← Κύπρος

Σιβιτανίδη κ.α. ν. Έπαρχου Πάφου, δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 57/2012, 13/12/2018

Σιβιτανίδη κ.α. ν. Έπαρχου Πάφου, δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 57/2012, 13/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A164 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Πρ. Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 57/2012 Μεταξύ:

  1. .... Σιβιτανίδη
  2. .... Σιβιτανιδη Εναγόντων και Έπαρχου Πάφου, δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Δήμου Γεροσκήπου Συμβούλιου Αποχετεύσεων Πάφου Εναγόμενων ------------------------ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 13.12.2018 EMΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες 1 και 2: κα Σατολιά, για ΑΝΤΩΝΗΣ ΤΟΚΑΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενο 1: κ. Ερωτοκρίτου, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για εναγόμενους 2: κα Χριστοφόρου, για ARISTI KORAKIDOU MAKRIDOU LLC Για εναγόμενους 3: κα Στεφάνου, για STEFANOU & STEFANOU LLC ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό κρίση αγωγή αφορά στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία κατά το άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
  3. Τα γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων εναντίον των τριών εναγόμενων σύμφωνα με την αγωγή των πρώτων, έχουν ως ακολούθως: Οι ενάγοντες 1 και 2, στον ουσιώδη χρόνο ήταν - διαδοχικά - εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ακινήτου με αριθμό εγγραφής Δ.7x7 στη Γεροσκήπου η οποία μεταφέρθηκε στη νέα εγγραφή με αριθμό D. xx, τεμάχιο xx, Τμήμα 4, δήμος Γεροσκήπου, στην επαρχία Πάφου (στο εξής «επίδικο ακίνητο»). Ο ενάγοντας 2 απέκτησε το επίδικο ακίνητο δυνάμει αγοράς, με το φάκελο Π.102/11.1.1991 και στη συνέχεια το μεταβίβασε στον ενάγοντα 1 - που είναι γιος του - δυνάμει δωρεάς, με το φάκελο με αριθμό Δ.2527/30.12.
  4. Ο τελευταίος εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του. Οι εναγόμενοι 1 και 2 (Έπαρχος Πάφου και Δήμος Γεροσκήπου, αντίστοιχα) ήταν και είναι οι κατά Νόμο υπεύθυνοι, μαζί και/ή ξεχωριστά, για την κατασκευή, συντήρηση, χρήση και/ή άλλως πως, των δημοσίων δρόμων και/ή άλλως πως, των χρησιμοποιούμενων από το κοινό στην περιοχή του δήμου Γεροσκήπου και/ή της περιοχής του επίδικου ακινήτου, ενώ οι εναγόμενοι 3 είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, το οποίο ιδρύθηκε και λειτουργεί με βάση τους περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμους 1971 μέχρι
  5. Οι εναγόμενοι 1 και 2, μαζί και/ή ξεχωριστά, σε άγνωστο προς τους ενάγοντες χρόνο και, εν πάση περιπτώσει, πριν το 1991, υπό την ως άνω ιδιότητά τους, διαφαίνεται και/ή εξυπακούεται και/ή άλλως πως να επενέβησαν προσωπικά και/ή δια των υπαλλήλων και/ή υπηρετών τους και/ή άλλως πως, αυθαίρετα και παράνομα εντός του επίδικου ακινήτου και κατασκεύασαν δρόμο (στο εξής «επίδικος δρόμος»), με σκοπό τη χρήση του από το κοινό. Από το 1991 μέχρι σήμερα (δηλαδή, μέχρι τις 10/1/2012 που καταχωρήθηκε η αγωγή), αυτοί, μαζί και/ή ξεχωριστά επεμβαίνουν παράνομα και αυθαίρετα εντός του επίδικου ακινήτου, όχι μόνο με τη διατήρηση του επίδικου δρόμου, αλλά και με τη συνεχή συντήρηση και/ή βελτίωσή του και/ή άλλως πως μέχρι σήμερα και τη χρήση του από το κοινό. Οι εναγόμενοι 3, κατά τα τελευταία χρόνια και σε άγνωστο προς τους ενάγοντες χρόνο και εν πάση περιπτώσει, μετά το 1991 επενέβησαν αυθαίρετα και παράνομα εντός του επίδικου ακινήτου και/ή του παράνομου επίδικου δρόμου και τοποθέτησαν υπόγειους αγωγούς μεταφοράς λυμάτων και/ή όμβριων υδάτων και/ή άλλως πως. Ο ενάγοντας 1, κατά ή περί το 2010 υπόβαλε στο Κτηματολόγιο, αίτηση οριοθέτησης του επίδικου ακινήτου, με βάση την οποία έγινε οριοθέτηση και εκδόθηκε το σχετικό πιστοποιητικό πλήρους οριοθέτησης σύμφωνα με την οποία διαπιστώθηκε και/ή επιβεβαιώθηκε η επέμβαση των εναγόμενων, εντός του επίδικου ακινήτου. Κατά ή περί το 2011 ανάθεσε σε ιδιώτη χωρομέτρη την αποτύπωση του επίδικου ακινήτου, με βάση την οποία διαπιστώθηκε ότι η επέμβαση η οποία υφίσταται από το 1991 ή και ενωρίτερα, καταλαμβάνει εμβαδό, 265 τ.μ. περίπου. Το Κτηματολόγιο Πάφου, με την επιστολή του στον ενάγοντα 1, ημερομηνίας 25/5/2011, τον ενημέρωσε ότι ο επίδικος δρόμος ήταν κατασκευασμένος κατά το 1991 και αποτυπώθηκε σαν λεπτομέρεια που υφίστατο επί τόπου, χωρίς να γνωρίζει από ποιο κατασκευάστηκε. Ο ενάγοντας 1 κάλεσε επανειλημμένα τους εναγόμενους, προσωπικά και/ή μέσω των δικηγόρων του - προφορικά και γραπτώς -, όπως τερματίσουν κάθε παράνομη επέμβαση, με την άρση της και την επαναφορά του επίδικου ακινήτου στην προτέρα κατάσταση, αλλά αυτοί παρέλειψαν και/ή αμέλησαν και/ή αρνήθηκαν να συμμορφωθούν και συνεχίζουν να επεμβαίνουν εντός του επίδικου ακινήτου και απειλούν ότι θα συνεχίσουν να το πράττουν, εκτός εάν εμποδιστούν από το Δικαστήριο. (Οι λεπτομέρειες επέμβασης των τριών εναγόμενων μαζί και/ή ξεχωριστά και/ή των αντιπροσώπων και/ή υπαλλήλων και/ή υπηρετών τους εκτίθενται στην παράγραφο 11 της έκθεσης απαίτησης.) Αποτελεί θέση των εναγόντων ότι συνεπεία της παράνομης επέμβασης στερήθηκαν και στερούνται έκταση γης 265 τ.μ. περίπου από το επίδικο ακίνητο, υφιστάμενοι ζημιά και/ή έξοδα και ταλαιπωρία σύμφωνα με τη σχετική έκθεση εκτίμησης ειδικού πραγματογνώμονα. (Οι σχετικές λεπτομέρειες ζημιών, οι οποίες ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €12.353,00 εκτίθενται στην παράγραφο 13 της έκθεσης απαίτησης.) Με την αγωγή τους οι ενάγοντες ζητούν διάταγμα, πρώτο, που να εμποδίζει τους εναγόμενους και/ή τους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους τους από το να επεμβαίνουν καθοιονδήποτε τρόπο στο επίδικο ακίνητο και δεύτερο, που να τους διατάσσει να άρουν κάθε μορφής επέμβαση πάνω σ' αυτό και όπως το επαναφέρουν στην προτέρα κατάστασή του, με την κατάργηση και/ή μετακίνηση του ασφάλτινου δρόμου και των υπόγειων αγωγών και/ή άλλως πως, εντός τριών μηνών από την επίδοση σ' αυτούς των διαταγμάτων και/ή εντός του χρόνου που θα καθορήσει το Δικαστήριο. Περαιτέρω αξιώνουν εναντίον τους, υπό μορφή αποζημιώσεων για ζημιές και απώλειες, το ποσό των €12.353,00 (ανωτέρω), περαιτέρω αποζημιώσεις προς €546,22 ετησίως, από το 2012 μέχρι την άρση της επέμβασης, τιμωρητικές αποζημιώσεις, νόμιμους τόκους και έξοδα. Έναντι των παραπάνω ισχυρισμών των εναγόντων, οι εναγόμενοι αντιτείνουν - ο καθένας ξεχωριστά στη δική του υπεράσπιση - τα εξής: Αρχίζοντας από τον εναγόμενο 1 αγνοεί και συνεπώς αρνείται τη σχέση ιδιοκτησίας των εναγόντων με το επίδικο ακίνητο. Παραδέχεται ότι είναι ο κατά Νόμο υπεύθυνος για κατασκευή, συντήρηση και χρήση των δημοσίων δρόμων. Ωστόσο αγνοεί και συνεπώς αρνείται το σύνολο των ισχυρισμών των εναγόντων οι οποίοι συνθέτουν τη βάση της αγωγής τους και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά τους εναντίων όλων των εναγόμενων και τους καλεί σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Ισχυρίζεται δε, ότι τα αληθινά γεγονότα συναφώς με τους εν λόγω ισχυρισμούς τους είναι τα ακόλουθα: Το επίδικο ακίνητο μαζί με άλλα ακίνητα στην περιοχή, περί το 1974 απαλλοτριώθηκαν από το Υπουργείο Συγκοινωνιών για την κατασκευή αεροδρομίου. Επειδή όμως δεν είχαν χρησιμοποιηθεί για το σκοπό αυτό, περί το 1990 κινήθηκε η διαδικασία και επιστράφηκαν στους πρώην ιδιοκτήτες τους. Στο μεταξύ, στην περιοχή διενεργήθηκε αναδασμός και υιοθετήθηκαν νέα σχέδια σε κλίμακα 1:
  6. Επί τόπου υφίσταται δρόμος που επηρεάζει το επίδικο ακίνητο, ο οποίος δεν έχει εγγραφεί ως δημόσιος, επειδή δεν περιλαμβανόταν στο νέο οδικό δίκτυο, το οποίο κατασκευάστηκε στο πλαίσιο διενέργειας του αναδασμού. Για να εγγραφεί ο δρόμος, θα πρέπει να παραχωρηθεί από τους ιδιοκτήτες των παρακείμενων ακινήτων ή να γίνει απαλλοτρίωση. Το επίδικο ακίνητο επηρεάζεται από το πολεοδομικό έργο του κάθετου δρόμου που συνδέει το δήμο Γεροσκήπου με την τουριστική περιοχή Γεροσκήπου. Ο αναφερόμενος μελλοντικός δρόμος, ως δρόμος δευτερεύουσας σημασίας, δεν έχει δημοσιευτεί σε λεπτομέρεια με το τοπικό σχέδιο Πάφου, ώστε η χάραξη, να θεωρείται δεσμευτική. Ο χαρακτηρισμός του ως δρόμου δευτερεύουσας σημασίας προνοεί την κατασκευή δρόμου με δυο έως τρεις λωρίδες κυκλοφορίας κ.ο.κ., ανάλογα με το αποτέλεσμα της μελέτης του ρυθμιστικού σχεδίου, η ετοιμασία του οποίου ανατέθηκε από το δήμο Γεροσκήπου σε ιδιώτη μελετητή. Το ρυθμιστικό σχέδιο εγκρίθηκε στην τεχνική επιτροπή του Κεντρικού Φορέα Επίλυσης Κυκλοφοριακών Προβλημάτων και προωθήθηκε για τη ετοιμασία κατασκευαστικών σχεδίων, με τη διαδικασία των δημόσιων προσφορών. Στους όρους εντολής προς τους ιδιώτες μελετητές ήταν η προσπάθεια για όσο το δυνατό ισομερή και δίκαιο επηρεασμό των εκατέρωθεν, στον υφιστάμενο δρόμο, τεμαχίων. Η έκταση του επίδικου ακινήτου που θα απαιτηθεί τελικά για την κατασκευή του δρόμου, θα πρέπει να εξασφαλιστεί είτε με παραχώρησή της, με αποδοχή όρων πολεοδομικής αρχής, είτε με απαλλοτρίωση. Η υπεράσπιση των εναγόμενων 2 είναι ιδιαίτερα λιτή. Όπως και ο εναγόμενος 1 έτσι αυτοί αγνοούν και αρνούνται το σύνολο των ισχυρισμών των εναγόντων οι οποίοι συνθέτουν τη βάση της αγωγής τους και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά τους εναντίων όλων των εναγόμενων και ισχυρίζονται ειδικά τα εξής: οι ίδιοι συστάθηκαν το 1994, ουδέποτε επενέβησαν παράνομα στο επίδικο ακίνητο και οι ενάγοντες, ουδέποτε αποστερήθηκαν της χρήσης και κάρπωσής του. Τέλος, η υπεράσπιση των εναγόμενων 3 έχει ως ακολούθως: Και αυτοί αγνοούν και αρνούνται τη σχέση ιδιοκτησίας των εναγόντων με το επίδικο ακίνητο. Παραδέχονται ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 ήταν και είναι οι κατά Νόμο υπεύθυνοι, μαζί και/ή ξεχωριστά, για την κατασκευή, συντήρηση, χρήση και/ή άλλως πως των δημοσίων δρόμων και/ή άλλως πως, των χρησιμοποιούμενων από το κοινό στην περιοχή του δήμου Γεροσκήπου και/ή της περιοχής του επίδικου ακινήτου, ως επίσης ότι οι ίδιοι είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, το οποίο ιδρύθηκε και λειτουργεί με βάση τους περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμους 1971 μέχρι
  7. Αγνοούν και αρνούνται ότι οι εναγόμενοι 1 και 2, μαζί και/ή ξεχωριστά, σε άγνωστο προς τους ενάγοντες χρόνο και, εν πάση περιπτώσει, πριν το 1991 επενέβησαν προσωπικά και/ή δια των υπαλλήλων και/ή υπηρετών τους και/ή άλλως αυθαίρετα και παράνομα εντός του επίδικου ακινήτου και κατασκεύασαν τον επίδικο δρόμο με σκοπό τη χρήση του από το κοινό, ως επίσης και ότι από το 1991 μέχρι σήμερα επεμβαίνουν παράνομα και αυθαίρετα εντός του επίδικου ακινήτου, όχι μόνο με τη διατήρηση του επίδικου δρόμου, αλλά και με τη συνεχή συντήρηση και/ή βελτίωσή του μέχρι σήμερα και με τη χρήση του από το κοινό. Περαιτέρω αγνοούν και αρνούνται ότι οι ίδιοι, κατά τα τελευταία χρόνια και σε άγνωστο προς τους ενάγοντες χρόνο και εν πάση περιπτώσει, μετά το 1991 επενέβησαν αυθαίρετα και παράνομα εντός του επίδικου ακινήτου και/ή στον επίδικο δρόμο και τοποθέτησαν υπόγειους αγωγούς μεταφοράς λυμάτων και/ή όμβριων υδάτων και/ή άλλως πως και καλούν τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Το ίδιο ισχύει και για τους ακόλουθους ισχυρισμούς των εναγόντων: Ο ενάγοντας 1, κατά ή περί το 2010 υπόβαλε στο Κτηματολόγιο αίτηση οριοθέτησης του επίδικου ακινήτου, στο πλαίσιο της οποίας έγινε οριοθέτησή του και εκδόθηκε το σχετικό πιστοποιητικό πλήρους οριοθέτησης σύμφωνα με την οποία διαπιστώθηκε και/ή επιβεβαιώθηκε η επέμβαση των εναγόμενων εντός αυτού. Κατά ή περί το 2011 ανάθεσε σε ιδιώτη χωρομέτρη την αποτύπωση του επίδικου ακινήτου, με βάση την οποία διαπιστώθηκε ότι η επέμβαση η οποία υφίσταται από το 1991 ή και ενωρίτερα, καταλαμβάνει εμβαδό 265 τ.μ. περίπου. Ακολούθως ισχυρίζονται τα εξής: Οι ίδιοι, στις 27/10/2011 ζήτησαν από τους ενάγοντες με διπλοσυστημένη επιστολή, όπως παραχωρήσουν άδεια διέλευσης αγωγού δια μέσου του επίδικου ακινήτου, δυνάμει του άρθρου 20 του περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμου. Λόγω μη ανταπόκρισής τους ζήτησαν σχετική άδεια από τον εναγόμενο 1, σε εφαρμογή - του ίδιου άρθρου - του ίδιου Νόμου. Ο τελευταίος, στις 21/3/2012 έδωσε τη σχετική έγκρισή του. Οι ενάγοντες δεν προχώρησαν στην προσβολή των πιο πάνω πράξεων με προσφυγή, δυνάμει του άρθρο 146 του Συντάγματος και κατά συνέπεια κωλύονται δια διαγωγής να ισχυρίζονται τα όσα αναφέρουν στην έκθεση απαίτησης. Περαιτέρω ισχυρίζονται τα εξής: Οποιαδήποτε ενέργεια και/ή επέμβαση έγινε στο επίδικο ακίνητο, έγινε εν αγνοία τους και/ή χωρίς τη συγκατάθεση και/ή έγκρισή τους. Αγνοούν και αρνούνται ότι οι ενάγοντες τους κάλεσαν επανειλημμένα - καθώς και τους εναγόμενους 1 και 2 - να τερματίσουν κάθε παράνομη επέμβαση, με την άρση της και την επαναφορά του επίδικου ακινήτου στην προτέρα κατάσταση και ότι παρέλειψαν και/ή αμέλησαν και/ή αρνήθηκαν να συμμορφωθούν και συνεχίζουν να επεμβαίνουν εντός το επίδικου ακινήτου και απειλούν ότι θα συνέχισαν να το πράττουν εκτός εάν εμποδιστούν από το Δικαστήριο και το ίδιο ισχύει για τις λεπτομέρειες επέμβασης που τους αποδίδονται από τους ενάγοντες, τους οποίους καλούν σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Τέλος αρνούνται τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι συνεπεία της κατ' ισχυρισμό τους, παράνομης και/ή αυθαίρετης επέμβασης στερήθηκαν και στερούνται έκταση γης 265 τ.μ. περίπου από το επίδικο ακίνητο, ως επίσης ότι υπέστησαν ζημιές, ταλαιπωρία, απώλειες και έξοδα, ως εκτίθενται αναλυτικά στην παράγραφο 13 της έκθεσης απαίτησης. Άνευ βλάβης ισχυρίζονται ότι οι εν λόγω ζημιές, εν πάση περιπτώσει είναι διογκωμένες και υπερβολικές και καλούν τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξή των ισχυρισμών τους. Προστίθενται και τα εξής: Οι εναγόμενοι 3 εξέδωσαν και επέδωσαν στον εναγόμενο 1, ειδοποίηση προς συνεναγόμενο, με την οποία εγείρουν θέμα ευθύνης του για συνεισφορά και/ή αποζημίωση, σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο κριθεί ότι ευθύνονται οι ίδιοι έναντι των εναγόντων. Ισχυρίζονται δε, ότι ο εναγόμενος 1 είναι αποκλειστικά και/ή σε μέγιστο βαθμό ευθυνόμενος για τις πράξεις ή παραλείψεις ή παρανομίες που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης και αποκλειστικά υπεύθυνος έναντί τους για κάλυψη και και/ή αποζημίωση και/ή συνεισφορά σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση εναντίον τους για πράξεις ή παραλείψεις οι οποίες έγιναν με την έγκριση και/ή άδεια του εναγόμενου 1 και/ή τη συνεργασία του εναγόμενου 2, οι οποίες συνίστανται - ως συνάγεται από τη δικογραφία - σε τοποθέτηση αγωγού μεταφοράς λυμάτων από τους ίδιους, ο οποίος τοποθετήθηκε επί μέρους της περιουσίας των εναγόντων, κατά μήκος και εντός του πλάτους σημείου το οποίο υποδείχτηκε και/ή χρησιμοποιείτο από τους εναγόμενους 1 και 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο, ως δημόσιος δρόμος. Για λόγους που θα διαφανούν αργότερα θεωρώ πως δεν έχει νόημα να αναφερθώ και στη μεταξύ των εναγόμενων 1 και 3, ανταλλαγείσα δικογραφία. Με αντιπαραβολή των εκατέρωθεν δικογραφημένων ισχυρισμών θεωρώ ότι τα βασικά επίδικα θέματα της υπόθεσης που καλούμαι να επιλύσω είναι τα εξής: Πρώτο, υπήρξε ή όχι επέμβαση στο επίδικο ακίνητο των εναγόντων; Δεύτερο, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πιο πάνω ερώτημα, ποιος ή ποιοι από τους εναγόμενους επενέβησαν στο επίδικο ακίνητο και πώς επενέβησαν; Τρίτο, ανάλογα με την απάντηση που θα δοθεί στο δεύτερο από τα παραπάνω ερωτήματα, η επέμβαση ήταν νόμιμη ή παράνομη; Τέταρτο, σε περίπτωση που η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι ότι η επέμβαση ήταν παράνομη, που με απλά λόγια σημαίνει ότι εναντίον του επεμβασία στοιχειοθετείται το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία κατά το άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, ποιες από τις αιτούμενες αξιώσεις των εναγόντων μπορούν να ικανοποιηθούν; Ο .... Ζίγκας, ο ενάγοντας 1, .... Σιβιτανίδης, ο ... Παπαγεωργίου, η .... Αντωνίου και τέλος, ο .... Πολυβίου (Μ.Ε.1 μέχρι 5, αντίστοιχα) είναι οι 5 συνολικά μάρτυρες που έδωσαν μαρτυρία για την υπόθεση των εναγόντων. Ο .... Γιαννή [Μ.Υ.1

(1)] και η .... Χλωρακιώτη [Μ.Υ.2
(1)] κατάθεσαν για την υπόθεση του εναγόμενου 1, ενώ για την υπόθεση των εναγόμενων 2 έδωσε μαρτυρία μόνο ο .... Λεάνδρου (Μ.Υ.1
(2)]. Οι εναγόμενοι 3 δεν παρουσίασαν καθόλου μαρτυρία στην υπόθεση. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις γραπτές αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες - περιλαμβανομένου του ενάγοντα 1 - ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Έχω επίσης κατά νου, ότι καθώς έχει νομολογηθεί όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, νοουμένου βέβαια, ότι συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας. Άλλωστε είναι καλά γνωστό - κατά πάγια νομολογία -, ότι θεωρείται φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις ανάμεσα σε όσα αναφέρουν οι μάρτυρες και το Εφετείο επεμβαίνει μόνο σε περίπτωση που αυτές είναι ουσιαστικής μορφής σε βαθμό που πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα. Αντίθετα, αντιφάσεις που αφορούν σε μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά, αντίθετα, την ενδυναμώνουν. Σ' ό,τι αφορά την αξία της πραγματικής μαρτυρίας είναι επίσης καλά γνωστό ότι συνιστά γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και της ακρίβειας του περιεχομένου της μαρτυρίας. Τέλος, ειδικά για όσους από τους μάρτυρες κατάθεσαν και ως πραγματογνώμονες έχω υπόψη τα εξής: Ο πραγματογνώμονας οφείλει να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα που θα του επιτρέψουν να καταλήξει σε δικαστική κρίση. Ενώ η μαρτυρία πραγματογνώμονα, κατά κανόνα θεωρείται μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα, η εκτίμηση της εν λόγω μαρτυρίας δε διαφέρει από την εκτίμηση της μαρτυρίας άλλων μαρτύρων. Και τούτο, επειδή οι κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία των πραγματογνωμόνων είναι ίδιοι με τους κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία όλων των άλλων μαρτύρων. Τέλος, η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σ' ένα θέμα, δε βασίζεται μόνο στα σχετικά ακαδημαϊκά προσόντα που διαθέτει κανείς γύρω από το θέμα, αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Ένα πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας, με βάση, είτε τα ακαδημαϊκά του προσόντα είτε την πείρα του σ' ένα τομέα, η οποία από μόνη της μπορεί να καταστήσει το μάρτυρα εμπειρογνώμονα ή πραγματογνώμονα. Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να προτιμά τη μαρτυρία του προσώπου που διαθέτει τόσο ακαδημαϊκά προσόντα όσο και πείρα σε σύγκριση με τη μαρτυρία ενός προσώπου που έχει μόνο πείρα. Όλα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, την όλη εντύπωση και τους λόγους που δίνει ο μάρτυρας για τα όσα κατάθεσε (βλ. τη Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841). Με υπαγωγή της ενώπιόν μου μαρτυρίας σ' όλες τις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του .... Ζίγκα (Μ.Ε.1) είναι θετική. Ο μάρτυρας, που ως εκ της θέσεώς του, θα πρέπει να θεωρηθεί και ως ανεξάρτητος μάρτυρας, παρότι κλήθηκε να καταθέσει για τους ενάγοντες, εντούτοις θεωρώ ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με πρόθεση να πει και ότι είπε την αλήθεια για ό,τι γνώριζε, χωρίς πρόθεση να ευνοήσει είτε τους ενάγοντες είτε οποιοδήποτε από τους εναγόμενους. Μολονότι αντεξετάστηκε από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των εναγόμενων 1 και 2, εντούτοις, δεν αμφισβητήθηκε για οτιδήποτε ανάφερε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης. Ακολούθως είναι και το γεγονός, ότι η μαρτυρία του ενισχύεται και/ή επιβεβαιώνεται ουσιωδώς και από τη μαρτυρία άλλων αξιόπιστων μαρτύρων και κυρίως, από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, στην αξία της οποία έχει προηγηθεί σχετική αναφορά και που ειδικά στην προκειμένη περίπτωση, για λόγους που θα αναφέρω στη συνέχεια, ούτε και θα μπορούσε να αμφισβητηθεί. Για όλους τους παραπάνω λόγους, η μαρτυρία του υπό αναφορά γίνεται αποδεκτή. Η ουσία της έγκειται στα εξής: Ο μάρτυρας εργάζεται στο Κτηματολόγιο Πάφου και είναι υπεύθυνος στον κλάδο εγγραφής, διαχείρισης συστήματος πληροφοριών και διακατοχής γης. Από το πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας που παρουσίασε συναφώς με το επίδικο ακίνητο (τεκμήριο 1) προκύπτει ότι αυτό μεταβιβάστηκε στον ενάγοντα 2 δυνάμει αγοράς, με το φάκελο Π102/11.1.1991, ο οποίος στη συνέχεια, με το φάκελο Δ.2527/30.12.2002, το μεταβίβασε δυνάμει δωρεάς στο γιο του - ενάγοντα 1. Από την επιστολή του Κτηματολογίου, ημερομηνίας 25/5/2011 (τεκμήριο 2) - με θέμα το επίδικο ακίνητο - που επίσης παρουσίασε ο μάρτυρας, η οποία αποτελεί απάντηση στην επιστολή του ενάγοντα 1 προς το Κτηματολόγιο, ημερομηνίας 26/4/2011 (τεκμήριο 8) προκύπτουν τα εξής: το Κτηματολόγιο δε γνωρίζει ποιος κατασκεύασε τον επίδικο δρόμο και δεν είναι αρμοδιότητά του η κατασκευή του. Κατά τη χωρομετρική εργασία που έγινε το 1991 με σκοπό την αλλαγή της κλίμακας 1:5000 σε 1:2500, ο επίδικος δρόμος - όπως ήταν κατασκευασμένος - αποτυπώθηκε ως χωρομετρική λεπτομέρεια. Ο χώρος που καταλαμβάνει ανήκει στο επίδικο τεμάχιο και με το εμβαδόν του και δεν είναι εγγεγραμμένος ως δημόσιος δρόμος. Να σημειωθεί ότι, το τελευταίο αυτό γεγονός, που είναι και το πλέον σημαντικό ταυτίζεται απόλυτα με το περιεχόμενο του επίσημου κτηματικού σχεδίου το οποίο επισυνάπτεται στο πιστοποιητικό πλήρους οριοθέτησης του επίδικου ακινήτου, ημερομηνίας 31/5/2011 (τεκμήριο 3), η ορθότητα του οποίου, είναι καλά γνωστό, ως θέμα δικαιοδοσίας, πως δεν μπορεί εξεταστεί από το Δικαστήριο, επειδή, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Λάμπρου κ.ά. ν. Κεφάλα κ.ά.
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1516 με αναφορά στην υπόθεση Χ" Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου και άλλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 844: «"η άποψη για λάθος" στο χωρομετρικό σχέδιο μπορεί μόνο να προωθηθεί με τη διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 61 του Κεφ.224.» Βλέπε και τις υποθέσεις Λοΐζου ν. Πολεμίτη
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1349, Χ'' Σωφρονίου κ.ά. ν. Βασιλείου κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1534 και Είκοσι κ.ά. ν. Αργυρίδη
(2012)1(Β) Α.Α.Δ.
  1. Για να καταλήξω με το μάρτυρα, από τη μαρτυρία του προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο είναι έκτασης 1840 τ.μ. Επί της ουσίας, δεκτή στο σύνολό της είναι και η μαρτυρία του ενάγοντα 1, .... Σιβιτανίδη (Μ.Ε.2). Πλείστα όσα έχει αναφέρει αποδεικνύονται από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία καθώς και από το περιεχόμενο αριθμού εγγράφων που αποτελεί και πραγματική μαρτυρία, η οποία, σε σημαντικό βαθμό, είτε δεν έχει αμφισβητηθεί είτε ακόμη δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί είτε τέλος, άμεσα ή έμμεσα έγινε αποδεκτή και από τους εναγόμενους. Ακολούθως είναι και το γεγονός, ότι, στο βαθμό που αμφισβητήθηκε ο ενάγοντας, αυτό έγινε με αντιφατικό τρόπο, είτε ακόμη με υποβολές που παρέμειναν έωλες. Αναμφίβολα, ο ενάγοντας υπέπεσε και σε μερικές αντιφάσεις. Ωστόσο, αυτές αφορούν σε μικρολεπτομέρειες και δεν τις θεωρώ ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του επί της ουσίας όσων ανάφερε. Για όλους τους παραπάνω λόγους - αλλά και για διάφορους άλλους λόγους που αν κριθεί αναγκαίο θα αναφέρω στη συνέχεια - είμαι διατεθειμένος να δεχθώ το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του, που είναι και το πιο σημαντικό και να απορρίψω άλλο. Στη συνέχεια, θα παραθέσω εκείνο το μέρος της μαρτυρίας του που δέχομαι καθώς και αυτό που δεν αποδέχομαι. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση, στο βαθμό που αυτό αμφισβητήθηκε από τους εναγόμενους. Και στις δυο περιπτώσεις, μαζί βέβαια με την αναγκαία αιτιολογία. Ειδικότερα: Ο ισχυρισμός του - στο στάδιο της κυρίως εξέτασης -, ότι το 2010 εξασφάλισε από τους εναγόμενους άδεια οικοδομής για αγροτική αποθήκη στο επίδικο ακίνητο και συγκεκριμένα, αυτή που έχει κατασκευάσει σ' αυτό, δε γίνεται αποδεκτός. Εάν είχε εξασφαλίσει τέτοια άδεια, θα έπρεπε να την παρουσιάσει. Από το περιεχόμενο της επιστολής του δικηγόρου του στους εναγόμενους 2, ημερομηνίας 5/8/2010 (τεκμήριο 9) καθώς και της επιστολής, ημερομηνίας 18/10/2010 (τεκμήριο 11), την οποία απέστειλε ο ίδιος μαζί με τον .... Σιβιτανίδη στους εναγόμενους 2, αυτό που προκύπτει είναι απλώς, ότι στις 27/5/2010 υπόβαλε την αίτηση με αριθμό Β26/10, για άδεια οικοδομής και ότι στις 22/7/2010 κατέβαλε στους εναγόμενους 2, το ποσό των €385,96 (βλ. και τη σχετική απόδειξη είσπραξης η οποία επισυνάπτεται στην επιστολή - τεκμήριο 11 -). Ούτε και μου διαφεύγει ότι, αντεξεταζόμενος από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του εναγόμενου 1, όταν του υποβλήθηκε πως δεν είναι αλήθεια ότι ανακάλυψε το 2010 ότι ο επίδικος δρόμος ήταν παράνομος, απαντώντας παράπεμψε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερομηνίας 24/10/2014, στο πλαίσιο της υπόθεσης 1438/11 που αφορούσε στην άρνηση του δήμου να εκδώσει άδεια οικοδομής. Ο ισχυρισμός του ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 συντηρούν σε τακτά χρονικά διαστήματα τον επίδικο δρόμο, επίσης δε γίνεται αποδεκτός. Με βάση άλλη αξιόπιστη μαρτυρία, ενώ για τον εναγόμενο 1 προκύπτει ότι ουδεμία σχέση έχει με τον επίδικο δρόμο, για τους εναγόμενους 2, αυτό που έχει αποδειχθεί είναι ότι από το 1997, το συντηρούν και βελτιώνουν. Όσα ακολουθούν είναι από την αντεξέτασή του από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του εναγόμενου 1: Ο ισχυρισμός του ότι του ζητήθηκε να συγκατατεθεί να περάσει το αποχετευτικό - που ήταν ήδη περασμένο - από το επίδικο ακίνητο και επειδή δεν την έδωσε, την έδωσε ο εναγόμενος 1, γίνεται αποδεκτός. Ο εν λόγω ισχυρισμός του επιβεβαιώνεται πλήρως από το περιεχόμενο των τεκμηρίων 20 και
  2. Ειδικά το δεύτερο - που αποτελεί την επίμαχη συγκατάθεση του εναγόμενου 1 - καταρρίπτει με τον πλέον εμφαντικό τρόπο την υποβολή του κ. Ερωτοκρίτου, ότι δεν υπάρχει τέτοιο έγγραφο. Η υποβολή του κ. Ερωτοκρίτου, ότι ο εναγόμενος 1, ουδεμία σχέση έχει με την κατασκευή, ούτε με τη βελτίωση, αλλά ούτε και με τη συντήρηση του επίδικου δρόμου, όχι απλώς είναι βάσιμη, αλλά εδράζεται σε μαρτυρία που παρουσίασαν οι ενάγοντες. Με αυτό δεδομένο, ο ενάγοντας, κακώς δε δέχθηκε την υποβολή. Ο ισχυρισμός του ότι πριν από το 2010, ο ίδιος καθώς και ο πατέρας του τελούσαν υπό την πλάνη, ότι ο επίδικος δρόμος ήταν του αναδασμού και γι αυτό δεν έκαναν καμιά απαίτηση είναι βάσιμος. Ο εν λόγω ισχυρισμός του, έμμεσα επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της επιστολής του δικηγόρου του στο Διευθυντή του Τμήματος Αναδασμού Πάφου, ημερομηνίας 14/3/2011 (τεκμήριο 4) σε συνδυασμό με αυτό της σχετικής απαντητικής επιστολής του Επαρχιακού Γραφείου Αναδασμού Πάφου, ημερομηνίας 28/3/2011 (τεκμήριο 5). Παρά την περί αντιθέτου υποβολή που του έγινε από τον κ. Ερωτοκρίτου, η επίμονη θέση του, ότι με βάση το πιστοποιητικό πλήρους οριοθέτησης του επίδικου ακινήτου (τεκμήριο 3) διαπιστώνεται και επιβεβαιώνεται σ' αυτό επέμβαση τεκμηριώνεται πλήρως, από το περιεχόμενο του επισυνημμένου στο εν λόγω έγγραφο, επίσημου κτηματικού σχεδίου, η ορθότητα του οποίου καθώς ήδη έχει αναφερθεί δεν μπορεί να αμφισβητηθεί στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής (βλ. τις υποθέσεις Λάμπρου, Χ" Ιωάννου, Λοΐζου, Χ'' Σωφρονίου κ.ά. και Είκοσι, ανωτέρω) σε συνδυασμό βέβαια και με όσα ανάφεραν συναφώς με το εν λόγω σχέδιο, οι δυο επόμενοι μάρτυρες των εναγόντων, τους οποίους επίσης θεωρώ αξιόπιστους. Για τον ίδιο λόγο δέχομαι και τη θέση του, ότι από το τοπογραφικό σε συνάρτηση με το πιστοποιητικό τελικής οριοθέτησης και την επιστολή του Κτηματολογίου επιβεβαιώνεται ότι το εμβαδό του επίδικου δρόμου, δηλαδή της επίδικης επέμβασης είναι 264,833 τ.μ. Υπεισέρχομαι τώρα και στην αντεξέτασή του από την ευπαίδευτη δικηγόρο των εναγόμενων 2: Η απάντησή του στην υποβολή ότι η αίτησή του στους εναγόμενους 2, ημερομηνίας 19/5/2010 αφορούσε γεωργική αποθήκη και όχι περίφραξη, σύμφωνα με την οποία, ακόμη και να μην είχαν υποβάλει αίτηση για περίφραξη, αυτό δεν αναιρεί το γεγονός, ότι ο δρόμος επεμβαίνει «παράνομα» στο τεμάχιό του, για λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί - με αναφορά στο επίσημο κτηματικό σχέδιο - είναι ορθή. Κατά πόσο ο δρόμος επεμβαίνει παράνομα στο επίδικο ακίνητο, θα με απασχολήσει σε κατοπινό στάδιο και συγκεκριμένα, όταν θα υπεισέλθω στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Ορθή είναι και η θέση του, πως δεν υπάρχει δεσμευτική ρυμοτομία συναφώς με το επίδικο ακίνητο, η οποία αποδεικνύεται και από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία. Η υποβολή της κας Κορακίδου, ότι δεν είναι το 2010 που κατασκεύασε την περίφραξη στην επίδικη αποθήκη - την οποία δε δέχθηκε -, δεν έχει αποδειχθεί. Το ίδιο ισχύει και για την υποβολή της, ότι ο επίδικος δρόμος ήταν πάντοτε αποδεκτός από τον ίδιο και από τον πατέρα του - ενάγοντα 2, καθώς και ότι πάντοτε τον αποδέχονταν και ενεργούσαν, αποδεχόμενοι το γεγονός αυτό, με το να κατασκευάσουν την αποθήκη, λαμβάνοντας υπόψη τη ρυμοτομία. Επειδή η κα Κορακίδου, για σκοπούς στοιχειοθέτησης της υποβολής παράπεμψε τον ενάγοντα στο τεκμήριο 11 θεωρώ αναγκαίο να επισημάνω τα εξής, συναφώς με το συγκεκριμένο έγγραφο: Καθώς ήδη έχει αναφερθεί πρόκειται για την επιστολή του ενάγοντα και του .... Σιβιτανίδη, ημερομηνίας 18/10/2010, το έγγραφο, την οποία απέστειλαν στους εναγόμενους 2, στην οποία - για ό,τι μας ενδιαφέρει - αναφέρουν τα εξής: Στις 27/5/2010 έκαναν αίτηση για αγροτική αποθήκη στην αγροτική περιοχή Γεροσκήπου. Στις 22/7/2010 ενημερώθηκαν από το τεχνικό τμήμα του δήμου, ότι η αίτηση εγκρίθηκε και την ίδια μέρα πλήρωσαν την άδεια έναντι απόδειξης, αλλά δεν τους δόθηκε η άδεια. Μετά από μια βδομάδα, τους ζητήθηκε να υποβάλουν καινούργια σχέδια, γιατί δήθεν υπήρχε καινούργια ρυμοτομία και να περάσουν μαζί με την αρχιτέκτονά τους για να τους ενημερώσουν. Στο μεταξύ, τα υποστατικά είχαν ανεγερθεί βάσει των εγκριθέντων σχεδίων. Μετά από αυτή την ενημέρωση απευθύνθηκαν ξανά στο Κτηματολόγιο, εάν είχαν οποιαδήποτε ρυμοτομία, άλλη από αυτή που τους είχαν δώσει. Δεν υπήρχε. Μετά απευθύνθηκαν στην πολεοδομία Πάφου και τους είπαν πως δεν υπάρχει καμιά ρυμοτομία για την περιοχή που είναι το τεμάχιό τους. Με συμβουλή της πολεοδομίας Πάφου απευθύνθηκαν στην κεντρική πολεοδομία στη Λευκωσία, από την οποία ενημερώθηκαν ότι δεν υπάρχει εγκεκριμένη ρυμοτομία, άλλη από αυτή που έχουν λάβει από το Κτηματολόγιο (με την οποία είναι συμμορφωμένοι) και ότι υπάρχει η πρόταση των εναγόμενων 2 για νέα ρυμοτομία, την οποία η πολεοδομία συζητάει. Η υφιστάμενη ρυμοτομία είναι ετεροβαρής σε βάρος του επίδικου ακινήτου. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αιτιολογήσω το συμπέρασμά μου, ότι το περιεχόμενο της παραπάνω επιστολής, δεν τεκμηριώνει την επίμαχη υποβολή της κας Κορακίδου. Από το περιεχόμενο αριθμού εγγράφων - τεκμηρίων σε συνδυασμό και με τη μαρτυρία - ακόμη και των εναγόμενων -, ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι ήταν σε παραπλάνηση, ως προς το καθεστώς του επίδικου δρόμου, τεκμηριώνεται. Αντίθετα, η υποβολή της κας Κορακίδου, ότι ίδιος αποδέχτηκε ότι ο επίδικος δρόμος δεν είναι μέρος του τεμαχίου του, αλλά ρυμοτομία και να φύγει από το τεμάχιο του, δεν τεκμηριώνεται. Ο ενάγοντας, ορθά απέρριψε και την έωλη υποβολή, ότι η εκτίμηση (τεκμήριο 16) δεν είναι αξιόπιστη. Οι λόγοι, θα αναφερθούν στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Ε.5 που ετοίμασε την εν λόγω έκθεση εκτίμησης. Η υποβολή ότι οι εναγόμενοι 2, ουδέποτε συντήρησαν τον υφιστάμενο δρόμο (τμήμα του οποίου είναι ο επίδικος δρόμος) είναι σε αντίθεση με την μόνη μαρτυρία που παρουσίασαν οι ίδιοι, αυτή του δημοτικού τους μηχανικού, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι από το 1997, οι εναγόμενοι 2 συντηρούν τον επίδικο δρόμο. Αυτό απαντά και στην υποβολή, ότι οι εναγόμενοι 2, ουδέποτε επενέβησαν στο επίδικο τεμάχιο, με την οποία διαφώνησε - και ορθά - ο ενάγοντας. Όσα ακολουθούν είναι από την αντεξέτασή του από την ευπαίδευτη δικηγόρο των εναγόμενων 3: Υπόβαλε αίτηση στους εναγόμενους 3 για να ενωθεί με το αποχετευτικό, επειδή αυτό όφειλε να κάνει και όχι επειδή δεν τον ενδιέφερε καθόλου, εάν οι οχετοί - όπως του υποβλήθηκε από την κα Στεφάνου - ήταν τοποθετημένοι νόμιμα ή παράνομα μέσα στο επίδικο ακίνητό του. Εξάλλου, ότι δε δέχτηκε τη συγκεκριμένη επέμβαση αποδεικνύεται και από το περιεχόμενο της επιστολής των δικηγόρων του προς τους εναγόμενους 3, ημερομηνίας 27/10/2011 (τεκμήριο 18), με τίτλο «Παράνομη επέμβαση επί ιδιωτικής ακίνητης ιδιοκτησίας», με απλή ανάγνωση της οποίας προκύπτουν τα εξής, που αντανακλούν τις θέσεις του: Μετά την εξωτερική οριοθέτηση του επίδικου ακινήτου από το Κτηματολόγιο διαπιστώθηκε ότι ο επίδικος δρόμος βρίσκεται εξ ολοκλήρου στο επίδικο ακίνητο. Περαιτέρω διαπιστώθηκε ότι κατά μήκος του επίδικου δρόμου, χωρίς τη συγκατάθεσή του κατασκευάστηκε οχετός και τοποθετήθηκαν σωλήνες για εξυπηρέτηση των εναγόμενων 3, οι οποίοι καλούνται όπως μεριμνήσουν για τις ανάλογες ενέργειες, για άρση της εν λόγω «παράνομης» επέμβασης στο επίδικο ακίνητο, το συντομότερο δυνατό και εν πάση περιπτώσει, εντός 15 ημερών. Χωρίς να αποφαίνομαι ακόμη, για το νόμιμο ή μη της εν λόγω επέμβασης, ότι αυτή αποτελεί γεγονός, το ομολογούν ευθέως οι εναγόμενοι
  3. Συγκεκριμένα, ένα περίπου μήνα μετά την αποστολή στους ίδιους της παραπάνω επιστολής των δικηγόρων του ενάγοντα, με την επιστολή τους στον ίδιο, ημερομηνίας 24/11/2011 (τεκμήριο 20), τον πληροφορούν - μεταξύ άλλων - τ' ακόλουθα: Ότι έχουν εγκαταστήσει αγωγό λυμάτων στην περιοχή του δήμου Γεροσκήπου και ότι τμήμα του εν λόγω αγωγού, διαμέτρου 200 mm διέρχεται και διαμέσου του επίδικου ακινήτου, σε βάθος δυο περίπου μέτρων και σε θέση, όπως φαίνεται στο συνημμένο τοπογραφικό σχέδιο, η οποία (θέση) ακολουθεί την πορεία του επίδικου δρόμου, ο οποίος, όπως ο ενάγοντας τους είχε πληροφορήσει (αυτό έγινε με την επιστολή των δικηγόρων του - τεκμήριο 18 - , ανωτέρω) ανήκει στο επίδικο ακίνητο. Με την ίδια επιστολή, ο ενάγοντας παρακαλείται να παραχωρήσει άδεια διέλευσης του αγωγού μέσω του επίδικου ακινήτου. Η επιστολή, προστίθεται, απευθύνεται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 20 του περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμου. Κατά πόσο ορθά δε δέχθηκε την υποβολή, ότι δεν έχει προβεί σ' όλες τις δέουσες νόμιμες ενέργειες για προσβολή της συγκατάθεσης που παραχωρήθηκε στους εναγόμενους 3 από τον εναγόμενο 1, για διέλευση αγωγού λυμάτων στο επίδικο ακίνητο, θα διαφανεί αργότερα. Ο .... Παπαγεωργίου (Μ.Ε.3) είναι τοπογράφος μηχανικός, μέλος του ΕΤΕΚ και ειδικεύεται στα πολεοδομικά και κτηματολογικά θέματα. Η ουσία της μαρτυρίας του - που είναι ιδιαίτερα σημαντική - περικλείεται στην τεχνική έκθεση που έχει ετοιμάσει (τεκμήριο 15) αναφορικά με την αίτηση οριοθέτησης του επίδικου ακίνητου, με αριθμό φακέλου ΑΧ2698/10 - την οποία είχε υποβάλει ο ενάγοντας 1 -, η οποία (έκθεση), θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάντηση με το περιεχόμενο του σχετικού πιστοποιητικού πλήρους οριοθέτησης του επίδικου ακινήτου (τεκμήριο 3, ανωτέρω) και φυσικά και με όσα ο μάρτυρας έχει αναφέρει στο στάδιο της κυρίως εξέτασης. Η ουσία λοιπόν της μαρτυρίας του έγκειται στα εξής: Η οριοθέτηση του επίδικου ακινήτου από το ίδιο έγινε κατόπιν εντολής του ενάγοντα
  4. Συγκεκριμένα έγινε αποτύπωση της περιοχής και σχεδιάστηκε η υφιστάμενη κατάσταση. Πιο συγκεκριμένα, αποτυπώθηκαν ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι, περιφράξεις, όχτοι, ελικοδρόμιο, ένα κτίριο που βρίσκεται στην περιοχή καθώς και τρεις πυλώνες του δικτύου, υψηλής τάσης της Α.Η.Κ.. Πέραν αυτού, σχεδιάστηκαν χωρομετρικές σελίδες και λήφθηκαν υπόψη όλα τα απαιτούμενα στοιχεία που δόθηκαν από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Να σημειωθεί ότι στην έκθεση επισυνάπτονται και τα τελικά σχέδια οριοθέτησης που ετοίμασε ο μάρτυρας. Σε σχέση με την εργασία του εκδόθηκε το πιστοποιητικό (τεκμήριο 3, ανωτέρω). Όπως είπε ο μάρτυρας, το επισυνημμένο χωρομετρικό (δηλαδή το επίσημο κτηματικό σχέδιο) που επισυνάπτεται στο πιστοποιητικό υποδεικνύει τα 6 σημεία τα οποία έχουν τοποθετηθεί επί τόπου για τα σύνορα του επίδικου ακινήτου. Με αναφορά στο πρώτο από τα δυο σχέδια που επισυνάπτονται στην έκθεσή του, όπως είπε, το μπλε κομμάτι που δείχνει με area = 264.833 m2 είναι μέρος του επίδικου ακινήτου, το οποίο αποτελεί επέμβαση του υφιστάμενου δρόμου μέσα σ' αυτό. Στο συγκεκριμένο μέρος υπάρχει ασφαλτοστρωμένος - μη εγγεγραμμένος δρόμος, ο οποίος χρησιμοποιείται από το δημόσιο. Προστίθενται και τα εξής, τα οποία ο μάρτυρας ανάφερε αντεξεταζόμενος: Σαν εμπειρογνώμονας που είναι μπορεί να πει ότι υπάρχει επέμβαση του δρόμου στο επίδικο ακίνητο. Ο λόγος που δεν αναφέρει στην τεχνική του έκθεση ότι διαπίστωσε παράνομη επέμβαση είναι γιατί η έκθεση γράφεται και παραδίδεται στο Κτηματολόγιο για τον έλεγχο. Εάν δε γίνει ο έλεγχος, να βγει το πιστοποιητικό πλήρους εξωτερικής οριοθέτησης, ο ίδιος δεν μπορεί να ξέρει εκ των προτέρων, εάν όλα τα στοιχεία που έχει δώσει στο Κτηματολόγιο είναι σωστά. Για να ετοιμάσει την τεχνική έκθεση (τεκμήριο 15) πήρε από το Κτηματολόγιο χωρομετρικά δεδομένα, όπως, συντεταγμένες και χωρομετρικές σελίδες, οι οποίες χτίζονται, σχεδιάζονται στον υπολογιστή, γίνεται συσχέτιση με την αποτύπωση επί τόπου, για να διαπιστωθούν οι όποιες προσαρμογές μπορούν να γίνουν για καταλήξουν στα σύνορα. Για να κάνει την οριοθέτηση του επίδικου ακινήτου, μεταξύ άλλων πήρε και συμβουλεύτηκε το τοπικό σχέδιο Πάφου. Ερωτηθείς - από την κα Κορακίδου -, εάν στο τοπικό σχέδιο Πάφου είχε αποτύπωση η ρυμοτομία για το επίδικο τεμάχιο, όπως είπε, απ' όσο γνωρίζει υποδεικνύεται η επί τόπου κατάσταση του δρόμου, χωρίς να είναι εγγεγραμμένος, δηλαδή, στους κωδικούς τους ψηφιακούς του Κτηματολογίου (συγκεκριμένα στο κτηματικό σχέδιο) αναγράφεται ως μη εγγεγραμμένος ασφαλτοστρωμένος δρόμος, σαν μια τοπογραφική λεπτομέρεια. Δηλώνω ευθέως, ότι η μαρτυρία του υπό κρίση μάρτυρα γίνεται συνολικά αποδεκτή. Ο μάρτυρας, που είναι και εμπειρογνώμονας, ό,τι έχει αναφέρει, το έχει τεκμηριώσει απόλυτα και πειστικά, ακολούθως, πλείστα όσα έχει αναφέρει δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, ενώ, η ορθότητα της εργασίας του ελέγχθηκε και επιβεβαιώθηκε και κυρίως, υιοθετήθηκε από το Κτηματολόγιο, το οποίο την αποτύπωσε στο επίσημο κτηματικό σχέδιο που επισυνάπτεται στο πιστοποιητικό πλήρους οριοθέτησης του επίδικου ακινήτου (τεκμήριο 3), η ορθότητα του οποίου - να το πώς ακόμα μια φορά - δεν επιδέχεται αμφισβήτησης στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Η αξία της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα, θα διαφανεί αργότερα. Επί της ουσίας, δεκτή στο σύνολό της είναι και η μαρτυρία της .... Αντωνίου (Μ.Ε.4), αφού, εκτός από αξιόπιστη είναι και αναντίλεκτη, ενώ, σε σημαντικό βαθμό συνάδει και με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία. Δεδομένης και της ιδιότητας της μάρτυρος, θα έλεγα ότι θεωρώ και αυτή ως ανεξάρτητη μάρτυρα, η οποία, μολονότι κλήθηκε να καταθέσει για την υπόθεση των εναγόντων, εντούτοις, δε διέκρινα εκ μέρους της την παραμικρή προσπάθεια ή πρόθεση επίδειξης εύνοιας προς τους ενάγοντες, είτε ακόμη, πρόκλησης βλάβης στην υπόθεση οποιουδήποτε εναγόμενου. Η ουσία της μαρτυρίας της έγκειται στα εξής: Η μάρτυρας εργάζεται στα κεντρικά γραφεία του Τμήματος Πολεοδομίας από το
  5. Από το 2007 είναι λειτουργός πολεοδομίας. Αυτό σημαίνει ότι είναι πολιτικός μηχανικός, άρα επιστημονικό προσωπικό στο τμήμα. Αυτή έγγραψε την επιστολή (τεκμήριο 14) εκ μέρους του Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, με θέμα: «Κάθετος Δρόμος που συνδέει το κέντρο της Γεροσκήπου με την τουριστική περιοχή Γεροσκήπου. Επηρεασμός του τεμαχίου 25 . (δηλαδή του επίδικου ακινήτου.)», η οποία απευθύνεται στο δικηγόρο του ενάγοντα 1 και αποτελεί απάντηση σε αριθμό δικών του επιστολών. Η ουσία όσων αναφέρονται στην εν λόγω επιστολή, που είναι ημερομηνίας 13/11/2011 έγκειται στα εξής: Ο κάθετος δρόμος που συνδέει το κέντρο της Γεροσκήπου με την τουριστική περιοχή Γεροσκήπου είναι δημοσιευμένος στο τοπικό σχέδιο Πάφου, ως δρόμος δευτερεύουσας σημασίας. Η πορεία του ακολουθεί στο μεγαλύτερο μήκος τον υφιστάμενο δρόμο που διαμορφώθηκε με το σχέδιο αναδασμού της περιοχής και το μεγαλύτερο του μήκος προέκυψε από την απαλλοτρίωση της επηρεαζόμενης ιδιωτικής έκτασης γης. Τμήμα όμως του υφιστάμενου δρόμου (προφανώς πρόκειται για τον επίδικο δρόμο αυτό) που επηρεάζει και το επίδικο ακίνητο - ανάμεσα σε άλλα -, δεν έχει εγγραφεί ως δημόσιος δρόμος και δεν έχει αφαιρεθεί από το επίδικο ακίνητο. Ο αναφερόμενος μελλοντικός δρόμος, ως δρόμος δευτερεύουσας σημασίας, δεν έχει δημοσιευτεί σε λεπτομέρεια με το τοπικό σχέδιο Πάφου, όπως γίνεται με τους δρόμους πρωταρχικής σημασίας, ώστε η χάραξή του να θεωρείται δεσμευτική. Η έκταση του επίδικου ακινήτου που θα απαιτηθεί τελικά για τη κατασκευή του δρόμου, θα πρέπει να εξασφαλιστεί είτε με παραχώρησή της είτε με απαλλοτρίωσή της. Η μάρτυρας, κατά τη διά ζώσης μαρτυρία της ανάφερε και διάφορα άλλα, τα οποία ωστόσο δε λαμβάνω υπόψη, επειδή δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα οποιουδήποτε διαδίκου. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί το υπογραμμισμένο μέρος των ακόλουθων ισχυρισμών της: το ρυθμιστικό σχέδιο για το μελλοντικό δρόμο (για το οποίο γίνεται αναφορά στην επιστολή της - (τεκμήριο 14, ανωτέρω) -) έχει ετοιμαστεί, έχει εγκριθεί από τις αρμόδιες επιτροπές και γι αυτό προχώρησε η ετοιμασία κατασκευαστικών σχεδίων και στα πλαίσια της ίδιας διαδικασίας δημοσιεύτηκε γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης το 2016 και διάταγμα απαλλοτρίωσης το
  6. Για να καταλήξω με τη μάρτυρα, το πλέον σημαντικό στοιχείο που απορρέει από τη μαρτυρία και αυτής είναι ότι ο επίδικος δρόμος αποτελεί τμήμα του επίδικου ακινήτου. Ο τελευταίος μάρτυρας των εναγόντων, .... Πολυβίου (Μ.Ε.5) είναι εκτιμητής ακινήτων και τα ακαδημαϊκά του προσόντα, με ρητή δήλωση των ευπαίδευτων δικηγόρων των εναγόμενων, δεν αμφισβητούνται. Η ουσία της μαρτυρίας του περικλείεται στην αιτιολογημένη έκθεση εκτίμησης, ημερομηνίας 2/1/2012 (τεκμήριο 16), την οποία ετοίμασε συναφώς με το επίδικο ακίνητο, για λογαριασμό του ενάγοντα
  7. Μολονότι αντεξεταζόμενος, αμφισβητήθηκε από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των εναγόμενων, εντούτοις κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία του σε σχέση με οτιδήποτε ανάφερε. Εκτός του ότι έθεσε ενώπιόν μου όλα τα επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα, τα οποία τον καθιστούν εμπειρογνώμονα για την εργασία που έχει κάνει καθώς και για ό,τι ανάφερε ενόρκως στο Δικαστήριο, τα οποία θα μου επιτρέψουν να καταλήξω στα δικά μου συμπεράσματα, για ό,τι αποτελεί το ζητούμενο, είναι και το γεγονός, ότι αμφισβητήθηκε με έωλες υποβολές και όχι με μαρτυρία και μάλιστα, αναλόγου βαρύτητας και δη, πραγματογνωμοσύνης. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Η ουσία της έγκειται στα εξής- μέρος των οποίων αναφέρονται στην έκθεσή του (τεκμήριο 16) και κατά τα λοιπά, τα οποία ανάφερε διά ζώσης στο Δικαστήριο -: Ο μάρτυρας κλήθηκε από τον ενάγοντα 1 να υπολογίσει τόσο την αγοραία αξία του επίδικου δρόμου - που καθώς ήδη έχει αναφερθεί αποτελεί τμήμα του επίδικου ακινήτου - όσο και την ενοικιαστική του αξία, για τη χρονική περίοδο 1/1/1991 «μέχρι σήμερα.» Δεδομένου ότι η έκθεσή του είναι ημερομηνίας 2/1/2012 είναι προφανές, ότι αυτή καλύπτει την περίοδο 1991 -
  8. Ο μάρτυρας επιθεώρησε το επίδικο ακίνητο, στις 28/9/
  9. Το υπό εκτίμηση μέρος του (δηλαδή ο επίδικος δρόμος) αφορά έκταση συνολικού εμβαδού 264,833 τ.μ. Για τον υπολογισμό της αγοραίας αξίας του επίδικου ακινήτου χρησιμοποιήθηκε η συγκριτική μέθοδος εκτίμησης (Direct Capital Comparison Method of Valuation). Για την εξεύρεση συγκριτικών πωλήσεων διεξάχθηκε έρευνα στη γύρω περιοχή, για πωλήσεις οι οποίες έχουν περίπου τα ίδια φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά. Να σημειωθεί ότι ο μάρτυρας έλαβε υπόψη 5 τέτοιες πωλήσεις, οι οποίες περιγράφονται στο σχετικό πίνακα που επισυνάπτεται στην έκθεσή του και φαίνονται στα τρία κτηματικά σχέδια, τα οποία επισυνάπτονται στη ίδια έκθεση. Η συνολική αγοραία αξία του επίδικου δρόμου είναι €20.000,00, ενώ το συνολικό ποσό της ενοικιαστικής του αξίας ανέρχεται στο ποσό των €7.940,00, όπως φαίνεται στον Πίνακα 5, ο οποίος επισυνάπτεται στο Παράρτημα V, που με τη σειρά του επισυνάπτεται στην έκθεση του μάρτυρα. Όπως είπε ο μάρτυρας, απαντώντας σε σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης δικηγόρου των εναγόντων κατέληξε στην ενοικιαστική αξία του επίδικου δρόμου, χρησιμοποιώντας ένα ποσοστό επί της αγοραίας αξίας για ετήσιο ενοίκιο, για την υπό εξέταση έκταση. Δηλαδή, για τον επίδικο δρόμο. Ερωτηθείς εάν έχουν υπάρξει διαφοροποιήσεις μετά το 2011 μέχρι σήμερα ισχυρίστηκε ότι μέχρι και το 2013 είναι περίπου το ίδιο, από το 2013 μέχρι και το 2015 υπάρχει πτώση και μετά, περίπου σταθερά. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Ερωτοκρίτου, μεταξύ άλλων ανάφερε τα εξής: Τα συγκριτικά τεμάχια που έλαβε υπόψη για τον υπολογισμό της αγοραίας αξίας του επίδικου δρόμου είναι πιο μεγάλης έκτασης από την έκταση του επίδικου ακινήτου, ενώ αρνήθηκε την - έωλη - υποβολή ότι το 2012 είχε κρίση στην αγορά και δεν υπήρχε ζήτηση ακινήτων. Ερωτηθείς τέλος, γιατί στον πίνακα συγκριτικών πωλήσεων αναφέρεται σε πωλήσεις του 2006, 2007 και 2008 και όχι του 2012 απάντησε ως εξης: «Τα συγκριτικά, προσπαθούμε να βρούμε όσο το δυνατό κοντύτερα ακίνητα, τόσο στα φυσικά όσο και στα νομικά χαρακτηριστικά, σε σχέση με τη χρονική περίοδο γίνονται οι ανάλογες αναπροσαρμογές, για να καταλήξουμε στον ουσιώδη χρόνο, στην ανά τετραγωνικό μέτρο αξία που θέλουμε να υιοθετήσουμε.» Φυσικά, δε παραγνωρίζω το γεγονός ότι ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εναγόμενου 1, ενώ αναφέρθηκε στις τρεις από τις πέντε συνολικά πωλήσεις που περικλείονται στο σχετικό πίνακα και συγκεκριμένα, στις τρεις παλαιότερες (του 2006, 2007 και 2008) παρέλειψε να αναφερθεί και στις άλλες δυο, που είναι και πιο πρόσφατες και εγγύτερες στο χρόνο ετοιμασίας της έκθεσης του μάρτυρα και συγκεκριμένα, στις πωλήσεις του 2009 και 2010, ενώ φαίνεται να διέλαθε της προσοχής του, ότι η έκθεση του μάρτυρα ετοιμάστηκε στις 2/1/
  10. Αντεξεταζόμενος από την κα Κορακίδου ο μάρτυρας, μεταξύ άλλων ανάφερε τα εξής: Γνωρίζει ότι το μέρος του επίδικου ακινήτου που έχει εκτιμήσει είναι μέρος δημόσιου δρόμου. Ωστόσο, δεν έκανε έρευνα να δει γιατί καταλήφθηκε από το δρόμο. Στην υποβολή ότι το υπό αναφορά μέρος του επίδικο ακινήτου, στο τοπικό σχέδιο Πάφου περιγράφεται ως δρόμος, όπως είπε απαντώντας, του ζητήθηκε να εκτιμήσει τη συγκεκριμένη έκταση, συγκεκριμένα τετραγωνικά μέτρα, αντιλαμβάνεται ότι το πώς χαρακτηρίζεται είναι νομικό θέμα και ο ίδιος έχει εκτιμήσει αξίες. Κληθείς να πει τα φυσικά χαρακτηριστικά των συγκριτικών που έλαβε υπόψη σε σχέση με το επίδικο ακίνητο, όπως είπε βρίσκονται όλα στην ίδια περιοχή. Ερωτηθείς εάν συμφωνεί πως, όταν ένα τεμάχιο έχει εγγεγραμμένο δρόμο, η εκτίμησή του είναι πιο ακριβή, παρά όταν δεν έχει εγγεγραμμένο δρόμο, απάντησε καταφατικά. Όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση θεωρεί ότι και τα συγκριτικά και το επίδικο έχουν εγγεγραμμένο δρόμο. Για να βρει την ενοικιαστική αξία έλαβε υπόψη την αγοραία και κατέληξε στην πρώτη. Αν η αγοραία είναι λανθασμένη είναι λανθασμένη και η ενοικιαστική. Ερωτηθείς εάν το επίδικο ακίνητο υπερτερεί ή μειονεκτεί σε σχέση με τα συγκριτικά, όπως είπε, είναι το ίδιο σε σχέση με τα συγκριτικά με αριθμό 1, 2 και 4, ενώ θα έλεγε ότι μειονεκτεί σε σχέση με τα άλλα δυο και ανάφερε και το λόγο. Το επίδικο ακίνητο, στο νότιο μέρος εφάπτεται άλλου δημόσιου εγγεγραμμένου δρόμου. Στην υποβολή ότι το τμήμα του επίδικου τεμαχίου που εκτίμησε (δηλαδή ο επίδικος δρόμος) δεν έχει καμιά ενοικιαστική αξία, όπως είπε, όλα τα ακίνητα έχουν ενοικιαστική αξία. Στη - διευκρινιστική - υπόδειξή μου, ότι αυτό που του λέχθηκε είναι ότι το κομμάτι του επίδικου ακινήτου που εκτίμησε, δεν έχει καμιά ενοικιαστική αξία, επειδή αποτελεί μέρος του δρόμου, ισχυρίστηκε πως δεν είχε λάβει υπόψη ότι είναι μέρος του δρόμου. Και ορθά λειτούργησε, προσθέτω με τη σειρά μου, επειδή, για λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί ο επίδικος δρόμος αποτελεί τμήμα του επίδικου ακινήτου και δεν είναι εγγεγραμμένος δημόσιος δρόμος. Αυτό, εξάλλου είναι κάτι που ενωρίτερα είχε αναγνωρίσει και η κα Κορακίδου, η οποία υπόβαλε στο μάρτυρα, ότι η εκτίμησή του δεν είναι ορθή, για το λόγο ότι πήρε δεδομένο ότι ο υφιστάμενος δρόμος, μέρος του οποίου εκτίμησε είναι εγγεγραμμένος και σύγκρινε το τεμάχιο σε αξίες, με τεμάχια πάνω σε εγγεγραμμένους δρόμους που εφάπτονται. Τέλος, ο μάρτυρας, κατά την αντεξέτασή του από την ευπαίδευτη δικηγόρο των εναγόμενων 3 ανάφερε ότι δε γνωρίζει κατά πόσο στον επίδικο δρόμο που έχει εκτιμήσει υπάρχουν αγωγοί του ΣΑΠΑ (δηλαδή των εναγόμενων 3), οπότε δεν έλαβε υπόψη του κάτι τέτοιο κατά την εκτίμησή του. Παρά την προσπάθεια των ευπαίδευτων δικηγόρων και των τριών εναγόμενων να πλήξουν την αξιοπιστία του μάρτυρα καθώς και να απόδομήσουν την ορθότητα της εργασίας του - όπως αυτή περιγράφεται στη σχετική έκθεση εκτίμησης που έχει ετοιμάσει (τεκμήριο 16) - ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι επί τη βάση ποιας λογικής μπορώ να απορρίψω τη συγκεκριμένη μαρτυρία και να θεωρήσω αναξιόπιστο μάρτυρα τον υπό αναφορά, ελλείψει οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας, αναλόγου βαρύτητας. Δηλαδή, μαρτυρίας πραγματογνώμονα. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Ο .... Γιαννή [Μ.Υ.1
(1)] είναι ο πρώτος από τους δυο μάρτυρες που κατάθεσαν για την υπόθεση του εναγόμενου
  1. Η μαρτυρία του γίνεται συνολικά αποδεκτή, αφού, εκτός από αξιόπιστη, ουσιαστικά παρέμεινε και αναντίλεκτη, ενώ, σε σημαντικό βαθμό συνάδει με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία, είτε ακόμη είναι με αναφορά και σύμφωνη με το Νόμο. Με τη διευκρίνιση ότι ο μάρτυρας αντεξετάστηκε και από την ευπαιδευτη δικηγόρο των εναγόμενων 3 - και τούτο, στο πλαίσιο της διαδικασίας ειδοποίησης προς συνεναγόμενο την οποία τροχοδρόμησαν οι εναγόμενοι 3 -, η ουσία της μαρτυρίας του έγκειται στα εξής: Ο μάρτυρας είναι επαρχιακός επόπτης, τοποθετημένος στην Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού. Από το 2011 μέχρι και τις 14 ή 15/5/2012 εργαζόταν στην Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου. Σε σχέση με την επιστολή των δικηγόρων του ενάγοντα 1, ημερομηνίας 29/9/2011 (τεκμήριο 19), η οποία απευθύνεται στους εναγόμενους 1 και 2 - με την οποία ενημερώνονται ότι μετά την εξωτερική οριοθέτηση του επίδικου ακινήτου διαπιστώθηκε σοβαρή μορφή επέμβασης του υφιστάμενου δρόμου (δηλαδή του επίδικου δρόμου) εντός του επίδικου ακινήτου και με την οποία καλούνται όπως προβούν στις ανάλογες ενέργειες για άρση της εν λόγω «παράνομης» επέμβασης το συντομότερο δυνατό και σε κάθε περίπτωση εντός 15 ημερών - ο μάρτυρας ανάφερε τα εξής: Το θέμα εξετάστηκε από το γραφείο τους και διαπίστωσαν ότι δεν είχαν οποιαδήποτε εμπλοκή, δεν τους αφορούσε. Όπως είπε κατά λέξη στη συνέχεια, «Σε μίαν παράνομη επέμβαση επί συγκεκριμένου τεμαχίου στο δήμο Γεροσκήπου, συγκεκριμένη επέμβαση υφιστάμενου δρόμου επί του τεμαχίου (αναφέρονται τα πλήρη στοιχεία του επίδικου ακινήτου), μετά είχαμε επιστολή από το Γενικό Εισαγγελέα, όπου εμείς υποχρεωτικά ετοιμάσαμε μίαν έκθεση γεγονότων, την οποία αποστείλαμε με δική μας επιστολή, 3/5/2012, αναφέροντας ό,τι γεγονότα είχαν περιέλθει στην αντίληψή μας από την εξέταση του θέματος.» Ακολούθως, ο μάρτυρας αναγνώρισε την επιστολή του εναγόμενου 1, προς το Γενικό Διευθυντή των εναγόμενων 3 (τεκμήριο 21), από την οποία προκύπτουν τα εξής: ο τελευταίος, με την επιστολή του, ημερομηνίας 31/1/2012 είχε ζητήσει από τον εναγόμενο 1 τη συναίνεση του γραφείου του, για τη διέλευση αγωγού λυμάτων στο επίδικο τεμάχιο. Ο εναγόμενος 1 παραχώρησε την αιτούμενη συγκατάθεσή του με βάση το άρθρο 20 των περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμων του 1971 έως 2005, με τον όρο της πλήρους αποκατάστασης του οδικού δικτύου, με δαπάνες των εναγόμενων
  2. Όπως είπε ο μάρτυρας - απαντώντας σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου δικηγόρου του εναγόμενου 1 -, η εν λόγω συγκατάθεση, δεν έχει σχέση με το ποιος έχει την ευθύνη του επίδικου δρόμου. Ερωτηθείς εάν στα πλαίσια των καθηκόντων του ερεύνησε ποιου αρμοδιότητα είναι ο υφιστάμενος δρόμος - μέρος του οποίου είναι κι ο επίδικος δρόμος που αποτελεί τμήμα του επίδικο ακινήτου - απάντησε ως εξής: «Από τα στοιχεία - όπως ανάφερα στην αρχή -, δεν διαπιστώθηκε ότι αυτός ο δρόμος είναι υπό την αρμοδιότητα του Επάρχου. Όπως πρέπει όλοι να γνωρίζουν, όλοι οι δρόμοι του κράτους της Κύπρου, είναι στην αρμοδιότητα του Τμήματος Δημοσίων Έργων του Διευθυντή, με τον περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμου. Τώρα τη συντήρηση, πρέπει να ξέρουμε εγκυκλοπαιδικά, αν μου επιτρέπεται, ότι υπάρχουν οι δρόμοι οι υπεραστικοί, είναι το Τμήμα Δημοσίων Έργων υπεύθυνο για τη συντήρηση, υπάρχουν οι χωρητικοί που συνδέουν δυο κοινότητες και υπάρχουν και οι δρόμοι εντός χωριού, εντός το δήμου και οι αγροτικοί που είναι οι τοπικοί.» Αντεξεταζόμενος από την ευπαίδευτη δικηγόρο των εναγόντων, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής: Ο δρόμος (τμήμα του οποίου είναι και ο επίδικος) περιλαμβάνεται στο ρυθμιστικό τοπικό σχέδιο Πάφου με το χαρακτηρισμό «δευτερεύουσας σημασίας». Αυτό σημαίνει ότι το τοπικό σχέδιο δεν είναι δεσμευτικό, για το λόγο ότι δε δημοσιεύτηκε, ως ο συγκεκριμένος δρόμος που προβλέπεται μελλοντικά να έχει από δυο μέχρι τρεις λωρίδες. Για να μπορέσει να δημοσιευτεί ο δρόμος υπάρχουν δυο τρόποι. Είτε με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη είτε με τη διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Ο επίδικος δρόμος είναι ιδιόκτητο τεμάχιο. Εξ όσων γνωρίζει, δεν υπήρξε καμιά συνεργασία εκ μέρους του εναγόμενου 1 με το Τμήμα Πολεοδομίας αναφορικά με αυτό το δρόμο. Προστίθενται και τα εξής, τα οποία ο μάρτυρας ανάφερε κατά την αντεξέτασή του από την ευπαιδευτη δικηγόρο των εναγόμενων 3: Για να δοθεί άδεια στα πλαίσια του άρθρου 20 του περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμου, δεν εξετάζεται από την Επαρχιακή Διοίκηση αν πρόκειται για δημόσια ή ιδιωτική γη. Εξετάζεται το τεμάχιο, ο επηρεασμός του αγωγού που θα τοποθετηθεί, είτε στο τεμάχιο είτε αν υπάρχει οτιδήποτε δίπλα από το χώρο που δεν έχει τοποθετηθεί αναφορικά το σχέδιο και το βάθος που θα μπει ο αγωγός. Η μαρτυρία της .... Χλωρακιώτη [Μ.Υ.2
(1)] υπήρξε σύντομη, περιεκτική, συνάδει με τη μαρτυρία αριθμού άλλων μαρτύρων και παρέμεινε αναντίλεκτη. Και με δεδομένο ότι περικλείει όλα τα αναγκαία στοιχεία αξιοπιστίας, γίνεται συνολικά αποδεκτή. Η ουσία της έγκειται στα εξής: Η μάρτυρας εργάζεται ως επόπτης, βοηθός του Επάρχου, στην Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου, από το 2007. Γνωρίζει την επιστολή (τεκμήριο 19, ανωτέρω), με την οποία ο δικηγόρος του ενάγοντα 1 ενημέρωνε τον Έπαρχο ότι ο δρόμος που υφίστατο κατά μήκος της δυτικής πλευράς του επίδικου ακινήτου (δηλαδή ο επίδικος δρόμος) βρίσκεται εξ ολοκλήρου μέσα στο επίδικο ακίνητο. Ο επίδικος δρόμος - που είναι ασφαλτοστρωμένος και χρησιμοποιείται από το κοινό, από οχήματα - εμπίπτει στα όρια των εναγόμενων 2, οι οποίοι έχουν την ευθύνη συντήρησης και βελτίωσής του. Ο εναγόμενος 1 δεν έχει καμιά σχέση με τον επίδικο δρόμο. Από τα στοιχεία που έχει ο εναγόμενος 1 στη διάθεσή του δε φαίνεται ποιος κατασκεύασε τον επίδικο δρόμο μα ούτε και πότε κατασκευάστηκε. Ο .... Λεάνδρου [Μ.Υ.1
(2)] κατάθεσε για την υπόθεση των εναγόμενων
  1. Δηλώνω ευθέως, ότι η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ως μάρτυρα, κατά βάση είναι αρνητική. Μεταξύ άλλων υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις, ήρθε σε σύγκρουση με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας - την οποία μάλιστα παρουσίασε ο ίδιος στο Δικαστήριο -, προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, ενώ, αρκετοί από τους ισχυρισμούς του, ενώ θα μπορούσαν και, ενδεχομένως, θα έπρεπε κιόλας να είχαν τεθεί σε αριθμό μαρτύρων που κατάθεσαν για την υπόθεση των εναγόντων, για να τους δοθεί η ευκαιρία, τουλάχιστον να σχολιάσουν, αυτό δεν έγινε ποτέ. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του απορρίπτεται ως αναξιόπιστη, με εξαίρεση, εκείνο μόνο το μέρος της, το οποίο συγκεντρώνει τα αναγκαία στοιχεία αξιοπιστίας. Δηλαδή, που συνάδει με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία ή που υπέχει θέση δηλώσεων ενάντια στα συμφέροντα των εναγόμενων 2, για τους οποίους έδωσε μαρτυρία ο ίδιος: Τα παραδείγματα που ακολουθούν, κατά τη γνώμη μου, αιτιολογούν επαρκώς, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του, ως μάρτυρα. Όσα ακολουθούν είναι από το στάδιο της κυρίως εξέτασής του από την κα Κορακίδου: Ο μάρτυρας είναι απόφοιτους στον κλάδο πολιτικής μηχανικής του Πολυτεχνείου Αθηνών και από το 1997 κατέχει τη θέση του δημοτικού μηχανικού στους εναγόμενους 2, ενώ, από το 2015 εκτελεί καθήκοντα αναπληρωτή γραμματέα. Όταν του υποδείχθηκε το επίσημο κτηματικό σχέδιο που επισυνάπτεται στο πιστοποιητικό πλήρους οριοθέτησης του επίδικου ακινήτου (τεκμήριο 3) και ρωτήθηκε εάν το αναγνωρίζει, όπως είπε απαντώντας, «Βεβαίως, το αναγνωρίζω είναι ένα κτηματικό σχέδιο από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας.» Η προσπάθειά του - από την πρώτη κιόλας ερώτηση που του υποβλήθηκε - να υποβαθμίσει την αποδεικτική αξία του επίσημου κτηματικού σχεδίου, το οποίο αποτυπώνει κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο τα επίσημα σύνορα του επίδικου ακινήτου, τμήμα του οποίου είναι και ο επίδικος δρόμος είναι εμφανής. Για λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί το επίσημο κτηματικό σχέδιο δεν είναι ένα οποιοδήποτε σχέδιο του Κτηματολογίου, όπως επιχείρησε να το παρουσιάσει ο μάρτυρας. Ερωτηθείς ακολούθως, τι δεικνύει το εν λόγω σχέδιο (μέρος του τεκμηρίου 3) ισχυρίστηκε ότι δείχνει την ιδιοκτησία του επίδικου ακινήτου σε σχέση με το δρόμο, ο οποίος οδηγεί από τον πυρήνα του δήμου προς την παραλιακή περιοχή. Όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση, ο δρόμος είναι από το σημείο 274 που φαίνεται προς τα νότια, περνώντας από το άλλο γραφικό, το 286 μέχρι την παραλία. Ερωτηθείς ακολούθως, εάν γνωρίζει αν είναι εγγεγραμμένος ο δρόμος, απάντησε καταφατικά. Δεδομένου ότι το υπό αναφορά σχέδιο καθώς ήδη έχει αναφερθεί είναι επίσημο κτηματικό σχέδιο και μέρος του δρόμου τον οποίο υπέδειξε πάνω σ' αυτό ο μάρτυρας αποτελεί τον επίδικο δρόμο, ο οποίος, για όλους τους άλλους μάρτυρες που κατάθεσαν στην υπόθεση και όπως προκύπτει από το ίδιο το σχέδιο αποτελεί τμήμα του επίδικου ακινήτου, ο ισχυρισμός του μάρτυρα, ότι ολόκληρος ο δρόμος, όπως φαίνεται στο επίσημο κτηματικό σχέδιο είναι εγγεγραμμένος αποτελεί το πρώτο παράδειγμα σύγκρουσής του με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, με ό,τι αυτό σημαίνει για την κρίση της αξιοπιστίας του ως μάρτυρα. Ευθύς αμέσως - απαντώντας στην επόμενη ερώτηση - ισχυρίστηκε ότι ο δρόμος είναι εγγεγραμμένος από το σημείο 286 και προς το νότο. Προς τα κάτω. Όταν όμως στη συνέχεια ρωτήθηκε, εάν από το σημείο 274 μέχρι το σημείο 286 (δηλαδή περιλαμβανομένου και του επίδικου δρόμου) είναι εγγεγραμμένος, απάντησε ως εξής: «Μέρος του είναι εγγεγραμμένο μέρος, φαίνεται ότι δεν έχει εκσυγχρονιστεί ο τίτλος για να φαίνεται ότι είναι εγγεγραμμένος.» Όταν ακολούθως ρωτήθηκε εάν μπορούσε να πει ποιο μέρος του δρόμου είναι εγγεγραμμένο και ποιο όχι, απάντησε ως εξής: «Το δυτικό μέρος του χρησιμοποιούμενου δρόμου, σήμερα από τα αρχεία που υπάρχουν στο δήμο, φαίνεται ότι είναι σαφώς εγγεγραμμένος, έχω διατρέξει στο αρχείο το οποίο διατηρείται στο δήμο από το
  2. Έχω στην κατοχή μου χάρτες και μπορώ να τους δείξω και στο Δικαστήριο, ήταν χρησιμοποιούμενος σαν δρόμος, ο οποίος οδηγούσε από το χώρο στο τσιφλίκι της Γεροκηπιάς στην πολυκατοικία.» Η αντίφαση που ανακύπτει από τις παραπάνω απαντήσεις του αφορά στον ισχυρισμό του, ότι το δυτικό μέρος του χρησιμοποιούμενου δρόμου φαίνεται ότι είναι σαφώς εγγεγραμμένος δρόμος, τη στιγμή που ενωρίτερα ισχυρίστηκε ότι ολόκληρος ο δρόμος, περιλαμβανομένου και του επίδικου είναι εγγεγραμμένος. Για να συνεχίσω, πρόκειται για τα τεκμήρια 22 και 23, οι χάρτες, που όπως είπε ο μάρτυρας είχε στην κατοχή του, τους οποίους μπορούσε να δείξει και στο Δικαστήριο προκειμένου να τεκμηριώσει τη θέση του, ότι ο δρόμος στον οποίο είχε αναφερθεί χρησιμοποιείτο σαν δρόμος, ο οποίος οδηγούσε από το χώρο στο τσιφλίκι της Γεροκηπιάς στην πολυκατοικία. Αναφορικά με τον πρώτο (τεκμήριο 22) που βασικά αποτελεί κτηματικό σχέδιο του 1966 και όσα είπε ο μάρτυρας με αναφορά σ' αυτό, πέραν όσων ήδη έχω αναφέρει, προστίθενται και τα εξής: με βάση το επίσημο κτηματικό σχέδιο, το οποίο επισυνάπτεται στο πιστοποιητικό πλήρους οριοθέτησης του επίδικου ακινήτου (τεκμήριο 3), ο επίδικος δρόμος αποτελεί τμήμα του επίδικου ακινήτου. Όμως, το πόσο επικίνδυνο είναι να βασιστώ σε οτιδήποτε ανάφερε ο μάρτυρας, επικαλούμενος τους δυο αυτούς χάρτες αποδεικνύεται από την απάντησή του, όταν στη συνέχεια, του ζητήθηκε από την κα Κορακίδου να δείξει σ' αυτούς, πού βρίσκεται το επίδικο ακίνητο. Όπως είπε, δε φαίνεται στα σχέδια, γιατί είναι ένα τεμάχιο, το οποίο έχει προκύψει πολύ αργότερα από το διαχωρισμό, από ενοποιήσεις και στο τέλος, από αναδασμό. Όπως είπε στη συνέχεια, όμως φαίνονται άλλα στοιχεία, όπως είναι οι τοποθεσίες «Καττοέρι», «Λούρες». Παρόλα αυτά παραμένει γεγονός - και αυτό είναι που έχει σημασία - ότι παρουσίασε τους δυο αυτούς χάρτες προκειμένου να αποδείξει τον ισχυρισμό του, ότι ο επίδικος δρόμος, δεν αποτελεί μέρος του επίδικου ακινήτου. Και κάτι ακόμη. Δεδομένου ότι ο Μ.Ε.1 εργάζεται στο Κτηματολόγιο και ο Μ.Ε.3 είναι αυτός που ουσιαστικά προέβη σε οριοθέτηση του επίδικου ακινήτου, το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: οι εναγόμενοι 2, οι οποίοι επενδύουν τόσα πολλά στο περιεχόμενο των δυο αυτών εγγράφων (τεκμήρια 22 και 23), όταν έδιναν μαρτυρία οι δυο αυτοί μάρτυρες, γιατί δεν έθεσαν υπόψη τους τα εν λόγω έγγραφα προκειμένου να τους δοθεί η δυνατότητα να τοποθετηθούν και αυτοί για όσα επιχειρούν να με πείσουν ότι αποδεικνύονται από το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων; Ιδιαίτερα για το Μ.Ε.3 θεωρώ ότι το κατάλληλο στάδιο που θα μπορούσε και έπρεπε να τεθούν υπόψη του τα δυο έγγραφα ήταν όταν και Κορακίδου, τον είχε ρωτήσει εάν για να ετοιμάσει την τεχνική έκθεση (τεκμήριο 15) πήρε από το Κτηματολόγιο δεδομένα και αφού ο μάρτυρας απάντησε καταφατικά, όταν ακολούθως του ζητήθηκε να πει τα δεδομένα, ο μάρτυρας παράπεμψε σε χωρομετρικά στοιχεία, όπως συντεταγμένες και χωρομετρικές σελίδες, οι οποίες - όπως είπε - χτίζονται, σχεδιάζονται στον υπολογιστή, γίνεται συσχέτιση με την αποτύπωση επί τόπου, να διαπιστωθούν οι όποιες προσαρμογές μπορούν να γίνουν για να καταλήξουν στα σύνορα. Η ευκολία με την οποία ο μάρτυρας, εντελώς αβίαστα προέβαλλε αντιφατικούς ισχυρισμούς καταφαίνεται από τα εξής: Ερωτηθείς - πάντοτε από την κα Κορακίδου - εάν γνωρίζει πότε δημιουργήθηκε ο δρόμος που φαίνεται στο επίσημο κτηματικό σχέδιο που επισυνάπτεται στο πιστοποιητικό πλήρους οριοθέτησης του επίδικου ακινήτου (τεκμήριο 3), όπως είπε, ο δρόμος ήταν ένας χρησιμοποιούμενος δρόμος και όπως φαίνεται, έχει δείξει στο Δικαστήριο, τουλάχιστον από το 1966, ήταν ένας δρόμος, ο οποίος χρησιμοποιείτο. Η εξέλιξη των δρόμων στην Κύπρο, πρόσθεσε, ήταν ανάλογα και με τις ανάγκες. Ωστόσο, ευθύς αμέσως ισχυρίστηκε ότι ο συγκεκριμένος δρόμος, στη μορφή που είναι σήμερα, τουλάχιστον εξ όσων ο ίδιος θυμόταν, προϋπήρχε του
  3. Ακολούθως, αφού υπέδειξε τον υφιστάμενο δρόμο - τμήμα του οποίου είναι και ο επίδικος δρόμος - στο ένα από τα δυο σχέδια που επισυνάπτονται στην τεχνική έκθεση του Μ.Ε.3 (τεκμήριο 15) ισχυρίστηκε τα εξής: ο συγκεκριμένος δρόμος δεν έχει εκσυγχρονιστεί για να αφαιρεθεί από τον τίτλο - και - του επίδικου ακινήτου. Συνεχίζοντας ανάφερε - και - τα εξής: ίσως, το σημαντικότερο στοιχείο που υπάρχει είναι η αίτηση (Β615 του 92) του ενάγοντα 2, που αφορά το επίδικο ακίνητο, για την οποία έχει εκδοθεί άδεια οικοδομής - περίφραξης, με αριθμό 15286 και με ημερομηνία 23/9/93, με σαφείς όρους διεύρυνσης του οδικού δικτύου στο δυτικό σύνορο του επίδικου τεμαχίου σύμφωνα με τους όρους που υπάρχουν στο φάκελο και ήταν στην κατοχή του ενάγοντα 2 και πρέπει να είναι στην κατοχή των ιδιοκτητών. Ως Παράρτημα Α δείχνεται με κίτρινο χρώμα στο χωρομετρικά σχέδια για να παραχωρηθεί και διαμορφωθεί στο δημόσιο δρόμο σύμφωνα με τις υποδείξεις της αρμόδιας αρχής. Δηλαδή υπήρχε αίτηση περίφραξης, με την οποία ζητείτο ο δρόμος - ο οποίος ήταν χρησιμοποιούμενος - να παραχωρηθεί και να εγγραφεί και να διαμορφωθεί σαν δημόσιος δρόμος και να εγγραφεί. Υπάρχει σαν παράρτημα Α και υπάρχει και το σχέδιο ρυμοτομίας που είχε δοθεί στο φάκελο, στον οποίο συμπίπτει με το χρησιμοποιούμενο δρόμο σε όλα τα κτηματικά σχέδια, για μία αίτηση περίφραξης, η οποία έχει υλοποιηθεί. Να σημειωθεί ότι, παρά την ένσταση της ευπαίδευτης δικηγόρου των εναγόντων επέτρεψα στο μάρτυρα να παρουσιάσει το κτηματικό σχέδιο (τεκμήριο 24) της άδειας περίφραξης στην οποία είχε αναφερθεί καθώς και τους όρους της άδειας (τεκμήριο 25), οι οποίοι, όπως είπε, σαφώς δηλώνουν ότι ο χρησιμοποιούμενος δρόμος (δηλαδή ο επίδικος) έπρεπε να παραχωρηθεί ως ρυμοτομία και να διαμορφωθεί σαν δημόσιος δρόμος. Όπως είπε απαντώντας σε σχετική ερώτηση, η άδεια περίφραξης έχει εκδοθεί από τον Έπαρχο, γιατί ως γνωστό, ο δήμος (δηλαδή οι εναγόμενοι 2) είχε ιδρυθεί το
  4. Παρατηρώ τα εξής: Με αντιπαραβολή των παραπάνω που ισχυρίστηκε ο μάρτυρας - με αναφορά στο περιεχόμενο των τεκμηρίων 24 και 25 - σε συνδυασμό και με όσα ισχυρίστηκε αντεξεταζόμενος συναφώς με αυτά προκύπτει ακόμη μια σοβαρή αντίφαση στην οποία υπέπεσε, η οποία μάλιστα τεκμηριώνεται από το περιεχόμενο πραγματικής μαρτυρίας την οποία παρουσίασε ο ίδιος. Ταυτόχρονα καθίσταται τελείως κατανοητό και πόσο επικίνδυνο είναι να βασιστώ στη μαρτυρία του για σκοπούς εξαγωγής ασφαλών συμπερασμάτων αναφορικά με ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Είναι γεγονός, ότι στο κτηματικό σχέδιο (τεκμήριο 24) υπάρχει μια σφραγίδα, με στοιχεία τα οποία παραπέμπουν στο φάκελο με αριθμό Β615/92, που όπως είπε ο μάρτυρας είναι η αίτηση του ενάγοντα 2, στο πλαίσιο της οποίας, στις 23/9/93 εκδόθηκε η άδεια οικοδομής - περίφραξης του επίδικου ακινήτου, με αριθμό
  5. Κάτω ακριβώς από τη σφραγίδα υπάρχει ακόμη μια, με τη φράση: «ΕΠΑΡΧΟΣ - ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΒΕΛΤΙΩΣΕΩΣ Γεροσκήπου». Μεταξύ των δυο σφραγίδων υπάρχει μια υπογραφή. Ωστόσο, στο άλλο έγγραφο που κατάθεσε ο μάρτυρας (τεκμήριο 25), με τίτλο «ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ "Α"» το οποίο, όπως είναι η θέση του περιέχει τους όρους της άδειας, ο αριθμός φακέλου, δηλαδή της αίτησης είναι διαφορετικός (Β615/93). Πέραν τούτου, ενώ ο αριθμός τεμαχίου που αναφέρεται (6x4) φαίνεται να είναι ο αρχικός αριθμός τεμαχίου του επίδικου ακινήτου, μετά από αυτά που ανάφερε αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, θεωρώ πως κάθε άλλο παρά ασφαλές είναι να βασιστώ στο περιεχόμενο των δυο αυτών εγγράφων (τεκμήρια 24 και 25) προκειμένου να δεχθώ τον ισχυρισμό του, ότι η άδεια περίφραξης στην οποία είχε αναφερθεί και κυρίως, οι όροι της αφορούν στο επίδικο ακίνητο. Αντεξεταζόμενος λοιπόν σε σχέση με τον επίδικο δρόμο, όταν κλήθηκε να πει, τι εννοούσε, λέγοντας πως δεν είχε εκσυγχρονιστεί ο τίτλος, απαντώντας ισχυρίστηκε τα εξής: ότι ήταν σαφέστατη υποχρέωση των αιτητών, δηλαδή των ιδιοκτητών του τεμαχίου 6x5 σήμερα, τότε 6x3, εφόσον είχαν πάρει την άδεια περίφραξης και την είχαν υλοποιήσει, να αποτείνονταν στις αρμόδιες αρχές, για εξασφάλιση πιστοποιητικού έγκρισης και να αιτηθούν στην αρμόδια αρχή, που είναι το Κτηματολόγιο, για εκσυγχρονισμό του τίτλου, με αφαίρεση της ρυμοτομίας που είχε επιβληθεί ως όρος στην άδεια με αριθμό 152867, ημερομηνίας 23/9/
  6. Περιορίζομαι να πω τούτο. Το επίδικο ακίνητο σύμφωνα με το σχετικό πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας (τεκμήριο 1) αρχικά έφερε αριθμό τεμαχίου το 6x6 και στη συνέχεια πήρε τον αριθμό D xx. Ότι ο σημερινός αριθμός τεμαχίου του επίδικου ακινήτου είναι xx αναφέρεται και στο πιστοποιητικό πλήρους οριοθέτησής του (τεκμήριο 3), ενώ, από το περιεχόμενο του επισυνημμένου σ' αυτό, επίσημου κτηματικού σχεδίου, προκύπτει ότι το τεμάχιο με αριθμό 6x5 που ανάφερε ως το επίδικο ακίνητο ο μάρτυρας είναι το συνορεύον με αυτό ακίνητο, στη βόρεια πλευρά του. Των παραπάνω λεχθέντων είναι σαφές, πως δεν μπορώ να δεχθώ ότι η αίτηση περίφραξης στην οποία αναφέρθηκε ο μάρτυρας καθώς και οι όροι που είχαν τεθεί με τη σχετική άδεια αφορούν το επίδικο ακίνητο. Για το ίδιο θέμα προστίθενται και τα εξής: Δεδομένου ότι και τα δυο έγγραφα που παρουσίασε ο μάρτυρας (τεκμήρια 24 και 25) φαίνεται να είναι έγγραφα του Επάρχου Πάφου - ως της πολεοδομικής αρχής κατά το χρόνο που αφορούσαν - θεωρώ ότι οι εναγόμενοι 2 όφειλαν να τα θέσουν υπόψη, τουλάχιστον της Μ.Ε.4, η οποία εργάζεται στο Τμήμα Πολεοδομίας προκειμένου να της δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο να σχολιάσει. Όσα ακολουθούν είναι αποκλειστικά από την αντεξέταση του μάρτυρα: Με αναφορά στο κτηματικό σχέδιο (τεκμήριο 22), ερωτηθείς εάν μπορούσε να περιγράψει από τι σημειώνεται αυτό που είχε ονομάσει σαν δρόμο, όπως είπε, σημειώνεται μια πλήρης γραμμή και μια διακεκομμένη στα δυτικά. Η διακεκομμένη, πρόσθεσε, σημαίνει δρόμος. Όταν του υποβλήθηκε ότι μια διακεκομμένη γραμμή στα επίσημα χωρομετρικά σχέδια αποτυπώνει δημόσια εγγεγραμμένα μονοπάτια, διαφώνησε. Ισχυρίστηκε δε, ότι είναι η μονή γραμμή που είναι το μονοπάτι και αναφέρεται, όχι όταν αποτελεί μέρος και άλλης γραμμής. Το συγκεκριμένο θέμα, πρόσθεσε, δεν ήταν μονοπάτι της μονής γραμμής, ήταν δρόμος. Ερωτηθείς ακολούθως, πώς σημειώνονται οι δρόμοι στα χωρομετρικά με τις γραμμές, «Υπάρχουν συνεχείς γραμμές.» απάντησε. «Μία;» ρωτήθηκε στη συνέχεια. Απάντησε ως εξής: «Υπάρχουν δυο, αποτυπώνονται για να αποτυπώνουν το πλάτος κάποιου δρόμου.» Από τις παραπάνω απαντήσεις του, το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: εν τέλει, πώς αποτυπώνεται ο δρόμος στο χωρομετρικό σχέδιο; Με μια διακεκομμένη γραμμή, όπως ισχυρίστηκε αρχικά ή με δυο συνεχείς γραμμές, για να αποτυπώνουν το πλάτος του δρόμου, όπως ισχυρίστηκε στη συνέχεια; Και αν ισχύει το δεύτερο που ανάφερε - που είναι και το τελευταίο που είπε -, στο κτηματικό σχέδιο (τεκμήριο 22), πού φαίνονται δυο συνεχείς γραμμές στο σημείο που υπέδειξε, που όπως είναι η θέση του αποτυπώνεται ο επίδικος δρόμος; Πουθενά είναι η απάντηση, αφού, στο σημείο που υπέδειξε υπάρχει μια συνεχής γραμμή και δίπλα της, μια παράλληλη διακεκομμένη γραμμή. Η νέα αντίφαση στην οποία υπέπεσε και η σύγκρουσή του με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, την οποία - για να επαναλάβω - ο ίδιος έθεσε ενώπιόν μου αποτελούν γεγονός. Ο ισχυρισμός του πως δε θυμόταν, όταν του υποβλήθηκε ότι μέχρι και το 2010, ουδεμία δημοσιευμένη ρυμοτομία υπήρξε σε σχέση με το επίδικο ακίνητο, αποκαλύπτει και την επιλεκτική μνήμη που είχε. Είναι τόσο σημαντικό αυτό που του υποβλήθηκε και ακόμη πιο σημαντικό για την υπόθεση των εναγόμενων 2 - για τους οποίους έδωσε μαρτυρία ο ίδιος - το αντίθετο, οπότε, εάν δεν ίσχυε αυτό που του είχε υποβληθεί - που ίσχυε σύμφωνα με άλλη μαρτυρία - είμαι βέβαιος, ότι θα το γνώριζε και δε θα έδινε την απάντηση που έδωσε. Όταν η κα Τόκα το ρώτησε εάν οι εναγόμενοι 2 ενημέρωναν τον ενάγοντα 1 ότι ο επίδικος δρόμος ήταν κατασκευασμένος από τον αναδασμό, «Νομίζω πως ναι.» απάντησε. Όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση, πρόθεση του δήμου και του ιδίου προσωπικά, δεν ήταν να αδικήσει τον οποιοδήποτε σε σχέση με το θέμα. Διαβάζοντας στους φακέλους και πιο συγκεκριμένα, το φάκελο της αίτησης των αιτητών Β615/92, για περίφραξη βρήκε σημείωμα του αρμόδιου λειτουργού του Επάρχου, από 22/2/93 που ανάφερε: «Σας υποδεικνύω ότι τα σύνορα του τεμαχίου τα δυτικά, ευρίσκοντο εντός του υφιστάμενου δρόμου». Πρόκειται για την αίτηση περίφραξης του επίδικου ακινήτου η πιο πάνω αίτηση - όπως είναι η θέση του - και το σχόλιό μου είναι το εξής: εάν αυτή αφορά πράγματι το επίδικο ακίνητο, από το σχετικό σημείωμα στο οποίο αναφέρθηκε ο μάρτυρας προκύπτει σαφώς, ότι ο επίδικος δρόμος, στις 22/2/1993 αποτελούσε τμήμα του επίδικου ακινήτου. Σε συνδυασμό και την απάντηση του μάρτυρα - την οποία έδωσε αργότερα - όταν με αναφορά στο επίσημο κτηματικό σχέδιο που επισυνάπτεται στο τεκμήριο 3, ουσιαστικά παραδέχθηκε ότι ο επίδικος δρόμος αποτελεί μέρος του επίδικου ακινήτου, το συμπέρασμα που εξάγεται είναι το εξής: ακόμη και για τους εναγόμενους 2, από τις 22/2/1993 μέχρι και τις 31/5/2011 - που είναι η ημερομηνία του πιστοποιητικού πλήρους οριοθέτησης του επίδικου ακινήτου (τεκμήριο 3) -, ο επίδικος δρόμος αποτελούσε τμήμα του επίδικου ακινήτου. Επομένως, ο μάρτυρας, πολύ ορθά - λίγο αργότερα - συμφώνησε με την κα Τόκα, ότι το Κτηματολόγιο οριοθέτησε το επίδικο ακίνητο και αποτύπωσε ένα κατασκευασμένο δρόμο, αλλά έβαλε κλειδιά για να δείξει ότι αυτός είναι μέρος του επίδικου ακινήτου. Αυτό που έχει αναφέρει ο μάρτυρας και δέχομαι ότι ευσταθεί, παρά την περί αντιθέτου θέση του ενάγοντα 1 είναι ότι στο πλαίσιο της αίτησης Β26/2010 - την οποία υπόβαλε ο ενάγοντας 1 - δεν έχει εκδοθεί άδεια οικοδομής και δη περίφραξης του επίδικου ακινήτου. Κάποια στιγμή αργότερα υποβλήθηκε στο μάρτυρα η εξής ερώτηση σε σχέση με τον επίδικο δρόμο: «Κύριε μάρτυρα, όταν λέτε "υφιστάμενος δρόμος που χρησιμοποιείται από τον κόσμο", όχι που κατασκευάστηκε νόμιμα από κάποια αρχή. Έτσι; Χρησιμοποιείται χαμέ τζιαι πάει τζιαι περνά ο κόσμος». Απάντησε ως εξής: «Ισχύει αυτό το πράγμα.» Από την απάντησή του είναι σαφές, το πραγματικό και κυρίως, το νομικό καθεστώς του επίδικου δρόμου, για τον οποίο ο μάρτυρας και κατ' επέκταση οι εναγόμενοι 2 κατέβαλαν τόση προσπάθεια να με πείσουν πως δεν αποτελεί τμήμα του επίδικου ακινήτου. Τα ακόλουθα που έχει αναφέρει ο μάρτυρας, επίσης δέχομαι ότι αποτελούν γεγονός, αφού, ενώ από τη μια υπέχουν θέση δηλώσεων ενάντια στα συμφέροντα των εναγόμενων 2, από την άλλη αποδεικνύονται και από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία: ο επίδικος δρόμος είναι ασφαλτοστρωμένος. Οι εναγόμενοι 2 έχουν ιδρυθεί από το 1994 και από το 1997 που έχουν επανδρωθεί με προσωπικό συντήρησης οδών, το συντηρούν. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία των παραπάνω ευρημάτων μου θεωρώ ότι τα πραγματικά και ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι τα εξής: Ο ενάγοντας 2 που είναι πατέρας του ενάγοντα 1, με το Φάκελο Π102, στις 11/1/1991 αγόρασε το επίδικο ακίνητο με αριθμό εγγραφής Δ.7x7, τεμάχιο 6x4, το οποίο βρίσκεται στη Γεροσκήπου. Με το Φάκελο Α199/86, αυτό μεταφέρθηκε στην εγγραφή D xx και πήρε νέο αριθμό εγγραφής Δ.8x8 και τεμαχίου xx, τμήμα
  7. Με το φάκελο Δ.2527, ο ενάγοντας 2, στις 30/12/2002, το μεταβίβασε δυνάμει δωρεάς στον ενάγοντα
  8. Ο τελευταίος, με την αίτησή του στο Κτηματολόγιο με αριθμό φακέλου ΑΧ2698/10 ζήτησε την οριοθέτηση του επίδικου ακινήτου. Με την ολοκλήρωση της αναγκαίας χωρομετρικής εργασίας εκδόθηκε το σχετικό πιστοποιητικό πλήρους οριοθέτησης (τεκμήριο 3). Όπως προκύπτει από το επισυνημμένο σ' αυτό επίσημο κτηματικό σχέδιο, το τμήμα του υφιστάμενου δρόμου που εφάπτεται του επίδικου ακινήτου, στα δυτικά του και συνεχίζει την πορεία του, τόσο προς τα βόρεια όσο προς τα νότιά του αποτελεί τμήμα του επίδικου ακινήτου. Αυτό, μαζί με άλλα ακίνητα στην περιοχή, περί το έτος 1974 απαλλοτριώθηκαν από το Υπουργείο Συγκοινωνιών, για την κατασκευή αεροδρομίου. Ωστόσο, επειδή δεν είχαν χρησιμοποιηθεί για το σκοπό αυτό, περί το 1990 επιστράφηκαν στους πρώην ιδιοκτήτες τους. Πρόκειται για τμήμα του κάθετου δρόμου που συνδέει το κέντρο της Γεροσκήπου με την τουριστική περιοχή Γεροσκήπου, ο υφιστάμενος δρόμος - τμήμα του οποίου είναι και ο επίδικος δρόμος - ο οποίος είναι δημοσιευμένος στο τοπικό σχέδιο Πάφου, ως δρόμος δευτερεύουσας σημασίας, με βασικό στόχο τη διασφάλιση της άνετης και ασφαλούς οχηματικής και πεζής διακίνησης, από την οικιστική περιοχή Γεροσκήπου προς την υπό κατασκευή λεωφόρο προς το αεροδρόμιο Πάφο και κατ' επέκταση, προς την τουριστική περιοχή Πάφου. Ο υφιστάμενος δρόμος διαμορφώθηκε με το σχέδιο αναδασμού της περιοχής και το μεγαλύτερο του μήκος προέκυψε από την απαλλοτρίωση της επηρεαζόμενης ιδιωτικής έκτασης γης. Ωστόσο, τμήμα του, στο οποίο περιλαμβάνεται και ο επίδικος δρόμος, δεν έχει εγγραφεί ως δημόσιος δρόμος και ούτε αφαιρέθηκε από το επίδικο ακίνητο. Ο αναφερόμενος μελλοντικός δρόμος, ως δρόμος δευτερεύουσας σημασίας, δεν έχει δημοσιευτεί σε λεπτομέρεια με το τοπικό σχέδιο Πάφου, επομένως, η χάραξή του, δεν είναι δεσμευτική. Η έκταση του επίδικου ακινήτου που θα απαιτηθεί για την κατασκευή του μελλοντικού δρόμου, θα πρέπει να εξασφαλιστεί είτε με παραχώρησή της - με αποδοχή όρων πολεοδομικής άδειας - είτε με απαλλοτρίωσή της. Ο υφιστάμενος δρόμος - τμήμα του οποίου είναι και ο επίδικος δρόμος -είναι ασφαλτοστρωμένος και χρησιμοποιείται από το κοινό. Κατά τη χωρομετρική εργασία που έγινε το 1991 από τον Κλάδο Χωρομετρίας, με σκοπό την αλλαγή της κλίμακας είχε αποτυπωθεί όπως ήταν κατασκευασμένος, τότε, ως χωρομετρική λεπτομέρεια. Από το 1997, την ευθύνη συντήρησης και βελτίωσής του έχουν οι εναγόμενοι
  9. Οι εναγόμενοι 3, άγνωστο πότε εγκατέστησαν αγωγό λυμάτων - στην οδό Ιεροκηπίων - σε περιοχή του Δήμου Γεροσκήπου. Τμήμα του αγωγού, διαμέτρου 200 mm διέρχεται και διαμέσου του επίδικου ακινήτου, σε βάθος δυο περίπου μέτρων και σε θέση η οποία ακολουθεί την πορεία του επίδικου δρόμου, ο οποίος - για να επαναλάβω - αποτελεί τμήμα του επίδικου ακινήτου. Οι εναγόμενοι 3 εγκατέστησαν τον εν λόγω αγωγό λυμάτων στο επίδικο ακίνητο, χωρίς να έχουν εξασφαλίσει προηγουμένως οποιαδήποτε άδεια από τους ενάγοντες. Ο ενάγοντας 1, θεωρώντας ότι η πιο πάνω ενέργειά τους αποτελεί παράνομη επέμβαση επί της ιδιοκτησίας του, με την επιστολή των δικηγόρων του προς αυτούς, ημερομηνίας 27/10/2011 (τεκμήριο 18), τους κάλεσε να προβούν στις ανάλογες ενέργειες - εντός τακτής προθεσμίας - για άρση της επέμβασης. Αυτοί αντέδρασαν, με την αποστολή προς τον ίδιο της επιστολής τους, ημερομηνίας 24/11/2011 (τεκμήριο 20), με την οποία, αφού παραδέχονται ότι εγκατέστησαν τον αγωγό λυμάτων και στο επίδικο ακίνητό του, ακολούθως, του ζητούν όπως - σε εφαρμογή του άρθρου 20 του περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμου - παραχωρήσει την άδειά του για διέλευση του αγωγού λυμάτων διαμέσου του επίδικου ακινήτου. Επειδή δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημά τους, με επιστολή τους προς τον εναγόμενο 1, ημερομηνίας 31/1/2012 ζήτησαν τη συναίνεσή του για το σκοπό αυτό. Ο τελευταίος, με τη σχετική επιστολή του, ημερομηνίας 21/3/2012 (τεκμήριο 21), όπως αναφέρει στην παράγραφο 2, μετά από διερεύνηση της υπόθεσης, παρέχει την αιτούμενη συγκατάθεσή του με βάση το άρθρο 20 των περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμων του 1971 έως 2005, με τον όρο της πλήρους αποκατάστασης του οδικού δικτύου με δαπάνες των εναγόμενων
  10. Ο επίδικος δρόμος - που αποτελεί τμήμα του επίδικου ακινήτου - είναι έκτασης 264,833 τετραγωνικών μέτρων. Η συνολική αγοραία αξία του ανέρχεται στο ποσό των €20.000,00 και η ενοικιαστική του αξία για τα έτη 1991 μέχρι 2011, στο συνολικό ποσό των €7.940,
  11. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Το άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 που δημιουργεί το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία προνοεί ότι: «
(1)Παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία συvίσταται σε παράvoμη είσoδo ή σε παράvoμη πρόκληση ζημιάς ή σε παράvoμη παρέμβαση στηv ιδιoκτησία αυτή από oπoιoδήπoτε πρόσωπo.
(2)Αv η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή είvαι επιτρεπτή κατά τoπικό έθιμo, αυτό αφoύ απoδειχθεί συvιστά υπεράσπιση αλλά σε αγωγή πoυ εγείρεται για παράvoμη επέμβαση σε ακίvητη ιδιoκτησία τo βάρoς της απόδειξης ότι η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή δεv ήταv παράvoμη φέρει o εvαγόμεvoς.» Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Adrian Holdings Ltd v. Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836): « Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι αγώγιμο per se. Όπου όμως δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ζημιάς, μπορεί να επιδικαστούν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις και να μη δοθούν έξοδα ή ακόμη και να διαταχθεί ο ενάγων να καταβάλει έξοδα στον εναγόμενο. (Παπακόκκινου κ.ά. ν. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379, Kakoullou and Another v. Kakoulli
(1985)1 C.L.R. 355, Ttantis v. Hadjimichael and Another
(1982)1 C.L.R. 301 και Ευθυβούλου κ.ά. ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Κισσόνεργας κ.ά.
(1998)1 A.A.Δ. 1059). Όπου αποδεικνύεται παράνομη κατοχή ακινήτου το μέτρο αποζημιώσεων είναι η αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία της περιουσίας (Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Kύπρου
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 882). Η καταβολή αποζημιώσεων με βάση τις πιο πάνω αρχές επιβάλλεται, έστω και αν ο ιδιοκτήτης δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία ή να την ενοικιάσει (Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαhchecioglou και Άλλος
(1998)1 A.A.Δ. 426 όπου γίνεται αναφορά σχετικά με το θέμα στην Strand Electric and Engineering Co. Ltd v. Brisford Ltd [1952] 1 All E.R. 796).» Καθ' όλα σχετικά είναι και τ' ακόλουθα από την υπόθεση Λάμπρου (ανωτέρω): «Η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ουσιαστικά αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Adamou v. Christofi
(1974)1 C.L.R. 100, έστω και μικρός βαθμός κατοχής είναι αρκετός για να νομιμοποιεί τον ενάγοντα να εγείρει αγωγή εναντίον του εναγομένου. Στην υπόθεση Liasidou and Another v. Papademetriou
(1975)1 C.L.R. 122, λέχθηκε ότι κατοχή (possession) σημαίνει πραγματική κατοχή (occupation) ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας. Ο ιδιοκτήτης που δεν έχει κατοχή δεν μπορεί να ενάγει σε σχέση με παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία του, με εξαίρεση την περίπτωση όπου υπάρχει πρόκληση ζημιάς στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα. (Δέστε Γεωργίου ν. Ανδρέα, Π.Ε. 10140, ημερ. 16.12.98, όπου η φύτευση δένδρων θεωρήθηκε ως επέμβαση μόνιμου χαρακτήρα που νομιμοποιούσε την ιδιοκτήτρια που ενοικίαζε το κτήμα σε άλλους να εγείρει αγωγή). Στην παρούσα περίπτωση, οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες 3 και 4 ήταν εγγεγραμμένοι συνιδιοκτήτες και, παρόλον ότι δεν είχαν κατοχή, αφού η επέμβαση στο κτήμα είχε μόνιμο χαρακτήρα, κατά την κρίση μας εδικαιολογείτο η νομιμοποίησή τους για να εγείρουν την αγωγή.» Βλέπε και την Παπακόκκινου κ.ά. ν. Κυριακίδη
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 789 και την εντελώς πρόσφατη υπόθεση Μιχάλης Καΐλης κ.ά. ν. Κώστας Μιχαήλ Λειβαδιώτης Λτδ κ.ά., ECLI:CY:AD:2017:A419, Πολιτική Έφεση Αρ. 133/2012, ημερομηνίας 28/11/2017 στην οποία υιοθετήθηκε το παραπάνω απόσπασμα από την Λάμπρου (ανωτέρω). Προστίθενται και τα εξής από την υπόθεση Γεωργίου ν. Ματθαίου κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 587: «Στην υπόθεση Παπαχριστοφόρου v. Καπνίση κ.ά.
(2005)1 Α.Α.Δ. 244, στην οποία και το πρωτόδικο Δικαστήριο παραπέμπει σε σχέση με το ζήτημα της παράνομης επέμβασης, αναφέρονται τα εξής:- (σελ. 250-251) «Στο σύγγραμμα Hallsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 38, σελ. 740 παραγρ. 1205, διαβάζουμε τα εξής: 'Where there is no act of direct intrusion on another person's property, liability in trespass does not arise though liability may arise in nuisance or negligence.' Σε δική μας μετάφραση: 'Όπου δεν υπάρχει άμεση παρείσδυση στην περιουσία του άλλου, τότε δεν υπάρχει ευθύνη για παράνομη επέμβαση αλλά μπορεί να υπάρξει ευθύνη για οχληρία ή αμέλεια.' Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 16η έκδοση σελ. 230 παραγ. 3-38, φαίνεται ότι σε περιπτώσεις όπως τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης που ο ισχυρισμός της εφεσείουσας είναι ότι η διαπλάτυνση του μονοπατιού έγινε με τρόπο που οδήγησε στην μελλοντική υποχώρηση της δόμης, στοιχειοθετείται μάλλον αμέλεια και όχι παράνομη επέμβαση. Βέβαια με βάση το Άρθρο 43 του δικού μας περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, η παράνομη επέμβαση μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους ως εξής:
(1)Με οποιαδήποτε παράνομη είσοδο στην περιουσία ή
(2)οποιαδήποτε παράνομη πρόκληση ζημίας ή
(3)με παράνομη παρέμβαση σε τέτοια περιουσία από οποιοδήποτε πρόσωπο.» Όπως επισημαίνεται στην Παπαχριστοφόρου (ανωτέρω), με αναφορά σε σχετικό απόσπασμα από την Δημητρίου ν. Εγγλέζου κ.ά.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1285, σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις χρειάζεται μαρτυρία από το αρμόδιο Κτηματολόγιο ή από εμπειρογνώμονα, αρχιτέκτονα, πολιτικό μηχανικό για να αποδειχθεί η ουσία των ισχυρισμών για παράνομη επέμβαση. Για μια ιδιαίτερα χρήσιμη και περιεκτική θεώρηση όλων των πτυχών του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία παραπέμπω και στο σύγγραμμα των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου «Κεφάλαιο 148 ΑΣΤΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ Δίκαιο και Αποφάσεις»
(2003), 1ος Τόμος, σελ. 130 - 135. Με υπαγωγή των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης στις παραπάνω αρχές, στο ερώτημα, κατά πόσο υπήρξε ή όχι επέμβαση στο επίδικο ακίνητο, που αποτελεί και το πρώτο επίδικο θέμα της υπόθεσης που καλούμαι να επιλύσω - όπως τα απαριθμώ σε άλλο σημείο (πιο πάνω) - απαντώ ως εξής: Υπήρξε επέμβαση και μάλιστα, με δυο τρόπους. Αυτή, καταρχήν συνίσταται στην είσοδο των εναγόμενων 2 σ' αυτό, οι οποίοι, από το 1997 συντηρούν και βελτιώνουν το τμήμα του που χρησιμοποιείται ως δρόμος από το κοινό (δηλαδή τον επίδικο δρόμο). Ακολούθως επέμβαση με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή με είσοδο - και ενδεχομένως και με τον τρίτο τρόπο με τον οποίο μπορεί να γίνει παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία (βλ. τις Γεωργίου και Παπαχριστοφόρου, ανωτέρω) - συνιστά και η εγκατάσταση από τους εναγόμενους 3, σε χρόνο που δεν μπορώ να προσδιορίσω, αγωγού λυμάτων διαμέτρου 200 mm σε βάθος περίπου μέτρων στο ίδιο τμήμα του επίδικου ακινήτου. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου (ανωτέρω), σελ. 130, με αναφορά στην υπόθεση Ttantis ν. HadjiMichael and Another
(1982)1 C.L.R. 301 - 25-02, ο γενικός κανόνας του κοινού δικαίου είναι ότι στον ιδιοκτήτη γης ανήκει και όλο το υπέδαφος καθώς και όλος ο χώρος πάνω στη γη. Έτσι, προστίθεται, η τοποθέτηση σωλήνων κάτω από την επιφάνεια της γης συνιστά επέμβαση. Από τα παραπάνω και με βάση τα γεγονότα που έχω βρει ότι περιβάλλουν την υπόθεση, ο δικογραφημένος ισχυρισμός των εναγόντων, ότι οι εναγόμενοι 1 και 2, μαζί και/ή ξεχωριστά, πριν από το 1991 επενέβησαν στο επίδικο ακίνητο αυθαίρετα και παράνομα και κατασκεύασαν τον επίδικο δρόμο με σκοπό τη χρήση του από το κοινό, δεν έχει αποδειχθεί. Το ίδιο ισχύει και για τον επίσης δικογραφημένο ισχυρισμό τους, ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 και πάλι, μαζί και/ή ξεχωριστά, από το 1991 μέχρι σήμερα επεμβαίνουν παράνομα και αυθαίρετα στο επίδικο ακίνητο, όχι μόνο με τη διατήρηση του επίδικου δρόμου, αλλά και με τη συνεχή συντήρηση και/ή βελτίωσή του μέχρι σήμερα, με τη χρήση του από το κοινό. Από αυτά, το μόνο που έχει αποδειχθεί είναι ότι από το 1997 μέχρι σήμερα, οι εναγόμενοι 2 επεμβαίνουν στο επίδικο ακίνητο, συντηρώντας και βελτιώνοντας τον επίδικο δρόμο που αποτελεί τμήμα του. Τέλος, η θέση τους - σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης δικηγόρου τους - ότι ο εναγόμενος 1 επενέβηκε στο επίδικο ακίνητο, επειδή, ως ο κατά νόμο υπεύθυνος για την κατασκευή, συντήρηση, χρήση και/ή άλλως πως των δημοσίων δρόμων σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 11 του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, ειδικά για τον επίδικο δρόμο, συμμετέχει ενεργά στο πολεοδομικό έργο, ως ο κατά νόμο αντιπρόσωπος της Κυβέρνησης και μέσω του Τμήματος Πολεοδομίας που έχει αναλάβει μαζί με τους εναγόμενους 2 το ρυθμιστικό σχέδιο, συμμετέχοντας κατά 1/5 στο οδικό πολεοδομικό έργο κ.ο.κ., ομολογώ πως δεν αντιλαμβάνομαι κατά ποια έννοια και με ποιο τρόπο αποτελεί επέμβαση στο επίδικο ακίνητο. Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό, πως ήδη έχει δοθεί απάντηση και στο ερώτημα, ποιος ή ποιοι από τους εναγόμενους επενέβησαν στο επίδικο ακίνητο, αλλά και πώς επενέβησαν, που αποτελεί το δεύτερο επίδικο θέμα της υπόθεσης που καλούμαι να επιλύσω. Η θέση των εναγόντων - σύμφωνα και πάλι με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης δικηγόρου τους - ότι ο εναγόμενος 1 επενέβηκε στο επίδικο ακίνητο - και - με την παραχώρηση της συγκατάθεσής του στους εναγόμενους 3, για την τοποθέτηση αγωγού λυμάτων εντός αυτού, δε με βρίσκει σύμφωνο. Το σκεπτικό θα δοθεί στη συνέχεια, στο πλαίσιο επίλυσης του τρίτου επίδικου θέματος της υπόθεσης, που αφορά στο ερώτημα, εάν η επέμβαση στο επίδικο ακίνητο ήταν νόμιμη ή παράνομη. Όσα ακολουθούν αποβλέπουν στο να επιλύσουν και αυτό το επίδικο θέμα: Αρχίζω με το εξής: δεδομένου ότι έχει αποδειχθεί η επέμβαση στο επίδικο ακίνητο και δεν έχει αποδειχθεί ότι οι ενάγοντες συγκατατέθηκαν οποτεδήποτε γι αυτή, απεναντίας, ο ενάγοντας 1, με το που έλαβε γνώση περί τους γεγονότος της, αντέδρασε έντονα σε διάφορες κατευθύνσεις, ζητώντας την άρση της, το βάρος απόδειξης ότι η επέμβαση δεν ήταν παράνομη, μετατίθεται στους ώμους των εναγόμενων 2 και
  1. Στο ερώτημα, κατά πόσο αυτοί απέδειξαν ότι η επέμβαση ήταν νόμιμη, απαντώ ως εξής: Αναφορικά με τους εναγόμενους 2, η απάντηση είναι αρνητική. Οι ακόλουθες θέσεις τους - τις οποίες υποβάλλουν στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης δικηγόρου τους - δε με βρίσκουν σύμφωνο: Καταδεικνύεται ότι οι ενάγοντες αποδέχτηκαν τη ρυμοτομία, η οποία τους επιβλήθηκε από τον εναγόμενο 1, δυνάμει της άδειας Β615/93 και συμμορφούμενοι σ' αυτή, παραχώρησαν ως ρυμοτομία το μέρος του υφιστάμενου σήμερα δρόμου, για το οποίο διαμαρτύρονται και καταλογίζουν στους εναγόμενους παράνομη επέμβαση. Ανέκαθεν είχαν σε γνώση τους την επιβληθείσα ρυμοτομία, γι αυτό και για όλες τις ενέργειές τους τη λάμβαναν υπόψη. Εξ ου και η περίφραξη στην ανατολική πλευρά είναι 2 μέτρα πιο μέσα από την παραχωρηθείσα ρυμοτομία και οι άλλες τρεις πλευρές στα σύνορα, ως προνοεί δηλαδή η άδεια Β615/
  2. Εξ ου και στα σχέδια τα οποία συνόδευαν την αίτηση του ενάγοντα 1 το 2010, για έκδοση άδειας για ανέγερση αποθήκης είχαν λάβει υπόψη τους την παραχωρηθείσα ρυμοτομία. Ακολουθεί η θέση μου. Καταρχήν, για λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του δημοτικού γραμματέα των εναγόμενων 2, δεν έχει αποδειχθεί ο ισχυρισμός του, ότι η αίτηση περίφραξης καθώς και οι όροι που είχαν τεθεί με τη σχετική άδεια στην οποία αναφέρθηκε αφορούν το επίδικο ακίνητο. Ακολούθως, αυτό που έχει αποδειχθεί από τη μαρτυρία είναι ότι ο ενάγοντας 1, με το που έλαβε γνώση το 2010 ότι ο επίδικος δρόμος αποτελεί τμήμα του επίδικου ακινήτου του και όχι εγγεγραμμένο δρόμο, αντέδρασε με την αποστολή αριθμού επιστολών προς διάφορες κατευθύνσεις και σε κάθε περίπτωση και προς τους τρεις εναγόμενους, ζητώντας την άρση της παράνομης επέμβασης. Τέλος, στο βαθμό που έγινε λόγος για ρυμοτομία, αυτή, για λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί - τους οποίους θα επαναλάβω -, δεν είναι δεσμευτική. Αυτό, με απλά λόγια σημαίνει ότι οι εναγόμενοι 2, δε νομιμοποιούνται να οικοδομούν τη θέση τους ότι εισήλθαν νόμιμα στο επίδικο ακίνητο, επειδή αυτό έχει παραχωρηθεί από τους ενάγοντες, ως ρυμοτομία. Το τι ισχύει στην πραγματικότητα συναφώς με το θέμα περικλείεται στην επιστολή (τεκμήριο 14) της Μ.Ε.4 στους δικηγόρους του ενάγοντα 1, με την οποία μεταξύ άλλων τους πληροφορεί τα εξής: Ο κάθετος δρόμος που συνδέει το κέντρο της Γεροσκήπου με την τουριστική περιοχή Γεροσκήπου είναι δημοσιευμένος στο τοπικό σχέδιο Πάφου, ως δρόμος δευτερεύουσας σημασίας. Η πορεία του ακολουθεί στο μεγαλύτερο μήκος τον υφιστάμενο δρόμο που διαμορφώθηκε με το σχέδιο αναδασμού της περιοχής και το μεγαλύτερο του μήκος προέκυψε από απαλλοτρίωση της επηρεαζόμενης ιδιωτικής γης. Τμήμα, όμως, του υφιστάμενου δρόμου που επηρεάζει και το επίδικο ακίνητο δεν έχει αφαιρεθεί από αυτό και δεν έχει εγγραφεί ως δημόσιος δρόμος. Ο αναφερόμενος μελλοντικός δρόμος, ως δρόμος δευτερεύουσας σημασίας, δεν έχει δημοσιευτεί σε λεπτομέρεια στο τοπικό σχέδιο Πάφου, (τελικό πλάτος του δρόμου, διατομή και λεπτομερής χάραξής του) ώστε η χάραξη αυτή να θεωρείται δεσμευτική. Η κατασκευή του αναφερόμενου δρόμου αποτελεί πολεοδομικό έργο. Η ετοιμασία του ρυθμιστικού σχεδίου ανατέθηκε από τους εναγόμενους 2 σε ιδιώτη μελετητή μέσω της διαδικασίας των δημόσιων προσφορών. Στη συνέχεια το ρυθμιστικό σχέδιο εγκρίθηκε στην τεχνική επιτροπή του Κεντρικού Φορέα Επίλυσης Κυκλοφοριακών Προβλημάτων και προωθήθηκε για την ετοιμασία κατασκευαστικών σχεδίων και πάλι, με τη διαδικασία των δημόσιων προσφορών. Στους όρους εντολής προς τους ιδιώτες μελετητές ήταν η προσπάθεια για κατά το δυνατό ισομερή και δίκαιο επηρεασμό των εκατέρωθεν στον υφιστάμενο δρόμο τεμαχίων. Η έκταση του τεμαχίου (δηλαδή του επίδικου ακινήτου) που θα απαιτηθεί τελικά για την κατασκευή του δρόμου, θα πρέπει να εξασφαλιστεί είτε με παραχώρησή της, με αποδοχή όρων πολεοδομικής άδειας, είτε με απαλλοτρίωσή της. Δε μου διαφεύγει ο ισχυρισμός της μάρτυρος - στο στάδιο της κυρίως εξέτασης - ότι το ρυθμιστικό σχέδιο έχει ετοιμαστεί, εγκριθεί από τις αρμόδιες επιτροπές και γι αυτό προχώρησε η ετοιμασία κατασκευαστικών σχεδίων και στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας δημοσιεύτηκε γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης το 2016 και διάταγμα απαλλοτρίωσης το
  3. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί το υπογραμμισμένο μέρος των παραπάνω ισχυρισμών της μάρτυρος, δε δικογραφείται. Επομένως, αυτοί, δε λαμβάνονται υπόψη. Των παραπάνω λεχθέντων θεωρώ ότι στην περίπτωσή μας ισχύουν απόλυτα τα νομολογηθέντα από την απόφαση στην υπόθεση .... Σιβιτανίδης ν. Δήμου Γεροσκήπου, ECLI:CY:AD:2014:D809, Υπόθεση Αρ. 1438/2011, ημερομηνίας 24/10/2014: «Έχει νομολογηθεί ότι σε υποθέσεις που αφορούν άδειες οικοδομής με όρο την παραχώρηση γης από τον ιδιοκτήτη για διεύρυνση του δρόμου ή την αναβάθμιση του σε δρόμο πρωταρχικής σημασίας, απαραίτητο στοιχείο με βάση το νόμο είναι η δημοσίευση ρυμοτομικού σχεδίου. Η δημοσίευση του παρέχει στους ιδιοκτήτες που επηρεάζονται, τη δυνατότητα υποβολής ένστασης προτού ένα τέτοιο σχέδιο εγκριθεί οριστικά. Η εκπόνηση και στη συνέχεια η δημοσίευση ρυμοτομικής μελέτης φανερώνει τις λεπτομέρειες αλλά προπάντων αποκαλύπτει τη ρυμοτομική γραμμή, στοιχεία που είναι απαραίτητα για την ενημέρωση των ενδιαφερομένων ιδιοκτητών. (βλ. Χριστοδούλου κ.ά. v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)3 Α.Α.Δ. 1103 και Δήμος Στροβόλου ν. Μάρως Μιχαήλ Γιασεμίδου
(1998)3 Α.Α.Δ 223). Δεν επαρκεί η γενική πρόβλεψη του έργου στο Τοπικό Σχέδιο. Συνεπώς η πιο πάνω νομολογία βρίσκει εφαρμογή και στην παρούσα περίπτωση όπου για την απόρριψη της οικοδομικής άδειας πεπλανημένα λήφθηκε υπόψη συνδετήριος δρόμος ή επέκταση υφιστάμενου δρόμου που βρισκόταν υπό σχεδιασμό χωρίς ωστόσο να είχε δημοσιευτεί ρυμοτομικό σχέδιο και να είχε δοθεί το δικαίωμα στον αιτητή να υποβάλει ένσταση.» Ακολουθεί ότι η ευθύνη των εναγόμενων 2 για τη διάπραξη του αδικήματος στοιχειοθετείται πλήρως. Για να συνεχίσω, στο ερώτημα κατά πόσο οι εναγόμενοι 3 απέδειξαν ότι η δική τους επέμβαση ήταν νόμιμη, απαντώ ως εξής: Από τη στιγμή που καθ' ομολογία τους, έστω κι αν δεν έχει αποδειχθεί πότε, εγκατέστησαν τον αγωγό λυμάτων και διαμέσου του επίδικου ακινήτου, μέχρι και τις 21/3/2012 που εξασφάλισαν τη συγκατάθεση του εναγόμενου 1 για διέλευση του εν λόγω αγωγού στο επίδικο ακίνητο του ενάγοντα 1, προφανώς, η σχετική επέμβαση ήταν παράνομη. Και τούτο, επειδή δεν είχαν εξασφαλίσει τη συγκατάθεση των εναγόντων για το σκοπό αυτό. Ωστόσο, από τις 21/3/2012 που εξασφάλισαν από τον εναγόμενο 1 - έστω εκ των υστέρων - τη συγκατάθεσή του για διέλευση του αγωγού από το επίδικο ακίνητο μέχρι σήμερα, η σχετική επέμβαση, κατέστη νόμιμη. Και τούτο, επειδή ο Έπαρχος παρέσχε την αιτούμενη συγκατάθεση (ορθότερα συναίνεση), με βάση το άρθρο 20 των περί Αποχετευτικών Συστημάτων Νόμων του 1971 μέχρι 1997. Το συγκεκριμένο άρθρο - με τίτλο «Τoπoθέτησις σωληvώσεωv, κ.λ.π.» -προνοεί ότι: «Οσάκις τo αvαληφθέv έργov απoσκoπή μόvov εις τηv τoπoθέτησιv σωληvώσεωv επί ή υπό τιvά γαίαv ή εις τηv κατασκευήv oιoυδήπoτε υπoγείoυ αύλακoς υπό τιvα γαίαv, πληv της καλυπτoμέvης υπό oικoδoμώv τoιαύτης ή εις τηv αvαvέωσιv τoιoύτωv σωληvώσεωv ή αυλάκωv, δεv επιβάλλεται η απόκτησις της επηρεαζoμέvης γαίας, τo Συμβoύλιov όμως oφείλει όπως, πριv ή πρoβή εις oιαvδήπoτε ως εv τoις αvωτέρω εvέργειαv, επιδώση τω ιδιoκτήτη ή τω κατόχω αυτής ή αvαρτήση επί της γαίας επί τιvoς πρoς τoύτo τoπoθετηθείσης πιvακίδoς, γvωστoπoίησιv περί της τoιαύτης πρoθέσεως τoυ oμoύ μετά περιγραφής τoυ εκτελεσθησoμέvoυ έργoυ͘ εάv εvτός δεκατεσσάρωv ημερώv από της επιδόσεως ή αvαρτήσεως της τoιαύτης γvωστoπoιήσεως, o ιδιoκτήτης ή o κάτoχoς δεv παράσχη τηv συvαίvεσιv τoυ ή εάv επισυvάψη τη παρασχεθείση συvαιvέσει όρoυς, καθ' ωv εvίσταται τo Συμβoύλιov, o 'Επαρχoς δύvαται vα παράσχη τηv αvαγκαίαv διά τηv εκτέλεσιv τoυ τoιoύτoυ έργoυ συvαίvεσιv είτε υπό αίρεσιv είτε υπό τoυς κατά τηv κρίσιv αυτoύ δικαίoυς όρoυς· η τoιαύτη συvαίvεσις τoυ Επάρχoυ συvιστά επαρκή εξoυσιoδότησιv διά τηv εκτέλεσιv τoυ σκoπoυμέvoυ έργoυ συμφώvως πρoς τoυς περιληφθέvτας εv αυτή όρoυς: Νoείται ότι εις πάσαv τoιαύτηv περίπτωσιv τo Συμβoύλιov θέλει καταβάλει τω ιδιoκτήτη δικαίαv απoζημίωσιv, τo πoσόv της oπoίας εφ' όσov δεv ήθελεv άλλως συμφωvηθή, καθoρίζεται υπό τιvός αρμoδίoυ δικαστηρίoυ.» Η επί του προκειμένου παραχώρηση της αιτούμενης συγκατάθεσης του εναγόμενου 1, ασφαλώς αποτελεί ατομική διοικητική πράξη και καθώς έχει νομολογηθεί ο έλεγχος της ορθότητας και νομιμότητάς της εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Με αυτό δεδομένο, η εν λόγω συγκατάθεση, ως ατομική διοικητική πράξη είναι καθόλα νόμιμη και δεσμευτική και παράγει όλα τα έννομα αποτελέσματα νόμιμης και κανονικής διοικητικής πράξης, έως ότου ακυρωθεί από το μόνο αρμόδιο Δικαστήριο που στην προκειμένη περίπτωση, ήταν το Ανώτατο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας. Θα έλεγα ότι, στην περίπτωσή μας, τα γεγονότα, σε σημαντικό βαθμό προσομοιάζουν με αυτά της υπόθεσης Λάντου κ.ά. ν. Συμεού κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 54/2010, ημερομηνίας 7/3/2014, ενώ οι νομικές αρχές που απορρέουν από την εν λόγω απόφαση ισχύουν απόλυτα και στην παρούσα υπόθεση, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι ο ενάγοντας 1 - καθ' ομολογία του - βάλλει κατά της επίδικης συγκατάθεσης του εναγόμενου 1, αποκλειστικά στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής και έλαβε γνώση για την ύπαρξη της εν λόγω συγκατάθεσης, εδώ και αρκετό καιρό. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα από την εφετειακή απόφαση: «Στην Κύπρο, στη βάση της παραγράφου 6 του Άρθρου 146 του Συντάγματος, ακυρωτική απόφαση προσβαλλόμενης πράξης απόφασης ή παράλειψης από το Δικαστήριο κάτω από την παράγραφο 4 του ιδίου άρθρου, είναι αναγκαία προϋπόθεση για αξίωση εύλογης αποζημίωσης ή άλλης θεραπείας αν δεν ικανοποιηθεί η αξίωση του αιτητή από τη διοίκηση. Στην Petrakis Panayides v. Republic (Public Service Commission)
(1972)3 C.L.R. 467, με παραπομπή στο σύγγραμμα του Μιχάλη Δ. Στασινόπουλου «Δίκαιον των Διοικητικών Πράξεων», σελ. 359-360, αναφέρεται: «Μόνο όταν η βούλησις δηλωθή, όταν δηλαδή δοθή εις αυτήν εξωτερική κατεύθυνσις προς εν ή πλείονα ωρισμένα πρόσωπα ή προς αόριστον έτι αριθμόν προσώπων, προς τον σκοπόν ίνα διά της βουλήσεως ταύτης επηρεασθή οπωσδήποτε η στάσις των προσώπων τούτων έναντι της εννόμου τάξεως, η βούλησις αποκτά σημασίαν κοινωνικήν και ενδιαφέρεται το δίκαιον δι΄ αυτήν και τας συνεπείας της. Η αυτή αρχή ισχύει και διά την βούλησιν την διαμορφουμένην εν τη Διοικήσει. Ίνα αποκτήση την δύναμιν προς προαγωγήν εννόμων αποτελεσμάτων, η βούλησις αύτη οφείλει να παύση ν΄ αποτελή internum, ήτοι οφείλει να δηλωθή. Εντεύθεν προκύπτει το πρόβλημα, ποία είναι η αναγκαία, εν τω δικαίω των διοικητικών πράξεων, δήλωσις βουλήσεως και ποίαι αι εξωτερικαί ενέργειαι, δι΄ ων αύτη λαμβάνει χώραν.» Στο ίδιο σύγγραμμα, στη σελ. 365, όπου γίνεται αναφορά στη θεωρία της παραλαβής ότι η ατομική πράξη, δηλαδή για να επιφέρει τις έννομες συνέπειες της πρέπει να κοινοποιηθεί προς το ενδιαφερόμενο πρόσωπο και στα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου Επικρατείας, 1929-1959, σελ.191, γίνεται διάκριση μεταξύ δημοσίευσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, που αποτελεί συστατικό στοιχείο της διοικητικής πράξης και κοινοποίησης στο διοικούμενο όταν αυτή δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο της πράξης, αλλά τρόπο γνωστοποίησης της, που ακολουθεί την τελείωση της. Σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου επιβάλλεται δημοσίευση, εάν δεν δημοσιευτεί η πράξη αποτελεί internum της διοίκησης και δεν έχει την ικανότητα παραγωγής εννόμου αποτελέσματος, η δε διοίκηση δικαιούται να την τροποποιήσει και ή να τη ματαιώσει. Στην σελ. 193 των Πορισμάτων Νομολογίας αναφέρεται επίσης: « "Η παράλειψις της κοινοποιήσεως της πράξεως εις τον διοικούμενον ή η ελλειπής κοινοποίησις ταύτης ασκεί επιρροήν επί της ενάρξεως της προθεσμίας προσβολής αυτής επί ακυρώσει, δεν θίγει όμως το κύρος της πράξεως: 189
(34), 1117
(39), 199
(55), ουδέ την εκτελεστότητα αυτής: 201
(36), διότι η κοινοποίησις δεν αποτελεί συστατικόν στοιχείον της πράξεως, ."» Καθίσταται φανερό ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, αγνοώντας παντελώς τη φύση της διαφοράς και κατά συνέπεια το ζήτημα της αρμοδιότητας, προχώρησε να την εξετάσει στα πλαίσια του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης και στο τέλος της ημέρας να περιοριστεί στο ζήτημα της γνωστοποίησης της απόφασης προς τους Εφεσιβλήτους διοικουμένους για να αποφασίσει να αποδεχθεί την αγωγή και μόνο στη βάση της μη κοινοποίησης της απόφασης της ΑΗΚ. Από τη στιγμή που οι Εφεσίβλητοι έλαβαν γνώση της απόφασης, έστω και δια των υλικών ενεργειών της Εφεσείουσας 2, έτρεχε ο χρόνος καταφυγής των Εφεσίβλητων στο μόνο αρμόδιο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 146.4 του Συντάγματος για έλεγχο της (Χαράλαμπος Ιωαννίδης ν. Α.Η.Κ. κ.α.
(2007)3 Α.Α.Δ. 233). Η απόφαση της Εφεσείουσας 2, σύμφωνα με το άρθρο 31.1 του περί Ηλεκτρισμού Νόμου, ΚΕΦ. 170, για να επέμβει σε ιδιοκτησία προσώπου είναι δεκτική προσβολής μόνο με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο και εντός των πλαισίων αυτής ελέγχεται και η συγκατάθεση του Επάρχου (Χαράλαμπος Ιωαννίδης (ανωτέρω)). Η αποσπασματική και κατατεμαχισμένη αντίκρυση από το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν εξόφθαλμα λανθασμένη: Το Επαρχιακό Δικαστήριο ήταν αναρμόδιο να επιληφθεί της διαφοράς. Αρμόδιο Δικαστήριο κατά πάντα χρόνο ήταν το Ανώτατο Δικαστήριο. Η όλη διαδικασία πάσχει από ακυρότητα.» Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να τεκμηριώσω το συμπέρασμά μου πως δεν τίθεται θέμα παράνομης επέμβασης, είτε για τον εναγόμενο 1 είτε για τους εναγόμενους 3, ένεκα του γεγονότος ότι ο πρώτος, κατόπιν αιτήματος των δεύτερων παρέσχε την εκ του Νόμου συναίνεσή του για διέλευση του αγωγού λυμάτων μέσω του επίδικου ακινήτου του ενάγοντα
  1. Αντίθετα, από τη στιγμή που οι εναγόμενοι 3 εγκατέστησαν τον εν λόγω αγωγό στο επίδικο ακίνητο, χωρίς τη συγκατάθεση του ενάγοντα στον οποίο ανήκε αυτό τότε μέχρι και τις 21/3/2012 που εξασφάλισαν την παραπάνω συναίνεση του εναγόμενου 1, η ευθύνη και αυτών για τη διάπραξη του αδικήματος, επίσης στοιχειοθετείται πλήρως. Δεδομένου ότι - στην έκταση που έχει αναφερθεί - το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία κατά το άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 έχει αποδειχθεί ό,τι απομένει είναι να δοθεί απάντηση στο ερώτημα, ποιες από τις αιτούμενες αξιώσεις των εναγόντων μπορούν να ικανοποιηθούν. Από την απάντηση και σ' αυτό το ερώτημα, θα επιλυθεί και το τέταρτο επίδικο θέμα της υπόθεσης, ενώ, στο ίδιο πλαίσιο, αναπόφευκτα, θα πρέπει να επιλυθεί ακόμη ένα θέμα. Αυτό αφορά στη νομιμοποίηση των εναγόντων να ενάγουν στην παρούσα υπόθεση, δοθέντος ότι, ενώ αρχικός ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου ήταν ο ενάγοντας 2, μολονότι αργότερα το μεταβίβασε δυνάμει δωρεάς στον ενάγοντα 1, εντούτοις ενάγουν και οι δυο τους τρεις εναγόμενους. Αρχίζοντας από το τελευταίο, παρατηρώ τα εξής: Έχοντας υπόψη ότι το αδίκημα, σ' ότι αφορά τους εναγόμενους 2 διαπράττεται από το 1997, ενώ, σ' ό,τι αφορά τους εναγόμενους 3, για τους οποίους δεν έχει αποδειχθεί πότε διαπράχθηκε για πρώτη φορά, που είναι ο χρόνος κατά τον οποίο εισήλθαν στο επίδικο ακίνητο και εγκατέστησαν τον αγωγό λυμάτων, αυτό που έχει αποδειχθεί είναι ότι, έκτοτε και μέχρι τις 21/3/2012 που εξασφάλισαν την εκ του Νόμου συναίνεση του εναγόμενου 1 για διέλευση του εν λόγω αγωγού στο επίδικο ακίνητο, διέπρατταν το αδίκημα, με το να διατηρούν τον αγωγό λυμάτων στο εν λόγω ακίνητο, σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι ο ενάγοντας 2, στις 30/12/2002 μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο στον ενάγοντα 1 είναι σαφές, ότι ο ενάγοντας 2, ουσιαστικά δε νομιμοποιούταν εξ υπαρχής στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Με αυτό δεδομένο είναι αυτονόητο, πως ούτε και σε ικανοποίηση οποιασδήποτε αξίωσης νομιμοποιείται, που με απλά λόγια σημαίνει ότι η αγωγή σε σχέση με αυτό, θα πρέπει να απορριφθεί. Αναφορικά με τον ενάγοντα 1, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Αφ' ης στιγμής στον ουσιώδη χρόνο - που είναι ο χρόνος διάπραξης του αδικήματος - ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης και κάτοχος του επίδικου ακινήτου και εν πάση περιπτώσει, η επέμβαση εκ μέρους και των δυο εναγόμενων έχει μόνιμο χαρακτήρα, αυτός, νομιμοποιούταν από κάθε άποψη να ενάγει και τους δυο εναγόμενους (2 και 3) καθώς και να έχει αξιώσεις εναντίον τους. Το ποιες από αυτές θα ικανοποιηθούν, θα διαφανεί στη συνέχεια. Οι ενάγοντες, με την αγωγή τους αξιώνουν το συνολικό ποσό των €12.353,00, υπό μορφή αποζημιώσεων για ζημιές και απώλειες που προκάλεσαν στους ίδιους καθώς και στο επίδικο ακίνητο οι εναγόμενοι, αναλυτικά (βλ. την παράγραφο 13 της έκθεσης απαίτησης), ως ακολούθως: (α) Απώλεια χρήσης, κυριότητας και απόλαυσης μέρους του επίδικου ακινήτου από το 1991 μέχρι σήμερα, €7.940,
  2. (β) Έξοδα ειδικού πραγματογνώμονα/εκτιμητή (συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α.), €920,
  3. (γ) Έξοδα ειδικού πραγματογνώμονα/τοπογράφου (συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α.), €400,
  4. (δ) Έξοδα κτηματολογικά, €93,
  5. (ε) Έξοδα απομάκρυνσης ασφάλτινου δρόμου και επαναφορά στην προτέρα κατάσταση, €3.000,
  6. Επιπλέον αξιώνουν περαιτέρω αποζημιώσεις, προς €546,22, από το 2012 μέχρι την άρση της επέμβασης και τέλος, τιμωρητικές αποζημιώσεις. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Αντωνιάδης ν. Σταύρου 1998 (1Β) Α.Α.Δ. 1171): «Όπως έχουμε επανειλημμένα πει πιο πάνω το Δικαστήριο στηρίκτηκε στην αρχή ότι ο αδικοπραγήσας ευθύνεται για την εύλογη αποζημίωση του θύματος της αδικοπραξίας του και συνεπώς ο ενάγων υποχρεούται όχι μόνο στην ακριβή απόδειξη του ύψους της προκληθείσας ζημιάς, αλλά και σε απόδειξη του εύλογου της δαπάνης.» Και λίγο παρακάτω: «Είναι καθιερωμένη η αρχή ότι η απόδειξη ειδικών ζημιών κινείται σε αυστηρά πλαίσια (βλέπε μεταξύ άλλων Ελισάβετ Ηρακλέους ν. Ρένου Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, στην οποία γίνεται αναφορά και στη ρήση του Λόρδου Γκόνταρντ στην υπόθεση Bonhma-Carter v. Hyde Park Hotel Ltd [1948] 64 T.L.R. 177, 178, όπου τονίστηκε ότι οι ενάγοντες θα πρέπει να καταλάβουν ότι αν εγείρουν αγωγές για αποζημιώσεις αναμένεται από αυτούς η απόδειξη των ζημιών αυτών. Δεν είναι αρκετό να αναφέρουν τις λεπτομέρειες και να αναμένουν από το Δικαστήριο την επιδίκαση αποζημιώσεων. Θα πρέπει και να τις αποδεικνύουν. Οι ζημιές δεν είναι αρκετό να προβάλλονται στα δικόγραφα. Πρέπει και να αποδεικνύονται. Και να αποδεικνύονται με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία (Μιχαήλ Ηρακλέους ν. Του σκάφους "Νίκη" και άλλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 510). Ο εφεσείων απέδειξε την ύπαρξη της αδικοπραξίας αλλά απέτυχε να αποδείξει τη συγκεκριμένη ζημιά που υπέστη. Σε μια τέτοια περίπτωση, το πρωτόδικο δικαστήριο θα έπρεπε, αντί να απορρίψει την αγωγή, να επεδίκαζε ονομαστικές αποζημιώσεις (Ttantis v. Hadjimichael and Another
(1982)1 C.L.R. 301, Παπακόκκινου και Άλλες ν. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379). Κατά συνέπεια η έφεση θα πρέπει να επιτύχει και να εκδοθεί απόφαση υπέρ του εφεσείοντα και εναντίον του εφεσίβλητου για ποσό £10.» Στο ερώτημα, ποιες από τις παραπάνω αξιώσεις έχουν αποδειχθεί και από αυτές, ποιες θεωρώ ότι συνιστούν εύλογες δαπάνες απαντώ ως εξής: Το ποσό των €920,00 που είναι η αμοιβή του εκτιμητή, .... Πολυβίου (Μ.Ε.5) έχει αποδειχθεί. Προς τούτο παραπέμπω στο τιμολόγιο καθώς και στη σχετική απόδειξη είσπραξης που εξέδωσε ο μάρτυρας, τα οποία παρέδωσε στον ενάγοντα 1, ο οποίος και τα παρουσίασε στο Δικαστήριο μαζί με τη σχετική έκθεση του μαρτύρα (τεκμήριο 16). Από την απόδειξη προκύπτει ότι ο μάρτυρας, στις 6/12/2011 εισέπραξε από τον ενάγοντα 1 το ποσό των €920,00, όπως αναφέρεται στο σχετικό τιμολόγιο (που μαζί με την απόδειξη συνθέτουν το τεκμήριο 17), για υπολογισμό αγοραίας αξίας του επίδικου ακινήτου. Έχει επίσης αποδειχθεί και το ποσό των €400,00 το οποίο ο ενάγοντας 1 κατέβαλε στο Μ.Ε.
  1. Σε σχέση με αυτό, ο ενάγοντας, ναι μεν δεν έχει παρουσιάσει σχετική απόδειξη, ωστόσο, ο ισχυρισμός του Μ.Ε.3, ότι το εισέπραξε από τον ενάγοντα παρέμεινε αναντίλεκτος. Με αυτό δεδομένο, θεωρώ αποδεδειγμένη και αυτή τη δαπάνη. Στο ερώτημα, κατά πόσο τα δυο αυτά ποσά αποτελούν εύλογες δαπάνες, απαντώ καταφατικά. Έχοντας υπόψη ότι, όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο, με αναφορά σε νομολογία (βλ. τις Παπαχριστοφόρου και Δημητρίου, ανωτέρω), σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις χρειάζεται μαρτυρία από το αρμόδιο κτηματολόγιο ή από εμπειρογνώμονα, αρχιτέκτονα, πολιτικό μηχανικό για να αποδειχθεί η ουσία των ισχυρισμών για παράνομη επέμβαση και ο Μ.Ε.3 είναι ένας τέτοιος εμπειρογνώμονας και συγκεκριμένα, τοπογράφος μηχανικός, ο οποίος ειδικεύεται στα πολεοδομικά και κτηματολογικά θέματα και βασικά είναι στη βάση της δικής του εργασίας που έγινε η οριοθέτηση του επίδικου ακινήτου από το Κτηματολόγιο με την έκδοση του σχετικού πιστοποιητικού (τεκμήριο 3) από το οποίο προέκυψε επ' ακριβώς το τμήμα του επίδικου ακινήτου επί του οποίου διαπράχτηκε το αδίκημα της παράνομης επέμβασης καθώς και η έκτασή του, καθίσταται απολύτως κατανοητό, ότι η αμοιβή του μάρτυρα για την εργασία του είναι εύλογη από κάθε άποψη. Το ίδιο ισχύει και για την αμοιβή του εκτιμητή Πολυβίου - που επίσης αποτελεί εμπειρογνώμονα - και τούτο, επειδή στη βάση της δικής του εργασίας αποδείχθηκε η αγοραία αξία και κυρίως, η ενοικιαστική αξία του μέρους του επίδικου ακινήτου επί του οποίου έχει διαπραχθεί το αδίκημα της παράνομης επέμβασης, στοιχείο, καθόλα σχετικό και αναγκαίο για σκοπούς προσδιορισμού της ζημιάς που έχει υποστεί ο ενάγοντας 1 συνεπεία αυτού. Στο ερώτημα, ποιος από τους εναγόμενους θα πρέπει να επωμιστεί τα παραπάνω ποσά, απαντώ ως εξής: το ποσό των €920,00 που αποτελεί την αμοιβή του εκτιμητή Πολυβίου, θα το επωμιστούν αποκλειστικά οι εναγόμενοι
  2. Αυτό, επειδή η εκτίμηση του μάρτυρα συναρτάται απόλυτα με την επίδικη επέμβαση εκ μέρους τους και κυρίως, με τον προσδιορισμό του ύψους του ποσού των αποζημιώσεων που θα διαταχτούν να καταβάλουν στους ενάγοντες, συνεπεία της επέμβασης και καθόλου με την επέμβαση εκ μέρους των εναγόμενων 3, για τους οποίους, να πω απλώς, ότι ο μάρτυρας, αντεξεταζόμενος από την ευπαίδευτη δικηγόρο των εναγόμενων 3, όπως είπε, δε γνωρίζει κατά πόσο στον επίδικο δρόμο (δηλαδή, στο υπό εκτίμηση τμήμα του επίδικου ακινήτου) υπάρχουν αγωγοί των εναγόμενων 3, επομένως, κατά την εκτίμησή του, δεν έχει λάβει υπόψη του το συγκεκριμένο γεγονός. Αφ' ης στιγμής, η όλη εργασία του μάρτυρα δεν έχει συμβάλει καθοιονδήποτε τρόπο στη στοιχειοθέτηση της ευθύνης των εναγόμενων 3 στη διάπραξη του αδικήματος, είτε ακόμη, στην υποχρέωσή τους για καταβολή αποζημιώσεων, συνεπεία της επέμβασης θεωρώ πως δεν μπορώ να τους επιδικάσω οποιοδήποτε ποσό για την αμοιβή του μάρτυρα. Αντίθετα, το ποσό των €400,00 που αποτελεί την αμοιβή του τοπογράφου μηχανικού (Μ.Ε.3), ο οποίος διεξήγαγε τη χωρομετρική εργασία, η οποία οδήγησε στην οριοθέτηση του επίδικου ακινήτου, οπότε και διαπιστώθηκε η παράνομη επέμβαση στο επίδικο ακίνητο εκ μέρους και των δυο εναγόμενων (2 και 3), θα το επωμιστούν και οι δυο. Το ποσό των €93,00 που αξιώνουν οι ενάγοντες υπό μορφή κτηματολογικών εξόδων καθώς και το ποσό των €3.000,00 που αξιώνουν υπό μορφή εξόδων απομάκρυνσης του ασφάλτινου δρόμου και επαναφοράς του στην προτέρα κατάσταση, δεν έχουν αποδειχθεί. Ίχνος μαρτυρίας υπάρχει είτε για το ένα είτε για το άλλο. Ειδικά για το δεύτερο, προστίθενται και τα εξής: και να αποδεικνυόταν η σχετική δαπάνη, δεδομένου ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι ο επίδικος δρόμος είχε κατασκευαστεί ή ασφαλτοστρωθεί από οποιοδήποτε των τριών εναγόμενων, προφανώς, αυτοί δεν μπορεί να επωμιστούν το κόστος επαναφοράς του στην προτέρα κατάσταση. Σ' ό,τι αφορά στην αξίωση για απώλεια χρήσης κυριότητας και απόλαυσης μέρους του επίδικου ακινήτου από το 1991 μέχρι σήμερα, για τα οποία οι ενάγοντες αξιώνουν το συνολικό ποσό των €7.940,00 παρατηρώ τα εξής: Καθώς ήδη έχει αναφερθεί (βλ. την Adrian Holdings Ltd, ανωτέρω): «Όπου αποδεικνύεται παράνομη κατοχή ακινήτου το μέτρο αποζημιώσεων είναι η αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία της περιουσίας (Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Kύπρου
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 882). Η καταβολή αποζημιώσεων με βάση τις πιο πάνω αρχές επιβάλλεται, έστω και αν ο ιδιοκτήτης δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία ή να την ενοικιάσει (Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαhchecioglou και Άλλος
(1998)1 A.A.Δ. 426 όπου γίνεται αναφορά σχετικά με το θέμα στην Strand Electric and Engineering Co. Ltd v. Brisford Ltd [1952] 1 All E.R. 796).» Στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με την αιτιολογημένη έκθεση εκτίμησης (τεκμήριο 16) του εκτιμητή Πολυβίου (Μ.Ε.5), σελ. 5, η ενοικιαστική αξία της επίδικης έκτασης (264,833 τ.μ.) του επίδικου ακινήτου, για τη χρονική περίοδο 1991 μέχρι σήμερα (δηλαδή περιλαμβανομένου και του 2011, δεδομένου ότι η έκθεση είναι ημερομηνίας 2/1/2012), ανέρχεται στο - συνολικό - ποσό των €7.940,00, όπως φαίνεται στον πίνακα 5 που επισυνάπτεται στο παράρτημα V. Ο συγκεκριμένος πίνακας - με τίτλο «Ενοικιαστική αξία του υπό εκτίμηση ακινήτου» - αποτελείται από 8 στήλες. Στην 1η αναφέρεται ο αύξων αριθμός (από 1 μέχρι 21), στη 2η - κατ' αντιστοιχία της 1ης -, όλα τα έτη, από το 1991 μέχρι το 2011, στην 3η, η έκταση του υπό εκτίμηση μέρους του επίδικου ακινήτου - που προφανώς είναι η ίδια για όλα τα χρόνια που καλύπτει η εκτίμηση (264,833 τ.μ.) -, στην 4η, η αγοραία αξία της ίδιας έκτασης για κάθε έτος, στην 5η, η ετήσια αύξηση της ίδιας έκτασης και στην 6η, η ολική αξία της ίδιας πάντοτε έκτασης. Στην 7η αναφέρεται το ποσοστό της ενοικιαστικής αξίας - εννοείται πάντοτε της ίδιας έκτασης -, ενώ στην 8η που είναι η τελευταία στήλη και η πλέον σημαντική αναφέρεται χωριστά για κάθε ένα από τα έτη 1991 μέχρι 2011, η ενοικιαστική αξία της ίδιας έκτασης του επίδικου ακινήτου, δηλαδή, αυτή επί της οποίας διαπράχθηκε το αδίκημα καθώς και η συνολική ενοικιαστική αξία για ολόκληρη την περίοδο που καλύπτει η εκτίμηση. Στο ερώτημα, ποιο το ποσό των αποζημιώσεων που θα πρέπει να επιδικάσω υπέρ του ενάγοντα 1 και σε βάρος των εναγόμενων 2 και 3, οι οποίοι διέπραξαν το αδίκημα σε βάρος της περιουσίας του πρώτου, με κριτήριο την ενοικιαστική της αξία, παρατηρώ τα εξής: Σ' ό,τι αφορά τους εναγόμενους 2, το ποσό αυτό ανέρχεται σε €6.923,74, το οποίο αποτελεί αθροιστικά, τη συνολική ενοικιαστική αξία του μέρους του επίδικου ακινήτου επί του οποίου αυτοί επεμβαίνουν παράνομα, από το 1997 μέχρι και το
  1. Σε συνέχεια των πιο πάνω συναφώς με την ενοικιαστική αξία του ίδιου μέρους του επίδικου ακινήτου και με βάση το ίδιο σκεπτικό, οι εναγόμενοι 2, θα πρέπει να διαταχθούν να καταβάλλουν στον ενάγοντα 1 και το ποσό των €546,22 ετησίως, από το 2012 μέχρι την άρση της παράνομης επέμβασης. Το ποσό αυτό αποτελεί την ενοικιαστική αξία του ίδιου τμήματος του επίδικου ακινήτου για το 2011, που είναι και το τελευταίο έτος που καλύπτει η έκθεση εκτίμησης (τεκμήριο 16, ανωτέρω). Έως ότου οι εναγόμενοι 2 συνεχίζουν να επεμβαίνουν παράνομα στην περιουσία του ενάγοντα 1 θεωρώ δίκαιο και εύλογο να συνεχίζουν να του καταβάλλουν ανάλογη αποζημίωση. Σ' ό,τι αφορά τους εναγόμενους 3, η αποτυχία των εναγόντων να αποδείξουν για πόσο χρονικό διάστημα διήρκησε η παράνομη επέμβαση στο επίδικο ακίνητο εκ μέρους τους θεωρώ πως δε μου επιτρέπει να επιδικάσω σε βάρος τους, οποιοδήποτε ποσό, υπό μορφή αποζημιώσεων, με βάση το ορθό κριτήριο και τούτο, επειδή η σχετική εκτίμηση αναφέρεται στην ενοικιαστική αξία του τμήματος του επίδικου ακινήτου επί του οποίου διαπράχθηκε το αδίκημα, για ολόκληρο το έτος, για κάθε ένα από τα 21 συνολικά έτη που καλύπτει η έκθεση εκτίμησης. Των παραπάνω λεχθέντων ο ενάγοντας νομιμοποιείται στην καταβολή μόνο ονοματικών αποζημιώσεων από τους εναγόμενους 3, τις οποίες προσδιορίζω στο ποσό των €50,
  2. Επί της αυτοτελούς αξίωσης των εναγόντων για τιμωρητικές αποζημιώσεις, παρατηρώ τα εξής: Εκτός του ότι, όπως θέτει το θέμα η ευπαίδευτη δικηγόρος τους στη γραπτή αγόρευσή της, ενδεχομένως θα μπορούσε να λεχθεί ότι η σχετική αξίωση έχει εγκαταλειφθεί (βλ. τη φράση στη σελίδα 12, «Πέραν των αιτούμενων διαταγμάτων και τυχόν τιμωρητικών αποζημιώσεων..») και να μην ισχύει κάτι τέτοιο θεωρώ ότι οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε το αδίκημα και από τους δυο εναγόμενους, δε δικαιολογούν τον επιδικασμό τιμωρητικών ή παραδειγματικών αποζημιώσεων εναντίον τους. Και τούτο, επειδή οι εν λόγω περιστάσεις, κατά τη γνώμη μου, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής όσων ακολουθούν από την υπόθεση Είκοσι κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 467: «Σύμφωνα με νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Παπακόκκινου ν. Κάνθερ
(1982)1 Α.Α.Δ. 65, 74-79, Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 A.A.Δ. 400 και Adrian Holdings Ltd ν. Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836) η επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων ενδείκνυται μόνο «όπου η διαγωγή του εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει επιβολή τιμωρίας από το πολιτικό δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κινήτρου, ιδιαίτερα όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος».» Ό, τι απομένει είναι η αξίωση για έκδοση διαταγμάτων. Οι ενάγοντες, με τη γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης δικηγόρου τους ζητούν την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: πρώτο, που να εμποδίζει τους εναγόμενους και/ή τους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους τους από το να επεμβαίνουν καθοιονδήποτε τρόπο επί του επίδικου ακινήτου, δεύτερο, που να διατάσσει τους εναγόμενους 1 και/ή 2 να άρουν κάθε μορφής επέμβαση επί του επίδικου ακινήτου του ενάγοντα 1 και όπως το επαναφέρουν στην προτέρα του κατάσταση, διά της κατάργησης και/ή μετακίνησης του ασφάλτινου δρόμου και/ή άλλως πως, εντός τριών μηνών από την επίδοση σ' αυτούς (προφανώς, του διατάγματος ήθελε να πει η κα Τόκα) και τρίτο, που να διατάσσει τους εναγόμενους 3 να άρουν κάθε μορφής επέμβαση επί του επίδικου ακινήτου του ενάγοντα 1 και όπως το επαναφέρουν στην προτέρα του κατάσταση, διά της κατάργησης και/ή μετακίνησης των υπόγειων αγωγών και/ή άλλως πως, εντός τριών μηνών από την επίδοση σ' αυτούς του διατάγματος. Αρχίζοντας από το τελευταίο, προφανώς δεν μπορεί να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα και τούτο, επειδή - για λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί -, η διέλευση του αγωγού λυμάτων που εγκατέστησαν οι εναγόμενοι 3 στην περιοχή του Δήμου Γεροσκήπου, ο οποίος διέρχεται και μέσω του επίδικου ακινήτου του ενάγοντα, από τις 21/3/2012 μέχρι σήμερα, διέρχεται νόμιμα. Ούτε και το δεύτερο από τα αιτούμενα διατάγματα μπορεί να εκδοθεί. Εναντίον του εναγόμενου 1, επειδή, για λόγους που επίσης έχουν αναφερθεί δεν έχει αποδειχθεί ότι επενέβηκε οποτεδήποτε και με οποιοδήποτε τρόπο στο επίδικο ακίνητο. Εξ ου και το γεγονός ότι σε σχέση με αυτό, η αγωγή θα απορριφθεί συνολικά. Απ' εκεί και πέρα, ούτε εναντίον των εναγόμενων 2 μπορώ να εκδώσω διάταγμα επαναφοράς του επίδικου ακινήτου στην προτέρα του κατάσταση «..διά της κατάργησης και/ή μετακίνησης του ασφάλτινου δρόμου..». Αυτό, επειδή, πολύ απλά, δεν έχει αποδειχθεί ότι είναι οι εναγόμενοι 2 που επίστρωσαν με άσφαλτο το τμήμα του επίδικου ακινήτου επί του οποίου επεμβαίνουν παράνομα από 1997, απλώς για σκοπούς βελτίωσης και συντήρησης του συγκεκριμένου τμήματός του, το οποίο χρησιμοποιείται ως δρόμος από το κοινό. Έχοντας κατά νου και τις σχετικές αρχές που διέπουν την έκδοση διαταγμάτων σε τέτοιες περιπτώσεις, υπό το φως όσων αναφέρονται - μεταξύ άλλων και - στην υπόθεση Σοφοκλέους κ.ά. ν. Παύλου
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 2047 και λαμβάνοντας υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα/παράγοντες που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση θεωρώ ότι το μόνο διάταγμα που μπορώ και θα πρέπει να εκδώσω είναι το πρώτο και αυτό εναντίον μόνο των εναγόμενων 2, που είναι και οι μόνοι, οι οποίοι, από το 1997 μέχρι σήμερα - για να επαναλάβω - επεμβαίνουν παράνομα στο επίδικο ακίνητο, οπότε, αφ' ης στιγμής ο ενάγοντας ζητά διάταγμα που να τους εμποδίζει να συνεχίσουν να επεμβαίνουν σ' αυτό, δε βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αρνηθώ να εκδώσω ένα τέτοιο διάταγμα. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αγωγή, στην έκταση που έχει αναφερθεί επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα 1 και εναντίον των εναγόμενων 2 και 3, ως ακολούθως: Α) Εναντίον των εναγόμενων 2, για το ποσό των €6.923,74 που αποτελεί την ενοικιαστική αξία του επίδικου μέρους του επίδικου ακινήτου, με νόμιμο τόκο, για το ποσό των €920,00 που αποτελεί τα έξοδα του ειδικού πραγματογνώμονα (Μ.Κ.5), επίσης με νόμιμο τόκο και τέλος, για το ποσό των €546,22 ετησίως, από το 2012 έως ότου οι εναγόμενοι 2 σταματήσουν να επεμβαίνουν στο επίδικο ακίνητο, με νόμιμο τόκο, ο οποίος θα υπολογίζεται κατά τη λήξη κάθε έτους. Β) Εναντίον των εναγόμενων 3, για το ποσό των €50,00, υπό μορφή ονομαστικών αποζημιώσεων, με νόμιμο τόκο. Γ) Εναντίον των εναγόμενων 2 και 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για το ποσό των €400,00 που αποτελεί τα έξοδα του ειδικού πραγματογνώμονα/τοπογράφου (Μ.Κ.3), με νόμιμο τόκο. Επιπλέον, εναντίον των εναγόμενων 2 εκδίδεται διάταγμα με το οποίο αυτοί και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή υπάλληλοί τους εμποδίζονται από το να επεμβαίνουν καθοιονδήποτε τρόπο επί του ακινήτου του ενάγοντα 1, με αριθμό εγγραφής 8x8, Φύλλο/Σχέδιο 51/19Ε2, τεμάχιο xx, Τμήμα 4, το οποίο βρίσκεται στο Δήμο Γεροσκήπου της επαρχίας Πάφου. Η αγωγή, εναντίον του εναγόμενου 1 απορρίπτεται. Το ίδιο ισχύει για τη διαδικασία ειδοποίησης προς συνεναγόμενο. Αυτονόητο πως, δεν τίθεται θέμα κάλυψης των εναγόμενων 3 από τον εναγόμενο 1 σ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.