← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Ridlington κ.α., Αρ. Αγωγής: 649/2012, 31/5/2018

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Ridlington κ.α., Αρ. Αγωγής: 649/2012, 31/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A152 ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 649/2012 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Ενάγουσας και XXXXX Louis Ridlington, (Passport No. GBR XXXXX9407), 2 XXXXX, Essex XXXXX, UK. XXXXX Frances Ridlington (Passport No. GBR.XXXXX66520), 2 XXXXX, Essex, XXXXX, UK. Alpha Panareti Public Ltd, (A/E 34103), 24 Αρτέμιδος, 8041, Κάτω Πάφος Εναγομένων ---------------------------- Αίτηση ημερ. 13.12.2012 για παραμερισμό διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας ---------------------------- Ημερομηνία: 31.5.2018 Για Εναγόμενους 1 και 2-Αιτητές: κ. Κ. Κουκούνης (υπό διαμαρτυρία) για Γεώργιος Κουκούνης ΔΕΠΕ (κα Σπύρου για ν΄ ακούσει απόφαση) Για Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση: κα Α. Μιχαήλ για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ (κ. Κ. Κακογιάννης για ν΄ ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την κρινόμενη αίτηση επιδιώκεται ο παραμερισμός και ακύρωση του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 23.4.2012 το οποίο επέτρεπε την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας του Κλητηρίου Εντάλματος στους Εναγόμενους και την ακύρωση της επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος προς τους Εναγόμενους, για το λόγο ότι δεν συμμορφώθηκαν οι αιτητές ούτε με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Αλλά ούτε και με τις πρόνοιες του Ε.Κ. 44/01 και 1393/

  1. Με την ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση προβάλλονται διάφοροι λόγοι όπως ότι δεν επιδόθηκε ειδοποίηση Κλητηρίου Εντάλματος, δεν επιδόθηκε η αίτηση και η ένορκη δήλωση για έκδοση του διατάγματος και ότι δεν επεδόθη η σχετική βεβαίωση δυνάμει του Κανονισμού ώστε οι Αιτητές-Εναγόμενοι να γνωρίζουν ότι έχουν δικαίωμα άρνησης παραλαβής των εγγράφων. Η Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση με την καταχωρηθείσα στις 31.5.2013 ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης εγείρει λόγους κωλύματος στην αξίωση των Αιτητών διότι όλα τα έγγραφα που επεδόθησαν στους Εναγόμενους που προέβλεπε το διάταγμα, δηλαδή Κλητήριο Ένταλμα και διάταγμα στην Ελληνική και μεταφρασμένα στην Αγγλική γλώσσα, έδιδαν γνώση και πληροφορίες για την αξίωση και το τι οι Εναγόμενοι έπρεπε να πράξουν. Γι΄ αυτό και έγκαιρα κατεχώρησαν σημείωμα εμφάνισης. Ισχυρίζονται με την ένορκη δήλωση ότι δεν απαιτείτο η υπό του Κανονισμού 1393/07 επίδοση της σχετικής βεβαίωσης σύμφωνα με το Παράρτημα ΙΙ του Ευρωπαϊκού Κανονισμού διότι επέλεξαν να επιδώσουν μέσω της διεθνούς υπηρεσίας ταχυμεταφορών EMS/Datapost (Courier Service). Το βέβαιο είναι πως η ημερομηνία του σχετικού δικονομικού μέτρου ξενίζει σε σχέση και σε αναφορά με την εκδίκαση της. Όμως δεδομένου πως έχουν καταχωρηθεί πανομοιότυπες αιτήσεις εκ μέρους των Εναγομένων σε αυτού του είδους τις αγωγές μερικές εκ των οποίων εκδικάσθηκαν, και καταχωρήθηκαν εκ μέρους της τράπεζας οι Πολιτικές Εφέσεις Ε23-Ε29, αναμένετο η εκδίκαση τους. Στα πλαίσια εκείνων των εφέσεων ημερ. 13.9.2013, παραπέμφθηκαν τρία ερωτήματα προς απάντηση στο Δ.Ε.Ε. το οποίο εξέδωσε την απόφαση του στις 16.9.2015 και κατ΄ ακολουθίαν εξεδόθη απόφαση από το Ανώτατο Δικαστήριο στις 12.4.
  2. Λόγω της εκκρεμότητας των ανωτέρω διαδικασιών μετά από κοινή δήλωση των συνηγόρων ότι συμφωνούν να ανασταλεί η εκδίκαση της παρούσας αίτησης μέχρι πλήρους εκδίκασης των ερωτημάτων από το Δ.Ε.Ε., σύμφωνα με τον Ε.Κ. 1393/07, η παρούσα ανεστάλη, με σχετικό πρακτικό ημερ. 20.9.
  3. Δεδομένου πως υπάρχει μεγάλος αριθμός υποθέσεων στο Δικαστήριο Πάφου (περίπου 600), ιδίας φύσεως ως η παρούσα, καθυστέρησε ο εντοπισμός όλων για να επαναοριστούν για εκδίκαση μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 16.4.
  4. Για να γίνουν τα γεγονότα κατανοητά θα πρέπει να παρατεθεί το ιστορικό των προαναφερομένων εφέσεων, αφού οι αξιούμενες στην κρινόμενη περίπτωση θεραπείες ήσαν οι ίδιες με εκείνες. Αριθμός αποφάσεων Επαρχιακών Δικαστηρίων με τις οποίες έγινε αποδεκτό το αίτημα των Αιτητών ότι η επίδοση δεν ήταν καλή και/ή ότι δεν επιδόθηκαν όλα τα αναγκαία για ενημέρωση των Αιτητών έγγραφα, εφεσιβλήθηκαν και το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση στις Πολιτικές Εφέσεις Ε23-Ε29/2013, ημερ. 13.9.2013 με τις επισημάνσεις που εκεί αναφέρονται και ακολουθούν. Ανέστειλε δε την περαιτέρω διαδικασία της έφεσης και παρέπεμψε τρία ερωτήματα στο Δ.Ε.Ε.. Τα παράπονα των Αιτητών εκεί εστιάζονται κυρίως στο: Ότι το διάταγμα που επέτρεπε την υποκατάστατον επίδοση επιδόθηκε συνταγμένο μόνον στην ελληνική γλώσσα και όχι και στην αγγλική. Ότι, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, έπρεπε να επιδοθεί η μονομερής αίτηση και τα σχετικά έγγραφα που οδήγησαν στην έκδοση του διατάγματος. Ότι δεν επιδόθηκε στους Αιτητές η αναγκαία βεβαίωση με την οποία θα πληροφορούνταν περί του δικαιώματος τους να αρνηθούν να παραλάβουν το διάταγμα στα ελληνικά, χωρίς αυτό να συνοδεύεται από την απαιτούμενη μετάφραση στα αγγλικά, κατά παράβαση του Ε.Κ. 1393/
  5. Αφού πραγματεύθηκε όλων των θεμάτων το Εφετείο κατέληξε στα ακόλουθα: (Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ.α.

(2013)1 Γ Α.Α.Δ. 1935: «.ότι το μέρος των επτά πρωτόδικων αποφάσεων που αφορά στην ακύρωση της επίδοσης για λόγους που άπτονται παραλείψεων σε σχέση με το εθνικό δίκαιο, είναι εσφαλμένο, καθότι οι όποιες παραλείψεις θα μπορούσαν υπό τις περιστάσεις των συγκεκριμένων υποθέσεων να θεραπευθούν, σύμφωνα με το πνεύμα που καθορίζει ο ΕΚ 1393/2007. Παρά τα πολλαπλά προβλήματα που εντοπίστηκαν στον τρόπο που έγινε η επίδοση, δεν προκύπτει, από τα έγγραφα που αποστάληκαν για επίδοση, πραγματική παραπλάνηση των Εφεσιβλήτων, αφού αυτοί εμφανίστηκαν εγκαίρως ενώπιον του δικαστηρίου. Πέραν τούτου, οι Εφεσίβλητοι δεν προσδιόρισαν τη φύση της κατ' ισχυρισμό παραπλάνησης τους, αλλά και πιο σημαντικά τις επιπτώσεις σ' αυτούς από οποιαδήποτε πιθανή παραπλάνηση.» Εξετάζοντας το θέμα της ανάγκης για επίδοση της μονομερούς αίτησης αποφάνθηκε πως: «Επομένως στις περιπτώσεις υποκατάστατης επίδοσης δυνάμει του Καν. 1393/2007, η Δ.48 θ.3 αποκτά ιδιαίτερη δυναμική ανάλογα με το αν η παράλειψη διασυνδέεται με ερημοδικία του εναγομένου. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει τέτοια διασύνδεση. Κατά την κρίση μας, η διαπιστούμενη παράλειψη ήταν θεραπεύσιμη, δυνάμει της Δ.64 και σύμφωνα με το πνεύμα του Καν. 1393/2007 και τους τρόπους που προβλέπονται στο Τμήμα 2 του Κανονισμού (βλ. Alder v. Orlowski, C325/11, ημερ. 19.12.2012, ανωτέρω). Εναπόκειτο πλέον στους Εφεσείοντες να αιτηθούν από το δικαστήριο την κατάλληλη θεραπεία δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. σχετικά Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Αρ. 2)
(2009)1 ΑΑΔ 356 και Olympia Designs (Properties) Ltd v. Unique UK Inc
(2010)1 Β ΑΑΔ 1395). Στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα υποβολής αίτησης για περαιτέρω θεραπεία, αφού η μονομερής αίτηση έχει πλέον περιέλθει εις γνώσιν των Εφεσιβλήτων και στην πράξη έχει αυτοθεραπευτεί.» Παρέπεμψε δε προς εκδίκαση στο Δ.Ε.Ε. τρία προδικαστικά ερωτήματα τα οποία σχετίζονται με την αναγκαιότητα ή μη της επίδοσης της τυποποιημένης βεβαίωσης του Κανονισμού και την ερμηνεία αυτής. Συγκεκριμένα, τα ερωτήματα ήσαν: «1) Κατά πόσον η επίδοση [του τυποποιημένου εντύπου] δυνάμει του κανονισμού 1393/2007 είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση ή κατά πόσο μπορούν να υπάρξουν εξαιρέσεις; 2) Αν κριθεί ότι η επίδοση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση, κατά πόσον η παράλειψη στην προκειμένη περίπτωση συνιστά λόγο ακυρότητας της επίδοσης; 3) Αν όχι, κατά πόσο μπορεί να γίνει, σύμφωνα με το πνεύμα του κανονισμού 1393/2007, με επίδοση στον δικηγόρο των υπό διαμαρτυρία εμφανιζομένων εφεσιβλήτων, ο οποίος έχει αντίστοιχη υποχρέωση εκ μέρους των πελατών του να την παραλάβει, ή κατά πόσον η επίδοση θα πρέπει να γίνει με νέα επίδοση δυνάμει της διαδικασίας που προβλέπεται στον κανονισμό 1393/2007;» Στην απόφαση του το Δ.Ε.Ε. ημερ. 16.9.2015, αρ. C-519/13, αποφάνθηκε ότι: «Ο Κανονισμός (ΕΚ) 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις («επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων») και κατάργησης του κανονισμού (ΕΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου, έχει την έννοια ότι: - η υπηρεσία παραλαβής υποχρεούται σε κάθε περίπτωση και χωρίς να διαθέτει συναφώς περιθώριο εκτιμήσεως να γνωστοποιεί στον παραλήπτη πράξεως ότι έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την παραλαβή της πράξεως αυτής, χρησιμοποιώντας συστηματικά προς τούτο το τυποποιημένο έντυπο του παραρτήματος ΙΙ του εν λόγω κανονισμού, και ότι - η εκ μέρους της υπηρεσίας παραλαβής επίδοση ή κοινοποίηση πράξεως στον παραλήπτη της χωρίς επισύναψη του τυποποιημένου εντύπου του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού 1393/2007 δεν συνιστά λόγο ακυρότητας της διαδικασίας, η παράλειψη δε αυτή μπορεί να θεραπευθεί κατά τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού.» Ακολούθησε στις 12.4.2016 η απόφαση του Εφετείου με την οποίαν οι πρωτόδικες αποφάσεις παραμερίστηκαν. Δόθηκαν οδηγίες για θεραπεία των δύο δικονομικών παραλείψεων που εντοπίσθηκαν ήτοι της μη επίδοσης της μετάφρασης του διατάγματος και της μη επίδοσης της τυποποιημένης βεβαίωσης. Παρά τα διατυπωθέντα ως ανωτέρω στις αποφάσεις του Εφετείου και του Δ.Ε.Ε., οι Αιτητές εισηγούνται πως η γενόμενη επίδοση δεν είναι καλή ή δεν είναι η δέουσα και ότι πράγματι αναγνωρίσθηκε πως αυτή έπασχε λόγω των παραλείψεων που αναγνωρίσθηκαν. Επικαλούνται και την απόφαση Consortia Europe Ltd v. Fregata Holdings Ltd, Πολ. Έφεση αρ. 387/2011, ημερ. 17.10.2014, για την αναγκαιότητα τήρησης των δικαστικών θεσμών. Η εισήγηση αυτή προτάθηκε και στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την απόφαση του Δ.Ε.Ε.. Λέχθηκε με έμφαση από το Εφετείο πως: «Δεν συμφωνούμε με τα όσα εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εφεσίβλητων τα οποία ουσιαστικά αποδοκιμάζουν κατά τρόπο ανεπίτρεπτο τα όσα δικαστικώς αποφασίστηκαν από αυτό το Εφετείο και αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο. Δεν επιθυμούμε να σχολιάσουμε τα αποφασισθέντα στην Consortia, εφόσον σ' εκείνη την υπόθεση δεν λήφθηκε υπόψη το δικαστικό προηγούμενο της απόφασης στην παρούσα έφεση (Alpha Bank Ltd v. Dau Si Senh κ.α.,ανωτέρω), προφανώς επειδή δεν τέθηκε ενώπιον του Εφετείου. Έχοντας υπόψη τα όσα έχουν ήδη αποφασιστεί με την απόφαση του παρόντος Εφετείου ημερ. 13.9.2013, καθώς και την απάντηση που έδωσε το ΔΕΕ στα προδικαστικά ερωτήματα που θέσαμε, καταλήγουμε ότι η πρωτόδικη απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί, εφόσον καμιά από τις δικονομικές παραλείψεις δεν οδηγεί σε ακυρότητα, όπως εσφαλμένα έκρινε το πρωτόδικο δικαστήριο. Διαπιστώνουμε ότι παραμένουν προς θεραπεία οι δύο διαπιστωθείσες παραλείψεις:- (α) Η μη επίδοση της μετάφρασης του επίδικου διατάγματος και (β) η επίδοση της προβλεπόμενης από τον ΕΚ 1393/2007 τυποποιημένης Βεβαίωσης.» Στην κρινόμενη περίπτωση έγινε επίδοση του διατάγματος και στην Αγγλική και Ελληνική γλώσσα. Οι συνήγοροι της Ενάγουσας εισηγούνται πως δεν ήταν απαραίτητη η επίδοση της τυποποιημένης βεβαίωσης διότι η επίδοση έγινε δια υπηρεσίας ταχυμεταφορών. Τον ισχυρισμό αυτό, άρπαξαν οι Αιτητές προτάσσοντας πως από τη στιγμή που η Ενάγουσα δεν επέλεξε τη διαδικασία του Ε.Κ. 1393/07, τότε δεν μπορεί να εφαρμοσθούν και ακολουθηθούν τα όσα αποφασίσθηκαν στις ανωτέρω εφέσεις. Πρέπει να εφαρμοσθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και να ακολουθηθεί το σκεπτικό της Consortia (ανωτέρω). Δεν επιτρέπεται στην κρινόμενη περίπτωση να εφαρμοσθεί η άρση της παρατυπίας ή η «αυτοθεραπεία» για τις παραλείψεις της Ενάγουσας. Υποδεικνύουν δε πως: «Λανθασμένα οι Καθ΄ ων η αίτηση αναφέρουν στην παράγραφο 13(iii) και 14(ii) της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση τους ότι η Δ.48 Θ.13 δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση και λανθασμένα ισχυρίζονται ότι δεν υπείχαν υποχρέωσης να επιδώσουν το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ή την μονομερή αίτηση και ένορκη δήλωση βάση της οποίας αυτό εκδόθηκε. Τα περί «οικιοθελούς» και «εξ ιδίας πρωτοβουλίας» που εκ των υστέρων αναφέρονται από τους καθ΄ ων η αίτηση στην ένορκη δήλωση της ένστασης τους, εγείρονται απλώς και μόνο για να δικαιολογήσουν την παράλειψη τους να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες της Δ.48 Θ.12 και Δ.48 Θ.13, ως επίσης και με τις σχετικές επιταγές της Νομολογίας. Η ανωτέρω παράλειψη των καθ΄ ων η αίτηση όχι μόνο παραβιάζει τις πρόνοιες της Δ.48 Θ.12 και Δ.48 Θ.3 ως επίσης και της Δ.6 Θ.7, αλλά περαιτέρω καταστρατηγεί τα συνταγματικά και ανθρώπινα δικαιώματα των αιτητών, οι οποίοι αποστερήθηκαν από τους καθ΄ ων η αίτηση του δικαιώματος τους να ενημερωθούν στην βάση ποιών λόγων, βάσεων, γεγονότων ή εγγράφων οι καθ΄ ων η αίτηση εξασφάλισαν το διάταγμα του Δικαστηρίου.» Από την αντίπερα όχθη οι συνήγοροι της Ενάγουσας-Καθ΄ ης η αίτηση εισηγούνται και εκείνοι ότι η παρούσα διαφοροποιείται από τις εφέσεις Ε23-Ε29 αφού η επίδοση έγινε με υπηρεσία ταχυμεταφορών και όχι με τον Κανονισμό 1393/
  1. Οι παρατηρήσεις και εισηγήσεις αυτές των συνηγόρων έρχονται σε αντίφαση με όσα δήλωσαν στις 20.9.2013 όταν ζήτησαν την αναστολή της διαδικασίας. Ότι δηλαδή και η παρούσα είναι πανομοιότυπη με τις υποθέσεις για τις οποίες καταχωρήθηκαν οι εφέσεις Ε23-Ε29 για τις οποίες εξεδόθησαν οι αποφάσεις του Εφετείου και του Δ.Ε.Ε. και γι΄ αυτό συμφώνησαν/ζήτησαν αναστολή εκδίκασης της αίτησης. Πέραν τούτου, η μόνη διαφορά που εντοπίζεται είναι ο τρόπος επίδοσης. Όμως, η αίτηση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα έχει ως έρεισμα τους Ε.Κ. 1393/07 και 44/
  2. Κρίνεται πως ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίον η Καθ΄ ης η αίτηση επέλεξε να επιδώσει, οι ανωτέρω αποφάσεις παρέχουν την απαραίτητη καθοδήγηση για τα έγγραφα των οποίων η επίδοση είναι απαραίτητη ώστε να προστατευθούν τα δικαιώματα των αποδεκτών τους - εδώ των Εναγομένων - και να τα διασφαλίσουν. Με την αγόρευση τους οι συνήγοροι της Ενάγουσας-Καθ΄ ης η αίτηση ισχυρίζονται πως σε αυτή την υπόθεση επιδόθηκε και η μονομερής αίτηση και η ένορκη δήλωση δυνάμει της οποίας εξεδοθη το επίδικο διάταγμα. Αυτό είναι αβάσιμο καθώς η μαρτυρία που εδόθη με την ένορκη δήλωση της XXXXX Χριστοδουλίδη καθώς και τα τεκμήρια που επεσύναψε, αποδεικνύουν πως τα έγγραφα που επιδόθησαν (παρ. 7 ένορκης δήλωσης) ήσαν, όπως η ίδια το θέτει: «Επεξηγηματικά και προς άρση οποιασδήποτε αμφιβολίας, τα έγγραφα που επιδόθηκαν στους εναγόμενους, είναι: (α) Ένορκη Δήλωση της ενόρκου δηλούσας ημερ. 17.10.2012, (β) Πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος στην αγγλική γλώσσα, (γ) Πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος στην ελληνική γλώσσα, (δ) Πιστό αντίγραφο του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 23.4.12 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στην ελληνική γλώσσα. (ε) Πιστό αντίγραφο του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 23.4.12 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στην αγγλική γλώσσα.» Να σημειωθεί πως η ένορκη δήλωση ημερ. 17.10.2012 ήταν αυτή της ΧΧΧΧΧ Καλλή η οποία αναφέρεται στη μετάφραση των εγγράφων. Αναφορικά δε με την μονομερή αίτηση και την ένορκη δήλωση βεβαιώνει ουσιαστικά ότι δεν απεστάλη και αναφέρει: «Με την εξαίρεση της μονομερούς Αίτησης και Ένορκης Δήλωσης που προηγήθηκε της έκδοσης του Διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ημερ. 23.4.12 και της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος, για τα οποία, εξ΄ όσων με πληροφορούν οι δικηγόροι των εναγόντων, το ίδιο το Διάταγμα δεν επέβαλλε υποχρέωση στους ενάγοντες να τα επιδώσουν στους εναγόμενους, όλα τα πιο πάνω έγγραφα επιδόθηκαν στους εναγομένους σε πλήρη συμμόρφωση με το περιεχόμενο του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Συγκεκριμένα το Διάταγμα ημερ. 23.4.12 διέταζε την υποκατάστατο επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος στους εναγομένους 1 και 2 εκτός δικαιοδοσίας.» Οι συνήγοροι της Ενάγουσας-Καθ΄ ης η αίτηση, αν και στην αρχή της αγόρευσης ισχυρίζονται πως οι αποφάσεις στις εφέσεις Ε23-Ε29 δεν εφαρμόζονται στην παρούσα περίπτωση, στο τέλος, καλούν το Δικαστήριο να ακολουθήσει την απόφαση του Ανωτάτου, πλην του μέρους εκείνου που αφορά τη βεβαίωση του Παραρτήματος ΙΙ του Ε.Κ.1393/
  3. Όπως υπέδειξα σε προηγούμενο σημείο της απόφασης, το πνεύμα και λεκτικό της απόφασης του Εφετείου, οδηγεί στην διευκρίνιση και καθορισμό των αναγκαίων προς επίδοση εγγράφων. Προκύπτει με ξεκάθαρο τρόπο ότι η μη επίδοση ειδοποίησης Κλητηρίου Εντάλματος ή η μη επίδοση της μονομερούς αίτησης και της ένορκης δήλωσης δεν είναι μοιραία για την αίτηση. Το ερώτημα που απασχολεί το Δικαστήριο είναι εάν απαιτείται η επίδοση της τυποποιημένης Βεβαίωσης σύμφωνα με το Παράρτημα ΙΙ του Κανονισμού 1393/
  4. Εισηγούνται οι συνήγοροι της Ενάγουσας πως στην κρινόμενη περίπτωση δεν ήταν αναγκαία η επίδοση της Βεβαίωσης διότι όλα τα επιδοθέντα έγγραφα ήταν μεταφρασμένα στην Αγγλική γλώσσα και η απόφαση του Δ.Ε.Ε. και του Εφετείου προνοεί πως όπου υπάρχει μετάφραση δεν είναι αναγκαία η επίδοση. Η ουσία της απόφασης αλλά και του Κανονισμού 1393/07 δεν είναι η εισηγούμενη. Όντως, η Βεβαίωση περιέχει πληροφόρηση προς τους Εναγόμενους ότι δικαιούνται να αρνηθούν διότι δεν αντιλαμβάνονται τη γλώσσα των εγγράφων. Όμως, πρέπει να εκδοθεί η Βεβαίωση και να τους δοθεί η πληροφόρηση. Ασχέτως εάν, λόγω του γεγονότος ότι τα έγγραφα είναι μεταφρασμένα στην Αγγλική, δεν θα μπορούσαν να προβάλουν τέτοια άρνηση, αφού ως κάτοικοι του Ηνωμένου Βασιλείου και θεωρητικά γνώστες της Αγγλικής γλώσσας, θα ήσαν αδικαιολόγητοι να αρνηθούν παραλαβή. Όμως, όπως ορθά υποδεικνύουν οι συνήγοροι των Αιτητών: «Το κατά πόσο η άρνηση παραλαβής ενός εγγράφου λόγω μη μετάφρασης στη γλώσσα του παραλήπτη είναι δικαιολογημένη ή όχι δεν κρίνεται εκ των προτέρων αλλά αποκλειστικά και μόνο μετά την ενάσκηση αυτού του δικαιώματος από τον παραλήπτη. Η ενάσκηση του δικαιώματος άρνησης προϋποθέτει πρώτα και κύρια την ενημέρωση του παραλήπτη μέσω της επίδοσης του Παραρτήματος ΙΙ και έκαστη άρνηση παραλαβής, όταν προκύψει, κρίνεται ξεχωριστά με βάση τα δικά της γεγονός (παράγραφοι 42, 43 και 73 της απόφασης ΔΕΕ). Πρώτα ο παραλήπτης ενημερώνεται για το δικαίωμα του και μετά το ασκεί.» Προσθέτουν δε οι συνήγοροι πως η απόφαση του Δ.Ε.Ε. είναι δεσμευτικής φύσεως και πρέπει να υιοθετηθεί καθολικά. Στην περίπτωση επίδοσης δια της μεθόδου που καθορίζει ο Ε.Κ.1393/07, υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος επίδοσης και οι αρχές οι επιφορτισμένες με την επίδοση. Η αρχή παραλαβής η οποία παραδίδει τα έγγραφα, και σε συγκεκριμένο έντυπο έγγραφο ενημερώνει την αρχή διαβίβασης για την επίδοση. Η υπηρεσία παραλαβής υποχρεούται σε κάθε περίπτωση και χωρίς να διαθέτει συναφώς περιθώριο εκτιμήσεως να γνωστοποιεί στον παραλήπτη πράξεως ότι έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την παραλαβή της πράξεως αυτής, χρησιμοποιώντας συστηματικά προς τούτο το τυποποιημένο έντυπο του παραρτήματος ΙΙ του εν λόγω κανονισμού, και ότι η εκ μέρους της υπηρεσίας παραλαβής επίδοση ή κοινοποίηση πράξεως στον παραλήπτη της χωρίς επισύναψη του τυποποιημένου εντύπου του Παραρτήματος ΙΙ του Κανονισμού 1393/07 δεν συνιστά λόγο ακυρότητας της διαδικασίας, η παράλειψη δε αυτή μπορεί να θεραπευθεί κατά τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού (Alpha Bank Cyprus, C-519/13,ημερ. 16.9.2015). Το ερώτημα είναι εάν ενόψει του γεγονότος πως η επίδοση επιτεύχθηκε μέσω ταχυδρομικής υπηρεσίας ήταν απαραίτητη η επίδοση της Βεβαίωσης ή εάν ως Ενάγουσα απαλλάσσετο από την υποχρέωση αυτή, όπως η ίδια προτείνει. Η θέση του κ. Κουκούνη υποστηρίζει πως ήταν υποχρέωση της, εάν φανεί ότι ισχύει ο Κανονισμός 1393/07, διότι δεν μπορεί η Ενάγουσα να επικαλείται εν μέρει τον Κανονισμό. Η απάντηση στο ερώτημα δίδεται μέσα από τον ίδιο τον Κανονισμό. Δεν είναι ορθή η θέση της Ενάγουσας να προτείνει πως ενόψει της επίδοσης που έγινε απαλλάσσεται της υποχρέωσης επίδοσης της Βεβαίωσης, αλλά επιλεκτικά να ερμηνεύει διατάξεις του Κανονισμού, όπως δόθηκαν με την απόφαση στις Ε23-Ε
  5. Εξάλλου η αίτηση για έκδοση του επίδικου διατάγματος είχε νομικό έρεισμα το συγκεκριμένο Κανονισμό. Εντούτοις: παρά την πρόνοια για εγκαθίδρυση και διορισμό υπηρεσιών παραλαβής και διαβίβασης αυτός δεν αποτελεί τον αποκλειστικό τρόπο ή μέσο επίδοσης/διαβίβασης εγγράφων. Σύμφωνα με το Τμήμα 2 του Κανονισμού 1393/07 καθιερώνονται ως «άλλοι τρόποι διαβίβασης και επίδοσης ή κοινοποίησης δικαστικών πράξεων», η διαβίβαση δια της προξενικής ή διπλωματικής οδού (αρ. 12) μέσω διπλωματικών ή προξενικών υπαλλήλων (άρθρο 13), η επίδοση ή κοινοποίηση ταχυδρομικώς (άρθρο 14) - όπως η παρούσα - και η απευθείας επίδοση ή κοινοποίηση (άρθρο 15). Η με αυτό τον τρόπο επίδοση, δεν εξαιρεί την υποχρέωση επίδοσης της Βεβαίωσης, αλλά αντίθετα, ρητά, το άρθρο 8 όπου με τις παρ. 1, 2 και 3 που ορίζει το δικαίωμα άρνησης παραλαβής της πράξης και την επίδοση της έντυπης Βεβαίωσης του παρ. 11, ρητά με το εδάφιο παρ. 4 ορίζει πως οι παρ. 1, 2 και 3 εφαρμόζονται και στους τρόπους διαβίβασης και επίδοσης ή κοινοποίησης δικαστικών πράξεων που προβλέπονται στο Τμήμα
  6. Συνεπώς η Ενάγουσα όφειλε να επιδώσει τη Βεβαίωση, παράλειψη η οποία δεν είναι μοιραία για την τύχη της αίτησης, αλλά θεραπεύσιμη. Να επισημανθεί πως, όπως και στις Ε23-Ε29 τονίσθηκε, πως από τη στιγμή που επιδόθηκαν το Κλητήριο Ένταλμα και το διάταγμα στην Ελληνική και Αγγλική γλώσσα, δεν υπήρχε στοιχείο παραπλάνησης, αφού οι Εναγόμενοι-Αιτητές πληροφορήθηκαν τόσο για τη διαφορά όσο και τα δικαιώματα τους, τα οποία και άσκησαν. Παρά το γεγονός πως επιζητείται ακύρωση του διατάγματος που επέτρεπε την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, και για το λόγο ότι δεν λήφθηκε άδεια για σφράγιση του ή ότι δεν επιδόθηκε στον ημεδαπό Εναγόμενο πριν τη λήξη του διατάγματος, εντούτοις δεν προωθήθηκε. Συνεπώς, ενόψει όλων όσων ανωτέρω έχουν εκτεθεί, η αίτηση με την οποία επιζητείται ακύρωση του διατάγματος και της επίδοσης δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Η Ενάγουσα εντός 30 ημερών από σήμερα να λάβει τα ενδεικνυόμενα δικονομικά μέτρα για να θεραπεύσει την παράλειψη της μη επίδοσης της τυποποιημένης βεβαίωσης, δυνάμει του Ε.Κ. 1393/2007). Έχοντας υπόψη τη θέση του Εφετείου στις ανωτέρω εφέσεις αναφορικά με τα έξοδα και το γεγονός πως η παρούσα αίτηση είχε καταχωρηθεί πριν την έκδοση απόφασης από το Εφετείο και από το Δ.Ε.Ε., με τις οποίες εξετάστηκε και επιλύθηκε το επίδικο ζήτημα, θεωρώ ορθό και δίκαιο, στην κρινόμενη περίπτωση, κάθε διάδικος να επιβαρυνθεί τα έξοδα του. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil/Interim Αναφορά: (Αίτηση για παραμερισμό διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.