← Κύπρος

BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED ν. S.C. MOTORS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 469/2017, 17/12/2018

BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED ν. S.C. MOTORS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 469/2017, 17/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A166 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 469/2017 Μεταξύ: BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED Ενάγοντες Και

  1. S.C. MOTORS LTD
  2. ..... ΣΠΥΡΟΥ Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 06.11.2018 Ημερομηνία: 17.12.2018 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους/Αιτητές : κα Κατσαρά για κ. G. VRIKIS AND ASSOCIATES LLC Για Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση:κα Ελ. Μιχαήλ για Ανδρέας Δημητριάδης & Σια ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες με την παρούσα αγωγή, καταχωρηθείσα στις 03.05.2017, με Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, αξιώνουν εναντίον των Εναγόμενων απόφαση για τα ποσά των €93.481,28 και €231.005,73 πλέον τόκους, δυνάμει συμφωνίας παραχώρησης Ορίου σε Τρεχούμενο Λογαριασμό και δυνάμει συμφωνίας δανείου αντίστοιχα, καθώς επίσης ζητούνται διατάγματα εκποίησης πέντε υποθηκών - Υ.../2004, Y.../2005, Υ.../2006, Υ.../2007 και Y.../2010, - όλες καταχωρημένες στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου. Με την Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι αρνούνται την απαίτηση των Εναγόντων, πέραν δε των επιμέρους αρνήσεων της απαίτησης, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό, αν ήθελε δε αποδειχθεί ότι οφείλουν, αυτό είναι προϊόν υπερχρεώσεων και/ή παράνομων ενεργειών, πράξεων και/ή παραλείψεων των Εναγόντων και/ή ανατοκισμού και ζητούν την απόρριψη της αγωγής ως ενοχλητικής και/ή αβάσιμης και/ή κακόβουλης και/ή κακόπιστης και ως μη αποκαλύπτουσας αγώγιμο δικαίωμα. Η ακροαματική διαδικασία της αγωγής δεν άρχισε ακόμη, είναι προγραμματισμένη για ακρόαση στις 26.09.
  3. Στις 06.11.2018 οι Εναγόμενοι - στο εξής οι Αιτητές - καταχώρησαν μονομερή αίτηση (στο εξής η Αίτηση), της οποίας διατάχθηκε η επίδοση, με την οποία ζητούνται τα ακόλουθα διατάγματα: 1 Προσωρινό και/ή ενδιάμεσο Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύει και/ή να εμποδίζει την Ενάγουσα από το να πωλήσει και/ή εκποιήσει και/ή αναστείλει τον πλειστηριασμό των ακινήτων υπ' αριθμό εγγραφής: 0/..., Φ/Σχ/Τμήμα: 45/50/0, Τεμάχιο: .., Μερίδιο 1/1, Έκταση: 923 τ.μ., Τοποθεσία: Καμπίν, Χλώρακα και υπ' αριθμό εγγραφής: 0/..., Φ/Σχ/Τμήμα: 45/50/0, Τεμάχιο: ., Μερίδιο 1/1, Έκταση: 1749 τ.μ., Τοποθεσία: Καμπίν, Χλώρακα τα οποία καλύπτονται από την Υποθήκη υπ' Αριθμό .../2004 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου ο οποίος είναι προγραμματισμένος την 18.12.2018 μέχρι και την τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της παρούσας Αγωγής. 2 Προσωρινό και/ή ενδιάμεσο Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στην Ενάγουσα να πωλήσει και/ή εκποιήσει και/ή ξεκινήσει διαδικασίες πλειστηριασμού αναφορικά με το οικόπεδο υπ' αριθμό εγγραφής: 0/..., Φ/Σχ/Τμήμα: 45/50/0, Τεμάχιο: ., Μερίδιο 1/1, Έκταση: 923 τ.μ., Τοποθεσία: Καμπίν, Χλώρακα και το οικόπεδο υπ' αριθμό εγγραφής: 0/..., Φ/Σχ/Τμήμα: 45/50/0, Τεμάχιο: .., Μερίδιο 1/1, Έκταση: 1749 τ.μ., Τοποθεσία: Καμπίν, Χλώρακα τα οποία καλύπτονται από την Υποθήκη υπ' Αριθμό ../2005 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου μέχρι και την τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της παρούσας Αγωγής. 3 Προσωρινό και/ή ενδιάμεσο Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στην Ενάγουσα να πωλήσει και/ή εκποιήσει και/ή ξεκινήσει διαδικασίες πλειστηριασμού αναφορικά με το οικόπεδο υπ' αριθμό εγγραφής: 0/..., Φ/Σχ/Τμήμα: 45/50/0, Τεμάχιο: ......, Μερίδιο 1/1, Έκταση: 923 τ.μ., Τοποθεσία: Καμπίν, Χλώρακα και το οικόπεδο υπ' αριθμό εγγραφής: 0/.., Φ/Σχ/Τμήμα: 45/50/0, Τεμάχιο: ..., Μερίδιο 1/1, Έκταση: 1749 τ.μ., Τοποθεσία: Καμπίν, Χλώρακα τα οποία καλύπτονται από την Υποθήκη υπ' Αριθμό .../2006 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου μέχρι και την τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της παρούσας Αγωγής. 4 Προσωρινό και/ή ενδιάμεσο Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στην Ενάγουσα να πωλήσει και/ή εκποιήσει και/ή ξεκινήσει διαδικασίες πλειστηριασμού αναφορικά με το οικόπεδο υπ' αριθμό εγγραφής: 0/..., Φ/Σχ/Τμήμα: 45/50/0, Τεμάχιο:.., Μερίδιο 1/1, Έκταση: 923 τ.μ., Τοποθεσία: Καμπίν, Χλώρακα και το οικόπεδο υπ' αριθμό εγγραφής: 0/..., Φ/Σχ/Τμήμα: 45/50/0, Τεμάχιο: ..., Μερίδιο 1/1, Έκταση: 1749 τ.μ., Τοποθεσία: Καμπίν, Χλώρακα τα οποία καλύπτονται από την Υποθήκη υπ' Αριθμό .../2007 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου μέχρι και την τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της παρούσας Αγωγής. 5 Προσωρινό και/ή ενδιάμεσο Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στην Ενάγουσα να πωλήσει και/ή εκποιήσει και/ή ξεκινήσει διαδικασίες πλειστηριασμού αναφορικά με το οικόπεδο υπ' αριθμό εγγραφής: 0/..., Φ/Σχ/Τμήμα: 45/50/0, Τεμάχιο:.., Μερίδιο 1/1, Έκταση: 923 τ.μ., Τοποθεσία: Καμπίν, Χλώρακα και το οικόπεδο υπ' αριθμό εγγραφής: 0/.., Φ/Σχ/Τμήμα: 45/50/0, Τεμάχιο: ..., Μερίδιο 1/1, Έκταση: 1749 τ.μ., Τοποθεσία: Καμπίν, Χλώρακα τα οποία καλύπτονται από την Υποθήκη υπ' Αριθμό .../2010 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου μέχρι και την τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της παρούσας Αγωγής. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ..... Σπύρου, Εναγόμενου 2, - στο εξής Αιτητής 2 - η οποία γίνεται εκ μέρους του και για λογαριασμό των Εναγόμενων 1 - Αιτητών 1 - στους οποίους είναι διευθυντής δηλώνοντας δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτούς για να εκθέσει τα γεγονότα της υπόθεσης. Ως αναφέρει την 16.10.2018 οι Ενάγοντες απέστειλαν μέσω συστημένου ταχυδρομείου δύο επιστολές «Τύπου ΙΑ» ημερομηνίας 09.10.2018 - Τεκμήρια 1 και 2 επί της Αίτησης - τις οποίες παρέλαβε την 17.10.2018, απευθυνόμενες στους Αιτητές 1 και σε αυτόν προσωπικά. Οι εν λόγω επιστολές αφορούν εκποίηση μίας εκ των επίδικων υποθηκών στην παρούσα Αγωγή, ήτοι την υποθήκη Υ..../
  4. Η εκποίηση είναι προγραμματισμένη στις 18.12.
  5. Ως εξηγεί ο Αιτητής 2 δεν είναι η πρώτη φορά που οι Ενάγοντες επιχειρούν να εκποιήσουν τη συγκεκριμένη υποθήκη, καθ' ότι την 29.06.2018 εκδόθηκε απόφαση - Τεκμήριο 4 επί της Αίτησης - στα πλαίσια της Αίτησης/Έφεσης .../2018, με την οποία παραμερίστηκε προγενέστερη Ειδοποίηση «Τύπου ΙΑ». Οι Ενάγοντες, παρ' ότι εκκρεμούν συνολικά εννέα

(9)Αγωγές στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου συνεχίζουν τη διαδικασία εκποίησης. Ειδικότερα αναφέρεται πως πέραν της παρούσας αγωγής, εκκρεμούν οι Αγωγές υπ' αριθμό .../2017, .../2017, .../2017, .../2017, .../2017, .../2017, .../2017 και .../2017, οι οποίες έχουν κινηθεί από τους Ενάγοντες και στις οποίες υπάρχει εμφάνιση δεόντως και αμφισβητούνται, μεταξύ άλλων, τα ισχυριζόμενα υπόλοιπα και η εγκυρότητα της εγγύησης εκ μέρους του Αιτητή
  1. Στο ένα εκ των δύο ακινήτων τα οποία καλύπτονται από την υποθήκη, Υ...../2004, στεγάζεται το κατάστημα των Αιτητών 1, η δε εκποίηση του εν λόγω καταστήματος ουσιαστικά θα οδηγήσει, μεταξύ άλλων και στην παύση τόσο του κύκλου εργασιών του, αλλά και στην οριστική και τελειωτική αφαίρεση της δυνατότητας αποπληρωμής οποιουδήποτε χρέους των Αιτητών
  2. Η εν λόγω υποθήκη, Υ..../2004, αφορούσε το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/.... και το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/..., ιδιοκτησίας του Αιτητή 2 και τα δύο, όμως το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/... αντικαταστάθηκε με το νέο τίτλο ιδιοκτησίας σε 0/.... Η υποθήκη Υ.../2004 δεν είναι η μοναδική η οποία βαρύνει τα εν λόγω ακίνητα, αλλά υπάρχει και η υποθήκη Υ.../2004 ημερομηνίας 20.05.
  3. Επισυνάπτεται δε από τον Αιτητή 2 Έρευνα του Κτηματολογίου ημερομηνίας 19.07.2016 - Τεκμήριο 5 επί της Αίτησης - στην οποία εμφαίνονται όλες οι εγγραφές και οι υποθήκες προς όφελος των Εναγόντων. Η εκτιμημένη αξία του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/... ανέρχεται στις €300,000,00 ενώ του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/... σε €1.028.000,00 και ως εκ τούτου, είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από το ποσό των €83.865.21 το οποίο οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι είναι το υπόλοιπο της Υ.../04 στην Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ - Τεκμήριο 5 του Τεκμηρίου 3 επί της Αίτησης. Επισημαίνει ακόμη ο Αιτητής 2 ότι η προγενέστερη υποθήκη Υ.../2004 αφορά εξασφάλιση ύψους €420.000,00 και ως εκ τούτου με την ενδεχόμενη επιτυχία της εκποίησης, οι Ενάγοντες θα λάβουν αθέμιτο προβάδισμα και όφελος εφόσον υπέρ αυτών έχει καταρτιστεί η εν λόγω υποθήκη. Αποτελεί θέση του Αιτητή 2 ότι οι Ενάγοντες υπερχρέωσαν και υπολόγισαν λανθασμένα το υπόλοιπο των δανείων που παραχώρησαν στους Αιτητές ως εκ τούτου, ξεκινήσαν διαπραγματεύσεις με τους Ενάγοντες, ώστε να εξευρεθεί μία δίκαιη λύση. Ο Αιτητής 2 είχε διορίσει ελεγκτικό οίκο προκειμένου να προβεί σε σχετικούς υπολογισμούς, προέκυψε δε από έρευνα του συγκεκριμένου οίκου ότι υπήρχαν υπερβολικές υπερχρεώσεις τόκων. Οι υπερχρεώσεις, φθάνουν τις €302.000,00 μέχρι τις 10.08.
  4. Στο Τεκμήριο 7, το οποίο εμπεριέχεται στο Τεκμήριο 3 της ένορκης δήλωσης του, εμφαίνεται η επιστολή του εν λόγω οίκου ημερομηνίας 16.12.
  5. Στη 2η σελίδα της εν λόγω επιστολής αναφέρεται ξεκάθαρα ότι οι τραπεζικές επιβαρύνσεις έχουν υπολογιστεί αντικανονικά και παράνομα, καθώς επίσης και στην Πρότασή Β΄ στην οποία αναφέρεται ξεκάθαρα η πρόθεσή των Αιτητών να παραχωρήσουν ένα εκ των δύο ακινήτων τα οποία οι Ενάγοντες αποπειρώνται να εκποιήσουν. Μέσω επιστολής ημερομηνίας 20.05.2016 - Τεκμήριο 6 επί της Αίτησης - ζητήθηκε εκ νέου η διαγραφή των παράνομων υπερχρεώσεων και οι Αιτητές πρότειναν την παραχώρηση και των 16 διαμερισμάτων τα οποία βρίσκονται στο ακίνητο 0/.... Μέσω επιστολής τους ημερομηνίας 15.07.2016 - Τεκμήριο 7 επί της Αίτησης - οι Ενάγοντες ζήτησαν από τους Αιτητές να τους εφοδιάσουν με σωρεία δικαιολογητικών. Παρά το γεγονός ότι μέχρι εκείνο το σημείο ουδέποτε δόθηκε οποιαδήποτε απάντηση επί της ουσίας, και παρόλο που έχουν παρουσιαστεί στους Ενάγοντες στοιχεία και αριθμοί, οι τελευταίοι προχώρησαν περί το 2017 και τερμάτισαν τους λογαριασμούς, ενώ αμέσως μετά καταχώρησαν τις εννέα αγωγές. Οι δικηγόροι των Αιτητών απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 17.05.2017 προς τους Ενάγοντες καλώντας τους όπως ανταποκριθούν στην πρότασή τους - Τεκμήριο 9 επί της Αίτησης, το οποίο εμπεριέχεται στο Τεκμήριο
  6. Οι Ενάγοντες επανήλθαν ενάμιση χρόνο μετά με απάντηση επί της πρότασής των Αιτητών ενώ προχώρησαν, λίγες ημέρες πριν από την αποστολή της εν λόγω επιστολής των δικηγόρων τους, και καταχώρησαν την παρούσα αγωγή η οποία επιδόθηκε στον Αιτητή 2 την 13.06.
  7. Κατά τον Αιτητή 2 υπάρχει αντιφατικότητα στους ισχυρισμούς των Εναγόντων όταν από τη μια ισχυρίζονταν, μέσω των δικηγόρων τους, ότι απορρίφθηκαν οι θέσεις των Αιτητών για υπερχρεώσεις, ενώ στην εν λόγω επιστολή τους μιλούν για αφαίρεση των τόκων υπερημερίας ύψους €70.000,
  8. Πιστεύει ο Αιτητής 2 ότι οι Ενάγοντες κωλυσιέργησαν ενδεχομένως και επίτηδες, και εν πάση περιπτώσει κατ' επανάληψη, να ανταποκριθούν στα αιτήματά των Αιτητών για εξεύρεση μίας δίκαιης λύσης, με αποτέλεσμα να χρεωθούν ακόμα περισσότεροι παράνομοι τόκοι και να αυξηθεί το υπόλοιπο. Εν πάση όμως περιπτώσει, λόγω του ότι υπήρχε επιθυμία για πραγματική διευθέτηση του ζητήματος, οι Αιτητές πρότειναν την παραχώρηση των 16 διαμερισμάτων και τη συνολική διευθέτηση των δανείων να είναι για το ποσό των €856.000,00 με τη διαγραφή οποιουδήποτε υπολοίπου και τερματισμό των εγγυήσεων, πλέον την παραχώρηση δανείου για €100.000,
  9. Οι Ενάγοντες απάντησαν μέσω επιστολής τους ημερομηνίας 06.11.2017 - Τεκμήριο 12 επί της Αίτησης - με την οποία απέρριψαν την πρόταση των Αιτητών. Παρόλο που οι δικηγόροι των Αιτητών κάλεσαν τους Ενάγοντες σε συνάντηση επανειλημμένα αυτοί δεν έχουν ανταποκριθεί και, προσπαθούν εκ νέου να εκποιήσουν τα ακίνητα τα οποία τέθηκαν ως εξασφάλιση, παρά το γεγονός ότι τα ακίνητα τα οποία αποπειρώνται να εκποιήσουν για δεύτερη φορά, είχαν προσφερθεί σε αυτούς με την προϋπόθεση ότι θα παρέμενε το κατάστημα ως ιδιοκτησία των Αιτητών, και να υπολογιστούν ορθά τα υπόλοιπα των δανείων και να διαγραφούν οι παράνομες υπερχρεώσεις. Σημειώνει επιπλέον ο Αιτητής 2 ότι στις επιστολές - Τεκμήρια 1 και 2 επί της Αίτησης - περιέχεται εκτίμηση της αξίας των ενυπόθηκων ακινήτων, όμως ουδέποτε του δόθηκε η ευκαιρία να διορίσει δικό του ανεξάρτητο εκτιμητή. Στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/.... υπάρχουν 16 διαμερίσματα τα οποία δεν εμφαίνονται στη σχετική εγγραφή του Κτηματολογίου και τα οποία ενοικιάζονται σε τρίτα άτομα, ενώ στεγάζεται και η επιχείρηση των Αιτητών
  10. Επίσης ο Αιτητής 2 αναφέρει ότι λόγω της χρόνιας συνεργασίας του με τους Ενάγοντες είχε εναποθέσει την εμπιστοσύνη του σε αυτούς προκειμένου να μπορέσει να εξασφαλίσει τη συμβουλή τους για να στηρίξει την επιχείρησή του, οι οποίοι τον προέτρεψαν να κάνει αυτού του είδους τα δάνεια και να προσφέρει τις εν λόγω εξασφαλίσεις χωρίς να του επεξηγήσουν τους όρους των συμφωνιών. Περαιτέρω, είναι εγγυητής των Αιτητών 1 και ουδέποτε οι Ενάγοντες τον παρέπεμψαν να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή, αλλά επίσης, περιέλαβαν σωρεία καταχρηστικών ρητρών στις συμφωνίες, παραβιάζοντας τη σχέση τραπεζίτη - πελάτη η οποία είχε δημιουργηθεί μεταξύ τους. Επισύρει δε ειδικά την προσοχή του Δικαστηρίου στην παράγραφο 6 της Υπεράσπισής του. Ενάντια στην επίδικη Αίτηση οι Ενάγοντες - στο εξής Καθ' ων η Αίτηση - καταχώρησαν στις 03.12.2018 Ειδοποίηση Περί Πρόθεσης Ένστασης, εγείροντας οκτώ λόγους ένστασης οι οποίοι συγκλίνουν στις θέσεις ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγκριση της Αίτησης, η οποία είναι πραγματικά και νομικά αβάσιμη, ότι οι Αιτητές παρουσιάζουν παραπλανητική εικόνα στο Δικαστήριο, ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης, ότι οι Αιτητές κωλύονται να ζητούν την αναστολή της διαδικασίας πλειστηριασμού, οι δε Καθ' ων η Αίτηση έχουν κάθε δικαίωμα να προχωρήσουν στην πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων. Οι λόγοι ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση της ..... Κανάρη, υπαλλήλου των Καθ' ών η Αίτηση, η οποία απορρίπτει κατ' αρχή το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Αιτητή 2, στο βαθμό και στην έκταση που το περιεχόμενο αυτής αντίκειται στην ένορκη δήλωση της. Εξηγεί η Κανάρη πως κατόπιν απαίτησης των Αιτητών, οι Καθ' ων η Αίτηση παρείχαν σε αυτούς διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις, όπως αναφέρονται στην Έκθεση Απαιτήσεως. Προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που δόθηκαν στους Αιτητές, και της τήρησης των όρων των επίδικων συμφωνιών παραχώρησης ορίου σε Τρεχούμενο Λογαριασμό και του Δανείου, ο Αιτητής 2 εκτός από προσωπική εγγύηση ενέγραψε και τις υποθήκες: (α) Υ.../2004 ημερομηνίας 23.08.2004 για το ποσό των Λ.Κ.24.000,00 ήτοι €41.006,43 πλέον τόκους επί των ακινήτων
(1)Οικόπεδο με αριθμό εγγραφής ..., τεμ. ...,
(2)Ακίνητο με αριθμό εγγραφής ..., τεμ. ..., (β) Υ.../2005 ημερομηνίας 15.03.2005 για το ποσό των Λ.Κ.24.000,00 ήτοι €41.006,43 πλέον τόκους επί των ακινήτων
(1)Οικόπεδο με αριθμό εγγραφής ..., τεμ. ...,
(2)Ακίνητο με αριθμό εγγραφής ..., τεμ. ..., (γ) Υ.../2006 ημερομηνίας 18.05.2006 για το ποσό των Λ.Κ 40.000,00 ήτοι €68.344,06 πλέον τόκους επί των ακινήτων
(1)Οικόπεδο με αριθμό εγγραφής ..., τεμ. ...
(2)Ακίνητο με αριθμό εγγραφής ..., τεμ. ..., (δ) Υποθήκη με αριθμό Υ.../2007 ημερομηνίας 03.09.2007 για το ποσό των Λ.Κ 60.000,00 ήτοι €102.516,09 πλέον τόκους επί των ακινήτων
(1)Οικόπεδο με αριθμό εγγραφής ..., τεμ. ...,
(2)Ακίνητο με αριθμό εγγραφής ..., τεμ. ... και (ε) .../10 ημερομηνίας 15.07.2010 για το ποσό των €170.000,00- πλέον τόκους επί των ακινήτων
(1)Οικόπεδο με αριθμό εγγραφής ..., τεμ. ...,
(2)Ακίνητο με αριθμό εγγραφής ..., τεμ. ... . -Τεκμήριο 1 επί της Ένστασης τα αντίγραφα των προαναφερόμενων υποθηκών. Όλα τα ενυπόθηκα ακίνητα βρίσκονται στη Χλώρακα. Όσον αφορά στα έγγραφα υποθήκης και τα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση, που οι Αιτητές έδωσαν σε αυτούς με την υπογραφή των υποθηκών, η ενόρκως δηλούσα παραπέμπει στον όρο 4 αυτών, με τον οποίο, σε περίπτωση που οι ενυπόθηκοι οφειλέτες παρέλειπαν να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό που οι υποθήκες εξασφάλιζαν, η Τράπεζα είχε το δικαίωμα «... να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα είτε μέσω Κτηματολογίου είτε απ' ευθείας είτε δυνάμει διατάγματος εκδοθέντος από το Δικαστήριο κατόπιν αγωγής, και χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση προς εμένα...». Επειδή ως εξηγεί η Καννάρη, οι Αιτητές δεν κατέβαλαν τις προβλεπόμενες από τις συμφωνίες πιστωτι­κών διευκολύνσεων δόσεις τους, ενώ ξεπερνούσαν το Όριο που τους είχε δοθεί κατόπιν δικής τους απαίτησης, τόσο η Συμφωνία Ορίου όσο και η Συμφωνία Δανείου τροποποιήθηκαν επανειλημμένα και ουσιαστικά οι υπερχρεώσεις των Αιτητών προς τους Καθ' ων η Αίτηση αναδιαρθρώνονταν, ούτως ώστε οι Αιτητές να ήταν σε θέση να ομαλοποιήσουν τα δάνεια τους και τις υποχρεώσεις τους έναντι των Καθ' ων η Αίτηση. Παρ' όλες τις ευκαιρίες που τους είχαν δοθεί από τους Καθ' ων η Αίτηση, οι Αιτητές και πάλι δεν συμμορφώνονταν, με αποτέλεσμα οι Καθ' ων η Αίτηση να κινήσουν την παρούσα αγωγή εναντίον τους. Στα πλαίσια προσπάθειας ομαλοποίησης των υποχρεώσεων τους, όπως αναφέρεται και από τον Αιτητή 2, όντως ανταλλάχθηκε αλληλογραφία, μέσω της οποίας τόσο οι Αιτητές όσο και οι Καθ' ων η Αίτηση παρουσίαζαν τις δικές τους θέσεις όσον αφορά την ομαλοποίηση των υποχρεώ­σεων των Αιτητών, οι οποίοι επέμεναν ότι υπήρχαν δήθεν υπερχρεώσεις στις πιστωτικές διευκολύνσεις τους και να απαιτούν τόσο τη διαγραφή των κατ' ισχυρισμό υπερχρεώσεων, την περαιτέρω διαγραφή ενός σημαντικού ποσού από τα οφειλόμενα, τη μείωση του χρέους μέσω ανταλλαγής χρέους-ακινήτων και την εξόφληση του υπολοίπου που θα παρέμενε μέσω νέας δανειοδότησης με χαμηλό επιτόκιο. Οι θέσεις των Καθ' ων η Αίτηση όπως αυτές παρουσιάστηκαν επανειλημμένα στους Αιτητές ήταν ότι, αφενός μεν οι προτάσεις για διευθέτηση που κατά καιρούς παρουσιάζονταν δεν ήταν αποδεκτές, καθ' ότι δεν εξασφάλιζαν την ικανοποιητική αποπληρωμή των υποχρε­ώσεων των Αιτητών, οι οποίοι δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό έναντι των υπο­χρεώσεων τους αν και όπως είχαν οι ίδιοι δηλώσει, μέσω των εξελεγμένων λογαρια­σμών, είχαν αρκετά και ικανοποιητικά εισοδήματα, αφετέρου οι Καθ' ων η Αίτηση ήταν διατεθειμένοι για λύση (συμπεριλαμβανομένων τόσο των δικών της προτάσεων αναδιάρθρωσης αλλά και της ανταλλαγής χρέους-περιουσίας), νοού­μενου ότι θα αποστέλλονταν όλα τα σχετικά στοιχεία. Περαιτέρω και ειδικότερα όσον αφορά τις θέσεις του Αιτητή 2, περί δήθεν υπερ­χρεώσεων, σημειώνει η ενόρκως δηλούσα και τονίζει ότι, όλες οι χρεώσεις οι οποίες γίνονταν ήταν νόμιμες, νομότυπες και προβλέπονταν ρητά μέσα από τις συμφωνίες (όπως αυτές τροποποιούνταν) τις οποίες οι Αιτητές αποδέχονταν εγγράφως. Η ακροαματική διαδικασία της Αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των προαναφερόμενων ενόρκων δηλώσεων. Ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Με τις βοηθητικές και επιμελημένες γραπτές αγορεύσεις τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις θέσεις των τελευταίων, στην προσπάθεια τους να πείσουν το Δικαστήριο για την επιτυχία των εκατέρωθεν εκδοχών, επικαλούμενοι σχετική νομολογία. Επανάληψη των προωθημένων θέσεων των διαδίκων στη λεπτομέρεια τους δε θα ωφελούσε, το Δικαστήριο τις διατηρεί κατά νου, θα τις αξιολογήσει και θα αναφερθεί σε αυτές στο κατάλληλο στάδιο, στο βαθμό που αυτό κριθεί αναγκαίο για την αιτιολόγηση της παρούσας απόφασης του. Νομική πτυχή:- Η Αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 31, 32 του Νόμου 14/60 όσο και στα άρθρα 4, 5 και 9 του Κεφ. 6, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.39, Δ.48 Κ1 - 3, 8 και 9, Δ.64, στο Σύνταγμα άρθρα 23, 28 και 30, στην Ε.Σ.Δ.Α. άρθρα 6 και 13, στα άρθρα του Μέρους VIA του Ν.9/1965, στο Κοινοδίκαιο, στο Δίκαιο της Επιείκειας, τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Αναφορικά με το άρθρο 4 του Κεφ. 6, το Δικαστήριο παραπέμπει στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδη,
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 όπου στη σελίδα 701 αναφέρονται τα εξής: «... Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, που προσδιορίζει, όπως είπαμε πιο πριν το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων.» Το άρθρο 32 του Ν.14/60 ερμηνεύθηκε μέσα από σωρεία αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων. Είναι ξεκάθαρο, μέσα από τη νομολογία (βλέπε Κarydas Taxi Co Ltd v. Andreas Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321, Constantinides v. Makriyiorghou and another
(1978)1 C.L.R. 585 και η Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R. 557) πως για να τύχει εφαρμογής θα πρέπει να πληρούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ότι ο αιτητής δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή ή σε ανταπαίτηση. (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, έχει ερμηνευθεί, από τη νομολογία, ότι δεν περιλαμβάνεται οτιδήποτε πέραν από του να αποδειχθεί ότι πρόκειται περί συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα και τη μαρτυρία. Για δε την ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία, επεξηγείται στη νομολογία, ότι αφορά την απόδειξη ύπαρξης υπόθεσης πέραν από απλή πιθανότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Ειδικότερα σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση είναι χρήσιμα τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Α. Κυτάλα ν. Άννα Χρυσάνθου και άλλοι
(1996)1 Α.Α.Δ. 253 και είναι τα εξής: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας.» Μετά την εξέταση των πιο πάνω προϋποθέσεων και εφόσον αυτές πληρούνται, το Δικαστήριο θα πρέπει επιπλέον να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει αιτούμενο διάταγμα ή να διατηρήσει εκδοθέν διάταγμα σε ισχύ. Είναι προφανές ότι σκοπός της εξασφάλισης προσωρινού διατάγματος είναι η προστασία του Αιτητή για να αποζημιωθεί ή να προστατευθεί σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής ή της ανταπαίτησης του μετά την ακρόαση. Η ανάγκη προστασίας του Αιτητή δεν μπορεί παρά να σταθμίζεται βέβαια με την αντίστοιχη ανάγκη να προστατευθεί ο αντίδικος από ζημιά που θα ήταν δυνατό να υποστεί κατά την άσκηση των δικών του δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο συνεπώς θα πρέπει πάντοτε να σταθμίζει τα δύο πιο πάνω στοιχεία και να καθορίσει, εάν είναι δυνατό, ποιος από τους δύο διάδικους (ή περισσότερους αν υπάρχουν), θα υποστεί τη λιγότερη ταλαιπωρία από την έκδοση ή όχι προσωρινού διατάγματος (Βλέπε υπόθεση American Cinamid Co. v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E.R. 504, 509-510). Παράμετρος η οποία επίσης εξετάζεται, πριν την έκδοση προσωρινού διατάγματος, είναι και το κατά το πόσο οι αποζημιώσεις στις οποίες δυνατό να δικαιούται ο αιτητής, θα ήταν εύκολο ή δυνατό να υπολογισθούν με αρκετή βεβαιότητα. Η δυσκολία ή αδυναμία υπολογισμού αποτελεί παράγοντα ο οποίος συνηγορεί υπέρ της έκδοσης τέτοιου διατάγματος. (Βλέπε υπόθεση Καρυδάς Ταξί Co Ltd ν. Ανδρέας Κωμοδίκης
(1975)1 Α.Α.Δ 321. Αποτελεί βασική αρχή, την οποία το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, για έκδοση ή μη προσωρινού διατάγματος, πως είναι ανεπιθύμητο να ζητείται, με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα, ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με αυτή της αγωγής, ούτως ώστε να μην αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα σε δύο περιπτώσεις. (Βλ. γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Michael v. Brenivos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578, Bhimjiyani v. Gregoriou
(1980)1 C.L.R. 14 και η υπόθεση Re Χ΄΄ Κωνσταντή, Αίτ. 89/98
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1827). Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με την υπόθεση C.T. TOBACCO LIMITED v. Της Εταιρείας Εκδόσεις ΑΡΚΤΙΝΟΣ Λτδ κ.α.
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 853 το Δικαστήριο δεν μπορεί στο στάδιο της έκδοσης ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας των προσώπων που τυχόν αντεξετάσθηκαν, για να καταλήξει σε εύρημα κατά πόσο ήταν αξιόπιστοι ή όχι. Αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών και συμπεράσματα:- Η παρούσα υπόθεση παρουσιάζει ιδιομορφία υπό την έννοια ότι οι Αιτητές στην Αίτηση είναι Εναγόμενοι στην παρούσα Αγωγή, καταχωρώντας εμφάνιση και Υπεράσπιση χωρίς να έχουν καταχωρήσει Ανταπαίτηση ή Ανταξίωση. Εκ μέρους των συνηγόρων των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση - δεν ηγέρθηκε οποιοδήποτε ζήτημα, ούτε ανέπτυξαν οποιαδήποτε επιχειρήματα σε σχέση με το κατά πόσο η μη καταχώρηση Ανταπαίτησης εμποδίζει ενδεχομένως τους Αιτητές να αξιώνουν τα προσωρινά αιτούμενα διατάγματα. Επειδή, όπως εξάγεται από τα νομολογηθέντα, δεν παρέχεται δικαίωμα σε Εναγόμενο, ο οποίος δεν καταχωρεί Ανταπαίτηση, πάντοτε να διεκδικεί την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος, το Δικαστήριο οφείλει καθηκόντως να εξετάσει αν τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης νομιμοποιούν τους Αιτητές - Εναγόμενους - στην διεκδίκηση των αιτούμενων διαταγμάτων. Το ζήτημα στην Κυπριακή Νομολογία ηγέρθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση των IGOR ZHIGACHOV κ.α.,
(2013)1Α Α.Α.Δ. 133. Παρατίθεται στη συνέχεια το σκεπτικό της εν λόγω υπόθεσης το οποίο προβάλλει πλήρως διαφωτιστικό για το υπό συζήτηση θέμα: « Πριν την τροποποίηση, που έγινε με το Ν. 17(Ι)/2004, δικαίωμα να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα είχε μόνον ο ενάγων. Με την τροποποίηση δόθηκε αυτό το δικαίωμα και στους δύο διαδίκους. Επομένως και ο εναγόμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει τέτοιο διάταγμα. Όμως, είναι θεμελιωμένο ότι, αν η θεραπεία που ζητείται από τον εναγόμενο δεν πηγάζει από την αγωγή του ενάγοντα ή δεν συνδέεται με το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα (be incident to the plaintiff's cause ofaction), τότε ο εναγόμενος δεν δικαιούται να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα, μέχρι να καταχωρήσει ανταπαίτηση, αλλιώτικα για να ζητήσει τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα θα πρέπει να καταχωρήσει ανταγωγή (cross action) (Δέστε: την παλιά Αγγλική Διαταγή Δ.50 θ.6, όπως εξηγείται στο The Annual Practice του 1958, Τόμος 1, σελ. 1204, και τις παλιές υποθέσεις Sargant v. Read [1876] 1 Ch.D. 600, Carter v. Frey [1894] 2 Ch. 541 και Collison v. Warren[1901] 1 Ch. 812). Τα όσα αναφέρθηκαν για την παλιά Αγγλική Δ.50 θ.6 συνάδουν, κατά την εκτίμηση μου, με την προαναφερόμενη επιφύλαξη του Άρθρου 32
(1)του Ν.14/
  1. Δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς αλλιώτικα θα μπορούσε να εξεταστεί η ύπαρξη «σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία» και η ύπαρξη πιθανότητας ο αιτών διάδικος «να δικαιούται σε θεραπεία» αν αυτό δεν διαγνωστεί στα πλαίσια είτε ανταπαίτησης του εναγομένου είτε δικής του ανταγωγής. Είναι θεμελιωμένο ότι αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα υποβάλλεται στα πλαίσια ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος το οποίο δίνει δικαίωμα στον αιτητή, σε ουσιαστική θεραπεία. Ένα παρεμπίπτον διάταγμα δεν παρέχει, από μόνο του, αγώγιμο δικαίωμα. Είναι απλά επικουρικό σε ουσιαστική αξίωση που προβάλλεται στα πλαίσια αγωγής (Δέστε: την απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Fourie v. Le Roux [2007] 1 W.L.R. 320). Στην υπόθεση εκείνη έγινε ευρεία αναφορά σε προηγούμενη αγγλική νομολογία και ειδικά στην απόφαση The Siskina [1979] AC 210 (της οποίας το αποτέλεσμα ανατράπηκε με αγγλική νομοθετική παρέμβαση, αλλά δεν διαφοροποιεί το σκεπτικό της για σκοπούς της παρούσας απόφασης), στην οποίαν τονίστηκε ότι το δικαίωμα σε παρεμπίπτον διάταγμα δεν συνιστά (από μόνο του) αγώγιμο δικαίωμα, δεν υφίσταται από μόνο του, εξαρτάται από την ύπαρξη, ήδη υπάρχοντος, αγώγιμου δικαιώματος και είναι επικουρικό και παρεμφερές προς το, ήδη υπάρχον, αγώγιμο δικαίωμα. Ενόψει των προαναφερομένων και δεδομένου ότι οι εναγόμενοι-αιτητές στην αίτηση ημερ. 27.6.12, στην Αγωγή 2473/12, δεν είχαν καταχωρήσει και παραδώσει, μέχρι τότε, οποιανδήποτε ανταπαίτηση ή ανταγωγή και δεδομένου επίσης ότι τα προαναφερόμενα παρεμπίπτοντα (απαγορευτικά και άλλα) διατάγματα που ζήτησαν δεν πηγάζουν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, από το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων σ' εκείνη την υπόθεση, ούτε και συνδέονται με αυτό, θεωρώ ότι δεν δικαιούντο, υπό τις περιστάσεις, και δεν νομιμοποιούντο να ζητήσουν τα παρεμπίπτοντα διατάγματα που ζήτησαν και τους δόθηκαν, από το πρωτόδικο δικαστήριο, στις 29.6.
  2. Δεν πληρούνταν δηλαδή οι προϋποθέσεις που το Άρθρο 32
(1)του Ν.14/60 θέτει, στην επιφύλαξη του, ώστε να υπάρχει το απαραίτητο δικαιοδοτικό πλαίσιο, στο οποίο, το πρωτόδικο δικαστήριο, να μπορεί να ασκήσει την εξουσία του και να εκδώσει τα ζητηθέντα διατάγματα. Επομένως τα διατάγματα που δόθηκαν στις 29.6.12 εκδόθηκαν καθ' υπέρβαση εξουσίας. Προς επίρρωση των προαναφερομένων παραπέμπω στην ένορκη δήλωση του κ. Φίλιππου Αριστοτέλους, ημερ. 27.6.12, η οποία αναφέρει τα γεγονότα στα οποία βασίστηκε η αίτηση των εναγομένων ημερ. 27.6.12 για παρεμπίπτοντα διατάγματα. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 67 της προαναφερόμενης ένορκης δήλωσης αναγράφονται τα εξής: «Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω και ως οι δικηγόροι των αιτητών με συμβουλεύουν οι αιτήτριες έχουν καλό αγώγιμο δικαίωμα και καλή βάση αγωγής με μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας στα δικαστικά μέτρα που επιθυμούν να αρχίσουν (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου) και πολύ καλή υπεράσπιση στην εν τω τίτλω αγωγή». Είναι προφανές από το περιεχόμενο της παραγράφου 67 της ένορκης δήλωσης ότι το καλό αγώγιμο δικαίωμα στο οποίο αναφέρεται ο ενόρκως δηλών δεν έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου, με ανταπαίτηση ή ανταγωγή, όπως θα έπρεπε, και επομένως δεν ικανοποιείται η αναγκαία προϋπόθεση ότι αιτητής, για παρεμπίπτον διάταγμα, πρέπει να έχει, ήδη υπάρχον, αγώγιμο δικαίωμα που του επιτρέπει να ζητήσει ουσιαστική θεραπεία και όχι απλά και μόνο δικαίωμα στη θεραπεία του παρεμπίπτοντος διατάγματος. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω νομολογηθέντα κρίνεται ότι ξεκαθαρίζεται σαφέστατα, πως και ο διάδικος ο οποίος είναι Εναγόμενος δικαιούται να υποβάλει αίτηση και να επιτύχει την έκδοση παρεμπίπτοντος προσωρινού διατάγματος, έστω και αν δεν έχει καταχωρήσει Ανταπαίτηση ή Ανταγωγή, υπό τον όρο ότι θα αποδείξει πως η θεραπεία που ζητά με το εν λόγω διάταγμα πηγάζει από την αγωγή του Ενάγοντα ή συνδέεται με το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα. Αυτή είναι και η διαχωριστική γραμμή από την περίπτωση όπου πλέον, αν η θεραπεία που ζητείται με το παρεμπίπτον προσωρινό διάταγμα εκφεύγει από την αγωγή ή δε συνδέεται με το αγώγιμο δικαίωμα, τότε απαιτείται να προϋπάρχει καταχωρημένη Ανταπαίτηση ή Ανταγωγή. Ερχόμενο το Δικαστήριο στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης με αναφορά στα δικόγραφα διαπιστώνεται ότι τα παρεμπίπτοντα προσωρινά διατάγματα τα οποία ζητούν οι Εναγόμενοι συνδέονται με το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων αλλά και πηγάζουν από την αγωγή, δεδομένου ότι ζητείται η απαγόρευση, μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής, της εκποίησης υποθηκών οι οποίες είναι επίδικες στην αγωγή και με αξίωση των Εναγόντων για έκδοση διατάγματος εκποίησης τους. Η υιοθέτηση βέβαια της προαναφερόμενης επιλογής και προσέγγισης απαιτεί ανάλογες προσαρμογές, ως προς την εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, υπό την έννοια ότι η πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση - Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία αντίστοιχα - θα εξετάζονται με αναφορά στην Υπεράσπιση και όχι την Έκθεση Απαίτησης. Συνακόλουθα των πιο πάνω εξετάζεται στη συνέχεια κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων εφόσον αυτές αμφισβητούνται. Λαμβανομένων υπόψη των νομικών αρχών και κανόνων που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τις δύο πλευρές, χωρίς να διενεργείται αξιολόγηση ως προς την αξιοπιστία αυτής, αλλά κατά αφηρημένο και αντικειμενικό κριτήριο αποφασίζονται τα πιο κάτω: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση:- Λαμβανομένων υπόψη των νομολογηθέντων αναφορικά με το πρώτο κριτήριο το οποίο θα πρέπει να αποδεικνύεται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα - κατ' αναλογία στην Υπεράσπιση για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης - και το οποίο θα πρέπει να σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της Υπεράσπισης, κρίνεται πως αναμφισβήτητα το περιεχόμενο της Υπεράσπισης των Αιτητών, ειδικότερα οι θέσεις περί του ότι δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό, διαζευκτικά αν οφείλουν αυτό είναι προϊόν υπερχρεώσεων, παράνομων ενεργειών ή ανατοκισμού κρίνονται πως αποτελούν ικανοποιητικό υπόβαθρο το οποίο δικαιολογεί συμπέρασμα ύπαρξης, ενώπιον του Δικαστηρίου, ενός σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συζητήσιμης υπόθεσης για τους Αιτητές. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία:- Αναφορικά με αυτή την προϋπόθεση λαμβανομένων υπόψη των όσων έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι Αιτητές από τη μια και οι Καθ΄ ων η Αίτηση από την άλλη κρίνεται ότι, για τους λόγους που εξηγούνται στη συνέχεια, οι Αιτητές δεν απέδειξαν ότι η εξ' αντικειμένου θεώρηση της εκδοχής τους ξεπερνά το επίπεδο της απλής πιθανότητας. Η πιθανότητα γενικότερα βέβαια οι Αιτητές να επιτύχουν στην Υπεράσπιση τους παραμένει ζωντανή και ουδόλως αποκλείεται. Προκύπτουν, ωστόσο, εξ αντικειμένου ερωτηματικά ως προς την προοπτική και την πιθανότητα να επιτύχει η υπερασπιστική γραμμή των Αιτητών στο απαιτούμενο επίπεδο για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Επικεντρωμένο το Δικαστήριο στη φύση της υπόθεσης και ειδικότερα στα ζητήματα που άπτονται της εγκυρότητας των συμφωνιών παρατηρείται πως δεν προσκομίστηκε μαρτυρία, με την οποία να αμφισβητείται η σύναψη και εγκυρότητα των συμφωνιών παραχώρησης των δύο τραπεζικών διευκολύνσεων ή των συμβάσεων των επίδικων υποθηκών στην παρούσα αγωγή. Ως προς το υπόλοιπο το οποίο αυτοί πιστεύουν ότι οφείλουν, καταρχή είναι σημαντικό να παρατηρηθεί ότι η αναφορά του Αιτητή 2 στην ένορκη του δήλωση για υπερχρεώσεις €302.000,00 δεν μπορεί να αφορά την παρούσα αγωγή μόνο αλλά προφανώς και τις εννέα αγωγές που καταχώρησαν οι Καθ' ων η Αίτηση εναντίον των Αιτητών. Αυτό εξάγεται άλλωστε από το Τεκμήριο 7 το οποίο περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 3 επί της ένορκης δήλωσης του Αιτητή 2, μέσα από το οποίο γίνεται ο σχετικός διαχωρισμός ως προς τον κάθε έναν λογαριασμό. Ό,τι εξάγεται από το τελευταίο έγγραφο είναι πως για την παρούσα αγωγή η οποία αφορά τον Τρεχούμενο Λογαριασμό .. - ..605 και το Δάνειο με αριθμό ..-.-.141 τα ποσά είναι €25.600,00 και €68.600,00 αντίστοιχα. Για αυτά δε τα ποσά έστω ότι μαθηματικοί υπολογισμοί είναι ορθοί, το Δικαστήριο θεωρεί πως η θέση των Αιτητών για υπερχρεώσεις ή αντισυμβατικές ενέργειες θα έπρεπε να υποστηρίζεται με συγκεκριμένες αναφορές στο περιεχόμενο των συμφωνιών που υπέγραψαν οι Αιτητές αρχικά αλλά και με τις τροποποιητικές συμφωνίες ώστε να προβάλλει εξόφθαλμα εκ πρώτης όψεως ότι υπάρχουν υπερχρεώσεις. Ωστόσο παρατηρείται πως καμία από τις προαναφερόμενες συμφωνίες τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια υποστήριξης της παρούσας Αίτησης. Συνεπώς ελλείπει το αναγκαίο υπόβαθρο εξέτασης κατ' επέκταση και αξιολόγησης της συγκεκριμένης θέσης. Τονίζεται σ' αυτό το στάδιο πως ούτε οι τροποποιητικές συμφωνίες αμφισβητούνται, συνεπώς ούτε και το περιεχόμενο τους, για το οποίο οι Καθ' ων η Αίτηση δηλώνουν ότι επιτρέπει και δικαιολογεί τα υπόλοιπα που διεκδικούν με την Αγωγή τους. Εν' όψει των προαναφερομένων η κατάσταση πραγμάτων όπως έχει διαμορφωθεί με την αποδοχή των Αιτητών όλων των τροποποιητικών συμφωνιών ενδεχομένως να τους εμποδίζει, σύμφωνα με τα νομολογηθέντα στην Βογαζιανός κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου (Αρ.1)
(2011)1Α ΑΑΔ 253, από το να αρνούνται ή να αμφισβητούν τα αποτελέσματα της συμπεριφοράς τους. Το Δικαστήριο ξεκαθαρίζει πως δεν εφαρμόζει την εν λόγω νομολογία για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης και εξαγωγής ευρημάτων επί των γεγονότων, ωστόσο δεν μπορούν και να αγνοηθούν τα λεχθέντα μέσα από την προειρημένη απόφαση όπου επισημάνθηκε και αποφασίστηκε πως «Το γεγονός ότι ο εφεσείων 1, από τη στιγμή που γνώριζε ή ήταν σε θέση να γνωρίζει τα οφειλόμενα στη βάση των προηγούμενων συμβάσεων ποσά και δεν αμφισβήτησε καθ' οιονδήποτε τρόπο το ποσό που οι εφεσίβλητοι υπολόγισαν ως οφειλόμενο αλλά ελεύθερα προχώρησε στη σύναψη της επίδικης σύμβασης, εκ των υστέρων, εμποδίζεται να αρνηθεί την ύπαρξη της ισχυριζόμενης κατάστασης πραγμάτων. Οι εφεσίβλητοι, στηριζόμενοι στη συμπεριφορά του και στις δηλώσεις του ότι αποδέχεται τη σύναψη του δανείου, προχώρησαν στην παραχώρησή του, μαζί με άλλες διευκολύνσεις, όπως η έκδοση εγγυητικών επιστολών. Επιπλέον σημειώνεται πως έχει αξιολογηθεί η μαρτυρία του Αιτητή 2 περί ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών στις συμφωνίες που οι Αιτητές υπέγραψαν, περί του ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν του επεξήγησαν τους όρους των συμφωνιών και περί του ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν τον παρέπεμψαν να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή πριν την υπογραφή του στις εγγυήσεις. Εγείρονται σαφώς σοβαρά ζητήματα τα οποία όμως αφ' ενός εν μέρει καλύπτονται από τα όσα έχουν κριθεί στην υπόθεση Βογαζιανός ανωτέρω, αφ' ετέρου, ως θα ήταν αναμενόμενο λόγω της σοβαρότητας τους, θα έπρεπε να οδηγήσουν στην καταγγελία των συμβάσεων ως ακυρώσιμων ζητώντας την ακύρωση τους, κάτι που όμως ουδέποτε έπραξαν οι Αιτητές, αντίθετα συνέχιζαν να τις εφαρμόζουν καταβάλλοντας τις προβλεπόμενες δόσεις μέχρι ενός χρονικού σημείου αλλά και αργότερα όταν υπήρξαν καθυστερήσεις υπέβαλαν προτάσεις διευθέτησης ή εξόφλησης του οφειλόμενου κατ' αυτούς ποσού προς τους Καθ' ων η Αίτηση. Ακόμη και πολύ πρόσφατα ως κατατέθηκε σχετικό παραδεκτό γεγονός υπέβαλαν πρόταση εξαγοράς των δανείων τους. Υπό αυτές όμως τις περιστάσεις το Δικαστήριο, χωρίς να αποκλείει στο τέλος της ημέρας το ενδεχόμενο να επιτύχει η σχετική υπερασπιστική γραμμή των Αιτητών, δε θεωρεί ότι οι σχετικές αναφορές του Αιτητή 2 έχουν την απαραίτητη και αναγκαία πειστική αξία, έστω για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, ώστε να δικαιολογήσουν συμπέρασμα του για την ύπαρξη πιθανότητας ή προοπτικής στην επιτυχία της συγκεκριμένης υπεράσπισης τους. Ό,τι αποκομίζει το Δικαστήριο μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από τους Αιτητές είναι πως αυτοί ξεκάθαρα αποδέχονται τουλάχιστο ως οφειλόμενα τα ποσά που ζητούνται από τους Καθ' ων η Αίτηση στην Αγωγή, πλην των ποσών που ισχυρίζονται οι Αιτητές ότι, σύμφωνα με τη γνωμοδότηση ελεγκτικού οίκου, αποτελούν υπερχρεώσεις. Τα αμέσως προαναφερόμενα στοιχεία, όπως προκύπτουν ενώπιον του Δικαστηρίου, και δη από τη μια να δηλώνεται ότι οφείλονται μεγάλα χρηματικά ποσά έναντι διευκολύνσεων, ενώ από την άλλη προβάλλονται στην Υπεράσπιση, έστω διαζευκτικά, θέσεις περί του ότι δεν οφείλεται οποιοδήποτε ποσό, κρίνονται ότι εξασθενίζουν την όποια δυναμική στην υπερασπιστική δικογραφημένη εκδοχή των Αιτητών. Ό,τι παραμένει συνεπώς προς συζήτηση είναι το ύψος του οφειλόμενου ποσού, που όμως στην παρούσα διαδικασία οι Αιτητές δεν έθεσαν το αναγκαίο υπόβαθρο - δεν παρουσίασαν τις συμφωνίες ορίου και του δανείου - ούτε και επικαλούνται συγκεκριμένο περιεχόμενο αυτών, ειδικότερα ως προς το ύψος του επιτοκίου ώστε να εξάγεται εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα ότι προκύπτουν υπερχρεώσεις. Όπως καθίσταται αντιληπτό το Δικαστήριο δε νομιμοποιείται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας να τοποθετηθεί αν το ποσό που οι Αιτητές ισχυρίζονται είναι όντως το νόμιμα οφειλόμενο, έστω και αν οι υπολογισμοί τους είναι ορθοί, σημειώνεται ότι αυτοί έγιναν με βάση επιτόκιο που έλαβε υπόψη ο ελεγκτικός οίκος που διόρισαν οι Αιτητές χωρίς όμως να παρουσιάζεται ισχυρή μαρτυρία ότι αυτό ήταν το συμφωνημένο. Με δεδομένα αυτά τα στοιχεία, έστω ότι είναι ορθοί οι υπολογισμοί των Αιτητών και τούτο με κάθε επιφύλαξη, το θέμα αποκρυσταλλώνεται ως διαφορά για χρέωση τόκων πέραν των συμφωνηθέντων, συνεπώς σε περίπτωση επιτυχίας της Υπεράσπισης των Αιτητών, αυτή θα έχει την έννοια της αφαίρεσης των υπερχρεώσεων από τα ποσά που διεκδικούν οι Καθ' ων η Αίτηση. Το Δικαστήριο αν και δεν έχει προβεί στην υποκειμενική αξιολόγηση της προαναφερόμενης μαρτυρίας, ωστόσο κρίνει ότι η εξ αντικειμένου θεώρηση της στα πλαίσια της παρούσας ακρόασης ήταν αναγκαία, (βλέπε υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1980). Είναι δε τέτοια που δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Οι τελευταίες σκέψεις και προβληματισμοί του Δικαστηρίου, ουδόλως αποσκοπούν σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά, μόνο στη διαπίστωση ότι τα στοιχεία που τέθηκαν από πλευράς των Αιτητών δεν ήταν ικανά για να στοιχειοθετήσουν στον απαιτούμενο για την παρούσα διαδικασία βαθμό την πιθανότητα επιτυχίας στην Υπεράσπιση τους, δεδομένης της αποδοχής των συμφωνιών παραχώρησης των τραπεζικών διευκολύνσεων, με τις οποίες τους παραχωρήθηκαν πολύ μεγάλα χρηματικά ποσά τα οποία χρησιμοποίησαν και δεν επέστρεψαν σύμφωνα με τις συμφωνημένες δόσεις και/ή τους όρους των συμφωνιών. Συνακόλουθα των πιο πάνω κρίνεται ότι δεν πληρείται η (β) προϋπόθεση. (γ) Η μη έκδοση και/ή διατήρηση του διατάγματος θα συνεπάγεται δυσκολία και/ή αδυναμία να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο:- Αναφορικά με αυτή την προϋπόθεση, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, σε περίπτωση που οι Αιτητές επιτύχουν στην Υπεράσπιση τους. Μπορεί εύλογα να ειπωθεί, πως στην παρούσα υπόθεση οποιαδήποτε ζημιά θα επέλθει στους Αιτητές, αν αυτοί επιτύχουν στην Υπεράσπιση τους, ως προς το ζήτημα των υπερχρεώσεων, είναι δυνατό να εκτιμηθεί σε χρήμα, είναι ήδη καθορισμένη κατά τους Αιτητές, όποια δε υπερχρέωση τόκων ήθελε αποδειχθεί , δε θα επιδικασθεί κατά την έκδοση απόφασης στην Αγωγή καθώς επίσης οποιαδήποτε άλλη ζημιά είναι δυνατό να υπολογισθεί σε χρήμα. Βέβαια δεν παραγνωρίζονται τα λεχθέντα στην υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, όπου επισημάνθηκε πως ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη, ωστόσο λαμβανομένης υπόψη και αυτής της νομολογίας, έχοντας κατά νου όλα τα προαναφερόμενα και ειδικότερα το στοιχείο της επάρκειας των αποζημιώσεων ως παράγοντα που λειτουργεί εναντίον της έκδοσης προσωρινού διατάγματος (βλέπε εξ αντιδιαστολής επιχείρημα στην υπόθεση Καρυδάς ανωτέρω), κρίνεται ότι δε δικαιολογείται συμπέρασμα πως με την απόρριψη της Αίτησης θα είναι αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη στο μέλλον. Παρεμβάλει ακόμη χρήσιμο να αναφερθεί πως οι Αιτητές δεν έθεσαν μαρτυρία ότι ανησυχούν εξαιτίας της οικονομικής κατάστασης των Καθ΄ ων η Αίτηση και πως τυχόν επιτυχία στην Υπεράσπιση τους, δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί που ούτως ή άλλως δεν είναι απαίτηση. Αντίθετα τέθηκαν στοιχεία, εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση μέσω της ενόρκως δηλούσας - .... Κανάρη - πως αυτοί είναι εύρωστο οικονομικά πιστωτικό ίδρυμα το οποίο δύναται να αποζημιώσει τους Αιτητές. Σε κάθε όμως περίπτωση επισημαίνεται πως το ζήτημα αφορά την απόδειξη εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση μειωμένης απαίτησης από την αξιούμενη και όχι επιστροφής οποιουδήποτε ποσού ή αποζημιώσεων αφού δεν υπάρχει τέτοια αξίωση με Ανταπαίτηση των Αιτητών. Συνακόλουθα των πιο πάνω κρίνεται ότι δεν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων. Ανεξάρτητα των προαναφερόμενων συμπερασμάτων, το Δικαστήριο, αν ήθελε κριθεί κατ΄ έφεση, ότι αυτά είναι λανθασμένα, προχωρεί στην εξέταση κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις, θα ήταν εύλογο και δίκαιο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Κρίνεται, ορθό σε αυτό το στάδιο να γίνει παραπομπή στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd,
(1996)1 Α.Α.Δ. 788 στην οποία διατυπώθηκαν πολύ βοηθητικές και καθοδηγητικές αναφορές και σκέψεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας: "Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίζει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670: Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το Δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει να αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιωμένη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «εσφαλμένη» με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για την χορήγηση και των δύο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή." Διαπιστώνεται, κατ΄ εφαρμογή των πιο πάνω νομολογηθέντων, ότι από πλευράς των Αιτητών δεν τέθηκε εκείνη η μαρτυρία που να πείθει το Δικαστήριο ότι σε περίπτωση επιτυχίας της Υπεράσπισης τους αυτοί θα υποστούν μεγαλύτερη βλάβη ή ζημιά απ΄ ότι οι Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι έχουν προσκομίσει μαρτυρία ότι τους οφείλονται ήδη μεγάλα χρηματικά ποσά, κάτι που ουσιαστικά δεν αμφισβητείται, παρά μόνο το ύψος αυτών. Βέβαια το Δικαστήριο αισθάνεται την ανάγκη να ξεκαθαρίσει πως αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις (β) και (γ) ανωτέρω ο προβληματισμός του θα ήταν προφανώς πολύ διαφορετικός. Πρόκειται για συνδεδεμένα ζητήματα τα οποία επιδρούν και στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά αυτό το στάδιο. Υπό τις συνθήκες όμως και τα γεγονότα που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προβάλλει εύλογο ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας θα πρέπει να κλίνει υπέρ των Αιτητών. Δεν θα ήταν εύλογο και δίκαιο να στερηθούν οι Καθ' ων η Αίτηση των συμβατικών τους δικαιωμάτων, όπως αυτά προκύπτουν από την παροχή των έγκυρων συμβάσεων παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων και νόμιμων Υποθηκών, αλλιώς θα κλονιζόταν η ασφάλεια των συναλλαγών. Πριν ολοκληρωθεί η παρούσα απόφαση σημειώνεται πως δεν έχει παραγνωριστεί το γεγονός ότι στο ένα εκ των δύο υποθηκευμένων ακινήτων - 0/... - υπάρχουν διαμερίσματα, αυτό όμως το γεγονός δεν θα ήταν δίκαιο έναντι των Καθ' ων η Αίτηση, να λειτουργήσει ενάντια στην πρόθεση τους για εκποίηση της υποθήκης στην οποία αφορά η Ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ» που επιδόθηκε στους Αιτητές. Αν γίνει αποδεκτή η εισήγηση των Αιτητών, και δη ότι δεν θα πρέπει να προχωρήσει η εκποίηση, τότε η εξασφάλιση των Καθ΄ων η Αίτηση θα καθίστατο άνευ αντικειμένου και αδρανής, χωρίς οποιοδήποτε ενδεχομένως αντίκρισμα. Ένα τέτοιο όμως αποτέλεσμα θα προκαλούσε παρέμβαση σε θεμελιώδες δικαίωμα των Καθ' ων η Αίτηση - δικαίωμα του συμβάλλεσθαι όπως προνοείται στο άρθρο 26 του Συντάγματος - ή και παραβίαση αυτού. Δεν έχει επίσης παραγνωρισθεί από το Δικαστήριο το γεγονός που έθεσαν ενώπιον του οι Αιτητές, πως οι Καθ' ων η Αίτηση είναι η δεύτερη φορά που επιχειρούν να εκποιήσουν την υποθήκη Υ.../04, ωστόσο το στοιχείο αυτό, πέραν του ότι είναι προφανές από τα γεγονότα πως η νέα προσπάθεια γίνεται μετά τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/2018, και υπό νέο καθεστώς, ως γεγονός το μόνο που αποδεικνύει είναι την πρόθεση των Καθ' ων η Αίτηση να εκποιήσουν την υποθήκη Υ.../04, ωστόσο δεν προσθέτει οτιδήποτε στην υπόθεση των Αιτητών στην παρούσα διαδικασία και ειδικότερα στην απόδειξη των προϋποθέσεων έκδοσης των αιτουμένων προσωρινών διαταγμάτων. Ομοίως κρίνεται πως, το γεγονός - παραδεκτό γεγονός - ότι οι Αιτητές υπέβαλαν πρόταση εξαγοράς όλων των δανείων τους την 05.12.2018 και οι Καθ' ων η Αίτηση εξετάζοντας την πρόταση την απέρριψαν στις 07.12.2018, δε δύναται να διαφοροποιήσει σε οτιδήποτε το τελικό συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Ούτως ή άλλως η πρόταση των Αιτητών, η οποία απορρίφθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για να γνωρίζει τις λεπτομέρειες αυτής, και δεν αφορά μόνο την παρούσα αγωγή αλλά προφανώς και τις άλλες οκτώ αγωγές, εφόσον αναφέρεται σε όλα τα δάνεια των Αιτητών, και υπό αυτές τις περιστάσεις στο παρόν στάδιο το γεγονός έχει ουδέτερη σημασία στην έκβαση της υπόθεσης. Εν' όψει όλων όσων έχουν εξηγηθεί, κρίνεται ότι τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα δεν είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν και ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της δίκης, στην παρούσα Αίτηση, επιδικάζονται προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίοι είναι οι επιτυχόντες διάδικοι, και εναντίον των Αιτητών. Να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο για να πληρωθούν στο τέλος της δίκης στην αγωγή. (Υπ.) .............. Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΘΓ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Politiki diconomia - prosorino diatagma apo enagomeno cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.