← Κύπρος

PA. CHARALAMPOUS TRADING CO. LTD ν. ΒΑΣΟΣ Θ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2519/2012, 10/5/2018

PA. CHARALAMPOUS TRADING CO. LTD ν. ΒΑΣΟΣ Θ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2519/2012, 10/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A141 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2519/2012 Μεταξύ: PA. CHARALAMPOUS TRADING CO. LTD, από την Πόλη Χρυσοχούς Εναγόντων και ΒΑΣΟΣ Θ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΛΤΔ, από την Πόλη Χρυσοχούς (VASOS TH. STYLIANOU LTD) Εναγόμενων -------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10.5.2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες: κα Ιωάννου για κ. M. Βασιλειάδη Για εναγόμενους: κα Αργυρού για κα Ν. Παπούτσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων είναι για το ποσό των €10.287,18 (£6.020,82), συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α., ως υπόλοιπο ξυλουργικών εργασιών και/ή προσφορά υπηρεσιών και/ή άλλως, με τόκο 8,5% επί του ποσού των €8.792,46 (£5.146,00), από 2/6/2006 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα και Φ.Π.Α. Τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν την παραπάνω αξίωση των εναγόντων σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους είναι τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και οι εναγόμενοι είναι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης. Οι πρώτοι ασχολούνται κυρίως με ξυλουργικές εργασίες, ενώ οι δεύτεροι, στον ουσιώδη χρόνο ήταν συνεργάτες τους. Δυνάμει συμφωνίας, η οποία έγινε στην Πόλη Χρυσοχούς και/ή κατόπιν προσφοράς των εναγόντων και/ή δυνάμει γραπτής συμφωνίας υπό τύπο προσφοράς, κατά ή περί τις αρχές του 2006 και/ή άλλως συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων και/ή των αντιπροσώπων τους, όπως οι ενάγοντες εκτελέσουν ξυλουργικές εργασίες στην κατοικία της XXXXX Χαραλάμπους, προς όφελος των εναγόμενων, έναντι του συνολικού ποσού των £9.246,00 (€15.797,73), πλέον Φ.Π.Α.. Στα πιο πάνω πλαίσια, οι ενάγοντες εκτέλεσαν πλήρως, όλες τις συμφωνηθείσες εργασίες που αναφέρονταν στην προσφορά σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης και επιστήμης, εντός του συμφωνηθέντος χρόνου και/ή εντός ευλόγου χρόνου και έτυχαν της έγκρισης των εναγόμενων και/ή του αντιπροσώπου τους. Οι εναγόμενοι κατέβαλαν στους ενάγοντες, έναντι, το ποσό των £4.600,00 (€7.859,57), συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. (£600,00). Συγκεκριμένα, τους κατέβαλαν έναντι σχετικών τιμολογίων, ποσό £2.300,00, στις 31/3/2006 και ποσό, επίσης £2.300,00, στις 2/6/

  1. Επίσης εκδόθηκε πιστωτική σημείωση για το ποσό των £100,00 και παραμένει απλήρωτο υπόλοιπο από τις 2/6/2006, το ποσό των £5.146,00 (€8.792,46), πλέον £874,82 (€1.494,72) Φ.Π.Α.. Οι ενάγοντες διατηρούν λογαριασμό στην τράπεζα και λόγω παράλειψης των εναγόμενων να ξοφλήσουν το χρέος τους χρεώνονται με τόκους 8,5%. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των εναγόντων, αμελούν και/ή αρνούνται να το ξοφλήσουν. Έναντι των παραπάνω ισχυρισμών των εναγόντων, οι εναγόμενοι, με την τροποποιημένη υπεράσπισή τους ισχυρίζονται τα εξής: Με την παράγραφο 3 αρνούνται «γενικά, ειδικά και σε όλες τις λεπτομέρειες τους.», βασικά, όλους τους παραπάνω ουσιαστικούς ισχυρισμούς των εναγόντων και ειδικά για το ποσό που αξιώνουν αυτοί εναντίον τους ισχυρίζονται πως δεν το οφείλουν και τους καλούν σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Σύμφωνα με την παράγραφο 4, επιπλέον ισχυρίζονται ότι μέρος των παραγγελιών για τις οποίες οι ενάγοντες διεκδικούν αμοιβή, έγιναν χωρίς την εντολή τους. Περαιτέρω ισχυρίζονται τα εξής: (α) Η μεταξύ τους συμφωνία προέβλεπε το ποσό των £5.500,
  2. (β) Οι ενάγοντες δεν εκτέλεσαν τις ξυλουργικές εργασίες που τους ανατέθηκαν στο βαθμό που έπρεπε και ούτε με την απαραίτητη επιδεξιότητα. Υπήρξαν πολλές κακοτεχνίες σ' αυτές, γεγονός που οδήγησε στη μη πραγματοποίηση τελικής παραλαβής. (γ) Παρά τις οχλήσεις τους, ουδέποτε τους υπόβαλαν κατάσταση εκτελεσθέντων εργασιών για να εγκριθούν και να προχωρήσει η έκδοση σχετικών διατακτικών πληρωμής προς αυτούς από τους εργοδότες - αρχιτέκτονες του έργου. (δ) Εξαιτίας των κακοτεχνιών στα ξυλουργικά, αλλά και της καθυστέρησης ολοκλήρωσης των εργασιών εκ μέρους των εναγόντων, ουδέποτε έγινε τελική παραλαβή του έργου, με αποτέλεσμα οι ίδιοι να μην έχουν λάβει ποτέ το ποσό που αφορά τις ξυλουργικές εργασίες καθώς και το ποσό που αντιστοιχεί στη συμφωνηθείσα με τους εργοδότες - αρχιτέκτονες, αμοιβή τους. Οι ενάγοντες καταχώρησαν απάντηση στην υπεράσπιση με την οποία αρνούνται το περιεχόμενο της υπεράσπισης των εναγόμενων, επαναλαμβάνουν αυτό της έκθεσης απαίτησης και καλούν τους εναγόμενους σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι εκτέλεσαν πλήρως και κανονικά τις συμφωνηθείσες εργασίες, οι οποίες έτυχαν της έγκρισης των εναγόμενων και η τελική παραλαβή του έργου πραγματοποιήθηκε κανονικά. Ο διευθυντής των εναγόντων, XXXXX Χαραλάμπους, ο διευθυντής των εναγόμενων, XXXXX Στυλιανού (Μ.Υ.1) και τέλος, ο αρχιτέκτονας XXXXX Κληρίδης (Μ.Υ.2) είναι οι τρεις μάρτυρες που έδωσαν μαρτυρία κατά τη δίκη. Ο πρώτος, προφανώς κατάθεσε για την υπόθεση των εναγόντων και οι άλλοι δυο, για την υπόθεση των εναγόμενων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας, στο σύνολό του και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν - γραπτών - αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Προτού υπεισέλθω σ' αυτό καθ' αυτό το έργο αξιολόγησης της μαρτυρίας θεωρώ αναγκαίο να επισημάνω τα εξής: Καθώς έχει νομοληγηθεί (βλ. Βραχίμη ν. Κουλουμπρή

(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 836: «Η δικογραφία συνιστά το θεμέλιο της δίκης και αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Η σημασία των εγγράφων προτάσεων συνοψίζεται στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd) (Πολιτική Έφεση 7367, αποφασίστηκε στις 14/1/90 και θα δημοσιευτεί στους τόμους
(1990)1 Α.Α.Δ.): «Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκο μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R., 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R., 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής». Βλέπε και τη Νεοφύτου κ.ά. ν. Γερακιώτη
(2010)1 (Α) Α.Α.Δ. 25, όπου με αναφορά στη Βραχίμη (ανωτέρω) υποδεικνύεται ότι ένα Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκτείνεται στην εξέταση άλλων θεμάτων, έξω, από και σε διάσταση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς καθώς και τη Χ'' Μάρκου ν. Widehorizon (Capital Market) Ltd
(2010)1 (A) A.A.Δ. 108, στην οποία επαναλαμβάνεται η πάγια και καλά καθιερωμένη αρχή, ότι μαρτυρία η οποία εκφεύγει από το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων, δε λαμβάνεται υπόψη, αφού η δίκη τροχοδρομείται αυστηρά στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα. Αυτό δε, όπως συνάγεται από τη Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1541, ισχύει ακόμη και στην περίπτωση που τέτοια μαρτυρία εισάγεται χωρίς ένσταση. Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές, η πρώτη βασική διαπίστωση στην οποία προβαίνω είναι η εξής: Σημαντικό μέρος της μαρτυρίας και των δυο μερών και κυρίως των εναγόντων, είτε δε συνάδει είτε δεν καλύπτεται είτε τέλος έρχεται σε σύγκρουση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι, σε μερικές περιπτώσεις, με τη μαρτυρία της η μια πλευρά, ουσιαστικά δέχεται τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της άλλης, τους οποίους δικογραφικά απορρίπτει. Ειδικότερα: Οι βασικές δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων είναι οι ακόλουθες: Η επίδικη συμφωνία με την οποία ανέλαβαν να εκτελέσουν τις ξυλουργικές εργασίες προς όφελος των εναγόμενων έγινε κατόπιν προσφοράς τους, κατά ή περί τις αρχές του
  1. Η συμφωνία ήταν για το ποσό των £9.246,00 και όχι για το ποσό των £5.500,00, όπως είναι η θέση των εναγόμενων. Στο πλαίσιο της εν λόγω συμφωνίας εκτέλεσαν πλήρως όλες τις συμφωνηθείσες ξυλουργικές εργασίες που αναφέρονταν στην προσφορά σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης, εντός του συμφωνηθέντος χρόνου και/ή εντός ευλόγου χρόνου. Οι εν λόγω εργασίες έτυχαν της έγκρισης των εναγόμενων και/ή του αντιπροσώπου τους. Με την απάντησή τους στην υπεράσπιση των εναγόμενων, με την οποία τους καταλογίζεται ότι μέρος των παραγγελιών για τις οποίες διεκδικούν αμοιβή έγιναν χωρίς την εντολή των εναγόμενων, ως επίσης και ότι δεν εκτέλεσαν τις εργασίες που τους ανατέθηκαν στο βαθμό που έπρεπε και ούτε με την απαραίτητη δεξιότητα, αφού υπήρξαν πολλές κακοτεχνίες, γεγονός που οδήγησε στη μη πραγματοποίηση τελικής παραλαβής, αρνούνται τους εν λόγω ισχυρισμούς και καλούν τους εναγόμενους σε αυστηρή απόδειξή τους. Περαιτέρω αντιτείνουν τα εξής: πρώτο, ότι εκτέλεσαν πλήρως τις συμφωνηθείσες εργασίες και η τελική παραλαβή του έργου πραγματοποιήθηκε κανονικά. Δεύτερο, ότι η εκτελεσθείσες εργασίες προχώρησαν όπως συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, εκτελέστηκαν πλήρως και κανονικά και ως εκ τούτου εγκρίθηκαν από τους εναγόμενους. Ας δούμε τώρα πόσο συνάδουν οι παραπάνω δικογραφημένες θέσεις τους με τη μαρτυρία τους. Ειδικότερα: Ο διευθυντής τους, XXXXX Χαραλάμπους, για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (τεκμήριο 1), το οποίο, θα έλεγα ότι συνάδει πλήρως με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους. Μεταξύ των διαφόρων εγγράφων που παρουσίασε ο μάρτυρας στο ίδιο στάδιο της μαρτυρίας του είναι και η κατ' ισχυρισμό του προσφορά (τεκμήριο 2), ημερομηνίας 22/11/2005, η οποία αποτέλεσε τη βάση σύναψης της επίδικης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Ο μάρτυρας, κληθείς από το δικηγόρο των εναγόντων να διευκρινίσει, γιατί στην εν λόγω προσφορά αναγράφεται διαφορετικό ποσό από αυτό που αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης απάντησε ως εξής: «Για το λόγο ότι στην πορεία προέκυψαν έξτρα στις εκτελεσθείσες εργασίες.» Ακολούθως, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις του κ. Βασιλειάδη ισχυρίστηκε ότι οι συμφωνίες που αναφέρει στη γραπτή του δήλωση γίνονταν από τον ίδιο, ως αντιπρόσωπος των εναγόντων και τις έκανε με το Μ.Υ.
  2. Παρατηρώ τα εξής: Ενώ η δικογραφημένη θέση των εναγόντων, επί της οποίας εδράζεται και η αξίωσή τους εναντίον των εναγόμενων είναι ότι η επίδικη συμφωνία είναι μια και έγινε κατόπιν προσφοράς τους, κατά ή περί τις αρχές του 2006 και ήταν για το ποσό των £9.246,00, πλέον Φ.Π.Α, ο διευθυντής τους, ενόρκως και μάλιστα - εντελώς αβίαστα - στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, αναφέρθηκε σε συμφωνίες και σε έξτρα εργασίες. Το πρώτο είναι σε αντίθεση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων και το δεύτερο, δε δικογραφείται. Προστίθενται και τα εξής: αν υποτεθεί ότι η προσφορά των εναγόντων και κατ' επέκταση, η επίδικη συμφωνία, όπως αναφέρεται στην προσφορά (τεκμήριο 2) είναι για το ποσό των £11.030,00, πλέον £1.654,50 Φ.Π.Α., δηλαδή, για το συνολικό ποσό των £12.684,50, προφανώς και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, ο διευθυντής των εναγόντων δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι ο λόγος που στην έκθεση απαίτησης αναφέρεται άλλο ποσό είναι γιατί στην πορεία προέκυψαν έξτρα στις εκτελεσθείσες εργασίες, τη στιγμή που το ποσό που αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης είναι μικρότερο αυτού που αναφέρεται στην προσφορά. Το αντίθετο θα έπρεπε να συμβαίνει. Ας δούμε τώρα και τι ανάφερε αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας: Όταν του υποβλήθηκε ότι αυτό που έδωσε στο διευθυντή των εναγόμενων ως προσφορά, δεν ήταν το τεκμήριο 2, αλλά, έτοιμο δελτίο ποσοτήτων που του είχε δώσει ο τελευταίος, στο οποίο έβαλε τις τιμές του και του το απέστειλε, απαντώντας ισχυρίστηκε τα εξής: ο ίδιος έβγαλε μια προσφορά με βάση τα σχέδια που του έδωσε ο διευθυντής των εναγόμενων. Ο τελευταίος, πάντα έβγαζε δελτίο ποσοτήτων. Δεν τον ενδιάφερε η προσφορά που έβγαζαν οι ίδιοι, αλλά το δελτίο ποσοτήτων που έβγαζε ο εκείνος. Τους έβαζε και υπόγραφαν, όπως και κάθε έξτρα στο έργο που και πάλιν συμφωνούσαν και υπόγραφαν, όμως δεν κρατά αντίγραφο. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν η προσφορά (τεκμήριο 2) έγινε αποδεκτή από το διευθυντή των εναγόμενων, απάντησε ως εξής: «Για να με καλέσει να εκτελέσω τις εργασίες, λογικά έγινε αποδεκτή». Για να προσθέσει όμως τ' ακόλουθα: «Στο συγκεκριμένο έργο όμως, αλλάξαμε είδος ξύλου, διάφορα πράγματα βάση της προσφοράς και σε κάθε κομμάτι της δουλειάς εγίνετουν συμφωνία.» «Άρα, τελικά λέτε ότι, άλλα συμφωνήσετε αρχικά με τους εναγόμενους και άλλα κάνετε στην πορεία. Έτσι είναι;» ήταν η επόμενη ερώτηση. Και η απάντησή του: «Σίγουρα άλλαξαν διάφορα πράγματα από την προσφορά» Από τα παραπάνω, η δικογραφημένη θέση των εναγόντων - την οποία προέβαλε ενόρκως ο διευθυντής τους στο στάδιο της κυρίως εξέτασης με τη γραπτή του δήλωση - ότι οι εκτελεσθείσες εργασίες που ανέλαβαν να εκτελέσουν ήταν δυνάμει μιας συμφωνίας, την οποία συνήψαν με τους εναγόμενους κατόπιν προσφοράς τους κατά ή περί τις αρχές του 2006 για το ποσό των £9.246,00, πλέον Φ.Π.Α., εκθεμελιώνεται πλήρως. Το ίδιο ισχύει και για τη θέση τους, ότι εκτέλεσαν πλήρως όλες τις συμφωνηθείσες ξυλουργικές εργασίες που αναφέρονταν στην προσφορά. Και, με δεδομένο ότι η επίδικη αξίωσή τους εδράζεται στις παραπάνω θέσεις τους, ουσιαστικά διαγράφεται από τώρα η τύχη της αγωγής. Και τούτο, επειδή, πολύ απλά, στην απουσία απόδειξης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων συναφώς με την αμοιβή των εναγόντων, όποιες κι αν ήταν οι εργασίες που αυτοί ανέλαβαν να εκτελέσουν και εν τέλει εκτέλεσαν προς όφελος των εναγόμενων, δεν υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο για σκοπούς υπολογισμού του ποσού που ενδεχομένως δικαιούνται ως το υπόλοιπο της αμοιβή τους. Η οποία ασφαλώς δεν μπορεί να είναι το όποιο ποσό καθορίζουν μονομερώς οι ίδιοι και αξιώνουν από τους εναγόμενους. Χωρίς να χρειάζεται να αναφερθώ σε κάποια απόφαση, οι ενάγοντες, για να νομιμοποιούνται στην καταβολή του ποσού που αξιώνουν για τις εργασίες τους, οφείλουν να αποδείξουν με αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία ότι αυτό αποτελεί το υπόλοιπο, είτε της συμφωνημένης είτε της εύλογης αμοιβής τους για τις επίδικες εργασίες τους. Όσα ακολουθούν αφορούν τις ίδιες δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων, τις οποίες - για να επαναλάβω - έχει υιοθετήσει ο διευθυντής τους στο πλαίσιο της γραπτής του δήλωσης. Ο οποίος, ωστόσο, αντεξεταζόμενος συναφώς με αυτές ανάφερε και τα εξής: Ερωτηθείς εάν η προσφορά (τεκμήριο 2) αφορά τις εργασίες που τους είχαν ανατεθεί στην αρχή, απαντώντας ισχυρίστηκε ότι αφορά τα σχέδια που του έδωσε ο διευθυντής των εναγόμενων για να του βγάλει προσφορά. Ερωτηθείς ακολούθως εάν βασίστηκε και στα δελτία ποσοτήτων για να βγάλει αυτή την προσφορά, «Δε θυμάμαι αν ήταν δελτία ποσοτήτων ή μέτρημα με κλίμακα.» απάντησε. Με αναφορά στο ίδιο έγγραφο, ερωτηθείς τι είναι το iroco που αναφέρεται στην 3η γραμμή για τα παράθυρα ισχυρίστηκε ότι είναι είδος ξύλου εισαγόμενο από την Αφρική. Όταν ακολούθως, του υποβλήθηκε ότι στα δελτία ποσοτήτων, σαφώς έλεγε ότι το ξύλο έπρεπε να είναι σουηδικό και σε καμιά περίπτωση δεν έπρεπε να βάλει αφρικάνικο ξύλο σε διατηρητέα οικία, απάντησε ως εξής: «Ανάφερα πριν ότι έκαμα μια προσφορά με βάση κάποιων σχεδίων που είχα στα χέρια μου. Είπα ακόμη ότι στην πορεία άλλαξε και το είδος του ξύλου και διαμορφώθηκε η προσφορά. Επίσης είπα δε θυμάμαι αν είδε δελτίο ποσοτήτων ή δουλέψαμε με κλίμακα. Επομένως, απάντησα.» Επί των ισχυρισμών των εναγόντων ότι εκτέλεσαν πλήρως τις εργασίες τους σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης και επιστήμης εντός του συμφωνηθέντος χρόνου και/ή εντός ευλόγου χρόνου και οι εργασίες τους έτυχαν της έγκρισης των εναγόμενων και/ή του αντιπροσώπου τους, ως επίσης και ότι η τελική παραλαβή του έργου πραγματοποιήθηκε κανονικά, για την ώρα περιορίζομαι σε μέρος όσων ανάφερε αντεξεταζόμενος συναφώς με αυτούς ο διευθυντής τους καθώς και σε αυτά που υποβλήθηκαν από τον ευπαίδευτο δικηγόρο τους στο Μ.Υ.
  3. Ειδικότερα: Αρχίζοντας από τον πρώτο, όπως είπε γνωρίζει ότι έγινε προσωρινή παραλαβή από το έργο. Έλαβαν κάποιες παρατηρήσεις προφορικά και μετά γραπτά, με τις οποίες τους καλούσαν να τις διορθώσουν, όπως και το πράξανε. «Άρα δεν είστε σίγουρος αν έγινε τελική παραλαβή.» ήταν μια από τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από την κα Παπούτσα. Και η απάντησή του: «Ούτε προσωρινή είμαι σίγουρος.» Όπως είπε απαντώντας στη επόμενη ερώτηση, «Εγώ γνωρίζω, ό,τι ανατέθηκε σε μένα να διορθώσω, ότι το διόρθωσα. Απ' εκεί και πέρα δε γνωρίζω αν έκαναν τελική παραλαβή και πότε το έκαναν. Γνωρίζω ότι το σπίτι είναι κατοικήσιμο και λειτουργεί.» Ο Μ.Υ.2 καθώς ήδη έχει αναφερθεί είναι ο αρχιτέκτονας του έργου στο οποίο οι ενάγοντες ανέλαβαν να εκτελέσουν τις επίδικες ξυλουργικές εργασίες, ως υπεργολάβοι των εναγόμενων. Ο μάρτυρας, με την επιστολή του στο διευθυντή των εναγόμενων (Μ.Υ.1), ημερομηνίας 16/10/2016 (τεκμήριο 17), με θέμα: «Καθυστέρηση στη συμπλήρωση των εργασιών που αφορούν τα ξυλουργικά και υδραυλικά σε διατηρητέα Οικοδομή στην Πόλη Χρυσοχούς.», του εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι οι δυο υπεργολάβοι του (των ξυλουργικών και υδραυλικών) καθυστερούν αδικαιολόγητα την ολοκλήρωση των εργασιών τους και του υπενθυμίζει ότι αυτοί είναι δικοί του υπεργολάβοι, ως επίσης και ότι σύμφωνα με το συμβόλαιο φέρει την απόλυτη ευθύνη για την έγκαιρη εκτέλεση των εργασιών τους. Το ίδιο ισχύει, προστίθεται, και για την επιδιόρθωση των δικών τους κακοτεχνιών. Όπως αναφέρεται κατά λέξη από το μάρτυρα, «Ήδη εντόπισα αριθμό κακοτεχνιών στα ξυλουργικά και έδωσα τον σχετικό κατάλογο στον υπεργολάβο.» Πρόκειται για το έγγραφο με τίτλο «ΕΝΤΥΠΟ ΟΔΗΓΙΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΡΓΟΛΑΒΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ», ημερομηνίας 18/9/2006, ο εν λόγω κατάλογος, ο οποίος επισυνάπτεται στην επιστολή - τεκμήριο 17 και είναι γεγονός, ότι περικλείει 6 παρατηρήσεις που αφορούν τα ξυλουργικά. Όπως είπε ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος για το ίδιο έγγραφο είναι πρόχειρο και το έγραψε επί τόπου. Το ίδιο ισχύει και για ανάλογο έγγραφο, ημερομηνίας 27/1/2007 (τεκμήριο 18) το οποίο περικλείει ακόμη 6 παρατηρήσεις του μάρτυρα αναφορικά με τα ξυλουργικά. Και ενώ η δικογραφημένη θέση των εναγόντων είναι ότι δεν υπήρξαν κακοτεχνίες κατά την εκτέλεση των εργασιών τους και ότι αυτές εκτελέστηκαν σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης και επιστήμης και έτυχαν της έγκρισης των εναγόμενων και/ή του αντιπροσώπου τους, στο μάρτυρα, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι δεν έγινε καμιά επιδιόρθωση σε σχέση με όσα παρατηρεί στα τεκμήρια 17 και 18 υποβλήθηκε ότι αν δε γίνονταν οι διορθώσεις του τεκμήριου 17, θα τις έβλεπε και θα τις κατέγραφε στο τεκμήριο
  4. Μάλιστα, κάποια στιγμή, περί το τέλος της αντεξέτασής του, του υποβλήθηκε ότι αυτά που ο ίδιος λέει κακοτεχνίες πήγε και τα διόρθωσε ένα απόγευμα ο XXXXX (προφανώς ο κ. Βασιλειάδης αναφερόταν στο διευθυντή των εναγόντων), όλα στην εντέλεια. Σύμφωνα πάντοτε με το κ. Βασιλειάδη, «Ήταν δουλειά δυο ωρών τζιαι επήεν με το συνεργείο του τζιαι διόρθωσεν τα.» Ερωτηθείς λίγο αργότερα ο μάρτυρας, κατά πόσο οι επιδιορθώσεις μπορεί να έγιναν μετά την προσωρινή παραλαβή και ο ίδιος δεν είναι σε θέση να το πει, απάντησε καταφατικά. Για να επανέλθει ωστόσο ο κ. Βασιλειάδης, υποβάλλοντάς του ότι «..επιδιορθώθηκαν γιατί εν δουλειές θκυό ωρών». Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να διαφανεί σε ποια έκταση οι ενάγοντες, κατά τη δίκη απέστησαν σχεδόν, όλων των ουσιωδών δικογραφημένων ισχυρισμών τους. Κατ' ανάλογο τρόπο, θα αναφερθώ τώρα σε ποια έκταση ισχύει το ίδιο και με τους εναγόμενους. Ειδικότερα: Οι εναγόμενοι, δικογραφικά ισχυρίζονται ότι η συμφωνία που έγινε μεταξύ των διαδίκων προέβλεπε το ποσό των £5.500,
  5. Ισχυρίζονται ακόμη, ότι οι ενάγοντες, παρά τις οχλήσεις τους, ουδέποτε τους υπόβαλαν κατάσταση εκτελεσθέντων εργασιών. Παρά τις παραπάνω δικογραφημένες θέσεις τους, ο διευθυντής τους (Μ.Υ.1), στη γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 15) - το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της -, δεν αναφέρεται καθόλου για ποιο ποσό ήταν η επίδικη συμφωνία. Αυτά για τον πρώτο δικογραφημένο ισχυρισμό των εναγόμενων. Αναφορικά με το δεύτερο αναφέρει τα εξής: Κατά τις 3/5/2011, ο κ. Χαραλάμπους αποφάσισε να του παρουσιάσει μια κατάσταση εκτελεσθείσας εργασίας, η οποία παρουσίαζε οφειλόμενο υπόλοιπο προς τους ενάγοντες, το ποσό των £9.816,
  6. Όμως, αυτή η κατάσταση δεν ήταν αρκετά αναλυτική και ως εκ τούτου δεν έγινε αποδεκτή από τον αρχιτέκτονα ώστε να προχωρήσει με την έκδοση διατακτικού. Αντεξεταζόμενος δε, μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε τα εξής: Η συμφωνία τους με τους ενάγοντες ήταν για το ποσό των £4.300,
  7. Συμφώνησε με το διευθυντή των εναγόντων να του αρχίσει μερικά ξυλουργικά, όχι όλα. Κάποια θα τα έκανε ο ίδιος, ως εταιρεία. Όταν λίγο αργότερα του ζητήθηκε να διευκρινίσει γιατί ενώ στην υπεράσπιση αναφέρεται ότι η συμφωνία προέβλεπε το ποσό των £5.500,00, ο ίδιος λέει ότι ήταν για το ποσό των £4.300,00 απάντησε ως εξής: «Η αρχική συμφωνία ήταν £4.300,00, εγώ υπολογίζω ότι μου έκανε και έξτρα εργασίες, εργασίες τις οποίες εγώ είπα στον κύριο Χαραλάμπους να τις κάνει, μπορώ να πω ένα παράδειγμα;». Ο κ. Βασιλειάδης του υπόβαλε και την εξής ερώτηση: «Αφού σου έστειλε κύριε, σου έστειλε κατάσταση εργασιών, γιατί δεν πήγες στον αρχιτέκτονα να του πείτε "έτσι και έτσι, έτες εργασίες, οι τιμές εν τούτες", γιατί δεν πήγες να τα πεις στον αρχιτέκτονα;». Απαντώντας ισχυρίστηκε ότι ο αρχιτέκτονας ήθελε διευκρινήσεις και ο διευθυντής των εναγόντων δεν μπήκε στη διαδικασία να εξηγήσει στον αρχιτέκτονα. Προχωρώ τώρα σ' αυτό καθ' αυτό το έργο αξιολόγησης της μαρτυρίας των τριών μαρτύρων της υπόθεσης. Διευκρινιστικά να πω ότι, σ' αυτό το πλαίσιο, αναπόφευκτα θα επαναλάβω σημαντικό μέρος της μαρτυρίας το οποίο έχω ήδη παραθέσει. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή και τους τρεις μάρτυρες ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης για τα οποία κατάθεσαν. Ειδικά για τους διευθυντές των διαδίκων, ασφαλώς λαμβάνω υπόψη και το προσωπικό τους συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Δηλώνω ευθέως ότι η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία των δυο τελευταίων, δεν είναι θετική. Και οι δυο - μεταξύ άλλων - υπέπεσαν σε σοβαρές αντιφάσεις και προέβαλαν ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, ενώ, αρκετοί από τους ισχυρισμούς τους συγκρούονται ή καταρρίπτονται από το περιεχόμενο της γραπτής μαρτυρίας, η οποία αποτελεί και πραγματική μαρτυρία και καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. μεταξύ άλλων και την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Μαρίνου ν. Σοφοκλέους, ECLI:CY:AD:2016:A192, Πολιτική Έφεση Αρ. 151/2011, ημερομηνίας 12/4/2016): «..αποτελεί τη βάση με την οποία το Δικαστήριο κρίνει και εξετάζει την αξιοπιστία των μαρτύρων καθώς επίσης ελέγχει και τις λεπτομέρειες της μαρτυρίας.» Επιπλέον, ιδιαίτερα για το διευθυντή των εναγόντων λαμβάνω υπόψη και το γεγονός, ότι - για να επαναλάβω - αρκετοί από τους ισχυρισμούς του, είτε δε συνάδουν είτε δεν καλύπτονται είτε τέλος έρχονται σε σύγκρουση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων. Και με δεδομένο ότι με τη γραπτή του δήλωση, η οποία αποτελεί μέρος της κυρίως εξέτασής του, ουσιαστικά επαναλαμβάνει το σύνολο των δικογραφημένων ισχυρισμών των εναγόντων, στο βαθμό που με τη μαρτυρία του κατάθεσε σε αντίθεση με αυτούς είναι σαφές ότι πλήττεται ακόμη περισσότερο η αξιοπιστία του. Τέλος, ειδικά για το διευθυντή των εναγόμενων (Μ.Υ.1) λαμβάνω υπόψη ότι σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης, η μαρτυρία του συγκρούεται με τη μαρτυρία του Μ.Υ.2, ο οποίος κατάθεσε και αυτός για την υπόθεση των εναγόμενων. Σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για τους δυο προηγούμενους μάρτυρες θεωρώ το XXXXX Κληρίδη (Μ.Υ.2) απόλυτα ειλικρινή μάρτυρα, ο οποίος παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με πρόθεση να πει και ότι είπε την αλήθεια, για ό,τι κλήθηκε να τοποθετηθεί καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του. Ο μάρτυρας, στο βαθμό και την έκταση που γνώριζε ή θυμόταν - δεδομένου και του μακρού χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε από τότε που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα μέχρι και την ημέρα που κατάθεσε γι αυτά στο Δικαστήριο - απαντούσε αυθόρμητα, με αμεσότητα, ευθύτητα, εντιμότητα και αντικειμενικότητα, σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, χωρίς να υποπέσει σε καμιά σοβαρή αντίφαση και κυρίως, χωρίς να διακρίνω εκ μέρους του πρόθεση επίδειξης εύνοιας προς τους εναγόμενους, παρότι αποτελεί μάρτυρά τους είτε ακόμη να αδικήσει τους ενάγοντες. Έπειτα είναι και το γεγονός, ότι η μαρτυρία του σε σημαντικό βαθμό ενισχύεται ή επιβεβαιώνεται και από τη γραπτή μαρτυρία, η οποία - για να επαναλάβω - αποτελεί και πραγματική μαρτυρία, στην αξία της οποίας γίνεται αναφορά σε άλλο σημείο (πιο πάνω) με παραπομπή και σε σχετική νομολογία (βλ. την Μαρίνου, ανωτέρω). Τέλος, στο βαθμό που ο μάρτυρας αμφισβητήθηκε από τους ενάγοντες, αυτό, σε σημαντικό βαθμό έγινε με υποβολές που παρέμειναν έωλες, είτε ακόμη που δεν καλύπτονται από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους. Των παραπάνω λεχθέντων, από τη μαρτυρία των διευθυντών των διαδίκων δέχομαι μόνο εκείνο το μέρος της που αποδεικνύεται από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία, είτε ακόμη που αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ τους, είτε τέλος, που υπέχει θέση δηλώσεων ενάντια στα συμφέροντα της πλευράς για την οποία κατάθεσαν. Αναφορικά με το Μ.Υ.2, για οτιδήποτε κατάθεσε με θετικό τρόπο, δεδομένης της κρίσης μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ως μάρτυρα, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Όσα ακολουθούν κατά τη γνώμη μου, αιτιολογούν επαρκώς τις παραπάνω διαπιστώσεις μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία και των τριών μαρτύρων που κατάθεσαν στην υπόθεση. Ειδικότερα: Αρχίζοντας από το διευθυντή των εναγόντων, XXXXX Χαραλάμπους, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ισχυρίστηκε - όπως είναι και η δικογραφημένη θέση των εναγόντων - ότι η επίδικη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων έγινε κατόπιν της προσφοράς (τεκμήριο 2). Αντεξεταζόμενος, όταν του υποβλήθηκε ότι το συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι η προσφορά που έδωσε αλλά έγινε εκ των υστέρων, απαντώντας ισχυρίστηκε ότι έχει το μπλοκ της εν λόγω προσφοράς και μπορεί να παρουσιάσει το original, όπως και έγινε (βλ. το τεκμήριο 10). Όταν λίγο αργότερα, του υποβλήθηκε ότι αυτό που έδωσε ως προσφορά στο διευθυντή των εναγόμενων ήταν έτοιμο δελτίο ποσοτήτων το οποίο του είχε δώσει ο τελευταίος, στο οποίο έβαλε τις τιμές του και το απέστειλε ως την προσφορά του και όχι το τεκμήριο 2, απαντώντας ισχυρίστηκε τα εξής, που θα έλεγα αποτελούν έμμεση αποδοχή για ό,τι του υποβλήθηκε: Εγώ έβγαλα μια προσφορά με βάση τα σχέδια που μου έδωσε ο εργολάβος. Πάντα ο κ. Στυλιανού έβγαζε δελτίο ποσοτήτων, δηλαδή, με λίγα λόγια, δεν τον ενδιέφερε η προσφορά που βγάζαμε, αλλά το δελτίο ποσοτήτων που έβγαζε ο ίδιος, έβαζε μας και υπογράφαμε όπως και κάθε έξτρα στο έργο που πάλιν συμφωνούσαμε και υπογράφαμε. Όμως δεν κρατώ αντίγραφο των δελτίων ποσοτήτων. Πέραν από την προφανή σοβαρή αντίφαση στην οποία υπέπεσε, το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: δεδομένης της θέσης του στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, η οποία - για να επαναλάβω - αποτελεί και τη δικογραφημένη θέση των εναγόντων, ότι ανέλαβαν τις επίδικες ξυλουργικές εργασίες, δυνάμει συμφωνίας, η οποία έγινε κατά ή περί τις αρχές του 2006, κατόπιν προσφοράς τους, έχοντας υπόψη ότι αυτή η θέση, από την παραπάνω απάντηση του μάρτυρα, ουσιαστικά εγκαταλείπεται από τους ενάγοντες, ποιο το υπόβαθρο εξέτασης της επίδικης αξίωσής τους εναντίον των εναγόμενων; Για να το θέσω και κάπως διαφορετικά, ακόμη και αξιόπιστο μάρτυρα να θεωρούσα το διευθυντή τους, πώς θα μπορούσα να αποφανθώ ότι οι διάφορες χρεώσεις τους είναι ορθές και ότι το συνολικό ποσό που αξιώνουν από τους εναγόμενους είναι αυτό που δικαιούνται; Από τα παραπάνω, κατά τη γνώμη μου καθίσταται τελείως ξεκάθαρο, ότι στην απουσία πλέον συμφωνίας, σε σχέση με το ποσό της αμοιβής των εναγόντων, πολύ περισσότερο, που σε επίπεδο μαρτυρίας αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, ότι στην πορεία εκτέλεσης της επίδικης συμφωνίας, οι ενάγοντες εκτέλεσαν και έξτρα εργασίες, ακόμη και να δεχόμουν τη θέση τους ότι δικαιούνται να αξιώνουν από τους εναγόμενους, γενικά, κάποιο ποσό, προφανώς, αυτό δεν μπορεί να είναι το ποσό που θεωρούν οι ίδιοι ότι δικαιούνται να αξιώνουν. Επί του ιδίου θέματος - για να συνεχίσω - ότι η προσφορά (τεκμήριο 2) δεν αποτελεί την πραγματική προσφορά, δυνάμει της οποίας συνάφθηκε η επίδικη συμφωνία αποδεικνύεται και από το εξής: ερωτηθείς ο διευθυντής των εναγόντων, εάν αυτή έγινε αποδεκτή από το διευθυντή των εναγόμενων, αντί να δώσει ευθέως ξεκάθαρη απάντηση έκανε υπόθεση. «Για να με καλέσει να εκτελέσω τις εργασίες, λογικά έγινε αποδεκτή.» Αυτή ήταν η απάντησή του. Φυσικά, αυτά που είπε στη συνέχεια, καθιστούν τελείως ξεκάθαρο με ποιο τρόπο οι ενάγοντες ανέλαβαν από τους εναγόμενους τις επίδικες εργασίες. Όπως είπε ο μάρτυρας, «Στο συγκεκριμένο έργο όμως, αλλάξαμε είδος ξύλου, διάφορα πράγματα βάση της προσφοράς και σε κάθε κομμάτι της δουλειάς εγίνετουν συμφωνία». Η επόμενη ερώτηση που του υποβλήθηκε ήταν η εξής: «Άρα, τελικά λέτε ότι άλλα συμφωνήσατε αρχικά με τους εναγόμενους και άλλα κάνατε στην πορεία. Έτσι είναι;» Και η απάντησή του: «Σίγουρα άλλαξαν διάφορα πράγματα από την προσφορά.» Το σχόλιό μου είναι το εξής: στη βάση της μαρτυρίας του διευθυντή των εναγόντων είναι άγνωστο ποιες εργασίες ανέλαβαν να εκτελέσουν οι ενάγοντες καθώς και ποιες εν τέλει έχουν εκτελέσει. Αντεξεταζόμενος και πάλιν ο μάρτυρας, ερωτηθείς εάν τα τιμολόγια, τα εκδίδει όταν θα πληρωθεί, «Τότε, ναι.» απάντησε. Όταν ευθύς αμέσως, του υποβλήθηκε ότι και το τιμολόγιο (τεκμήριο 11), ο λόγος που φέρει ημερομηνία 3/3/2006 δεν είναι γιατί η εργασία που αναφέρεται σ' αυτό έγινε τότε, αλλά, γιατί το σύνταξε πολύ αργότερα απ' ό,τι έκανε αυτή την εργασία, απάντησε ως εξής: «Ανάφερα πριν ότι έκδιδα τιμολόγιο πάντοτε όταν είσπραττα το ποσό. Το συγκεκριμένο τιμολόγιο έχω μαζί μου και την απόδειξη και νομίζω έχει ίδια μέρα με το τιμολόγιο.» Όταν αργότερα, με αναφορά στο έγγραφο με τίτλο «ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΒΑΣΟΣ Θ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ» - τεκμήριο 3 - το οποίο κατάθεσε ο ίδιος στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, ρωτήθηκε εάν με αυτό περιγράφει τη συνολική εργασία που εκτέλεσε, απάντησε ως εξής: «Ναι, εκτός από τις κάσιες που αναγράφονται σε 1-2 τιμολόγια το 2005, 2006.» Ερωτηθείς ακολούθως, εάν έχει στην κατοχή του τα εν λόγω τιμολόγια ισχυρίστηκε ότι το ένα το κατάθεσαν, ενώ το άλλο (τεκμήριο 12), το είχε στην κατοχή του οπότε και το κατάθεσε την ίδια ώρα, όπως του είχε ζητηθεί από την κα Παπούτσα. Ερωτηθείς ακολούθως, εάν υπήρξαν και άλλες έξτρα εργασίες που δεν περιλαμβάνονται στο τεκμήριο 3, όπως είπε, υπήρχε μια πόρτα που ο διευθυντής των εναγόμενων δεν την αναγνώρισε διότι όπως λέει, δεν είναι αυτός που το διάταξε να την κάνει, είναι το way bill
  8. Χάρισε την πόρτα και δεν τη χρέωσε. Πρόκειται για το τεκμήριο 13 το συγκεκριμένο έγγραφο το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο, όπως είχε ζητήσει ο μάρτυρας. Ερωτηθείς εάν την εργασία που αναφέρεται σ' αυτό, του την είχε αναθέσει απευθείας η XXXXX Χαραλάμπους (δηλαδή, η ιδιοκτήτρια της κατοικίας στην οποία οι ενάγοντες ανέλαβαν να εκτελέσουν τις επίδικες ξυλουργικές εργασίες) ισχυρίστηκε πως δε θυμόταν ακριβώς. Όταν του υποδείχθηκε ότι αυτό γράφει στο τεκμήριο, «Πολύ πιθανόν» απάντησε. Ερωτηθείς ακολούθως, εάν γνωρίζει προσωπικά την ιδιοκτήτρια απάντησε ως εξής: «Την έχω δει μια φορά στη ζωή μου, 5 λεπτά.» «Πώς κάνατε συμφωνία μαζί της για μια πόρτα;» ήταν η επόμενη ερώτηση. Και η απάντησή του: «Με είχε διατάξει ο κ. Στυλιανού να κάνω την πόρτα, εκ των υστέρων, μου είπε ότι δε μου ανάθεσε να προχωρήσω, δηλαδή δεν έχω κάνει συμφωνία με την ιδιοκτήτρια, απλά με κάλεσε ένα Σάββατο για να δούμε κάτι για τη συγκεκριμένη πόρτα, κάτι δεν της άρεσε. Με κάλεσε ένα Σαββατοκύριακο, προφανώς να της έδωσε το τηλέφωνο ο κ. Στυλιανού.» «Τότε γιατί εκδώσατε δελτίο αποστολής, γράφοντας ότι έγινε ύστερα από συμφωνία με τον ιδιοκτήτη και δεν το συμπεριλάβατε στην εκτελεσθείσα εργασία;» ήταν η επόμενη ερώτηση. Και η απάντησή του: «Προφανώς, να έκανα και εγώ κάποιο λάθος σε αυτή την περίπτωση. Μπορεί ο κ. Στυλιανού το ποσό που είπε της ιδιοκτήτριας να ήταν ψηλό, μπορεί να έκανα και εγώ κάποιο λάθος και αυτός είναι και ο λόγος που δε ζήτησα τη συγκεκριμένη πόρτα να την πληρωθώ.» Το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: Δεδομένης της θέσης του μάρτυρα, ότι η επίδικη συμφωνία έγινε κατά ή περί τις αρχές του 2006, ως επίσης και πως όταν εξέδιδε ένα τιμολόγιο εισέπραττε το σχετικό ποσό, ο ίδιος και κατ' επέκταση οι ενάγοντες, πώς δικαιολογούν το γεγονός ότι εξέδωσαν το τιμολόγιο (τεκμήριο 12), για το ποσό των £1.020,33, στις 28/7/2005 το οποίο μάλιστα εισέπραξαν, αρκετούς μήνες προτού αναλάβουν τις επίδικες ξυλουργικές εργασίες; Ακολούθως, πώς μπορεί ο μάρτυρας να ισχυρίζεται ότι η προσφορά (τεκμήριο 2 και τεκμήριο 10 -) αποτελεί τη βάση σύναψης της επίδικης συμφωνίας, τη στιγμή που η προσφορά είναι ημερομηνίας 22/11/2005 και οι ενάγοντες, στις 28/7/2005 εξέδωσαν το τιμολόγιο (τεκμήριο 12) για το ποσό των £1.020,33, το οποίο, όπως είναι η θέση του διευθυντή τους εισέπραξαν από τους εναγόμενους την ίδια μέρα; Το πόσο εκτίθεται ο μάρτυρας και κατ' επέκταση οι ενάγοντες από το περιεχόμενο της - δικής τους - πραγματικής μαρτυρίας είναι ολοφάνερο. Αυτό ισχύει και για το περιεχόμενο του δελτίου αποστολής (τεκμήριο 13), το οποίο καταρρίπτει τη θέση του μάρτυρα - την οποία προέβαλε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης - ότι τις συμφωνίες, τις έκανε ο ίδιος ως αντιπρόσωπος των εναγόντων με το διευθυντή των εναγόμενων. Όσα δε είπε, όταν υπό το βάρος της αντεξέτασης συνειδητοποίησε πόσο εκτίθεται, ισχυριζόμενος ότι την ιδιοκτήτρια την έχει δει μια φορά στη ζωή του, 5 λεπτά, τη στιγμή που στο συγκεκριμένο έγγραφο γίνεται αναφορά από τον ίδιο σε μια πόρτα που έκανε ύστερα, με συμφωνία με ιδιοκτήτη, την οποία μάλιστα είχε χρεώσει με το ποσό των £650,00, αποκαλύπτουν και την ευκολία με την οποία προέβαλλε αντιφατικούς και στερούμενους λογικής και πειστικότητας ισχυρισμούς. Όπως αναφέρει ο μάρτυρας στη γραπτή του δήλωση, οι ενάγοντες, στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας εκτέλεσαν πλήρως τις συμφωνηθείσες εργασίες που αναφέρονται στην προσφορά σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης και επιστήμης, εντός του συμφωνηθέντος χρόνου και έτυχαν της έγκρισης των εναγόμενων. Η τελική παραλαβή του έργου, προστίθεται, πραγματοποιήθηκε κανονικά. Το πρώτο που παρατηρώ είναι το εξής: δεδομένου ότι οι εναγόμενοι ανέλαβαν το επίδικο έργο στο οποίο ανάθεσαν μέρος των εργασιών τους στους ενάγοντες με το συμφωνητικό έγγραφο (τεκμήριο 16), ημερομηνίας 14/10/2004 και με βάση αυτό, το έργο θα έπρεπε να συμπληρωθεί εντός 12 μηνών, δηλαδή, το αργότερο, στις 14/10/2005, διερωτώμαι ειλικρινά, πώς μπορεί ο μάρτυρας να ισχυρίζεται ότι η τελική παραλαβή του έργου πραγματοποιήθηκε κανονικά, τη στιγμή που αποτελεί θέση του καθώς και των εναγόντων, ότι η επίδικη συμφωνία τους με τους εναγόμενους έγινε κατά ή περί τις αρχές του 2006, δηλαδή, σε χρόνο που με βάση το συμφωνητικό έγγραφο (τεκμήριο 16), οι εναγόμενοι θα έπρεπε να είχαν ήδη συμπληρώσει τις εργασίες τους και να ολοκληρώσουν το έργο. Και όχι μόνο αυτό. Τη στιγμή που από το περιεχόμενο του δελτίου αποστολής (τεκμήριο 13) προκύπτει ότι οι ενάγοντες, στις 23/10/2009 παρέδιδαν μια πόρτα που είχαν κάνει κατόπιν συμφωνίας με την ιδιοκτήτρια και αφαιρούσαν κάτι (το οποίο δεν μπορώ να κατανοήσω επειδή τα γράμματα είναι δυσανάγνωστα), όπως αναφέρεται στο ίδιο έγγραφο «Γιατί δεν ήταν ομοιόμορφος ο τοίχος.» Για όλα τα άλλα που ισχυρίστηκε ο μάρτυρας - πέραν όσων έχει πει ο αρχιτέκτονας του έργου, XXXXX Κληρίδης (Μ.Υ.2) τα οποία και αποδέχομαι αφού αυτός, για λόγους που αναφέρονται σε άλλο σημείο κρίθηκε αξιόπιστος - προστίθενται και τα εξής: Μεταξύ των διαδίκων ανταλλάχτηκε η εξής αλληλογραφία: Οι ενάγοντες, με την επιστολή τους προς τους εναγόμενους, ημερομηνίας 14/10/2010 (τεκμήριο 8), μεταξύ άλλων, τους αναφέρουν ότι είχαν φέρει σε πέρας την εργασία που τους ανατέθηκε και παρέμεινε υπόλοιπο το ποσό των €11.995,00 το οποίο δεν τους έχει ακόμη καταβληθεί. Οι εναγόμενοι, με την απαντητική τους επιστολή (τεκμήριο 9), ενημερώνουν τους ενάγοντες ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν τόσο με τον υπεύθυνο πολιτικό μηχανικό του έργου όσο και με την ιδιοκτήτρια ορίστηκε συνάντηση όλων των ενδιαφερομένων πλευρών, περί το τέλος του Νοεμβρίου για ξεκαθάρισμα του τελικού ποσού εξόφλησης του έργου. Με την ίδια επιστολή παρακαλούν τους ενάγοντες πρώτο, να παρευρεθούν στην εν λόγω συνάντηση και δεύτερο, να αποστείλουν το συντομότερο δυνατό αναλυτικά το κόστος εργασίας ώστε να είναι κατανοητό από όλες τις πλευρές η δουλεία που έχουν ήδη επιτελέσει στο έργο, ως επίσης και το σύνολο των ποσών που έχουν εισπράξει εκ μέρους τους κατά διαστήματα, με τρόπο ώστε να είναι ξεκάθαρο το ποσό της τελικής οικονομικής οφειλής που ισχυρίζονται ότι τους οφείλουν. Οι ενάγοντες, με την επιστολή τους προς τους εναγόμενους, ημερομηνίας 18/1/2011 (τεκμήριο 14), με αναφορά στην επιστολή των εναγόμενων (τεκμήριο 9), τους παρακαλούν να οργανώσουν πολύ σύντομα τη συνάντηση που αναφέρουν στη δική τους επιστολή με σκοπό τη λύση των διαφορών που έχουν. Στην ίδια επιστολή, καταληκτικά αναφέρονται τα εξής: «Ευελπιστούμε στην συνέπεια σας και τη σωστή συνεργασία για να επιλυθούν οι διαφορές που έχουμε.» Χωρίς να χρειάζεται ακόμη να υπεισέλθω στη μαρτυρία του XXXXX Κληρίδη (Μ.Υ.2), από το περιεχόμενο της παραπάνω αλληλογραφίας που ανταλλάχτηκε μεταξύ των διαδίκων, μέσω των διευθυντών τους είναι φανερό, ότι, τουλάχιστον μέχρι και τις 18/1/2011 που είναι η ημερομηνία της επιστολής (τεκμήριο 14), μεταξύ των διαδίκων υπήρχαν διαφορές αναφορικά με τις επίδικες ξυλουργικές εργασίες των εναγόντων και προγραμματιζόταν συνάντηση μεταξύ όλων των εμπλεκομένων μερών, για επίλυσή τους. Πάντοτε αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, ερωτηθείς εάν έχει κάτι που να δείχνει ότι οι ενάγοντες εκτέλεσαν πλήρως τις συμφωνηθείσες εργασίες και η τελική παραλαβή του έργου πραγματοποιήθηκε κανονικά, απαντώντας, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής: «Γνωρίζω ότι έγινε προσωρινή παραλαβή από το έργο, λάβαμε κάποια προφορικά και μετά γραπτά, κάποιες παρατηρήσεις τις οποίες μας καλούσαν να τις διορθώσουμε, όπως το πράξαμε» «Άρα δεν είστε σίγουρος αν έγινε τελική παραλαβή.» ρωτήθηκε στη συνέχεια. Και η απάντησή του: «Ούτε προσωρινή είμαι σίγουρος.» Όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση γνωρίζει πώς, ό,τι ανατέθηκε στον ίδιο να διορθώσει, το διόρθωσε. Απ' εκεί και πέρα, δε γνωρίζει αν έκαναν τελική παραλαβή και πότε έκαναν. Από τα παραπάνω καθίσταται τελείως ξεκάθαρο, πόσο «βάσιμοι» είναι οι ισχυρισμοί του μάρτυρα, πρώτο, ότι οι ενάγοντες εκτέλεσαν πλήρως τις ξυλουργικές εργασίες που αναφέρονται στην προσφορά σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης και επιστήμης, οι οποίες έτυχαν της έγκρισης των εναγόμενων και δεύτερο, ότι η τελική παραλαβή του έργου έγινε κανονικά. Ειδικά ο ισχυρισμός του πως δε γνωρίζει αν έγινε, όχι η τελική παραλαβή του έργου, αλλά, ακόμη και η προσωρινή εκθεμελιώνει πλήρως την υποβολή του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόντων στο διευθυντή των εναγόμενων ότι το σπίτι τέλειωσε πλήρως και έγινε η τελική παραλαβή. Το πόσο επικίνδυνο - συν τοις άλλοις - είναι να βασιστώ στη μαρτυρία του διευθυντή των εναγόντων και να θεωρήσω αποδεδειγμένο το ποσό της επίδικης αξίωσής τους εναντίον των εναγόμενων καταφαίνεται από τα εξής: Ο μάρτυρας, ερωτηθείς από την κα Παπούτσα, εάν το ποσό των €11.995,00 που αναφέρεται στην επιστολή των εναγόντων (τεκμήριο 8) υπό μορφή υπολοίπου, είναι όντως το ποσό που τους οφείλουν οι εναγόμενοι, απάντησε ως εξής: «Για το λόγο ότι άλλαξε από λίρες σε ευρώ και άλλαξε και 2,3 φορές το Φ.Π.Α. από 15 σε 17 και μετά 18, ένα από τα δυο έγγραφα έχουμε κάποιο μικρό λάθος νομίζω». «Σε ποιο έγγραφο αναφέρεστε;» ήταν η επόμενη ερώτηση. «Δε θυμούμαι, η κατάσταση εργασίας είναι σωστή. Κάτι είναι λάθος με το Φ.Π.Α, μπορεί και 3% Φ.Π.Α. περισσότερο από 15 βάλαμε 18%, κάτι έτσι.» απάντησε. Το υπόλοιπο μέρος της αντεξέτασής του για το ίδιο θέμα ακολουθεί επίσης αυτούσιο: Ε. «Πότε υποβάλετε το τεκμήριο 3 και μετά αποστείλατε την επιστολή (τεκμήριο 8;)» Α. «Έχουν ημερομηνία πάνω.» Ε. «Το τεκμήριο 3 δεν έχει ημερομηνία πάνω, να σας το δώσω αν θέλετε.» Α. «Λογικά ήταν η κατάσταση εργασίας και μετά το δεύτερο. Πρώτα είναι το τεκμήριο 3 και μετά το τεκμήριο 8.» Ε. «Και μας είπατε ότι ο λόγος που διαφέρουν τα ποσά είναι η διαφορά στο Φ.Π.Α.;» Α. «Μάλιστα.» Ε. «Δηλαδή το Φ.Π.Α που το χρεώνατε, δεν το χρεώνατε αντίστοιχα τις ημερομηνίες που προσφέρατε την υπηρεσία που κάνετε τις εργασίες;» Α. «Λέω ότι έκανα λάθος, πρέπει να έγινε κάποιο λάθος. Μπορεί να μετέτρεψα τη λίρα σε ευρώ και να πρόσθεσα 18 αντί
  9. Το ποσό είναι μικρή διαφορά.» Ε. «Στην πραγματικότητα υπάρχει μια μικρή διαφορά του ποσού που λέτε ότι οφείλετε από την εναγόμενη;» Α. «Να το πω ακόμα μια φορά. Η κατάσταση εργασίας μου είναι σωστή.» Ε. «Όταν εκτελέσατε τις εργασίες, το Φ.Π.Α δεν ήταν 15%;» Α. «Δε θυμάμαι» Ε. «Εγώ σας υποβάλλω ότι το ποσό το οποίο φαίνεται στο τεκμήριο 3 στην εκτελεσθείσα εργασία έχει υπολογιστεί λάθος από εσάς και δεν είναι το ποσό που οφείλεται από την εναγόμενη.» Α. «Διαφωνώ.» Κι όμως, από τις παραπάνω απαντήσεις του, με τις οποίες, κάθε άλλο παρά τεκμηριώνεται το ποσό της επίδικης αξίωσής των εναγόντων, εάν εννοούσε αυτά που έλεγε και δεν αυτοσχεδίαζε, απλώς και μόνο για να δώσει μια απάντηση προκειμένου να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, τουλάχιστον την τελευταία υποβολή που του έγινε, δεν έπρεπε να την αρνηθεί. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να τεκμηριώσω την κρίση μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Υπεισέρχομαι τώρα και στη μαρτυρία του διευθυντή των εναγόμενων, Βάσου Στυλιανού (Μ.Υ.1). Ειδικότερα: Στη γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 15), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης αναφέρει ότι κατά την εξέλιξη των επίδικων εργασιών, ο επιβλέπων αρχιτέκτονας του έργου άρχισε να αναθέτει στους ενάγοντες και άλλες επιπλέον εργασίες, οι οποίες δεν είχαν περιληφθεί στην προσφορά. Πρόκειται για το XXXXX Κληρίδη (Μ.Υ.2) ο επιβλέπων αρχιτέκτονας, ο οποίος το διαψεύδει, αφού, όπως είπε, ο ίδιος, ουδέποτε ανάθεσε επιπλέον εργασίες στους ενάγοντες. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, κληθείς να διευκρινίσει γιατί ενώ οι εναγόμενοι στην υπεράσπισή τους αναφέρουν ότι η επίδικη συμφωνία προέβλεπε το ποσό των £5.500,00, ο ίδιος ισχυρίστηκε πως ήταν για το ποσό των £4.300,00, απαντώντας ανάφερε τα εξής: η αρχική συμφωνία ήταν £4.300,00 και υπολογίζει ότι του έκανε έξτρα εργασίες, τις οποίες είπε στο διευθυντή των εναγόμενων να τις κάνει. Ένα παράδειγμα του τι εννοεί όταν λέει έξτρα εργασίες είναι το εξής: να του πλανιάρει τις μορίνες της οροφής, ορισμένες γυψοσανίδες που τον προμήθευσε, ανώφλια, ο ίδιος υπολόγισε ότι το ποσό θα αυξηθεί σε £5.500,00 και έκανε και κάτι πράξεις, αλλά δε θυμάται πόσες, πώς έκανε τις πράξεις. Τα παραπάνω που είπε ο μάρτυρας, προφανώς δε συνάδουν με τη δικογραφημένη θέση των εναγόμενων ότι η συμφωνία που έγινε μεταξύ των διαδίκων προέβλεπε το ποσό των £5.500,00, την οποία (θέση) ερμηνεύω ως εξής: μεταξύ των διαδίκων υπήρξε μία μόνο συμφωνία, για ποσό των £5.500,
  10. Αντεξεταζόμενος και πάλι ο μάρτυρας, ερωτηθείς κατά πόσο συγκεκριμένες εργασίες ανατέθηκαν στους ενάγοντες από τον ίδιο και όχι από τον ιδιοκτήτη ισχυρίστηκε ότι ανατέθηκαν από τον αρχιτέκτονα και τον ιδιοκτήτη. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί ο πρώτος τον έχει διαψεύσει ενώ η δεύτερη, δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία. Ο ισχυρισμός του - πάντοτε στο στάδιο της αντεξέτασης - ότι η προσφορά επί της οποίας, βασικά συνάφθηκε η επίδικη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων είναι η αρχική προσφορά, αλλά δυστυχώς χάθηκε κατά τις διαπραγματεύσεις που κάνανε στο γραφείο, με όλο το σεβασμό, δεν είναι πειστική. Δεδομένου ότι οι εναγόμενοι, κανένα άλλο έγγραφο έχουν παρουσιάσει που να διαλαμβάνει οτιδήποτε αφορά την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας και η προσφορά των εναγόντων - η οποία, όπως αναφέρει ο μάρτυρας στη γραπτή του δήλωση, του παραδόθηκε από το διευθυντή των εναγόντων - χάθηκε κατά τις διαπραγματεύσεις και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: χωρίς προσφορά κατά τις διαπραγματεύσεις, πώς συνάφθηκε η επίδικη συμφωνία; Μολονότι θα μπορούσα να συνεχίσω θεωρώ πως δε χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να τεκμηριώσω την κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία και αυτού ως μάρτυρα. Υπεισέρχομαι τώρα και στη μαρτυρία του XXXXX Κληρίδη (Μ.Υ.2), επί της οποίας εδράζονται και τα πλείστα συμπεράσματά μου αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης. Στη συνέχεια θα αναφέρω το ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας του το οποίο αποδέχομαι μαζί βέβαια με το αναγκαίο σκεπτικό. Ειδικότερα: Ο μάρτυρας, για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (τεκμήριο 23), στην οποία, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Κατά το 2004 ανέλαβε ως αρχιτέκτονας το σχεδιασμό και την επίβλεψη του έργου συντήρησης και αποκατάστασης μιας διατηρητέας οικοδομής, ιδιοκτησίας της XXXXX Χαραλάμπους στην Πόλη Χρυσοχούς. Μετά την εξασφάλιση των απαιτούμενων αδειών ζητήθηκαν από αδειούχους εργολάβους προσφορές για λογαριασμό της κας Χαραλάμπους και αποφασίστηκε όπως αναλάβουν την εργολαβία του έργου οι εναγόμενοι. Έτσι συνάφθηκε σχετικό συμβόλαιο εργολαβίας κατά τις 14/10/2004 σύμφωνα με το οποίο, το έργο θα άρχιζε στις 14/10/2004 και θα ολοκληρωνόταν στις 14/10/
  11. Οι υπεργολάβοι θα επιλέγονταν από τον κ. XXXXX Στυλιανού (Μ.Υ.1). Όλοι οι παραπάνω ισχυρισμοί του μάρτυρα γίνονται αποδεκτοί. Μερικοί από αυτούς απορρέουν από το περιεχόμενο του εγγράφου με τίτλο «Έντυπο Κυρίως Συμβολαίου για Οικοδομικά Έργα (Με Ποσότητες)» (τεκμήριο 16) που αποτελεί το συμβόλαιο εργολαβίας στο οποίο αναφέρεται ο μάρτυρας, ενώ, στο σύνολό τους είτε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών είτε παρέμειναν αναντίλεκτοι. Ακολούθως, ο μάρτυρας, στη γραπτή του δήλωση αναφέρει τα εξής: Κατά τη διάρκεια του έργου προέκυψαν διάφορες καθυστερήσεις εξαιτίας της εμπλοκής του Τμήματος Αρχαιοτήτων, αλλά και διάφορων επιπλέον εργασιών που προέκυπταν κατά την εξέλιξη του έργου. Το πρώτο που αναφέρει παρέμεινε αναντίλεκτο, ενώ το δεύτερο, κατά τη δίκη, ουσιαστικά έγινε αποδεκτό από τους διευθυντές των διαδίκων. Συνεχίζοντας ο μάρτυρας αναφέρει τα εξής: Επίσης παρατηρήθηκαν κάποιες κακοτεχνίες στα ξυλουργικά, οι οποίες έπρεπε να διορθωθούν. Προς τούτο κάλεσε τόσο το διευθυντή των εναγόμενων όσο και το διευθυντή των εναγόντων που ήταν ο υπεργολάβος του στα ξυλουργικά, όμως, οι κακοτεχνίες ουδέποτε διορθώθηκαν με αποτέλεσμα κατά την προσωρινή παραλαβή του έργου να γίνει κράτηση του ποσού των £2.000,00, εξαιτίας των κακοτεχνιών στα ξυλουργικά. Η προσωρινή παραλαβή του έργου έγινε στις 10/5/
  12. Όλοι οι παραπάνω ισχυρισμοί του μάρτυρα γίνονται αποδεκτοί, καταρχήν, επειδή επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο της γραπτής μαρτυρίας. Ακολούθως, επειδή ουσιαστικά απολήγουν σε βάρος και των εναγόμενων - για τους οποίους ο μάρτυρας έδωσε μαρτυρία - υπό την εξής έννοια: υπόλογος έναντι της ιδιοκτήτριας, για τις όποιες κακοτεχνίες των εναγόντων είναι οι εναγόμενοι με τους οποίους συμβλήθηκε η ιδιοκτήτρια και όχι οι ενάγοντες, οι οποίοι ανέλαβαν τις επίδικες ξυλουργικές εργασίες, ως υπεργολάβοι των εναγόμενων, οπότε, το ποσό των £2.000,00 που κρατήθηκε με απόφαση του μάρτυρα κατά την προσωρινή παραλαβή του έργου, λόγω κακοτεχνιών στα ξυλουργικά, ουσιαστικά είναι στους εναγόμενους που δε δόθηκε και όχι στους ενάγοντες που ήταν υπεργολάβοι τους. Απ' εκεί και πέρα, οι ενάγοντες, οι οποίοι δικογραφικά αρνούνται ότι υπήρξαν κακοτεχνίες στις επίδικες εργασίες τους, με μόνο λόγο αυτό, αυστηρά ομιλούντες δε δικαιούνται να ισχυρίζονται ότι τις έχουν επιδιορθώσει. Το τι προκύπτει από τη γραπτή μαρτυρία συναφώς με τους παραπάνω ισχυρισμούς του μάρτυρα είναι τα εξής: Ο μάρτυρας, με την επιστολή του προς το διευθυντή των εναγόμενων, ημερομηνίας 16/10/2006 (τεκμήριο 17), με θέμα: «Καθυστέρηση στη συμπλήρωση των εργασιών που αφορούν τα ξυλουργικά και υδραυλικά σε Διατηρητέα Οικοδομή στην Πόλη Χρυσοχούς..» του εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι οι δυο υπεργολάβοι του, των ξυλουργικών και υδραυλικών, αδικαιολόγητα καθυστερούν την ολοκλήρωση των εργασιών τους. Ακολούθως, του υπενθυμίζει ότι και οι δυο υπεργολάβοι είναι δικοί του και ότι σύμφωνα με το συμβόλαιο, ο ίδιος φέρει την απόλυτη ευθύνη για την έγκαιρη εκτέλεση των εργασιών τους, ως επίσης και ότι το ίδιο ισχύει και για την επιδιόρθωση των δικών τους κακοτεχνιών. Συνεχίζοντας ο μάρτυρας αναφέρει ότι εντόπισε αριθμό κακοτεχνιών στα ξυλουργικά και έδωσε το σχετικό κατάλογο στον υπεργολάβο. Ο συγκεκριμένος κατάλογος είναι ημερομηνίας 18/9/2006 και επισυνάπτεται στην ίδια επιστολή. Σ' αυτό περικλείονται υπό μορφή παρατηρήσεων οι κακοτεχνίες που εντόπισε ο μάρτυρας, τις οποίες, όπως είπε αντεξεταζόμενος κατέγραψε επί τόπου. Στο ίδιο στάδιο, ο μάρτυρας απάντησε σε διάφορες ερωτήσεις του κ. Βασιλειάδη συναφώς με τις παρατηρήσεις που καταγράφει στο έγγραφο και όπως είπε απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ο εργολάβος είχε 2 βδομάδες να διορθώσει τις κακοτεχνίες τους, δηλαδή, των υπεργολάβων του και δεν έγιναν. Αντεξεταζόμενος πάντοτε ο μάρτυρας, επεξήγησε άλλες 6 παρατηρήσεις που κατέγραψε σε ανάλογο έγγραφο που ετοίμασε. Πρόκειται για το τεκμήριο 18 αυτό, ημερομηνίας 27/1/2007, με τη χειρόγραφη σημείωση πάνω από τον τίτλο «παρατηρήσεις προσωρινής παραλαβής οικοδομής XXXXX Χαραλάμπους». Όπως είπε ο μάρτυρας, στις 27/1/2007 πήγε επί τόπου, έκαμε επιθεώρηση και το έγγραφο με τις παρατηρήσεις του. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι οι παρατηρήσεις του στα δύο έγγραφα (τεκμήριο 17 - μέρος - και τεκμήριο 18) αφορούν σε διαφορετικές κακοτεχνίες. Για να συνεχίσω, ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι η προσωρινή παραλαβή του έργου έγινε στις 10/5/2007, ως επίσης και ότι οι κακοτεχνίες στα ξυλουργικά ουδέποτε επιδιορθώθηκαν με αποτέλεσμα κατά την προσωρινή παραλαβή του έργου να γίνει κράτηση του ποσού των £2.000,00 επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο του σχετικού πιστοποιητικού πληρωμής (προσωρινής παραλαβής), ημερομηνίας 10/5/2007 (τεκμήριο 19), το οποίο εξέδωσε ο ίδιος, υπό την ιδιότητά του ως επιβλέποντα αρχιτέκτονα. Επί του ισχυρισμού του μάρτυρα ότι δεν έγινε ακόμη τελική παραλαβή του έργου, τον οποίο επίσης αποδέχομαι μόνο δυο πράγματα θέλω να πω: ο μάρτυρας κρίθηκε αξιόπιστος και ως καθ' ύλη αρμόδιος και για την επίβλεψη του επίδικου έργου, εάν είχε γίνει η τελική παραλαβή του, δεν μπορεί να μην το γνώριζε. Ακολούθως, η περί αντιθέτου θέση των εναγόντων, δεδομένης της κρίσης μου επί της αξιοπιστίας του διευθυντή τους ως μάρτυρα, ουσιαστικά παρέμεινε έωλη. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Συγκεφαλαιώνοντας, δεδομένου ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν με θετική και αξιόπιστη μαρτυρία, σχεδόν το σύνολο των ουσιωδών γεγονότων που συνθέτουν τη βάση της αγωγής τους και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά τους εναντίον των εναγόμενων, η επίδικη αξίωσή τους και κατ' επέκταση αγωγή τους είναι έκθετη σε απόρριψη. Το μόνο δικογραφημένο γεγονός που έχουν αποδείξει με θετική και αξιόπιστη μαρτυρία είναι ότι για τις επίδικες εργασίες που τους είχαν αναθέσει οι εναγόμενοι στο πλαίσιο της μεταξύ τους συμφωνίας εισέπραξαν από αυτούς διάφορά ποσά. Ωστόσο, αυτό δεν αρκεί για σκοπούς στοιχειοθέτησης της αξίωσής τους για το ποσό που διεκδικούν από τους εναγόμενους, ως το κατ' ισχυρισμό τους υπόλοιπο της αμοιβής τους για τις εν λόγω εργασίες. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων και σε βάρος των εναγόντων. (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Final (Αναφορά: Πολιτική - σύμβαση υπεργολαβίας, για υπόλοιπο αμοιβής για εκτελεσθείσες εργασίες). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.