← Κύπρος

Στυλιανού ν. Fatouch κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 3176/2009, 21/12/2018

Στυλιανού ν. Fatouch κ.α., Αριθμός Αγωγής :- 3176/2009, 21/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A169 Στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου Ενώπιον :- Μάνθου Α. Ματθαίου Α. Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής :- 3176/2009 Μεταξύ :- XXXXX Στυλιανού Ενάγοντα Και 1. XXXXX Fatouch 2. Demstar Rentals

(2005)Ltd Εναγόμενοι Ημερομηνία Έκδοσης Απόφασης :- Παρασκευή 21η Δεκεμβρίου 2018 Για τον Ενάγοντα :- κος. Αλέξανδρος Αλεξάνδρου με κα. Κατερίνα Μενοίκου Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κα. Κατερίνα Μενοίκου Για τον Εναγόμενο 1 :- κος. Περικλής Κωνσταντίνου για Ανδρέας Π. Ερωτοκρίτου Δ. Ε. Π. Ε. Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Χρίστος Νεοφύτου Για την Εναγόμενη 2 :- κος. Γιώργος Μηχανικός Για ν΄ ακούσει απόφαση :- κος. Γιώργος Μηχανικός Τελική Απόφαση Εισαγωγή Τα επίδικα θέματα 1 Τα βασικά επίδικα θέματα στην αγωγή υπό εξέταση με αυτή την απόφαση πηγάζουν από τροχαίο ατύχημα το οποίο προκάλεσε σωματικές βλάβες στον ενάγοντα ως επίσης και άλλες κατ΄ ισχυρισμό ζημιές. Επομένως, όπως και σε κάθε άλλη παρόμοια περίπτωση, το Δικαστήριο εξετάζει τόσο το θέμα της ευθύνης αναφορικά με το επίδικο τροχαίο ατύχημα όσο βεβαίως και αυτό των αποζημιώσεων τις οποίες ο ενάγων διεκδικεί με την αξίωση του. 2 Επιπλέον, προκύπτει και διαφορά μεταξύ των συνεναγομένων ανεξάρτητη όμως από τα επίδικα θέματα της ευθύνης ή του ύψους των αποζημιώσεων. Εξ ου και η ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ των συνεναγομένων. Ουσιαστικά η διαφορά μεταξύ των συνεναγομένων έχει σχέση με την ύπαρξη δεδικασμένου. Τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως το ερώτημα το οποίο φαίνεται να αναδεικνύεται από τα δικόγραφα τα οποία ανταλλάχθηκαν μεταξύ των συνεναγομένων 1 και 2 είναι κατά πόσο η ασφαλιστική εταιρεία, Κόσμος Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ, στην οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής ήταν ασφαλισμένο το αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος 1 (στο εξής θα καλείται ο «εναγόμενος») έχει υποχρέωση κάλυψης της ζημιάς η οποία προκλήθηκε εφόσον, αν και μεταγενέστερα της καταχώρισης αυτής της αγωγής, εκδόθηκε επί του συγκεκριμένου θέματος σχετική απόφαση από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας σε αγωγή η οποία καταχωρίσθηκε από την προαναφερόμενη ασφαλιστική εταιρεία εναντίον της εναγόμενης εταιρείας σε αυτή την αγωγή. Η διαφορά αυτή εξετάζεται πιο κάτω και αποτελεί μια από τις ενότητες αυτής της απόφασης. 3 Επί του συγκεκριμένου θέματος αξίζει βεβαίως να σημειωθεί πως στην αγωγή εναντίον του εναγόμενου έχει τύχει εφαρμογής το άρθρο 23 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμος του 2000 (Ν. 96 (Ι)/2000)). Σύμφωνα με το άρθρο αυτό όπου, λόγω μη διαμονής του εναγόμενου στη Δημοκρατία, δεν είναι δυνατή η επίδοση σε αυτόν στη Δημοκρατία του κλητηρίου εντάλματος σε σχέση με οποιαδήποτε αγωγή, τότε επίδοση στον ασφαλιστή η οποία διατάσσεται από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης για τέτοια επίδοση, λογίζεται ως επίδοση στον εναγόμενο. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο ο ενάγων καταχώρισε σχετική αίτηση στις 4/2/2010 και η οποία εγκρίθηκε από το Δικαστήριο στις 11/2/
  1. Επίσης προνοείται από το άρθρο 23, πως σε τέτοια περίπτωση ο ασφαλιστής έχει το δικαίωμα καταχώρησης εμφάνισης και διορισμού δικηγόρου εκ μέρους και για λογαριασμό του εναγόμενου. Εξ ου και η Κόσμος Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ, σύμφωνα με το άρθρο 23, καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους και για λογαριασμό του εναγόμενου στις 12/4/
  2. Επιπλέον, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του άρθρου 23 οποιαδήποτε απόφαση η οποία εκδίδεται σε αγωγή που έχει επιδοθεί με βάση τις διατάξεις του άρθρου 23 δε θα είναι εκτελεστή εναντίον του εναγόμενου, αλλά ο ενάγων θα έχει έναντι του ασφαλιστή τα ίδια δικαιώματα τα οποία θα είχε, αν η αγωγή είχε επιδοθεί προσωπικά στον εναγόμενο. Δομή της Απόφασης - Διαχωρισμός σε Ενότητες 4 Η αναφορά πιο πάνω σε «ενότητες» έχει ιδιαίτερη σημασία σε σχέση και με τη δομή αυτής της απόφασης. Καθότι έχοντας υπόψη και τα όσα αναφέρονται πιο πάνω το Δικαστήριο θεωρεί πως παρέχεται η δυνατότητα διαχωρισμού των επίδικων θεμάτων έτσι ώστε αυτά να ταξινομηθούν αναλόγως και να τύχουν εξέτασης σε ξεχωριστές ενότητες ανάλογα και με το θέμα υπό εξέταση στην κάθε περίπτωση. Δηλαδή δεν ακολουθείται η συνήθης προσέγγιση παράθεσης της μαρτυρίας και ανεξάρτητης ατομικής αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων σύμφωνα με τη χρονική σειρά την οποία αυτοί κατέθεσαν. Ανεξάρτητης δηλαδή υπό την έννοια έλλειψης άμεσης διασύνδεσης με το θέμα σε σχέση με το οποίο κατέθεσαν ή αναφορικά με το οποίο η προφορική κατάθεση τους είχε κυρίως σχέση. 5 Επιπλέον διευκρινίζεται το εξής. Το Δικαστήριο θα καταλήγει σε ανάλογα συμπέρασμα ή συμπεράσματα σε κάθε ενότητα ξεχωριστά τα οποία στο βαθμό στον οποίο αυτό θα κρίνεται απαραίτητο θα συγκαταλέγονται υπό μορφή ουσιαστικά παραπομπής σε αυτά σε άλλη ενότητα στο τέλος της απόφασης. Παραδείγματος χάριν, στην πρώτη ενότητα αναφορικά με το θέμα της ευθύνης σε σχέση δηλαδή με το ερώτημα κατά πόσο ο εναγόμενος όντως ήταν αμελής ή κατά πόσο ο ενάγων επίσης ήταν αμελής υπό την έννοια της ύπαρξης συντρέχουσας αμέλειας και σε τέτοια περίπτωση ξεχωριστά συμπέρασμα αναφορικά με τον καταμερισμό της ευθύνης. 6 Διευκρινίζεται συνεπώς σε σχέση με την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων πως αν και η αξιοπιστία αυτή κρίνεται ξεχωριστά στην κάθε ενότητα αυτό γίνεται διατηρώντας υπόψη παράλληλα μια συνολική εικόνα της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα και κατ΄ επέκταση και της γενικότερης αξιοπιστίας του. Συνολική δηλαδή υπό την έννοια της σύνδεσης της ατομικής αυτής μαρτυρίας με όλη την υπόλοιπη μαρτυρία στο σύνολο της και παράλληλα διατηρώντας υπόψη την γενικότερη εντύπωση της αξιοπιστίας του συγκεκριμένου μάρτυρα. Δίχως δηλαδή να αποκλείεται η αξιολόγηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα σε πέραν της μιας ενότητας. Όπως, παραδείγματος χάριν, στην περίπτωση του ενάγοντα τόσο αναφορικά με το επίδικο θέμα της ευθύνης σε μια ενότητα όσο και σε σχέση με τις συνέπειες από τις σωματικές βλάβες τις οποίες υπέστη, σε άλλη ενότητα της απόφασης. 7 Υπενθυμίζεται επί αυτού και βασική αρχή ως προς την αξιολόγηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα. Ότι δηλαδή ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Σχετική αυθεντία επί αυτού είναι και η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου Kades v. Nicolaou and another
(1986)1 C. L. R. 212 όπου αναφέρεται από τον έντιμο Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Πική Δ. (όπως ήταν τότε) το εξής. "A witness may either be believed or disbelieved (wholly or in part) according to the view taken of his credibility by the Court". 8 Συνεπώς, έχοντας υπόψη και την όλη προσέγγιση του Δικαστηρίου εντός αυτής της απόφασης επισημαίνεται η δυνατότητα η οποία υπάρχει ως προς την επιλογή μερών της μαρτυρίας ενός μάρτυρα ο οποίος κρίνεται αξιόπιστος (με αναφορά συνήθως σε άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία) καθώς αυτά τα μέρη της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα είναι δυνατό να κριθεί πως αντανακλούν την πραγματικότητα. Ιδιαίτερη σημασία σε αυτή την αγωγή έχει η μαρτυρία η οποία είναι δυνατό να κριθεί και όντως κρίνεται ως ανεξάρτητη έτσι ώστε βάσει αυτής να καθορίζεται και η αξιολόγηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα. Ανεξάρτητη ακόμη και υπό την έννοια της μαρτυρίας ενός μάρτυρα ο οποίος διαπιστώνεται να μην έχει οποιοδήποτε συμφέρον σε σχέση με την έκβαση αυτής της αγωγής ή οποιοδήποτε κίνητρο έτσι ώστε να μην καταθέσει την αλήθεια ενώπιον του Δικαστηρίου. 9 Διευκρινίζεται επιπλέον πως, όπου αυτό κρίνεται χρήσιμο, ανεξάρτητα δηλαδή και από την ενότητα εντός της οποίας παρατίθεται η μαρτυρία και αξιολόγηση της μαρτυρίας του οποιουδήποτε μάρτυρα το Δικαστήριο θα αναφέρεται και στη μαρτυρία οποιουδήποτε άλλου μάρτυρα έστω και εάν αυτή δεν έχει άμεση σχέση με τη συγκεκριμένη ενότητα ή τη μαρτυρία η οποία εξετάζεται στην κάθε ενότητα. Ιδιαίτερα δε βεβαίως όπου κρίνεται πως αυτή συνδέεται με τη μαρτυρία του μάρτυρα η οποία αποτελεί αντικείμενο εξέτασης στη συγκεκριμένη ενότητα. Η απευθείας αξιολόγηση της μαρτυρίας 10 Ασφαλώς, στη σκέψη του Δικαστηρίου το σύνολο της μαρτυρίας έχει τύχει σχετικής αξιολόγησης και το Δικαστήριο έχει ήδη καταλήξει στα δικά του προκαταρκτικά, αν και μη καταγεγραμμένα, συμπεράσματα αναφορικά όχι μόνο με την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα αλλά και με το σύνολο των επίδικων θεμάτων υπό εξέταση με αυτή την απόφαση. Ουσιαστικά η απόφαση αυτή δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο από μια προσπάθεια καταγραφής της αξιολόγησης της μαρτυρίας έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα όσο το δυνατό καλύτερης αντίληψης του σκεπτικού του Δικαστηρίου αλλά και κατ΄ έφεση ελέγχου της πρωτόδικης αυτής κρίσης σύμφωνα και με την αιτιολόγηση η οποία εμπεριέχεται εντός αυτής. 11 Η μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε στην αγωγή υπάρχει καταγεγραμμένη στο πρακτικό του Δικαστηρίου. Ανεξάρτητα και από την έκταση ή και σημασία της, όπως τελικά διαπιστώνεται, καθηκόντως το Δικαστήριο έχει με επιμέλεια μελετήσει εκ νέου τη μαρτυρία την οποία ήδη έχει ακούσει κατά την ακρόαση της αγωγής, στο σύνολο της, έχοντας αναγνώσει και ολοκληρώσει αυτή την μελέτη αμέσως πριν και από την έναρξη συγγραφής αυτής της απόφασης. Εντούτοις, έχοντας υπόψη το χρονικό πλαίσιο στη διάθεση του Δικαστηρίου προς ετοιμασία αυτής της απόφασης, η ευχέρεια καταγραφής της μαρτυρίας εντός της απόφασης δεν υπάρχει. Έστω και περιληπτικά. Συνεπώς, το Δικαστήριο θα προχωρήσει απευθείας σε αξιολόγηση της μαρτυρίας σύμφωνα και με την προαναφερόμενη προσέγγιση διαχωρισμού της απόφασης σε ενότητες. Οι 3 ενότητες της απόφασης 12 Η απόφαση αυτή αποτελείται από 3 βασικές ενότητες. Με την πρώτη εξετάζεται το θέμα της ευθύνης, τη δεύτερη το θέμα των αποζημιώσεων και τέλος, με την τρίτη, η επίδικη διαφορά μεταξύ των συνεναγομένων. Βεβαίως υπάρχουν και άλλες ενότητες όπως η εισαγωγική αυτή ενότητα και οι δύο καταληκτικές ενότητες στην πρώτη εκ των οποίων καταγράφονται τα ευρήματα του Δικαστηρίου ενώ στη δεύτερη αποτυπώνεται και το τελικό και γενικό συμπέρασμα του Δικαστηρίου ως προς την επίλυση της επίδικης διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Το Θέμα της Ευθύνης Μαρτυρία αναφορικά με το θέμα της ευθύνης 13 Αναφορικά με το θέμα της ευθύνης υπάρχουν 3 βασικοί μάρτυρες. Δηλαδή, ο ίδιος ο ενάγων, ο οποίος κατέθεσε ως Μ. Ε. 1, ο οποίος ουσιαστικά ήταν και ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου τροχαίου ατυχήματος ο οποίος κατέθεσε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, ο εξεταστής της υπόθεσης, Λοχίας XXXXX, XXXXX Αναστάση, ο οποίος κατέθεσε ως Μ. Ε. 2 και ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής υπηρετούσε στο Τμήμα Τροχαίας της Αστυνομίας της Πάφου και ο XXXXX Σαμπαζιώτης , ο οποίος κατέθεσε ως Μ. Υ. 7 και ο οποίος, μεταξύ άλλων ιδιοτήτων, στο βιογραφικό σημείωμα του (τεκμήριο 92) περιγράφει τον εαυτό του ως Αναλυτή Τροχαίων Ατυχημάτων. Βεβαίως, αναφορικά με το θέμα της ευθύνης υπάρχει και άλλη μαρτυρία, αν και όχι προφορική και στη σημασία της οποίας το Δικαστήριο αναφέρεται πιο κάτω. Επίσης αν και ο Μ. Υ. 3 αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του ενάγοντα ωσάν να ήταν εμπειρογνώμονας αναφορικά με το επίδικο τροχαίο ατύχημα το Δικαστήριο δεν δέχεται ότι κατείχε τέτοια ειδικότητα έτσι ώστε και η δική του μαρτυρία να συμπεριλαμβανόταν εντός αυτής της ενότητας. 14 Αξίζει να σημειωθεί πως ο εναγόμενος, δηλαδή ο οδηγός του άλλου ενεχόμενου οχήματος δεν κατέθεσε προφορικά ως μάρτυρας καθότι αυτός αναχώρησε από την Κυπριακή Δημοκρατία στις 5/8/2007 δίχως στη συνέχεια να έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά είτε με την επιστροφή του στην Κύπρο είτε τη διαμονή του και πάλι στην Κύπρο ως αποτέλεσμα τέτοιας επιστροφής. Το στοιχείο της αναχώρησης του εναγόμενου από την Κύπρο προκύπτει από σχετική μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε από την XXXXX Κυριάκου , η οποία κατέθεσε ως Μ. Υ. 1 υπό την ιδιότητα της ως υπάλληλος στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης στο κλιμάκιο Πάφου. Κατέθεσε δε για τον σκοπό αυτό τα τεκμήρια 60 και
  1. Παρά και την αντεξέταση της από την ευπαίδευτη δικηγόρο του ενάγοντα στις 28/6/2016 και υποβολή πως ο εναγόμενος βρίσκεται στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι κρύβεται για να μην αναλάβει τις ευθύνες του για το συγκεκριμένο ατύχημα, εντούτοις ούτε προηγουμένως δεν είχε παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία αλλά ούτε και στη συνέχεια παρουσιάστηκε μαρτυρία η οποία να αναιρεί με οποιοδήποτε τρόπο ή να θέτει υπό αμφισβήτηση τη μαρτυρία την οποία παρουσίασε η Μ. Υ.
  2. 15 Σημειωτέον πως η μαρτυρία της Μ. Υ. 1 ήταν εντελώς τυπική και σκοπό είχε την παρουσίαση ορισμένων εγγράφων ως τεκμήρια (τεκμήρια 53 έως και 61) σε σχέση με το καθεστώς υπό το οποίο ο εναγόμενος βρισκόταν στην Κύπρο, κατά τη διάρκεια της παραμονής του, αρχικά ως εργάτης για γεωργικές εργασίες και στη συνέχεια ως εργάτης σε πλυντήριο αυτοκινήτων. Έχοντας υπόψη τόσο τον σκοπό της προφορικής κατάθεσης της και τον τρόπο με τον οποίο απαντούσε η Μ. Υ. 1 όσο και το γεγονός πως δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα και βασιμότητα των εγγράφων τα οποία παρουσίασε, το Δικαστήριο αξιολογεί θετικά την μάρτυρα αυτή ως αξιόπιστη. 16 Επεξηγείται πιο κάτω ο τρόπος με τον οποίο το Δικαστήριο οδηγείται σε ευρήματα και η σειρά με την οποία αυτά καταγράφονται. Συνεπώς, διατηρώντας υπόψη στο σύνολο της τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε επί του θέματος της διαμονής ή παραμονής του εναγόμενου στην Κύπρο καταγράφεται ως εύρημα το εξής. Ο εναγόμενος 1 αποχώρησε από την Κυπριακή Δημοκρατία στις 5/8/2007 και έκτοτε δεν έχει καταγραφεί σε οποιοδήποτε έγγραφο, είτε της Αστυνομίας είτε του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, η επιστροφή της νόμιμης παρουσίας του στην Κυπριακή Δημοκρατία. 17 Διευκρινίζεται σε αυτό το σημείο της απόφασης πως, όπου αυτό κρίνεται εφικτό, τα ευρήματα του Δικαστηρίου θα καταγράφονται εντός της απόφασης στο σημείο στο οποίο αυτά προκύπτουν από τη μαρτυρία ενώ μετά και από την ολοκλήρωση της αξιολόγησης της μαρτυρίας, σε ξεχωριστή ενότητα της απόφασης, θα υπάρχει επανάληψη και παράθεση του συνόλου αυτών των ευρημάτων είτε σύμφωνα με τη σειρά καταγραφής τους εντός της απόφασης είτε διαφορετικά αναλόγως και με τη λογική σειρά καταγραφής των ευρημάτων του Δικαστηρίου στην ξεχωριστή ενότητα στην οποία αυτά θα συγκαταλεχθούν. 18 Επιστρέφοντας όμως στο θέμα της ευθύνης σημειώνεται απλά πως, όπως κατ΄ επανάληψη αυτό έτυχε να αναδεικνύεται κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, η κύρια διαφορά στη μαρτυρία των μαρτύρων αναφορικά με το θέμα της ευθύνης έγκειται στον καθορισμό του σημείου σύγκρουσης. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως ο Μ. Ε. 2 συμφωνά με την υπόδειξη του ενάγοντα ως προς το ορθό σημείο σύγκρουσης ενώ ο Μ. Υ. 7 όχι μόνο συμφωνά με το σημείο σύγκρουσης το οποίο υπέδειξε ο οδηγός του άλλου ενεχόμενου οχήματος αλλά ετοίμασε και σχετική τεχνική έκθεση ανάλυσης του επίδικου τροχαίου ατυχήματος (τεκμήριο 94). Η σημασία της μαρτυρίας τόσο του Μ. Ε. 2 όσο και του Μ. Υ. 7 εξετάζεται πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους. 19 Κατ΄ αρχάς όμως διαπιστώνεται πως η μαρτυρία του ίδιου του ενάγοντα αποτελεί την καταλληλότερη αφετηρία της όλης εξέτασης του συνόλου της μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε κατά την ακροαματική διαδικασία αναφορικά με τον καθορισμό του σημείου σύγκρουσης. 20 Όχι βεβαίως διότι η δική του μαρτυρία γίνεται δεκτή ως μια αποδεκτή και δεδομένη βάση επί της οποίας το Δικαστήριο να αξιολογήσει την υπόλοιπη μαρτυρία επί του ιδίου θέματος. Διευκρινίζεται πως η αναφορά στην μαρτυρία του ως αφετηρία για την εξέταση της υπόλοιπης μαρτυρίας γίνεται υπό την έννοια μιας χρονικά λογικής αρχής της όλης διαδικασίας αξιολόγησης της μαρτυρίας αναφορικά με το επίδικο θέμα της ευθύνης. 21 Η διαπίστωση αυτή βασίζεται στο εξής γεγονός. Ο ενάγων είναι ο μόνος από τους δύο ενεχόμενους στο επίδικο τροχαίο ατύχημα οδηγούς ο οποίος κατέθεσε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου και του οποίου η αξιοπιστία επί του συγκεκριμένου θέματος δοκιμάστηκε κατά την αντεξέταση του όχι μόνο από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου αλλά και από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης 2 (στο εξής θα καλείται η «εναγόμενη»). 22 Βεβαίως αυτή η «διπλή» αντεξέταση εφαρμόστηκε σε σχέση και με τους υπόλοιπους μάρτυρες τους οποίους ο ενάγων παρουσίασε προς απόδειξη της αξίωσης του. Επιστρέφοντας όμως και πάλι στη σημασία της προφορικής κατάθεσης του ενάγοντα και θέτοντας το πολύ απλά, η μαρτυρία του ενάγοντα είναι η μόνη από τους δύο ενεχόμενους στο επίδικο τροχαίο ατύχημα οδηγούς η οποία ακούστηκε και η αξιοπιστία της οποίας δοκιμάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. 23 Σημασία βεβαίως σε αυτό το μέρος της απόφασης δεν έχει η έκταση της αντεξέτασης του ενάγοντα αλλά το ίδιο το γεγονός ότι παρεχόταν η δυνατότητα αντεξέτασης του συγκεκριμένου μάρτυρα, ο οποίος, αναφορικά με το επίδικο θέμα της ευθύνης, ως ένας από τους ενεχόμενους οδηγούς, ασφαλώς επρόκειτο για ένα από τους βασικότερους μάρτυρες οι οποίοι δυνητικά, έστω και θεωρητικά, θα μπορούσαν να είχαν καταθέσει κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής αλλά οι οποίοι τελικά δεν κατέθεσαν. 24 Η δυνατότητα αντεξέτασης του εναγόμενου δεν παρεχόταν στον ευπαίδευτο δικηγόρο του ενάγοντα όπως αυτή παρεχόταν στους ευπαίδευτους δικηγόρους των εναγόμενων σε σχέση με την προφορική κατάθεση του ενάγοντα. Επιπλέον, το σύνολο της μαρτυρίας αναφορικά με τους ισχυρισμούς του άλλου ενεχόμενου οδηγού αποτελείται από εξ ακοής μαρτυρία. Όπως, παραδείγματος χάριν, το φωτοαντίγραφο της γραπτής κατάθεσης του εναγόμενου (τεκμήριο 17), η οποία λήφθηκε από τον Μ. Ε. 2, δηλαδή τον εξεταστή της υπόθεσης, στις 10/3/2007, δηλαδή την επόμενη ημέρα μετά και από την ημερομηνία του επίδικου τροχαίου ατυχήματος, το οποίο συνέβη στις 9/3/2007, ή ακόμη και οι ισχυρισμοί του εναγόμενου στους οποίους αναφέρθηκε ο XXXXX Δανός, ο οποίος κατέθεσε ως Μ. Υ. 3 (σχετική, παραδείγματος χάριν, είναι και η παράγραφος 24 της γραπτής δήλωσης του Μ. Υ. 3). 25 Αξίζει να σημειωθεί, έστω και σε αυτό το σημείο της απόφασης, πως έχει επίσης κατατεθεί ως τεκμήριο και η γραπτή κατάθεση του XXXXX Al Baba (τεκμήριο 19 η οποία στο εξής θα καλείται η «κατάθεση του Al Baba»), η οποία λήφθηκε 20 ημέρες μετά και από την ημερομηνία του επίδικου τροχαίου ατυχήματος, δηλαδή στις 29/3/2007, από τον Αστυφύλακα XXXXX, Γ. Αριστείδου. Ο οποίος αστυφύλακας σημειωτέον δεν κατέθεσε ως μάρτυρας κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Ούτε και κλήθηκε ο συγκεκριμένος αστυφύλακας να καταθέσει ως μάρτυρας είτε από τον ενάγοντα είτε από τους εναγόμενους. Εύλογα προκύπτει ερώτημα ως προς το λόγο για τον οποίο αυτή η γραπτή κατάθεση δεν είχε ληφθεί νωρίτερα παρά μόνο 20 ημέρες μετά και από το επίδικο τροχαίο ατύχημα. Ιδιαίτερα δε διατηρώντας υπόψη πως σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του το συγκεκριμένο άτομο οδηγούσε αυτοκίνητο το οποίο ακολουθούσε το αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος και ουσιαστικά ο οδηγός του ήταν αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου τροχαίου ατυχήματος. Ουσιαστικά ο μόνος μάρτυρας ο οποίος θα μπορούσε να είχε διευκρινίσει το θέμα της καθυστέρησης στη λήψη της γραπτής κατάθεσης του XXXXX Al Baba, θα ήταν ο Αστυφύλακας XXXXX, ο οποίος όμως δεν κατέθεσε ως μάρτυρας. Όπως βεβαίως ούτε και ο XXXXX Al Baba κατέθεσε προφορικά ως μάρτυρας έτσι ώστε να μπορούσε ενδεχομένως και ο ίδιος να είχε δώσει κάποια εξήγηση για αυτή την καθυστέρηση. 26 Όπως αναφέρεται και πιο πάνω, όπως και ο εναγόμενος, ούτε και ο XXXXX Al Baba κατέθεσε ως μάρτυρας κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας έτσι ώστε να προσφερόταν η ευκαιρία στον ευπαίδευτο δικηγόρο του ενάγοντα να τον αντεξετάσει. Σημαντική κατ΄ ισχυρισμό αυτή η μαρτυρία καθότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας, μέσω της γραπτής κατάθεσης του, προβάλει τον εαυτό του ως αυτόπτη μάρτυρα του επίδικου τροχαίου ατυχήματος. Όμως ακόμη και αυτή η προβολή ισχυρισμού από το συγκεκριμένο άτομο δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο από ένα επιπρόσθετο ισχυρισμό ο οποίος επίσης υπόκειται σε αξιολόγηση από το Δικαστήριο. Έχοντας δε υπόψη και τον τρόπο με τον οποίο ουσιαστικά υποστηρίζεται η εκδοχή του εναγόμενου από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του Al Baba και αυτή η μαρτυρία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μέρος της όλης εξ ακοής μαρτυρίας αναφορικά με τους ισχυρισμούς του άλλου ενεχόμενου οδηγού, δηλαδή του εναγόμενου. Εξετάζεται πιο κάτω και το ιστορικό της λήψης της κατάθεσης του Al Baba και η οποιαδήποτε σημασία αυτής ως μέρος του μαρτυρικού υλικού το οποίο τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου. 27 Εκτός και από αυτόν τον κατ΄ ισχυρισμό αυτόπτη μάρτυρα κατατέθηκε και ως τεκμήριο η γραπτή κατάθεση ενός άλλου κατ΄ ισχυρισμό αυτόπτη μάρτυρα, δηλαδή του XXXXX Μαρμαρά, άτομο το οποίο ο ενάγων, μέσω του δικηγόρου του, είχε δηλώσει πρόθεση να παρουσιάσει ως μάρτυρα. Δυστυχώς όμως αυτό το άτομο, όπως αναφέρθηκε στο Δικαστήριο από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του ενάγοντα, αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας και τελικά απεβίωσε προτού του δοθεί η ευκαιρία να καταθέσει. Η γραπτή κατάθεση αυτού του ατόμου κατατέθηκε από τον εξεταστή του επίδικου ατυχήματος ως τεκμήριο 8 (στο εξής θα καλείται η «κατάθεση του Μαρμαρά»). Όπως και στην περίπτωση της κατάθεσης του Al Baba έτσι και σε αυτή την περίπτωση εξετάζεται πιο κάτω το ιστορικό λήψης της κατάθεσης του Μαρμαρά και η οποιαδήποτε σημασία αυτής ως μέρος του μαρτυρικού υλικού το οποίο τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου. 28 Παρά και το γεγονός πως εν τέλει ο ενάγων είναι και ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας ο οποίος κατέθεσε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με το επίδικο τροχαίο ατύχημα η μαρτυρία του δεν είναι και ιδιαίτερα εκτενής καθότι ως ένα από τα πρώτα άμεσα αποτελέσματα της σύγκρουσης των δύο ενεχομένων οχημάτων, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ήταν και η απώλεια των αισθήσεων του (βλ. σχετικά την παράγραφο 32 αυτής της απόφασης). Τουλάχιστον όμως στο βαθμό στον οποίο ήταν σε θέση να καταθέσει αναφορικά με τις συνθήκες του επίδικου τροχαίου ατυχήματος προσφέρθηκε η ευχέρεια αντεξέτασης του από αμφότερους τους ευπαίδευτους συνηγόρους των εναγόμενων. Η προφορική κατάθεση του ενάγοντα 29 Κατ΄ αρχάς ως προς τις συνθήκες του επίδικου τροχαίου ατυχήματος ο ενάγων υιοθέτησε γραπτή δήλωση του ως μέρος της κύριας εξέτασης του. Εντός αυτής υπάρχει η ακόλουθη σχετική και σύντομη αναφορά της εκδοχής του ενάγοντα ως προς τον τρόπο πρόκλησης του επίδικου τροχαίου ατυχήματος. 30 Ο ίδιος οδηγούσε μοτοσυκλέτα κατά μήκος της οδού Δωδεκανήσου με κατεύθυνση τη συμβολή της με την οδό Αλεξάνδρου Παπάγου. Σε ελάχιστη απόσταση πριν από το σημείο ΑΛΤ[1] και συγκεκριμένα περίπου 1 μέτρο ο εναγόμενος στην προσπάθεια του να εισέλθει εντός της οδού Δωδεκανήσου από την οδό Αλεξάνδρου Παπάγου παρέλειψε να οδηγεί στην αριστερή πλευρά του δρόμου, δηλαδή της οδού Δωδεκανήσου, με αποτέλεσμα να εισέλθει στην λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία ο ίδιος οδηγούσε και να προκύψει η σύγκρουση μεταξύ των δύο ενεχομένων οχημάτων. Τονίζεται στη γραπτή δήλωση του ενάγοντα η αντικανονική είσοδος εντός της οδού Δωδεκανήσου του αυτοκινήτου το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος με αποτέλεσμα την αποκοπή της πορείας της μοτοσυκλέτας την οποία ο ίδιος οδηγούσε, προφανώς κανονικά σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, δηλαδή στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. 31 Κατά την προφορική κατάθεση του ο ενάγων διευκρίνισε περισσότερο την εκδοχή του ως προς τον τρόπο με τον οποίο προκλήθηκε η επίδικη σύγκρουση. Εξήγησε πως 3 με 4 μήνες μετά που «.έφερα το νου μου.» [2] τον πήρε στο χώρο του επίδικου τροχαίου ατυχήματος ο αστυνομικός που ετοίμασε το σχεδιάγραμμα της σκηνής του επίδικου ατυχήματος, το οποίο αρχικά κατατέθηκε ως τεκμήριο Α προς αναγνώριση και στη συνέχεια ως κανονικό τεκμήριο 7 (στο εξής θα καλείται το «σχεδιάγραμμα»), και ο ίδιος ο ενάγων του υπέδειξε το σημείο που ήταν με την μοτοσυκλέτα. Υποδεικνύοντας συγκεκριμένα το σημείο σύγκρουσης Χ1 επί του σχεδιαγράμματος. Ενημερώθηκε επίσης αναφορικά με την εκδοχή του οδηγού του άλλου ενεχομένου οχήματος. Επίσης 3 με 4 μήνες μετά από το επίδικο τροχαίο ατύχημα ενημερώθηκε από τους γονείς του αναφορικά και με την ύπαρξη αυτόπτη μάρτυρα, δηλαδή του Νίκου Μαρμαρά (βλ. σχετικά την παράγραφο 27 αυτής της απόφασης). 32 Όπως αναφέρεται και πιο πάνω δόθηκε η ευχέρεια σε αμφότερους τους ευπαίδευτους συνηγόρους των εναγόμενων να αντεξετάσουν τον ενάγοντα αναφορικά με την όλη εκδοχή του, στην έκταση βεβαίως στην οποία αυτή υπήρχε, έχοντας υπόψη και την απώλεια των αισθήσεων του ως αποτέλεσμα της επίδικης σύγκρουσης. Διευκρινίζεται δηλαδή το εξής συγκεκριμένο δεδομένο το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από τους ευπαίδευτους συνήγορους των εναγόμενων. Ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι από ένα χρονικό σημείο και μετά δεν μπορούσε να θυμηθεί οτιδήποτε. Ως αποτέλεσμα βεβαίως της απώλειας των αισθήσεων του εξαιτίας και του τραυματισμού του. Αξίζει να σημειωθεί επί αυτού του θέματος τόσο η ύπαρξη του τεκμηρίου 41 όσο και η αναφορά του Μ. Ε. 8 ως προς το ότι ο ενάγων διακομίσθηκε από το νοσοκομείο σε κωματώδη κατάσταση. Βεβαίως δεν αναφέρει ονομαστικά το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου αλλά αναφέρει πως μεταφέρθηκε «από» το νοσοκομείο. Συνεπώς λογικά αναφερόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Ενώ και στο ιατρικό πιστοποιητικό του (τεκμήριο 38) αναφέρεται σε μεταφορά του ενάγοντα από το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου με αναφορά ως προς το ότι ήταν διασωληνωμένος υπό καταστολή σε μηχανική υποστήριξη αναπνοής (όπως διευκρίνισε προφορικά καθώς βεβαίως στο ιατρικό πιστοποιητικό γίνεται χρήση του αρκτικόλεξου Μ. Υ. Α.) . Βεβαίως ο ίδιος μάρτυρας ανέφερε ότι μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου με πλήρη συνείδηση και έπεσε σε κόμμα την επομένη όμως αναφέρθηκε επίσης σε ανάνηψη του ασθενούς μετά και από λιποθυμία του και τη μέτρηση στην κλίμακα Γλασκώβης στη συνέχεια. Ουσιαστικά δεν προκύπτει σαφής μαρτυρία σύμφωνα με την οποία να είναι δυνατό να κριθεί ότι ο ενάγων αμέσως μετά από το επίδικο τροχαίο ατύχημα είχε τις αισθήσεις του ανεξάρτητα και από το χρονικό σημείο κατά το οποίο επήλθε η κωματώδης κατάσταση. 33 Αξίζει να σημειωθεί έστω και σε αυτό το σημείο της απόφασης πως σύμφωνα με την κρινόμενη ως αξιόπιστη μαρτυρία του Μ. Ε. 8, XXXXX Συμεωνίδη, ο ενάγων διακομίσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας από το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και κατά την άφιξη του ήταν διασωληνωμένος υπό καταστολή και σε μηχανική υποστήριξη της αναπνοής του. Υπενθυμίζεται πως ο Μ. Ε. 8 κατέθεσε υπό την ιδιότητα του ως νευροχειρούργος, ο οποίος ανήκε στην ομάδα των θεραπόντων γιατρών του ενάγοντα κατά την παραμονή του ενάγοντα στην νευροχειρουργική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. 34 Εξετάζονται στη συνέχεια οι ισχυρισμοί του ενάγοντα όπως αυτοί προβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του τόσο μέσω της υιοθέτησης της γραπτής δήλωσης του όσο και ως αποτέλεσμα της διπλής αντεξέτασης του. 35 Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο δεν έχει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ότι ο ενάγων δεν ήταν ειλικρινής αναφορικά με τον ισχυρισμό του ως προς το ότι η μοτοσυκλέτα την οποία οδηγούσε είχε φώτα. Έχει βεβαίως παρουσιαστεί και κάποια μαρτυρία αναφορικά με την ύπαρξη ενός φαναριού (τεκμήρια 12 και 20) παρά και την σαφή απάντηση του Μ. Ε. 2 ότι δεν εντόπισε οποιοδήποτε φανάρι στη σκηνή του επίδικου ατυχήματος (δίχως να αποκλείεται το ενδεχόμενο αυτό να είχε καταστραφεί από την πυρκαγιά η οποία προκλήθηκε ως αποτέλεσμα της επίδικης σύγκρουσης) αλλά ο ισχυρισμός του ενάγοντα όταν ανέφερε ότι «.άναψα τα φώτα.» όταν του υποβλήθηκε πως η μοτοσυκλέτα όχι μόνο δεν είχε καθόλου φώτα αλλά ούτε και εγκατάσταση για φώτα δεν πείθει καθόλου το Δικαστήριο. Ενδεχομένως, εάν διευκρινιζόταν από τον ίδιο τι ακριβώς εννοούσε όταν ισχυριζόταν ότι «άναψε» τα φώτα, σε συνάρτηση βεβαίως και με τα όσα αναφέρονται σχετικά στα τεκμήρια 12 και 20, ως προς την ύπαρξη ενός μικρού φαναριού, η κρίση του Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία του ως προς τον συγκεκριμένο ισχυρισμό να ήταν διαφορετική. 36 Αναμφίβολα το Δικαστήριο οδηγείται σε αυτό το συμπέρασμα λαμβάνοντας υπόψη και εξ ακοής μαρτυρία η οποία προέρχεται από τις γραπτές καταθέσεις της ιδιοκτήτριας της μοτοσυκλέτας και του γιου της. Όμως πραγματικά δεν διαπιστώνεται πως τα δύο αυτά άτομα είχαν οποιοδήποτε κίνητρο να αποκρύψουν ή να παραποιήσουν τα γεγονότα αναφορικά με αυτό το θέμα. Μάλιστα όπως επεξηγείται και πιο πάνω η μαρτυρία τους επί του συγκεκριμένου θέματος θα μπορούσε να κρινόταν και ενισχυτική της αξιοπιστίας του ίδιου του ενάγοντα. Εάν βεβαίως ο ίδιος όμως ήταν πιο σαφής και ειλικρινής ως προς το κατά πόσο όντως η μοτοσυκλέτα είχε ως μέρος του εξοπλισμού της το δικό της φωτισμό. Εάν δηλαδή η μαρτυρία του ήταν σύμφωνη με αυτή της ιδιοκτήτριας της μοτοσυκλέτας και του γιου της. Αντιθέτως, όταν ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου εάν τα φώτα της μοτοσυκλέτας ήταν κανονικά όπως όλες τις μοτοσυκλέτες, η μονολεκτική του απάντηση ήταν, ναι. Εντούτοις όχι μόνο δεν διαπιστώνεται ο ενάγων να ήταν ειλικρινής ως προς το συγκεκριμένο σημείο αλλά μάλιστα η ανειλικρίνεια του ήταν και προκλητική καθώς όταν αντεξεταζόταν επί του συγκεκριμένου θέματος όχι μόνο ισχυρίστηκε πως η μοτοσυκλέτα είχε φώτα και πως τα άναψε αλλά απάντησε επίσης με την εξής ερώτηση - «Γίνεται να είναι νύκτα και εάν δεν είχε φώτα ήταν να πιάσω την μοτοσυκλέτα;». Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου όταν του υποβλήθηκε πως η μοτοσυκλέτα δεν είχε καθόλου φώτα αλλά ούτε και εγκατάσταση για φώτα η απάντηση του δόθηκε και πάλι υπό μορφή προκλητικής ουσιαστικά υποτιθέμενης διαμαρτυρίας, η οποία όμως καθόλου πειστική δεν κρίνεται από το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα απάντησε ως εξής. «Γίνεται αυτό μου λες; Αφού την έπιασα που τον Κυανού Σταυρό, άναψα τα φώτα, γιατί να πω ψέματα, δεν έχει κάποιο λόγο, γιατί να έρθω να πω ψέματα;». Λόγο βεβαίως είχε ο ενάγων καθώς η εντύπωση την οποία προκάλεσε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας ήταν αυτή ενός ανθρώπου ο οποίος ήταν σε θέση να αντιληφθεί τη σημασία της οδήγησης κατά τη διάρκεια της νύχτας δίχως η μοτοσυκλέτα να έχει φώτα και της ευθύνης την οποία θα είχε αναφορικά τόσο με τη δική του ασφάλεια όσο και αυτή άλλων χρηστών του δρόμου. Με τον ίδιο τρόπο της προκλητικής και πάλι δήθεν διαμαρτυρίας,, αντεξεταζόμενος πλέον από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης, όταν του τέθηκε πως είχε ευθύνη για το επίδικο τροχαίο ατύχημα ερώτησε ως εξής, :- «Γιατί; Ποιος ο λόγος; Τι ευθύνη; Τι εννοείς;». Όταν τότε του τέθηκε υπόψη του πως οδηγούσε χωρίς φώτα απάντησε ως εξής. «Χωρίς φώτα; Ποιος το είπε αυτό ότι εν χωρίς φώτα; Είχε φώτα η μοτόρα πάνω». Επιπλέον βεβαίως έχει παρουσιαστεί και μαρτυρία σύμφωνα με την οποία ο ίδιος παραδέχτηκε γραπτή κατηγορία ότι οδηγούσε την επίδικη μοτοσυκλέτα χωρίς φώτα κατά τη διάρκεια της νύχτας (τεκμήριο 3). Όμως όταν στη συνέχεια ερωτήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης γιατί παραδέχτηκε στο τεκμήριο 3 ότι οδηγούσε χωρίς φώτα κατά τη διάρκεια της νύχτας, η απάντηση του ήταν ότι δεν παραδέχτηκε έτσι πράγμα. Βεβαίως, ούτε και παρουσιάστηκε μαρτυρία αναφορικά με την κατ΄ ισχυρισμό του ιδίου του ενάγοντα ως προς την απόσυρση της συγκεκριμένης κατηγορίας στο Δικαστήριο. Προφανώς εννοώντας ο ενάγων ότι όταν κατηγορήθηκε ενώπιον Δικαστηρίου η συγκεκριμένη κατηγορία είχε αποσυρθεί. Μάλιστα ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα όταν αντεξέταζε τον Μ. Υ. 3 του υπέβαλε ότι η συγκεκριμένη κατηγορία απορρίφθηκε και πως ο ενάγων αθωώθηκε από το Δικαστήριο. Βεβαίως δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε τέτοια μαρτυρία είτε για απόσυρση της σχετικής κατηγορίας είτε για αθώωση του ενάγοντα. Όμως, παρά και το γεγονός πως ακόμη και να υπήρχε τέτοια μαρτυρία, ως προς την απόσυρση δηλαδή της συγκεκριμένης κατηγορίας ή ακόμη και της αθώωσης του ενάγοντα, δίχως άλλη σαφή μαρτυρία αυτό δεν θα ήταν καθοριστικό και για το κατά πόσο όντως ο ενάγων οδηγούσε την μοτοσυκλέτα με φώτα. Έχοντας δηλαδή υπόψη και την υπόλοιπη κρινόμενη ως αξιόπιστη μαρτυρία επί του θέματος. Πραγματικά καθόλου δεν ενισχυόταν ακόμη και γενικότερα η αξιοπιστία του ενάγοντα με την επιμονή του ως προς το ότι δεν έλεγε ψέματα αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα. Προφανώς η ύπαρξη φωτισμού επί της μοτοσυκλέτας ορθά θεωρήθηκε από τον ενάγοντα ως ένα σημαντικό στοιχείο αναφορικά με το κατά πόσο έφερε και ο ίδιος μερίδιο ευθύνης ως προς την πρόκληση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος. Βεβαίως η προσπάθεια προώθησης του συγκεκριμένου ισχυρισμού από τον ίδιο τον επίδικο κάθε άλλο παρά προσέθετε αξιοπιστία στην όλη εκδοχή του. Αντιθέτως, κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του ως μάρτυρας διακυβευόταν με αυτή την επιμονή του και η απόρριψη ολόκληρης της εκδοχής του. 37 Συνεπώς, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω και άλλη σχετική μαρτυρία ως προς τις συνθήκες του επίδικου τροχαίου ατυχήματος η οποία είτε δεν αμφισβητήθηκε είτε κρίνεται ως αξιόπιστη, καταγράφεται ως εύρημα το εξής. Η μοτοσυκλέτα την οποία ο ενάγων οδηγούσε και η οποία συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος δεν ήταν εξοπλισμένη με δικό της φωτισμό και ούτε και έφερε οποιοδήποτε άλλο είδος φωτισμού στο μπροστινό της μέρος. Κατ΄ επέκταση βεβαίως καταγράφεται και ως εύρημα ότι ο ενάγων παρά και το γεγονός ότι ήταν νύχτα και απαιτείτο η χρήση φωτών προς ασφαλή οδήγηση οποιουδήποτε οχήματος στο οδικό δίκτυο στο οποίο κυκλοφορούσε με την μοτοσυκλέτα εντούτοις οδηγούσε αυτή δίχως φώτα κατά το χρονικό διάστημα της ελεύθερης διέλευσης της κατά μήκος της οδού Δωδεκανήσου μέχρι και του σημείου της σύγκρουσης της με το αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος. 38 Βεβαίως το Δικαστήριο διευκρινίζει το εξής. Η αρνητική αξιολόγηση της αξιοπιστίας του ενάγοντα επί ορισμένων θεμάτων δεν αποκλείει τη θετική αξιολόγηση της σε σχέση με άλλα θέματα. Δεν καταλήγει δηλαδή το Δικαστήριο σε γενικό συμπέρασμα πως ο ενάγων ήταν εξ ολοκλήρου αναξιόπιστος ως μάρτυρας ή ουσιαστικά ότι κατέθεσε με ανειλικρίνεια σε σχέση με το σύνολο των όσων ισχυρισμών προέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου. Το γεγονός δηλαδή ότι η αξιοπιστία του επί ορισμένων ισχυρισμών ελέγχεται με απλή διασταύρωση με άλλη μαρτυρία δεν οδηγεί αυτόματα και σε απόρριψη του συνόλου αυτών ως αναξιόπιστους. 39 Επικεντρώθηκε η αντεξέταση του ενάγοντα σε μια προσπάθεια αμφισβήτησης της αξιοπιστίας της μαρτυρίας του σε σχέση με την περιγραφή η οποία δόθηκε από τον ίδιο αναφορικά με το χρονικό σημείο αμέσως πριν από την επίδικη σύγκρουση. Ασφαλώς αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγόμενων επεδίωξαν τον εντοπισμό αντιφάσεων στη μαρτυρία του ενάγοντα σε σχέση με το συγκεκριμένο χρονικό σημείο. Ενώ με την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας μέρος της επιχειρηματολογίας τους αποτελείτο και από επισήμανση τέτοιων αντιφάσεων βάσει και των οποίων κάλεσαν το Δικαστήριο να κρίνει τον ενάγοντα ως αναξιόπιστο σε σχέση με την περιγραφή η οποία δόθηκε από τον ίδιο ως προς τα όσα είχαν κατ΄ ισχυρισμό συμβεί αμέσως πριν από την επίδικη σύγκρουση. 40 Όσο κατανοητή και λογική να είναι δυνατό να γίνει αντιληπτή η συγκεκριμένη γραμμή αντεξέτασης το Δικαστήριο διευκρινίζει πως ασφαλώς δεν εξετάζει μικροσκοπικά τους ισχυρισμούς του ενάγοντα αναφορικά με ένα χρονικό διάστημα το οποίο δεν μπορεί να διήρκεσε περισσότερο από ορισμένα δευτερόλεπτα. Ιδιαίτερα δε σε σχέση με ένα οδηγό ο οποίος στη συνέχεια και ως αποτέλεσμα της επίδικης σύγκρουσης υπέστη τραυματισμούς και απώλεσε τις αισθήσεις του ενώ σύμφωνα και με την ιατρική μαρτυρία στη συνέχεια αρχικά βρισκόταν ουσιαστικά σε μια κωματώδη κατάσταση. 41 Επί του συγκεκριμένου θέματος υπενθυμίζει το Δικαστήριο την ύπαρξη σχετικής νομολογίας σύμφωνα με την οποία η ευθύνη αναφορικά με ένα τροχαίο ατύχημα επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας ενώ οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνιά του μέσου συνετού πολίτη. Σχετική αυθεντία επί του θέματος είναι η απόφαση Χαριλάου ν. Νικολάου
(2003)1 Α. Α. Δ. 1460 στην οποία ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Καλλής Δ., επαναλαμβάνει αυτολεξεί ουσιαστικά τα όσα αναφέρει σχετικά ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Πικής Δ. (όπως ήταν τότε) στις σελίδες 183 έως 184 της απόφασης Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1 Α. Α. Δ. (Ε) 178) με αναφορά επίσης στις αποφάσεις Charalambous v. Kassapis
(1988)1 C. L. R. 25 και στην απόφαση Polycarpou v. Adamou
(1988)1 C. L. R. 727. Αναφέρεται επίσης σχετικά στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου Ξυπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1 Α. Α. Δ. 1696 πως η ενέργεια οδηγού ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια επικείμενη σύγκρουση, δεν θα πρέπει να κρίνεται μικροσκοπικά αλλά με ευρύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεων του. Όπως επίσης αναφέρεται σχετικά στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου Κύπρος Κυπριανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α. Α. Δ. 816, απόφαση σε σχέση με αξιολόγηση μαρτυρίας σε υπόθεση αμελούς οδήγησης, η αξιοπιστία ενός μάρτυρα δεν κρίνεται με στενή και μικροσκοπική εξέταση, αλλά με βάση το σύνολο της συμπεριφοράς του μάρτυρα στο εδώλιο και με βάση το περιεχόμενο και την ουσία ολόκληρης της μαρτυρίας του. Διατηρώντας υπόψη τη μαρτυρία στο σύνολο της το Δικαστήριο όχι μόνο κατατάσσει την οποιαδήποτε ενέργεια του ενάγοντα στην ίδια κατηγορία αλλά θεωρεί πως και η δυνατότητα του να ανακαλέσει στη μνήμη του περισσότερες λεπτομέρειες θα πρέπει να εκτιμηθεί εντός του ίδιου πλαισίου. 42 Γίνεται αντιληπτό δηλαδή πως αναμφίβολα η προαναφερόμενη νομολογία αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο ένα Δικαστήριο κατά την εξέταση των σχετικών δεδομένων προς καθορισμό της ύπαρξης ή μη αμέλειας λαμβάνει υπόψη του αναγνωρισμένο από την νομολογία μας κριτήριο σε περιπτώσεις όπου κρίνονται οι ενέργειες των ατόμων τα οποία ενέχονται σε ένα τροχαίο ατύχημα. Πως δηλαδή κρίνονται οι ενέργειες ατόμων τα οποία θα μπορούσαν να θεωρηθούν ενδεχομένως ότι υπέχουν ευθύνη για την πρόκληση ενός ατυχήματος. Κατ΄ επέκταση όμως το Δικαστήριο θεωρεί πως με παρόμοιο τρόπο θα πρέπει να αξιολογηθεί και η αξιοπιστία του ενάγοντα αναφορικά με το βαθμό στον οποίο ήταν σε θέση να ανακαλέσει στη μνήμη του τόσο τις δικές του ενέργειες όσο και τα όσα ήταν σε θέση να αντιληφθεί στο χρονικό σημείο αμέσως πριν από την επίδικη σύγκρουση. 43 Έχοντας διευκρινίσει και τον τρόπο με τον οποίο αξιολογείται η αξιοπιστία του ενάγοντα επί του συγκεκριμένου θέματος της επίδικης σύγκρουσης το Δικαστήριο συνεχίζοντας την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ενάγοντα παρατηρεί επιπλέον τα ακόλουθα. 44 Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο συμφωνεί με αμφότερους τους ευπαίδευτους συνηγόρους των εναγόμενων πως όντως υπάρχουν αντιφάσεις στη μαρτυρία του ενάγοντα. Παραδείγματος χάριν, ενώ στη γραπτή δήλωση του ισχυρίζεται πως η μοτοσυκλέτα την οποία οδηγούσε κατά μήκος της οδού Δωδεκανήσου βρισκόταν σε απόσταση περίπου 1 μέτρο από το σημείο ΑΛΤ, εννοώντας δηλαδή πως αυτή βρισκόταν σε κίνηση, εντούτοις στην γραπτή κατάθεση του (τεκμήριο 4) η οποία δόθηκε στις 15/6/2007, ισχυρίζεται ότι είχε σταματήσει στο ΑΛΤ στο τέλος της παρόδου. Όταν αντεξεταζόταν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου στις 2/6/2015, ισχυρίστηκε πως «.πριν το αλτ πήγα να σταματήσω όπως είδα το αυτοκίνητο και με χτύπησε.». Αξίζει να σημειωθεί, έστω και σε αυτό το μέρος της απόφασης, πως αμέσως μετά από αυτό τον ισχυρισμό ο ενάγων πρόσθεσε την εξής πρόταση, :- «Που τζιαμέ τζαί τζεί δεν θυμούμαι τίποτα». Επιπλέον, αναφορικά και με το κατά πόσο είχε σταματήσει την μοτοσυκλέτα την οποία οδηγούσε στο ΑΛΤ αξίζει επίσης να σημειωθεί πως ακόμη και στη γραπτή δήλωση του ουσιαστικά προβάλει ένα διαζευκτικό ισχυρισμό καθότι, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, «.η μοτοσικλέτα που οδηγούσα ήταν σταματημένη ή σχεδόν σταματημένη γιατί είχα φθάσει περίπου 1 μέτρο πριν από το ΑΛΤ». 45 Παρά και τον εντοπισμό αντιφάσεων στην εκδοχή του ενάγοντα ως προς την επίδικη σύγκρουση και τα όσα προηγήθηκαν αυτής υπάρχει ένας απλός μεν αλλά πολύ βασικός ισχυρισμός του ενάγοντα ο οποίος κρίνεται αξιόπιστος από το Δικαστήριο. Όχι διότι ο ενάγων ως μάρτυρας προκάλεσε ιδιαίτερα θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως προς την ειλικρίνεια του ως μάρτυρας αλλά διότι το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της υπόλοιπης διαθέσιμης μαρτυρίας ως προς τον καθορισμό του επίδικου σημείου σύγκρουσης κρίνει ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του ενάγοντα όντως εμπνέει το Δικαστήριο με εμπιστοσύνη ως προς τη βασιμότητα του. 46 Ο ισχυρισμός αυτός είναι ότι όντως ο ενάγων οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Δωδεκανήσου. Βεβαίως η αποδοχή και μόνο αυτού του ισχυρισμού όχι μόνο θα μπορούσε να θεωρηθεί πως καθορίζει αλλά ουσιαστικά πως όντως καθορίζει την αξιοπιστία ή μη ενός μεγάλου μέρους της υπόλοιπης μαρτυρίας επί του επίδικου θέματος της ευθύνης καθότι κατ΄ επέκταση καθορίζεται ουσιαστικά με αυτό τον τρόπο και το επίδικο σημείο σύγκρουσης. Διευκρινίζεται όμως πως είναι η αξιολόγηση της προαναφερόμενης υπόλοιπης μαρτυρίας, ανεξάρτητα δηλαδή και από τον ισχυρισμό του ενάγοντα, η οποία καθορίζει και την αξιοπιστία του ισχυρισμού του ενάγοντα. Διευκρινίζεται συνεπώς από το Δικαστήριο πως το συμπέρασμα του ως προς την αξιοπιστία αυτού του ισχυρισμού δεν πηγάζει από την γενικότερα θετική αξιολόγηση της αξιοπιστίας του ενάγοντα. Δεν αποτελεί βάση δηλαδή η αποδοχή της αξιοπιστίας του συγκεκριμένου ισχυρισμού έτσι ώστε το Δικαστήριο να οδηγηθεί στα υπόλοιπα συμπεράσματα του αλλά κατάληξη ή ουσιαστικά λογική προέκταση και τελικά μέρος των όσων δεδομένων γίνονται αποδεκτά ως υπαρκτά έτσι ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα του γενικότερα σε σχέση με το θέμα της ευθύνης και το οποίο βεβαίως σε μεγάλο βαθμό καθορίζεται και από τον καθορισμό του επίδικου σημείου σύγκρουσης σύμφωνα με την μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί. 47 Αξίζει σε αυτό το σημείο της απόφασης να αναφερθεί το Δικαστήριο σε ορισμένα σημεία σε σχέση με την περιγραφή από τον ενάγοντα των όσων γεγονότων είχαν κατ΄ ισχυρισμό προηγηθεί της επίδικης σύγκρουσης και αναφορικά με τα οποία ο ενάγων κρίνεται αναξιόπιστος δίχως όμως εν τέλει αυτά να διαπιστώνεται ότι επηρεάζουν την αξιοπιστία του αναφορικά με τον βασικό του ισχυρισμό ως προς το ότι οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Δωδεκανήσου και ο οποίος προβάλλεται ως μέρος των όσων ισχυρισμών ήταν σε θέση να ανακαλέσει στη μνήμη του πριν από την επίδικη σύγκρουση και την απώλεια των αισθήσεων του (βλ. σχετικά την παράγραφο 32 αυτής της απόφασης). Ο λόγος για τον οποίο αναφέρονται βεβαίως είναι για μια όσο το δυνατό πληρέστερη αιτιολόγηση αυτής της απόφασης. 48 Κατ΄ αρχάς, με την αντεξέταση του από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου, διαφάνηκε ο βαθμός στον οποίο οι ισχυρισμοί του στην παράγραφο 2Α της γραπτής του δήλωσης σε σχέση με τους εναγόμενους, όπως ο ίδιος ο ενάγων παραδέχτηκε, δεν πήγαζαν από δική του γνώση αλλά από όσα άλλοι του είχαν πει. Βεβαίως, η παράγραφος 2Α αποτελεί αυτολεξεί αντιγραφή της παραγράφου 2Α της έκθεσης απαίτησης. Παρομοίως σε μεγάλο βαθμό και η παράγραφος 3 της γραπτής δήλωσης αποτελεί αντιγραφή της έκθεσης απαίτησης με ανάλογη αλλαγή από το τρίτο στο πρώτο πρόσωπο και προσθήκη κάποιων λεπτομερειών. 49 Η τακτική αυτή της αντιγραφής δικογράφων και ενσωμάτωσης του περιεχομένου των υπό μορφή μαρτυρίας σε γραπτές δηλώσεις κάθε άλλο παρά ορθή είναι δυνατό να θεωρηθεί. Δίχως βεβαίως αυτό να επηρεάζει την εγκυρότητα μιας γραπτής δήλωσης αλλά παράλληλα να μην επιτυγχάνεται αποτελεσματικά όπως θα αναμενόταν ο σκοπός της θέσπισης της δυνατότητας η οποία προβλέπεται από το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου. Δεν συνάδει δηλαδή η απλή επανάληψη δικογραφημένων ισχυρισμών με την αναμενόμενη προβολή ισχυρισμών μαρτυρίας κατά το στάδιο της κύριας εξέτασης. Αποτελεί βασική αρχή ότι τα δικόγραφα δεν πρέπει να περιέχουν μαρτυρία αλλά μόνο καταγραφή των ουσιωδών γεγονότων. Επομένως, γενικά δεν δικαιολογείται η συγκεκριμένη τακτική. 50 Επιστρέφει το Δικαστήριο σε αυτό το σημείο της απόφασης στην παράθεση ορισμένων σημείων σε σχέση με την περιγραφή από τον ενάγοντα των όσων γεγονότων είχαν κατ΄ ισχυρισμό προηγηθεί της επίδικης σύγκρουσης και αναφορικά με τα οποία κρίνεται αναξιόπιστος. Κατ΄ αρχάς υπενθυμίζεται η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι ο ενάγων δεν ήταν ειλικρινής αναφορικά με την ύπαρξη φώτων επί της μοτοσυκλέτας την οποία οδηγούσε (βλ. σχετικά την παράγραφο 35 αυτής της απόφασης). 51 Επίσης, το Δικαστήριο διαπιστώνει όχι μόνο ανειλικρίνεια του ενάγοντα ως προς το κατά πόσο είχε τη συγκατάθεση του γιου της ιδιοκτήτριας της μοτοσυκλέτας για να την οδηγήσει αλλά επιπλέον και μια αποφυγή αναφοράς στην πραγματικότητα κατά την σύνταξη της έκθεσης απαίτησης. Το περιεχόμενο της οποίας βεβαίως δεσμεύει τον ενάγοντα ως το δικόγραφο του δίχως όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση να κρίνεται πως η αποφυγή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς την έκβαση της αγωγής καθώς δεν έτυχε και ιδιαίτερης διερεύνησης κατά την ακροαματική διαδικασία. 52 Συγκεκριμένα στην παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης αναφέρεται ότι ο ενάγων οδηγούσε την «.μοτοσικλέτα του.». Βεβαίως η μοτοσυκλέτα δεν ήταν του ενάγοντα. Όπως σαφώς προκύπτει από τη χρήση του οριστικού άρθρου «του». Μάλιστα κατά τη σύνταξη της γραπτής δήλωσης του ενάγοντα παρά και την έκταση αντιγραφής από την έκθεση απαίτησης εντούτοις το συγκεκριμένο οριστικό άρθρο - προφανώς σκοπίμως - δεν αντιγράφεται. Διατηρείται μόνο η αναφορά στον αριθμό σκελετού της μοτοσυκλέτας. Εντός του τεκμηρίου 12 ο γιος της ιδιοκτήτριας της μοτοσυκλέτας Thomas Bentley, ο οποίος ήθελε να δείξει την μοτοσυκλέτα σε φίλους του, ισχυρισμός του ο οποίος υποστηρίζεται και από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης της μητέρας του, ιδιοκτήτριας της μοτοσυκλέτας, Jane Marie Bentley, ισχυρίζεται ότι αν και παρόντες ήταν δέκα άτομα, ήξερε μόνο τους τρεις από αυτούς και πως κάποιος από αυτούς, άγνωστος προς τον ίδιο και πιο μεγάλος του κάθισε πάνω στη μοτοσυκλέτα και του είπε να πάει ένα περίπατο. Παρά και την άρνηση του ως προς να την οδηγήσει αυτός επέμενε και επειδή ήταν πιο μεγάλος του τον φοβήθηκε και δέχτηκε να πάει μέχρι ένα ορισμένο σημείο και να επιστρέψει πίσω όμως αυτός ακολούθησε άλλη κατεύθυνση και χάθηκε από τα μάτια του, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά. 53 Θα μπορούσε να θεωρηθεί πως έστω και με τον προαναφερόμενο τρόπο, έμμεσα ουσιαστικά, ο ενάγων είχε εξασφαλίσει τη συγκατάθεση του γιου της ιδιοκτήτριας. Αν και όχι βεβαίως αυτή της ιδιοκτήτριας. Εξ ου προφανώς και η παραδοχή του ενάγοντα στην γραπτή κατηγορία ως προς την οδήγηση της μοτοσυκλέτας χωρίς τη συγκατάθεση της ιδιοκτήτριας της (τεκμήριο 3). Όμως σημασία σε αυτό το σημείο αξιολόγησης της αξιοπιστίας του ενάγοντα έχει το γεγονός ότι ο ίδιος ισχυρίστηκε πολύ απλά ότι ο «νεαρός», εννοώντας βεβαίως σύμφωνα και με τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε, τον γιο της ιδιοκτήτριας της μοτοσυκλέτας απλά του είπε εντάξει όταν του ζήτησε να του δώσει την μοτοσυκλέτα για την οδηγήσει. 54 Πραγματικά έχοντας υπόψη και τον προκλητικό τρόπο με τον οποίο ο ενάγων απαντούσε αναφορικά με το κατά πόσο η μοτοσυκλέτα είχε φώτα (βλ. σχετικά την παράγραφο 36 αυτής της απόφασης) με τον ίδιο μη πειστικό τρόπο απαντούσε και ως προς το κατά πόσο οικειοθελώς του είχε δοθεί από τον γιο της ιδιοκτήτριας η μοτοσυκλέτα για να την οδηγήσει. Χαρακτηριστικά, όταν του υποβλήθηκε πως απαίτησε την μοτοσυκλέτα δίχως να του την είχε δώσει οικειοθελώς ο κάτοχος της, απάντησε ως εξής, :- «Ήνταλως γίνεται να πιάσω την μοτοσικλέτα του άλλου με το ζόρι; Εγώ παρακάλεσα τον και του λέω δώσε μου την να πάω έναν γυρό και μου λέει εντάξει. Οποιοσδήποτε.» (εδώ ο ενάγων διακόπηκε με την επόμενη ερώτηση). Πραγματικά ο ενάγων καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου κάθε άλλο παρά δημιούργησε την εντύπωση ενός ευγενικού νεαρού ο οποίος θα παρακαλούσε - μάλιστα ένα νεαρότερο του άτομο - να του είχε δοθεί η μοτοσυκλέτα. Αντιθέτως πολύ πιο πειστική κρίνεται ή έστω και εξ ακοής μαρτυρία του γιου της ιδιοκτήτριας σύμφωνα με την οποία παρά και την άρνηση την οποία ο ίδιος εξέφρασε ως προς το να οδηγήσει ο ενάγων την μοτοσυκλέτα αυτός επέμενε και επειδή ήταν πιο μεγάλος του τον φοβήθηκε και δέχτηκε 55 Βεβαίως σε κάποιο βαθμό αλλά μόνο βάσει του τρόπου σκέψης του ενάγοντα θα μπορούσε να δημιουργηθεί η εντύπωση στον ενάγοντα ότι όντως είχε πάρει την μοτοσυκλέτα με τη συγκατάθεση του κατόχου της όμως κρίνοντας το όλο θέμα αντικειμενικά εύλογα προκαλείται αμφιβολία ιδιαίτερα έχοντας υπόψη στο σύνολο τους, τους ισχυρισμούς του γιού της ιδιοκτήτριας κατά πόσο ήταν δικαιολογημένη τέτοια εντύπωση. Ενώ έστω ακόμη και να μπορούσε να θεωρηθεί δικαιολογημένη, ασφαλώς η οποιαδήποτε συγκατάθεση είχε δοθεί ήταν περιορισμένη ως προς το βαθμό στον οποίο θα μπορούσε να είχε οδηγηθεί η μοτοσυκλέτα, σε σχέση δηλαδή με την απόσταση από το σημείο εκκίνησης της, κάτι το οποίο προφανώς ο ενάγων αγνόησε. 56 Επιστρέφοντας όμως στους ισχυρισμούς του ενάγοντα οι οποίοι έχουν άμεση σχέση με την επίδικη σύγκρουση η εκδοχή του ενάγοντα ήταν λιτή και σταθερή δίχως να ενυπάρχει σε αυτή οποιοδήποτε στοιχείο είτε υπερβολής είτε αδικαιολόγητης διαμαρτυρίας του ιδίου ως προς την ύπαρξη της ειλικρίνειας του. Τονίζεται δηλαδή πως το συγκεκριμένο στοιχείο αδικαιολόγητης διαμαρτυρίας κάθε άλλο παρά ενίσχυε την αξιοπιστία του σε σχέση με τους ισχυρισμούς του ως προς την ύπαρξη φωτών πάνω στην μοτοσυκλέτα ή κατά πόσο όντως οικειοθελώς είχε πάρει την μοτοσυκλέτα από τον γιο της ιδιοκτήτριας. Σε αντίθεση όμως με τον τρόπο με τον οποίο απαντούσε στη συνέχεια αναφορικά με την επίδικη σύγκρουση. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά στον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου όταν ερωτήθηκε πως έγινε το επίδικο τροχαίο ατύχημα - «Εγώ έπιασα τη μοτοσικλέτα από τον «Κυανού Σταυρό» ήμουν στην πορεία αριστερή πάντα του δρόμου οδός Δωδεκανήσου, πριν το αλτ πήγα να σταματήσω όπως είδα το αυτοκίνητο και με χτύπησε. Που τζιαμέ τζαί τζεί δεν θυμούμαι τίποτα». Καθορίζει με απλότητα αλλά και πηγαίο τρόπο τόσο την πορεία την οποία ακολούθησε η μοτοσυκλέτα όσο και την πρόθεση του να σταματήσει στο αλτ, καταλήγοντας στη θέα του αυτοκινήτου το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος και με το οποίο συγκρούστηκε η μοτοσυκλέτα την οποία ο ίδιος οδηγούσε. 57 Εντούτοις, διατηρώντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω και τα όσα ανέφερε και στη συνέχεια όντως προκύπτει αντίφαση μεταξύ της προφορικής κατάθεσης και της γραπτής κατάθεσης του ως προς το κατά πόσο η μοτοσυκλέτα ήταν σταματημένη κατά την στιγμή της σύγκρουσης. Επιπρόσθετη αντίφαση μεταξύ των δύο αυτών καταθέσεων προκύπτει και αναφορικά με το κατά πόσο δεν είδε ή είδε το αυτοκίνητο του εναγόμενου πριν από την σύγκρουση Καθώς ενώ προφορικά ισχυρίστηκε ότι είδε το αυτοκίνητο, απαντώντας μάλιστα και που βρισκόταν αυτό όταν το είδε αλλά και από που ερχόταν (αν και αυτή η απάντηση δόθηκε συμπερασματικά, δηλαδή λογικά που θα πρέπει να ήταν προηγουμένως το αυτοκίνητο) δίδοντας επίσης απόσταση μεταξύ της δικής του θέσης και αυτής του αυτοκινήτου όταν το είδε, εντούτοις στην γραπτή κατάθεση του δεν προβάλει τέτοιους ισχυρισμούς. 58 Χρονικά βεβαίως η γραπτή κατάθεση του δόθηκε περίπου 3 μήνες μετά από το επίδικο τροχαίο ατύχημα και λογικά θα αναμενόταν η μνήμη του τότε να ήταν πιο έντονη από ότι ήταν όταν κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 2/6/2015 δηλαδή περίπου 8 χρόνια μετά που είχε δώσει την γραπτή κατάθεση του συν άλλους 3 μήνες από την ημερομηνία του επίδικου ατυχήματος. Διευκρινίζει το Δικαστήριο πως αν και λογικά θα αναμενόταν ο ενάγων να ήταν σε καλύτερη θέση να θυμηθεί ακριβώς τι είχε συμβεί όσο πιο κοντά χρονικά βρισκόταν στο χρονικό σημείο της επίδικης σύγκρουσης δεν παύει να θεωρεί παράλληλα πως ισχύουν και τα όσα αναφέρονται πιο πάνω (βλ. σχετικά την παράγραφο 42 αυτής της απόφασης) ως προς το πως το ίδιο το Δικαστήριο αντιμετωπίζει γενικότερα τη δυνατότητα του ενάγοντα αμέσως προ της επίδικης σύγκρουσης να είχε συλλάβει στο μυαλό του μια πλήρως καθαρή εικόνα των γεγονότων προτού απωλέσει τις αισθήσεις του. 59 Παράλληλα δεν αποκλείεται και η πάροδος του χρόνου μέχρι και την ημερομηνία της προφορικής κατάθεσης του, πέραν και της οποιασδήποτε αδυναμίας να ανακαλέσει με σαφήνεια τα γεγονότα στη μνήμη του, να τον είχε οδηγήσει και στη συμπλήρωση κάποιων κενών ως προς τα όσα είχαν προηγηθεί της επίδικης σύγκρουσης. Βεβαίως ο ίδιος ο ενάγων ισχυρίστηκε πως και στις δύο περιπτώσεις έλεγε την αλήθεια ενώ προσπάθησε να δικαιολογήσει και την οποιαδήποτε διαφορά με αναφορά στην κατάσταση της υγείας του όταν έδιδε την γραπτή κατάθεση του. Ότι δηλαδή ήταν τραυματισμένος, είχε «σίδερα» στα πόδια και γενικά ότι ήταν «χάλια». Βεβαίως, στη συνέχεια όταν απαντούσε σε σχέση με το κατά πόσο ήταν «σταματημένος» ή «σχεδόν σταματημένος», δηλαδή εάν η μοτοσυκλέτα την οποία οδηγούσε είχε σταματήσει στο ΑΛΤ πριν από την επίδικη σύγκρουση, ισχυρίστηκε και το αντίθετο. Ως προς τη δυνατότητα του δηλαδή να ανακαλέσει στη μνήμη του με ακρίβεια τα όσα είχαν συμβεί. Συγκεκριμένα απάντησε πως δεν μπορούσε να θυμηθεί, πως ήταν σχεδόν σταματημένος προσθέτοντας πως πέρασαν τόσα χρόνια και δεν μπορούσε να θυμάται ακριβώς και επαναλαμβάνοντας και πάλι πως ήταν σχεδόν «σταματημένος» και αναφέροντας επίσης πως «.μπορεί να ετζύλαν η μοτοσυκλέτα». Αναμφίβολα προκύπτει ασάφεια ως προς αυτό το μέρος της προφορικής κατάθεσης του ενάγοντα. 60 Όμως, πραγματικά, εάν αυτή η ασάφεια ιδωθεί και αξιολογηθεί εντός του πλαισίου του χρονικού διαστήματος ορισμένων μόνο δευτερολέπτων προτού ο ενάγων απωλέσει τις αισθήσεις του, η σημασία του κατά πόσο όντως ήταν ή δεν ήταν ακόμη εντελώς σταματημένη η μοτοσυκλέτα δεν διαπιστώνεται να είναι τόσο καθοριστική σε σχέση είτε με την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του ενάγοντα είτε με την βασιμότητα ή μη της εκδοχής του ως προς τα όσα γεγονότα είχαν προηγηθεί αμέσως πριν από την επίδικη σύγκρουση. 61 Αξίζει δηλαδή πραγματικά έχοντας υπόψη και τη γενικότερη ποιότητα της υπόλοιπης μαρτυρίας του να σημειωθεί πως τουλάχιστον επί ενός κατ΄ ισχυρισμό δεδομένου η θέση του ενάγοντα ήταν σταθερή. Θέση επίσης η οποία όπως αναλύεται πιο κάτω επιβεβαιώνεται και από την υπόλοιπη κρινόμενη ως αξιόπιστη μαρτυρία επί του θέματος. Ως προς το ότι δηλαδή ο ίδιος οδηγούσε την μοτοσυκλέτα στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Βεβαίως το κατ΄ ισχυρισμό αυτό δεδομένο χρονικά έχει μια διάρκεια σχετικά περισσότερη από το τελικό σημείο αμέσως πριν από την επίδικη σύγκρουση. 62 Δηλαδή, οι αντιφάσεις οι οποίες προκύπτουν αναμφίβολα έχουν σχέση με ένα χρονικό σημείο το οποίο εντάσσεται, σύμφωνα και με το λεξιλόγιο στο οποίο έχουν συνηθίσει τα Δικαστήρια σε τέτοιες περιπτώσεις, στο όλο πλαίσιο της αγωνίας της στιγμής αμέσως προ της σύγκρουσης. Ουσιαστικά, τα ερωτήματα κατά πόσο ο ενάγων είχε δει ή δεν είχε δει το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εναγόμενος ή και η απόσταση από την οποία το είδε ή κατά πόσο η μοτοσυκλέτα ήταν σταματημένη ή σχεδόν σταματημένη υποβαθμίζονται σε σημασία αναφορικά με τις αντιφάσεις οι οποίες προκύπτουν εξαιτίας αυτών, ιδιαίτερα δε εάν συλλογιστεί το Δικαστήριο πρώτο, το πόσο σύντομα συνέβησαν τα όσα είχαν προηγηθεί της επίδικης σύγκρουσης, κάτι το οποίο επιμαρτυρείται και από την απουσία οποιωνδήποτε ιχνών τροχοπέδησης - σαφής ένδειξη έλλειψης χρόνου αντίδρασης από τους ενεχόμενους οδηγούς - και δεύτερο, την συναισθηματική κατάσταση αγωνίας στην οποία ο ενάγων θα πρέπει να είχε περιέλθει καθώς εκτεθειμένος επί μιας μικρής μοτοσυκλέτας δίχως οποιαδήποτε προστατευτική ενδυμασία βρέθηκε αντιμέτωπος με τον όγκο του αυτοκινήτου. Όταν δηλαδή πλέον βρέθηκε αντιμέτωπος, έστω και σε ένα χρονικό πλαίσιο όπως ο ίδιος το καθόρισε κλασμάτων δευτερολέπτου, με ένα κινούμενο αυτοκίνητο, ανεξάρτητα και από το κατά πόσο είχε αντιληφθεί αυτό σε μια μικρή απόσταση (σύμφωνα με την προφορική κατάθεση του) ή καθόλου (σύμφωνα και με την γραπτή κατάθεση του), και επί του οποίου αναπόφευκτα θα συγκρουόταν καθώς και η μοτοσυκλέτα επί της οποίας ως οδηγός επέβαινε, είτε σχεδόν σταματημένη είτε σταματημένη, δεν του παρείχε οποιοδήποτε περιθώριο να λάβει οποιαδήποτε αποτελεσματικά αποτρεπτικά μέτρα αποφυγής της επικείμενης σύγκρουσης είτε με ανάλογο ελιγμό είτε με μείωση ή αύξηση της ταχύτητας της μοτοσυκλέτας, χωρίς να αποκλείεται και η περίπτωση αυτή να είχε συγκρουστεί χωρίς καν να είχε προλάβει προηγουμένως να αντιληφθεί την παρουσία του αυτοκινήτου στην πορεία της μοτοσυκλέτας την οποία οδηγούσε, καθώς δηλαδή και τα δύο ενεχόμενα στο επίδικο τροχαίο ατύχημα οχήματα βρίσκονταν σε κίνηση. 63 Υπενθυμίζεται πως σαφώς με την γραπτή κατάθεση του ο ενάγων επικαλείται πλήρη απώλεια μνήμης από ένα χρονικό σημείο μετά και από την ακινητοποίηση της μοτοσυκλέτας την οποία οδηγούσε στο ΑΛΤ δηλαδή στο τέλος μιας παρόδου, προφανώς της οδού Δωδεκανήσου. Συγκεκριμένα αναφέρει πως σταμάτησε στην αριστερή πλευρά σύμφωνα με την πορεία του και ότι μετά από αυτό δεν θυμάται οτιδήποτε άλλο ενώ μετά από αρκετό καιρό του είπαν οι γονείς του ότι τον χτύπησε αυτοκίνητο. Αναφέρει σε σχέση με την υπόδειξη στον Μ. Ε. 3 του σημείου που έγινε το δυστύχημα ως «.το σημείο που σταμάτησα στο ΑΛΤ μετά που έσβησε η μνήμη μου..». Προσθέτει επίσης στη συνέχεια της γραπτής κατάθεσης του πως του είχαν πει πως από αυτό το δυστύχημα είχε τραυματιστεί πάρα πολύ σοβαρά στο κεφάλι και στο δεξί πόδι και πως για το δυστύχημα δεν θυμάται τίποτε άλλο εκτός από αυτά τα οποία αναφέρει στην γραπτή κατάθεση του. 64 Ο ενάγων αναφερόταν συνεχώς σε μια χρονική περίοδο 3 έως 4 μηνών μετά που «έφερε» το «νου» του. Δηλαδή ουσιαστικά μετά που πλέον, όπως σταδιακά έγινε αντιληπτό, ήταν σε θέση να θυμηθεί τι είχε συμβεί. Η αναφορά αυτή αποτελούσε σε αρκετές περιπτώσεις και εισαγωγικό μέρος απαντήσεων του. Ο ενάγων ως μάρτυρας αναφερόμενος σε αυτή τη χρονική περίοδο εννοούσε επίσης και τη χρονική περίοδο μετά από το επίδικο τροχαίο ατύχημα όταν πλέον όχι μόνο ήταν σε θέση να δώσει γραπτή κατάθεση προς τον Μ. Ε. 2 αλλά και ως η χρονική περίοδο μετά την πάροδο της οποίας όντως έδωσε γραπτή κατάθεση. Αυτό βεβαίως επιβεβαιώνεται και από την ημερομηνία λήψης της γραπτής κατάθεσης του (τεκμήριο 4) στις 15/6/2007, δηλαδή περίπου 3 μήνες μετά από το επίδικο τροχαίο ατύχημα. Όταν ερωτήθηκε κατά την κύρια εξέταση του εάν έμαθε κατά πόσο κάποιος άλλος είχε δει το επίδικο ατύχημα και πάλι αναφερόμενος στην ίδια χρονική περίοδο που «έφερε» το «νου» του των 3 έως 4 μηνών, ανέφερε πως έμαθε από τους γονείς του ότι τέτοιο άτομο υπήρχε και ότι είχε έλθει και σπίτι του. Πρόσθεσε δε πως το άτομο αυτό το όνομα του οποίου ήταν XXXXX Μαρμαρά τον είδε την ώρα που ήταν «.προς το αλτ με το (sic) μοτοσυκλέτα να σταματώ, το αυτοκίνητο που ήρθε πάνω μου.». Αναφέρεται το Δικαστήριο σε αυτό το μέρος της κύριας εξέτασης του καθότι κατά την αντεξέταση του από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης αρχικά ο ενάγων αν και συμφώνησε πως είχε αναφέρει στην κύρια εξέταση του ότι όταν «έφερε» τον «νου» του 3 έως 4 μήνες μετά ήλθε σπίτι τους να τον δει ο XXXXX Μαρμαράς εντούτοις στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι δεν τον είχε δει μετά από την πάροδο αυτής της χρονικής περιόδου αλλά μετά από αρκετό καιρό προσθέτοντας μάλιστα πως πέρασε «.πάρα πολύ καιρός μετά που ήρθε σπίτι μου». Δεν αποκλείεται όντως η σύνδεση η οποία έγινε από τον ενάγοντα κατά την κύρια εξέταση του να μην ήταν αυτή η οποία άφησε να νοηθεί. Η σύνδεση δηλαδή της χρονικής περιόδου από το επίδικο τροχαίο ατύχημα και του χρονικού σημείου από το οποίο ήταν πλέον σε θέση να ανακαλέσει στη μνήμη του τα όσα είχαν συμβεί και της χρονικής περιόδου και πάλι μετά από το επίδικο τροχαίο ατύχημα μέχρι και την ημερομηνία κατά την οποία όντως είχε έλθει στο σπίτι του ο XXXXX Μαρμαράς. Επισημάνθηκε τότε σε αυτόν από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης η χρονική περίοδος κατά την οποία είχε δώσει γραπτή κατάθεση ο XXXXX Μαρμαράς (Οκτώβριος του 2007) και του υποβλήθηκε πως άρα τον είχε επισκεφθεί και γνωρίσει πολύ πριν να δώσει κατάθεση. Η απάντηση του ενάγοντα ήταν ότι δεν το παραδεχόταν αυτό ενώ μετά και από επανάληψη της ίδιας απάντησης διευκρίνισε πως αυτό το οποίο είχε πει ήταν το εξής. Ότι πέρασε αρκετός καιρός, δεν είπε 3 με 4 μήνες αλλά ότι πέρασε αρκετός καιρός και μετά τον είδε. Ενδεχομένως αυτή να ήταν και η πρόθεση του ενάγοντα όταν απαντούσε κατά την κύρια εξέταση του. Όμως δεν παύει η απάντηση του να ήταν όπως καταγράφεται πιο πάνω. Μετά και από υπενθύμιση τι είχε αναφέρει όχι μόνο τότε αλλά και νωρίτερα κατά την αντεξέταση του πλέον δήλωσε πως εφόσον το είπε το παραδεχόταν. Λογικά τότε του υποβλήθηκε πως τον XXXXX Μαρμαρά τον είχε γνωρίσει πριν να δώσει γραπτή κατάθεση. Συμφώνησε ο ενάγων με αυτή την υποβολή. Πραγματικά εύλογα θα μπορούσε να δημιουργηθεί και η εντύπωση πως κάτι διαφορετικό όντως εννοούσε ο ενάγων όταν είχε απαντήσει σχετικά με την ύπαρξη αυτόπτη μάρτυρα κατά την κύρια εξέταση του. Όμως αναμφίβολα του είχε δοθεί η κάθε δυνατή ευκαιρία ακόμη και να αναιρέσει αυτό τον ισχυρισμό του κατά την αντεξέταση του από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης. Κάτι το οποίο δεν έπραξε παρά και την αρχικά αρνητική του αντίδραση ως προς το κατά πόσο όντως είχε αναφερθεί στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο ως αυτή κατά την οποία είχε έλθει στο σπίτι του ο XXXXX Μαρμαράς. 65 Βεβαίως τα όσα αναφέρονται πιο πάνω έχουν ιδιαίτερη σημασία αναφορικά εν τέλει με την αποδοχή ή μη της μαρτυρίας εντός της γραπτής κατάθεσης Μαρμαρά ως αξιόπιστης ή μη. Συνδέονται δηλαδή οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί τόσο του ενάγοντα όσο και της μητέρας του, XXXXX Χαραλάμπους, η οποία κατέθεσε ως Μ. Ε. 3, αλλά και του Μ. Ε. 2, σε σχέση με το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο XXXXX Μαρμαράς επισκέπτεται το σπίτι του ενάγοντα ή και πότε ακριβώς προκύπτει η τοποθέτηση του αλλά και ενημέρωση είτε των γονιών του ενάγοντα είτε του εξεταστή του επίδικου τροχαίου ατυχήματος, Μ. Ε. 2, ως προς το ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου τροχαίου ατυχήματος. Βεβαίως είναι ο πατέρας του ενάγοντα ο οποίος ενημέρωσε σχετικά τον Μ. Ε. 2 αναφορικά με την ύπαρξη αυτόπτη μάρτυρα. Όμως ο πατέρας του ενάγοντα δεν κατέθεσε ως μάρτυρας προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Ενώ η μητέρα του δεν ήταν σε θέση να ανακαλέσει στη μνήμη της καν την ύπαρξη τέτοιου ατόμου. 66 Κατ΄ αρχάς αναφορικά με την μητέρα του ενάγοντα, Μ. Ε. 3, παρατηρείται πως όταν κατά την αντεξέταση της στις 6/7/2015, από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου, ερωτήθηκε εάν γνωρίζει κάποιο XXXXX Μαρμαρά απάντησε όχι όπως επίσης απάντησε με τον ίδιο τρόπο όταν, αμέσως μετά, ερωτήθηκε εάν ήλθε σπίτι της προσθέτοντας πως δεν ήξερε τέτοιο όνομα και πως βεβαίως θα το ήξερε εάν ερχόταν σπίτι της. Οι απαντήσεις αυτές επιβεβαιώθηκαν και κατά την αντεξέταση της από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης στις 9/7/
  1. Όμως όταν ερωτήθηκε εάν στην αναζήτηση των λεπτομερειών του επίδικου τροχαίου ατυχήματος εάν άκουσε ότι υπήρχε κάποιος άλλος που είδε το ατύχημα απάντησε ναι, προσθέτοντας ότι «.είπαν ότι είχε κάποιο μάρτυρα». Αυτό, όταν ερωτήθηκε ποιος το είπε, απάντησε ότι το είπε κάποιος του συζύγου της στις Πρώτες Βοήθειες ότι κάποιος μάρτυρας «.είδε τη σκηνή.» προσθέτοντας όμως «περαιτέρω» δεν ήξερε. Ούτε και ενδιαφέρθηκε η ίδια να μάθει αν και ενδιαφέρθηκε ο σύζυγος της. Η ίδια είχε τόσα άλλα να ασχοληθεί με το γιο της ουσιαστικά εννοώντας πως δεν είχε χρόνο η ίδια για τον συγκεκριμένο μάρτυρα. Ούτε και ήξερε αν έδωσε κατάθεση ο συγκεκριμένος μάρτυρας. Βεβαίως αξίζει να σημειωθεί πως ο σύζυγος της Μ. Ε. 3 δεν κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως μάρτυρας έτσι ώστε να είχε ερωτηθεί σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα με αναφορά και σχετικών λεπτομερειών. Όπως, παραδείγματος χάριν, εάν όντως η ενημέρωσης της οποίας έτυχε ήταν στις Πρώτες Βοήθειες και από ποιο άτομο είχε ενημερωθεί σχετικά. Ουσιαστικά μόνο ο ενάγων ισχυρίστηκε πως ο XXXXX Μαρμαράς είχε έλθει στο σπίτι του. Επιστρέφοντας όμως και στους ισχυρισμούς της αναφορικά με τον XXXXX Μαρμαρά παραδόξως υποβλήθηκε σε αυτήν ότι δεν είπε την αλήθεια για την γνωριμία της με τον μάρτυρα, τον εμφανιζόμενο ως μάρτυρα, Μαρμαρά. Θέση με την οποία η Μ. Ε. 3 δεν συμφώνησε. 67 Αναφορικά με τον XXXXX Μαρμαρά ο εξεταστής του επίδικου τροχαίου ατυχήματος, XXXXX Αναστάση, ο οποίος κατέθεσε ως Μ. Ε. 2, ανέφερε τα εξής. Κατ΄ αρχάς η σημασία της παρουσίασης της μαρτυρίας του XXXXX Μαρμαρά προς απόδειξη της αξίωσης του ενάγοντα σε σχέση με το θέμα της ευθύνης διαφαίνεται από την αναφορά του Μ. Ε. 2 στην αρχή της κύριας εξέτασης του όταν με αναφορά στο σχεδιάγραμμα (τεκμήριο 7) όχι μόνο αναφέρεται στο σημείο Γ ως η θέση του Νίκου Μαρμαρά αλλά και ως προς το ότι το σημείο σύγκρουσης Χ1 είναι το σημείο XXXXX που υπέδειξε όχι μόνο ο ενάγων αλλά και ο XXXXX Μαρμαράς. 68 Βεβαίως το σημαντικό ερώτημα το οποίο προκύπτει αναφορικά με την γραπτή κατάθεση του XXXXX Μαρμαρά εφόσον τελικά δεν κατέθεσε ως μάρτυρας είναι το εξής. Ποιος είναι ο λόγος εξαιτίας του οποίου η γραπτή κατάθεση του XXXXX Μαρμαρά δεν λήφθηκε παρά μόνο περίπου 7 μήνες μετά και από το επίδικο τροχαίο ατύχημα; Υπάρχει και σχετική μαρτυρία αναφορικά με αυτό το ερώτημα δίχως όμως το ερώτημα αυτό όντως να απαντάται ικανοποιητικά ή ουσιαστικά πειστικά. 69 Αξίζει να σημειωθεί επίσης το εξής. Παρά και το γεγονός πως είχε προηγηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου συζήτηση μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων ως προς την πιθανότητα να είχε κατατεθεί ως τεκμήριο πιστοποιητικό θανάτου του XXXXX Μαρμαρά αυτό δεν έγινε. Μάλιστα ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης δήλωσε στις 28/1/2016 πως είχε εισηγηθεί πως σε περίπτωση παρουσίασης πιστοποιητικού θανάτου από το ληξιαρχείο του κατ΄ ισχυρισμό αυτόπτη μάρτυρα τότε θα το αποδεχόταν ως τεκμήριο δίχως να χρειαστεί η προσκόμιση οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας. Επιπλέον, κατά την επόμενη ημερομηνία ορισμού της αγωγής στις 12/2/2016 δηλώθηκε πως απέμενε μόνο ένας μάρτυρας προς ολοκλήρωση της παρουσίασης της υπόθεσης του ενάγοντα ενώ θα κατατίθετο επίσης και το πρωτότυπο του πιστοποιητικού θανάτου του XXXXX Μαρμαρά. Δίχως όμως τελικά αυτό να είχε συμβεί όταν ο ενάγων έκλεισε την υπόθεση του στις 28/6/
  2. Δηλαδή, ουσιαστικά δεν έχει καν παρουσιαστεί μαρτυρία ως προς το ότι το συγκεκριμένο άτομο έχει αποβιώσει και ότι αυτός ήταν και ο λόγος βάσει του οποίου δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου. Βεβαίως εντός του φακέλου της αγωγής υπάρχει επίδοση σχετικής κλήσης προς την σύζυγο του ενώ στο πρακτικό αναφέρονται και προβλήματα υγείας τα οποία θα εμπόδιζαν το συγκεκριμένο άτομο από το να καταθέσει προφορικά εξαιτίας προβλήματος υγείας με τις φωνητικές του χορδές και πως παρά και την ύπαρξη αυτού του προβλήματος εντούτοις θα μεριμνούσε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα ως προς την εξεύρεση νομικά αποδεκτού τρόπου προφορικής κατάθεσης του συγκεκριμένου ατόμου. Ανεξάρτητα και από την μη απόδειξη με οποιαδήποτε μαρτυρία του γεγονότος πως ο XXXXX Μαρμαράς όντως είχε αποβιώσει σημασία βεβαίως στο τέλος έχει το γεγονός πως το συγκεκριμένο άτομο δεν κατέθεσε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Έστω και εάν βεβαίως αυτό το οποίο θα εξυπηρετούσε η κατάθεση του πιστοποιητικού θανάτου του συγκεκριμένου ατόμου θα επιβεβαίωνε αδιαμφισβήτητα τον λόγο για τον οποίο τελικά δεν κατέθεσε ως μάρτυρας. 70 Διατηρώντας υπόψη αυτό το δεδομένο και επιστρέφοντας και στο ερώτημα το οποίο τίθεται πιο πάνω. Ποιος είναι ο λόγος εξαιτίας του οποίου η γραπτή κατάθεση του XXXXX Μαρμαρά δεν λήφθηκε παρά μόνο περίπου 7 μήνες μετά και από το επίδικο τροχαίο ατύχημα; Βεβαίως σχετικό ερώτημα επί του ιδίου θέματος είναι και το εξής. Γιατί δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικό στον Μ. Ε. 2 ο XXXXX Μαρμαράς, εάν βεβαίως όντως ήταν παρών κατά την επίδικη σύγκρουση, όταν ο εξεταστής ακολούθως βρισκόταν στο χώρο του επίδικου ατυχήματος; Εάν βεβαίως ήταν παρών στο χώρο του επίδικου τροχαίου ατυχήματος όταν ο Μ. Ε. 2 είχε ερωτήσει τους παρευρισκόμενους κατά πόσο οποιοσδήποτε είχε δει το επίδικο ατύχημα. Συγκεκριμένα, κατά την αντεξέταση του από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου, ο Μ. Ε. 2 ερωτήθηκε εάν σύμφωνα με τις οδηγίες από την Αστυνομία καταγράφεται κατά την επίσκεψη στη σκηνή του δυστυχήματος εάν είχε βρεθεί κάποιος που είδε το δυστύχημα. Η απάντηση του Μ. Ε. 2 ήταν ότι ρωτούν τους παρευρισκόμενους και αν κάποιος αναφέρει πως είδε το δυστύχημα τότε καταγράφουν τα στοιχεία του με σκοπό να του πάρουν κατάθεση. Αναφορικά με τη συγκεκριμένη περίπτωση όντως είχαν ερωτηθεί οι παρευρισκόμενοι και κανένας δεν απάντησε ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας. Βεβαίως δεν αποκλείεται ο XXXXX Μαρμαράς να μην ήταν παρών στη σκηνή του επίδικου ατυχήματος όταν ο εξεταστής είχε ερωτήσει αν κάποιος είχε δει το δυστύχημα. Παράλληλα εύλογα μπορεί να θεωρηθεί πως εάν όντως ο XXXXX Μαρμαράς ήταν αυτόπτης μάρτυρας δεν αποκλείεται να βρισκόταν παρών στο χώρο του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και όταν ήταν εκεί ο Μ. Ε.
  3. Εάν όντως ήταν, τότε γιατί δεν απάντησε ότι είχε δει το επίδικο τροχαίο ατύχημα; Ενδεχομένως να ήθελε να αποφύγει την ταλαιπωρία να δώσει κατάθεση είτε γραπτώς στην Αστυνομία είτε προφορικά στο Δικαστήριο. Βεβαίως όλες αυτές οι υποθέσεις του Δικαστηρίου δεν αποτελούν τίποτε περισσότερο από εικασίες. Αυτό το οποίο είναι βέβαιο είναι το εξής. Εύλογα προκαλείται προβληματισμός από το γεγονός ότι παρά και τον μεταγενέστερο ισχυρισμό του XXXXX Μαρμαρά ως προς το ότι είχε δει το επίδικο ατύχημα εντούτοις δεν XXXXX γραπτή κατάθεση παρά μόνο μετά και από την πάροδο ενός σχετικά μεγάλου χρονικού διαστήματος. Αναπόφευκτα αυτό το δεδομένο προκαλεί και αμφιβολία ως προς την αξιοπιστία του ισχυρισμού του ότι όντως ήταν αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου ατυχήματος. Ενώ η μαρτυρία ως προς το πως έγινε αντιληπτή η ύπαρξη αυτόπτη μάρτυρα δεν είναι ιδιαίτερα σαφής ή επαρκώς λεπτομερής έτσι ώστε να παρέχεται και η δυνατότητα ελέγχου της αξιοπιστίας της. Ουσιαστικά απλά ο Μ. Ε. 2 ανέφερε ότι μετά από δυο εβδομάδες του είχε αναφέρει σχετικά ο πατέρας του ενάγοντα την ύπαρξη του συγκεκριμένου μάρτυρα, δίδοντας του και τα στοιχεία του. 71 Βεβαίως οφείλει το Δικαστήριο να παρατηρήσει και το εξής. Με την ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγόμενου αναφορικά με την τακτική την οποία ακολουθούσε η Αστυνομία και την απάντηση του εξεταστή στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αρνητική αυτή απάντηση ως προς το κατά πόσο οποιοσδήποτε από τους παρευρισκόμενους είχε δει το δυστύχημα καλύπτει όχι μόνο την περίπτωση του XXXXX Μαρμαρά αλλά και αυτή του XXXXX Al Baba. Αναμφίβολα δηλαδή τα ίδια ερωτήματα τα οποία προκύπτουν σε σχέση με την «παράλειψη» του XXXXX Μαρμαρά να δώσει κατάθεση νωρίτερα προκύπτουν και στην περίπτωση του XXXXX Al Baba. Με σημαντική διαφορά βεβαίως στη δεύτερη περίπτωση ως προς την ύπαρξη κίνητρου του συγκεκριμένου ατόμου να δώσει μαρτυρία η οποία να βοηθούσε τον εναγόμενο καθώς ακόμη και από το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του προκύπτει μια φιλική αν όχι και συναδελφική σχέση μεταξύ τους παρά και το γεγονός πως ο ίδιος ο εναγόμενος στην γραπτή κατάθεση του (τεκμήριο 17) αναφέρει πως στο ξενοδοχείο ΑΚΤΙ από το οποίο θα παραλάμβανε το αυτοκίνητο ενοικίασης (δηλαδή το ενεχόμενο όχημα στο επίδικο τροχαίο ατύχημα) τον είχε πάρει ο φίλος του Housam ο οποίος δεν εργαζόταν στο πρατήριο αλλά είχε έλθει εκεί εκείνη την ημερομηνία για να τον βοηθήσει. Ισχυρίζεται επίσης ο εναγόμενος στη δική του γραπτή κατάθεση (τεκμήριο 17) πως όταν έγινε το δυστύχημα ο φίλος του Housam τον ακολουθούσε. Λογικά σε περίπτωση αξιολόγησης του περιεχομένου της γραπτής κατάθεσης του συγκεκριμένου ατόμου το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας η οποία θα μπορούσε να δοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία δεν μπορεί να μην λάβει υπόψη του το ενδεχόμενο ο XXXXX Al Baba να είχε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα. Επιπλέον ο XXXXX Al Baba ισχυρίζεται στη γραπτή κατάθεση του (τεκμήριο 19) πως έδωσε τα στοιχεία του στην Αστυνομία όταν δηλαδή αυτή έφθασε στη σκηνή του δυστυχήματος. Δίχως όμως αυτός ο ισχυρισμός να επιβεβαιώνεται από την απάντηση η οποία δόθηκε από τον Μ. Ε. 2 ως προς το κατά πόσο οποιοσδήποτε από τους παρευρισκόμενους είχε αναφέρει ότι είχε δει το δυστύχημα. Το οποίο σύμφωνα με την γραπτή κατάθεση του όμως το είχε όντως δει ο Al Baba. Επιπλέον ποιος ήταν και ο λόγος, εάν όντως ο XXXXX Al Baba, είχε δώσει τα στοιχεία του στην Αστυνομία, για τον οποίο δεν λήφθηκε κατάθεση και από τον ίδιο στις 10/3/2007 πριν ή μετά των ωρών 14:00 και 15:00 που είχε ληφθεί γραπτή κατάθεση και από τον εναγόμενο, εφόσον υπήρχε διαθέσιμη και διερμηνέας από τα Αραβικά στο Τμήμα Τροχαίας της Αστυνομίας; 72 Επιστρέφοντας όμως και πάλι στο θέμα του XXXXX Μαρμαρά και στο κατά πόσο θα ήταν ασφαλές για το Δικαστήριο να βασιστεί στη μαρτυρία αυτού του μάρτυρα έστω και με αξιολόγηση της σύμφωνα και με το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, όπως εισηγήθηκε σχετικά και ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα στην τελική αγόρευση του. Μάλιστα εύλογα ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα εισηγήθηκε πως το γεγονός ότι η κατάθεση του XXXXX Μαρμαρά εμπεριέχει και μαρτυρία εις βάρος του ενάγοντα, ότι δηλαδή οδηγούσε χωρίς φώτα, αποτελεί και στοιχείο βάσει του οποίου θα πρέπει να δοθεί βαρύτητα σε αυτή την μαρτυρία. Υπό την έννοια ότι εάν η πλευρά του ενάγοντα είχε επιστρατεύσει το συγκεκριμένο άτομο ως μάρτυρα τότε γιατί να αναφέρει τέτοιο ισχυρισμό εντός της κατάθεσης του. 73 Βεβαίως το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι υπάρχει και ένας επιπρόσθετος λόγος βάσει του οποίου θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ανεξάρτητη η μαρτυρία του XXXXX Μαρμαρά. Το γεγονός ότι δεν έχει συνδεθεί με οποιοδήποτε τρόπο είτε με τον ενάγοντα είτε με την οικογένεια του υπό οποιαδήποτε έννοια είτε φιλική είτε οικογενειακή ή μέσω οποιασδήποτε άλλης σχέσης η οποία να του παρείχε κίνητρο να κατασκευάσει τη μαρτυρία του έτσι ώστε να βοηθήσει τον ενάγοντα. Βεβαίως το ίδιο δεν ισχύει με τον XXXXX Al Baba. Η σχέση του οποίου με τον εναγόμενο, πέραν και από την κοινή χώρα καταγωγής τους, είναι δεδομένη τόσο βάσει του περιεχομένου της γραπτής κατάθεσης του ίδιου του εναγόμενου σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του XXXXX Al Baba ως προς τους λόγους για τους οποίους έτυχαν κατ΄ ισχυρισμό να οδηγούν ο καθένας με κατεύθυνση το αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος να προηγείται αυτού που οδηγούσε ο XXXXX Al Baba. Εντούτοις και ο ίδιος ο XXXXX Μαρμαράς δεν δίδει οποιαδήποτε εξήγηση στη γραπτή κατάθεση του γιατί καθυστέρησε τόσους μήνες να δώσει κατάθεση. Καθυστέρηση παρατηρείται βεβαίως και σε σχέση με τη λήψη της γραπτής κατάθεσης του XXXXX Al Baba όχι όμως στον ίδιο βαθμό καθώς αυτή δόθηκε 20 ημέρες μετά από το επίδικο τροχαίο ατύχημα στις 29/3/
  4. 74 Αναμφίβολα επί του συγκεκριμένου θέματος έχει προβληθεί και ισχυρισμός από τον Μ. Ε. 2 ως προς το ότι ο ίδιος περίπου δύο εβδομάδες μετά από το επίδικο τροχαίο ατύχημα είχε ενημερωθεί αναφορικά με την ύπαρξη αλλά και τα στοιχεία του συγκεκριμένου κατ΄ ισχυρισμό αυτόπτη μάρτυρα από τον πατέρα του ενάγοντα ενώ στη συνέχεια έδωσε κάποιους ισχυρισμούς ως προς τον λόγο για τον οποίο καθυστέρησε να λάβει γραπτή κατάθεση από τον XXXXX Μαρμαρά. Ότι δηλαδή του είχε τηλεφωνήσει αρκετές φορές αλλά λόγω της εργασίας του δεν μπορούσε να βρει χρόνο για να δώσει κατάθεση. Καμία μαρτυρία όμως δεν έχει προσφερθεί ως προς αυτή την εργασία του XXXXX Μαρμαρά και η οποία δεν του επέτρεπε να διαθέσει έστω λίγο χρόνο για να δώσει γραπτή κατάθεση προς τον Μ. Ε.
  5. Αξίζει να σημειωθεί πως η ίδια η λήψη της γραπτής κατάθεσης του δεν διήρκεσε πέραν από 25 λεπτά. Αναφέρεται βεβαίως επί της γραπτής κατάθεσης του πως το επάγγελμα του είναι επιχειρηματίας αλλά αυτό από μόνο του δεν δίδει μια σαφή εικόνα ως προς την κατ΄ ισχυρισμό έλλειψη χρόνου όχι μόνο για να δώσει γραπτή κατάθεση αλλά γιατί χρειάστηκε χρόνος περίπου 6 ½ μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία είχε ενημερωθεί ο Μ. Ε. 2 από τον πατέρα του ενάγοντα σε σχέση με την ύπαρξη του συγκεκριμένου αυτόπτη μάρτυρα έτσι ώστε εν τέλει να ληφθεί κατάθεση. Επίσης δεν προκύπτει με οποιοδήποτε τρόπο από την μαρτυρία του Μ. Ε. 2 πως ακριβώς ο πατέρας του ενάγοντα είχε εντοπίσει τον συγκεκριμένο κατ΄ ισχυρισμό αυτόπτη μάρτυρα. Ούτε και επιβεβαίωση της αναφοράς της μητέρας του ενάγοντα ως προς το ότι ο σύζυγος της είχε ενημερωθεί σχετικά στις Πρώτες Βοήθειες. Σημειωτέον βεβαίως και πάλι πως ο πατέρας του ενάγοντα δεν κατέθεσε προφορικά καθόλου και κατ΄ επέκταση ούτε και αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα. Ούτε και δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση γιατί κατά την ημερομηνία της εξέτασης του επίδικου τροχαίου ατυχήματος όταν ο Μ. Ε. 2 είχε ερωτήσει τους παρευρισκόμενους εάν κάποιος είχε δει το επίδικο ατύχημα εάν ο XXXXX Μαρμαράς ήταν παρών και κατά πόσο εάν όντως ήταν παρών ποιος ήταν ο λόγος που δεν ανταποκρίθηκε στην ερώτηση του Μ. Ε.
  6. 75 Επί του συγκεκριμένου θέματος, δηλαδή κατά πόσο ερωτήθηκαν οι παρευρισκόμενοι στη σκηνή του επίδικου ατυχήματος εάν κάποιος είχε δει το ατύχημα, αξίζει να σημειωθεί το εξής. Η σχετική ερώτηση προς τον Μ. Ε. 2 ήταν μια από τις πρώτες ερωτήσεις κατά την έναρξη της αντεξέτασης του από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου στις 9/6/
  7. Απαντώντας ο Μ. Ε. 2 ανέφερε ότι ερώτησε όσους παρευρισκόμενους ήταν εκεί και όταν στη συνέχεια ερωτήθηκε εάν απάντησε κανένας ότι ήταν παρών απάντησε μονολεκτικά με τη λέξη «όχι». Ουσιαστικά, για σκοπούς αντεξέτασης από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου το θέμα θα μπορούσε κάλλιστα να είχε λήξει με αυτή την πρώτη απάντηση. Παραδόξως όμως στη μεθεπόμενη δικάσιμο κατά την οποία εξακολουθούσε να αντεξετάζεται ο Μ. Ε. 2 από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου, κλήθηκε ο Μ. Ε. 2, αχρείαστα ουσιαστικά και μάλλον για σκοπούς υπενθύμισης παρά οτιδήποτε άλλο, εάν συμφωνούσε ότι την «προηγούμενη φορά» (κατ΄ ακρίβεια την δικάσιμο πριν την προηγούμενη) είχε πει ότι όταν πήγε στη σκηνή του ατυχήματος ρώτησε κατά πόσο είχε αυτόπτεις μάρτυρες και δεν παρουσιάστηκε κανένας. 76 Η απάντηση του Μ. Ε. 2 αναπάντεχα δημιούργησε νέα δεδομένα σε σχέση με τους προηγούμενους ισχυρισμούς του συγκεκριμένου μάρτυρα. Καθότι πλέον δημιουργήθηκε και κάποια αμφιβολία ως προς το κατά πόσο ο XXXXX Μαρμαράς είχε ακούσει την ερώτηση του και παρά το γεγονός αυτό δεν δήλωσε ότι ήταν παρών κατά το χρονικό σημείο της επίδικης σύγκρουσης. Συγκεκριμένα ο Μ. Ε. 2 απάντησε ως εξής. Συμφώνησε ότι ρώτησε τους παρευρισκόμενους προσθέτοντας όμως ότι «τώρα» δεν γνώριζε αν άκουσε ο «συγκεκριμένος» (εννοώντας προφανώς τον XXXXX Μαρμαρά) την ερώτηση του. Ερωτήθηκε τότε εάν είχε δει τον «συγκεκριμένο» στη σκηνή του ατυχήματος και απάντησε ως εξής. Ότι δεν τον είδε προσωπικά αλλά νόμιζε ότι φαίνεται στις φωτογραφίες προσθέτοντας μάλιστα ότι μετά που τον είδε και «τώρα» που τον έβλεπε στις φωτογραφίες φαινόταν εκεί. 77 Αναμφίβολα η απάντηση προκάλεσε κάποιο επίπεδο δικαιολογημένης αναταραχής στον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου ο οποίος ενώ είχε προηγουμένως εξασφαλίσει απάντηση ότι κανείς δεν είχε δηλώσει στη σκηνή του ατυχήματος ότι είχε δει το επίδικο τροχαίο ατύχημα πλέον βρισκόταν αντιμέτωπος με ισχυρισμό ο οποίος όχι μόνο τοποθετούσε τον XXXXX Μαρμαρά στη σκηνή του ατυχήματος αλλά στη συνέχεια με νέο ισχυρισμό δημιουργούσε και αμφιβολία ως προς το κατά πόσο όντως είχε ακούσει την ερώτηση του Μ. Ε. 2 όταν είχε ρωτήσει τους παρευρισκόμενους κατά πόσο κάποιος είχε δει το επίδικο τροχαίο ατύχημα. Διότι όταν στη συνέχεια ερωτήθηκε, ουσιαστικά και πάλι καλώντας τον να συμφωνήσει, ότι είχε ρωτήσει αλλά δεν παρουσιάστηκε οποιοσδήποτε. Τότε απάντησε ότι απλά δεν θυμόταν εάν τον είχε ρωτήσει τον ίδιο προσωπικά. Εύλογα βεβαίως ερωτήθηκε κατά πόσο ρωτούσε ένα-ένα τους παρευρισκόμενους ή κατά πόσο ρωτούσε γενικά. Τότε απάντησε πως υπήρχαν παρευρισκόμενοι «διάσπαρτοι», ρώτησε αν κάποιος είδε κάτι για το ατύχημα και δεν απάντησε κάποιος. 78 Όταν στη συνέχεια απάντησε ότι δεν θυμόταν αν όταν του πήρε κατάθεση τον ρώτησε που ήταν τόσο καιρό, τότε του υποβλήθηκε ότι δεν υπήρχε κανένας αυτόπτης μάρτυρας και ότι ο δήθεν αυτόπτης μάρτυρας είναι κατασκεύασμα, υποβολή η οποία αποσύρθηκε και αντικαταστάθηκε με απλή υποβολή ότι δεν υπήρχε κανένας αυτόπτης μάρτυρας. Εύλογα απάντησε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει και πως από τη στιγμή που του είχε δοθεί ένα όνομα που είχε δει πως έγινε το ατύχημα ήταν υποχρεωμένος να του πάρει κατάθεση. Συμφώνησε όμως στη συνέχεια πως είναι από τον πατέρα του ενάγοντα που είχε πάρει πληροφορίες ότι υπήρχε αυτόπτης μάρτυρας και ότι δεν ήλθε κοντά του κάποιος να του πει ότι είχε δει το ατύχημα και ήθελε να δώσει κατάθεση. Βεβαίως αξίζει να σημειωθεί πως αναφορικά με την ερώτηση κατά πόσο ερωτήθηκε ο XXXXX Μαρμαράς που ήταν τόσο καιρό, το σχετικό χρονικό πλαίσιο είναι αυτό των δύο εβδομάδων όταν είχε δοθεί η πληροφορία στον Μ. Ε. 2 από τον πατέρα του ενάγοντα και όχι αυτό των 7 μηνών περίπου μέχρι και την ημερομηνία λήψης της γραπτής κατάθεσης του XXXXX Μαρμαρά. 79 Όμως αξίζει πραγματικά να σημειωθεί το εξής παράδοξο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου σαφώς υπέβαλε στον Μ. Ε. 2 ως θέση ουσιαστικά του εναγόμενου ότι δεν υπήρχε κανένας αυτόπτης μάρτυρας. Αυτή η υποβολή δεν περιοριζόταν αποκλειστικά στον ισχυρισμό ως προς την ύπαρξη του XXXXX Μαρμαρά ως αυτόπτη μάρτυρα αλλά γενικά ως προς την ύπαρξη οποιουδήποτε αυτόπτη μάρτυρα. Πολύ απλά ότι δεν υπήρχε κανένας αυτόπτης μάρτυρας, γενικά δηλαδή ο οποιοσδήποτε αυτόπτης μάρτυρας. Σημασία έχει επίσης και το γεγονός πως ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης υιοθέτησε την αντεξέταση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγόμενου εκτός των ερωτήσεων και υποβολών οι οποίες ήταν αντίθετες με τις δικογραφημένες θέσεις της εναγόμενης στην υπεράσπιση της εναντίον της απαίτησης του εναγόμενου ημερομηνίας 7/6/
  8. 80 Θέτοντας το όλο θέμα πολύ απλά ουσιαστικά τόσο ο εναγόμενος όσο και η εναγόμενη προέβαλαν ως θέση ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε αυτόπτης μάρτυρας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου το έπραξε αυτό σαφώς και ευθέως ενώ ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης το έπραξε μέσω της υιοθέτησης της αντεξέτασης του συναδέλφου του. Βεβαίως οι παρατηρήσεις αυτές του Δικαστηρίου δεν έχουν όση σημασία θα είχαν εάν κρινόταν ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να βασιστεί στην εξ ακοής μαρτυρία είτε του XXXXX Μαρμαρά είτε του XXXXX Al Baba ως αξιόπιστη. Αξίζει όμως να σημειωθούν ως μέρος της όλης αξιολόγησης της μαρτυρίας αναφορικά με την ύπαρξη αυτόπτη μάρτυρα του επίδικου ατυχήματος. 81 Τονίζεται παράλληλα πως το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει το γεγονός ότι ο Μ. Ε. 2 παρά και την ύπαρξη απάντησης του, σύμφωνα με την οποία δήλωσε πως κατέληξε στα δικά του συμπεράσματα προτού λάβει την γραπτή κατάθεση του XXXXX Μαρμαρά, εντούτοις όταν ερωτήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου, στις 15/6/2015, πως γνώριζε ότι ο ενάγων πλησιάζοντας το ΑΛΤ πήγαινε να σταματήσει - αφού αμέσως προηγουμένως είχε ερωτηθεί, αχρείαστα ουσιαστικά, εάν ο ίδιος ο Μ. Ε. 2 ήταν παρών, εννοώντας δηλαδή παρών εκείνη τη στιγμή αμέσως πριν από την επίδικη σύγκρουση - απάντησε ότι βασίστηκε και στη μαρτυρία του XXXXX Μαρμαρά παίρνοντας ως δεδομένο το τι είχε αναφέρει ο XXXXX Μαρμαράς στην γραπτή κατάθεση του. 82 Παράλληλα διευκρινίζεται πως το Δικαστήριο θεωρεί ότι αυτή η απάντηση δεν αναιρεί από μόνη της τη γενικότερη τοποθέτηση του Μ. Ε. 2 ως προς το πως κατέληξε στα συμπεράσματα του (βλ. σχετικά την παράγραφο 86 αυτής της απόφασης). Ουσιαστικά θα μπορούσε να θεωρηθεί, παρά και το γεγονός πως ο ίδιος ο Μ. Ε. 2 δεν το έθεσε έτσι - τουλάχιστον όχι στο συγκεκριμένο σημείο της προφορικής κατάθεσης του αν και το είχε θέσει σε άλλο σημείο - ότι και οι ισχυρισμοί του κατ΄ ισχυρισμό αυτόπτη μάρτυρα επιβεβαίωναν την εκδοχή του ενάγοντα. 83 Διευκρινίζεται πως το Δικαστήριο πραγματικά δεν έχει εντοπίσει οποιοδήποτε λόγο έτσι ώστε να κρίνει τον Μ. Ε. 2 ως αναξιόπιστο αναφορικά με τους ισχυρισμούς του ως προς τις δικές του ενέργειες. Παράλληλα όμως θεωρείται εντελώς αδικαιολόγητο να υπήρχε στη διάθεση του ένας έστω κατ΄ ισχυρισμό αυτόπτης μάρτυρας και να μην είχε καταβάλει περισσότερες προσπάθειες έτσι ώστε να είχε λάβει νωρίτερα γραπτή κατάθεση από το συγκεκριμένο άτομο. Επίσης υπενθυμίζεται και πάλι πως εντός της γραπτής κατάθεσης του XXXXX Μαρμαρά δεν δίδεται οποιαδήποτε δικαιολογία γιατί ο ίδιος δεν είχε ανταποκριθεί νωρίτερα έτσι ώστε ο ίδιος να είχε ενημερώσει είτε τον Μ. Ε. 2 είτε οποιοδήποτε άλλο αστυνομικό παρών στη σκηνή του επίδικου τροχαίου ατυχήματος, είτε κατά την ημερομηνία της αρχικής εξέτασης της σκηνής του επίδικου ατυχήματος είτε αργότερα ως προς τη δυνατότητα να είχε δώσει κατάθεση. Ιδιαίτερα δε λαμβάνοντας υπόψη τη σημαντικότητα της μαρτυρίας του ως κατ΄ ισχυρισμό αυτόπτης μάρτυρας τόσο πριν όσο και κατά την επίδικη σύγκρουση. Επιπλέον βεβαίως ούτε και δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση εντός της γραπτής κατάθεσης του αναφορικά με το πως ο πατέρας του ενάγοντα τον είχε εντοπίσει. Έστω και αν αναφορικά με αυτό το θέμα ο Μ. Ε. 2 αναφέρθηκε σε ενδεχόμενο σχετικής σημείωσης εντός του ημερολογίου ενεργείας του φακέλου, ο φάκελος αυτός είχε καταστραφεί ενώ η αναφορά του Μ. Ε. 2 δεν αποτελεί οτιδήποτε περισσότερο από μια εικασία. Αναζήτησε δηλαδή ο πατέρας του την ύπαρξη οποιουδήποτε αυτόπτη μάρτυρα; Ενημερώθηκε από οποιονδήποτε άλλο; Τελικά πως ενημέρωσε τον Μ. Ε. 2 και τι του είχε αναφέρει ακριβώς; Τα ερωτήματα τα οποία προκύπτουν αναφορικά με την «εμφάνιση» του XXXXX Μαρμαρά ως αυτόπτη μάρτυρα είναι αρκετά και παραμένουν αναπάντητα παρά και το σύνολο της μαρτυρίας την οποία ο ενάγων παρουσίασε επί του συγκεκριμένου θέματος. 84 Τονίζεται πως η επιλογή του Δικαστηρίου τελικά να μην βασιστεί στη μαρτυρία η οποία εμπεριέχεται εντός της γραπτής κατάθεσης του XXXXX Μαρμαρά δεν αντανακλά με οποιοδήποτε αρνητικό τρόπο στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας του Μ. Ε.
  9. Ανεξάρτητα και από το γεγονός ότι θα αναμενόταν υπό τις περιστάσεις όχι μόνο να είχε δοθεί προτεραιότητα ως προς την εξασφάλιση της γραπτής κατάθεσης του XXXXX Μαρμαρά αλλά παράλληλα, κατά τη λήψη της, να είχαν υποβληθεί και ερωτήσεις στον XXXXX Μαρμαρά ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν ενημέρωσε σχετικά τον Μ. Ε. 2 είτε κατά την ημερομηνία της αρχικής εξέτασης της σκηνής του επίδικου τροχαίου ατυχήματος είτε αργότερα. Ως επίσης και ερωτήσεις αναφορικά με το πως η ύπαρξη του ως αυτόπτης μάρτυρας είχε προκύψει από τις ενέργειες προφανώς του πατέρα του ενάγοντα. 85 Συνεπώς, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη στο σύνολο τους όλους τους σχετικούς παράγοντες κρίνει ότι δεν θα ήταν δίκαιο προς τον κάθε διάδικο ο οποίος στερήθηκε της δυνατότητας αντεξέτασης είτε του XXXXX Μαρμαρά είτε του XXXXX Al Baba όπως η μαρτυρία η οποία εμπεριέχεται στις γραπτές καταθέσεις αυτών των προσώπων κριθεί αξιόπιστη σύμφωνα και με την αξιολόγηση της ως εξ ακοής μαρτυρία. Ουσιαστικά τόσο η έλλειψη αρκετών εξηγήσεων ως προς το πως προέκυψε η ύπαρξη της μαρτυρίας του XXXXX Μαρμαρά όσο και η καθυστέρηση η οποία παρατηρείται ως προς τη λήψη της γραπτής κατάθεσης του XXXXX Μαρμαρά προσμετρά εις βάρος της αποδοχής της μαρτυρίας αυτής ως αξιόπιστης. Παρά και την ύπαρξη παραγόντων οι οποίοι προσμετρούν προς στοιχειοθέτηση κάποιας αντικειμενικότητας του συγκεκριμένου ατόμου. Σε σχέση δηλαδή με την αναφορά της απουσίας φωτισμού στην μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο ενάγων και την μη παρουσίασης οποιασδήποτε μαρτυρίας η οποία να συνδέει τον XXXXX Μαρμαρά με τον ενάγοντα ή την οικογένεια του έτσι ώστε να είχε οποιοδήποτε κίνητρο να κατασκευάσει τη μαρτυρία του. Ενώ σε σχέση με τον XXXXX Al Baba παρά και την κατά πολύ λιγότερη καθυστέρηση στη λήψη της δικής του γραπτής κατάθεσης εντούτοις το Δικαστήριο θεωρεί πως ούτε και αυτή η μαρτυρία θα μπορούσε να κριθεί ως αξιόπιστη έχοντας υπόψη την ύπαρξη τουλάχιστον φιλικής σχέσης με τον εναγόμενο η οποία θα μπορούσε να αποτελούσε κίνητρο για το συγκεκριμένο άτομο έτσι ώστε να κατασκευάσει τη μαρτυρία του προς όφελος του εναγόμενου. Ιδιαίτερη σημασία βεβαίως έχει και η αναντίλεκτη δήλωση του Μ. Ε. 2 ως προς το ότι αν και είχε ρωτήσει τους παρευρισκόμενους κανένας δεν απάντησε ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας. Μάλιστα λογικά θα ανέμενε το Δικαστήριο ο XXXXX Al Baba να είχε παραμείνει στη σκηνή του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και να αναφερόταν και στο γεγονός ότι ακολουθούσε το αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος με υπόδειξη μάλιστα του αυτοκινήτου το οποίο ο ίδιος οδηγούσε. Δεν αποκλείεται να υπήρχε κάποιος άλλος λόγος βάσει του οποίου να ήθελε να αποφύγει να αναφέρει πως βοηθούσε τον εναγόμενο δίχως ο ίδιος να εργάζεται στο πρατήριο όμως και πάλι δεν υπάρχει μαρτυρία επί του προκειμένου και η οποία να προέρχεται από τον ίδιο. Εξήγηση θα μπορούσε να είχε δώσει εάν είχε καταθέσει προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως βεβαίως και ο XXXXX Μαρμαράς εάν κατέθετε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου θα μπορούσε να είχε δώσει εξήγηση γιατί προηγήθηκε καθυστέρηση 7 μηνών περίπου προτού δώσει τη γραπτή κατάθεση του. Όπως και να έχει η άγνωστη πραγματικότητα αναφορικά με τα όσα αναφέρονται πιο πάνω το Δικαστήριο κρίνει πως δεν θα ήταν ούτε δίκαιο η μαρτυρία αυτή να ληφθεί υπόψη ως αξιόπιστη μαρτυρία αλλά ούτε και θα αποτελούσε σταθερή βάση η μαρτυρία των δύο αυτών ατόμων επί της οποίας να οδηγηθεί σε ασφαλή συμπεράσματα αναφορικά με το επίδικο θέμα της ευθύνης σε αυτή την αγωγή. Ουσιαστικά η μαρτυρία αυτή δεν εμπνέει το Δικαστήριο με εμπιστοσύνη για τους λόγους οι οποίοι αναφέρονται πιο πάνω. Ιδιαίτερη σημασία και πάλι τονίζεται πως έχει και η απουσία της δυνατότητας αντεξέτασης των συγκεκριμένων ατόμων. Συνεπώς η μαρτυρία αυτή δεν γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη. 86 Αξίζει βεβαίως να σημειωθεί πως ο Μ. Ε. 2, στις 9/6/2015, κατά την αντεξέταση του από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου, παραδεχόμενος ότι έλαβε τον Οκτώβρη του 2007 την γραπτή κατάθεση του κατ΄ ισχυρισμό αυτόπτη μάρτυρα, διευκρινίζοντας όμως ότι δεν είχε αναφέρει σε προηγούμενη απάντηση του (προς το τέλος της κύριας εξέτασης του) ότι βασίστηκε πάνω στη μαρτυρία του αυτόπτη μάρτυρα για να κατηγορήσει τον εναγόμενο. Ο οποίος βεβαίως κατηγορήθηκε γραπτώς στις 28/6/2007 (τεκμήριο 15). Αντιθέτως ισχυρίστηκε ότι βασίστηκε στα ευρήματα από τη σκηνή του επίδικου ατυχήματος για να κατηγορήσει τον εναγόμενο γραπτώς στις 28/6/2007 ενώ η κατάθεση του XXXXX Μαρμαρά λήφθηκε στις 16/10/
  10. Απλά πρόσθεσε πως η γραπτή κατάθεση του XXXXX Μαρμαρά επιβεβαίωσε την εκδοχή του ενάγοντα. Διευκρίνισε δηλαδή πως υπήρχε λανθασμένη εντύπωση από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου ως προς το ότι είχε πει ότι βασίστηκε πάνω στη μαρτυρία του αυτόπτη μάρτυρα έτσι ώστε να κατηγορήσει τον εναγόμενο. Βεβαίως σε κάποιο βαθμό η απάντηση αυτή αναιρέθηκε, τουλάχιστον μερικώς, με την απάντηση την οποία έδωσε στην αμέσως επόμενη δικάσιμο στις 15/6/2015 (βλ. σχετικά την παράγραφο 81 αυτής της απόφασης). Αναδεικνύεται ουσιαστικά μια μερική αντίφαση στη μαρτυρία του Μ. Ε.
  11. Όμως πραγματικά διατηρώντας υπόψη την απάντηση η οποία δόθηκε στις 9/6/2015 (καταγραμμένη στο πρακτικό του Δικαστηρίου από την στενογράφο αμέσως πριν από την αλλαγή της από στενοτυπίστρια) και η οποία αναφέρεται πιο πάνω στην πρώτη πρόταση αυτής της παραγράφου, αυτή η μερική αντίφαση δεν διαπιστώνεται να έχει ιδιαίτερη σημασία. Όσο βεβαίως και να έρχεται σε αντίθεση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο βάσει της οποίας το ίδιο το Δικαστήριο δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη του την εξ ακοής μαρτυρία του XXXXX Μαρμαρά ως αξιόπιστη μαρτυρία. Η απάντηση αυτή δόθηκε σε σχέση με το εξής ερώτημα. Κατά πόσο η εκδοχή του ενάγοντα υποστηριζόταν από κάποια ευρήματα τα οποία είχε βρει στη σκηνή του ατυχήματος. Η απάντηση του παρατίθεται πιο κάτω (βλ. σχετικά την παράγραφο 89 αυτής της απόφασης). 87 Αναφορικά με τη μαρτυρία του Μ. Ε. 2 διαπιστώνεται πως παρά την μακρά και επίμονη αντεξέταση του ο συγκεκριμένος μάρτυρας απαντούσε με τρόπο μετρημένο και σταθερό δίχως σε οποιοδήποτε σημείο της προφορικής κατάθεσης του να χάνει είτε την υπομονή του είτε την αυτοσυγκράτηση του. Κύριο χαρακτηριστικό της προφορικής κατάθεσης του ήταν η κοινή λογική βασισμένη βεβαίως στη μακρόχρονη του πείρα ως εξεταστής τροχαίων ατυχημάτων. Σε καμία περίπτωση δεν διαπίστωσε το Δικαστήριο κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του αλλά ούτε και μετά από την ολοκλήρωση τόσο αυτής όσο και της υπόλοιπης μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε κατά την εκδίκαση της αγωγής πως ο μάρτυρας αυτός προσπαθούσε να εξυπηρετήσει οποιοδήποτε από τους διάδικους ιδιαίτερα δε τον ενάγοντα. Καθώς κατά την αντεξέταση του βρέθηκε αντιμέτωπος και με καταλογισμό αυτής της κατ΄ ισχυρισμό προκατάληψης. 88 Καταλογίστηκαν επίσης και διάφορες κατ΄ ισχυρισμό παραλείψεις του συγκεκριμένου μάρτυρα ως εξεταστή κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του. Πραγματικά εκτός από ορισμένα σημεία αναφορικά με τα οποία το Δικαστήριο θα ανέμενε περισσότερη μέριμνα εκ μέρους του Μ. Ε. 2, όπως παραδείγματος χάριν η λήψη της κατάθεσης του Μαρμαρά νωρίτερα από όταν αυτή λήφθηκε, δεν διαπιστώνεται πως είναι δυνατό να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε συμπέρασμα ότι ο μάρτυρας αυτός υπήρξε με οποιοδήποτε τρόπο απρόσεχτος ή ακόμη και αμελής στην αναμενόμενη εκτέλεση των καθηκόντων του πόσο μάλλον και προκατειλημμένος. Παράδειγμα παράλειψης όχι υπό την έννοια της παράλειψης εκτέλεσης καθήκοντος αλλά υπό την έννοια της καθυστέρησης στην εκτέλεση καθήκοντος το οποίο όμως εν τέλει διεκπεραιώθηκε και το οποίο ήδη το Δικαστήριο έχει παρατηρήσει πιο πάνω είναι η καθυστέρηση η οποία διαπιστώθηκε ως προς τη λήψη της γραπτής κατάθεσης του XXXXX Μαρμαρά (βλ. σχετικά την παράγραφο 84 αυτής της απόφασης). 89 Προς το τέλος της κύριας εξέτασης του, στις 9/6/2015 ο Μ. Ε. 2, έδωσε ουσιαστικά τον πυρήνα της δικής του άποψης ως προς την εκδοχή του ενάγοντα. Δικαιωματικά εκφράζοντας αυτή ως εμπειρογνώμονας βάσει και της μακρόχρονης του εμπειρίας ως εξεταστής τροχαίων ατυχημάτων και σχετικής εκπαίδευσης. Περιγράφοντας τα ευρήματα του από την σκηνή του ατυχήματος ως εξής. Αναφερόμενος στην τελική θέση των δύο οχημάτων σε σχέση με τα σημεία σύγκρουσης τα οποία είχαν υποδείξει οι δύο ενεχόμενοι οδηγοί σε συνδυασμό με τις ζημιές τις οποίες είχαν υποστεί τα δύο ενεχόμενα οχήματα. Εξέφρασε την εξής άποψη. Ότι το σημείο σύγκρουσης το οποίο υπέδειξε ο ενάγων είναι πιο ορθό καθότι η ορμή που είχε το αυτοκίνητο σε σχέση με την μοτοσυκλέτα είναι πολύ μεγαλύτερη. Διευκρίνισε σε αυτό το σημείο πως η αναφορά του σε «ορμή» γινόταν υπό την έννοια του βάρους του οχήματος επί της ταχύτητας του. Πρόσθεσε πως δεν θα ανέμενε με τόση διαφορά ορμής να είχε συμβεί η σύγκρουση στο σημείο σύγκρουσης που είχε υποδείξει ο εναγόμενος και η μοτοσυκλέτα να κατέληγε μόλις ένα-δυο μέτρα απόσταση από αυτό το σημείο σύγκρουσης. Συνεπώς, όπως κατέληξε, το πιθανότερο ήταν η σύγκρουση να είχε γίνει στο σημείο σύγκρουσης που είχε υποδείξει ο ενάγων και η μοτοσυκλέτα να είχε εκτιναχθεί στο σημείο που είχε βρεθεί, στην τελική της θέση δηλαδή. Πρόσθεσε πως έχοντας υπόψη και το γεγονός πως η μοτοσυκλέτα είχε χτυπηθεί από το αυτοκίνητο από τα αριστερά προς τα δεξιά σύμφωνα με την κατεύθυνση της πως και αυτό δικαιολογεί την τελική της θέση στο σημείο όπου είχε βρεθεί. 90 Εκ πρώτης όψεως η αρχική τοποθέτηση του Μ. Ε. 2 επί του συγκεκριμένου θέματος δημιουργεί την εντύπωση υπεραπλούστευσης ως προς τον τρόπο βασικά με τον οποίο ο ίδιος κατέληγε σε συμφωνία με την εκδοχή του ενάγοντα ως προς το σημείο σύγκρουσης. Βεβαίως ο τρόπος αυτός δοκιμάστηκε κατά την αντεξέταση την οποία υπέστη στη συνέχεια ο Μ. Ε.
  12. Επιπλέον ο τρόπος αυτός όσο και να εφαρμόζεται από ένα άτομο με μακρόχρονη πείρα στην πραγματική και όχι θεωρητική εξέταση τροχαίων ατυχημάτων βασίζεται επίσης και στην απλή κοινή λογική και ως εκ τούτου καθίσταται ιδιαίτερα πειστικός ως προς την εφαρμογή του. 91 Διευκρινίζεται το εξής. Το Δικαστήριο αποδέχεται το σκεπτικό του Μ. Ε. 2 επί του συγκεκριμένου θέματος όχι για τον λόγο και μόνο ότι αυτή ήταν η τοποθέτηση του μάρτυρα. Ούτε και περιορίζεται σε απλή αποδοχή του συμπεράσματος του αλλά οδηγείται σε τέτοια αποδοχή αξιολογώντας πρώτα τον τρόπο με τον οποίο καταλήγει στο συμπέρασμα του έτσι ώστε και το Δικαστήριο να καταλήξει στο δικό του συμπέρασμα ως προς τη βασιμότητα αυτού του σκεπτικού. 92 Κρίνεται λογικό δηλαδή ως αποτέλεσμα της επίδικης σύγκρουσης η μοτοσυκλέτα όχι μόνο ως ένα αρκετά μικρότερο αλλά και κατά πολύ ελαφρύτερο όχημα να είχε αρχικά μεταφερθεί για ένα μικρό χρονικό διάστημα και μετά να είχε όχι ακριβώς εκτιναχθεί υπό την έννοια να είχε τιναχτεί μακριά με ορμή αλλά σίγουρα να είχε πεταχτεί ή ουσιαστικά απωθηθεί σε κάποια απόσταση από το σημείο σύγκρουσης. Λογικά δηλαδή θα αναμενόταν ένας βαθμός απομάκρυνσης της μοτοσυκλέτας ως το ελαφρύτερο όχημα από το σημείο σύγκρουσης των δύο ενεχομένων οχημάτων και όχι η ομαλή ουσιαστικά προσγείωση της σε μια ελάχιστη απόσταση 1 έως 2 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης το οποίο υπέδειξε ο εναγόμενος. 93 Πραγματικά επί του συγκεκριμένου θέματος η όλη προσπάθεια του XXXXX Σαμπαζιώτη, ο οποίος κατέθεσε ως Μ. Υ. 7, να υποστηρίξει τη βασιμότητα του σημείου σύγκρουσης το οποίο υπέδειξε ο εναγόμενος κάθε άλλο παρά πείθει το Δικαστήριο ως λογική. Βεβαίως η έλλειψη πειστικότητας αυτού του μέρους της μαρτυρίας του Μ. Υ. 7 προκύπτει και από τη γενικότερη αξιολόγηση όχι απλώς της πειστικότητας του συγκεκριμένου μάρτυρα ως εμπειρογνώμονα αλλά ακόμη και της ίδιας της αξιοπιστίας του ως μάρτυρας. 94 Συνήθως σε περιπτώσεις αξιολόγησης μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων το Δικαστήριο, βάσει και της δικής του πείρας από την εκδίκαση υποθέσεων, δεν κρίνει απαραίτητο να υπεισέρχεται σε θέματα αξιοπιστίας του ίδιου του εμπειρογνώμονα ως μάρτυρα. Αυτό το οποίο κυρίως αν όχι και αποκλειστικά εξετάζεται σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η βασιμότητα της μαρτυρίας του μάρτυρα ο οποίος κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας, συνήθως και πάλι, σε σύγκριση με τη μαρτυρία άλλου εμπειρογνώμονα μάρτυρα ο οποίος να έχει παρουσιαστεί ως μάρτυρας από την αντίδικη πλευρά. 95 Στην περίπτωση όμως του Μ. Υ. 7 αυτό το οποίο διαπιστώνεται, πέραν και από τη μη βασιμότητα της μαρτυρίας του στο βαθμό στον οποίο αυτή εντάσσεται εντός του αντικειμένου της εμπειρογνωμοσύνης του, είναι πως ακόμη και να ιδωθεί απλά ως μάρτυρας ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν πείθει καν το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του ιδίου ως μάρτυρας. 96 Ουσιαστικά ο Μ. Υ. 7 για τους λόγους που αναφέρονται αναλυτικά πιο κάτω όχι μόνο δεν πείθει το Δικαστήριο ως προς τη βασιμότητα της μαρτυρίας του υπό την έννοια της μαρτυρίας γνώμης η οποία να προέρχεται υπό την ιδιότητα του ως εμπειρογνώμονας αλλά επιπλέον ούτε και εμπνέει ο συγκεκριμένος μάρτυρας το Δικαστήριο με εμπιστοσύνη ως προς την ίδια την απλή αξιοπιστία του ως μάρτυρας ο οποίος να επικεντρώνεται στην ειλικρινή παρουσίαση της πραγματικότητας η οποία τον οδήγησε στο να καταλήξει στις δικές του διαπιστώσεις υπό την ιδιότητα του ως εμπειρογνώμονας. 97 Αναμφίβολα, σύμφωνα και με τη νομολογία μας, η «.αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα διέπεται από τους ίδιους κανόνες που καλύπτουν την αξιολόγηση οποιουδήποτε άλλου μάρτυρα, παρόλο που λόγω της φύσης της μαρτυρίας τους η συμπεριφορά τους στο εδώλιο δεν έχει τόση σημασία για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας τους» (βλ. σχετικά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση Αριθμός 199/2014, ημερομηνίας 25/5/2018 μεταξύ Genzyme Corporation v. Kayat Trading Limited). Όμως πραγματικά στην περίπτωση του Μ. Υ. 7 η συμπεριφορά του στο εδώλιο αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε σχέση με την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του και ως μάρτυρας. 98 Προτού αναφερθεί όμως το Δικαστήριο με περισσότερη λεπτομέρεια στην μαρτυρία του Μ. Υ. 7 κρίνεται ορθότερο, προς όσο το δυνατό καλύτερη αιτιολόγηση αυτής της απόφασης, η αναφορά στη συνέχεια και στον τρόπο με τον οποίο η άποψη του Μ. Ε. 2 ως προς την αποδοχή της εκδοχής του ενάγοντα αναφορικά με τον καθορισμό του σημείου σύγκρουσης δοκιμάστηκε κατά την αντεξέταση του. Έτσι ώστε να αιτιολογείται και η συμφωνία του Δικαστηρίου με το όλο σκεπτικό του Μ. Ε. 2 επί του συγκεκριμένου θέματος. 99 Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει την αμφισβήτηση ορισμένων μετρήσεων επί του πρόχειρου σχεδίου ή την μεταφορά αυτών στο συμμετρικό σχέδιο κατά την αντεξέταση του Μ. Ε. 2 από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου ή την εισήγηση ως προς την ύπαρξη παραδρομών στον τρόπο με τον οποίο είτε καταγράφηκαν οι σχετικές μετρήσεις ή ακόμη αναφορικά με την ακριβή ή ορθή μεταφορά τους από το πρόχειρο σχέδιο στο συμμετρικό σχέδιο. Όμως πραγματικά δεν διαπιστώνεται πως δεν δόθηκαν επαρκείς και πειστικές εξηγήσεις από τον Μ. Ε. 2 αναφορικά με αυτό το θέμα. Σημασία στο τέλος δεν έχει τόσο η οποιαδήποτε διαφορά ή ακόμη και λανθασμένη μεταφορά από το πρόχειρο σχέδιο προς το συμμετρικό σχέδιο αλλά ο τρόπος με τον οποίο ο Μ. Ε. 2 υποστήριξε κατά τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του τις οποιεσδήποτε μετρήσεις ο ίδιος θεώρησε πως αντικατόπτριζαν ορθά τις αποστάσεις τις οποίες είχε σημειώσει. Παραδείγματος χάριν, το ερώτημα το οποίο προέκυψε κατά πόσο συγκεκριμένη απόσταση η οποία σημειώθηκε ήταν 0.30 ή 0.
  13. Ούτε και σημασία έχει με το κατά πόσο συμφώνησε ο εναγόμενος όταν υπέγραφε το πρόχειρο σχέδιο καθότι αυτή η απόσταση είχε σημειωθεί σε μεταγενέστερο χρόνο, δηλαδή μετά και από την υπόδειξη του σημείου σύγκρουσης από τον ενάγοντα. 100 Επιπλέον, παρατηρείται και το εξής. Η γενικότερη αμφισβήτηση της αξιοπιστίας ή των ικανοτήτων του Μ. Ε. 2 ως εξεταστή τροχαίων ατυχημάτων ή συγκεκριμένα και ως προς την ετοιμασία είτε του πρόχειρου σχεδίου είτε του συμμετρικού σχεδίου από αμφότερους τους ευπαίδευτους συνήγορους των εναγόμενων αναμφίβολα στόχο είχε και την αμφισβήτηση της βασιμότητας του σημείου σύγκρουσης το οποίο είχε υποδείξει ο ενάγων και με την οποία υπόδειξη συμφώνησε και ο Μ. Ε.
  14. Παράλληλα όμως ουσιαστικά παραγνωρίζεται και το γεγονός πως στο σύνολο της η πραγματική μαρτυρία αναφορικά με το επίδικο τροχαίο ατύχημα προέρχεται από τις ενέργειες του συγκεκριμένου μάρτυρα. Ασφαλώς το οποιοδήποτε μέρος αυτής θα μπορούσε να αμφισβητηθεί από τους ευπαίδευτους συνήγορους των εναγόμενων ή ακόμη και να μην γίνει δεκτό από το Δικαστήριο ως βάσιμο για λόγους βεβαίως τους οποίους στη συνέχεια θα όφειλε να εξηγήσει το Δικαστήριο. Όμως αυτό το οποίο παρατηρείται είναι μια γενικότερη αμφισβήτηση της μαρτυρίας του Μ. Ε. 2 παρά και το γεγονός πως η βασική αιτία αμφισβήτησης είναι η διαφωνία αμφότερων των ευπαίδευτων συνηγόρων των εναγόμενων ως προς τον καθορισμό του σημείου σύγκρουσης. Παρά και την γενικότερη αυτή αμφισβήτηση παρατηρείται επίσης πως στη συνέχεια - επιλεκτικά ουσιαστικά - γίνεται χρήση αυτής της πραγματικής μαρτυρίας ή μέρη αυτής προς υποστήριξη της εκδοχής των εναγόμενων. Όπως, παραδείγματος χάριν, στη σελίδα 42 της "Τεχνικής Έκθεσης Ανάλυσης Τροχαίου Ατυχήματος" του Μ. Υ. 7 (τεκμήριο 94). 101 Επιστρέφοντας όμως στην αντεξέταση του Μ. Ε. 2, ο μάρτυρας αυτός επανέλαβε τη βασική του θέση με αναφορά και πάλι στη ζημιά την οποία είχε υποστεί η μοτοσυκλέτα με συγκεκριμενοποίηση αυτής στο μπροστινό της μέρος, πως δεν θα ανέμενε μετά από τέτοια σφοδρή σύγκρουση αυτή να είχε γίνει στο σημείο σύγκρουσης το οποίο είχε υποδείξει ο εναγόμενος και η μοτοσυκλέτα να είχε παραμείνει στο σημείο στην τελική θέση δηλαδή στην οποία βρέθηκε. Διευκρίνισε τη θέση του ως προς το ότι η επίδικη σύγκρουση έγινε εκεί όπου είχε δείξει ο ενάγων καθώς λόγω της επίδικης σύγκρουσης «υπό γωνία» η μοτοσυκλέτα εκτινάχθηκε ή μπορεί και να μεταφέρθηκε μερικώς και πάνω στο μπροστινό καπό του αυτοκινήτου επιδεικνύοντας και τη ζημιά στην φωτογραφία 8 του τεκμηρίου
  15. Καταλογίστηκε τότε στον Μ. Ε. 2 από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου πως άλλαζε την εκδοχή του καθώς προηγουμένως είχε αναφέρει ότι η μοτοσυκλέτα πετάχτηκε ενώ τώρα έλεγε ότι αυτή μεταφέρθηκε στην τελική της θέση. Διευκρίνισε τότε ο Μ. Ε. 2 πως δεν πρόκειται για αλλαγή της εκδοχής του αλλά πως σύμφωνα και με την πείρα του η μοτοσυκλέτα θα πρέπει να μεταφέρθηκε μέχρι κάποιο σημείο και μετά να εκτινάχθηκε στην τελική της θέση. 102 Αξίζει να σημειωθεί πως η θέση αυτή όχι μόνο δεν αντικρίζεται από το Δικαστήριο ως μια αντίφαση στην μαρτυρία του Μ. Ε. 2 ή ως η οποιαδήποτε αλλαγή στην εκδοχή του. Αντιθέτως αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως η εκδοχή του παραμένει σταθερά η ίδια. Ουσιαστικά αυτό το οποίο προσθέτει ο Μ. Ε. 2 δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια απλή διευκρίνιση της όλης εκδοχής του. Δηλαδή, όπως εύλογα γίνεται αντιληπτή η όλη εκδοχή του Μ. Ε. 2 επί του προκειμένου, η μοτοσυκλέτα κατά την αλλά και στιγμιαία μετά την επίδικη σύγκρουση της με το αυτοκίνητο ως το ελαφρύτερο αλλά και κατά πολύ μικρότερο όχημα από τα δύο ενεχόμενα στο επίδικο τροχαίο ατύχημα οχήματα μεταφέρθηκε για μια μικρή απόσταση από το αυτοκίνητο παραμένοντας στιγμιαία πάνω στο καπό του αυτοκινήτου, όπου είχε βρεθεί εξαιτίας της επίδικης σύγκρουσης προτού αυτή πολύ σύντομα απωθηθεί εξαιτίας και πάλι της διαφοράς τόσο στο βάρος όσο και στο μέγεθος μεταξύ των δύο ενεχομένων οχημάτων αλλά και της συνέχισης της κίνησης του αυτοκινήτου. Ακριβώς αυτός είναι και ο λόγος βάσει του οποίου το Δικαστήριο αποδέχεται ως λογική εξήγηση την απάντηση του Μ. Ε. 2 όταν ανέφερε πως δεν άλλαζε την εκδοχή του προσθέτοντας ότι από την πείρα του, η μοτοσυκλέτα θα πρέπει να μεταφέρθηκε ουσιαστικά μέχρι κάποιο σημείο και μετά να εκτινάχθηκε στην τελική της θέση. Ίσως και η χρήση της λέξης «εκτινάχθηκε» να μην είναι και η πιο κατάλληλη όμως το νόημα της όλης περιγραφής από τον Μ. Ε. 2, όπως αυτό γίνεται κατανοητό από το Δικαστήριο, είναι πως σε κάποιο σημείο το αυτοκίνητο, λόγω και της φόρας που είχε ενώ βρισκόταν σε κίνηση, πέταξε την μοτοσυκλέτα στο έδαφος. Αξίζει να αναφερθεί και η διαφωνία του Μ. Ε. 2 στις 15/6/2015 ως προς την υποβολή ότι είχε διαφοροποιήσει τη θέση του. Απάντησε συγκεκριμένα πως «.Ίσως στην πρώτη μέρα στην κυρίως εξέταση να μην το είπα ότι μεταφέρθηκε, αλλά πιστεύω ότι εννοείτε, είτε εκτινάχθηκε, είτε μεταφέρθηκε η ορμή είναι η ίδια, δεν αλλάσσει η ορμή σημαίνει ότι στο Χ1 εκμηδενίστηκε η ορμή της μοτοσυκλέτας και λόγω του ότι η ορμή του αυτοκινήτου ήταν πολύ μεγαλύτερη η μοτοσυκλέτα κατέληξε εκεί που βρέθηκε, εκεί που φαίνεται στο σχεδιάγραμμα». 103 Διατηρώντας υπόψη την τελική θέση του αυτοκινήτου είναι εμφανές πως ασφαλώς το αυτοκίνητο του εναγόμενου δεν παρέμεινε στάσιμο αλλά συνέχισε την πορεία του μέχρι που ακινητοποιήθηκε επί του πεζοδρομίου. Στην πορεία του μετά και από την επίδικη σύγκρουση μέχρι και την τελική του θέση αναμφίβολα σε κάποιο χρονικό σημείο βρισκόταν σε επαφή με την μοτοσυκλέτα. Άγνωστη βεβαίως η διάρκεια αυτής της επαφής όμως καθόλου παράλογο αλλά αντιθέτως πολύ λογικό διατηρώντας υπόψη ότι το αυτοκίνητο εξακολουθούσε να βρίσκεται σε κίνηση, αμέσως μετά από την επίδικη σύγκρουση η μοτοσυκλέτα στιγμιαία να είχε παραμείνει πάνω στο καπό του αυτοκινήτου προτού απωθηθεί ουσιαστικά και πεταχτεί από το καπό καταλήγοντας στην τελική της θέση. 104 Ούτε και προκαλεί οποιαδήποτε αμφιβολία στο Δικαστήριο η επικριτική υπενθύμιση από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης προς τον Μ. Ε. 2 ότι αναφέρθηκε σε «.μια ενδιαφέρουσα θεωρία για την μοτοσυκλέτα, ότι έγινε μεταφορά και μετά εκτινάχθηκε.» ενώ στη συνέχεια ερωτήθηκε με «.ποιόν κανόνα φυσικής ή μαθηματικών μπορεί να έγινε αυτό το πράγμα. Ενώ μεταφέρεται να εκτινάχθηκε;». Πραγματικά, με όλο το σεβασμό, το Δικαστήριο θεωρεί ως υπερβολική τη συγκεκριμένη αντιμετώπιση του Μ. Ε. 2 ο οποίος παρά και την εμπαικτική ουσιαστικά αντιμετώπιση του ως μάρτυρας, υπομονετικά και πάλι πολύ λογικά και με απλά λόγια, δίχως οποιαδήποτε αχρείαστη και επιδεικτική αναφορά σε φόρμουλα είτε φυσικής είτε μαθηματικών, εξήγησε πως από τις ζημιές που είχε το αυτοκίνητο φαινόταν ότι η μοτοσυκλέτα σε κάποια φάση είχε ανεβεί πάνω στο μπροστινό καπό του αυτοκινήτου και πως ήταν λογικό να την είχε μεταφέρει μέχρι κάποιο σημείο το αυτοκίνητο εφόσον αυτό κινείτο προς την αριστερή πλευρά σύμφωνα με την κατεύθυνση της μοτοσυκλέτας επί της οδού Δωδεκανήσου και όταν έστριψε το αυτοκίνητο για να εισέλθει εντός της οδού Δωδεκανήσου τότε η μοτοσυκλέτα έπεσε στο σημείο που βρέθηκε. Πολύ πιο χειροπιαστό στοιχείο οι ζημιές πάνω στο αυτοκίνητο παρά η οποιαδήποτε φόρμουλα είτε φυσικής είτε μαθηματικών. Ακολούθησε στη συνέχεια και άλλη υποβολή ως προς το ότι αυτή η ούτω καλούμενη από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης «θεωρία της εκτίναξης» «.δεν μπορεί να ισχύσει, δεν μπορεί να βασιστεί ούτε επιστημονικά ούτε μαθηματικά ούτε λογικά». Ενέμεινε με απόλυτη ηρεμία και σταθερότητα ο Μ. Ε. 2 ότι λογικά μπορεί να στηριχθεί. 105 Με όλο το σεβασμό προς αμφότερους τους ευπαίδευτους συνήγορους των εναγόμενων διαπιστώνεται πως η αντεξέταση του Μ. Ε. 2 ήταν τόσο επικριτική έτσι ώστε σε ορισμένες περιπτώσεις να αντέβαινε ακόμη και την απλή κοινή λογική. Αναμφίβολα το δικαίωμα αντεξέτασης είναι ιερό και η αμφισβήτηση αλλά και δοκιμασία τόσο της αξιοπιστίας όσο και της βασιμότητας της μαρτυρίας ενός μάρτυρα ο οποίος αντεξετάζεται θεμιτά βρίσκεται εντός του πλαισίου της αντεξέτασης του οποιουδήποτε μάρτυρα. Όμως θα πρέπει ακόμη και αυτή η ίδια η δυνατότητα αμφισβήτησης τόσο της αξιοπιστίας όσο και της βασιμότητας της μαρτυρίας ενός μάρτυρα από μόνη της στην άσκηση της να είναι πειστική έτσι ώστε και η αντεξέταση να παρέχει μια λογική βάση επί της οποίας κατ΄ επέκταση να παρέχεται και η δυνατότητα προς το Δικαστήριο να καταλήγει σε συμφωνία με τη γραμμή αντεξέτασης και ως αποτέλεσμα να οδηγείται σε σύμπλευση με αυτή και τελικά σε συμφωνία με την όλη κατάληξη στην οποία καλείται να οδηγηθεί ως προς το ότι δηλαδή δεν θα πρέπει είτε να δώσει πίστη στη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε να βασιστεί στη μαρτυρία του ως ασφαλή βάση επί της οποίας να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. 106 Παραδείγματος χάριν, σε σχέση με την αναφορά του Μ. Ε. 2 ως προς το ότι η επίδικη σύγκρουση ήταν «σφοδρή». Η αναφορά αυτή έγινε όταν ο μάρτυρας αυτός επεξηγούσε το όλο σκεπτικό του βάσει του οποίου ο ίδιος οδηγείτο στο συμπέρασμα πως το σημείο σύγκρουσης δεν ήταν αυτό το οποίο υπέδειξε ο εναγόμενος αλλά αυτό το οποίο υπέδειξε ο ενάγων. Όταν δηλαδή ανέφερε πως δεν θα ανέμενε «.τέτοια σφοδρή σύγκρουση.» να είχε γίνει εκεί που είχε δείξει ο εναγόμενος ότι τα δύο ενεχόμενα στο επίδικο τροχαίο ατύχημα οχήματα είχαν συγκρουστεί και η μοτοσυκλέτα να είχε παραμείνει εκεί, δηλαδή στην τελική της θέση. 107 Υπενθύμισε ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου τον Μ. Ε. 2 ότι είχε αναφερθεί σε «.μια τόσο σφοδρή σύγκρουση.». Συμφώνησε μαζί του ο Μ. Ε.
  16. Η αμέσως επόμενη ερώτηση ήταν έμφορτη με μια πραγματικά εξωπραγματική αμφισβήτηση καθώς ο μάρτυρας ερωτήθηκε εάν ήταν παρών. Εμφορούμενη όμως με λογική η απάντηση του Μ. Ε. 2, καθώς υπομονετικά εξήγησε πως ουσιαστικά είχε οδηγηθεί σε αυτό το συμπέρασμα βασισμένος στις ζημιές των δύο ενεχομένων οχημάτων. Έμφορτη και πάλι με μια αδικαιολόγητα περιφρονητική αμφισβήτηση η αμέσως επόμενη ερώτηση καθώς εκ του περισσού ουσιαστικά ερωτήθηκε εάν «.αυτό το πράγμα.» τον καθοδηγούσε ότι ήταν σφοδρή η επίδικη σύγκρουση. Εύλογα και πάλι συμφώνησε ο Μ. Ε.
  17. Συμφώνησε ακόμη και με την αμέσως επόμενη ερώτηση η οποία αναμφίβολα χαρακτηρίζεται ως διπλή ερώτηση ή ουσιαστικά ερώτηση με δύο σκέλη και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό έτσι ώστε να δημιουργείται αμφιβολία ως προς με τι ακριβώς συμφώνησε και πάλι ο Μ. Ε.
  18. Καθώς ερωτήθηκε εάν αυτά δεν τα εξέτασε (πρώτη ερώτηση) και ότι είναι δικές του «.γνώμες, υποθέσεις...» (δεύτερη ερώτηση). Προφανώς η συμφωνία του μάρτυρα ήταν με το δεύτερο σκέλος της ερώτησης καθώς αναμφίβολα αυτό το οποίο είχε αμέσως προηγουμένως αναφέρει ήταν ακριβώς ότι βλέποντας, δηλαδή σε κάποιο βαθμό εξετάζοντας τις ζημιές των δύο ενεχομένων οχημάτων, έκρινε, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε και κατέληξε στη γνώμη υποθέτοντας πως η επίδικη σύγκρουση ήταν σφοδρή. Ουσιαστικά η όλη προσπάθεια να δημιουργηθεί η εντύπωση πως ο Μ. Ε. 2 οδηγείτο σε παράλογα ουσιαστικά συμπεράσματα είχε ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα σε σχέση με το πως τελικά το Δικαστήριο κρίνει την μαρτυρία αλλά και την αξιοπιστία του Μ. Ε.
  19. 108 Σε συνδυασμό με την προαναφερόμενη μορφή αντεξέτασης επικρατούσε παράλληλα και μια υπερβολική απαίτηση επιστημονικότητας από τον Μ. Ε. 2 το αποκορύφωμα της οποίας βεβαίως ήταν και η παρουσίαση του Μ. Υ. 7 σε μια προσπάθεια να αναδειχτεί μέσω της δικής του εμπειρογνωμοσύνης και μαρτυρίας τόσο η έλλειψη βασιμότητας της μαρτυρίας του Μ. Ε. 2 όσο ουσιαστικά και η ασχετοσύνη του αναφορικά με τη χρήση ορισμένων όρων. Όροι τους οποίους ο συγκεκριμένος μάρτυρας είχε χρησιμοποιήσει όχι με μια αυστηρά επιστημονική έννοια αλλά σε μια προσπάθεια να επεξηγήσει το όλο σκεπτικό του κυρίως αναφορικά με τη συμφωνία του με την υπόδειξη του ενάγοντα ως προς την τοποθέτηση του επίδικου σημείου σύγκρουσης μεταξύ των δύο ενεχομένων οχημάτων. Ουσιαστικά παρά και το γεγονός πως η μαρτυρία του Μ. Ε. 2 ήταν διάχυτη με απλή κοινή και εύκολα κατανοητή προς έλεγχο λογική, ο ίδιος κατά την αντεξέταση του βρισκόταν αντιμέτωπος με μια αδικαιολόγητα υπερβολική λεπτολογία. Όμως η απλή κοινή λογική σε συνδυασμό με την πολύχρονη πείρα του Μ. Ε. 2 επί της οποίας βασίστηκε έτσι ώστε να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα σαφώς κρίνεται πειστικότερη από την προσπάθεια σχολαστικής ανάλυσης από τον Μ. Υ. 7 όλων των λεπτών διαστάσεων των συνθηκών του επίδικου τροχαίου ατυχήματος. 109 Βεβαίως ακόμη και το ίδιο το Δικαστήριο οδηγείται στο να λεπτολογεί ουσιαστικά κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας έτσι ώστε να αναδείξει την όλη υπερβολική λεπτολογία με την οποία ο Μ. Ε. 2 βρέθηκε αντιμέτωπος κατά την αντεξέταση του. Όμως πραγματικά δεν διαπιστώνεται να υπάρχει καλύτερος τρόπος αιτιολόγησης της αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ. Ε. 2 από το Δικαστήριο. 110 Με τον ίδιο τρόπο και πάλι κατά την αντεξέταση του Μ. Ε. 2 από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου, υπήρχε και αναφορά στην απουσία οποιωνδήποτε ιχνών τριβής από το σημείο σύγκρουσης το οποίο υπέδειξε ο ενάγων μέχρι την τελική θέση της μοτοσυκλέτας ουσιαστικά ως αποδεικτικό στοιχείο εναντίον της άποψης του Μ. Ε. 2 αναφορικά με την στιγμιαία μεταφορά της μοτοσυκλέτας προτού αυτή καταλήξει στην τελική της θέση. Εύλογη και πάλι κρίνεται η απάντηση του Μ. Ε. 2 ως προς το ότι δεν θα ανέμενε την ύπαρξη τέτοιων ιχνών τριβής επαναλαμβάνοντας πως η μοτοσυκλέτα μεταφέρθηκε «.εν μέρει στο μπροστινό καπό του αυτοκινήτου XXXXX 30 και μετά εκτινάχθηκε στην τελική της θέση». Η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου το ερώτημα ως προς την ύπαρξη ιχνών τριβής ή ουσιαστικά την απουσία αυτών προς αντίκρουση της θέσης του Μ. Ε. 2 θα μπορούσε να είχε περισσότερη υπόσταση εάν η θέση του Μ. Ε. 2 ήταν ότι η μοτοσυκλέτα μετά από την επίδικη σύγκρουση είχε πέσει μπροστά από το αυτοκίνητο του εναγόμενου και είχε σπρωχτεί μέχρι και την τελική της θέση. 111 Θέση μάλιστα την οποία υπέβαλε στον Μ. Ε. 2 ο οποίος όμως διαφώνησε με αναφορά στην κινητική ενέργεια την οποία αποκτά ένα σώμα όταν μεταφέρεται πάνω σε ένα αυτοκίνητο το οποίο κινείται με αποτέλεσμα η μοτοσυκλέτα να μην είχε πέσει ακριβώς μπροστά από το αυτοκίνητο μετά και από την στιγμιαία μεταφορά της επί του αυτοκινήτου. Το Δικαστήριο και πάλι θεωρεί την όλη εξήγηση του Μ. Ε. 2 προς υποστήριξη της βασιμότητας της άποψης του ως εύλογη. Αυτό το οποίο θα πρέπει σταθερά να διατηρείται υπόψη σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πως η όλη περιγραφή των αρχικών θέσεων των δύο ενεχομένων οχημάτων κατά την επίδικη σύγκρουση αλλά και αμέσως μετά στην πορεία την οποία ακολούθησαν μέχρι να καταλήξουν στην τελική τους θέση δεν είναι δυνατό να κριθεί με στατικά δεδομένα καθώς βεβαίως και τα δύο οχήματα βρίσκονταν σε κίνηση τόσο πριν όσο και μετά από την επίδικη σύγκρουση με μια στιγμιαία διακοπή της αυτόνομης κινητικότητας της μοτοσυκλέτας και στη συνέχεια μιας αντανακλαστικής ουσιαστικά και παθητικής κινητικότητας της μέχρι και την πτώση της στο έδαφος στην τελική της θέση. 112 Δεκτή συνεπώς και η απόρριψη από τον Μ. Ε. 2 της υποβολής από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου ως προς το ότι όταν κάτι μεταφέρεται και πέσει δεν εκτινάσσεται αλλά πέφτει εκεί που πέφτει. Διαφορετική βεβαίως θα μπορούσε να ήταν η αντιμετώπιση του όλου θέματος εάν όντως αυτό το οποίο μεταφερόταν δεν ήταν ένα προηγουμένως κινούμενο και ερχόμενο από αντίθετη κατεύθυνση όχημα το οποίο στιγμιαία είχε καταλήξει επί ενός άλλου επίσης κινούμενου οχήματος μετά και από τη σύγκρουση των δύο οχημάτων. Σε περίπτωση δηλαδή όπου δεν ίσχυαν τα όσα είχαν προηγηθεί της επίδικης σύγκρουσης. Όμως το Δικαστήριο δεν εξετάζει τέτοια περίπτωση αλλά δεδομένα όσο το δυνατό πλησιέστερα σε αυτά της επίδικης σύγκρουσης. 113 Πραγματικά θα μπορούσε το Δικαστήριο να αναφερθεί και σε άλλα παραδείγματα της αντεξέτασης της οποίας έτυχε ο Μ. Ε. 2 και την οποία αντιμετώπισε με ιδιαίτερη υπομονή αλλά κυρίως με λογική και σταθερότητα σε θέσεις οι οποίες να υποστηρίζονται από σχετική μαρτυρία και δίχως να καταφεύγει είτε σε υπερβολή είτε να υποπίπτει σε αντιφάσεις. Όμως υπάρχουν και άλλα θέματα και μαρτυρία η οποία πρέπει να εξεταστεί με αυτή την απόφαση. Ένα τελευταίο παράδειγμα και πάλι αβάσιμης αμφισβήτησης είναι οι ερωτήσεις σε σχέση με τον οδικό φωτισμό. Κλήθηκε ο Μ. Ε. 2, με επίδειξη της φωτογραφίας 3 στο τεκμήριο 9, να συμφωνήσει με εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγόμενου ως προς το ότι ο φωτισμός είναι περιορισμένος σε σχέση με την κατεύθυνση που είναι τα δέντρα. Λογικά και πάλι απάντησε ο Μ. Ε. 2 πως ο φωτισμός είναι κάθετος προσθέτοντας ότι τα κλαδιά είναι πάνω από την λάμπα και δεν εμποδίζουν τον φωτισμό ο οποίος φέγγει κάτω στην άσφαλτο, δηλαδή στο δρόμο, ενώ αυτός είναι ορατός από ένα οδηγό ο οποίος οδηγεί αυτοκίνητο το οποίο κινείτο επί της οδού Αλεξάνδρου Παπάγου με βόρεια κατεύθυνση. Σημασία βεβαίως στη συγκεκριμένη περίπτωση είχε η εκπομπή φωτός από και όχι η ορατότητα της πηγής φωτισμού και είναι εμφανές από την φωτογραφία 3 ότι όντως υπήρχε οδικός φωτισμός στο σημείο της συμβολής της οδού Δωδεκανήσου και της οδού Αλεξάνδρου Παπάγου. Παράδειγμα της υπερβολής, ακόμη και - αναδρομικά ιδωμένης - μετέωρης ουσιαστικά από άποψης μαρτυρίας η οποία παρουσιάστηκε ή κατ΄ ακρίβεια δεν παρουσιάστηκε στη συνέχεια της ακροαματικής διαδικασίας, επιθετικότητας η οποία διαπιστώνεται κατά την αντεξέταση του Μ. Ε. 2 είναι και η υποβολή από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης ως προς το ότι ήταν «τραγικό λάθος» ότι ο Μ. Ε. 2 δεν φωτογράφισε αυτό που ισχυριζόταν, ότι δηλαδή ο αριστερός μπροστινός τροχός του αυτοκινήτου το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος ήταν σπασμένος τη νύχτα στη σκηνή του ατυχήματος. Ουδέποτε επεξηγήθηκε αυτό το «τραγικό λάθος» είτε με σχετική μαρτυρία είτε με οποιαδήποτε επιχειρηματολογία. 114 Άγνωστο γιατί, αν και ενδεχομένως έτσι ώστε κατά κάποιο τρόπο για να αναδειχτεί παράλειψη εκ μέρους του συγκεκριμένου μάρτυρα, έγινε επίσης και υποβολή στον Μ. Ε. 2 από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου η οποία στη συνέχεια διαψεύστηκε από μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης. Συγκεκριμένα η υποβολή ότι η οδός Δωδεκανήσου έχει ψηλά δέντρα σε όλο το μήκος της. Η φωτογραφία με αριθμό 8 στην έκθεση του Μ. Υ. 7 (τεκμήριο 94) κάθε άλλο παρά υποστηρίζει αυτή τη θέση, ιδιαίτερα δε σε σχέση με το τελευταίο μέρος της οδού Δωδεκανήσου πριν από την συμβολή της με την οδό Αλεξάνδρου Παπάγου. Το ίδιο βεβαίως είναι επίσης ορατό στην φωτογραφία (τεκμήριο 103) με θέα από τη συμβολή της οδού Δωδεκανήσου με την οδό Αλεξάνδρου Παπάγου μέχρι και όλου του βάθους, δηλαδή μέχρι και την άλλη άκρη της οδού Δωδεκανήσου. Σχετικές επί του θέματος είναι και οι φωτογραφίες τεκμήριο 102 και
  20. 115 Με παρόμοιο τρόπο έγινε και υποβολή από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης θέσης ο οποίος όμως στη συνέχεια παρουσίασε μαρτυρία, αυτή του Μ. Υ. 7, η οποία διέψευδε αυτή τη θέση. Συγκεκριμένα υποβλήθηκε στον Μ. Ε. 2 - αφού πρώτα ερωτήθηκε πως προκλήθηκαν οι ζημιές στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου και ο Μ. Ε. 2 απάντησε πως αυτές προκλήθηκαν από το σώμα του μοτοσυκλετιστή - ότι αυτές προκλήθηκαν από χτύπημα της μοτοσυκλέτας. Απάντησε στη συνέχεια ο Μ. Ε. 2 πως μπορούσε να το αμφισβητήσει εμπειρικά διότι σε τέτοια δυστυχήματα το σώμα του μοτοσυκλετιστή εκτινάσσεται στον μπροστινό ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου με τον οποίο χτυπά. Επικρίθηκε ουσιαστικά η θέση του Μ. Ε. 2 καθότι αυτή ήταν εμπειρική και όχι επιστημονική. Διερωτάται πραγματικά το Δικαστήριο κατά πόσο η θέση του Μ. Υ. 7, ο οποίος συμφωνούσε ουσιαστικά επί αυτού του θέματος με τον Μ. Ε. 2 και τον οποίο η εναγόμενη παρουσίασε ως μάρτυρα, ήταν εμπειρική ή επιστημονική; Υπενθυμίζεται απλά πως και ο Μ. Υ. 7 σαφώς ανέφερε, στις 30/1/2017, σε σχέση με την φωτογραφία με αριθμό 1 στη σελίδα 5 της έκθεσης του και τις δικές του σημειώσεις επί αυτής, ότι εντοπίζεται παραμόρφωση «.από χτύπημα με το σώμα του μοτοσικλετιστή, αυτή η περιοχή που έχω μαρκάρει από το καπό του κινητήρα του οχήματος, το ύφος αυτών των παραμορφώσεων δηλώνει πρόσκρουση με αμβλύ αντικείμενο, δηλαδή το σώμα του μοτοσικλετιστή. Δίπλα υπάρχει χτύπημα στο παρμπρίζ με το κεφάλι του μοτοσικλετιστή αντίστοιχο σημείο πιο κάτω υπάρχει μαρκαρισμένη περιοχή του καπό η οποία έχει προέλθει από το χτύπημα της μοτοσυκλέτας με το καπό,

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.