← Κύπρος

Δημήτρης Γερολέμου κ.α. ν. GIOVANI DEVELOPERS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 801/2012, 8/1/2018

Δημήτρης Γερολέμου κ.α. ν. GIOVANI DEVELOPERS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 801/2012, 8/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:A1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 801/2012 Μεταξύ:

  1. Δημήτρης Γερολέμου
  2. Γερόλεμος Γερολέμου Εναγόντων -και-
  3. GIOVANI DEVELOPERS LIMITED
  4. Χριστάκη Τζιοβάνη
  5. Αθηνούλλα Ιωάννου Ηλιώτου Εναγομένων 8 Ιανουαρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Θεοφίλου για A. CHR. THEOPHILOU LLC (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Λάμπρου) Για Εναγόμενους 1 και 2: κ. Αδ. Λάντος για Αδάμος Λάντος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Κημήτρη) ΑΠΟΦΑΣΗ
  6. Οι ενάγοντες 1 και 2 και η εναγόμενη 3 είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου μερίδιο ο κάθε ένας, ακινήτου στο Παραλίμνι. Κατά την 20.2.07 καταρτίστηκε συμφωνία αντιπαροχής μεταξύ των ιδιοκτητών του ακινήτου και της εναγόμενης 1 (από τώρα θα καλείται η εταιρεία) με την οποία οι ιδιοκτήτες διέθεσαν στην εναγομένη 1 το ακίνητο, με αντάλλαγμα η τελευταία με δικά της έξοδα να ανεγείρει οικοδομές και να παραδώσει 12 διαμερίσματα στους ιδιοκτήτες, εντός των προθεσμιών που προέβλεπε η συμφωνία. Ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 που απορρέουν από την πιο πάνω συμφωνία.
  7. Η εν λόγω συμφωνία διελάμβανε, μεταξύ άλλων, ότι η εταιρεία θα ετοίμαζε σχέδια για υποβολή αίτησης για έκδοση πολεοδομικής άδειας το αργότερο εντός ενός μηνός από την υπογραφή της συμφωνίας και θα έκανε ότι ήταν λογικά δυνατό για την έκδοση πολεοδομικής άδειας σε οκτώ μήνες από την υποβολή της αίτησης. Ήταν δε υπόχρεη αμέσως μετά την έκδοση πολεοδομικής άδειας να υποβάλει αίτηση για έκδοση άδειας οικοδομής και να κάνει ότι είναι δυνατό για την έκδοση της άδειας εντός έξι μηνών από την υποβολή της αίτησης. Στην περίπτωση που δεν ετοιμάζονταν σχέδια για την πολεοδομική άδεια εντός ενός μηνός, ως επίσης στην περίπτωση που δεν εκδιδόταν πολεοδομική άδεια εντός οκτώ μηνών από την υποβολή της αίτησης, οι ιδιοκτήτες θα είχαν το δικαίωμα να τερματίσουν τη συμφωνία μετά από γραπτή προειδοποίηση. Επίσης η συμφωνία προνοούσε ότι στην περίπτωση που δεν εκδοθεί άδεια οικοδομής εντός έξι μηνών από την υποβολή της αίτησης, κάθε συμβαλλόμενος θα είχε το δικαίωμα να τερματίσει τη συμφωνία μετά από γραπτή προειδοποίηση δύο μηνών. Η εταιρεία όφειλε να αναγείρει τα 12 διαμερίσματα της συμφωνίας και να τα παραδώσει στους ιδιοκτήτες εντός 18 μηνών από την έκδοση της άδειας οικοδομής. 3.1 Στην Έκθεση Απαίτησης προβάλλεται, μεταξύ άλλων, ότι η εναγόμενη 1 καθυστέρησε αδικαιολόγητα στην υποβολή αιτήσεων για την έκδοση των απαραίτητων αδειών με αποτέλεσμα η πολεοδομική άδεια να εκδοθεί στις 28.8.08 ενώ η αίτηση για έκδοση άδειας οικοδομής υποβλήθηκε την 27.7.
  8. Η εναγόμενη 1 ειδοποιήθηκε την 22.2.10 από το Δήμο Παραλιμνίου για την πληρωμή των δικαιωμάτων της άδειας οικοδομής, πλην όμως παρέλειψε να το πράξει με αποτέλεσμα να μην έχει εκδοθεί άδεια οικοδομής. Προβάλλεται ότι η εναγόμενη 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Έτσι οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερ. 24.2.12, η οποία κοινοποιήθηκε και στον εναγόμενο 2 την 29.2.12, κατέστησαν ουσιώδη το χρόνο εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων και κάλεσαν την εναγόμενη 1 όπως εντός δύο μηνών προχωρήσει στην έκδοση της άδειας οικοδομής και στην έναρξη των εργασιών, διαφορετικά θα θεωρούσαν τη συμφωνία αντιπαροχής ως τερματισθείσα. Η εναγόμενη 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί και έτσι οι ενάγοντες θεωρούν ότι η συμφωνία αντιπαροχής τερματίστηκε νομότυπα την 29.4.12, εξ υπαιτιότητας της εναγόμενης
  9. 3.2 Περαιτέρω στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας η αξία του ακινήτου ήταν €1.575.000.- ενώ η αξία του όταν τερματίστηκε η συμφωνία ήταν μειωμένη κατά €262.000.- με αποτέλεσμα οι ενάγοντες ως ιδιοκτήτες των 2/3 μεριδίων του ακινήτου να ζημιώνουν €174.666,67, ποσό το οποίο αξιώνουν. Περαιτέρω επιζητούν το ποσό των €75.400.- το οποίο αντικατοπτρίζει τα ενοίκια που θα λάμβαναν για τα οκτώ διαμερίσματα που τους αναλογούσαν για την περίοδο από τον Νοέμβριο του 2009 μέχρι τον τερματισμό της συμφωνίας. Περαιτέρω αξιώνουν δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία αντιπαροχής τερματίστηκε με υπαιτιότητα της εναγόμενης 1 ως επίσης διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εναγόμενη 1 να παραδώσει την κατοχή του ακινήτου ως επίσης και διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο διευθυντής του Κτηματολογίου να διαγράψει από τα μητρώα την πιο πάνω σύμβαση αντιπαροχής. 4.1 Η επίδικη συμφωνία προνοούσε ότι εάν η αποπεράτωση και παράδοση των διαμερισμάτων δεν γίνει κατορθωτή εντός της προθεσμίας που περιγράφεται πιο πάνω, λόγω σοβαρού και αιτιολογημένου λόγου ή ανωτέρας βίας, οι αγοραστές θα δικαιούνται παράταση για την αποπεράτωση του έργου όση είναι η διάρκεια του λόγου αυτού ή της ανωτέρας βίας. Στην περίπτωση που διαρκέσει πέραν των 12 μηνών κάθε πλευρά θα δικαιούται να τερματίσει τη συμφωνία και σε τέτοια περίπτωση αν υφίστατο η διαφορά θα παραπέμπετο σε διαιτησία. 4.2 Οι εναγόμενοι 1 και 2 στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης προβάλλουν, μεταξύ άλλων, ότι οι ενάγοντες παρά το γεγονός ότι στη συμφωνία υπάρχουν ρητές πρόνοιες για τερματισμό λόγω καθυστέρησης, εντούτοις δεν προχώρησαν έγκαιρα στον τερματισμό της και δεν περιόρισαν τις κατ΄ ισχυρισμό ζημιές τους. Ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες παρέτειναν μονομερώς τις προθεσμίες, παραχωρώντας χρόνο στους εναγομένους 1 και 2, δημιουργώντας τους την εντύπωση ότι ενόψει της οικονομικής κρίσης που διαφαινόταν στην ανάπτυξη των ακινήτων δεν θα επέμεναν στην υλοποίηση της. Αναφέρουν ότι η οικονομική κρίση που επηρεάζει την αγορά των ακινήτων στην περιοχή Αμμοχώστου και ή η έλλειψη χρηματοδότησης από τις τράπεζες στους εναγόμενους 1 και 2 για την ολοκλήρωση της συμφωνίας συνιστούν σοβαρό και αιτιολογημένο λόγο ή ανωτέρα βία ώστε να μην υλοποιήσουν τη συμφωνία. Προβάλλουν ότι οι προθεσμίες που προβλέπονται θα πρέπει να παραταθούν για όσο χρόνο διαρκεί η οικονομική κρίση. Έτσι, ισχυρίζονται ότι ο τερματισμός της συμφωνίας είναι πρόωρος και αξιώνουν, μεταξύ άλλων, ανταπαιτητικώς δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο τερματισμός είναι άκυρος. Επισημαίνεται ότι στο στάδιο των αγορεύσεων εγκαταλείφθηκε από μέρους του εναγομένου 2 η αξίωση για ακύρωση της εγγύησης καθότι η υπογραφή του δεν υποστηρίζεται από δύο ενήλικες μάρτυρες.
  10. Για στοιχειοθέτηση της απαίτησης έδωσαν μαρτυρία ο ενάγοντας αρ.2 και ο κ. Ι. Μιχαλάκη ενώ οι εναγόμενοι 1 και 2 κάλεσαν ως μάρτυρες τους Α. Γερολέμου, Λ. Πογιατζή και Α. Παύλου.
  11. Ο ενάγοντας 2 κ. Γ. Γερολέμου στη μαρτυρία του, μεταξύ άλλων, ανέφερε τα ακόλουθα: (α) Οι ενάγοντες 1 και 2 οι οποίοι είναι αδέλφια και η θεία τους, εναγόμενη 3, είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου μερίδιο ο κάθε ένας του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/435, Σχ.2-290-380 τεμάχιο 785 στο Παραλίμνι (από τώρα θα καλείται το ακίνητο) (βλ.Τεκ.1). (β) Όλοι οι ιδιοκτήτες του ακινήτου και η εναγόμενη 1 με γραπτή συμφωνία ημερ. 20.2.07 συμφώνησαν όπως διαθέσουν το ακίνητο στην εναγόμενη 1 με αντάλλαγμα 12 διαμερίσματα που θα ανεγείρονταν σ΄ αυτό από την τελευταία (βλ. Τεκ.2). Όλα τα έξοδα για την ανέγερση των διαμερισμάτων θα τα επωμιζόταν η εναγομένη
  12. Περαιτέρω η εν λόγω συμφωνία διελάμβανε μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: I. Η αντιπαροχή θα ισοδυναμούσε στο 28% του συντελεστή δόμησης του ακινήτου και οι ιδιοκτήτες θα μεταβίβαζαν στην εναγόμενη 1 το 72% των μεριδίων του ακινήτου. II. Σε αντάλλαγμα της διάθεσης του ακινήτου η εναγόμενη 1 υποχρεωνόταν να ανεγείρει, παραδώσει και μεταβιβάσει στους ιδιοκτήτες 12 διαμερίσματα και ειδικότερα 6 διαμερίσματα των δύο υπνοδωματίων εμβαδού 65τ.μ. το κάθε ένα και 6 διαμερίσματα του ενός υπνοδωματίου εμβαδού 47,5τ.μ. έκαστο. Σε κάθε ένα από τους ιδιοκτήτες θα μεταβίβαζε συνολικά δύο διαμερίσματα των δύο υπνοδωματίων και δύο διαμερίσματα του ενός υπνοδωματίου. Τα δε διαμερίσματα θα επιλέγονταν από τους ιδιοκτήτες αμέσως μετά την έκδοση της άδειας οικοδομής. III. Σε περίπτωση που αυξομειωνόταν ο συντελεστής δόμησης μέχρι 10% θα γινόταν ανάλογη αυξομείωση και αναπροσαρμογή. IV. Οι ιδιοκτήτες θα μεταβίβαζαν το 72% του ακινήτου στην εναγόμενη ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών και ειδικότερα το 36% εντός 30 ημερών από την αποπεράτωση της τοιχοποιίας των διαμερισμάτων της αντιπαροχής και το υπόλοιπο 36% με την παράδοση. Η εναγόμενη 1 είχε υποχρέωση το αργότερο εντός ενός μηνός από την υπογραφή της συμφωνίας να ετοιμάσει τα σχέδια για υποβολή αίτησης για έκδοση πολεοδομικής άδειας ως επίσης υποχρεωνόταν να πράξει ότι ήταν λογικά δυνατό για την έκδοση πολεοδομικής άδειας εντός οκτώ μηνών από την υποβολή της αίτησης. Μετά την έκδοση της, η εναγόμενη 1 όφειλε αμέσως να υποβάλει αίτηση για έκδοση άδειας οικοδομής και να πράξει ότι είναι δυνατό για την έκδοση της άδειας το αργότερο εντός έξι μηνών από την υποβολή της αίτησης. V. Στην περίπτωση που δεν ετοιμάζονταν σχέδια για την πολεοδομική άδεια εντός ενός μηνός οι ιδιοκτήτες θα είχαν το δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας και διεκδίκησης αποζημιώσεων μετά από γραπτή προειδοποίηση 15 ημερών. VI. Στην περίπτωση που δεν εκδιδόταν πολεοδομική άδεια εντός 8 μηνών από την υποβολή της αίτησης, κάθε πλευρά θα είχε το δικαίωμα να τερματίσει τη συμφωνία μετά από γραπτή προειδοποίηση δύο μηνών. VII. Στην περίπτωση που δεν εκδιδόταν άδεια οικοδομής εντός έξι μηνών από την υποβολή της αίτησης κάθε συμβαλλόμενο μέρος θα είχε το δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας μετά από γραπτή προειδοποίηση δύο μηνών. Σε περίπτωση που κάποιος από τους συμβαλλομένους ευθυνόταν για τη μη έκδοση πολεοδομικής άδειας ή άδεια οικοδομής θα είναι υπόλογος σε αποζημιώσεις. VIII. Η εναγόμενη 1 είχε υποχρέωση να ανεγείρει τα 12 διαμερίσματα και να τα παραδώσει στους ιδιοκτήτες εντός 18 μηνών από την έκδοση της άδειας οικοδομής. IX. Παράλειψη της εναγομένης να παραδώσει έγκαιρα τα διαμερίσματα αποτελεί λόγο αποζημίωσης ίσον με το τρέχον ενοίκιο που θα απέφεραν τα διαμερίσματα στην ελεύθερη αγορά. Περαιτέρω η εν λόγω συμφωνία προνοούσε ότι αν η αποπεράτωση και παράδοση μέχρι την πιο πάνω προθεσμία δεν γίνει κατορθωτή λόγω σοβαρού και αιτιολογημένου λόγου ή ανωτέρας βίας, η εναγόμενη 1 θα δικαιούται παράταση για την αποπεράτωση όσο είναι η διάρκεια του λόγου αυτού. Εάν διαρκούσε πέραν των 12 μηνών κάθε πλευρά θα δικαιούται να τερματίσει τη συμφωνία και σε τέτοια περίπτωση η διαφορά θα παραπεμπόταν σε διαιτησία. (γ) Ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 που απορρέουν από την πιο πάνω συμφωνία (βλ.Τεκ.2). Η εν λόγω συμφωνία κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου με αρ. ΠΩΕ 381/
  13. Το μερίδιο της εναγόμενης 3 απαλλάχθηκε από το πιο πάνω εμπράγματο βάρος αφού η εναγόμενη 1 απέσυρε τη συμφωνία αντιπαροχής από το Κτηματολόγιο μόνο σε σχέση με το μερίδιο της εναγόμενης 1 (βλ. Τεκ.8). (δ) Ανέφερε ότι η εναγόμενη 1 καθυστέρησε να προβεί στην υποβολή των αιτήσεων για την έκδοση της πολεοδομικής άδειας με αποτέλεσμα αυτή να εκδοθεί στις 28.8.08 ενώ η αίτηση για έκδοση άδειας οικοδομής υποβλήθηκε την 27.7.09 αντί αμέσως μετά την έκδοση της πολεοδομικής άδειας, όπως προέβλεπε η μεταξύ τους συμφωνία. Η εναγόμενη 1 ειδοποιήθηκε την 22.2.10 από την αρμόδια αρχή για την έκδοση της άδειας οικοδομής, για πληρωμή των σχετικών δικαιωμάτων, χωρίς όμως να το πράξει (βλ. Τεκ.3.2). Επισήμανε ότι η εναγομένη 1 δεν προχώρησε στην έκδοση της άδειας οικοδομής. (ε) Προβάλλει ότι η εναγόμενη 1 αδικαιολόγητα καθυστέρησε και παραλείπει να συμμορφωθεί με τις συμβατικές της υποχρεώσεις και στο ακίνητο δεν έχει αρχίσει οποιαδήποτε εργασία ανέγερσης των διαμερισμάτων. Ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη 1 δεν τους ειδοποίησε ότι υπήρξε οποιοσδήποτε σοβαρός λόγος ή ανωτέρα βία, ουδέποτε ζήτησε παράταση του χρόνου και δεν τερμάτισε τη συμφωνία. Αναφέρει ότι η οποιαδήποτε κρίση και αν επήλθε μετά την υπογραφή της συμφωνίας και μέχρι την 29.4.12 που τερματίστηκε δεν αποτελεί δικαιολογία για να μην εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Επισημαίνει δε ότι στην περίπτωση που η εναγόμενη 1 τηρούσε τα συμβατικά χρονοδιαγράμματα θα εξασφάλιζε την άδεια οικοδομής μέχρι την 20.5.08 και θα άρχιζε την ανέγερση των οικοδομών πριν ξεσπάσει στο εξωτερικό η οικονομική κρίση. (στ) Δήλωσε ότι διαμαρτύρονταν προς τον εναγόμενο 2, ο οποίος είναι διευθυντής της εναγόμενης 1, πριν τον Νοέμβριο του 2009 και καλούσαν μέσω αυτού την εναγόμενη 1 να ξεκινήσει τις εργασίες αλλά αυτός τους έλεγε κάθε φορά «Δώστε μου λίγο καιρό ακόμα να ξεκινήσω», «θα σας αποζημιώσουμε για τις καθυστερήσεις όπως προβλέπει η συμφωνία με την πληρωμή των ενοικίων» και κατέληγε με τη φράση «αναλαμβάνω προσωπικά την ευθύνη γι΄ αυτό». Το καλοκαίρι του 2011 όταν ζήτησαν και πάλιν από την εναγομένη 1, μέσω του εναγομένου 2, ν΄ αρχίσει τις εργασίες, διαφορετικά θα λάμβαναν νομικά μέτρα, ο τελευταίος πρότεινε σε κάθε ένα από τους ενάγοντες ένα δυάρι σπίτι σε ένα άλλο ακίνητο για διευθέτηση των απαιτήσεων πλην όμως δεν κατέληξαν και έτσι ανέθεσαν την υπόθεση σε δικηγόρο. Διευκρίνισε ότι ο λόγος που ανέμεναν και δεν τερμάτισαν ενωρίτερα τη συμφωνία ήταν διότι τους καθησύχαζαν ότι δεν θα έχαναν ενόψει του γεγονότος ότι υπήρχε στη συμφωνία όρος για πληρωμή αποζημιώσεων σε περίπτωση μη έγκαιρης παράδοσης των διαμερισμάτων ως επίσης και η διαφωνία τους με την εναγόμενη
  14. (ζ) Οι ενάγοντες με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 24.2.12 (βλ.Τεκ.4) καλούσαν την εναγόμενη 1 να προχωρήσει στη λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων και διαβημάτων για την έκδοση της άδειας οικοδομής και την έναρξη ανέγερσης των διαμερισμάτων της αντιπαροχής εντός δύο μηνών διαφορετικά θα θεωρούσαν τη συμφωνία ως τερματισθείσα με υπαιτιότητα της εναγόμενης
  15. Η εν λόγω επιστολή κοινοποιήθηκε και στους εναγομένους 2 και
  16. Η επιστολή παραλήφθηκε από την εναγόμενη 1 και τον εναγόμενο 2 την 5.3.12 (βλ. Τεκ.6 και 7) και από την εναγόμενη 3 την 7.3.12 (βλ. Τεκ.5). (η) Ανέφερε ότι σε κάθε ιδιοκτήτη αναλογούσαν δύο διαμερίσματα των δύο υπνοδωματίων ενοικιαστικής αξίας €400.- μηνιαίως και δύο διαμερίσματα του ενός υπνοδωματίου ενοικιαστικής αξίας €250.- μηνιαίως το κάθε ένα, ήτοι σύνολο €1.300.- μηνιαίως ο κάθε ιδιοκτήτης. Δήλωσε ότι αν η συμφωνία εκπληρωνόταν σύμφωνα με τα χρονοδιαγράμματα τότε αυτά θα έπρεπε να παραδίδονταν κατά ή περί τον Νοέμβριο του 2009 με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να ζημιώνουν για περίοδο 29 μηνών ήτοι από τον Νοέμβριο του 2009 μέχρι την 29.4.10 ημερ. τερματισμού της συμφωνίας. Έτσι και οι δύο ενάγοντες αξιώνουν το συνολικό ποσό των €75.400.-. (θ) Δήλωσε ότι η αξία των οκτώ διαμερισμάτων, τα οποία αναλογούσαν στους ενάγοντες, μαζί με τη γη, κατά το χρόνο τερματισμού της συμφωνίας ήταν €720.000.- ενώ η αξία της αναλογίας του ποσοστού του 48% της γης που θα μεταβίβαζαν στην εναγόμενη 1 ως αντάλλαγμα ανέρχετο κατά τον ίδιο χρόνο στο ποσό των €345.600.-. Έτσι ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες ζημιώνουν τη διαφορά η οποία ανέρχεται στο ποσό των €374.400.- την οποία σε περίπτωση υλοποίησης της συμφωνίας θα απολάμβαναν. (ι) Επισημαίνουν ότι οι ενάγοντες κάλεσαν σε αρκετές περιπτώσεις την άλλη ιδιοκτήτρια, εναγομένη 3, να προχωρήσουν μαζί στον τερματισμό της εν λόγω συμφωνίας και να ζητήσουν αποζημιώσεις πλην όμως η τελευταία ουδέν έπραξε. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, η εναγόμενη 1 απέσυρε και κατ΄ επέκταση απάλλαξε το μερίδιο της εναγόμενης 3 από το εμπράγματο βάρος. 7.1 Οι ενάγοντες κάλεσαν ως μάρτυρα τον κ. Ι. Μιχαλάκη, εκτιμητή ακινήτων, ο οποίος κατ΄ αρχήν αναφέρθηκε στα προσόντα του (βλ. Τεκ.9). Προέβηκε στην εκτίμηση του επίδικου ακινήτου και ειδικότερα υπολόγισε την αγοραία αξία του τόσο κατά την υπογραφή της συμφωνίας (20.2.07) όσο και κατά την ημερομηνία τερματισμού της (29.4.12) και ετοίμασε σχετικές εκθέσεις εκτίμησης (βλ. Τεκ.11 και 10, αντίστοιχα). Επισήμανε ότι το εμβαδό του εν λόγω ακινήτου ανέρχεται στα 4773τ.μ., διαθέτει ακανόνιστο σχήμα με ομαλή και σχεδόν επίπεδη επιφάνεια. Αναφέρθηκε στα νομικά του χαρακτηριστικά και διευκρίνισε ότι εμπίπτει στην πολεοδομική ζώνη Κα
  17. Ο συντελεστής δόμησης και κάλυψης ανέρχονται στο 90% και 50%, αντίστοιχα (βλ. και Τεκ.14). Για τον υπολογισμό της αξίας του χρησιμοποίησε τη συγκριτική μέθοδο εκτίμησης (βλ. Τεκ.15). Η αγοραία αξία του ακινήτου κατά την 20.2.07, ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας, ανερχόταν στο ποσό των €1.575.000.-. Η δε αξία των 2/3 μεριδίων των εναγόντων ανερχόταν στο ποσό των €1.050.000.-. Η αξία του κατά την 29.4.12, ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας, ήταν €1.313.000.- και των 2/3 μεριδίων ανερχόταν στο ποσό των €875.833.-. 7.2 Περαιτέρω ο κ. Ι. Μιχαλάκη προέβη στην εκτίμηση της αγοραίας αξίας έξι διαμερισμάτων των δύο υπνοδωματίων και έξι διαμερισμάτων του ενός υπνοδωματίου, συνολικού εμβαδού 675τ.μ. που θα ανεγείρονταν στο πιο πάνω ακίνητο και θα λάμβαναν οι ιδιοκτήτες του ακινήτου στα πλαίσια της πιο πάνω συμφωνίας και ετοίμασε σχετική έκθεση (βλ. Τεκ.12). Επισήμανε ότι χρησιμοποίησε τη συγκριτική μέθοδο εκτίμησης για τον υπολογισμό της αγοραίας αξίας και κατέληξε ότι η αγοραία αξία τους κατά την 29.4.12, ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας, ανέρχεται στο ποσό των €817.000.-. Η αξία των οκτώ διαμερισμάτων που θα λάμβαναν οι ενάγοντες 1 και 2 ανέρχεται στο ποσό των €544.666.-. 7.3 Περαιτέρω υπολόγισε την ενοικιαστική αξία των διαμερισμάτων που θα λάμβαναν οι ενάγοντες από την εναγόμενη 1 και ειδικότερα δύο διαμερίσματα εμβαδού 65τ.μ. έκαστο και δύο διαμερίσματα εμβαδού 47,5τ.μ. το κάθε ένα. Η εκτίμηση αφορούσε την περίοδο από τον Ιανουάριο του 2009 μέχρι την 29.4.12, ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας. Για τον υπολογισμό της πιο πάνω αξίας χρησιμοποίησε και πάλιν τη συγκριτική μέθοδο εκτίμησης. Κατόπιν ανάλυσης των συγκριτικών, της τάσης της οικονομίας και της αγοράς και λαμβάνοντας υπόψη τα φυσικά χαρακτηριστικά, τα πολεοδομικά δεδομένα, τις προοπτικές και δυνατότητες του ακινήτου καθόρισε ως μέσο όρο ενοικίων των 4 διαμερισμάτων που θα λάμβανε ο κάθε ένας από τους ενάγοντες το ποσό των €1.134.- μηνιαίως. Επισήμανε ότι για περίοδο 39 μηνών και ειδικότερα από 1.1.09 - 1.4.12 η απώλεια ενοικίων των 4 διαμερισμάτων συνολικού εμβαδού 225τ.μ. ανέρχεται στο ποσό των €44.226.- (€1.134.- Χ 39 μήνες) (βλ. Τεκ.13). Η απώλεια των ενοικίων, των οκτώ διαμερισμάτων, που θα λάμβαναν οι ενάγοντες 1 και 2 για την πιο πάνω περίοδο ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €88.452.-.
  18. Οι εναγόμενοι 1 και 2 για στοιχειοθέτηση των ισχυρισμών τους κάλεσαν ως μάρτυρες τους Α. Γερολέμου, Λ. Πογιατζή και Α. Παύλου. 9.1 Ο κ. Α. Γερολέμου είναι οικονομικός διευθυντής της εναγόμενης 1 εταιρείας (βλ. Τεκ.20) ως επίσης και γραμματέας αυτής (βλ. Τεκ.17). Επισήμανε ότι δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στην υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. Ανέφερε ότι η εναγόμενη 1 άρχισε να αναθεωρεί τα πλάνα της λόγω της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης που άρχισε το 2008 και επηρέασε τόσο τις τράπεζες όσο και την οικοδομική βιομηχανία. Διευκρίνισε ότι η κρίση από το 2008 μέχρι και το 2012 ήταν μεγάλη με αποτέλεσμα λόγω και της έλλειψης χρηματοδότησης να σταματήσει για κάποιο διάστημα κάθε ανάπτυξη. Έτσι η εναγόμενη 1 ακύρωσε έγγραφα αντιπαροχής για όσους ιδιοκτήτες το επιθυμούσαν και για άλλους που καταχώρισαν αγωγές υπογράφηκαν νέες συμφωνίες με αποτέλεσμα αυτές να αποσυρθούν. Αντεξεταζόμενος σε σχέση με το τελευταίο, επισήμανε ότι δεν ήταν το πρόσωπο που χειρίστηκε τις συγκεκριμένες υποθέσεις, παρά μόνο έτυχε σχετικής ενημέρωσης. Περαιτέρω δήλωσε ότι ένα μεγάλο πρόβλημα που αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει η εταιρεία είναι το έργο που ξεκίνησε στην Πύλα κατά το 2006 και για το οποίο προέβηκε σε 151 πωλήσεις. Το δε ποσό που θα εισέπραττε ήταν €37.000.000.-. Το έργο θα το χρηματοδοτούσε η Alpha Bank και ενέκρινε 112 στεγαστικά δάνεια πελατών που αγόρασαν στο συγκεκριμένο έργο. Λόγω της οικονομικής κρίσης, η τράπεζα ακύρωσε όλα τα δάνεια με αποτέλεσμα το έργο να σταματήσει και η εναγόμενη 1 να υποστεί τεράστιες ζημιές και να ανατραπεί ο προγραμματισμός της. Έτσι η εναγόμενη 1 καταχώρισε την αγωγή με αρ. 234/12 με την οποία αξιώνει αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστη. 9.2 Στη μαρτυρία του παρουσίασε λογαριασμούς της εταιρείας (βλ. Τεκ.18). Επισήμανε ότι η εταιρεία κατά το έτος 2007 είχε καθαρό κέρδος €5.587.820.-. Το ποσό αυτό χρησιμοποιήθηκε για πληρωμή δανείων, για χρηματοδότηση υφιστάμενων έργων και για αγορές κτημάτων με την προοπτική ανάπτυξης. Επισήμανε ότι στη συνέχεια λόγω της κρίσης, οι τιμές των ακινήτων μειώθηκαν και γι΄ αυτό καταγράφονται μεγάλες ζημιές. Περαιτέρω κατά το έτος 2008 το καθαρό κέρδος της εταιρείας ανερχόταν στο ποσό των €1.433.849.-. Ανέφερε δε ότι η εταιρεία υπέστη τις ακόλουθες ζημιές: (α) €1.944.384.- για το έτος 2009, (β) €2.828.603.- για το έτος 2010, (γ) €1.882.496.- για το έτος 2011, (δ) €2.829.640.- για το έτος 2012, (ε) €4.126.461.- για το έτος 2013 και, (στ) €2.393.417.- για το έτος
  19. 9.3 Διευκρίνισε ότι λόγω της οικονομικής κρίσης, από το 2007 η εναγόμενη 1 δεν συνήψε οποιοδήποτε δάνειο καθότι η Λαϊκή Τράπεζα η οποία ήταν η κύρια χρηματοδότης της κατέρρευσε και ακολούθως τα δάνεια και οι υποχρεώσεις της εταιρείας μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου, πλην του έργου στην Πύλα. Η Τράπεζα Κύπρου σταμάτησε κάθε χρηματοδότηση. Τα δε εισοδήματα της εταιρείας μεταφέρονταν στην τράπεζα η οποία αποδέσμευε μόνο τα αναγκαία ποσά για τη λειτουργία της και τα υπόλοιπα χρήματα τα κατακρατούσε έναντι των υποχρεώσεων της εταιρείας. Ακόμη και σήμερα ο μόνος τρόπος υλοποίησης οποιουδήποτε έργου είναι με αυτοχρηματοδότηση. 9.4 Στη μαρτυρία του μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας η εναγόμενη πλήρωσε το συνολικό ποσό των €92.031,67 (βλ. Τεκ.19) τα οποία αφορούν εκπόνηση σχεδίων, εξωτερικές οριοθετήσεις και άλλα. Περαιτέρω εκδόθηκε άδεια οικοδομής στις 22.1.
  20. 9.5 Επισήμανε ότι ο αποκλειστικός λόγος που η εναγόμενη 1 δεν μπορούσε να υλοποιήσει τη συμφωνία είναι η οικονομική κρίση και η έλλειψη χρηματοδότησης από οποιοδήποτε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Η έλλειψη ρευστότητας για την περίοδο 2007 - 2014 ήταν ένας από τους λόγους που αδυνατούσε η εταιρεία να εκπληρώσει τη συμφωνία εντός της προθεσμίας. Επίσης η πλειοψηφία του πελατολογίου της εταιρείας ήταν αλλοδαποί - κάτοικοι εξωτερικού. Οι πλείστοι εξ αυτών Άγγλοι. Με την οικονομική κρίση που επηρέασε και την Αγγλία το ενδιαφέρον αγοράς ακίνητης ιδιοκτησίας στην Κύπρο μηδενίστηκε με αποτέλεσμα να μειωθούν τα εισοδήματα της. Τόνισε ότι η Τράπεζα αρνείται να εγκρίνει οποιοδήποτε νέο δάνειο για την έναρξη οποιουδήποτε έργου και κυρίως για την ανέγερση διαμερισμάτων. Διευκρίνισε ότι όταν υπογράφηκε η επίδικη συμφωνία δεν είχε αρχίσει η κρίση και ούτε μπορούσε η εταιρεία να την προβλέψει. Ήταν η θέση του ότι υπήρχε σοβαρός λόγος που δικαιολογούσε την καθυστέρηση παράδοσης των διαμερισμάτων λόγω της σοβαρής διεθνούς οικονομικής κρίσης που επηρέασε και την Κύπρο. Προέβαλε ότι οι ενάγοντες πρόωρα τερμάτισαν τη συμφωνία και θα έπρεπε να αναμένουν να ξεπεραστεί η οικονομική κρίση. Περαιτέρω δήλωσε ότι όφειλαν να ζητούσουν να παραπεμφθεί η διαφορά σε διαιτησία και μετά να προχωρήσουν στη λήψη μέτρων. 9.6 Αντεξεταζόμενος επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι δεν γνώριζε το χρονικό σημείο που η εταιρεία αποφάσισε να αναστείλει το έργο αντικείμενο της επίδικης συμφωνίας. Ανέφερε δε ότι πιθανόν ο λόγος που δεν κατέβαλε τα τέλη της πολεοδομικής άδειας ήταν η έλλειψη ρευστότητας. Δεν γνώριζε κατά πόσο η εναγόμενη εταιρεία απέστειλε οποιαδήποτε επιστολή στους ενάγοντες με την οποία να τους πληροφορούσε ότι υφίστατο ανωτέρα βία για τη μη εκτέλεση της σύμβασης.
  21. Ο κ. Α. Παύλου, σπούδασε Real Estate Management με εξειδίκευση στις εκτιμήσεις. Είναι εκτιμητής από το 2009 και εργάζεται σε γραφείο εκτιμήσεων. Συνέλεξε από το Κτηματολόγιο παγκύπρια συγκριτικά στατιστικά στοιχεία πωλητηρίων εγγράφων που κατατέθηκαν στα Επαρχιακά Κτηματολογικά Γραφεία (βλ. Τεκ.21). Επισήμανε ότι με βάση τα πιο πάνω στοιχεία στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου για τα έτη 2007 - 2013 κατατέθηκαν συνολικά: (α) 2888 πωλητήρια έγγραφα κατά το έτος 2007 (β) 1995 πωλητήρια έγγραφα κατά το έτος 2008 (γ) 881 πωλητήρια έγγραφα κατά το έτος 2009 (δ) 848 πωλητήρια έγγραφα κατά το έτος 2010 (ε) 714 πωλητήρια έγγραφα κατά το έτος 2011 (στ) 583 πωλητήρια έγγραφα κατά το έτος 2012 (ζ) 241 πωλητήρια έγγραφα κατά το έτος 2013 Διευκρίνισε ότι από το 2008 η μείωση στην κατάθεση πωλητηρίων εγγράφων ανήλθε στο 56%. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν υφίσταται ξεχωριστή κατάσταση αναφορικά με χωράφια, διαμερίσματα και κ.ο.κ. και δεν γνώριζε αν υπήρχε μείωση τιμών από το
  22. Επισήμανε ότι οι παράγοντες που επηρέασαν τις πωλήσεις ήταν ο τραπεζικός τομέας και η κρίση.
  23. Η κα Λ. Πογιατζή εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου. Ανέφερε ότι την 9.1.07 καταρτίστηκε δήλωση μεταβίβασης ακινήτου μεταξύ του Π. Λάμπρου και διαφόρων προσώπων για το 1/6 μερίδιο του ακινήτου με αρ. εγγραφής 2484 Φυλ./Σχ. 2-290-380, Τμήμα 4, τεμάχιο 813, έκταση 2 δεκάρια και 344τ.μ. στο Παραλίμνι (βλ. Τεκ.16). Στο εν λόγω μερίδιο υφίστατο κατοικία. Το τίμημα πώλησης δηλώθηκε στο ποσό των ΛΚ103.000.- πλην όμως το Κτηματολόγιο το εκτίμησε στο ποσό των ΛΚ125.000.-.
  24. Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων 1 και 2 εισηγήθηκε ότι οι ενάγοντες δεν έχουν επιτύχει να αποδείξουν την αξίωση τους. Επισήμανε ότι η εναγόμενη 1 δεν παραβίασε καθοιονδήποτε τρόπο την επίδικη συμφωνία, αφού η μη αποπεράτωση και παράδοση του έργου δεν έγινε κατορθωτή λόγω σοβαρού και αιτιολογημένου λόγου ή ανωτέρας βίας ενόψει της κρίσης στην οικονομία και στην οικοδομική βιομηχανία με αποτέλεσμα οι προθεσμίες να παραταθούν για όσο χρονικό διάστημα διαρκούσε η πιο πάνω κατάσταση σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας. Έτσι εισηγήθηκε ότι ο τερματισμός της συμφωνίας ήταν πρόωρος. Περαιτέρω ανέφερε ότι στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν υιοθετήσει την πιο πάνω θέση, οι ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει τις ζημιές που επικαλούνται και επίσης οι όποιες διαφορές των διαδίκων, θα έπρεπε να παραπεμφθούν σε διαιτησία ενόψει των προνοιών της συμφωνίας. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγόντων ο οποίος επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι η εναγόμενη 1 παρέβηκε ουσιώδεις όρους της συμφωνίας και ως εκ τούτου ο τερματισμός ήταν νομότυπος υπό τις περιστάσεις. Οι δε ενάγοντες, ως εισηγήθηκε, έχουν επιτύχει να αποδείξουν την απαίτηση τους εναντίον των εναγομένων 1 και
  25. Η απαραίτητη αξιολόγηση των μαρτύρων είναι επιβεβλημένη για την εξαγωγή των απαραίτητων συμπερασμάτων. Μέσα από τη ζωντανή και παλμώδη ατμόσφαιρα της δίκης το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είναι σε θέση να αξιολογήσει την μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων τη λογικότητα της εκδοχής τους, την αμεσότητα και ευθύτητα των απαντήσεων τους αλλά και γενικότερα την όλη παρουσία τους στο ειδώλιο του μάρτυρα. Αντιφάσεις σε μικρολεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία αλλά αντιθέτως την ενδυναμώνουν με την έννοια ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας

(2004)2 ΑΑΔ 612 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Όπως έχει νομολογηθεί ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός εν όλω ή εν μέρει. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο (βλ. Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας, Ποιν.΄Εφ. 219/12/ Ημερ. 29.11.2013 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Το βάρος απόδειξης ότι η εναγόμενη 1 παρέβηκε τους όρους της επίδικης συμφωνίας, ότι αυτή τερματίστηκε νομότυπα ως επίσης και τις ζημιές που υπέστη συνεπεία της παράβασης, βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων. Αντιθέτως το βάρος απόδειξης ότι η μη αποπεράτωση και παράδοση των διαμερισμάτων εντός της προθεσμίας λόγω σοβαρού και αιτιολογημένου λόγου ή λόγου ανωτέρας βίας με τον οποίο παρατείνονται οι προθεσμίες, βρίσκεται στους ώμους της εναγόμενης
  1. 14.1 Το Δικαστήριο έχει διέλθει με ιδιαίτερη προσοχή και ενδελέχεια το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Ο ενάγοντας 2, κ. Γ. Γερολέμου αναφέρθηκε στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι η συμφωνία συνομολογήθηκε την 20.2.07 με τους όρους που περιγράφονται σ΄ αυτήν (βλ. Τεκ.2) και όπως με λεπτομέρεια έχουν εκτεθεί πιο πάνω. Η εναγόμενη 1 είχε υποχρέωση εντός ενός μηνός από την υπογραφή της συμφωνίας να ετοιμάσει τα σχέδια για υποβολή αίτησης για έκδοση πολεοδομικής άδειας (βλ. όρο 10 του τεκ.2). Ανέφερε ότι καθυστέρησε να προβεί στην υποβολή των αιτήσεων για την έκδοση της πιο πάνω άδειας με αποτέλεσμα αυτή να εκδοθεί στις 28.8.
  2. Δεν υφίσταται μαρτυρία που να οδηγεί στο πιο πάνω συμπέρασμα του ως επίσης δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία σε σχέση με το χρονικό σημείο που υποβλήθηκε η σχετική αίτηση από μέρους της εναγόμενης
  3. Δεν υφίσταται μαρτυρία ότι η εναγόμενη 1 δεν έκανε ό,τι είναι λογικό δυνατό για την έκδοση της εντός οκτώ μηνών από την υποβολή, ως προνοεί η συμφωνία (βλ. όρο 11 του τεκ.2). Το γεγονός ότι αυτή εκδόθηκε κατά την πιο πάνω ημερομηνία δεν καταδεικνύει ότι η εναγόμενη 1 δεν έπραξε ό,τι όφειλε. Συνεπώς ο ισχυρισμός του ότι η εναγόμενη 1 καθυστέρησε στην υποβολή της αίτησης για έκδοση πολεοδομικής άδειας με αποτέλεσμα αυτή να εκδοθεί στις 28.8.08 είναι ατεκμηρίωτος, γενικός και αόριστος και έτσι το Δικαστήριο δεν αποδέχεται το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας του. Για τους ίδιους λόγους δεν γίνεται αποδεκτός ο ισχυρισμός του ότι στην περίπτωση που η εναγόμενη 1 τηρούσε τα συμβατικά χρονοδιαγράμματα θα εξασφάλιζε την άδεια οικοδομής μέχρι την 20.5.
  4. Αντιθέτως διαπιστώνεται από το σύνολο των γεγονότων που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η εναγόμενη 1 καθυστέρησε στην υποβολή της αίτησης για έκδοση άδειας οικοδομής. Και εξηγώ. Η συμφωνία ρητά προέβλεπε ότι η εναγόμενη 1 όφειλε αμέσως μετά την έκδοση πολεοδομικής άδειας να υποβάλει αίτηση για έκδοση άδειας οικοδομής και να πράξει ό,τι είναι δυνατό για την έκδοση της άδειας οικοδομής εντός έξι μηνών από την υποβολή της αίτησης (βλ. όρο 12 του Τεκ.2). Διαπιστώνεται από τα γεγονότα ότι η πολεοδομική άδεια εκδόθηκε στις 28.8.
  5. Η δε αίτηση για την έκδοση άδειας οικοδομής αντί να υποβληθεί αμέσως υποβλήθηκε 11 μήνες μετά και ειδικότερα την 27.7.
  6. Επίσης ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι αν η συμφωνία εκπληρωνόταν σύμφωνα με τα χρονοδιαγράμματα τότε τα διαμερίσματα θα έπρεπε να παραδίδονταν κατά ή περί τον Νοέμβριο του
  7. Όπως έχει επισημανθεί η πολεοδομική άδεια εκδόθηκε στις 28.8.
  8. Η εναγόμενη 1 καθυστέρησε 11 μήνες στην υποβολή της αίτησης για έκδοση άδειας οικοδομής. Στις 22.2.10 στάλθηκε ειδοποίηση για πληρωμή των δικαιωμάτων της άδειας οικοδομής, τα οποία δεν καταβλήθηκαν. Προκύπτει ότι η αρμόδια αρχή γνωστοποίησε την πρόθεση της να παραχωρήσει άδεια οικοδομής 7 περίπου μήνες μετά την υποβολή της σχετικής αίτηση. Λαμβανομένου υπόψη ότι η πολεοδομική άδεια εκδόθηκε στις 28.8.08 και η αρμόδια αρχή γνωστοποίησε την πρόθεση της να εκδώσει άδεια οικοδομής 7 μήνες μετά την υποβολή της αίτησης ως επίσης και το γεγονός ότι η εναγόμενη 1 όφειλε να ανεγείρει και να παραδώσει στους ενάγοντες τα διαμερίσματα της αντιπαροχής εντός 18 μηνών από την έκδοση της άδειας οικοδομής, ο ισχυρισμός του ενάγοντα 2 ότι τα διαμερίσματα θα έπρεπε να παραδίδονταν τον Νοέμβριο του 2009 δεν γίνεται αποδεκτός. Με βάση τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι τα διαμερίσματα θα έπρεπε να παραδίδονταν στους ενάγοντες περί τον Σεπτέμβριο του 2010 και όχι τον Νοέμβριο του 2009, όπως ισχυρίστηκε. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω η μαρτυρία του ενάγοντα 2, μέσα από τη ζωντανή και παλμώδη ατμόσφαιρα της δίκης, ήταν θετική. Τα όσα αναφέρονται πιο πάνω δεν είναι ικανά να καταρρίψουν συθέμελα το σύνολο της μαρτυρίας του. Δεν πρόκειται για ουσιώδεις αντιφάσεις οι οποίες είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Έτσι το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του, εκτός από τα γεγονότα που περιγράφονται πιο πάνω. Περαιτέρω ο ενάγοντας στη μαρτυρία του αναφέρθηκε στην αξία του ακινήτου ως επίσης και στην ενοικιαστική αξία διαμερισμάτων. Αναγνώρισε ότι έλαβε τις σχετικές πληροφορίες από τρίτα πρόσωπα. Πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία και το Δικαστήριο δεν προσδίδει οποιαδήποτε βαρύτητα σ΄ αυτή. Εξάλλου ο ενάγοντας για να καταδείξει την αξία των πιο πάνω κάλεσε ως μάρτυρα τον εκτιμητή κ. Ι. Μιχαλάκη.
  9. Η μαρτυρία του κ. Α. Γερολέμου, οικονομικού διευθυντή και γραμματέα της εναγόμενης 1, έχει εκτεθεί πιο πάνω. Ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων ότι ο λόγος που η εναγόμενη 1 δεν μπορούσε να υλοποιήσει τη συμφωνία είναι η οικονομική κρίση και η έλλειψη χρηματοδότησης από πιστωτικά ιδρύματα. Διευκρίνισε ότι όταν υπογράφηκε η επίδικη συμφωνία δεν είχε αρχίσει η κρίση και δεν μπορούσε η εταιρεία να την προβλέψει. Αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στους λογαριασμούς της εταιρείας από τους οποίους προκύπτει ότι είχε κέρδη για τα έτη 2007 και 2008 και ζημιές για τα έτη 2009 μέχρι 2014 όπως με λεπτομέρεια εκτίθενται πιο πάνω. Ο όρος 19 της συμφωνίας (βλ. Τεκ.2), διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Νοείται όμως ότι αν η αποπεράτωση και παράδοση μέχρι την ως άνω προθεσμία δεν γίνει κατορθωτή λόγω σοβαρού και αιτιολογημένου λόγου ή ανωτέρας βίας, οι ΑΓΟΡΑΣΤΕΣ θα δικαιούνται τόση παράταση για την αποπεράτωση όση είναι η διάρκεια του λόγου αυτού ή της ανωτέρας βίας. Αν τούτο διαρκέσει πέραν των 12 μηνών εκάτερη πλευρά θα δικαιούται να ζητήσει τερματισμό της συμφωνίας. Σε τέτοια περίπτωση αν παραμείνει οποιοδήποτε θέμα ή διαφορά θα παραπέμπεται σε διαιτησία.» Η ανωτέρα βία πρόκειται για ένα τυχαίο και απρόβλεπτο γεγονός το οποίο είναι εκτός του ανθρώπινου παράγοντα και δεν μπορούσε εύλογα να προβλεφθεί (βλ. Greenock Corp. v Caledonian Ry
(1917)A.C. 556). Στην υπόθεση του Αρείου Πάγου με αρ.172/13, ημερ. 8.1.13, η οποία υιοθέτησε την απόφαση της Ολομελείας του με αρ.1738/1980, επισημάνθηκε ότι ανωτέρα βία υφίσταται όταν επέρχεται από τυχερό και απρόβλεπτο γεγονός το οποίο δεν ήταν δυνατό να αποτραπεί ακόμα και αν ληφθούν μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης. Επισημάνθηκε ότι ανωτέρα βία δεν συντρέχει στην περίπτωση που τα επικαλούμενα από τον εργοδότη περιστατικά ανάγονται στον κύκλο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και στη σφαίρα κινδύνου αυτού, αφού αυτά θα μπορούσαν εκ των προτέρων να ληφθούν υπόψη ως ενδεχόμενα κατά την κοινή πείρα και συνεπώς να αντιμετωπιστούν. Δεν συνιστά ανώτερη βία, χωρίς τη συνδρομή άλλης περίστασης, η κακή πορεία της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης. Ο πιο πάνω μάρτυρας δεν γνώριζε το χρονικό σημείο που αποφάσισε η εταιρεία να μην υλοποιήσει το συγκεκριμένο έργο. Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι «λόγω της οικονομικής κρίσης από το 2007 και μέχρι σήμερα η εταιρεία δεν έκανε κανένα δάνειο καθότι ο κύριος χρηματοδότης της εταιρείας ήταν η πρώην Λαϊκή, η οποία μετά την κατάρρευση της τα δάνεια και οι υποχρεώσεις της εταιρείας μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου, πλην του έργου στην Πύλα όπου τη χρηματοδότηση την ανέλαβε η ALPHA BANK». Η Λαϊκή Τράπεζα μεταβίβασε τα περιουσιακά της στοιχεία στην Τράπεζα Κύπρου το
  1. Σχετική είναι η ΚΔΠ 104/13 ημερ. 29.3.
  2. Συνεπώς το χρονικό σημείο μεταφοράς των υποχρεώσεων της εταιρείας στην Τράπεζα Κύπρου έγινε το
  3. Αντεξεταζόμενος αναγνώρισε ότι από το 2008 άρχισε να πέφτει η ζήτηση ακινήτων. Δήλωσε ότι το 2008 η εναγόμενη 1 συνεργαζόταν με την Λαϊκή Τράπεζα και για το συγκεκριμένο έργο υπέβαλαν στην τράπεζα οικονομικά στοιχεία πλην όμως η τελευταία ζητούσε πωλήσεις για να προχωρήσει να εξετάσει την πιθανότητα δανεισμού. Επισημαίνεται ότι στην επίδικη συμφωνία δεν υφίσταται οποιοσδήποτε όρος ότι η εκτέλεση του έργου από την εναγόμενη 1 θα εξαρτιόταν από τη δανειοδότηση της από τράπεζα αλλά όπως έχει ήδη επισημανθεί στην περίπτωση που η αποπεράτωση εντός της προθεσμίας δεν γινόταν κατορθωτή λόγω σοβαρού και αιτιολογημένου λόγου ή ανωτέρας βίας η εναγόμενη 1 θα δικαιούται σε τόση παράταση όσο και η διάρκεια του πιο πάνω λόγου. Στη μαρτυρία του ανέφερε ότι η κρίση από το 2008 μέχρι και το 2012 ήταν μεγάλη με αποτέλεσμα η εταιρεία λόγω έλλειψης χρηματοδότησης να σταματήσει για κάποιο διάστημα κάθε ανάπτυξη. Δεν καθόρισε την περίοδο που σταμάτησε η ανάπτυξη. Προέβαλε ότι ένα μεγάλο πρόβλημα που αντιμετώπισε η εταιρεία είναι το έργο που ξεκίνησε στην Πύλα κατά το 2006 και για το οποίο έγιναν 151 πωλήσεις. Τα εν λόγω έργο ανέλαβε να το χρηματοδοτήσει η Alpha Bank η οποία λόγω της οικονομικής κρίσης σταμάτησε να το χρηματοδοτεί και ακύρωσε όλα τα δάνεια με αποτέλεσμα το έργο να σταματήσει. Έτσι η ενάγουσα το 2012 καταχώρισε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου για ζημιές που υπέστη. Δεν έχει καθορίσει με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια που απαιτείται πότε ακυρώθηκαν τα δάνεια και σταμάτησαν οι εργασίες τα οποία ως ισχυρίστηκε επέφεραν τεράστιες ζημιές στην εταιρεία. Η θέση των εναγομένων 1 και 2 έχει εκτεθεί πιο πάνω. Ευλόγως γεννιούνται διάφορα ερωτήματα: (α) Γιατί η εναγόμενη 1 αφού αντιμετώπιζε προβλήματα ως ισχυρίστηκε υπέβαλε αίτηση για έκδοση πολεοδομικής άδειας αλλά και άδειας οικοδομής κατά την 27.7.09; Καμία επαρκής εξήγηση δόθηκε. Αντιθέτως ο οικονομικός διευθυντής της εναγόμενης 1 δεν ήταν σε θέση να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν πληρώθηκαν τα δικαιώματα για την έκδοση της άδειας οικοδομής, δηλώνοντας ότι ο λόγος που δεν καταβλήθηκαν πιθανόν να είναι η έλλειψη ρευστότητας της εταιρείας. (β) Γιατί η εναγόμενη 1 δεν ενημέρωσε τους ενάγοντες για τα προβλήματα τα οποία αντιμετώπιζε και γιατί ο εναγόμενος 2 και διευθυντής της εναγόμενης 1 ζητούσε από τους ενάγοντες χρόνο για να ξεκινήσει τις εργασίες και δεν τους ενημέρωνε για τα όσα ισχυρίζεται σήμερα και τα οποία προβάλλει για πρώτη φορά; Ο πιο πάνω μάρτυρας δεν γνώριζε κατά πόσο αποστάληκε οποιαδήποτε επιστολή στους ενάγοντες με την οποία να ενημερώνονται ότι οι λόγοι της καθυστέρησης οφείλονταν σε ανωτέρα βία. Οι εναγόμενοι 1 και 2, δικαιωματικά, δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με τα όσα ανέφερε ο ενάγοντας 2 ότι ο διευθυντής της εναγόμενης 1, ο εναγόμενος 2, ζητούσε χρόνο για να ξεκινήσει εργασίες και τους δήλωνε ότι θα τους αποζημιώσει για τις καθυστερήσεις. (γ) Γιατί η εναγόμενη 1 πρόσφερε στους ενάγοντες κατοικία για διευθέτηση των απαιτήσεων τους ενόψει των πιο πάνω ισχυρισμών που προβάλλει και λαμβανομένου υπόψη ότι η συμφωνία ρητά προνοεί ότι παρατείνονται οι προθεσμίες αποπεράτωσης σε περίπτωση σοβαρού και αιτιολογημένου λόγου ή ανωτέρας βίας; Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η συμφωνία καταρτίστηκε την 20.2.
  4. Διαπιστώνεται από τη μαρτυρία του γραμματέα της εναγόμενης 1 ότι κατά το 2007 η εταιρεία είχε καθαρό κέρδος €5.587.820.-. Επίσης τον επόμενο χρόνο είχε και πάλιν καθαρό κέρδος το οποίο ανερχόταν στο ποσό €1.433.849.-. Ακολούθως για τα επόμενα έτη υπήρχαν ζημιές όπως περιγράφονται στην παρ.9.2 ανωτέρω. Όπως έχει ήδη επισημανθεί η εταιρεία είχε κέρδη κατά το 2007 και
  5. Τα κέρδη του 2007 χρησιμοποιήθηκαν για την πληρωμή δανείων, την χρηματοδότηση υφιστάμενων έργων και αγορά άλλων κτημάτων. Επισημαίνεται ότι είναι επιλογή της εναγόμενης 1 να διαχειρίζεται τα κέρδη του 2007 αλλά και του 2008 με τον τρόπο που η ίδια επιθυμούσε. Η χρηματοδότηση της εναγόμενης 1 από πιστωτικά ιδρύματα δεν θα πρέπει να θεωρείτο δεδομένη από αυτήν ως επίσης δεν θα πρέπει να θεωρείτο δεδομένη η πώληση των διαμερισμάτων σε Άγγλους αγοραστές. Εξάλλου όπως ο ίδιος ο οικονομικός διευθυντής της εναγόμενης 1 αναγνώρισε στο στάδιο της αντεξέτασης, δεν γνώριζε κατά πόσο έγιναν προσπάθειες για πώληση διαμερισμάτων του συγκεκριμένου έργου. Ο οικονομικός διευθυντής και γραμματέας της εναγόμενης 1 αρκέστηκε να επικαλεστεί κατά τρόπο γενικό και αόριστο ως λόγους μη υλοποίησης του έργου την κρίση στην οικονομία, την έλλειψη χρηματοδότησης από τις τράπεζες, τη μείωση των πωλήσεων και τις ζημιές της εταιρείας. Δεν έχει παραθέσει με την απαραίτητη επάρκεια και λεπτομέρεια το ακριβές χρονικό σημείο που άρχισε η εταιρεία να αντιμετωπίζει προβλήματα, την εξέλιξη τους ως επίσης και την αιτιώδη σχέση μεταξύ των πιο πάνω και της μη υλοποίησης του έργου. Και κάτι ακόμη. Η εναγόμενη 1 δεν μπορεί να προβάλλει τους δικούς της χειρισμούς, την έλλειψη προβλεπτικότητας ως σοβαρό λόγο για μη αποπεράτωση των εργασιών, πόσω δε μάλλον ως ανωτέρα βία. Η μαρτυρία του συγκεκριμένου προσώπου δεν παρέχει στερεό έρεισμα σε σχέση με την υπεράσπιση ότι υφίστατο σοβαρός και αιτιολογημένος λόγος ή και ανωτέρα βία σε σχέση με τη μη υλοποίηση της συμφωνίας. Η μαρτυρία του συγκεκριμένου προσώπου χαρακτηρίζεται από παλινδρομήσεις, γενικότητα και αοριστία. Η όλη μαρτυρία του δεν έπειθε και συνακόλουθα το Δικαστήριο δεν την αποδέχεται.
  6. Η μαρτυρία του κ. Α. Παύλου ο οποίος κλήθηκε από τους εναγόμενους 1 και 2, έχει τεθεί με λεπτομέρεια πιο πάνω. Επισήμανε ότι με βάση παγκύπρια, συγκριτικά στατιστικά στοιχεία υπήρξε μείωση στην κατάθεση πωλητηρίων εγγράφων στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου για την περίοδο 2007 -
  7. Οι παράγοντες που επηρέασαν τις πωλήσεις ως ανέφερε ήταν η κρίση στον τραπεζικό τομέα. Κατ΄ αρχήν επισημαίνεται ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του καθοιονδήποτε τρόπο. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας πλην όμως δεν έχει καταδειχθεί από τη μαρτυρία του η αιτιώδης συνάφεια των όσων ανέφερε με την υπό κρίση περίπτωση και ειδικότερα ότι συνεπεία των πιο πάνω υφίστατο σοβαρός λόγος ή ανωτέρα βία που να δικαιολογούσε την μη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της εναγόμενης
  8. 17.1 Οι ενάγοντες για απόδειξη της απαίτησης τους κάλεσαν ως μάρτυρα τον εκτιμητή κ. Ι. Μιχαλάκη ο οποίος, μεταξύ άλλων εκτίμησε την αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου κατά την υπογραφή της συμφωνίας και κατά την ημερομηνία τερματισμού. Για ένα από τα συγκριτικά που χρησιμοποίησε έδωσε μαρτυρία η κα Λ. Πογιατζή, η οποία κλήθηκε από τους εναγόμενους 1 και
  9. 17.2 Η μαρτυρία της κας Λ. Πογιατζή, η οποία εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου, έχει εκτεθεί με λεπτομέρεια στην παρ. 11 ανωτέρω και δεν χρήζει επανάληψης. Η μαρτυρία της παρέμεινε αδιαμφισβήτητη από μέρους του συνηγόρου των εναγόντων αφού δεν αντεξετάστηκε. Ανεξάρτητα όμως από το πιο πάνω γεγονός εκείνο που ουσιαστικά έπραξε ήταν να παρουσιάσει τη δήλωση μεταβίβασης ακινήτου (βλ. Τεκ.16) το οποίο χρησιμοποίησε ως συγκριτικό ο εκτιμητής Ι. Μιχαλάκη. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας και συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία της. 17.3 Ο κ. Ι. Μιχαλάκη, εκτιμητής ακινήτων προέβη στην εκτίμηση του επίδικου ακινήτου για τον υπολογισμό της αγοραίας αξίας του τόσο κατά την υπογραφή της συμφωνίας (20.2.07) όσο και κατά την ημερομηνία τερματισμού (29.4.12) και ετοίμασε σχετικές εκθέσεις (βλ. Τεκ.11 και 10 αντίστοιχα). Περαιτέρω προέβη σε εκτίμηση της αγοραίας αξίας έξι διαμερισμάτων των δύο υπνοδωματίων και έξι διαμερισμάτων του ενός υπνοδωματίου κατά την 29.4.12 (βλ. Τεκ.12) ως επίσης υπολόγισε την ενοικιαστική τους αξία για την περίοδο από Ιανουάριο του 2009 μέχρι 29.4.
  10. Χρησιμοποίησε τη συγκριτική μέθοδο εκτίμησης. Ανέφερε ότι η αξία του επίδικου ακινήτου κατά την υπογραφή της συμφωνίας (20.2.07) ήταν €1.575.000.- (βλ. Τεκ.11). Για να καταλήξει στο πιο πάνω ποσό έλαβε υπόψη συγκριτικές πωλήσεις ακινήτων στην περιοχή που βρίσκεται το επίδικο ακίνητο με παρόμοια φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά κατά τον ουσιώδη χρόνο της εκτίμησης και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη τέσσερεις συγκριτικές πωλήσεις. Μεταξύ των συγκριτικών πωλήσεων που έλαβε υπόψη ήταν και το τεμάχιο με αρ. 813, Φ./Σχ. 2-290-380, εμβαδού 2344τ.μ. μερίδιο 1/6, το οποίο εμπίπτει στην πολεοδομική ζώνη Κα6 και βρίσκεται 210 μέτρα νότια του υπό εκτίμηση ακινήτου (βλ. Τεκ. 11, συγκριτικό αρ. 2). Στην έκθεση του αναφέρει ότι η τιμή πώλησης του πιο πάνω συγκριτικού «όπως έχει αναπροσαρμοστεί χρονικά κατά την ουσιώδη ημερομηνία είναι €540,70/τ.μ..». Περαιτέρω έλαβε υπόψη του άλλες τρείς συγκριτικές πωλήσεις, οι τιμές πώλησης των οποίων ήταν €220,76 το τετραγωνικό μέτρο (συγκριτικό αρ.1), €292,03 το τετραγωνικό μέτρο (συγκριτικό αρ.3) και €252,38 το τετραγωνικό μέτρο (συγκριτικό αρ.4). Ο μέσος όρος των τεσσάρων συγκριτικών πωλήσεων ανέρχεται στο ποσό €327,97 και υιοθέτησε το ποσό των €330.-. Επισήμανε ότι κατόπιν ανάλυσης των συγκριτικών πωλήσεων των ακινήτων στην περιοχή, των τάσεων της οικονομίας και της αγοράς και λαμβάνοντας υπόψη τα φυσικά χαρακτηριστικά, τα πολεοδομικά δεδομένα, τις προοπτικές και δυνατότητες του ακινήτου κατέληξε ως αγοραία αξία του ακινήτου κατά την υπογραφή της συμφωνίας (20.2.07) το ποσό των €330.- το τετραγωνικό μέτρο. Το δε εμβαδό του ακινήτου είναι 4773τ.μ. και έτσι η αξία του ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των €1.575.000.-. Η δε αξία των 2/3 μεριδίων ανέρχεται στο ποσό των €1.050.000.-. Το συγκριτικό αρ.2 στον πίνακα που έχει επισυνάψει χαρακτηρίζεται ως χωράφι (βλ. Τεκ.11). Προκύπτει από τη μαρτυρία της κας Λ. Πογιατζή ότι εντός του πιο πάνω ακινήτου υφίστατο κατοικία. Το τίμημα πώλησης δηλώθηκε στο ποσό των ΛΚ100.000.- πλην όμως το Κτηματολόγιο το εκτίμησε στο ποσό των ΛΚ125.000.-. Όπως έχει νομολογηθεί η δυνατότητα σύγκρισης ενός ακινήτου με άλλα προϋποθέτει την ύπαρξη ομοιογένειας μεταξύ τους. Οι παράγοντες που τείνουν να στοιχειοθετήσουν τέτοια ομοιότητα εντοπίζονται στην τοποθεσία των ακινήτων, στα γεωφυσικά τους χαρακτηριστικά και στους όρους ανάπτυξης τους. Ο χρόνος διάθεσης των συγκριτικών αποτελεί άλλο σχετικό παράγοντα και ως προς τον τελευταίο, είναι εφικτή η σύγκριση εφόσον παρέχεται η δυνατότητα προσαρμογής της τιμής των διαθέσιμων συγκριτικών στα δεδομένα του κρίσιμου χρόνου (βλ. Terence Menelaos Spiby v Δημοτικού Συμβουλίου Πάφου
(2002)1 ΑΑΔ 483). Αντεξεταζόμενος επισήμανε ότι δεν υιοθετήθηκε το ποσό των €546,70/τ.μ. που αφορά την αγοραία αξία του συγκριτικού αρ.2. Διευκρίνισε ότι έγινε αναπροσαρμογή του και μειώθηκε στα €330.- το τ.μ.. Το τελευταίο ποσό όμως αφορά το μέσο όρο των τεσσάρων συγκριτικών που έλαβε υπόψη για να καθορίσει την αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου σε €330.- το τ.μ. Στην προκείμενη περίπτωση η συγκριτική πώληση αρ.2 (βλ. Τεκ.11) όπως αυτή περιγράφεται πιο πάνω και που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό της αγοραίας αξίας του ακινήτου κατά την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας δεν είναι συγκρίσιμη λαμβανομένου υπόψη ότι εντός του ακινήτου υφίστατο κατοικία και ο εκτιμητής κ. Ι. Μιχαλάκη δεν έχει επεξηγήσει με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια που απαιτείται κατά πόσο έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο σημαίνοντα παράγοντα. Αντιθέτως προκύπτει από τον πίνακα των συγκριτικών πωλήσεων ότι επισυνάπτεται η έκθεση του (βλ. Τεκ.11) ότι δεν έγινε οποιαδήποτε αναπροσαρμογή με βάση τα φυσικά χαρακτηριστικά. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στο συγκεκριμένο συγκριτικό που χρησιμοποίησε ο εκτιμητής κ. Ι. Μιχαλάκη. Στην υπόθεση Κουδουνάρη ν Oldendorff, Πολ.Έφ. 95/12, ημερ. 20.1.17, επισημάνθηκε ότι: «Είναι βασική αρχή του δικαίου που καλύπτει τον καθορισμό των αποζημιώσεων λόγω διάρρηξης σύμβασης ότι πρόσωπο το οποίο υπαναχωρεί νόμιμα από τη σύμβαση δικαιούται σε αποζημίωση για ζημιά την οποία υπέστη λόγω της μη εκπλήρωσής της, από τον άλλο συμβαλλόμενο. Το λογικά προβλεπτό της ζημιάς, όπως διαγράφεται από τη σύμβαση, είναι το μέτρο της αποζημίωσης. Οι αποζημιώσεις, κατά κανόνα, στοχεύουν στην επαναφορά του αθώου μέρους στη θέση που θα βρισκόταν αν η συμφωνία εκπληρωνόταν. Ο κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της αποζημίωσης είναι, συνήθως, ο χρόνος της διάρρηξης. Και το επίμετρο, στις περιπτώσεις πώλησης γης, η διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της αξίας του ακινήτου κατά το χρόνο της διάρρηξης. (Saab v HolyMonastery of Agios Neophytos
(1982)1 CLR 499 και Καλησπέρας ν. Δρυάδης κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 867». Στην προκείμενη περίπτωση, για τους λόγους που εκτίθενται πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη συγκριτική πώληση αρ.2 που χρησιμοποίησε ο εκτιμητής των εναγόντων για τον καθορισμό της αγοραίας αξίας του ακινήτου κατά την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας. Ο μέσος όρος των άλλων τριών συγκριτικών πωλήσεων που χρησιμοποίησε ανέρχεται στο ποσό των €255,05 και λαμβάνοντας υπόψη το εμβαδό του ακινήτου (4773τ.μ.) η αξία του όλου κτήματος ανέρχεται στο ποσό των €1.217.353,
  1. Η δε αξία του ακινήτου κατά την ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας ως ανέφερε (29.4.12) ανέρχεται στο ποσό των €1.313.000.- (βλ. Τεκ.10). Συνεπώς δεν έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε ζημιά των εναγόντων. Όπως έχει νομολογηθεί ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός εν όλω ή εν μέρει. Η δυνατότητα επιλογής μέρους της μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στην περίπτωση μάρτυρα ο οποίος κρίνεται ως αξιόπιστος. Με βάση τα ακαδημαϊκά του προσόντα και την εμπειρία του είναι πραγματογνώμονας στην εκτίμηση ακινήτων. Η όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν θετική. Το Δικαστήριο όμως δεν αποδέχεται το μέρος εκείνο της μαρτυρίας του κ. Ι. Μιχαλάκη σε σχέση με τη χρησιμοποίηση του συγκριτικού αρ.
  2. Το πιο πάνω γεγονός όμως δεν είναι ικανό να καταρρίψει συθέμελα τη μαρτυρία του εκτιμητή, κ.Ι. Μιχαλάκη ο οποίος δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση ικανή να κλονίσει στην ολότητα τη μαρτυρία του. Συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται την υπόλοιπη μαρτυρία του.
  3. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως αυτά εκτίθενται κατωτέρω: (α) Οι ενάγοντες 1 και 2 και η εναγόμενη 3 είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου μερίδιο ο κάθε ένας του ακινήτου που περιγράφεται πιο πάνω (βλ. Τεκ.1). (β) Στις 20.2.07 συνομολογήθηκε γραπτή συμφωνία, με τους όρους που περιγράφονται στην παρ. 6(β) ανωτέρω, μεταξύ των πιο πάνω ιδιοκτητών του ακινήτου και της εναγόμενης 1 με την οποία συμφώνησαν όπως διαθέσουν στην τελευταία το ακίνητο με αντάλλαγμα 12 διαμερίσματα που θα ανεγείρονταν σ΄ αυτό. Όλα τα έξοδα για την ανέγερση θα τα αναλάμβανε η εναγόμενη
  4. Ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 που απορρέουν από την πιο πάνω συμφωνία (βλ. Τεκ.2). (γ) Η εν λόγω συμφωνία κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου. Η εναγόμενη 1 όμως απέσυρε την εν λόγω συμφωνία σε σχέση μόνο με το μερίδιο της εναγομένης 3, απαλλάσσοντας μόνον αυτή από το εμπράγματο βάρος(βλ. Τεκ.8). (δ) Η εναγόμενη 1 υπέβαλε αίτηση για έκδοση πολεοδομικής άδειας η οποία εκδόθηκε την 28.8.
  5. Η εν λόγω συμφωνία ρητά προνοούσε ότι η εναγόμενη 1 υποχρεωνόταν μετά την έκδοση της πολεοδομικής άδειας να υποβάλει αμέσως αίτηση για έκδοση άδειας οικοδομής και να πράξει ό,τι είναι δυνατό ώστε να εκδοθεί εντός έξι μηνών από την υποβολή της αίτησης. Αντ΄ αυτού η εναγόμενη 1 στις 27.7.09 υπέβαλε αίτηση για άδεια οικοδομής και στις 22.2.10 η αρμόδια αρχή έστειλε ειδοποίηση για πληρωμή των δικαιωμάτων της άδειας(βλ. Τεκ.3.2). Η εναγόμενη 1 δεν κατέβαλε τα δικαιώματα, με αποτέλεσμα να μην έχει εκδοθεί άδεια οικοδομής. Δεν έγινε οποιαδήποτε οικοδομική εργασία στο ακίνητο από μέρους της εναγόμενης
  6. (ε) Οι ενάγοντες πριν τον Νοέμβριο του 2009 διαμαρτύρονταν στους εναγόμενους 1 και 2 για τη μη έναρξη των εργασιών. Ο εναγόμενος 2 ο οποίος είναι και διευθυντής της εναγόμενης 1, ζητούσε χρόνο για ν΄ αρχίσει τις εργασίες και τους δήλωνε ότι θα τους αποζημιώσει για τις καθυστερήσεις όπως προβλέπει η συμφωνία και ότι αναλαμβάνει προσωπικά την ευθύνη γι΄ αυτό. Στη συνέχεια το καλοκαίρι του 2011 και πάλιν ζήτησαν από τους εναγόμενους 1 και 2 ν΄ αρχίσουν τις εργασίες διαφορετικά θα λάμβαναν νομικά μέτρα. Ο εναγόμενος 2 πρότεινε σε κάθε ένα από τους ενάγοντες ένα σπίτι για διευθέτηση των απαιτήσεων τους, πλην όμως δεν κατέληξαν. (στ) Οι ενάγοντες με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 24.2.12 (βλ. Τεκ.4) καλούσαν, μεταξύ άλλων, την εναγόμενη 1 όπως εντός δύο μηνών προχωρήσουν σε όλα τα διαβήματα για την έκδοση της άδειας οικοδομής και στην έναρξη των εργασιών ανέγερσης των διαμερισμάτων. Σε αντίθετη περίπτωση θα θεωρούσαν τη συμφωνία ως τερματισθείσα εξ υπαιτιότητας της εναγόμενης
  7. Η επιστολή κοινοποιήθηκε και στους εναγόμενους 2 και
  8. Παραλήφθηκε από τους εναγόμενους 1 και 2 την 5.3.12 (βλ. Τεκ.6 και 7) και από την εναγόμενη 3 την 7.3.12 (βλ. Τεκ.5). (ζ) Σε σχέση με την αξία του επίδικου ακινήτου κατά την υπογραφή της συμφωνίας όπως έχει ήδη επισημανθεί στο στάδιο της αξιολόγησης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη συγκριτική πώληση αρ. 2 που περιγράφεται στην έκθεση του εκτιμητή κ. Ι. Μιχαλάκη, (βλ. Τεκ.11). Ο μέσος όρος των άλλων τριών συγκριτικών πωλήσεων που χρησιμοποίησε ανέρχεται στο ποσό των €255,05 το τ.μ. και λαμβάνοντας υπόψη το εμβαδό του ακινήτου (4773τ.μ.) η αξία του όλου ακινήτου υιοθετώντας τις τρεις συγκριτικές πωλήσεις, πλην αυτής που περιγράφεται πιο πάνω, ανέρχεται στο ποσό των €1.217.353,
  9. Η δε αξία του ακινήτου κατά την 29.4.12 ήταν €1.313.000.- (βλ. Τεκ.10). Η ενοικιαστική αξία δύο διαμερισμάτων, των δύο υπνοδωματίων εμβαδού 65τ.μ. το κάθε ένα και δύο διαμερισμάτων του ενός υπνοδωματίου εμβαδού 47,5τ.μ. τα οποία αντιστοιχούν σε συνολικό εμβαδό 225τ.μ., για την περίοδο από Ιανουάριο του 2009 μέχρι 29.4.12 ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €1.134.- μηνιαίως(βλ. Τεκ.13). Η αγοραία αξία έξι διαμερισμάτων των δύο υπνοδωματίων και έξι διαμερισμάτων του ενός υπνοδωματίου του εμβαδού που περιγράφεται πιο πάνω τα οποία αντιστοιχούν σε συνολικό εμβαδό 675τ.μ. κατά την 29.4.12 ανέρχεται στο ποσό των €817.000.- (βλ. Τεκ.12).
  10. Βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου των συμβάσεων, αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων της συμφωνίας και για να διακριβωθεί η σημασία και το πραγματικό νόημα των όρων μιας γραπτής συμφωνίας πρέπει το κείμενο αυτής να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος δυσαρμονίας στην εξήγηση τους που στο τέλος δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών (βλ. Σχίζα ν Αδάμου κ.ά., Πολ. Έφ. 7/11, ημερ. 3.11.16 και Ανόρθωση Αμμοχώστου ν Απόλλων
(2002)1 Α ΑΑΔ 518).
  1. Στην προκείμενη περίπτωση πρόθεση των συμβαλλομένων μερών όπως διαπιστώνεται από τη συμφωνία ήταν η εναγόμενη 1 να προχωρήσει τάχιστα όχι μόνο στην έκδοση πολεοδομικής άδειας αλλά και στην έκδοση άδειας οικοδομής. Όπως έχει ήδη επισημανθεί πιο πάνω η εναγόμενη 1 όφειλε αμέσως μετά την έκδοση για πολεοδομική άδεια να υποβάλει αίτηση για άδεια οικοδομής (βλ. όρο 12 της συμφωνίας Τεκ.2). Αντ΄ αυτού υπέβαλε την αίτηση 11 περίπου μήνες μετά την έκδοση της πολεοδομικής άδειας και ειδικότερα την 27.7.
  2. Προκύπτει ότι η εναγόμενη 1 παρέβηκε το συγκεκριμένο όρο της συμφωνίας. Πέραν δε τούτου στις 22.2.10 η εναγόμενη 1 ειδοποιήθηκε για πληρωμή των δικαιωμάτων της άδειας οικοδομής. Ακόμη δεν το έπραξε. Οι εργασίες δεν άρχισαν. Η εναγόμενη 1 παρέβηκε τη συμβατική της υποχρέωση να προχωρήσει αμέσως στην υποβολή αίτησης για έκδοση άδειας οικοδομής ώστε ν΄ αρχίσει να προσμετρά η προθεσμία των 18 μηνών για παράδοση των διαμερισμάτων στους ιδιοκτήτες. Περαιτέρω η συμφωνία προνοούσε ότι όλοι οι όροι της είναι ουσιώδη (βλ. Τεκ.2 όρο 32 ). Το άρθρο 55
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149 προβλέπει ότι αν ένας από τους συμβαλλόμενους ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί σε ορισμένη ενέργεια εντός ορισμένου χρόνου και παραλείψει να πράξει τούτο, το μέρος της σύμβασης που δεν εκπληρώθηκε ακόμα καθίσταται ακυρώσιμο κατ΄ εκλογή του άλλου μέρους αν πρόθεση των συμβαλλομένων ήταν να καταστήσουν το χρόνο ουσιώδη όρο της σύμβασης (βλ. Pollock & Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η Έκδοση, σελ. 386, Paraskeva & Other v. Lantas
(1988)1 CLR 285 και Iris Development Limited v Τάκη Λαζαρίδη,
(2000)1Γ ΑΑΔ 1504 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Όπως έχει νομολογηθεί στην απουσία πρόθεσης των συμβαλλομένων για να καταστεί ο όρος ουσιώδης απαιτείται εύλογη σχετική ειδοποίηση στην οποία να τίθεται προθεσμία υλοποίησης του η οποία θα πρέπει να είναι εύλογη υπό τις περιστάσεις. Το τι συνιστά εύλογο χρόνο είναι θέμα πραγματικό και κρίνεται κάτω υπό τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Διαφαίνεται από τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση ότι οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερ. 24.2.12 η οποία παραλήφθηκε από τους εναγομένους 1 και 2 την 5.3.12 και από την εναγόμενη 3 την 7.3.12 καλούσαν την εναγόμενη 1, όπως εντός δύο μηνών, προχωρήσει στη λήψη των αναγκαίων μέτρων και διαβημάτων για την υποβολή αίτηση για έκδοση άδειας οικοδομής και στην έναρξη των εργασιών, διαφορετικά η συμφωνία θα θεωρείτο τερματισθείσα. Η εναγόμενη 1 ουδέν έπραξε και έτσι ο τερματισμός κρίνεται νομότυπος υπό τις περιστάσεις. Και έτσι να μην είχαν τα πράγματα, που δεν συμβαίνει, στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο η συμπεριφορά της εναγόμενης 1 είναι τέτοια που να καταδεικνύει αποκήρυξη της συμφωνίας. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts 31η Έκδοση, Vol.
  1. παρ. 24-018, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Renunciation. A renunciation of a contract occurs when one party by words or conduct evinces an intention not to perform, or expressly declares that he is or will be unable to perform, his obligations under the contract in some essential respect. The renunciation may occur before or at the time fixed for performance. An absolute refusal by one party to perform his side of the contract will entitle the other party to treat himself as discharged, as will also a clear and unambiguous assertion by one party that he will be unable to perform when the time for performance should arrive. Short of such an express refusal or declaration, however, the test is to ascertain whether the action or actions of the party in default are such as to lead a reasonable person to conclude that he no longer intends to be bound by its provisions». Στην προκείμενη περίπτωση διαπιστώνεται όπως έχει ήδη επισημανθεί ότι η εναγόμενη 1 αντί να υποβάλει την αίτηση για έκδοση άδειας οικοδομής αμέσως μετά την έκδοση της πολεοδομικής άδειας, ως προέβλεπε η συμφωνία, την υπέβαλε 11 περίπου μήνες μετά. Παρά το γεγονός ότι η αρμόδια αρχή την 22.2.10 ειδοποίησε την εναγόμενη 1 για την πληρωμή των δικαιωμάτων της άδειας οικοδομής, η τελευταία δεν τα κατέβαλε. Άδεια οικοδομής δεν έχει εκδοθεί και οι εργασίες δεν έχουν ακόμη αρχίσει παρά το γεγονός ότι έχουν παρέλθει 11 περίπου χρόνια από την υπογραφή της συμφωνίας. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση καταδεικνύουν ότι η εναγόμενη 1 με τη συμπεριφορά της έχει αποκηρύξει τη συμφωνία και ότι δεν προτίθεται να δεσμευτεί από τις πρόνοιες της.
  2. Η συμφωνία προνοούσε, μεταξύ άλλων, ότι σε περίπτωση που κάποιος από τους συμβαλλομένους ευθύνεται για τη μη έκδοση της άδειας οικοδομής θα είναι υπόλογος σε αποζημιώσεις. Περαιτέρω προέβλεπε ότι στην περίπτωση που η εναγόμενη 1 παρέλειπε να παραδώσει έγκαιρα τα διαμερίσματα αποτελεί λόγο για αποζημιώσεις οι οποίες θα ισούνταν με το τρέχον ενοίκιο που θα απέφεραν τα διαμερίσματα στην ελεύθερη αγορά σε σύγκριση με άλλα παρόμοια διαμερίσματα (βλ. Τεκ.2 όρους 16 και 18). Οι ενάγοντες με την Έκθεση Απαίτησης τους αξιώνουν το ποσό των €174.666,67 το οποίο ως προβάλλουν αποτελεί τη μείωση της αξίας του ακινήτου κατά τον τερματισμό της συμφωνίας. Το συγκεκριμένο ζήτημα έχει ήδη εξεταστεί πιο πάνω και δεν χρήζει επανάληψης παρά μόνο να επισημανθεί ότι οι ενάγοντες δεν έχουν επιτύχει να αποδείξουν ότι η αξία του ακινήτου κατά τον τερματισμό της συμφωνίας ήταν μειωμένη. Περαιτέρω, όπως περιορίστηκε στο στάδιο των αγορεύσεων, αξιώνεται το ποσό των €65.772.- ως ενοίκια τα οποία απωλέσθηκαν. Οι ενάγοντες προέβαλαν ότι τα διαμερίσματα θα έπρεπε να παραδοθούν τον Νοέμβριο του
  3. Η δε συμφωνία τερματίστηκε τον Απρίλιο του
  4. Έτσι αναφέρουν ότι οι ενάγοντες δικαιούνται στην επιδίκαση του συνολικού ποσού των €65.772.- ή €32.886.- ο κάθε ένας. Το πιο πάνω ποσό αντιπροσωπεύει τις απώλειες 29 μηνών ενοικίων των διαμερισμάτων που θα λάμβαναν οι ενάγοντες συνυπολογίζοντας το ποσό των €1.334.- το οποίο αντιπροσωπεύει την μηνιαία ενοικιαστική αξία των τεσσάρων διαμερισμάτων που θα λάμβανε ο κάθε ένας απ΄ αυτούς. Όπως έχει ήδη αναφερθεί οι ενάγοντες δεν έχουν προσκομίσει μαρτυρία ότι η εναγόμενη 1 καθυστέρησε στην υποβολή της πολεοδομικής άδειας. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι αυτή εκδόθηκε την 28.8.
  5. Προκύπτει ότι η αίτηση για άδεια οικοδομής υποβλήθηκε στις 27.7.09 και η αρμόδια αρχή χρειάστηκε επτά μήνες για να αποστείλει ειδοποίηση για πληρωμή των σχετικών δικαιωμάτων. Απέστειλε σχετική ειδοποίηση στις 22.2.
  6. Με βάση τη συμφωνία η εναγόμενη 1 όφειλε να παραδώσει τα διαμερίσματα εντός 18 μηνών από την έκδοση της άδειας οικοδομής. Στην προκείμενη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη ότι η πολεοδομική άδεια εκδόθηκε την 28.8.08 και προσθέτοντας 25 μήνες, εκ των οποίων οι επτά μήνες αφορούν το χρόνο που χρειάστηκε η αρμόδια αρχή για να κοινοποιήσει την ειδοποίηση για πληρωμή των δικαιωμάτων της άδειας οικοδομής από την υποβολή της αίτησης και οι 18 μήνες αφορούν το χρόνο περάτωσης των εργασιών και παράδοσης των διαμερισμάτων, σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας, ο χρόνος παράδοσης καθορίζεται τον Σεπτέμβριο του
  7. Οι ενάγοντες έχουν απωλέσει ενοίκια από τον Οκτώβριο του 2010 μέχρι και τον Απρίλιο του 2012, ημερομηνία κατά την οποία τερματίστηκε η συμφωνία. Απώλεσαν ενοίκια 19 μηνών. Η μηνιαία ενοικιαστική αξία των τεσσάρων διαμερισμάτων που θα λάμβανε κάθε ένας από τους ενάγοντες, ανέρχεται στο ποσό των €1.134.- μηνιαίως. Κάθε ένας από τους ενάγοντες 1 και 2 υπέστη ζημιά για το ποσό των €21.546.- ήτοι και οι δύο ενάγοντες υπέστησαν ζημιά η οποία ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €43.092.-. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η πιο πάνω συμφωνία τερματίστηκε εξ υπαιτιότητας της εναγόμενης 1 η οποία παρέβηκε τη συμφωνία και ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 οι οποίες απέρρεαν από τη συμφωνία.
  8. Στη συνέχεια θα εξεταστεί η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγομένων 1 και 2 ότι η διαφορά των διαδίκων θα έπρεπε να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Ο όρος 19 της συμφωνίας (βλ. Τεκ.2) ρητά προνοεί ότι στην περίπτωση που αποπεράτωση και παράδοση των διαμερισμάτων δεν γίνει κατορθωτή εντός της προθεσμίας λόγω σοβαρού και αιτιολογημένου λόγου ή ανωτέρας βίας, η εναγόμενη 1 θα δικαιούται τόση παράταση για την αποπεράτωση του έργου όση και η διάρκεια του λόγου αυτού ή της ανωτέρας βίας. Στη περίπτωση που διαρκέσει πέραν των 12 μηνών τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν το δικαίωμα να τερματίσουν τη συμφωνία και σε τέτοια περίπτωση αν υφίστατο τέτοια διαφορά θα παραπέμπετο σε διαιτησία. Κατ΄ αρχήν επισημαίνεται ότι με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν υφίσταται οποιοσδήποτε σοβαρός λόγος ή ανωτέρα βία για τη μη παράδοση των διαμερισμάτων στους ενάγοντες. Η συμφωνία δεν τερματίστηκε από μέρους των εναγόντων καθότι διάρκεσε πέραν των 12 μηνών ο σοβαρός λόγος ή ανωτέρα βία. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω οι εναγόμενοι 1 και 2 με τη συμπεριφορά τους έχει συγκατανεύσει στην δικαστική διαδικασία. Το άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4, προνοεί ότι αν συμβαλλόμενος σε γραπτή συμφωνία για παραπομπή διαφορών σε διαιτησία αρχίζει οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία εναντίον οιουδήποτε άλλου συμβαλλόμενου μέρους, αναφορικά με οιονδήποτε θέμα έχει συμφωνηθεί να παραπέμπεται σε διαιτησία, οιοσδήποτε διάδικος δύναται, οποτεδήποτε μετά την καταχώρηση εμφάνισης και προ της καταχώρησης οποιουδήποτε δικογράφου ή πριν από τη λήψη οποιουδήποτε άλλου διαβήματος στη διαδικασία, να αποταθεί για αναστολή της διαδικασίας και το δικαστήριο, αν ικανοποιηθεί ότι υπάρχει ικανοποιητικός λόγος γιατί το θέμα δεν θα έπρεπε να παραπεμφθεί σύμφωνα με τη συμφωνία σε διαιτησία και ότι ο αιτητής, κατά την έναρξη της δικαστικής διαδικασίας, ήταν και εξακολουθεί να είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει οτιδήποτε το αναγκαίο για την κανονική διεξαγωγή της διαιτησίας, μπορεί να εκδώσει διάταγμα αναστολής της διαδικασίας (βλ. Προοδευτική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν Στέλιος Κουρουκλίδης κ.ά.
(2002)1Β ΑΑΔ 1374). Στην υπόθεση Vector Onega A.G. v του πλοίου M/V Grivas κ.ά. Αγωγή Ναυτοδικείου 121/97, ημερ. 8.1.1999, το Δικαστήριο απέρριψε αίτηση για αναστολή της διαδικασίας, λόγω ρήτρας διαιτησίας που περιείχετο σε γραπτή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, απλώς και μόνο γιατί η αίτηση έγινε μετά τη διενέργεια νέων διαβημάτων στη διαδικασία. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν έχει διακριτική ευχέρεια να αναστείλει τη διαδικασία όταν ο εναγόμενος αφήσει την αγωγή να προχωρήσει (βλ. Russel on Arbitratrion, 20η Έκδοση, σελ. 163-178). Στο σύγγραμμα Odgers on Pleading and Practice 21η έκδοση, σελ 174, αναφέρονται τα ακόλουθα: «A «step in the proceedings» in section 4 of the Arbitration Act, 1950, means some application to the court by summons or motion, and does not include an application by letter or notice from one party to another, or by correspondence between their respective solicitors. Therefore, merely writing to the plaintiff for further time to plead will not preclude the defendant from applying under this section.» Στο σύγγραμμα Stroud's Judicial Dictionary 3η έκδοση, τόμος 4, σελ. 2862, αναφέρονται τα ακόλουθα: «An application to the court by a defendant for an extension of the time for delivering defense is a "step in the proceedings" within Arbitration Act, 1889». Στην υπόθεση Ford's Hotel Co. Ltd v Bartlett
(1896)AC1 αποφασίστηκε ότι αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρισης Υπεράσπισης είναι διάβημα στην διαδικασία κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου 4 του Arbitration Act
(1889). Στην υπό κρίση περίπτωση οι εναγόμενοι 1 και 2 όχι μόνο καταχώρισαν Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης αλλά έλαβαν και άλλα διαβήματα. Η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε με την παρουσίαση εκατέρωθεν μαρτυρίας. Συνεπώς η σχετική εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο και απορρίπτεται.
  1. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, οι ενάγοντες έχουν επιτύχει να αποδείξουν ότι η συμφωνία ημερ. 20.2.07 τερματίστηκε με υπαιτιότητα της εναγόμενης 1 και συνακόλουθα δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων εναντίον της εναγόμενης 1 για παράδοση του ακινήτου ως επίσης και για τη διαγραφή της σύμβασης από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου. Περαιτέρω οι ενάγοντες έχουν επιτύχει να αποδείξουν ότι έχουν απωλέσει ενοίκια και κατ΄ επέκταση υπέστησαν τη ζημιά που περιγράφεται πιο πάνω. Η Ανταπαίτηση των εναγομένων 1 και 2, ενόψει των ευρημάτων του Δικαστηρίου, είναι έκθετη σε απόρριψη. Η δε αγωγή εναντίον της εναγόμενης 3, η οποία είναι ιδιοκτήτρια του 1/3 μεριδίου του ακινήτου και πάλιν είναι έκθετη σε απόρριψη καθότι δεν υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη για την παράβαση της συμφωνίας από μέρους της εναγόμενης 1 και δεν προκάλεσε οποιαδήποτε ζημιά στους ενάγοντες. Αυτή προστέθηκε από τους ενάγοντες ως διάδικος στη διαδικασία, καθώς αντιλαμβάνομαι, ενόψει του γεγονότος ότι είναι συνιδιοκτήτρια.
  2. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται ότι η συμφωνία ημερ. 20.2.07 τερματίστηκε με υπαιτιότητα της εναγόμενης
  3. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η εναγόμενη 1 ή και αντιπρόσωποι ή και υπάλληλοι ή και οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα ενεργούν για λογαριασμό της να παραδώσει ελεύθερη και κενή την κατοχή του ακινήτου με αρ. εγγραφής 00/435, σχέδιο 2-290-380, τεμάχιο 785 στην τοποθεσία Λαξίδι Βιολάρη στο Παραλίμνι. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο διευθυντής του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου όπως εντός 15 ημερών από την επίδοση του παρόντος διατάγματος διαγράψει από τα μητρώα του Κτηματολογίου τη σύμβαση ημερ. 20.2.07 που καταρτίστηκε μεταξύ των εναγόντων, της εναγόμενης 3 και της εναγόμενης 1 σε σχέση με το πιο πάνω ακίνητο. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων 1 και 2 και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και ή ξεχωριστά για το συνολικό ποσό των €43.092.- με νόμιμο τόκο. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, επιδικάζονται έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 ως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα καταβληθεί. Η αγωγή αναφορικά με την εναγόμενη 3 απορρίπτεται, χωρίς έξοδα. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Καμιά διαταγή για έξοδα σε σχέση με αυτή, έχοντας υπόψη ότι Απαίτηση και Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. (Υπ.): ....... Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. /ΕΑ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Τελική/Παράβαση συμφωνίας Subject: Final/paravasi symfonias cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.