← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. ANTONESCOS CYPRUS SHELTERED HOUSING LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 567/16, 5/6/2018

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. ANTONESCOS CYPRUS SHELTERED HOUSING LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 567/16, 5/6/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2018:A153 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 567/16 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Ενάγουσας και ANTONESCOS CYPRUS SHELTERED HOUSING LTD (H.E. 176779), Αποστόλου Παύλου 76, 8046 Πάφος ή Αλκιβιάδη 3, 8011 Πάφος ANTONESCOS ESTATES LTD (Η.Ε. 121056), Αποστόλου Παύλου 76, 8046 Πάφος ή Λεωφ. Χλώρακας 111, Antonescos Plaza, Κατ. 8, 8220 Πάφος XXXXX Αντωνίου (Δ.Τ. XXXXX9073), XXXXX XXXXX 26, Χλώρακα, XXXXX Πάφος XXXXX Αντωνίου (Δ.Τ. XXXXX9074) XXXXX 5, XXXXX Court, Διαμ. XXXXX, XXXXX Πάφος XXXXX Αντωνίου (Δ.Τ. XXXXX8215), XXXXX XXXXX 26, XXXXX XXXXX Πάφος XXXXX Σάββα Κουννή (Δ.Τ. XXXXX8880), XXXXX XXXXX 26, XXXXX, XXXXX Πάφος Εναγομένων ---------------------------- Αίτηση ημερ. 30.11.2017 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ---------------------------- Ημερομηνία: 5.6.2018 Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Μ. Σωφρονίου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ (για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Κ. Κακογιάννης) Για την Εναγόμενη 6-Καθ΄ ης η αίτηση: κα Μ. Τσαντικίδου για Ανδρέας Χρ. Δημητριάδης ΔΕΠΕ (για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Κ. Χ"Λαμπρής) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή η Ενάγουσα Τράπεζα αξιώνει εναντίον όλων των Εναγομένων ποσά CHF959.105,01 και €67.658,51, πλέον τόκους. Επιζητεί επίσης πώληση των ενυπόθηκων κτημάτων. Η απαίτηση πηγάζει από σύμβαση δανείου ημερ. 8.6.2012, ύψους €635.000, το οποίο παραχωρήθηκε προς την Εναγόμενη 1 με την εγγύηση των υπόλοιπων Εναγομένων. Λόγω ισχυριζόμενης παράβασης των όρων της σύμβασης τερματίστηκε από την Ενάγουσα και καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Προς περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του οφειλέτη, η Εναγόμενη 2 υποθήκευσε προς όφελος της Τράπεζας, δυνάμει σύμβασης υποθηκών με αρ. Υ1343/12 και 68/14 τα ακίνητα της με αρ. εγγραφής 0/6761 στη Χλώρακα, υποθηκευμένο το 1905/10000 και το ίδιο ακίνητο, υποθηκευμένο το 445/10000. Το μέγιστο ποσό δια το οποίο δεσμεύεται το υποθηκευμένο κτήμα είναι το τελικό υπόλοιπο, το οποίο κατά την ημέρα εκποίησης των υποθηκών θα ήταν απλήρωτο σε σχέση με τις υποχρεώσεις προς εξασφάλιση των οποίων συνεστήθηκαν οι υποθήκες, μέχρι συνολικού ποσού το οποίο να μην υπερβαίνει τις €612.000 και €212.000, πλέον τόκοι και έξοδα. Ως περαιτέρω εξασφάλιση συνεστήθη συμφωνία ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης και συμφωνία εκχώρησης δικαιωμάτων τεσσάρων αγοραπωλητηρίων συμβολαίων ημερ. 31.7.2008 από τον αγοραστή-Εναγόμενη 1, η οποία αγόρασε από την Εναγόμενη 2 τα ακόλουθα ακίνητα: μια μεζονέτα δύο υπνοδωματίων, αρ. Α104, μια μεζονέτα δύο υπνοδωματίων αρ. Β109, διαμέρισμα τριών υπνοδωματίων αρ. C101, διαμέρισμα τριών υπνοδωματίων αρ. C102, όλα στο έργο XXXXX Gardens. Οι Εναγόμενοι κατεχώρησαν Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση, καταχωρήθη Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση και εκδόθηκαν οι σχετικές κλήσεις για οδηγίες. Κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου οι συνήγοροι των διαδίκων προέβησαν σε ένορκη αποκάλυψη εγγράφων και καταχώρισαν ονομαστικό κατάλογο μαρτύρων και σύνοψη της μαρτυρίας και με αίτημα των συνηγόρων η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση. Στις 30.11.2017 καταχωρήθηκε η δια κλήσεως κρινόμενη αίτηση με την οποία επιζητείται έκδοση τεσσάρων διαταγμάτων με τα οποία «να απαγορεύουν και/ή εμποδίζουν την Εναγόμενη 6-Καθ΄ ης η αίτηση να πωλήσει ή να υποθηκεύσει ή και αποξενώσει ή και επιβαρύνει ή και διαθέσει ή και μεταβιβάσει ή και εγγράψει όλο το εγκεκριμένο μερίδιο της και/ή συμφέρον επί του ακινήτου» αρ. εγγραφής 0/ XXXXX, τοποθεσία «Χάφτες» (αιτητικό 1Α), αρ. 0/ XXXXX, τοποθεσία «Λουλούτα» (αιτητικό 1Β), αρ. εγγραφής 0/ XXXXX, τοποθεσία «Σελλήνα» (αιτητικό 1Γ), αρ. εγγραφής 0/ XXXXX, τοποθεσία «Σελλήνα» (αιτητικό 1Δ), μέχρι νεωτέρας διαταγής Δικαστηρίου. Επιζητείται επίσης δέσμευση και απαγόρευση αποξένωσης και διάθεσης της κινητής της περιουσίας οπουδήποτε και αν αυτή βρίσκεται, μέχρι των ποσών της απαίτησης της Ενάγουσας όπως αυτή περιγράφεται στην παράγραφο 19(α)(β) και (Γ) της Έκθεσης Απαίτησης. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του XXXXX Άδωνη ο οποίος εργάζεται ως λειτουργός στην υπηρεσία της Ενάγουσας, το περιεχόμενο της οποίας σχολιάζεται κατωτέρω. Η Εναγόμενη 6 με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης εγείρει είκοσι

(20)λόγους στη βάση των οποίων ζητεί απόρριψη της αίτησης. Κύριοι λόγοι προβάλλουν τη μη ύπαρξη των προϋποθέσεων για έκδοση των διαταγμάτων, την πρόκληση αδικίας εις βάρος της από την έκδοση των διαταγμάτων, την ύπαρξη καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτησης, ύπαρξη αλλότριων σκοπών και κινήτρων με σκοπό να εξαναγκαστούν οι Εναγόμενοι να συμβιβαστούν. Λόγοι όπως: ότι ζητείται με την αίτηση η ίδια θεραπεία με την αγωγή δεν ευσταθούν αφού με την αγωγή αξιώνεται καταβολή οφειλόμενου χρέους ενώ με την αίτηση επιζητείται δέσμευση ακίνητης και κινητής περιουσίας. Ούτε έχει έρεισμα ο λόγος που προβάλλει ότι με την ένορκη δήλωση δεν επαναλαμβάνεται το αιτητικό της αίτησης, αφού αυτό δεν είναι αναγκαίο. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 6-Καθ΄ ης η αίτηση η οποία αφού επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης, υποστηρίζει ότι: Οι Εναγόμενοι έχουν καταχωρίσει Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση με την οποίαν εγείρουν διάφορα θέματα καθώς και προδικαστική ένσταση διότι η Ενάγουσα δεν εγείρει τέτοια γεγονότα που να δημιουργούν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγομένων και ότι η αγωγή είναι πρόωρη. Ισχυρίζονται επίσης ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες διότι ήταν το αποτέλεσμα αμέλειας και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή αθέμιτης επιρροής εκ μέρους της Τράπεζας Ισχυρίζονται επίσης ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται τα αξιούμενα ποσά γιατί σε αυτά υπάρχουν τόκοι και/ή χρεώσεις που συνιστούν ποινική ρήτρα και ο μηχανισμός που ακολουθήθηκε για μετατροπή του ισχυριζόμενου οφειλόμενου ποσού από ελβετικά φράγκα σε ευρώ ήταν καταχρηστικός και λανθασμένος. Ιδιαίτερη μνεία και αναφορά στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων καθώς και στις αγορεύσεις των συνηγόρων θα γίνεται κατά την εξέταση μιας έκαστης των προϋποθέσεων έκδοσης των επιδιωκόμενων διαταγμάτων. Νομική Πτυχή: Νομικό έρεισμα της αίτησης αποτελεί κυρίως το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Επίκληση και χρήση του άρθρου 5 γίνεται μόνον όταν το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα αφορά χρέος ή αποζημιώσεις αφού επιζητείται ουσιαστικά η απαγόρευση πώλησης ή μεταβίβασης ακίνητης περιουσίας του Εναγόμενου για σκοπούς εξασφάλισης του εκ δικαστικής απόφασης χρέους. Με αυτό τίθενται δύο προϋποθέσεις. Η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής και η παρεμπόδιση του Ενάγοντα στην ικανοποίηση της απόφασης του σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Το στοιχείο θεμελίωσης συζητήσιμης υπόθεσης είναι το ίδιο τόσο στην περίπτωση του άρθρου 5 όσο και εκείνη του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 (δέστε Τσολάκκη v. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782 και Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Β Α.Α.Δ. 598). Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 συμπίπτουν με την πρώτη του άρθρου 5. Για τούτο εξετάζονται μαζί. Η κλασσική υπόθεση Οδυσσέως v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 557, έχει προδιαγράψει τα κριτήρια που θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν εξεταστεί και το ισοζύγιο της ευχέρειας με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Τα τρία κριτήρια ως γνωστό είναι (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, (β) να διαφαίνεται ότι υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να επιτύχει στην αγωγή, και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τα κατ' αντιπαράθεση ισχυριζόμενα γεγονότα και θέσεις των διαδίκων, χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως είναι και η παρούσα, δεν εξετάζεται σε βάθος η προσφερόμενη μαρτυρία, ούτε και γίνεται οποιαδήποτε τελεσίδικη αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ή ευρήματα επί γεγονότων, παρά μόνο για να διαπιστωθεί η ύπαρξη της αναγκαίας εκείνης νομικής και πραγματικής βάσης που ικανοποιούν ή όχι τα κριτήρια του άρθρου 32 (Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263 και Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 269-270). Το πρώτο κριτήριο ικανοποιείται με την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα, ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Έτσι, το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης, όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δε δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης, αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία στις περιστάσεις της υπόθεσης. Αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση της ζημιάς δεν αποτελεί κατ' ανάγκη έρεισμα για την έκδοση του διατάγματος (Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 152, Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1121). Ένας από τους λόγους ένστασης που αναπτύσσεται και στην αγόρευση του συνηγόρου της Καθ΄ ης η αίτηση είναι πως: «η αίτηση καταχρηστικά απευθύνεται έναντι όλων των Καθ΄ ων η αίτηση ενώ ουσιαστικά η Αιτήτρια επιζητά προσωρινό διάταγμα έναντι μόνο της Καθ΄ ης η αίτηση αρ.
  1. Επομένως η Αίτηση εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση αρ. 1-5 πρέπει να απορριφθεί χωρίς να χρειάζεται να ασχοληθεί το Σεβαστό Δικαστήριο με την ουσία της Αίτησης, με τα έξοδα υπέρ των Εναγομένων/Καθ΄ ων η αίτηση αρ. 1-5.» Όμως: Εξ΄ όσων διαπιστώνεται από το ίδιο το λεκτικό και περιεχόμενο της αίτησης, αυτή απευθύνεται μόνο προς την Εναγόμενη 6-Καθ΄ ης η αίτηση, την περιουσία της οποίας επιθυμεί να δεσμεύσει. Συνεπώς ο λόγος αυτός στερείται βασιμότητας. Βάση της παρούσας αγωγής αποτελούν δύο συμφωνίες δανείου μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης 1, αμφότερες ημερομηνίας 8.6.
  2. Με την πρώτη παραχωρήθηκε δάνειο προς την Εναγόμενη 1 εταιρεία ποσού ισόποσού των €635.000 σε ένα από τα νομίσματα CHF, GBP, USD, EUR. Με τη δεύτερη παραχωρήθηκε επίσης προς την Εναγόμενη 1 εταιρεία δάνειο ύψους €50.000 (Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα). Οι Εναγόμενοι 2-6 υπέγραψαν με την Ενάγουσα συμφωνίες εγγυήσεως. Έχοντας υπόψη πως η πρώτη προϋπόθεση συνάγεται από τη δύναμη των δικογράφων, προκύπτει ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση, η οποία πληροί τόσο την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 όσο και εκείνη του άρθρου 5 του Κεφ.
  3. Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση συζητούνται τα ακόλουθα: Τα Τεκμήρια 2 και 3 τα οποία είναι επισυνημμένα στην ένορκη δήλωση του Σ. Άδωνη, καταδεικνύουν τη σύναψη των συμφωνιών δανείων με την Εναγόμενη 1/πρωτοφειλέτιδα. Οι συμβάσεις εγγυήσεως της Εναγόμενης 2 και των Εναγομένων 3-6 επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 4 και 6 αντίστοιχα. Προσφέρονται επίσης ως τεκμήρια οι επιστολές τερματισμού (Τεκμήριο 13) και οι καταστάσεις λογαριασμών (Τεκμήρια 14 και 15). (Αυτούς τους αριθμούς έχουν τα τεκμήρια και όχι 33, 34 και 35 όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση Σ. Άδωνη και στην αγόρευση.) Οι Εναγόμενοι δεν αμφισβητούν τη σύναψη των συμφωνιών και την παραχώρηση των δανείων. Προτάσσουν λόγους ακυρώσιμου των συμφωνιών διότι η Τράπεζα ως επενδυτικός/συμβουλευτικός οργανισμός έπεισε τους Εναγόμενους να υπογράψουν και/ή ότι οι συμφωνίες για το λόγο τούτο δεν έγιναν με την ελεύθερη βούληση και συναίνεση τους και είναι προϊόν αμέλειας. Παραπονούνται για χρεώσεις και επιβολή επιτοκίου παράνομα και που αντιβαίνουν τη νομοθεσία. Προβάλλουν επίσης το επιχείρημα ότι η Τράπεζα δεν δικαιούται το ποσό το οποίο περιλαμβάνει στην αξίωση της γιατί αυτό αναφέρεται σε ξένο νόμισμα. Ο συνήγορος της Εναγόμενης 6-Καθ΄ ης η αίτηση επιχειρηματολόγησε με παραπομπή σε νομολογία πως η παράβαση σχέσης εμπιστοσύνης ισοδυναμεί με απάτη και ότι η Τράπεζα επέδειξε επαγγελματική αμέλεια, στοιχεία που οδηγούν σε ακύρωση των συμφωνιών. Όμως: Το στάδιο τούτο δεν είναι το κατάλληλο για εξέταση τυχόν υπερχρεώσεων ή καταχρηστικών ρητρών όπως εισηγείται ο Εναγόμενος
  4. Ούτε και εξέταση του ζητήματος ύπαρξης επαγγελματικής αμέλειας και παράβασης σχέσης εμπιστοσύνης. Αυτό αποτελεί αντικείμενο εξέτασης κατά την τελική ακροαματική διαδικασία. Είναι νομολογημένο πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Όπως λέχθηκε στην Τ. A. Micrologic Computer Consultants Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων. Αυτό, συνεχίστηκε στην ίδια απόφαση, συχνά παραγνωρίζεται σε Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά. Συνεπώς καλύπτεται και αυτή η προϋπόθεση. Εξετάζοντας την τρίτη προϋπόθεση καταγράφονται οι θέσεις των συνηγόρων οι οποίες, ως είναι φυσικό, διίστανται. Ο συνήγορος της Ενάγουσας υποστηρίζει πως εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα η Ενάγουσα θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη, καθόσον δεν θα μπορέσει να εκτελέσει την απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ της, αφού οι παρασχεθείσες εξασφαλίσεις όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 41, δεν φθάνουν σε αξία η οποία να ικανοποιεί την αξίωση της. Τα ακίνητα της Εναγόμενη 6 είναι τα μόνα ελεύθερα και δεν βαρύνονται με προγενέστερες υποθήκες, γι αυτό εάν μεταβιβαστούν σε τρίτους, η Ενάγουσα θα υποστεί ζημιά. Υποδεικνύει δε πως, ενώ πωλήθηκαν διαμερίσματα στα υποθηκευμένα κτήματα εντούτοις δεν καταβλήθηκε κανένα ποσό για το χρέος και σημειώνει πως η συγγένεια που υπάρχει μεταξύ Εναγόμενης 6 η οποία είναι μητέρα του Εναγόμενου 3 και σύζυγος του Εναγόμενου 5 και οι Εναγόμενες 1 και 2 είναι οικογενειακές εταιρείας, δεικνύει πρόθεση μη πληρωμής. Από την αντίπερα όχθη ο συνήγορος της Καθ΄ ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια δεν πιθανολογεί βασίμως οποιαδήποτε πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς, ούτε πιθανολογείται βασίμως οιαδήποτε πιθανότητα πραγματικής δυσκολίας ή αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Υποστηρίζει πως οι αναφορές του Σ. Άδωνη περί αποξένωσης των αναφερόμενων επίδικων ακινήτων από τις Εναγόμενες 1 και 2 εταιρείες είναι ψευδείς και υποστηρίζει πως γίνεται προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου καθώς η κατάθεση των αγοραπωλητηρίων εγγράφων σε καμία περίπτωση δεν μειώνει την εξασφάλιση της Ενάγουσας επί των ενυπόθηκων ακινήτων καθότι η υποθήκη προηγείται ως εμπράγματο βάρος εφόσον είχε εγγραφεί προηγουμένως. Υποδεικνύει περαιτέρω πως η ευθύνη της Εναγόμενης 6, σε περίπτωση έκδοσης απόφασης, είναι μόνο μέχρι ποσού €685.000, πλέον τόκων και όχι το σύνολο της οφειλής της Εναγόμενης 1. Προβάλλει επίσης τη θέση ότι η Ενάγουσα κατέχει εξασφαλίσεις μεγαλύτερης αξίας από τις απαιτήσεις της και συνεπώς δεν υπάρχει κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση. Η τρίτη προϋπόθεση, όπως ανωτέρω καταγράφηκε, εξετάζεται και σε συνάρτηση με την επάρκεια της καταβολής των αποζημιώσεων. Η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται όχι μόνο όταν η φύση της ζημιάς είναι τέτοια που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα, αλλά και εκεί όπου ο Αιτητής δεν θα αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή αποζημιώσεων π.χ. οχληρία, παραβίαση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, εμπορική εύνοια κ.α. (Ανδρέου v. Colossos Signs Ltd
(2009)1 (B) A.A.Δ. 1040). Αποτελεί νομολογιακή αρχή ότι για να ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση ο Ενάγων-Αιτητής θα πρέπει με την ένορκη δήλωση του να πείσει το Δικαστήριο. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί του τύπου «αν εν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστώ ανεπανόρθωτη ζημιά» δεν αρκούν (Ανδρέου v. Colossos Signs Ltd (αρ. 2)
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 628, Penderhill Holdings Ltd v. Abramchyk, ECLI:CY:AD:2014:A21, Πολ. Εφέσεις 319/11 και 320/11, ημερ. 13.1.2014). Τέτοιοι ισχυρισμοί χρειάζονται να επεξηγηθούν και να αιτιολογηθούν με σαφή και θετική μαρτυρία, ώστε να γίνουν δεκτοί από το Δικαστήριο. Στην κρινόμενη περίπτωση το θέμα θα εξεταστεί σε συνάρτηση με την επάρκεια των εξασφαλίσεων και τη δυνατότητα απόδοσης δικαιοσύνης όταν εκδοθεί απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και την αναγκαιότητα δέσμευσης του ακινήτου της Εναγόμενης 6. Η δέσμευση ακινήτου διατάσσεται όταν καταδειχθεί «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου ( hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος» (Τσολάκκη (ανωτέρω)). Για τούτο, σε αυτές τις περιπτώσεις ο Αιτητής δεν έχει το βάρος να αποδείξει την πραγματική πρόθεση του Καθ΄ ου η αίτηση να προβεί σε μεταβίβαση της περιουσίας του (Φετοκάκη v. Χριστοφή κ.α.
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 800). Απαιτείται όμως απ΄ την άλλη, η ανάγκη αποκάλυψης κάποιων στοιχείων που να καταδεικνύουν την πρόθεση αυτή και τον κίνδυνο αποξένωσης, τα οποία συναρτώνται με όλα τα στοιχεία της υπόθεσης όπως π.χ. τερματισμός συμφωνίας, απειλή αποξένωσης κ.λ.π. (Καλογήρου v. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 (B) A.A.Δ. 1237). Σε σχέση με τούτο το στοιχείο, δεν παρέχονται με την ένορκη δήλωση XXXXX Άδωνη, πληροφορίες ή μαρτυρία για πρόθεση αποξένωσης. Η αναφορά στην παράγραφο 21 της ένορκης δήλωσης του ότι η Ενάγουσα έλαβε πρόσφατα διάφορες πληροφορίες ότι η Εναγόμενη 6 σκοπεύει να πωλήσει και/ή να μεταβιβάσει τα ελεύθερα ακίνητα της ή μέρος της περιουσίας της είναι γενικός και αόριστος. Η χρήση δε της διάζευξης, δηλαδή ο διαζευκτικός τρόπος με τον οποίο θέτει τον ισχυρισμό, καταδεικνύει και το αβέβαιο της πληροφόρησης. Εντούτοις, τα γεγονότα όπως έχουν τεθεί στο Δικαστήριο, δηλαδή τερματισμός των συμφωνιών στις 5.8.2015 (μέρος του Τεκμηρίου 13), απαίτηση πληρωμής από τους Εναγόμενους και μη καταβολή οιουδήποτε ποσού, πώληση διαμερισμάτων από τις Εναγόμενες 1 και 2, κατάθεση των αγοραπωλητηρίων εγγράφων στο Κτηματολόγιο και μη πληρωμή οποιουδήποτε ποσού στην Ενάγουσα, αναδεικνύουν φαινομενική αδυναμία πληρωμής των αξιούμενων ποσών και προσδίδουν πιθανότητα αποξένωσης ακίνητης περιουσίας. Παρά τη διαπιστωθείσα δυνατότητα αποξένωσης θα πρέπει να εξεταστεί εάν θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ή εάν θα παρεμβληθεί εμπόδιο στην εκτέλεση της απόφασης. Το διεκδικούμενο με την αγωγή ποσό ανέρχεται σε CHF959.105,01 και €67.658,51, πλέον τόκους. Οι καταστάσεις λογαριασμών (Τεκμήρια 14 και 15 και όχι 34 και 35) δίνουν υπόλοιπο €1.159.519,36 και €84.873,
  1. Η έκθεση εκτίμησης του ενυπόθηκου ακινήτου (Τεκμήριο 21) καθορίζει την αγοραία αξία των ενυπόθηκων ακινήτων στο ποσό των €856.
  2. Στην ένορκη δήλωση του ο Σ. Άδωνη αναφέρει πως η συνολική αγοραία αξία της ενυπόθηκης ακίνητης περιουσίας ανέρχεται σε €856.000, ενώ οι υποθήκες εξασφαλίζουν ποσά μέχρι €1.540.078, περίπου. Όμως: Η ευθύνη της Εναγόμενης 6 δυνάμει της σύμβασης εγγύησης περιορίζεται στις €685.000, πλέον τόκους όχι σε ολόκληρο το εξασφαλιζόμενο με τις υποθήκες ποσόν. Να σημειωθεί δε πως ο εκτιμητής στην έκθεση του Τεκμήριο 21 εκφράζει ουσιαστικά αμφιβολία για την αγοραία αξία διότι η εκτίμηση έγινε με βάση την εξωτερική επιθεώρηση των ακινήτων ενώ η τελική εκτίμηση πιθανόν να ήταν διαφορετική εάν επιθεωρείτο το ακίνητο. Η Καθ΄ ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι η αξία των ακινήτων είναι πολύ μεγαλύτερη και η εκτίμηση που επισυνάπτεται δεν λαμβάνει υπόψη την υψηλών προδιαγραφών αρχιτεκτονική των διαμερισμάτων και υλικά και έπιπλα πολυτελείας που έχουν χρησιμοποιηθεί. Βέβαια η Καθ΄ ης η αίτηση δεν προσέφερε οποιαδήποτε εκτίμηση, όμως ούτε και αμφισβητήθηκε για το είδος και την πολυτέλεια των διαμερισμάτων. Ο εκτιμητής της Αιτήτριας δε τα επιθεώρησε στο εσωτερικό τους για να υπάρχει σαφής εικόνα γι΄ αυτό και δηλώνει ότι η εκτίμηση με εξωτερική επιθεώρηση των ακινήτων αποτελεί απόκλιση των συνηθισμένων διαδικασιών για επιθεώρηση ακινήτων για εκτίμηση σύμφωνα με τους Κανονισμούς του RICS. Περαιτέρω η Ενάγουσα κατέχει και αρκετές άλλες εξασφαλίσεις πέραν των υποθηκών και των εγγυήσεων των Εναγομένων. Της έχουν εκχωρηθεί τα δικαιώματα από τέσσερα αγοραπωλητήρια έγγραφα για ισάριθμα ακίνητα και δεν είναι δυνατό να θεωρούνται για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας ότι δεν έχουν αξία στο παρόν στάδιο διότι δεν έχουν ξεχωριστούς τίτλους, ενώ στο στάδιο σύναψης της συμφωνίας δανείου το 2012 εκρίθηκαν ικανά και αρκετά για να προσφέρουν εξασφάλιση ούτως ώστε να παραχωρηθεί το δάνειο/πιστωτική διευκόλυνση. Ασχέτως δε ότι δεν ζητά με την αγωγή οτιδήποτε σχετικό με το ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης και επιφυλάσσονται τα δικαιώματα της τράπεζας, ωστόσο αυτό αποτελεί μια επιπλέον εξασφάλιση και επιβάρυνση επί της περιουσίας της Εναγόμενης
  3. Οι αναφερθείσες αποφάσεις από το συνήγορο της Ενάγουσας, ορθά σημειώθηκαν για την αρχή που θέτουν για δέσμευση ακίνητης περιουσίας προς εξασφάλιση δικαστικής απόφασης, πλην όμως σε εκείνες δεν υπήρχε εξασφάλιση ή δεν ήταν ικανή να ικανοποιήσει τυχόν εκδοθείσα δικαστική απόφαση. Κρίνεται συνεπώς, με όσα ανωτέρω καταγράφησαν, ότι δεν πληρείται η Τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/
  4. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Καθ΄ ης η αίτηση-Εναγόμενης 6 και εναντίον της Αιτήτριας-Ενάγουσας όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΜ Subject: Civil/Interim Αναφορά: (Interim order) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.