← Κύπρος

Στυλιανού ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Στ. Σολωμού ν. Κυπριακή Δημοκρατία δια του Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Αρ. Αγωγής: 1473/13, 30

Στυλιανού ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Στ. Σολωμού ν. Κυπριακή Δημοκρατία δια του Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Αρ. Αγωγής: 1473/13, 30/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A151 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον : Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1473/13 XXXXX Χρ. Στυλιανού από την Πάφο, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Στ. Σολωμού δυνάμει διατάγματος διαχείρισης αρ. 308/10 Ε.Δ. Πάφου, ημερ. 14.3.2011 Ενάγουσα και

  1. Κυπριακή Δημοκρατία δια του Γενικού Εισαγγελέα
  2. XXXXX (XXXXX) Ταλιανού από Λεμεσό
  3. XXXXX Βάσου από Αγία Μαρίνα Κελοκεδάρων
  4. XXXXX Ζαχαριάδης από Αγία Μαρίνα Κελοκεδάρων
  5. XXXXX Φιλίππου από Πάφο Εναγόμενοι Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος, ημερομηνίας 27.06.2013 XXXXX Χρ. Στυλιανού από την Πάφο, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Στ. Σολωμού δυνάμει διατάγματος διαχείρισης αρ. 308/10 Ε.Δ. Πάφου, ημερ. 14.3.2011 Ενάγουσα και
  6. Κυπριακή Δημοκρατία δια του Γενικού Εισαγγελέα
  7. XXXXX (XXXXX) Ταλιανού από Λεμεσό
  8. XXXXX Βάσου από Αγία Μαρίνα Κελοκεδάρων
  9. XXXXX Βασιλειάδης από Αγία Μαρίνα Κελοκεδάρων
  10. XXXXX Φιλίππου από Πάφο Εναγόμενοι 30.05.2018 Για την Ενάγουσα: Ηλίας Μ. Ηλιάδης Για την Εναγόμενη 1: Στάθης Α. Ερωτοκρίτου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για τους Εναγόμενους 2 έως 4: Σοφία Χατζηνεοφύτου (κα) για Γ. Χατζηνεοφύτου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 5: Σοφία Χατζηνεοφύτου (κα) Απόφαση Στις 14.03.2011 η Ενάγουσα, δυνάμει διατάγματος στην αίτηση 308/10 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, διορίσθηκε διαχειρίστρια της περιουσίας του πατέρα της XXXXX Στυλιανού Σολωμού, τέως από το Μέσα Χωρίο, ο οποίος είχε αποβιώσει στις 28.11.2009, και στις 10.06.2013, υπ' αυτή την ιδιότητα, κίνησε την παρούσα αγωγή εναντίον των υπ' αναφορά Εναγομένων διεκδικώντας, μεταξύ άλλων, την ακύρωση της εγγραφής στους Εναγόμενους των 2/3 μεριδίων του τεμαχίου με αριθμό 1X9, Φ./Σχ. 46/42, που καλύπτεται από το πιστοποιητικό εγγραφής με αριθμό 0/3XX3 και βρίσκεται στην Αγία Μαρίνα Κελοκεδάρων (που στο εξής θα καλείται «επίδικο τεμάχιο») και την έκδοση διατάγματος ότι η Ενάγουσα είναι το πρόσωπο που δικαιούται να εγγραφεί επ' ονόματι της[1]. Η ακρόαση της υπόθεσης ξεκίνησε στις 27.04.2018, οπότε ακούστηκε μέρος της κυρίως εξέτασης της Ενάγουσας και ορίσθηκε για συνέχιση στις 07.05.2018, μετά από σχετικό αίτημα του ευπαίδευτου δικηγόρου της, στο οποίο δεν έφεραν ένσταση οι ευπαίδευτοι συνάδελφοι του και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, προκειμένου να ερευνήσει, μέσω του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, αν η θέση των Εναγομένων ότι το επίδικο ακίνητο δεν ήταν διαφιλονικούμενο, αλλά εγγεγραμμένο επ' ονόματι συγκεκριμένου φυσικού προσώπου ήδη από το 1955, ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα ή όχι. Πιο συγκεκριμένα από το σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 27.04.2018, προκύπτει ότι το αίτημα αναβολής διατυπώθηκε ως ακολούθως: «Στο διάλειμμα η συνάδελφος κυρία Χατζηνεοφύτου μου έχει προμηθεύσει αντίγραφο πιστοποιητικού έρευνας του Κτηματολογίου, ημερομηνίας 13/7/2004, στη βάση του οποίου φαίνεται ότι το επίδικο ακίνητο ήταν εγγεγραμμένο δυνάμει πιστοποιητικού εγγραφής στο όνομα της XXXXX XXXXX Σιερεπεκλή από τις 17.06.1955 με τον αριθμό εγγραφής 3XX
  11. Ειλικρινά λέω προς το Δικαστήριο ότι αυτή η μαρτυρία δεν ήταν υπόψη μας και γι' αυτόν τον λόγο σε συνεννόηση με τη μάρτυρα και με τους πελάτες μου γενικότερα ζητώ από το Δικαστήριο όπως οριστεί σε μια νέα ημερομηνία η υπόθεση για να ερευνήσω το συγκεκριμένο θέμα. Ήδη ο κύριος Ερωτοκρίτου, ο δικηγόρος της Δημοκρατίας μου έχει δηλώσει ότι είναι στη διάθεση μας για να μπορέσουμε να κάνουμε έρευνα σύντομη στα σχετικά μητρώα του Κτηματολογίου». Στις 07.05.2018 ο ευπαίδευτος δικηγόρος της Ενάγουσας ζήτησε άδεια να αποσύρει (ανεπιφύλακτα) την αγωγή (λόγω του ότι υπήρχε τίτλος ιδιοκτησίας από το 1955)[2]. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των Εναγομένων δεν έφεραν ένσταση στο αίτημά του, ζήτησαν όμως τα έξοδά τους και περαιτέρω ζήτησαν όπως αυτά επιδικασθούν προσωπικά σε βάρος της Ενάγουσας. Το ζήτημα ορίσθηκε για αγορεύσεις στις 23.05.2018, οπότε οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων είχαν την καλοσύνη να εφοδιάσουν το δικαστήριο με γραπτά κείμενα των αγορεύσεων τους[3]. Σύμφωνα με τη νομολογία, η απονομή των εξόδων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η ευχέρεια ασκείται δικαστικά, με γνώμονα, ως κύριο μέτρο, το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Τόσο βαθειά θεμελιωμένη είναι η αρχή αυτή στην αστική διαδικασία, ότι δηλ. τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, ώστε να μη δίδονται κατά κανόνα λόγοι (εξυπακούονται) για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, όταν η διαταγή για τα έξοδα συνάδει με την αρχή αυτή. Οι λόγοι για τους οποίους τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα (στην αστική διαδικασία) είναι ευνόητοι: Η δικαίωση δεν συνεπάγεται δαπάνη[4]. Το θέμα των εξόδων σε μια πολιτική διαδικασία γενικά, διέπεται από το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, όπως ο νόμος αυτός έχει τροποποιηθεί, το οποίο περιληπτικά διαλαμβάνει, ότι τα έξοδα οιασδήποτε πολιτικής διαδικασίας ή τα σχετιζόμενα προς αυτή, εκτός αν άλλως προνοείται υπό οιουδήποτε εκάστοτε ισχύοντος νόμου ή δευτερογενούς νομοθεσίας, θα τελούν υπό τη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, το οποίο και θα έχει πλήρη εξουσία να αποφασίζει από ποιόν και σε ποια έκταση θα πληρωθούν. Από άποψης δευτερογενούς νομοθεσίας έχουμε τη Δ.59, θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, όπου και πάλι προβλέπεται, ότι τηρουμένων των διατάξεων οιουδήποτε νόμου ή διαδικαστικού κανονισμού, τα έξοδα οιασδήποτε διαδικασίας ή σχετικά με αυτή θα είναι στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Από σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις οποίες εξετάστηκαν οι πιο πάνω πρόνοιες (βλ. μεταξύ άλλων Eleftheriou v. Roussou

(1958)23 C.L.R. 191, Γιαννάκης Φιλίππου ν. Έλενας Φιλίππου
(1990)1 Α.Α.Δ. 890 και Νίτσα Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd.
(1993)1 A.A.Δ. 12), προκύπτει ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και όχι αυθαίρετα και ότι ο γενικός κανόνας είναι ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. Στην υπόθεση Νίτσα Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd., (πιο πάνω) σελ. 15, αναφέρθηκε ότι: «Είναι θεμελιωμένο ότι ο βασικός παράγοντας που διέπει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, είναι το αποτέλεσμα της δίκης. Θεωρείται ασύννομο ο δικαιωθείς διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και εύλογο να τα επωμίζεται ο αποτυχών διάδικος, η αδικαιολόγητη προσφυγή του οποίου στο Δικαστήριο (όπως τεκμηριώνεται από το αποτέλεσμα) αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία των εξόδων. Κλασσικό παράδειγμα εξαίρεσης από τον κανόνα αποτελεί η περίπτωση επιτυχόντα διαδίκου ο οποίος συμβάλλει με το χειρισμό της υπόθεσής του στην αύξηση των εξόδων της δίκης. Σ' εκείνη την περίπτωση δικαιολογείται ο μετριασμός της εφαρμογής του κανόνα (τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα) και η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ώστε να αντανακλάται η συμβολή του επιτυχόντα διαδίκου στη διόγκωση των εξόδων. Δεν είναι όμως παραδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντα διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο». Στην υπόθεση Georghios E. Glykys v. Ioannis Stylianou Ioannides 24 C.L.R. 220 το Εφετείο επεσήμανε ότι η επίδειξη καλής προαίρεσης (kindness) από το δικαστήριο προς τον αποτυχόντα διάδικο προς μετριασμό των οποιωνδήποτε αισθημάτων πικρίας δεν συνιστά κριτήριο για την άσκηση διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για τη μη επιδίκαση εξόδων[5]. Επανερχόμενος στα γεγονότα της υπό συζήτηση περίπτωσης από την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης[6] προκύπτει ότι η Ενάγουσα διεκδικούσε την εγγραφή επ' ονόματι της των 2/3 μεριδίων του επίδικου τεμαχίου, διότι ο αποβιώσας πατέρας της Χρίστος Στυλιανού Σολωμού το είχε αγοράσει για το ποσό των Λ.Κ.60.- κατά ή περί το 1969 από κάποιο XXXXX Σιερεπεκλή, ο οποίος το κατείχε για πάνω από 30 χρόνια, λόγω προικός από τους γονείς του XXXXX Σιερεπεκλή και XXXXX Σωκράτους. Περαιτέρω αποτελούσε δικογραφημένο ισχυρισμό της Ενάγουσας[7] ότι ο αποβιώσας πατέρας της από το 1969 που αγόρασε το τεμάχιο το κατείχε συνεχώς και αδιαλείπτως, ότι το φύτευε αμπέλι και ότι έκτοτε (και μέχρι την καταχώρηση της αγωγής) κανένα πρόσωπο δεν αμφισβήτησε, είτε την αγορά του τεμαχίου, είτε την αδιάλειπτη και συνεχή κατοχή του. Τους ισχυρισμούς αυτούς προώθησε η Ενάγουσα και κατά την ένορκη μαρτυρία της στο Δικαστήριο. Όπως συνάγεται από τη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου της, το βασικό επιχείρημα της Ενάγουσας για να μην επιδικασθούν τα έξοδα της αγωγής εναντίον της, είναι ότι ενεργούσε καλόπιστα, με την έννοια, όπως αντιλαμβάνεται τουλάχιστον το επιχείρημα το Δικαστήριο, ότι όταν την καταχώρησε και μέχρι τις 27.04.2018, που ξεκίνησε η ακρόαση της, δεν γνώριζε ότι το επίδικο ακίνητο ήταν εγγεγραμμένο δυνάμει πιστοποιητικού εγγραφής στο όνομα της XXXXX XXXXX Σιερεπεκλή από τις 17.06.1955 και επομένως ότι η αγωγή δεν είχε οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας, ούτε στη βάση της αγοράς του από άλλο πρόσωπο το 1969, ούτε στη βάση αδιάλειπτης και συνεχούς κατοχής από τότε μέχρι και σήμερα. Μάλιστα προς υποστήριξη της συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας επιρρίπτονται ευθύνες και στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου, το οποίο παρόλο που, όπως υποδεικνύεται, γνώριζε ότι υπήρχε τίτλος ιδιοκτησίας του επίδικου τεμαχίου το είχε κηρύξει διαφιλονικούμενο. Με κάθε σεβασμό προς τον ευπαίδευτο δικηγόρο της Ενάγουσας το επιχείρημα ότι η πλευρά της για πρώτη φορά πληροφορήθηκε την ύπαρξη τίτλου ιδιοκτησίας από το 1955 στις 27.04.2018, δεν υποστηρίζεται από το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης. Ειδικότερα ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής στις 10.06.2013 η Ενάγουσα καταχώρησε και μονομερή αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος - το οποίο δεν εκδόθηκε μονομερώς και διατάχθηκε επίδοση της αίτησης, που ακολούθως αποσύρθηκε και απορρίφθηκε - στα πλαίσια της οποίας η Εναγόμενη 1 καταχώρησε ένσταση στις 18.06.2013, η οποία υποστηριζόταν από ένορκη δήλωση της XXXXX Ιωάννου, τότε βοηθού κτηματολογικού λειτουργού και ελέγκτριας στον κλάδο επιτόπιων ερευνών στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, στην παράγραφο 4.1 της οποίας αναφερόταν ακριβώς ότι το επίδικο τεμάχιο αρχικά το κατείχε δυνάμει τίτλου από το 1955 η XXXXX XXXXX Σιερεπεκλή. Πέραν τούτου στις 19.06.2013 η Ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος, η οποία υποστηριζόταν από ένορκη δήλωση της ίδιας, στην οποία επισυνάφθηκε, ως τεκμήριο 1, αντίγραφο πιστοποιητικού έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας, ημερομηνίας 07.11.2012, που είχε ζητήσει ο δικηγόρος της στις 26.10.2012, προκειμένου να πληροφορηθεί το ιστορικό του επίδικου τεμαχίου. Επί λέξει σε αυτό καταγράφεται (χειρόγραφα) ότι: «Το κτήμα με αριθμό τεμαχίου 1X9 Φ./Σχ. 46/42 1/3 μερίδιο ήταν εγγεγραμμένο στη XXXXX Χριστοδούλου Αρ. εγγραφής 1XX1/7-6-1927 Ενεγράφη με το φάκελο CP281/1927 (Κληρονομιά από τον πατέρα της). Τα υπόλοιπα 2/3 μερίδια ήταν καταχωρημένα 1/3 μερίδιο XXXXX Κωνσταντή και 1/3 μερίδιο XXXXX Κωσταντή. Με το Φάκελο 231/1927 το 1/3 της XXXXX μεταβιβάσθηκε στον XXXXX Νικολαϊδη (Αγορά στη δημοπρασία). Στη συνέχεια και με το φάκελο Α1XX9/54 το ακίνητο ενεγράφη στους μερίδιο 1) 12/18 XXXXX XXXXX Σιερεπεκλή, 2) 1/18 μερίδιο XXXXX XXXXX Παστοαντωνά, 3) 1/18 μερίδιο XXXXX Χαρ. Παστοαντωνά, 4) 1/18 XXXXX XXXXX Παστοαντωνά, 5) 1/18 μεριδ. XXXXX Χαραλάμπους ΠαστοΑντωνά, 6) 1/18 μερίδιο XXXXX Χαραλάμπους Παστοαντωνά και 7) 1/18 μεριδ. XXXXX Χαραλάμπους Παστοαντωνά Αρ. εγγραφής 3XX3/17.6.1955 Αρ. 1 Κληρονομιά από τον σύζυγό της XXXXX και 1/3 μερίδιο από τη XXXXX Κωνσταντή, Αρ. 2-7 Κληρονομιά από τη μητέρα τους XXXXX Κωνσταντή. Ακολούθως και με το φάκελο Α12/2012 μεταβιβάστη στην XXXXX (XXXXX) Ταλιάνου[8] (το γένος XXXXX Νικολαϊδη (κληρονομιά από τη μητέρα της XXXXX XXXXX Σιερεπεκλή 2/3 μερίδια). Με το φάκελο Δ.1026/29.6.12 μεταβιβάστη στην XXXXX Βάσου[9] (Δωρεά). Με το φάκελο Δ.1561/18.9.12 μεταβιβάστη στον XXXXX Βασιλειάδη[10] τα 2/3 μερίδια (Δωρεά από τη μητέρα του)». Από τα ανωτέρω είναι πρόδηλο ότι η Ενάγουσα γνώριζε τα πάντα σε σχέση με το επίδικο ακίνητο, πριν ακόμη καταχωρήσει την παρούσα αγωγή, και, κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου, γνώριζε ή όφειλε τουλάχιστον να γνωρίζει ότι αυτή, όπως είχε τροχιοδρομηθεί, δεν είχε οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας. Είναι πρόδηλο επίσης, ως τουλάχιστον συνάγεται από την αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου της, ότι επέλεξε να την καταχωρήσει, επειδή πίστευε ότι σε περίπτωση απόρριψής της, ενδεχόμενη καταδίκη της στα έξοδα θα επιβάρυνε τη διαχείριση του αποβιώσαντος πατρός της, στην οποία, όπως είναι κοινά αποδεκτό, δεν υπάρχει καμιά κινητή ή ακίνητη περιουσία, εφόσον αυτή ανοίχθηκε αποκλειστικά για να καταστεί δυνατή η καταχώρηση της υπό συζήτηση αγωγής. Έπεται ότι, στη βάση των πιο πάνω παρατηρήσεων, είναι μονόδρομος η επιδίκαση των εξόδων σε βάρος της Ενάγουσας, με το μόνο ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί να είναι εάν αυτά θα πρέπει να επιβαρύνουν προσωπικά την Ενάγουσα, όπως ζητούν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των Εναγομένων ή την ανύπαρκτη περιουσία του αποβιώσαντος πατρός της όπως ζητά η ίδια. Παρεμβάλλεται ότι, στη βάση των γεγονότων της προκείμενης περίπτωσης, το Δικαστήριο κρίνει παντελώς ανεδαφική και έξω από κάθε λογική την εισήγηση των ευπαίδευτων δικηγόρων της Ενάγουσας και των Εναγομένων 2-5 να επιδικασθούν τα έξοδα σε βάρος της Εναγόμενης 1, από όποια σκοπιά και εάν ειδωθεί αυτή. Αναφορικά με το ζήτημα αυτό η ευπαίδευτη δικηγόρος των Εναγόμενων 2 έως 4 έχει παραπέμψει το Δικαστήριο στο Halsbury's Laws of England[11] όπου σημειώνεται ότι «In ordinary cases a personal representative who sues as such and fails is personally liable for the costs of the action, and, unless the defendant has been guilty for some misconduct inducing the plaintiff of bring the action, the judgment against him will be that the defendant recover the costs to be levied by bonis propriis, but this will not preclude the personal representative from indemnifying himself out of the estate if he is entitled to such indemnity under the principles previously stated." και στο σύγγραμμα Williams, Mortimer and Sunnucks (Executors, Administrators and Probate)[12], όπου επισημαίνεται ότι "In hostile litigation with outsiders, whether brought by the representative as claimant or brought against him as defendant, the representative will be in the position of any other litigant. The costs will be in the discretion of the court but the general rule is that the unsuccessful party will be ordered to pay the costs of the successful party. The representative will be personally liable to the other party for any costs order made against him, and his liability will not be limited to the assets of the estate even if his liability on the rest of the judgment debt is limited to the assets. The judge making such a costs order will not be concerned as to whether the representative will be entitled to be indemnified against that order out of the estate, and will have no jurisdiction to decide that question, because the persons interested in the estate are not party to the proceedings. The question of whether or not the representative is entitled to be indemnified out of the estate is one that will have to be decided, if there is any dispute about it, in administration proceedings.". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 31[13] του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Νόμου, Κεφ. 189 (όπως τροποποιήθηκε) ο Διαχειριστής έχει τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις και είναι υπόλογος κατά τον ίδιο τρόπο ωσάν να ήταν ο εκτελεστής του αποθανόντος, που υπέχει τα καθήκοντα τα οποία επιβάλλονται σε αυτόν από το κοινοδίκαιο (common law) και από τις αρχές του δικαίου της επιείκειας (equity). Από τα ανωτέρω είναι ξεκάθαρο, ότι, στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ο προσωπικός αντιπρόσωπος, που σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Κεφ. 189, σημαίνει το Διαχειριστή ή τον Εκτελεστή, που εγείρει αγωγή υπό αυτή του την ιδιότητα, εναντίον προσώπου «ξένου» προς τη διαχείριση (που δεν είναι για παράδειγμα κληρονόμος ή κληροδόχος), είναι προσωπικά υπεύθυνος για την πληρωμή των εξόδων σε περίπτωση απόρριψής της και η ευθύνη του δεν περιορίζεται στην περιουσία, εκτός εάν ο Εναγόμενος είναι υπαίτιος για κακή συμπεριφορά που προκάλεσε την έγερση της αγωγής. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, στη βάση των περιστατικών που την περιβάλλουν, ως έχουν εκτεθεί αναλυτικά ανωτέρω, δεν συντρέχει κανένας λόγος για να μην επιδικασθούν τα έξοδα προσωπικά σε βάρος της Ενάγουσας. Αντιθέτως κρίνεται ότι η έκδοση μιας τέτοιας διαταγής είναι καθόλα δίκαιη και εξυπηρετεί τους ορθούς σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης. Με βάση το πιο πάνω σκεπτικό, τα έξοδα της αγωγής, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1-5 και σε βάρος της Ενάγουσας προσωπικά. (Υπ.) ................................. Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: έγερση αγωγής από διαχειρίστρια περιουσίας αποβιώσαντος προσώπου εναντίον προσώπων «ξένων» προς τη διαχείριση - απόσυρση (ανεπιφύλακτα) της αγωγής - απόφαση για την επιδίκαση των εξόδων σε βάρος της διαχειρίστριας προσωπικά) [1] Βλέπε σχετικά παραγράφους 11(α) και (β) της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης [2] Βλέπε σχετικά τρίτη παράγραφο πρώτης σελίδας γραπτής αγόρευσης δικηγόρου Εναγόντων [3] Η γραπτή αγόρευση του δικηγόρου της Ενάγουσας σημειώθηκε τεκμήριο Α1, η γραπτή αγόρευση του δικηγόρου της Εναγόμενης 1 τεκμήριο Α2 και η γραπτή αγόρευση της δικηγόρου των Εναγόμενων 2 έως 4 σημειώθηκε τεκμήριο Α3. Η Εναγόμενη 5 υιοθέτησε τη γραπτή αγόρευση των Εναγομένων 2 έως 4. [4] Χάσικος και άλλοι v. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389 και Βαλανίδης v. Πανεπιστημίου Κύπρου
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 288 [5] Theomaria Estates Ltd v. Mason και άλλης
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 256 [6] Βλέπε σχετικά παράγραφο 2 τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, ημερομηνίας 11.07.2013 [7] Βλέπε σχετικά παράγραφο 3 τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης, ημερομηνίας 11.07.2013 [8] Εναγόμενη 2 [9] Εναγόμενη 3 [10] Εναγόμενος 4 [11] 4η έκδοση, Τόμος 17, (Executors and Administrators), σελ.793, παρ 1562 [12] 12η έκδοση, παρ.68-01 υπό τον τίτλο "in litigation with outsiders" [13] «
  1. Εκτελεστής έχει τις εξουσίες που παρέχονται σε αυτόν και υπέχει τα καθήκοντα τα οποία επιβάλλονται σε αυτόν από το κοινοδίκαιο (common law) και από τις αρχές του δικαίου της επιείκειας (equity) τηρούμενης οποιασδήποτε άλλης πρόνοιας η οποία έγινε ή θα γίνει από οποιοδήποτε νόμο της Δημοκρατίας.
  2. Κάθε πρόσωπο στο οποίο χορηγείται η διαχείριση της κληρονομιάς αποθανόντος προσώπου έχει, τηρουμένων των περιορισμών που αναφέρονται στο παραχωρητήριο, τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις και είναι υπόλογος κατά τον ίδιο τρόπο ωσάν να ήταν ο εκτελεστής του αποθανόντος.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.