← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Διογένους κ.α., Aρ. Αγωγής: 938/16, 21/12/2018

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Διογένους κ.α., Aρ. Αγωγής: 938/16, 21/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A170 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Πρ. Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 938/16 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και

  1. .... .... Διογένους
  2. .... .... Πατσαλίδου
  3. .... .... Διογένους Εναγόμενων ------------------- Μονομερής αίτηση ημερομηνίας 3.10.2018 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 21.12.2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενους 1 μέχρι 3 - αιτητές: κα Τσαντικίδου, για Ανδρέας Χρ. Δημητριάδης ΔΕΠΕ Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κα Ποποβίδου, για CHRYSSES DEMETRIADES & CO. LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων σύμφωνα με την αγωγή των πρώτων είναι για το ποσό των €213.626,27, πλέον τόκοι και έξοδα καθώς και για την έκδοση τριών διαταγμάτων εκποίησης, οκτώ συνολικά υποθηκών, με βεβαρημένα, διάφορα ακίνητα, ιδιοκτησίας των τριών εναγόμενων, αναλυτικά, ως ακολούθως: Υποθήκες με αριθμό Υ3403/2010, Υ2163/2011 και Υ472/2012, με βεβαρημένα ακίνητα, τα ακίνητα με αριθμό εγγραφής Δ.1x1 και Δ.2x2, η πρώτη υποθήκη, για το ποσό των €300.000,00, το ακίνητο με αριθμό εγγραφής Δ.3x3, η δεύτερη, για το ποσό των €55.000,00 και για τα ακίνητα με αριθμό εγγραφής Δ.1x1 και Δ.2x2 και πάλι, η τρίτη υποθήκη, για το ποσό των €70.000,
  4. Και τα τρία αυτά ακίνητα είναι ιδιοκτησίας του εναγόμενου
  5. Υποθήκες με αριθμό Υ5613/2010, Υ5615/2010, Υ5616/2010 και Υ2162/2011, με βεβαρημένα ακίνητα, τα ακίνητα με αριθμό εγγραφής Δ.4x4, Δ.5x5 και Δ.6x6, οι τρεις πρώτες και Δ.7x7, η τέταρτη. Η πρώτη υποθήκη είναι για το ποσό του €1.093.505,00, η δεύτερη, για το ποσό των €60.000,00, η τρίτη, για το ποσό των €167.000,00 και η τέταρτη, για το ποσό των €90.000,
  6. Όλα τα ακίνητα είναι ιδιοκτησίας των εναγόμενων 1 και
  7. Τέλος, υποθήκη με αριθμό Υ8188/2011, με βεβαρημένο ακίνητο, το ακίνητο της εναγόμενης 2, με αριθμό εγγραφής Δ.8x8, για το ποσό των €40.000,
  8. Σε συντομία, τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων είναι τα εξής: Οι ενάγοντες που είναι τράπεζα, κατά ή περί τις 15/7/2010, δυνάμει γραπτής συμφωνίας παραχώρησαν στον εναγόμενο 1 στεγαστικό δάνειο, ύψους €225.000,
  9. Η εναγόμενη 2, προς εξασφάλιση των εναγόντων για την εν λόγω διευκόλυνση που είχαν παραχωρήσει στον εναγόμενο 1, δυνάμει γραπτής συμφωνίας εγγύησης - ενσωματωμένης στη συμφωνία δανείου - εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 που απορρέουν από τη συμφωνία δανείου. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των εναγόντων, οι τρεις εναγόμενοι - κατά περίπτωση - υπόγραψαν και/ή εκτέλεσαν προς όφελος των πρώτων, όλες τις παραπάνω υποθήκες. Λόγω παράβασης των όρων της συμφωνίας δανείου από τον εναγόμενο 1 και/ή λόγω παράλειψης καταβολής των οφειλομένων δόσεων εκ μέρους του, οι ενάγοντες, με τις επιστολές τους προς τους εναγόμενους, ημερομηνίας 11/9/2015 τερμάτισαν τη λειτουργία του σχετικού λογαριασμού του επίδικου δανείου και απαίτησαν από τους εναγόμενους να ξοφλήσουν το υπόλοιπο που παρουσίαζε ο λογαριασμός. Οι ενάγοντες, στις 30/6/2016 καταχώρισαν την παρούσα αγωγή, με την οποία ζητούν την έκδοση απόφασης και διαταγμάτων εναντίον των εναγόμενων (ως ανωτέρω). Οι εναγόμενοι, στις 23/1/2017 καταχώρησαν πολυσέλιδη και πολυδιάστατη - κατά βάση, νομική - υπεράσπιση στην εναντίον τους αγωγή καθώς και ανταπαίτηση, με την οποία ζητούν εναντίον των εναγόντων, πρώτο, δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες και/ή χωρίς αποτέλεσμα και/ή ανύπαρκτες και/ή πλήρως εξοφληθείσες, δεύτερο, το ποσό των €484.525,00, τρίτο, γενικές αποζημιώσεις και τέλος, νόμιμους τόκους και έξοδα. Οι εναγόμενοι, στις 3/10/2018 καταχώρησαν την υπό κρίση - μονομερή - αίτηση, με την οποία ζητούν δυο πανομοιότυπα προσωρινά απαγορευτικά διατάγματα, με μόνη διαφορά, ότι το πρώτο είναι σε συνάρτηση με τις υποθήκες Υ3403/2010 και Υ472/2012 και τα βεβαρυμμένα με αυτές, ακίνητα, με αριθμό εγγραφής Δ.1x1 και Δ.2x2, ιδιοκτησίας του εναγόμενου 1 και το δεύτερο σε συνάρτηση με όλες τις άλλες υποθήκες και τα βεβαρυμμένα με αυτές, ακίνητα, ιδιοκτησίας - κατά περίπτωση - των τριών εναγόμενων. Συγκεκριμένα ζητούν διάταγμα που να εμποδίζει και/ή απαγορεύει στους καθ' ων η αίτηση και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή υπηρέτες τους και/ή σ' οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα ενεργούν αντ' αυτών και/ή για λογαριασμό τους, από το να προβούν σε οποιαδήποτε δικαιοπραξία, πλειστηριασμό, πώληση, μεταβίβαση, αποξένωση, επιβάρυνση, δημοσίευση για πώληση των βεβαρημένων - με τις επίδικες υποθήκες - ακινήτων μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής και/ή νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στα άρθρα 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ.Θ.1 - 4, 8

(1)(ee) και 9, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 καθώς και στον τροποποιητικό του Νόμο 87(Ι)/2018, στα άρθρα 23, 26 και 28 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τέλος, στη γενική πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση - όπως αναφέρεται στο σώμα της -«..αναφέρονται στην συνημμένη ένορκο δήλωση του .... Διογένους. (πρόκειται για τον εναγόμενο 1) . και/ή περιέχονται στο φάκελο της υπόθεσης.» Μολονότι η αίτηση καταχωρήθηκε ως μονομερής, εντούτοις, το Δικαστήριο - με διαφορετική σύνθεση από το παρών - διέταξε την επίδοσή της στους ενάγοντες, οι οποίοι καταχώρησαν σ' αυτή ένσταση. Αποτελείται από 16 λόγους και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του υπαλλήλου τους στην υπηρεσία ανάκτησης χρεών και εκ των λειτουργών που χειρίζονται την υπόθεση, .... Σταυρινού. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά τόσο στη μαρτυρά όσο και στις γραπτές αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Με τους 2ο και 3ο λόγους ένστασης - όπως αναπτύσσονται από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των εναγόντων στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσής τους -, υποβάλλεται ότι οι εναγόμενοι δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. Η θέση μου είναι απλή. Αφ' ης στιγμής το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης διέταξε την επίδοσή της, οπότε, ουσιαστικά τη μετέτρεψε σε δια κλήσεως αίτηση, οι παραπάνω λόγοι ένστασης είναι άνευ αντικειμένου. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων έχει τύχει εκτεταμένης ανάλυσης και ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλέπε μεταξύ άλλων τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, AK International UK Ltd v. Πλοίου "Νaime S" (Αρ.2)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1456, Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1528 και Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 225, από την οποία και τ' ακόλουθο απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και
(3)Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (Βλ. επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ"Bασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ.» Σύμφωνα με την Κύριλλου (ανωτέρω): «Σε αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Πρέπει να τονισθεί σε αυτό το στάδιο ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32». Για σκοπούς πληρέστερης αναφοράς στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου προστίθενται και τα εξής: Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση, δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης, με βάση τη δύναμη των εγγράφων προτάσεων. Με αναφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Σε σχέση με την ίδια προϋπόθεση, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Κυτάλα κ.ά. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ενώ στη Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 υπενθυμίζεται ότι, γενικά, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων. Ομοίως και στη Γρηγορίου (ανωτέρω επίσης), από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Με αναφορά στην τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την Odysseos και πάλιν, αυτή σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης σε βαθμό που, αν η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, τότε η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Με αυτά φυσικά, δε μου διαφεύγει ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231), αλλά και διάφορα άλλα - μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245). Τέλος, αναφορικά με το εύλογο και δίκαιο της έκδοσης προσωρινού διατάγματος - το οποίο εξετάζεται σε περίπτωση που κριθεί ότι πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις - θεωρώ καθ' όλα σχετικά όσα ακολουθούν από την υπόθεση Αβερκίου ν. Θεο Κτηματική Λτδ κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 222: «Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Κοσμά ν. Χ΄Κυπρή
(2001)Α.Α.Δ. 169, από τη στιγμή που ικανοποιείται το πρωτόδικο δικαστήριο για την ύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων, που τίθενται με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, δεν αυτοματοποιείται η έκδοση του αιτούμενου προστακτικού διατάγματος, αφού τούτο, ως εκ της φύσεως του δεν έχει στόχο την αποκατάσταση της τάξεως πραγμάτων, αλλά την απόδοση στην εφεσείουσα της θεραπείας και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται στην αγωγή. Περαιτέρω, στην υπόθεση Goody´s v. Lani
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572, σημειώθηκε ότι το συντηρητικό διάταγμα στοχεύει στην παροχή προσωρινής θεραπείας, λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας άμεσης διεξαγωγής της δίκης, και όχι στην ικανοποίηση του ουσιαστικού αιτήματος της δίκης. Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, που είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής, η δε έκδοση τους επιφέρει, ουσιαστικώς τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκαση της υπόθεσης, συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να παραχωρούνται. Βλ. AKIS v. Kokkonis
(1998)1 A.A.Δ. 149. Όπως ορθώς επισημαίνεται από το πρωτόδικο δικαστήριο, στο στάδιο έκδοσης ή μη ενός προσωρινού διατάγματος, είναι ανεπιθύμητο να εμπλέκεται ο δικαστής στην εξέταση της ουσίας της αγωγής. ΄Εκαμε αναφορά το πρωτόδικο δικαστήριο στην υπόθεση Τσιερκέζου ν. Dracon
(2009)1 A.A.Δ. 734, για να εξετάσει κατά πόσο η παρουσιασθείσα ενώπιον του μαρτυρία οδηγεί στη διαπίστωση μιας φανερής και ασυνήθιστα δυνατής υπόθεσης, έτσι ώστε να προχωρήσει στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος.» Με υπαγωγή της ενώπιον μου μαρτυρίας σ' όλες τις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Με τον 1ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Αρχίζοντας από την πρώτη προϋπόθεση καθώς ήδη έχει αναφερθεί με αναφορά σε νομολογία (βλ. την Odysseos (ανωτέρω)), κατά την ακρόαση της αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης, με βάση τη δύναμη των εγγράφων προτάσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, στο ερώτημα, εάν ικανοποιείται η συγκεκριμένη προϋπόθεση, απαντώ καταφατικά. Τα γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων αναφέρονται σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Επομένως, δεν προτίθεμαι να τα επαναλάβω. Από την άλλη, οι ακόλουθες είναι μερικές, μόνο, από τις βασικές θέσεις των εναγόμενων στην εναντίον τους αγωγή σύμφωνα με την υπεράσπισή τους: Η αγωγή είναι πρόωρη και/ή δεν έχει δημιουργηθεί αγώγιμο δικαίωμα για τους ενάγοντες. Οι επίδικες συμφωνίες (δηλαδή και επίδικες υποθήκες που αποτελούν αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης) δεν έγιναν με την ελεύθερη βούληση των εναγόμενων και είναι το προϊόν αμέλειας και/ή απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή αθέμιτου επιρροής και/ή παράβασης εμπιστευτικής σχέσης και/ή επαγγελματικού καθήκοντος που άσκησαν οι ενάγοντες σε βάρος των εναγόμενων και/ή δεν πληρούν τις προϋποθέσεις συνομολόγησης έγκυρης και εκτελεστής σύμβασης. Καταληκτικά, οι εναγόμενοι ζητούν απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος των εναγόντων. Με την ανταπαίτησή τους - μεταξύ άλλων - ισχυρίζονται τα εξής: Ως αποτέλεσμα και/ή συνεπεία των πράξεων και/ή δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων των εναγόντων έχουν υποστεί ζημιά και απώλεια, ύψους €484.525,00, πλέον τόκους και έξοδα. Με το παρακλητικό καθώς ήδη έχει αναφερθεί αξιώνουν εναντίον των εναγόντων, πρώτο, δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες και/ή χωρίς αποτέλεσμα και/ή ανύπαρκτες και/ή πλήρως εξοφληθείσες, δεύτερο, το ποσό των €484.525,00, τρίτο, γενικές αποζημιώσεις και τέλος, νόμιμους τόκους και έξοδα. Από τα παραπάνω είναι σαφές ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Στο ερώτημα, κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα οι εναγόμενοι να πετύχουν στην ανταπαίτησή τους - και θα έλεγα και στην υπεράσπισή τους -, απαντώ αρνητικά. Ακολουθεί το σκεπτικό: Καθώς ήδη έχει αναφερθεί σε σχέση με τη συγκεκριμένη προϋπόθεση (βλ. την Κυτάλα (ανωτέρω)), η διακρίβωση επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Ακολούθως, όπως αναφέρεται στην υπόθεση Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου ν. Πλοίου "Arabella"
(2002)1(B) A.Α.Δ. 1033, μία ένορκη δήλωση δεν μπορεί να περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς ως προς τα γεγονότα. Τα γεγονότα μπορούν να επιδέχονται διαζευκτικούς νομικούς χαρακτηρισμούς ή να υπάγονται σε διαζευκτικές νομικές έννοιες. Βλέπε και την Ανδρονίκου κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1(Β) Α.Α.Δ.
  1. Στην προκειμένη περίπτωση, η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση και θα έλεγα, ιδιαίτερα σε σχέση με την υπό εξέταση ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, κατά παράβαση των παραπάνω αρχών είναι διάσπαρτη από διαζευκτικούς ισχυρισμούς συναφώς με τα γεγονότα έτσι που στη βάση τους, η πιθανότητα οι εναγόμενοι να πετύχουν είτε στην υπεράσπισή τους είτε στην ανταπαίτησή τους, κάθε άλλο παρά ορατή μπορεί να θεωρηθεί. Ο εναγόμενος 1, στις παραγράφους 24 και 25 της ένορκης του δήλωση ισχυρίζεται τα εξής: «
  2. Στα πλαίσια της παρούσας αγωγής εναντίον της Καθ ης η αίτηση αμφισβητούμε τη νομιμότητα και εγκυρότητα του επίδικου χρέους και των επίδικων συμφωνιών και υποθηκών και διεκδικούμε από την Καθ ης αίτηση αποζημιώσεις για την ζημιά και απώλεια που μας προκάλεσε η Καθ η αίτηση από πράξεις και παραλείψεις της, που υπερβαίνει κατά πολύ το ισχυριζόμενο από την Καθ ης η αίτηση οφειλόμενο από εμάς ποσό.
  3. Η υποθήκη ή δήλωση υποθηκεύσεως και οι συμβάσεις επί των οποίων βάσισε την απόφαση η Καθ ης η αίτηση είναι το προϊόν και το αποτέλεσμα απάτης, ψευδών παραστάσεων, δόλου, απόκρυψης ουσιαστικών στοιχείων και παράβασης καθήκοντος που ασκήθηκε από την Καθ ης η αίτηση σε βάρος μας.» Αυτά γενικά. Ας δούμε τώρα και τι αναφέρει στη συνέχεια. Ειδικότερα: Εάν η ενάγουσα ήθελε αποδείξει την ύπαρξη των ισχυριζόμενων συμφωνιών ή δοσοληψιών, αυτές δεν έχουν υπογραφεί από τους εναγόμενους ή αυτές δεν έγιναν με την ελεύθερη βούλησή μας και είναι το προϊόν αμέλειας ή απάτης ή δόλου ή ψευδών παραστάσεων ή αθέμιτου επιρροής ή παράβασης εμπιστευτικής σχέσης ή επαγγελματικού καθήκοντος που άσκησε η ενάγουσα σε βάρος μας και δεν πληρούν τις προϋποθέσεις συνομολόγησης έγκυρης και εκτελεστής σύμβασης ή δεν είναι υπογραμμένες από όλα τα συμβληθέντα μέρη ή οι επίδικες συμφωνίες εγγύησης έχουν υπογραφεί πριν τη συνομολόγηση των ισχυριζόμενων συμφωνιών δανείου ή τρεχούμενου λογαριασμού ή οι ισχυριζόμενες συμφωνίες δεν είναι έγγραφα των εναγόμενων, λόγω του ότι εξαπατηθήκαμε από την ενάγουσα αναφορικά με τη φύση των εγγράφων και τους κινδύνους που αναλαμβάναμε ή οι αναφερόμενοι μάρτυρες δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή των ισχυριζόμενων εγγυήσεων και υποθηκών που εξασφαλίζουν τους επίδικους λογαριασμούς ή ορισμένους από αυτούς (παράγραφος 30). Περαιτέρω, δεν τύχαμε ανεξάρτητης και πλήρους νομικής συμβουλής σε σχέση με τις ισχυριζόμενες συμφωνίες ή πράξεις ή όρους ή πρόνοιές τους και υπό τις περιστάσεις εκτέλεσης ή συνομολόγησης των ισχυριζόμενων συμφωνιών ή πράξεων ή όρων ή προνοιών και τεκμαίρεται ότι οι εν λόγω συμφωνίες ή πράξεις ή όροι ή οι πρόνοιες έχουν προκύψει από την αμέλεια ή απάτη ή δόλο ή ψευδείς παραστάσεις ή αθέμιτο επιρροή ή παράβαση εμπιστευτικής σχέσης ή επαγγελματικού καθήκοντος ή ψυχικής πίεσης που εξάσκησε η ενάγουσα σε βάρος μας και αντιβαίνουν τις παράλληλες παραστάσεις και διαβεβαιώσεις ή συμβουλές της ενάγουσας προς τους εναγόμενους ότι η παροχή εκ μέρους μας ενυπόθηκων εξασφαλίσεων ή άλλων εξασφαλίσεων προς την ενάγουσα ήταν τυπική και ότι η ενάγουσα δε θα ενεργούσε παράλογα ή αυθαίρετα ή σε βλάβη των συμφερόντων μας (παράγραφος 32). Η ενάγουσα δεν έχει νομότυπα καταστήσει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, κάθε ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό και σε περίπτωση που αποδείξει τους ισχυρισμούς της, εσφαλμένα επιχείρησε να τερματίσει τις συμφωνίες και ταυτόχρονα να αυξήσει το επιτόκιο, πράγμα που νομικά είναι ανεπίτρεπτο (παράγραφος 33). Η ενάγουσα δε δικαιούται τα αξιούμενα ποσά ή αυξημένο επιτόκιο έστω κι αν αποδειχτούν ότι αυτά είναι οφειλόμενα, πράγμα το οποίο αρνούμαστε, για το λόγο ότι τα ισχυριζόμενα ποσά έχουν απολεσθεί από ζημιές που προέκυψαν σε μας, λόγω πράξεων και παραλείψεων της ενάγουσας ή έχουν εξοφληθεί ή γιατί στα ποσά αυτά περιλαμβάνονται τόκοι και χρεώσεις, οι οποίες αντιβαίνουν τη νομοθεσία και συνιστούν ποινική ρήτρα ή ενέχουν το στοιχείο της ποινικής ρήτρας και δεν ήταν συμφωνημένες κ.ο.κ. (παράγραφος 34). Η ενάγουσα παρείχε πολύπλοκα χρηματοοικονομικά προϊόντα ή μέσα και ενήργησε αμελώς ή χωρίς την πρέπουσα επιμέλεια και αναμενόμενη επαγγελματική επιμέλεια και ικανότητα κατά παράβαση θεσμίων ή εμπιστευτικών καθηκόντων και υποχρεώσεών της ή διαζευκτικά, οι δοσοληψίες αυτές έγιναν με ύπαρξη σύγκρουσης συμφερόντων ή υποχρεώσεων ή καθηκόντων (παράγραφος 37). Οι πληροφορίες που παρείχε η ενάγουσα προς εμάς, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων που απευθύνονταν από την ενάγουσα σε πελάτες ή πιθανούς πελάτες ή σε εμάς, ήταν ανακριβείς, ασαφείς και παραπλανητικές (παράγραφος 37.6.). Οι εναγόμενοι προχωρήσαμε και υλοποιήσαμε τις συμβουλές ή εισηγήσεις ή γνώμες ή παραστάσεις ή επιβεβαιώσεις της ενάγουσας και παρείχαμε προς την ενάγουσα ενυπόθηκες εξασφαλίσεις και εγγυήσεις και ως συνέπεια υπεστήκαμε σοβαρές ζημιές και απώλειες (παράγραφος 37.16.). Περαιτέρω ή διαζευκτικά ή ειδικότερα ισχυριζόμαστε ότι η ενάγουσα είναι υπεύθυνη αμέλειας ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων της προς εμάς τους εναγόμενους (παράγραφος 48). Περαιτέρω ή διαζευκτικά υποβάλλεται ότι μέσα στο αξιούμενο ποσό περιλαμβάνονται παράνομοι τόκοι ή χρεώσεις (παράγραφος 49). Ούτε και μου διαφεύγει το γεγονός ότι, οι εναγόμενοι, σε σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς τους για γεγονότα τα οποία επικαλούνται τα οποία συνθέτουν την υπεράσπισή τους στην εναντίον τους αγωγή, είτε ακόμη που στοιχειοθετούν την ανταπαίτησή τους εναντίον των εναγόντων είτε τέλος και τα δυο, ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προσκομίζουν, ιδιαίτερα εκεί όπου αυτό είναι εκ των ων ουκ άνευ αναγκαίο προκειμένου το σχετικό - κατά περίπτωση - γεγονός να μπορεί να αποδειχθεί. Το πλέον χαρακτηριστικό - τέτοιο - παράδειγμα είναι το εξής: ο εναγόμενος 1 στην παράγραφο 42 της ένορκης του δήλωσης ισχυρίζεται - και αυτό διαζευκτικά - τα εξής: «Ως αποτέλεσμα ή συνεπεία ή συνεπακόλουθο των συμβουλών ή γνωμών ή παραστάσεων ή διαβεβαιώσεων της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι έχουμε υποστεί ζημιά και απώλεια ύψους €484.525 πλέον τόκους και έξοδα.» Το παράδοξο - συν τοις άλλοις - με τον επί του προκειμένου ισχυρισμό του είναι το εξής: ενώ η απαίτηση των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων είναι για το ποσό των €213.626,27, με τόκο 5,50% από 22/4/2016 επί του ποσού των €209.974,00 και οι αυτοί αξιώνουν εναντίον των εναγόντων το πιο πάνω ποσό (€484.525) που είναι υπερδιπλάσιο του ποσού της αξίωσης των εναγόντων, πλέον τόκους και έξοδα, ουδέν στοιχείο προσκομίζουν και ουδέν αναφέρουν που να στοιχειοθετεί το ποσό της δικής τους αξίωσης. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να τεκμηριώσω το συμπέρασμά μου περί μη ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της ανταπαίτησης. Υπεισέρχομαι τώρα και στην τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Συναφώς με αυτή, ο εναγόμενος 1, στην ένορκη του δήλωση αναφέρει τα εξής: Είναι κατ' επείγον να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, καθότι η πώληση της ακίνητης περιουσίας θα προκαλέσει καταστροφική ζημιά και απώλεια σε εμάς, η οποία δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού η αδυναμία αποτίμησης της ζημιάς και απώλειας θα αποτελεί εμπόδιο στην ικανοποίησή μου και θα περιπλέξει και καθυστερήσει την ουσία της υπόθεσης. Όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου, η έννοια της δικαιοσύνης δε συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων μου (παράγραφος 13). Περαιτέρω, τα επίδικα ακίνητα έχουν ειδική συναισθηματική αξία για εμάς, καθότι ήταν δωρεά από τον πατέρα μου, ο οποίος έχει αποβιώσει και η πώλησή τους με καταναγκαστική πώληση, θα μου προκαλέσει μεγάλη αναστάτωση, ενώ έχω καλή και γνήσια υπόθεση εναντίον των εναγόντων και η πιθανότητα επιτυχίας της ανταπαίτησής μου εναντίον τους είναι πολύ μεγάλη (παράγραφος 14). Η ίδια η φύση της διαδικασίας εκποίησης ικανοποιεί την προϋπόθεση της αδυναμίας απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Εάν και εφόσον η εκποίηση προχωρήσει, τότε, αυτομάτως, θα καταστεί άνευ αντικειμένου η παρούσα αγωγή και θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού το επίδικο ακίνητο θα έχει ήδη εκποιηθεί. Αντιθέτως, οι ενάγοντες, καμιά ζημιά δε θα υποστούν και κανένα δικαίωμά τους δε θα απωλέσουν καθώς οι αιτούμενες προς αναστολή διαδικασίες, θα μπορούσαν να συνεχιστούν απρόσκοπτα σε περίπτωση που δικαιωθούν στην παρούσα αγωγή (παράγραφος 15). Η υλοποίηση της πρόθεσή τους να πωλήσουν την ακίνητη περιουσία, θα εξοστράκιζε και θα περίπλεκε την εξουσία και δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να ακούσει μαρτυρία, να εκδικάσει την υπόθεση και να απονέμει δικαιοσύνη (παράγραφος 16). Περαιτέρω, όπως πληροφορούμαι, η αγορά ακινήτων στην Κύπρο σήμερα, λόγω της περιορισμένης παροχής ρευστότητας προς τον τομέα αυτό και τα πρόσφατα προβλήματα του τραπεζικού τομέα ευρίσκεται σε κατάσταση σύγχυσης και ανωμαλίας σε βαθμό που να μην μπορεί να γίνει ακριβής εκτίμηση της αγοραίας αξίας των ακινήτων και περαιτέρω, η διαδικασία εκτίμησης των ακινήτων είναι διάτρητη λόγω έλλειψης αντικειμενικής αγοράς ακινήτων για να μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια η αξία της ακίνητης περιουσίας μου (παράγραφος 20). Σε σχέση με την ίδια προϋπόθεση - εκτός από τον 1ο λόγο - θεωρώ σχετικούς και τους ακόλουθους λόγους ένστασης των εναγόντων στην αίτηση: Τον 6ο, με τον οποίο υποβάλλεται πως δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε ζημιά, η οποία να μην μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός και/ή ικανοποιητική μαρτυρία περί αδυναμίας και/ή αφερεγγυότητας των εναγόντων. Το 10ο, με τον οποίο υποβάλλεται ότι σε σχέση με τις υποθήκες (για τις οποίες οι εναγόμενοι αξιώνουν το δεύτερο από τα αιτούμενα διατάγματα) δεν συντρέχει το κατ' επείγον και ως εκ τούτου δεν παρέχεται δυνατότητα στο Δικαστήριο να παρέχει την αιτούμενη θεραπεία και/ή να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, αφού δεν έχει προγραμματιστεί πλειστηριασμός και/ή δεν έχει εκκινήσει διαδικασία για εκποίηση και η αξίωση οποιασδήποτε θεραπείας γίνεται προληπτικά και ως εκ τούτου, εκτός των προϋποθέσεων που τάσσει ο νόμος. Το 12ο, με τον οποίο υποβάλλεται ότι οι εναγόμενοι έχουν ερμηνεύσει εσφαλμένα τις διατάξεις του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 (στο εξής «Νόμος») και/ή επιδιώκουν να πετύχουν θεραπεία που παρέχει το συγκεκριμένο μέρος του Νόμου, με αδόκιμο τρόπο. Τέλος, το 15ο λόγο, με τον οποίο υποβάλλεται ότι η υπεράσπιση και ανταπαίτηση των εναγόμενων στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής δεν αποτελεί λόγο έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και ούτε μπορεί καθοιονδήποτε άλλο τρόπο να αποτελέσει κώλυμα, στην προώθηση της διαδικασίας πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων δυνάμει του Μέρους VIA του Νόμου. Συναφώς με μερικούς από τους παραπάνω λόγους ένστασης θεωρώ καθ' όλα σχετικά τα εξής, τα οποία αναφέρει ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες, στην ένορκη του δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση στην υπό κρίση αίτηση: Τυχόν ζημιά η οποία ενδέχεται να υποστούν οι εναγόμενοι σε περίπτωση πώλησης της ενυπόθηκης περιουσίας αποτιμάται πράγματι σε χρήμα και αυτή αντιστοιχεί στην αξία της ενυπόθηκης περιουσίας, αφού προηγουμένως αφαιρεθούν οι οφειλές των εναγόμενων προς τους ενάγοντες που θα αποδειχθούν στο πλαίσιο της αγωγής (παράγραφος 27). Η συναισθηματική αξία που επικαλούνται οι εναγόμενοι για τα ακίνητα δεν αποτελεί παράγοντα που το Δικαστήριο μπορεί και πρέπει να λάβει υπόψη. Όπως είναι γνωστό, το σύνολο των τραπεζικών διευκολύνσεων που παραχωρούνται εξασφαλίζονται με υποθήκες. Αν ακολουθηθεί το επιχείρημα των εναγόμενων, κάθε ενυπόθηκος οφειλέτης, στην προσπάθειά του να αποτρέψει την άσκηση εκ μέρους των ενυπόθηκων δανειστών, των δικαιωμάτων τους που τους παρέχουν οι συμβάσεις υποθηκών και ο Νόμος, θα επικαλείται τη συναισθηματική αξία των ακινήτων του. Η συναισθηματική σχέση των εναγόμενων με τα ακίνητα υφίστατο ήδη και κατά το χρόνο εγγραφής των υποθηκών. Όπως ήταν σε γνώση τους και ο κίνδυνος που πάντοτε ενυπάρχει για απώλεια των ενυπόθηκων ακινήτων σε περίπτωση έκδοσης απόφασης εναντίον των ενυπόθηκων οφειλετών ή σε περίπτωση που οι ενάγοντες ασκούσαν τα εκ του Νόμου δικαιώματά τους, εάν οι εναγόμενοι ήταν υπερήμεροι (παράγραφος 28). Σε περίπτωση που τελικά το Δικαστήριο κρίνει ότι οι εναγόμενοι δικαιούνται την όποια αποζημίωση, οι ενάγοντες, ως το μεγαλύτερο τραπεζικό ίδρυμα της Κύπρου έχουν τη δυνατότητα και ικανότητα να τους αποζημιώσουν πλήρως, για όποιο ποσό τυχόν διατάξει το Δικαστήριο. Άλλωστε, δεν αμφισβητείται με κανένα τρόπο η ικανότητα και φερεγγυότητα των εναγόντων, οι οποίοι έχουν και θα έχουν τη δυνατότητα να αποκαταστήσουν τυχόν ζημιά που τυχόν θα προκληθεί στους εναγόμενους. Τυχόν αμφισβήτηση της ικανότητας αυτής, θα έπρεπε να εκφραστεί ρητά από τους εναγόμενους και να τεκμηριωθεί πλήρως (παράγραφος 40). Για να επαναλάβω σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), η τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση προσωρινού διατάγματος σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων - υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης -, σε βαθμό που, αν η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Ωστόσο, ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης (ανωτέρω)), αλλά και διάφορα άλλα - μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Κυρίσαββα (ανωτέρω επίσης)). Παρατηρώ τα εξής: Οι εναγόμενοι απότυχαν να με πείσουν ότι σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά, η οποία, είτε δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα είτε ακόμη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Καταρχήν, ενώ με την υπό κρίση αίτηση ζητούν την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων σε σχέση με όλες τις επίδικες υποθήκες, με βεβαρημένα, ακίνητα τα οποία ανήκουν - κατά περίπτωση - και στους τρεις εναγόμενους, ο εναγόμενος 1 με τους παραπάνω ισχυρισμούς του είναι σαφές, ότι συναρτά το ανεπανόρθωτο της ζημιάς που θα προκύψει από τη μη έκδοση του διατάγματος μόνο με τον ίδιο (βλ. τις υπογραμμισμένες φράσεις). Απ' εκεί και πέρα, βασικά, ενώ δεν ισχυρίζεται ευθέως, ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, η ζημιά που θα υποστούν οι εναγόμενοι δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα, οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντα για τους ενάγοντες, περί της φερεγγυότητάς τους καθώς και για την ικανότητά τους να αποκαταστήσουν τυχόν ζημιά που θα προκληθεί σ' αυτούς, σε περίπτωση πώλησης της επίδικης - ενυπόθηκης - περιουσίας τους, παρέμειναν αναντίλεκτοι. Σε σχέση τώρα με όσα αναφέρει ο εναγόμενος 1 στην παράγραφο 20 της ένορκης του δήλωσης προκειμένου να με πείσει πως δεν μπορεί να γίνει εκτίμηση της αγοραίας αξίας των επίδικων ακινήτων του και έμμεσα, ότι η ζημιά που θα υποστεί από τη μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα, απαντώ ως εξής: όλα όσα αναφέρει στη σχετική παράγραφο, ενώ εδράζονται σε πληροφορίες, δηλαδή αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία, εντούτοις, κατά παράβαση της Δ.39 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δεν αποκαλύπτει τις πηγές πληροφόρησής του και που βασίζονται αυτές. Με αυτό δεδομένο, οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί του υπέχουν μηδενικής αποδεικτικής αξίας και δε λαμβάνονται καθόλου υπόψη. Τέλος, επί του ισχυρισμού του - της παραγράφου 14 -, ότι τα επίδικα ακίνητα έχουν ειδική συναισθηματική αξία για τους εναγόμενους, καθότι ήταν δωρεά από τον πατέρα του, ο οποίος έχει αποβιώσει και η πώλησή τους με καταναγκαστική πώληση, θα του προκαλέσει μεγάλη αναστάτωση, ενώ έχει καλή και γνήσια υπόθεση εναντίον των εναγόντων και η πιθανότητα επιτυχίας της ανταπαίτησής του εναντίον τους είναι πολύ μεγάλη, δυο πράγματα θέλω να πω. Καταρχήν, να επαναλάβω τη διαπίστωσή μου, ότι, ενώ η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε και από τους τρεις εναγόμενους και με αυτή ζητείται η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος σε σχέση με όλα τα επίδικα ακίνητα, το παράδοξο - ας μου επιτραπεί να πω - είναι ότι ο εναγόμενος συναρτά το ανεπανόρθωτο της βλάβης που θα προκύψει από την μη έκδοση του διατάγματος, μόνο με το άτομό του. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, η ειδική συναισθηματική αξία που έχουν τα επίδικα ακίνητα, είτε για τον ίδιο είτε ακόμη και για τους συνεναγόμενούς του καθώς και ο λόγος που συμβαίνει αυτό, με όλο το σεβασμό θεωρώ ότι, πόρρω απέχει από το να καταστήσει τη ζημιά που θα υποστούν από την πώληση των εν λόγω ακινήτων, ως τέτοια ζημιά, που δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα, για να μπορεί βάσιμα να λεχθεί ότι η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο δεν είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους, είτε ακόμη, ότι αποτελεί μεταβλητό κριτήριο που θα πρέπει να λάβω υπόψη προκειμένου να εκδώσω το αιτούμενο διάταγμα. Η θέση μου είναι πολύ απλή και σύμφωνη με όσα αναφέρει συναφώς με το θέμα ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες. Αφ' ης στιγμής οι εναγόμενοι υποθήκευσαν την ακίνητη περιουσία τους για σκοπούς εξασφάλισης των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1 στους ενάγοντες για την τραπεζική διευκόλυνση που του είχαν παραχωρήσει, προφανώς γνώριζαν - εν πάση περιπτώσει, όφειλαν να γνωρίζουν - για τον εν δυνάμει κίνδυνο που αντιμετώπιζαν, κάποια στιγμή να διαταχθεί η πώληση της εν λόγω περιουσίας τους για το σκοπό που την είχαν υποθηκεύσει. Έχοντας αυτό υπόψη, δεδομένης της συναισθηματικής αξίας που έχει η εν λόγω περιουσία γι αυτούς - η οποία δεν μπορεί να μην υπήρχε και κατά το χρόνο που την είχαν υποθηκεύσει -, εάν ήθελαν να τη διαφυλάξουν και να μη διαταραχθεί ή διαρρηχθεί η συναισθηματική της αξία για τους ίδιους, πολύ απλά, δε θα έπρεπε να την είχαν υποθηκεύσει. Εάν αναγνώριζα ως ικανοποιητικό παράγοντα - κριτήριο, τη συναισθηματική αξία που έχει ένα ενυπόθηκο ακίνητο για τον ιδιοκτήτη του - για όποιο λόγο συμβαίνει αυτό - προκειμένου να θεωρήσω ότι ικανοποιείται η τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, κάτι τέτοιο, κατά τη γνώμη μου, θα αποτελούσε απλώς ένα εύσχημο τρόπο έμμεσης κατάργησης του δικαιώματος, κάθε ενυπόθηκου δανειστή, να προχωρήσει με εκποίηση της υποθήκης και πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου και τούτο, επειδή, προφανώς, κάθε ενυπόθηκος οφειλέτης, για να εξασφαλίσει ένα τέτοιο διάταγμα, θα επικαλείτο τον ίδιο λόγο. Παρότι η τύχη της αίτησης ουσιαστικά έχει κριθεί εντούτοις, θα συνεχίσω και θα τοποθετηθώ και επί διαφόρων άλλων θέσεων των μερών. Αυτό, χάριν πληρότητας της απόφασής μου, αλλά και για το ενδεχόμενο που σε ανώτερο επίπεδο δικαστικής κρίσης, οι μέχρι τώρα διαπιστώσεις μου θεωρηθούν εσφαλμένες. Με τον 4ο λόγο ένστασης υποβάλλεται ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και θα πρέπει να απορριφθεί, αφ' ης στιγμής, ο σκοπός της είναι αλλότριος, ήτοι αποσκοπεί στην αποστέρηση από τους ενάγοντες του δικαιώματός τους να προχωρήσουν σε πώληση των επίδικων ακινήτων σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου. Όπως αναφέρει ο κ. Σταυρινού στην παράγραφο 23 της ένορκης του δήλωσης συναφώς με αυτό το λόγο, όπως το συμβουλεύουν οι δικηγόροι των εναγόντων, ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής των ειδοποιήσεων Τύπος ΙΑ, να καταχωρήσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης, για τους λόγους που ορίζει η σχετική νομοθεσία. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, προστίθεται, οι εναγόμενοι έχουν απολέσει το δικαίωμά τους να καταχωρήσουν έφεση και/ή θεώρησαν ορθότερο να καταχωρήσουν αίτηση για απαγορευτικό διάταγμα και κατ' αυτό τον τρόπο, να παγοποιήσουν τη διαδικασία προς βλάβη των δικαιωμάτων των εναγόντων, ακόμη και για τις υποθήκες για τις οποίες δεν έχουν λάβει οποιαδήποτε ειδοποίηση και άρα δεν επίκειται ο πλειστηριασμός. Προστίθενται και τα εξής, τα οποία αναφέρουν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των εναγόμενων στη γραπτή αγόρευσή τους: «Η παρούσα αίτηση και η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι ο μοναδικός τρόπος να διασφαλιστούν τα δικαιώματα των Αιτητών καθότι η επίδικη Ακίνητη Περιουσία θα πωληθεί σε πλειστηριασμό με την διαδικασία που προβλέπεται στο Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου στις 14/01/2019 και μεταξύ των ωρών 9.00 π.μ. και 5.00 μ.μ. στην οδό Χ. . xxx, Κατ. xx, Έ. 8250, Πάφος.» Παρατηρώ τα εξής: Το Μέρος VIA του Νόμου διαλαμβάνει για τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή. Το άρθρο 44Γ - με τίτλο «Επίδοση ειδοποιήσεων για τη σκοπούμενη πώληση» - προνοεί ότι: «
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού: Νοείται ότι, με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους: Νοείται περαιτέρω ότι, μετά την επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι», οποιαδήποτε αρμόδια αρχή παρέχει, μετά από την υποβολή σχετικού αιτήματος από τον ενυπόθηκο δανειστή, όλες τις σχετικές πληροφορίες, αναφορικά με τους φόρους, τα τέλη και τις χρεώσεις που επιβαρύνουν το ενυπόθηκο ακίνητο, εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από την ημερομηνία υποβολής τέτοιου αιτήματος.
(2)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των τριάντα
(30)ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου˙ (στ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο.» (οι υπογραμμίσεις και η έμφαση είναι δικά μου) Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, ότι οι ενάγοντες, κάνοντας χρήση του Μέρους VIA του Νόμου, σε εφαρμογή του εδαφίου
(2)του άρθρου 44Γ, στις 18/9/2018 επέδωσαν στους τρεις εναγόμενους την έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «IΑ», η οποία αφορά τις υποθήκες με αριθμό Υ3403/2010 και Υ472/2012, με βεβαρυμμένα ακίνητα, τα ακίνητα με αριθμό εγγραφής Δ.1x1 και Δ.2x2, ιδιοκτησίας του εναγόμενου 1 και για τα οποία οι εναγόμενοι, με την υπό κρίση αίτηση ζητούν το πρώτο από τα δυο διατάγματα. Με την εν λόγω ειδοποίηση, οι εναγόμενοι πληροφορούνται από τους ενάγοντες ότι το εξασφαλισμένο ενυπόθηκο χρέος με τις εν λόγω υποθήκες έχει καταστεί πληρωτέο από 11/9/2015 και ότι προτίθενται να προχωρήσουν σε πώληση, στις 14/1/2019 με τη διαδικασία πλειστηριασμού, ως προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου. Ουσιαστικά αποτελεί επίσης κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, ότι σε σχέση με τις υπόλοιπες επίδικες υποθήκες, οι ενάγοντες δεν προέβησαν σε καμιά ενέργεια που να αποσκοπεί σε εκποίησή τους στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας και με βάση, το ίδιο μέρος του Νόμου. Με αυτό δεδομένο, η θέση των εναγόμενων, ότι η επίδικη ακίνητη περιουσία (δηλαδή όλα τα επίδικα ακίνητα και των τριών εναγόμενων) θα πωληθεί σε πλειστηριασμό με τη διαδικασία που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου, στις 14/1/2019, δεν ευσταθεί. Για να συνεχίσω είναι γεγονός, ότι με βάση το εδάφιο
(3)του άρθρου 44Γ του Νόμου, η έφεση για παραμερισμό της ειδοποίησης (κατά τον Τύπο «ΙΑ») της σκοπούμενης πώλησης, θα πρέπει να καταχωρηθεί εντός της αποκλειστικής προθεσμίας των 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, ως επίσης και ότι ένας από τους λόγους παραμερισμού της ειδοποίησης είναι ότι έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Προφανώς πρόκειται για ένα τέτοιο διάταγμα που προσπαθούν να εξασφαλίσουν οι εναγόμενοι με την υπό κρίση αίτηση. Με αυτό δεδομένο είναι σαφές, ότι η θέση των εναγόντων - και κατ' επέκταση ο υπό εξέταση λόγος ένστασης - σύμφωνα με την οποία, η αίτηση είναι καταχρηστική και θα πρέπει να απορριφθεί επειδή αποσκοπεί στο να τους στερήσει το δικαίωμα να προχωρήσουν σε πώληση των επίδικων ακινήτων σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου είναι αβάσιμη. Απ' εκεί πέρα, εάν οι εναγόμενοι, όντως παρέλειψαν να καταχωρήσουν έφεση παραμερισμού της επίδικης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΑ», επίσης δεν καθιστά την υπό κρίση αίτηση καταχρηστική. Αφ' ης στιγμής η ειδοποίηση, τους επιδόθηκε στις 18/9/2018 και καταχώρησαν την αίτηση, στις 3/10/2018, δηλαδή, σε χρόνο προτού λήξει η προθεσμία των 30 ημερών που θα μπορούσαν να καταχωρήσουν και την έφεση κατά της εν λόγω ειδοποίησης, το γεγονός ότι άφησαν να παρέλθει η σχετική προθεσμία, χωρίς να την καταχωρήσουν, ενώ μπορεί να λεχθεί ότι καθιστά μάταιη την όποια προσπάθεια ανακοπής του επικείμενου πλειστηριασμού, δεν μπορεί να καταστήσει την αίτηση καταχρηστική και μάλιστα, με αναδρομική ισχύ. Για τα θέματα αντισυνταγματικότητας του Νόμου που εγείρουν οι εναγόμενοι περιορίζομαι να πω τα εξής: Για δυο λόγους θεωρώ πως δεν μπορούν να εγείρουν τέτοιο θέμα στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης. Καταρχήν, επειδή αυτό δεν είναι επίδικο στο πλαίσιο της αγωγής, υπό την έννοια ότι, ούτε με την υπεράσπισή τους μα ούτε και με την ανταπαίτησή τους το εγείρουν. Ακολούθως και ως θέμα δικαιοδοσίας, κατά τη γνώμη μου, μόνο στο πλαίσιο έφεσης σε σχέση με τη διαδικασία εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου με βάση το Μέρος VIA του Νόμου θα μπορούσε να εγερθεί θέμα αντισυνταγματικότητας του συγκεκριμένου μέρους του Νόμου. Αποκλειστικό αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης είναι η εξέταση συνδρομής των ουσιαστικών προϋποθέσεων για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Για τον ίδιο λόγο, ούτε και η θέση των εναγόμενων - σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης των δικηγόρων τους - ότι η ειδοποίηση της σκοπούμενης πώλησης της ακίνητης ιδιοκτησίας του εναγόμενου 1 αποτελεί και συνιστά κατάχρηση διαδικασίας έχει θέση στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης και κατ' επέκταση, στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγόμενων. (Υπ.) ................. Κ. Κωνσταντίνου, Πρ. Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Interim (Αναφορά: Πολιτική - αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.