοση πολεοδομικής άδειας με επισυνημμένα τα αρχιτεκτονικά σχέδια και αιτήσεις για έκδοση άδειας οικοδομής για μετατροπή της χρήσης του επίδικου καταστήματος. Προς το σκοπό αυτό η εταιρεία του, ..... ....... Café Ltd, σύναψε συμφωνία δανείου την 14.04.2009 για €100.000,00 με τη ΣΠΕ Γεροσκήπου και Ανατολικής Πάφου και έλαβε το ποσό των €100.000,00, το οποίο δαπανήθηκε για την πληρωμή του ποσού των €51.528,00 στον προηγούμενο κάτοχο του μισθίου, για τα έξοδα ετοιμασίας αρχιτεκτονικών σχεδίων, υποβολής αιτήσεων για μετατροπή της χρήσης και ανακαίνισης του επίδικου καταστήματος, καθώς και αγοράς εξοπλισμού προς το σκοπό λειτουργίας της επιχείρησης του Café. Η εταιρεία .... ....... Café Ltd σύναψε επίσης συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων τρεχούμενου λογαριασμού ύψους αρχικά €20.000,00 και αργότερα €35.000,00 με τη ΣΠΕ Γεροσκήπου και Ανατολικής Πάφου για να μπορέσει να ανταποκριθεί στις ανάγκες λειτουργίας της επιχείρησης. Προς εξασφάλιση των πιο πάνω υποχρεώσεων της εταιρείας αυτός και η μητέρα του υπέγραψαν σύμβαση εγγύησης, ενώ η μητέρα του παραχώρησε τις υποθήκες Υ..... και Υ...... του Κτηματολογίου Πάφου. Την 07.01.2009 μαζί με την Ενάγουσα επισκέφθηκαν το γραφείο της δικηγόρου του η οποία είχε ετοιμάσει, κατόπιν οδηγιών του, έγγραφο εκχώρησης μετοχών με το οποίο θα της μεταβίβαζε 1001 μετοχές που είχε στην ειρημένη εταιρεία. Η Ενάγουσα υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο παρουσία του και της δικηγόρου του, αργότερα όμως τον ενημέρωσε ότι δεν ήθελε να προχωρήσει με την υλοποίηση της συμφωνίας καθότι όπως του είπε επί λέξη «εγώ για εσάς τα έκανα δεν θέλω τίποτα». Ως εκ τούτου η διαδικασία μεταβίβασης των μετοχών του επ' ονόματι της Ενάγουσας δεν προχώρησε. Ως περαιτέρω εξήγησε ο Εναγόμενος, η εταιρεία του αφότου έλαβε κατοχή του καταστήματος προέβη σε εκτεταμένες εργασίες εντός αυτού και αγορά εξοπλισμού δαπανώντας πέραν των €100.000,00 για να μπορέσει να καταστεί δυνατή η λειτουργία επιχείρησης Café εντός αυτού, και επιπρόσθετα συνέβαλε με τις ενέργειες και προσωπική του εργασία. Έγινε από το μάρτυρα εκτενής αναφορά στα έξοδα και στις σχετικές δαπάνες. Δήλωσε δε πως ουδέποτε θα ενεργούσε ως ενήργησε αν δεν είχε τη διαβεβαίωση της Ενάγουσας, ότι θα του παραχωρούσε το δικαίωμα της χαριστικά για εκμετάλλευση του επίδικου καταστήματος στην οποία βασίστηκε, ενήργησε και άλλαξε την επαγγελματική και οικονομική του κατάσταση. Η Ενάγουσα χωρίς προηγουμένως να του αναφέρει οτιδήποτε, όταν βρισκόταν σε διάσταση με τη θυγατέρα της, ξεκίνησε έναν ανελέητο πόλεμο εναντίον του για να τον εξοντώσει οικονομικά ώστε να εγκαταλείψει το επίδικο ακίνητο. Τον κατήγγειλε σε όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες με αποτέλεσμα να μην προχωρήσουν στο Δήμο Πάφου οι αιτήσεις που η ίδια υπέγραψε για έκδοση Πολεοδομικής άδειας και άδειας οικοδομής. Λόγω του ότι δεν υπήρχαν οι ειρημένες άδειες δεν μπορούσε να εξασφαλίσει άδεια λειτουργίας από τον ΚΟΤ, ο οποίος μετά από καταγγελία της Ενάγουσας καταχώρησε εναντίον του την ποινική υπόθεση .... Ε.Δ. Πάφου στην οποία την 28.06.2011 του επιβλήθηκε πρόστιμο και εξεδόθη διάταγμα αναστολής της λειτουργίας του επίδικου μέχρι την εξασφάλιση της σχετικής άδειας. Τέλος ο Εναγόμενος ανέφερε ότι η εταιρεία του πλήρωσε μισθώματα, φόρους και τέλη που αφορούν το επίδικο ακίνητο, κατέθεσε τα πρωτότυπα αποδείξεων πληρωμής ενοικίων που κατάφερε να εντοπίσει για τα έτη 2010 -
- Αναφορικά με το έτος 2016 η πληρωμή των ενοικίων ανεστάλη σύμφωνα με απόφαση του Υπουργείου Εσωτερικών, λόγω της ανάπλασης της περιοχής που βρίσκεται το επίδικο κατάστημα. Η προσωπική εργασία που ο Εναγόμενος κατέβαλε για να λειτουργήσει και εγκαταστήσει την επιχείρηση Café εντός του επίδικου καταστήματος από την 01.08.2008 και για 10 μήνες αποτιμάται χρηματικά σε €2.000,00 μηνιαίως. Καθημερινώς έτρεχε στις δημόσιες και δημοτικές υπηρεσίες, στον ΚΟΤ, στη ΣΠΕ Γεροσκήπου, στους μελετητές, στους προμηθευτές, και στους τεχνήτες για να μπορέσει το κατάστημα από το τίποτε που ήταν να γίνει μια όμορφη λειτουργική καφετέρια. ΜΥ2 κατέθεσε η Β... Π......, λειτουργός στον Κλάδο Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, στην Πάφο. Τα καθήκοντα της συνίστανται σε εξέταση αιτήσεων για παραχώρηση τουρκοκυπριακής περιουσίας για στεγαστική χρήση, για επαγγελματικούς σκοπούς, για γεωργική χρήση, σε επιτόπιες έρευνες, εξέταση και τυχόν παραβιάσεις όρων των συμβάσεως μίσθωσης, λήψη δικαστικών μέτρων και άλλα. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στην Ενάγουσα την οποία γνωρίζει εξαιτίας έκθεσης που ετοίμασε σε αίτηση που η τελευταία υπέβαλε στην Υπηρεσία Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Αναγνώρισε τα Τεκμήρια 16 και 17, ως συμβάσεις μίσθωσης με την Ενάγουσα αναφορικά με τουρκοκυπριακή περιουσία. Ανέφερε ακόμη ότι η Ενάγουσα με αίτηση της 10.08.2011 η οποία απορρίφθηκε ζητούσε γεωργική γη στο Νέο Χωριό. Επίσης στις 26.03.2012 ετοιμάστηκε έκθεση από άλλο λειτουργό με την οποία απορρίφθηκε πρόσθετη αίτηση της Ενάγουσας. Η μάρτυρας γνώρισε και τον Εναγόμενο κατά την επιτόπια επίσκεψη που έκανε στο επίδικο κατάστημα το οποίο το 2010 λειτουργούσε ως καφετέρια, ο Εναγόμενος στις 14.04.2011 υπέβαλε αίτηση αλλά απορρίφθηκε γιατί το υποστατικό κατεχόταν από την Ενάγουσα. Αναγνώρισε τέλος η μάρτυρας τα Τεκμήρια 36 έως 46 ως αντίγραφα εγγράφων που βρίσκονται στο φάκελο της υπηρεσίας που εργάζεται, τα οποία αφορούν αλληλογραφία σχετική με το επίδικο κατάστημα. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο ως κατ' εξοχήν αρμόδιο όργανο είχε την ευχέρεια και παρακολούθησε με κάθε δυνατή προσοχή, τους μάρτυρες που παρουσιάστηκαν στη δίκη, ειδικότερα τον τρόπο κατάθεσης και την όλη συμπεριφορά τους κατά τη βάσανο της αντεξέτασης (βλέπε Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους διενεργήθηκε έχοντας κατά νου το στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και την εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, την πιθανή ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην έκβαση της υπόθεσης, τις δυνατότητες που είχαν να αντιληφθούν τα όποια διαδραματισθέντα, το επίπεδο μνήμης και τους λόγους που είχαν να θυμούνται τα όσα κατέθεσαν, τη σαφήνεια και την αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη υπερβολών ή μη ή αντιφάσεων, τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή το αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, αλλά και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο έχει επίγνωση πως η υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων αποτελεί εγχείρημα, που ενδεχομένως, να ενέχει κινδύνους. Στη Νικολάου ν Παπαϊωάννου,
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797 όπου πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε σε άμεσο και σταθερό λόγο και περί ήρεμης συμπεριφοράς κάποιων μαρτύρων, το Εφετείο επισήμανε πως: «Όσο όμως και αν τέτοια χαρακτηριστικά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους. Χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε αντιπαραβολή ή έστω αναφορά στην ποιότητα της μαρτυρίας του εφεσείοντα-εναγομένου η οποία δυνατόν να εμφορείτο και αυτή από τα ίδια χαρακτηριστικά.». Εμπειρικά αποδεικνύεται πως δεν είναι σπάνιο να προσέρχονται στο Δικαστήριο μάρτυρες, οι οποίοι έχουν την ικανότητα να προβάλλουν διαφορετική εικόνα γεγονότων από την πραγματική. Άλλωστε είναι ενδεχόμενο το περιεχόμενο της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, όταν βρίσκεται στο εδώλιο, να είναι τέτοιο ώστε να μην προβάλλει αληθινό χωρίς αυτός να εκπορεύεται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Αναμφίβολα η μαρτυρία της Ενάγουσας από τη μια και του Εναγομένου από την άλλη επιβάλλεται όπως αντιμετωπιστεί με προσοχή και επιφυλακτικότητα για το λόγο ότι, είναι προφανές πως έχουν άμεσο συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης, αφενός για την Ενάγουσα διακυβεύονται τα συμφέροντα της, όπως αυτά καθορίστηκαν μέσα από την εκδοχή της, αφετέρου και του Εναγομένου διακυβεύονται τα συμφέροντα του όπως αυτός τα αντιλαμβανόταν ως προς τα έξοδα που η εταιρεία του δαπάνησε. Το γεγονός βέβαια αυτό από μόνο του, δε συνηγορεί εξ αντικειμένου με συμπέρασμα ότι οι μάρτυρες αυτοί είναι πιθανότερο να είναι αναξιόπιστοι παρά αξιόπιστοι. Με κριτήρια όλα τα προαναφερόμενα το Δικαστήριο αποφαίνεται επί της μαρτυρίας των μαρτύρων, που κατέθεσαν ενώπιον του. Η ΜΕ1, Ενάγουσα, ως έχει αντιληφθεί το Δικαστήριο, κατά τη μαρτυρία της δεν απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς περιστροφές στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν. Παρατηρείται ότι σε κρίσιμα ερωτήματα απέφυγε να απαντήσει προσφεύγοντας σε απαντήσεις του τύπου δε θυμάμαι ή δεν τα θυμάμαι όλα ακριβώς, ή δε γνωρίζω. Συγκεκριμένα ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση αν γνώριζε τη διαδικασία που έγινε πριν φύγει ο προηγούμενος ενοικιαστής από το επίδικο κατάστημα απαντώντας αρχικά ότι κάτι λέχθηκε όμως αυτή δεν τα θυμόταν όλα. Ήταν προφανές πως η απάντηση της στόχευε στο να μην αποδεχθεί ότι πληρώθηκε το ποσό των €51.258,00 που ισχυρίζεται ο Εναγόμενος ότι καταβλήθηκε από την εταιρία του ως «αέρας», και όταν της υποβλήθηκε ότι ο Εναγόμενος υπέγραψε και σχετικό γραμμάτιο για το εν λόγω ποσό απέδωσε το γεγονός ότι μπορεί ο Εναγόμενος να χρειαζόταν και άλλα χρήματα για να δώσει κάπου αλλού, παρ' ότι όπως διαφαίνεται το γραμμάτιο - Τεκμήριο 11- είναι προς τον προηγούμενο ενοικιαστή που υποβλήθηκε ότι υπογράφτηκε και όχι για κάποια άλλη αιτία. Στη συνέχεια, επί του ιδίου θέματος η Ενάγουσα επέμενε πως γνώριζε ότι είναι πιο λίγα που δόθηκαν χωρίς ωστόσο να αναφερθεί σε συγκεκριμένο ποσό, ή να δώσει κάποια λεπτομέρεια προς υποστήριξη αυτής της μαρτυρίας της. Παρατηρείται επίσης πως η Ενάγουσα στην αντεξέταση της, όταν της υποβλήθηκε ότι ο λόγος που καταχώρησε την παρούσα αγωγή ήταν επειδή ο Εναγόμενος χώρισε με τη θυγατέρα της, ανέφερε πως δεν υπήρχε τέτοιο θέμα αλλά το έκανε επειδή αυτή ενεργεί σύμφωνα με το νόμο. Δεν πρόκειται για πειστική απάντηση καθ' ότι, όπως είναι αποδεκτό, ενώ γνώριζε ότι η σύμβαση μίσθωσης παραχωρήθηκε σ' αυτήν προσωπικά χωρίς δικαίωμα παραχώρησης σε τρίτο πρόσωπο, ωστόσο φαίνεται μέσα από τη μαρτυρία της ότι αποδέχθηκε τη χρήση του επίδικου υποστατικού από την αρχή από άλλο πρόσωπο ακόμη και τη διαχείριση του από εταιρεία, ως δήλωσε, στην οποία θα ήταν αυτή μέτοχος, η θυγατέρα και ο Εναγόμενος, τότε γαμβρός της. Η Ενάγουσα γενικότερα δεν έπεισε το Δικαστήριο για την εκδοχή της, ότι ο Εναγόμενος χωρίς την ανοχή της ή τη συγκατάθεση της προέβη σε ενέργειες δημιουργίας αρχικά εταιρείας και στη συνέχεια έξοδα, δαπάνες και αλλαγές στο επίδικο υποστατικό - κατάστημα. Αναμενόταν πως θα ενεργούσε πολύ διαφορετικά και πιο έγκαιρα, από την πρώτη στιγμή, όταν αντιλήφθηκε ότι γίνονταν εργασίες βελτίωσης του καταστήματος αντιδρώντας αμέσως, αντίθετα, βοήθησε η ίδια ως ανέφερε στις οικοδομικές εργασίες τοποθετώντας κεραμικά. Η εικόνα που το Δικαστήριο απεκόμισε είναι πως η Ενάγουσα υπαναχώρησε και απέσυρε τη συγκατάθεση της και ανοχή της, την οποία έδωσε από την αρχή με την υποβολή αίτησης για εξασφάλιση του επίδικου καταστήματος, όταν ο Εναγόμενος άρχισε να έχει προβλήματα στη σχέση του με τη σύζυγο του και θυγατέρα της Ενάγουσας. Αυτό το συμπέρασμα κρίνεται πως ενισχύεται και προκύπτει εύλογα από τα λεγόμενα της Ενάγουσας κατά την αντεξέταση της σε υποβολή «ότι όλες οι ενέργειες που έκανε ο Εναγόμενος όλα από την αρχή ήταν με δική σας παρότρυνση και συγκατάθεση» απαντώντας «Αυτό γινόταν, μιλήσαμε αλλά μετά εδιάλησαν τα με την κόρη μου, δεν μπορούσα εγώ να συνεχίσω να κάνω συμφωνίες με έναν άνθρωπο που πλήγωνε το παιδί μου.». Ομοίως κρίνεται ότι συνάδουν και τα λεγόμενα της σε έτερη υποβολή «ότι ο μόνος λόγος που δεν ενοχλήσατε τον Εναγόμενο μέχρι και την καταχώρηση της αγωγής, ήταν επειδή ακριβώς είχατε άλλη επιχείρηση την οποία ασκούσατε με το σύζυγο σας και δεν σας ενδιέφερε αυτό το υποστατικό διότι ο λόγος που αιτηθήκατε την παραχώρηση, ήταν για να βοηθήσετε τον Εναγόμενο και κατ' επέκταση την κόρη σας και το παιδί της.» δίδοντας την απάντηση «Ήταν για την κόρη μου που το έκανα, είναι για το παιδί μου που το έκανα.» Αναφορικά με τα ενοίκια του επίδικου καταστήματος η Ενάγουσα κατέθεσε ότι πληρώνει το ποσό των €185,00. Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι πλήρωσε αρκετά από τα ενοίκια, μετακινούμενη από την αρχική της θέση ότι αυτή πλήρωσε για όλα τα ενοίκια, ως άφησε να νοηθεί. Ταυτόχρονα φαίνεται ότι αποδέχθηκε την πληρωμή από άλλο πρόσωπο γεγονός που δε συνάδει με την εκδοχή της ότι υπήρξε παράνομη κατοχή από τον Εναγόμενο χωρίς τη γνώση ή συγκατάθεση της. Μέσα από τον τρόπο που η Ενάγουσα κατέθεσε το Δικαστήριο αντιλήφθηκε ότι την χαρακτήριζε έντονη πικρία έναντι του Εναγόμενου, προφανώς λόγω του χωρισμού του τελευταίου με τη θυγατέρα της. Είναι διάχυτη η μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι αυτή συναίνεσε σε συνεννόηση και συμφωνία με τον Εναγόμενο όπως ο τελευταίος προχωρήσει μέσω της εταιρείας που θα δημιουργούσε στην εκμετάλλευση του επίδικου καταστήματος, το οποίο μόνο αυτή θα μπορούσε να διεκδικήσει ως παθούσα που ήταν. Ενόσω ήταν ο Εναγόμενος παντρεμένος με τη θυγατέρα της η Ενάγουσα έθετε την υπογραφή της προς εξασφάλιση σχετικών αδειών προκειμένου να ολοκληρωθεί η διαδικασία για εκμετάλλευση του επίδικου ακινήτου. Εν' όψει των πιο πάνω σκέψεων, επισημάνσεων και παρατηρήσεων που διέπουν τη μαρτυρία και εκδοχή της Ενάγουσας, το Δικαστήριο θεωρεί ότι θα ήταν ακροσφαλές να δεχθεί τη μαρτυρία της ως αξιόπιστη και ως εκ τούτου την απορρίπτει, εκτός βέβαια στα σημεία που αυτή δεν αμφισβητήθηκε. Ο ΜΕ2 ήταν ο υπάλληλος ο οποίος παρουσίασε καταστάσεις πληρωμών που έγιναν για το επίδικο υποστατικό, τις οποίες εκτύπωσε μέσα από το μηχανογραφημένο σύστημα της Υπηρεσίας Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Η μαρτυρία του ήταν τυπική ενόψει του ότι ο ίδιος δεν είχε γνώση για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εξασφαλίστηκε η άδεια μίσθωσης προς την Ενάγουσα ούτε και μετέβη στο επίδικο κατάστημα οποτεδήποτε. Το γεγονός ότι δε θυμόταν ποιο ακριβώς πρόσωπο μετέβαινε, στην Υπηρεσία που εργάζεται, για πληρωμή δεν κρίνεται ικανοποιητικό υπόβαθρο για κλονισμό της αξιοπιστίας του. Δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να δικαιολογεί την υποψία στο Δικαστήριο ότι ήθελε ή επιχείρησε να βοηθήσει την εκδοχή οποιουδήποτε διάδικου. Ως ουδέτερο πρόσωπο στην έκβαση της υπόθεσης κρίνεται ότι κατέθεσε με ειλικρίνεια τα όσα θυμόταν. Σημειώνεται άλλωστε η μη αμφισβήτηση των όσων καταγράφονται στα Τεκμήρια 4 και 5 που παρουσίασε, τα οποία δείχνουν τους μήνες που πληρώθηκαν τα ενοίκια για το επίδικο κατάστημα καθώς και τους μήνες που δεν πληρώθηκαν. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο κρίνει τη μαρτυρία του αξιόπιστη και την αποδέχεται. Ομοίως αξιόπιστη κρίνεται και η μαρτυρία της ΜΥ2 η οποία επίσης εργάζεται στην Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Δεν αντιλήφθηκε το Δικαστήριο πως η εν λόγω μάρτυρας επιχείρησε να τοποθετηθεί ή να προϊδεάσει το Δικαστήριο για οποιαδήποτε γεγονότα της υπόθεσης. Η εμπλοκή της, στην οποία αναφέρθηκε, δεν ήταν ιδιαίτερα περίπλοκη, αφορούσε στην εξέταση της αίτησης που υποβλήθηκε εκ μέρους της Ενάγουσας για παραχώρηση σ' αυτή άδειας για χρήση τουρκοκυπριακής περιουσίας. Βέβαια δεν παραγνωρίζεται πως μέσα στα καθήκοντα της, ως η ίδια ανέφερε, ήταν και ο έλεγχος της τήρησης των όρων συμβάσεων μίσθωσης τουρκοκυπριακών περιουσιών, πλην όμως αυτή δε φαίνεται να προβληματίζεται ή να παίρνει οποιαδήποτε μέτρα όταν κατά την επιτόπια επίσκεψη της αντιλήφθηκε ότι στο επίδικο υποστατικό δε βρισκόταν η Ενάγουσα, που ήταν η δικαιούχος, αφού σε αυτήν είχε παραχωρηθεί με σχετική σύμβαση. Το ζήτημα ωστόσο αυτό δεν κρίνεται ότι επιδρά στην αξιοπιστία της αλλά αφορά στην εκτέλεση των καθηκόντων της, κάτι με το οποίο το Δικαστήριο δεν προτίθεται να ασχοληθεί αφού δεν είναι επίδικο θέμα ενώπιον του. Ο ΜΥ1, Εναγόμενος κατέθεσε με αυθόρμητο τρόπο και ήταν κατηγορηματικός στην παράθεση των γεγονότων στα οποία αναφέρθηκε. Δεν εντοπίζονται κλονιστικά στοιχεία τα οποία να δημιουργούν αμφιβολία στο Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Η έλλειψη επίσης αντιφάσεων προσμέτρησε στην κρίση του Δικαστηρίου. Η γενικότερη εικόνα η οποία σχηματίστηκε στο μυαλό του Δικαστηρίου είναι πως οι ισχυρισμοί του αφ' ενός υποστηρίχθηκαν από πειστικά στοιχεία, μαρτυρίες, κυρίως έγγραφα - Τεκμήρια - τα οποία κατατέθησαν στο Δικαστήριο, το περιεχόμενο των οποίων ενισχύουν την εκδοχή του. Ειδικότερα, η δικογραφημένη θέση του Εναγόμενου είναι πως, παρ' ότι η συνεννόηση με την Ενάγουσα για να αξιοποιηθεί το επίδικο ακίνητο έγινε αρχικά μαζί του, την κατοχή του επίδικου καταστήματος πήρε η εταιρία του, ..... ....... Café Ltd, η οποία προέβη στις δαπάνες για τη διαμόρφωση του χώρου ως καφετέρια - snack bar και στη συνέχεια αυτή το λειτουργούσε. Αυτή η θέση επιβεβαιώνεται μέσα από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 30 το οποίο συνιστά δέσμη εγγράφων αναφορικά με τα έξοδα και τις δαπάνες τα οποία στη συντριπτική τους πλειοψηφία εκδόθηκαν στο όνομα της εταιρίας. Η θέση άλλωστε αυτή του Εναγόμενου υποστηρίχθηκε ευθέως στην κύρια εξέταση του με την οποία προώθησε τη δικογραφημένη του θέση, (βλέπε παράγραφος 19 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης) ότι είναι η εταιρία του που πήρε κατοχή του επίδικου καταστήματος, και αυτή διαφάνηκε ότι συνέχισε και στην μετέπειτα πορεία και εξέλιξη των γεγονότων που το αφορούν. Επισημαίνεται πως αυτή η μαρτυρία του Εναγόμενου παρέμεινε ίδια και στην αντεξέταση του, ταυτόχρονα σημειώνεται πως δεν υπήρξε ούτε καν υποβολή ότι δεν είναι η εταιρεία του που κατείχε ή κατέχει το επίδικο κατάστημα. Επομένως το Δικαστήριο κρίνει πως νομιμοποιείται εξαιτίας και αυτού του τελευταίου στοιχείου, όπως αποδεχθεί τη θέση του Εναγόμενου και τους ισχυρισμούς του επί του εν λόγω σημείου. (Βλέπε PHILIPPOU GENERAL BONDED WAREHOUSE LTD v. K. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ
(2006)1 Α.Α.Δ.1057). Παρατηρείται επιπρόσθετα πως ο Εναγόμενος δεν αντεξετάστηκε και ως προς τη μαρτυρία του ότι η Ενάγουσα υπέγραψε έγγραφα - Τεκμήρια 22 και 23 - του ΚΟΤ για εξασφάλιση αδειών επί των οποίων υπέγραψε και ο Εναγόμενος για την εταιρία του το όνομα της οποία βρίσκεται επί των εν λόγω εγγράφων. Διερχόμενο το Δικαστήριο τη μαρτυρία του Εναγόμενου διαπιστώνει ομογένεια στις θέσεις του και συνέπεια χωρίς ανατροπές ή κατασκευάσματα της στιγμής έχοντας αρμονία, στοιχεία τα οποία προσδίδουν πρόσθετη πειστική αξία στη μαρτυρία και εκδοχή του και ως εκ τούτου το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Ευρήματα: Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και τη μη αμφισβητούμενη μαρτυρία, διαπιστώνεται ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που διέπουν την παρούσα υπόθεση έχουν ως αυτά διατυπώνονται στη συνέχεια. Ο Εναγόμενος περί το έτος 2008, και ενώ ήταν παντρεμένος με τη θυγατέρα της Ενάγουσας, ενδιαφέρθηκε για εκμετάλλευση τουρκοκυπριακής περιουσίας ευρισκόμενης στην .... .. ..., ήτοι ένα κατάστημα με ... ., κτισμένο εντός των τεμαχίων .., .. και .. με αριθμούς εγγραφής .., ... και .. αντίστοιχα, ενορία .......... ........, Πάφος το επίδικο κατάστημα. Με τη σύμφωνη γνώμη και συναίνεση της Ενάγουσας η οποία ήταν παθούσα, λόγω του ότι σκοτώθηκε η μητέρα της το 1964, υποβλήθηκε αίτηση από την τελευταία με σκοπό την παραχώρηση μίσθωσης προς αυτήν για εκμετάλλευση και αξιοποίηση του από εταιρία που θα ίδρυε ο Εναγόμενος. Συστάθηκε την 01.09.2008 ως εκ τούτου από τον Εναγόμενο η εταιρία .... ...... Café Ltd η οποία πήρε την κατοχή του επίδικου καταστήματος με την αποδοχή και συναίνεση της Ενάγουσας η οποία στις 27.02.2009 είχε συνάψει Σύμβαση Μίσθωσης - Τεκμήριο 16 - με τον Υπουργό Εσωτερικών, ως Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσίων, αρχικά για την περίοδο 01.02.2009 μέχρι 31.12.2012, η οποία σύμβαση αντικαταστάθηκε στη συνέχεια με τη Σύμβαση Μίσθωσης - Τεκμήριο 17 - για την περίοδο 01.01.2010 μέχρι 31.12.
- Το μηνιαίο ενοίκιο καθορίστηκε στο ποσό των €185,
- Η εταιρία ..... ..... Café Ltd είχε μόνο μέτοχο τον Εναγόμενο, παρ' ότι στις 07.01.2009 η Ενάγουσα επισκέφθηκε το γραφείο της δικηγόρου του Εναγόμενου για να της μεταβιβάζονταν 1001 μετοχές πλην όμως δεν ολοκληρώθηκε η διαδικασία επειδή η Ενάγουσα δεν ενδιαφερόταν γι' αυτό δείχνοντας εμπιστοσύνη την περίοδο εκείνη στο πρόσωπο του Εναγόμενου. Η εταιρεία ..... ....... Café Ltd προκειμένου ο προηγούμενος κάτοχος του επίδικου καταστήματος να το αφήσει ελεύθερο, ώστε να δοθεί στην Ενάγουσα, ζήτησε και πληρώθηκε το ποσό των €51.528,00 το οποίο καταβλήθηκε από την εν λόγω εταιρία, παρ' ότι αρχικά ο Εναγόμενος υπέγραψε σχετικό γραμμάτιο - Τεκμήριο 11 - λόγω του ότι καθυστερούσε η λήψη δανείου από την εταιρία, καθώς επίσης η εν λόγω εταιρία πλήρωσε συνολικά το ποσό των €42.377,00 - Τεκμήριο 30 οι σχετικές αποδείξεις και τιμολόγια - για σκοπούς διαμόρφωσης του χώρου - επίδικου καταστήματος - και άλλα συναφή έξοδα για σκοπούς λειτουργίας της επιχείρησης ως snack bar. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου επίσης ότι η Ενάγουσα συμμετέχοντας στη λειτουργία της επιχείρησης επί του επίδικου καταστήματος γνώριζε και αποδεχόταν την εξέλιξη που επερχόταν σε αυτό, άλλοτε με βοήθεια στις οικοδομικές εργασίες και άλλοτε με ετοιμασία φαγητού κατά τη λειτουργία της επιχείρησης και ουδέποτε έθεσε θέμα παράνομης κατοχής του επίδικου καταστήματος, παρά μόνο όταν ο Εναγόμενος ήρθε σε διάσταση με τη θυγατέρα της περί το έτος 2010, οπότε στις 29.11.2010 εκδόθηκε διαζύγιο - Τεκμήριο
- Ομοίως αποτελεί εύρημα ότι η Ενάγουσα ήταν γνώστης ότι η εταιρία .... ...... Café Ltd κατείχε το επίδικο κατάστημα και το διαχειριζόταν, καθ' ότι αυτή υπέγραψε επί των Τεκμηρίων 22 και 23 για εξασφάλιση άδειας από τον ΚΟΤ η οποία θα παραχωρούταν στην εν λόγω εταιρία, αλλά και από προγενέστερες ενέργειες της συνάγεται ότι γνώριζε τόσο για την προαναφερόμενη εταιρία και πως αυτή κατείχε και διαχειριζόταν το επίδικο κατάστημα. Νομική πτυχή: Η απαίτηση της Ενάγουσας βασίζεται στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης επί του επίδικου καταστήματος, το οποίο ιδιοκτησιακά είναι τουρκοκυπριακή περιουσία η οποία παραχωρήθηκε με Σύμβαση Μίσθωσης στην Ενάγουσα, από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, ως εκ τούτου είναι χρήσιμο να παρατεθούν στη συνέχεια οι νομικές διατάξεις και οι αρχές που διέπουν το εν λόγω αστικό αδίκημα. ΚΕΦ. 148:- Άρθρο «43.-
(1)Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιονδήποτε πρόσωπο.
(2)Αν η πράξη για την οποία εγείρεται η αγωγή είναι επιτρεπτή κατά τοπικό έθιμο, αυτό αφού αποδειχθεί συνιστά υπεράσπιση αλλά σε αγωγή που εγείρεται για παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία το βάρος της απόδειξης ότι η πράξη για την οποία εγείρεται η αγωγή δεν ήταν παράνομη φέρει ο Εναγόμενος.» Στην υπόθεση Adrian Holdings Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1998)1 Α.Α.Δ. 1836, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1843: «Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι αγώγιμο per se. Όπου όμως δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ζημιάς, μπορεί να επιδικαστούν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις και να μη δοθούν έξοδα ή ακόμη και να διαταχθεί ο Ενάγων να καταβάλει έξοδα στον Εναγόμενο. (Παπακόκκινου κ.ά. ν. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379, Kakoullou and another v. Kakoulli
(1985)1 C.L.R. 355, Ttanis v. Hadjimichael and Another
(1982)1 C.L.R. 301 και Ευθυβούλου κ.ά. ν. Συμβούλιο Βελτιώσεως Κισσόνεργας κ.ά., Πολιτική Έφεση 9712, ημερομηνίας 21.05.98). Όπου αποδεικνύεται παράνομη κατοχή ακινήτου το μέτρο αποζημιώσεων είναι η αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από την επέμβαση.» Περαιτέρω στην υπόθεση Βερεγγάριας Παπακόκκινου διαχειρίστριας κ.α. ν. Δήμου Πάφου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 634, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι καθιερωμένη αρχή ότι το ζήτημα των εξόδων της δίκης εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του εκδικάσαντος Δικαστηρίου. Ο γενικός κανόνας είναι ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Απόκλιση από τον κανόνα δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχουν ικανοί λόγοι που ανάγονται στη γενεσιουργό αιτία της πρόκλησης του συνόλου ή μέρους των εξόδων της δίκης (βλ. π.χ. Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 12, Αρέστη ν. Λαδόκοννου, Πολιτική Έφεση 8870, ημερομηνίας 11.6.96). Στην παρούσα υπόθεση, όπως ορθά παρατήρησε η πρωτόδικη δικαστής, αιτιολογώντας την απόφαση της να στερήσει από τις Ενάγουσες τα έξοδα τους, αλλά, ταυτόχρονα, να μην επιδικάσει έξοδα σε βάρος τους, οι Ενάγουσες πέτυχαν μεν στη βασική τους απαίτηση, που ήταν η παράνομη επέμβαση, απέτυχαν, όμως, να αποδείξουν την ισχυριζόμενη ή άλλη ζημιά εξαιτίας της επέμβασης. Βρίσκουμε ότι, εν όψει του αποτελέσματος της δίκης, η απόφαση της πρωτόδικης Δικαστού να μην εκδώσει διάταγμα για τα έξοδα ήταν εύλογα δικαιολογημένη. Η έφεση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των εφεσειουσών.» Όσον αφορά στο βάρος απόδειξης της ισχυριζόμενης επέμβασης είναι προφανές ότι το φέρει ο Ενάγοντας, ωστόσο μετατίθεται στον Εναγόμενο το βάρος να αποδείξει ότι η επέμβαση δεν είναι παράνομη, τούτο προκύπτει από το άρθρο 43§2 του Κεφ. 148 όπως αυτό έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση Β. Παπακόκκινου ν. Σμυρλή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1653. Επιπρόσθετα έχει καθιερωθεί μέσα από τη νομολογία, (βλέπε υπόθεση Αγγελίδης ν. Φιλίππου και Κολοκασίδης Estates Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 327), ότι σε περίπτωση απόδειξης παράνομης επέμβασης δικαιωματικά εκδίδεται διάταγμα για άρση της επέμβασης προκειμένου να τερματιστεί η παρανομία ή απαγόρευση για το μέλλον. Η καταβολή αποζημιώσεων με βάση τις πιο πάνω αρχές επιβάλλεται έστω και αν ο ιδιοκτήτης δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία ή να την ενοικιάσει (βλέπε υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Bahchecioglou και άλλος
(1998)1(Α) Α.Α.Δ.). Γενικά θα μπορούσε να ειπωθεί πως, η επέμβαση συνίσταται στην παράνομη πράξη ή ενέργεια με την οποία τίθεται υπό αμφισβήτηση η κυριότητα ή η νόμιμη κατοχή περιουσίας από κάποιο πρόσωπο και προκαλείται ενόχληση, χωρίς βέβαια τη συγκατάθεση του. Συμπεράσματα Δικαστηρίου:- Λαμβανομένων υπόψη των ευρημάτων του Δικαστηρίου κρίνεται ότι προβάλλουν καίρια και καθοριστικά για την τύχη τόσο της αγωγής όσο και της Ανταπαίτησης τα ερωτήματα, κατά πόσο η Ενάγουσα ορθά καταχώρησε την αγωγή της εναντίον του Εναγόμενου και όχι εναντίον της εταιρίας ... ....... Café Ltd και κατά δεύτερο λόγο αν ο Εναγόμενος νομιμοποιείται να εγείρει την Ανταπαίτηση του εναντίον της Ενάγουσας. Όπως διαπιστώθηκε μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου η κατοχή του επίδικου καταστήματος βρισκόταν με την ίδρυση της εταιρίας .... ........ Café Ltd, στην κατοχή της, χρήση και εκμετάλλευση από αυτήν της επιχείρησης που λειτουργούσε. Συνεπώς την ανάκτηση της κατοχής του επίδικου υποστατικού η Ενάγουσα, ως δικαιούχος της κατοχής αυτού σύμφωνα με τη Σύμβαση Μίσθωσης - Τεκμήριο 17 - θα έπρεπε να διεκδικεί από την εν λόγω εταιρία και όχι από τον Εναγόμενο. Δεν παραγνωρίζεται το γεγονός ότι ο Εναγόμενος προσωπικά προέβη σε όλες τις ενέργειες προπαρασκευαστικές και λειτουργικές της επιχείρησης, ωστόσο, όπως διαφάνηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο αποδέχθηκε τη δικογραφημένη εκδοχή του, ο Εναγόμενος ενεργούσε για την εταιρία του και την κατοχή του επίδικου καταστήματος είχε η εταιρία του. Δεν είναι υπό τις περιστάσεις εφικτό να διαταχθεί ένα πρόσωπο να παραδώσει κατοχή δεδομένου ότι διαπιστώνεται πως άλλο πρόσωπο την έχει. Με το ίδιο σκεπτικό δε δικαιολογείται η θεραπεία που η Ενάγουσα ζητά για Δηλώσεις του Δικαστηρίου ότι την κατοχή του επίδικου καταστήματος δικαιούται αυτή και όχι ο Εναγόμενος. Αναφορικά με το ποσό των ενοικίων το οποίο η Ενάγουσα διεκδικεί από τον Εναγόμενο, πέρα από τα όσα προαναφέρθηκαν πιο πάνω, επισημαίνεται πως και αν ακόμη υπήρξε κατοχή του Εναγόμενου στα αρχικά στάδια, προ της ίδρυσης της εταιρίας, διαπιστώθηκε πως μέχρι το 2010 και ενόσω ο Εναγόμενος ήταν παντρεμένος ακόμη με τη θυγατέρα της, η Ενάγουσα αποδεχόταν την κατοχή του επίδικου καταστήματος ενώ στη συνέχεια τα ενοίκια πληρώνονταν από την εταιρία του Εναγόμενου μέσω αυτού. Επιπρόσθετα αναφύονται περαιτέρω ερωτήματα, που αφορούν στη χρονική περίοδο της παραχώρησης που δεν καθορίστηκε, νοουμένου ότι η παραχώρηση θα ήταν νόμιμη αφού η Ενάγουσα δεν δικαιούνταν να προβεί σε παραχώρηση της κατοχής ενόψει της ρητής απαγόρευσης προς τούτο από το περιεχόμενο της Σύμβασης Μίσθωσης - Τεκμήριο 17. Ενόψει όλων των προαναφερόμενων κρίνεται ότι η αγωγή της Ενάγουσας είναι καταδικασμένη σε απόρριψη και ως εκ τούτου απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της και προς όφελος του Εναγόμενου, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αναφορικά με την Ανταπαίτηση του Εναγόμενου καθίσταται πλέον αντιληπτό ότι στη βάση των ευρημάτων και αυτή είναι καταδικασμένη σε απόρριψη, καθότι τα χρηματικά ποσά που αυτός διεκδικεί καταβλήθηκαν σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία από την εταιρεία του ..... ...... Café Ltd. Δεν παραγνωρίζεται ότι ο ίδιος προσέφερε τις υπηρεσίες του για την ετοιμασία και λειτουργία της επιχείρησης ωστόσο η προσφορά του αυτή ήταν προς όφελος της εταιρίας του. Ομοίως δεν δικαιούται και τα όσα διεκδικεί εξαιτίας εγγύησης που παρείχε σε δάνεια της εταιρίας του. Σημειώνεται πως η Ανταπαίτηση του Εναγόμενου δε στηρίζεται σε άλλη βάση αγωγής έναντι της Ενάγουσας, είτε λόγω ψευδών παραστάσεων, είτε απάτης με βάση τις οποίες ο ίδιος υπέστη προσωπική ζημιά, που εν πάση περιπτώσει ο καθορισμός της δε θα ήταν άσχετος και χωρίς συνυπολογισμό του γεγονότος ότι ο Εναγόμενος γνώριζε εξ αρχής ότι δικαίωμα κατοχής είχε μόνο η Ενάγουσα ως δικαιούχος του επίδικου υποστατικού με βάση τη Σύμβαση Μίσθωσης. Συνακόλουθα απορρίπτεται και η Ανταπαίτηση με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: paranomi epemvasi se tourkokipriaki periousia / Θ.Γ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο