← Κύπρος

CLASS TIME DVD SERVICES LTD ν. ΝΙΚΟΣ Α. ΚΙΛΕ, ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ 180/2013, 9/1/2018

CLASS TIME DVD SERVICES LTD ν. ΝΙΚΟΣ Α. ΚΙΛΕ, ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ 180/2013, 9/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:A2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ 180/2013 CLASS TIME DVD SERVICES LTD Εναγόντων και ΝΙΚΟΣ Α. ΚΙΛΕ, οδός Μακαρίου Γ' 43, Φρέναρος Εναγομένου Ημερομηνία: 9.1.2018 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Σαββάκης Σάββα Για τον Εναγόμενο: κ. Χρίστος Καράς με κα Σπετσιώτη ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή. Στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, οι Ενάγοντες αξιώνουν ποσό €8.818,15σ. ως οφειλόμενο δυνάμει Συμφωνίας και/ή Ιδιωτικού Συμφωνητικού Παροχής Υπηρεσιών ημερ. 18.5.2009, πλέον ΦΠΑ επί του εν λόγω ποσού, δικηγορικά έξοδα πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης, καθώς και οποιανδήποτε άλλη δήλωση ή διάταγμα ή θεραπεία ήθελε θεωρήσει δίκαιη το Δικαστήριο. Η εκδοχή γεγονότων όπως δικογραφήθηκε στην Έκθεση Απαίτησης είναι ως εξής꞉

  1. Οι Ενάγοντες αποτελούν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένης στην Κύπρο, η οποία είναι αποκλειστική αντιπρόσωπος στην Κύπρο της εταιρείας TRADEMACH EUROPE LTD η οποία κατασκευάζει μηχανήματα αυτόματης ενοικίασης και πώλησης βιντεοκασετών και ψηφιακών δίσκων βίντεο (DVDs) και ασχολείται μεταξύ άλλων με την εγκατάσταση, τεχνική υποστήριξη και συντήρηση των εν λόγω μηχανημάτων.
  2. Ο Εναγόμενος κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν πελάτης των Εναγόντων.
  3. Κατά ή περί την 18.5.2009, δυνάμει Συμφωνητικού Εγγράφου και/ή Ιδιωτικού Συμφωνητικού Παροχής Υπηρεσιών που έγινε στο Παραλίμνι της επαρχίας Αμμοχώστου, οι Ενάγοντες συμφώνησαν όπως παρέχουν στον Εναγόμενο υπηρεσίες υποστήριξης και/ή συντήρησης ενός μηχανήματος αυτόματης ενοικίασης και πώλησης βιντεοκασετών και ψηφιακών δίσκων βίντεο καθώς και όπως επιτρέψουν στον Εναγόμενο τη χρήση του ονόματος «24 self video» της εταιρείας.
  4. Η πιο πάνω Συμφωνία και/ή Συμφωνητικό Έγγραφο και/ή Ιδιωτικό Συμφωνητικό Παροχής Υπηρεσιών προνοούσε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα꞉ Α. Για το πρώτο ισχύον έτος της σύμβασης, η συνολική αμοιβή της παρέχουσας συμφωνείται στο ποσό των €3.500, το οποίο ποσό καταβάλλεται ως αμοιβή για υποστήριξη της λειτουργίας απόδοσης του μηχανήματος, καθώς και για τη χρήση και χρησιμοποίηση του ονόματος της ταμπέλας (24 self video) της εταιρείας. Για κάθε επόμενο έτος, το ποσό αυτό θα αυξάνεται κατά 3% κάθε χρόνο. Β. Η συνολική αμοιβή κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, συμφωνείται ότι θα προκαταβάλλεται από τον πελάτη, η μεν αφορά το πρώτο έτος ισχύος της σύμβασης, κατά την υπογραφή της παρούσας συμβάσεως εφάπαξ, η δε αμοιβή των επόμενων ετών ισχύος της παρούσας συμβάσεως το αργότερο τη 10η Ιανουαρίου κάθε έτος εφάπαξ και προκαταβολικά και προ της διενέργειας οποιασδήποτε εργασίας επισκευής ή εργασίας υποστήριξης του έτους αυτού, εφόσον δεν καλύπτονται από την εγγύηση.
  5. Οι Ενάγοντες συμμορφώθηκαν με τους όρους της Συμφωνίας και/ή Ιδιωτικού Συμφωνητικού Παροχής Υπηρεσιών, ημερ. 18.5.2009 και/ή παρείχαν στους Εναγόμενους τις υπηρεσίες που προβλέπονται από την εν λόγω Συμφωνία ημερ. 22.6.
  6. Οι Εναγόμενοι κατά παράβαση της μεταξύ των διαδίκων Συμφωνίας και/ή Ιδιωτικού Συμφωνητικού Παροχής Υπηρεσιών ημερ. 18.5.2009, παρέλειψαν να καταβάλουν προς τους Ενάγοντες το συνολικό ποσό των €8.818,15σ. πλέον ΦΠΑ το οποίο αναλύεται ως κατωτέρω꞉ Α. €1.500,00σ ως υπόλοιπο για το έτος
  7. Β. €3.605,00σ. για το έτος
  8. Γ. €3.713,15σ. για το έτος
  9. Οι Ενάγοντες επανειλημμένως ειδοποίησαν τον Εναγόμενο και/ή με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 15.5.2012 ειδοποίησαν αυτόν όπως συμμορφωθούν με τους όρους της επίδικης Συμφωνίας και/ή του Ιδιωτικού Συμφωνητικού Παροχής Υπηρεσιών ημερ. 18.5.2009 και ο Εναγόμενος παρέλειψε μέχρι και σήμερα να πράξει τούτο. Ο Εναγόμενος καταχώρησε Έκθεση Υπεράσπισης στην αγωγή, με την οποία꞉
  10. Αρνήθηκε το περιεχόμενο των παρα. 1 και 2 της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων.
  11. Δεν παραδέχθηκε τους ισχυρισμούς των Εναγόντων όπως αυτοί προβάλλονται στην παρα. 3, 4(Α)(Β) της Έκθεσης Απαίτησης και ισχυρίστηκε ότι κατά ή περί την 3.12.2009 ο Εναγόμενος αγόρασε από τους Ενάγοντες μεταχειρισμένα μηχανήματα, ήτοι 1 ντουλάπα SV2500, 3 οθόνες PRIVACY, 2 λήπτες χρημάτων, τεχνική κάλυψη και entry fee αξίας €25.
  12. Ισχυρίστηκε ότι αυτός παρέλαβε τα πωληθέντα μηχανήματα και επλήρωσε ολόκληρο το συμφωνηθέν τίμημα και/ή εξόφλησε κάθε χρέος του προς τους Ενάγοντες.
  13. Απέρριψε το περιεχόμενο των παρα. 5, 6, 7 και 8 της Έκθεσης Απαίτησης και έθεσε τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους και ισχυρίστηκε ότι αυτός έχει εξοφλήσει κάθε προηγούμενο χρέος του με τη γραπτή συμφωνία του με τους Ενάγοντες ημερ. 3.12.
  14. Ισχυρίστηκε ότι μετά την 3.12.2009 και μέχρι την καταχώριση της Έκθεσης Υπεράσπισης αυτός δεν είχε καμία συνεργασία με τους Ενάγοντες και οι Ενάγοντες δεν προσέφεραν καμία υπηρεσία στον Εναγόμενο για να δικαιούνται οποιασδήποτε αμοιβής και/ή να παράγει συμβατική υποχρέωση του Εναγομένου. Για τους πιο πάνω λόγους, ο Εναγόμενος αξιοί απόρριψη της αγωγής ως ενοχλητικής και/ή αβάσιμης με έξοδα εις βάρος των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες καταχώρησαν Απάντηση στην οποία αρνήθηκαν όλους τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου, επανέλαβαν τους δικούς τους ισχυρισμούς ως η Έκθεση Απαίτησης και, επιπλέον, ισχυρίστηκαν ότι η αγορά των μηχανημάτων έγινε δυνάμει του Παραρτήματος Ι του Ιδιωτικού Συμφωνητικού Παροχής Υπηρεσιών, ημερ. 18.5.2009, που στην παρα. 3 της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρεται ότι και το Παράρτημα Ι διέπεται από τους όρους του Συμφωνητικού. Οι μάρτυρες Για ν' αποδείξουν την υπόθεσή τους, οι Ενάγοντες κάλεσαν τρεις μάρτυρες꞉ τον κ. Πανίκκο Ιεράρχη (στο εξής «ο ΜΕ1»), τον κ. Δημήτρη Στυλιανίδη (στο εξής «ο ΜΕ2») και την κα Χριστοφόρα Ιεράρχη («η ΜΕ3»). Από την άλλη, για την υπόθεση της Υπεράσπισης, μαρτυρία έδωσε ο ίδιος ο Εναγόμενος (στο εξής «ο ΜΥ1») και η κα Stanka Lubenova (στο εξής «η ΜΥ2»). Η μαρτυρία του ΜΕ
  15. Ο ΜΕ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης ως το Έγγραφο Α. Σε αυτήν ανέφερε ότι꞉ Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο οι Ενάγοντες ήταν αποκλειστικοί αντιπρόσωποι και διανομείς στην Κύπρο, μηχανημάτων αυτόματης ενοικίασης και πώλησης βιντεοκασετών και DVD, που κατασκευάζει η εταιρεία με την ονομασία TRADEMACH EUROPE LTD. Ο Εναγόμενος επιθυμούσε να ασκήσει επιχείρηση Video Club στο χωριό Φρέναρος της Ελεύθερης Επαρχίας Αμμοχώστου, σε κατάστημα επί της οδού Μακαρίου Γ'
  16. Κατά ή περί την 18.5.2009 οι Ενάγοντες υπέγραψαν με τον Εναγόμενο ένα Ιδιωτικό Συμφωνητικό (βλ. το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α), το οποίο αποτελείτο από το κύριο μέρος της Συμφωνίας Παροχής Υπηρεσιών και από το Παράρτημα Ι, το οποίο ήταν αναπόσπαστο μέρος του Συμφωνητικού και αφορούσε τους όρους και την τιμή πώλησης των μεταχειρισμένων μηχανημάτων προς τον Εναγόμενο. Το Συμφωνητικό (βλ. το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α) υπέγραψαν, από τη μια, ο ΜΕ1 εκ μέρους των Εναγόντων και, από την άλλη, ο Εναγόμενος. Σύμφωνα με την παρα. 3 του Συμφωνητικού, η συνολική αμοιβή των Εναγόντων για το 1ο έτος ανήρχετο σε €3.500, ποσό το οποίο ο Εναγόμενος θα κατέβαλλε προς τους Ενάγοντες ως αμοιβή για λειτουργία και υποστήριξη του μηχανήματος, καθώς και για τη χρήση και χρησιμοποίηση του ονόματος της ταμπέλας (24 Self Video) της Εταιρείας. Επιπρόσθετα, στην παρα. 3 προνοείτο ότι το ποσό για κάθε επόμενο χρόνο θα αυξάνετο κατά 3% ετησίως και η συνολική αμοιβή θα προκαταβάλλετο από τον πελάτη για το πρώτο έτος κατά την υπογραφή της συμφωνίας και για κάθε επόμενο χρόνο ισχύος της συμφωνίας το αργότερο 10 Ιανουαρίου κάθε χρόνου. Στις παρα. 4 και 5 του Συμφωνητικού αναφέρονται οι όροι και προϋποθέσεις παροχής υπηρεσιών συντήρησης και επισκευής του μηχανήματος και η καταβολή αμοιβής. Στην παρα. 12 αναφέρεται η τήρηση των οικονομικών υποχρεώσεων του Εναγόμενου εντός δέκα ημερολογιακών ημερών κάθε έτος και οι συνέπειες της μη εμπρόθεσμης τακτοποίησης των οικονομικών του υποχρεώσεων και το δικαίωμα των Εναγόντων για διακοπή της συνεργασίας. Οι Ενάγοντες καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας με τον Εναγόμενο, δηλαδή από την υπογραφή του Συμφωνητικού μέχρι τέλους του έτους 2012, παρείχαν στον Εναγόμενο όλες τις υπηρεσίες που προβλέπονται στη Συμφωνία. Ο Εναγόμενος, κατά παράβαση της συμφωνίας,ημερ. 18.5.2009, παρέλειψε και/ή αρνήθηκε να καταβάλει στους Ενάγοντες το συνολικό ποσό των €8.818,15σ. πλέον ΦΠΑ το οποίο αναλύεται ως κατωτέρω꞉ Α. €1.500,00σ ως υπόλοιπο για το έτος
  17. Β. €3.605,00σ. για το έτος
  18. Γ. €3.713,15σ. για το έτος
  19. Ενόψει της παράλειψης και/ή άρνησης του Εναγόμενου να καταβάλει τις οικονομικές του υποχρεώσεις προς τους Ενάγοντες όπως αυτές καθορίζονται στη συμφωνία, η συνεργασία μεταξύ τους σταμάτησε στο τέλος του έτους
  20. Τα μηχανήματα που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Συμφωνητικού ημερ. 18.5.2009 έχουν εξοφληθεί από τον Εναγόμενο σύμφωνα με τους όρους του Παραρτήματος. Ο Εναγόμενος με την Έκθεση Υπεράσπισής του ουσιαστικά παραδέχεται μόνον την αγορά των μηχανημάτων, όπως αυτά περιγράφονται στο Παράρτημα Ι του Συμφωνητικού και αρνείται την ύπαρξη του Συμφωνητικού, πράγμα το οποίο είναι ψευδές και αναληθές, αφού ξεκάθαρα αναφέρεται στο Παράρτημα Ι ότι αυτό διέπεται από τους όρους του Συμφωνητικού, ημερ. 18.5.2009, το οποίο υπογράφηκε μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγομένου και ότι αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτού. Για τους πιο πάνω λόγους ο ΜΕ1 υποστήριξε ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται στις θεραπείες που δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης. Απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του συνηγόρου του, ο ΜΕ1 εξήγησε ότι τα μηχανήματα που η Ενάγουσα εταιρεία πώλησε στον Εναγόμενο (ΜΥ1) ήταν μηχανές με οθόνες από τις οποίες ενοικιάζει αυτόματα ο πελάτης τα DVD, 24 ώρες το 24ωρο. Οι μηχανές αυτές είχαν εγκατεστημένο ένα ειδικό λογισμικό πρόγραμμα στην Ελληνική γλώσσα. Η εταιρεία του ΜΕ1 αγόρασε τα αποκλειστικά δικαιώματα για την εγκατάσταση των μηχανών με το συγκεκριμένο λογισμικό στην επικράτεια της Κύπρου. Το Συμφωνητικό που υπεγράφη με τον Εναγόμενο (ΜΥ1) είναι το ίδιο με εκείνα που υπέγραψε η Ενάγουσα εταιρεία για άλλα 8 ‑ 10 μαγαζιά DVD που άνοιξαν στην Κύπρο. Κληθείς από το συνήγορό του να επεξηγήσει ποιες ήταν οι υπηρεσίες που η Ενάγουσα έδιδε στον Εναγόμενο, ο ΜΕ1 απάντησε λέγοντας ότι η Ενάγουσα εταιρεία ήταν υποχρεωμένη ανά πάσα στιγμή, ό,τι συνέβαινε στα μηχανήματα που είχαν μοτέρ, άξονες, που δεν μπορούσε νομικά να παρέχει κάποιος άλλος, παρά μόνο η Ενάγουσα που είχε την αποκλειστική αντιπροσωπεία από την Ιταλία, να επιδιορθώσει με τον τεχνικό της την οποιανδήποτε βλάβη στα μηχανήματα. Επίσης, αν το λογισμικό πρόγραμμα πάθαινε κάτι, η Ενάγουσα ως έχουσα την αποκλειστική αντιπροσωπεία, μπορούσε ανά πάσα στιγμή να φτιάξει οποιοδήποτε πρόβλημα υπήρχε. Ισχυρίστηκε ο ΜΕ1 ότι αυτός, πριν να αποταθεί στο δικηγόρο του, είχε επανειλημμένες συναντήσεις με τον Εναγόμενο για να συζητήσουν το ποσό που αξιώνει, αλλά ο Εναγόμενος αρνιόταν να το πληρώσει και «δυστυχώς το κατάστημα συνέχιζε να το λειτουργεί και 1, 2 χρόνια μετά που είχαμε προσωπικές συζητήσεις επανειλημμένα για εξόφληση των χρεών, συνέχισε να το λειτουργά δυστυχώς, χωρίς να προσφέρει τες υποχρεώσεις του στην εταιρεία». Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο ΜΕ1 είδε και αναγνώρισε τον Εναγόμενο ως το πρόσωπο στο οποίο αυτός αναφερόταν. Κατά την αντεξέτασή του ο ΜΕ1 δήλωσε ότι είναι έμμισθος της συνδικαλιστικής οργάνωσης ΠΕΟ, όπου και δουλεύει τα τελευταία 27 χρόνια. Παράλληλα είναι μέτοχος στην Ενάγουσα εταιρεία και διευθυντής της. Για τα τεχνικά θέματα, η εταιρεία είχε κάποιον τρίτο, τεχνικό. Όσον αφορά το franchise agreement που ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι σύναψε η Ενάγουσα εταιρεία για να έχει στην Κύπρο την αποκλειστική αντιπροσωπεία των μηχανημάτων, υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι ουδέποτε είχε συναφθεί. Η απάντηση του ΜΕ1 ήταν ότι είχε συναφθεί τέτοια συμφωνία και ότι, έστω και αν δεν την είχε στην κατοχή του για να την παρουσιάσει στο Δικαστήριο, θα μπορούσε να μεταβεί στο σπίτι του μέσα σε 30 - 45 λεπτά, για να τη φέρει κα να αποδείξει τον ισχυρισμό του. Υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι η συμφωνία που έγινε μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου είχε ως αντικείμενο μόνο ό,τι διαλαμβάνεται στο Παράρτημα 1 του Συμφωνητικού. Η αντίδραση του ΜΕ1 στην υποβολή αυτή ήταν ότι το Παράρτημα 1 του Συμφωνητικού είναι αναπόσπαστο τμήμα της συμφωνίας ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α, στην οποία το εν λόγω Παράρτημα επισυνάπτεται. Ο συνήγορος Υπεράσπισης ζήτησε από τον ΜΕ1 να εξηγήσει, βάσει του Παραρτήματος 1 του Τεκμηρίου 1 υπό Έγγραφο Α αν συμφωνεί ότι για τις υπηρεσίες που θα παρείχε η Ενάγουσα στον Εναγόμενο θα τον χρέωνε 3.500 ευρώ. Η απάντηση που έδωσε ο ΜΕ1 ήταν ότι όντως αυτό αναγράφεται στο Παράρτημα 1, αλλά δεν είναι έτσι που θα λειτουργούσε το σύστημα, αλλά ως εξής꞉ Το συνολικό ποσό χρέωσης ήταν €35.500 ευρώ, στο οποίο περιλαμβανόταν το κόστος των μηχανημάτων €25.000, επιπλέον ποσό €3.500 για την τεχνική κάλυψη, ποσό €4.000 για entry fee και ποσό €3.000 για λήπτες χρημάτων, αλλά διδόταν έκπτωση €10.
  21. Ο συνήγορος Υπεράσπισης επεσήμανε εμφαντικά στον ΜΕ1 ότι όταν κάποιος αγοράζει ένα πουκάμισο με μανάκια έναντι έκπτωσης, δεν σημαίνει ότι θα του αποκοπεί ένα μανίκι επειδή του χορηγήθηκε έκπτωση και ότι, κατά παρόμοιο τρόπο, το ότι η συμφωνία προέβλεπε για έκπτωση, δεν μπορούσε να σημαίνει ότι θα αφαιρείτο η τεχνική υποστήριξη, η οποία αναφερόταν στη συμφωνία, λόγω της παροχής της έκπτωσης. Η ερμηνεία που ο ΜΕ1 απέδιδε στη χορήγηση της έκπτωσης ήταν ότι εφαρμοζόταν ο εξοπλισμός στο κατάστημα του Εναγομένου χωρίς κανένα κέρδος για την Ενάγουσα εταιρεία, γιατί θα παρείχε τις υπηρεσίες που προβλέπονταν στο Ιδιωτικό Συμφωνητικό ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α, χάρισε δηλαδή η εταιρεία το κέρδος της «με τη σκέψη ότι θα συνεργαστούμε με τον εναγόμενο διαχρονικά και σιγά - σιγά θα έχουμε ένα όφελος», κάτι που «δυστυχώς, φάνηκε λάθος εκτίμηση». Αντεξετάσθηκε ο ΜΕ1 αναφορικά με την αξίωση για αμοιβή για παρασχεθείσες υπηρεσίες δυνάμει του Συμφωνητικού ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α. Ο ΜΕ1 δήλωσε ότι είχαν stock εξαρτημάτων αξίας πάνω από 50.000 ευρώ για την άμεση λύση των οποιωνδήποτε προβλημάτων παρουσιάζονταν σε οποιοδήποτε κατάστημα. Επισημάνθηκε στον ΜΕ1 από το συνήγορο Υπεράσπισης ότι το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α προέβλεπε δύο προγραμματισμένες επισκέψεις κάθε έτος στην έδρα του πελάτη για service και επιθεωρήσεις μηχανήματος. Τούτη όμως η υποχρέωση δεν καταγράφηκε στην παρα. 4 της Έκθεσης Απαίτησης, ούτε αναφέρθηκε από τον ΜΕ1 κατά την κυρίως εξέτασή του. Κληθείς κατά την αντεξέτασή του να επεξηγήσει την παράλειψη τέτοιας αναφοράς, ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι δεν το θεώρησε σημαντικό ή αναγκαίο να το αναφέρει και ότι εξάλλου, δεν ήταν μόνο δύο, αλλά μπορεί και δέκα συνολικά οι επισκέψεις που έκαναν. Δεν μπορούσε να θυμηθεί ακριβείς ημερομηνίες επισκέψεων, αλλά ήταν βέβαιος ότι όποτε χρειαζόταν εξυπηρέτηση το κατάστημα, αυτοί ήταν εκεί για την επιδιόρθωση. Υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι ουδέποτε διενεργήθηκε συντήρηση οποιωνδήποτε μηχανημάτων του Εναγομένου από την ημέρα που υπογράφηκε η συμφωνία ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α. Αρνήθηκε και αυτήν την εκδοχή ο ΜΕ1, λέγοντας ότι έχει τον τεχνικό της Ενάγουσας εταιρείας, κ. Δημήτριο Στυλιανίδη, που μπορεί να τον φέρει ως μάρτυρα για να αποδείξει τα «service» που έγιναν και την αλλαγή εξαρτημάτων στο κατάστημα του Εναγομένου σε διάφορες μέρες, όχι μόνο μια. Επεσήμανε ο συνήγορος Υπεράσπισης ότι σύμφωνα με το Συμφωνητικό ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α, εφόσον προβλέπονταν δύο προγραμματισμένες επισκέψεις ανά έτος, τότε από το 2009 μέχρι και το 2012, θα πρέπει να πήγε 8 φορές ο τεχνικός. Ο ΜΕ1 αποδέχτηκε ότι βάσει του εν λόγω Συμφωνητικού, όντως προβλέπονταν τόσες επισκέψεις προγραμματισμένες, αλλά δεν ήταν σε θέση ο ΜΕ1 να επιβεβαιώσει τον ακριβή αριθμό επισκέψεων που έγιναν, αφού δεν γνώριζε πόσες ακριβώς έγιναν. Σε μετέπειτα στάδιο της αντεξέτασής του ο ΜΕ1 δήλωσε σίγουρος 1000% ότι ο τεχνικός της εταιρείας πήγε επανειλημμένα στο εν λόγω κατάστημα για διάφορους λόγους, για βλάβες και όχι μόνο για service του λογισμικού. Άλλαξε μοτέρ της ντουλάπας και διάφορα άλλα, καθώς επίσης πάνω στο λογισμικό έκαμε αλλαγές. Ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι ήταν παρών όταν γίνονταν αυτά, διευκρινίζοντας στη συνέχεια ότι αυτός μπορεί να επήρε τον τεχνικό και να έφυγε μετά, αλλά ύστερα επήγε και τον έπιασε. Ο συνήγορος Υπεράσπισης υπέδειξε στη συνέχεια στον Εναγόμενο ένα έγγραφο συμφωνίας ημερ. 3.12.2009 και του ζήτησε να δηλώσει αν αναγνωρίζει το εν λόγω έγγραφο και την υπογραφή υπό την ένδειξη «Ο Πωλητής» εξ ονόματος της Ενάγουσας εταιρείας. Η απάντηση που έδωσε ο ΜΕ1 ήταν «Όχι, δεν το αναγνωρίζω. Η υπογραφή όμως μοιάζει με τη δική μου.». Το εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση, με τη διευκρίνιση ότι είναι έγγραφο που υποδείχθηκε στον μάρτυρα και το οποίο ο ίδιος δηλώνει ότι δεν αναγνωρίζει. Υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι η μοναδική και τελευταία φορά που αυτός πήγε στο υποστατικό του Εναγομένου, ήταν τη μέρα που υπέγραψε τη συμφωνία ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση, δηλαδή στις 3.12.
  22. Αρνήθηκε αυτή την εκδοχή ο ΜΕ1, επαναλαμβάνοντας ότι δεν γνωρίζει και δεν αποδέχεται την ύπαρξη αυτής της συμφωνίας. Δήλωσε επίσης ότι δεν υπήρχε τέτοια πιθανότητα, να ήταν η τελευταία φορά που αυτός πήγε στο υποστατικό του Εναγομένου στις 3.12.
  23. Υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι η τελευταία φορά που αυτός πληρώθηκε από τον Εναγόμενο ήταν την ημερομηνία που αναγράφεται επί του Τεκμηρίου Α προς αναγνώριση, δηλαδή στις 3.12.2009, και ότι συγκεκριμένα εκείνη την ημέρα, ο ίδιος έλαβε €7.
  24. «Δεν ξέρω, δεν γνωρίζω», ήταν η απάντηση του ΜΕ
  25. Διευκρίνισε ο ΜΕ1 ότι αυτός παραδέχεται ότι ο Εναγόμενος πλήρωσε €25.000 στην Ενάγουσα εταιρεία. Με τούτο το ποσό πλήρωσε τα μηχανήματα. Η αντιδικία τους αφορά στο ότι ο εναγόμενος λειτουργούσε και εκμεταλλεύετουν για 2 χρόνια το λογισμικό πρόγραμμα που ο ΜΕ1 χρυσοπλήρωσε και μετά του έλεγε «όπου θέλεις πήγαινε και δεν θα πιάσεις μπακίρα». Υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι τα δικαιώματα χρήσης του λογισμικού ο Εναγόμενος τα αγόρασε πληρώνοντας τις 25.000 ευρώ. Αρνήθηκε ο ΜΕ1 αυτή την θέση ως 100% εσφαλμένη. Κληθείς να εξηγήσει πως δικαιολογείται η καθυστέρηση να κινήσει την αγωγή από το 2009 που ισχυρίζεται ότι του χρωστά χρήματα ο εναγόμενος, ο ΜΕ1 δήλωσε ότι προσπάθησε να εξαντλήσει κάθε περιθώριο προηγουμένως. Όπως χαρακτηριστικά εξήγησε ο ΜΕ1, «Για να είμαι ειλικρινής, περίμενα ένα μπλοκάρισμα του μαγαζιού ένα αυτό, για να μπορέσω να πάω να πιάσω κάτι και δεν έγινε. Δεν ξέρω αν μπλοκάρετουν και ξιμπλοκάρισκεν το με τον Α, Β ή άλλο τεχνικό και δεν έρκετουν μέσω εμάς. Δεν μπορώ να το ξέρω, αλλά λέω κάποια φάση θα θέλουν ένα εξάρτημα ένα αυτό και θα έρτουν στην εταιρεία και λόγω της ανοχής και της καλοσύνης μου, επήαμε ως το '13 να κινήσουμε την αγωγή που προσπάθουν και εγώ με τον καλό τρόπο να λύσω τη διαφορά μου.». Ερωτηθείς ο ΜΕ1 αν η εταιρεία του εξέδωσε τιμολόγια με χρέωση περιλαμβανομένου και του ΦΠΑ τον οποίο αξιώνει στην αγωγή και αν έστειλε τα τιμολόγια στον Εναγόμενο για πληρωμή, ο ΜΕ1 απάντησε «Όχι». Παραδέχθηκε, εν τέλει, ο ΜΕ1 ότι ο μόνος τρόπος που αυτός ενημέρωσε τον Εναγόμενο ότι χρωστά το αξιούμενο ποσό ήταν μέσω του δικηγόρου του το 2013, πριν να κινηθεί η αγωγή. Υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι η συμφωνία ως το Τεκμήριο Α προς αναγνώριση και η οποία έγινε μεταγενέστερα του Τεκμηρίου 1 υπό Έγγραφο Α ανατρέπει οποιανδήποτε προηγούμενη συμφωνία. Η απάντηση του ΜΕ1 ήταν «Πέστε μου έναν τρελό που θα είχε την πρώτη συμφωνία και έναν λόγο για να πάει να υπογράψει τη δεύτερη συμφωνία; Ένας να μου πει τον λόγο, πώς μπορεί κάποιος να κάμει τούτην την αλλαγή, μια εύλογη αιτία, εκτός του αν τρελάθηκε ο ιδιοκτήτης της εταιρείας.». Υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι ψεύδεται επί του όρκου του, κάτι που ο ίδιος αρνήθηκε. Δεν υπήρξε επανεξέταση του ΜΕ
  26. Η μαρτυρία του ΜΕ
  27. Ο ΜΕ2 έδωσε ενόρκως προφορική μαρτυρία. Όπως ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του, αυτός κατάγεται από την Ελλάδα, συγκεκριμένα από το Αιγίνιο Πιερίας, περί τα 40χλμ έξω από τη Θεσσαλονίκη. Το 2009 αυτός εργαζόταν ως τεχνικός στην εταιρεία Videosystem, η οποία είχε έδρα στη Θεσσαλονίκη. Είχε σπουδάσει Τεχνικός Ηλεκτρονικών Υπολογιστών και Δικτύων στην Τεχνική Σχολή. Στα πλαίσια των επαγγελματικών του καθηκόντων, αναλάμβανε την τεχνική υποστήριξη του franchise της εταιρείας και την εξέλιξη του συστήματος που εφάρμοζε η εταιρεία. Η εταιρεία Videosystem προέβαινε σε πωλήσεις συστημάτων για videoclub και παρείχε την τεχνική υποστήριξη σε αυτούς που αγόραζαν τα συστήματά της. Ο ΜΕ2 θυμόταν ότι τα δικαιώματα για το σύστημα της εταιρείας Videosystem στην Κύπρο την είχε «μια κοπέλα» και θυμόταν ότι αυτός ερχόταν στην Κύπρο για την εξυπηρέτηση των πελατών της εταιρείας του και ότι από το 2009 μιλούσε για το σκοπό αυτό «με τον κ. Ιεράρχη». Δείχνοντας τον ΜΥ1 εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου, καθ' ον χρόνο αυτός καθόταν δίπλα στο συνήγορο Υπεράσπισης και παρακολουθούσε την ακρόαση της μαρτυρίας του ΜΕ2, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι το 2009 αυτός ήρθε στην Κύπρο για να εγκαταστήσει μηχανήματα της εταιρείας του σε ένα καινούριο κατάστημα που άνοιξε στην περιοχή του Φρενάρους με ιδιοκτήτη τον ΜΥ1 τον οποίο γνώρισε τότε ο ΜΕ
  28. Την ειδοποίηση για να προβεί στην εγκατάσταση των εν λόγω μηχανημάτων ο ΜΕ2 την έλαβε από τον κ. Ιεράρχη. Εξ όσων γνώριζε ο ΜΕ2, η εταιρεία του κ. Ιεράρχη δεν είχε δικούς της τεχνικούς. Υπήρχαν και άλλα 7 - 8 καταστήματα στον κύκλο πελατείας του κ. Ιεράρχη. Η τεχνική υποστήριξη των πελατών του κ. Ιεράρχη γινόταν με τους εξής τρόπους꞉ (α) Προσφερόταν το ετήσιο service των καταστημάτων επιτόπια στην Κύπρο. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο ΜΕ2, «Μια φορά το χρόνο ήμασταν υποχρεωμένοι να έρθουμε για τα καταστήματα όλης της Κύπρου». (β) Παρείχετο τεχνική υποστήριξη εξ αποστάσεως μέσω διαδικτύου. Η εταιρεία του ΜΕ2 συνδεόταν διαδικτυακά στον κεντρικό ηλεκτρονικό υπολογιστή του καταστήματος και διόρθωνε κατά το δυνατόν τα προβλήματα που υπήρχαν. (γ) Παρείχετο τεχνική βοήθεια σε έκτακτη βάση για την επιδιόρθωση βλαβών στο κατάστημα με επιτόπια επίσκεψη σε αυτό. Εξ όσων θυμόταν ο ΜΕ2, «Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, ερχόμασταν 3 - 4 φορές λόγω προβλημάτων, π.χ. ενός κινητήρα πάνω στο robot. Ερωτηθείς από το συνήγορο των Εναγόντων να πει για πόσο χρόνο η εταιρεία του ΜΕ2 παρείχε τεχνική υποστήριξη στο κατάστημα του ΜΥ1 στο Φρέναρος, ο ΜΕ2 απάντησε λέγοντας «Δεν θυμάμαι. Θα πέσω έξω.». Ερωτηθείς να πει αν θυμάται πόσες φορές είχε επισκεφθεί το κατάστημα του ΜΥ1 στο Φρέναρος μέχρι τα τέλη του 2011 - αρχές του 2012, ο ΜΕ2 απάντησε «Μια φορά για service και έχω έρθει για βλάβη». Ερωτηθείς να πει αν προσέφερε τηλεβοήθεια στο συγκεκριμένο κατάστημα, ο ΜΕ2 απάντησε λέγοντας «Βεβαίως». Ερωτηθείς να πει αν τα καταστήματα videoclub θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ομαλά χωρίς την τεχνική υποστήριξη της εταιρείας του ΜΕ2, ο ΜΕ2 απάντησε λέγοντας «Αν υπήρχε σοβαρό πρόβλημα, έπρεπε να επέμβουμε εμείς για να λειτουργήσει. Δεν θα λειτουργούσε.». Δεν γνώριζε ο ΜΕ2 να πει αν η εταιρεία για την οποία αυτός εργαζόταν λάμβανε οποιαδήποτε πληρωμή δικαιωμάτων από την εταιρεία του κ. Ιεράρχη για την τεχνική υποστήριξη που παρείχε στους πελάτες του. Δεν γνώριζε, διότι δεν ήταν αρμοδιότητά του αυτό. Κληθείς να πει αν υπήρξε οποιοδήποτε περιστατικό με τηλεφώνημα του ΜΥ1 προς τον ίδιο τον ΜΕ2, ο ΜΕ2 δήλωσε τα εξής꞉ «Τί περιστατικό; Δεν το θεωρώ περιστατικό. Είχαμε μια επικοινωνία αν μπορώ να του παρέχω τεχνική υποστήριξη. Αρνήθηκα διότι ήμουν υπάλληλος εταιρείας. Μας το απαγόρευε το franchise. Υπεύθυνος για την τεχνική υποστήριξη στην Κύπρο ήταν ο κ. Ιεράρχης.». Κατά την αντεξέταση του ΜΕ2 σε σχέση με τα πιο πάνω λεγόμενά του, του υποβλήθηκε ότι αποκλείεται αυτός να επισκέφθηκε το κατάστημα του ΜΥ1 στο Φρέναρος για να εγκαταστήσει τα μηχανήματα «το 2009 κάπου εκεί», όπως δήλωσε, αφού η συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και του ΜΥ1 για αγορά των μηχανημάτων έγινε τον 12ο μήνα του
  29. Ο ΜΕ2 απάντησε στην υποβληθείσα θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης λέγοντας «Εμένα δεν μ' ενδιαφέρει πότε υπέγραψαν. Εγώ ήρθα και έστησα το videoclub κι εγκατέστησα τα μηχανήματα. Μια ντουλάπα με ρομποτικό βραχίονα, υπολογιστή γραφείου και αν θυμάμαι καλά δύο οθόνες επιλογής ταινιών.». Δεδομένης της δήλωσης στην οποία είχε προβεί ο ΜΕ2 κατά την κυρίως εξέτασή του, ότι αυτός μετέβη στο κατάστημα του ΜΥ1 μετά την εγκατάσταση των μηχανημάτων μια φορά για ετήσιο service, ο συνήγορος Υπεράσπισης ζήτησε από τον ΜΕ2 να παρουσιάσει την έκθεση που ετοίμασε σε σχέση με την εν λόγω υπηρεσία. Ισχυρίστηκε ο ΜΕ2 ότι δεν κατείχε τέτοια έκθεση διότι δεν ήταν υποχρεωμένος να τηρεί έκθεση. Δεν θυμόταν να πει ποια συγκεκριμένη μέρα πήγε στο εν λόγω κατάστημα για να προβεί στο service, ούτε διατηρούσε τέτοια καταγραφή. Δεν θυμόταν να πει ούτε πότε ακριβώς ήταν που πήγε επί τόπου στο κατάστημα για να διορθώσει βλάβη. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει ούτε την εποχή τουλάχιστον που μετέβη στο κατάστημα του ΜΥ
  30. Επέμεινε, πάντως, ότι προσέφερε «Όχι μια, αλλά σ' αρκετές περιπτώσεις» τηλεβοήθεια στον ΜΥ
  31. Διαφώνησε ο ΜΕ2 με την υποβληθείσα σ' αυτόν θέση ότι μόνο μια φορά επισκέφθηκε το κατάστημα του ΜΥ1 και τούτο έγινε τη μέρα που του εγκατέστησε τα μηχανήματα. Υποβλήθηκε στον ΜΕ2 ότι μετά την αγορά των μηχανημάτων, την τεχνική βοήθεια στο κατάστημα του ΜΥ1 την παρείχε ο ΜΕ1 και όχι ο ΜΕ
  32. Ως προς αυτή την υποβληθείσα θέση, ο ΜΕ2 απάντησε «ΟΚ, ο Ιεράρχης μέσω εμένα. Έπαιρνε τεχνικούς από την εταιρεία μου.». Ο ΜΕ2 διευκρίνισε ότι καθ' ον χρόνο έδιδε μαρτυρία στο Δικαστήριο, δεν εργαζόταν για την εταιρεία Videosystem με την οποία συνεργαζόταν ο ΜΕ
  33. Εργάζεται στην Κύπρο για την εταιρεία Zemco Constructions. Δεν υπήρξε επανεξέταση του ΜΕ
  34. Η μαρτυρία της ΜΕ
  35. Η μαρτυρία της ΜΕ3 ήταν σύντομη. Όπως δήλωσε κατά την κυρίως εξέτασή της, αυτή είναι σύζυγος του ΜΕ1 και συγχρόνως είναι μία εκ των διευθυντών της Ενάγουσας εταιρείας. Ο σύζυγός της (ΜΕ1) είναι διευθυντής και γραμματέας της ίδιας εταιρείας (βλ. συναφώς τη δισέλιδη δέσμη εγγράφων από το Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών ως το Έγγραφο Β). Η εταιρεία ασχολείτο με την πώληση DVD σε 24ωρη βάση και είχε ένα υπάλληλο και ένα τεχνικό. Περαιτέρω, κατά την κυρίως εξέτασή της η ΜΕ3 είδε και αναγνώρισε το Συμφωνητικό (βλ. το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α) ως «τα συμβόλαια πελατών που υπέγραφε η εταιρεία η δική μας». Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΕ3 σημείωσε ότι τα περισσότερα καταστήματα πώλησης DVD που είχε η Ενάγουσα εταιρεία έχουν κλείσει και ότι το κατάστημα που διατηρούσε η Ενάγουσα εταιρεία στο Παραλίμνι έκλεισε το 2011 -
  36. Δεν υπήρξε επανεξέταση της ΜΕ
  37. Η μαρτυρία του Εναγόμενου (ΜΥ1). Ο Εναγόμενος (ΜΥ1) υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης ως το Έγγραφο Γ. Σε αυτήν ανέπτυξε την εκδοχή ότι꞉ Την 18.5.2009 ο ΜΥ1 μαζί με τον ΜΕ1 υπέγραψαν το Συμφωνητικό ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α. Μετά την υπογραφή του Συμφωνητικού και αφού ο ΜΥ1 ξεκίνησε τη διαδικασία δημιουργίας εταιρείας ενοικιάσεως dvd, διαπίστωσε ότι η συμφωνία ημερ. 18.5.2009 ήταν επιχειρηματικά ασύμφορη και ζήτησε από τον ΜΕ1 επαναδιαπραγμάτευση, ακύρωση της 1ης συμφωνίας και δημιουργία νέας. Πράγματι στις 3.12.2009 στο υπό ανέγερση υποστατικό του ΜΥ1 στο Φρέναρος, στην παρουσία του ΜΕ1, της Stanka Lubenova Aghabeighi Hris που εργαζόταν κατά τον κρίσιμο χρόνο στο κατάστημα, υπέγραψαν τη συμφωνία ημερ. 3.12.2009 (βλ. το Τεκμήριο Α προς αναγνώριση, το οποίο αφού αναγνωρίστηκε από τον ΜΥ1 ως η αναφερόμενη συμφωνία ημερ. 3.12.2009, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Γ), την οποία ετοίμασε η δικηγόρος του ΜΥ1, κα Διονυσία Ζησιμοπούλου Κυριάκου, τα στοιχεία της οποίας εμφαίνονται στην επαγγελματική κάρτα ως το Τεκμήριο 2Α υπό Έγγραφο Γ. Ακολούθως, ο ΜΥ1 ξεκίνησε τη διαδικασία για σύσταση εταιρείας στο Φρέναρος, η οποία θα λειτουργούσε ως εταιρεία ενοικίασης DVD. Δέσμη εγγράφων που περικλείει το Πιστοποιητικό Σύστασης της εταιρείας με την ονομασία Ν. Κ. Αναστάση Λτδ, το Πιστοποιητικό Διεύθυνσης Εγγεγραμμένου Γραφείου και Μετόχων και Διευθυντών της εταιρείας, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Γ. Κατά ή περί το Δεκέμβριο 2009 ο ΜΥ1 μαζί με 2 τεχνικούς Ελλαδίτες, ένας εκ των οποίων είναι παντρεμένος στο Παραλίμνι, ήρθαν και εγκατέστησαν τον μηχανισμό. Έκτοτε ο ΜΥ1 εξόφλησε πλήρως τον ΜΕ1 ως η συμφωνία ημερ. 3.12.2009 και το κατάστημα λειτούργησε για 2 χρόνια περίπου, το 2010 και το 2011, οπότε το κατάστημα έκλεισε λόγω έλλειψης ζήτησης για DVD. Αποδεικτικά στοιχεία για την εγγραφή της εταιρείας Ν. Κ. Αναστάση Λτδ στο Μητρώο του Εφόρου ΦΠΑ την 11.1.2010 και για την ακύρωση της εγγραφής της εταιρείας την 31.12.2011 κατατέθηκαν από τον ΜΥ1 ως τα Τεκμήρια 4 και 5 υπό Έγγραφο Γ. Από την ημέρα εγκατάστασης των μηχανημάτων, ο ΜΥ1 δεν είδε ξανά ούτε επικοινώνησε με τον κ. Ιεράρχη και/ή με άλλο τεχνικό. Ουδέποτε έλαβε είτε εγγράφως είτε προφορικώς απαίτηση πληρωμής και/ή ειδοποίηση και/ή επιστολή και/ή τιμολόγιο από τον ΜΕ
  38. Πρώτη φορά ο ΜΥ1 έλαβε γνώση για την κατ' ισχυρισμό οφειλή του όταν του επιδόθηκε η αγωγή. Εξ όσων ο ΜΥ1 γνωρίζει, το κατάστημα του ΜΕ1 έκλεισε το
  39. Κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 υποβλήθηκε σε αυτόν, ότι το Συμφωνητικό που ισχυρίζεται ότι υπέγραψε μαζί με τον ΜΕ1 ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Γ, δεν ακυρώνει τη συμφωνία που υπογράφηκε στις 18/05/09 ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α. Ο ΜΥ1 απάντησε ότι δεν καταλαβαίνει την υποβληθείσα θέση. Ο ΜΥ1 αρνήθηκε την εκδοχή που πρόταξε ο ΜΕ2 ότι, εκτός από την ημερομηνία που εγκατέστησε τα μηχανήματα, ερχόταν τουλάχιστον τρεις φορές τον χρόνο στο μαγαζί του Εναγομένου και του παρείχε και τηλεβοήθεια, δηλαδή υπηρεσίες μέσω τηλεφώνου για να διορθώνει κάποια πράγματα που συνέβαιναν στο μαγαζί του. Αρνήθηκε επίσης ο ΜΥ1 τη θέση που του υπέβαλε ο συνήγορος της Ενάγουσας εταιρείας ότι αυτή τήρησε επ' ακριβώς τη συμφωνία που έκαναν και ότι πρόσφερε στον Εναγόμενο όλες τις υπηρεσίες που έπρεπε να του προσφέρει με βάση τη συμφωνία ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο A. Αρνήθηκε ο ΜΥ1 ότι ενώ η Ενάγουσα εταιρεία του παρείχε αυτές τις υπηρεσίες μέχρι το έτος 2012, εντούτοις αυτός δεν πλήρωνε και τους οφείλει το συνολικό ποσό των €8.818,15 επιπλέον Φ.Π.Α. Όπως εξήγησε ο ΜΥ1, το κατάστημά του λειτούργησε το 2010 και το 2011 και έκλεισε, χωρίς ποτέ ο κύριος Πανίκος να του παρείχε υπηρεσίες ή βοήθεια. Το σύστημα του καταστήματος λειτουργούσε μόνο του, δεν χρειαζόταν ούτε τεχνική στήριξη από την Ενάγουσα ούτε τίποτε. Υποβλήθηκε στον ΜΥ1 ότι και αν ακόμα η εταιρεία σας διαγράφηκε από το Φ.Π.Α., αυτό δεν σημαίνει ότι δεν λειτουργούσε το κατάστημα, γιατί προφανώς θα είχε έσοδα τόσα που της επέτρεπε ο Νόμος για να διαγραφεί από το Φ.Π.Α., αφού μέχρι ενός ποσού δικαιούται κάποιος να είναι εκτός Φ.Π.Α. και να μην εισπράξει. Δεν υπήρξε επανεξέταση του ΜΥ
  40. Η μαρτυρία της ΜΥ
  41. Η μαρτυρία της ΜΥ2 ήταν πολύ σύντομη. Κατά την κυρίως εξέτασή της, αυτή είδε και αναγνώρισε την υπογραφή της υπό την ένδειξη «Μάρτυρες» στο έγγραφο της Συμφωνίας ημερ. 3.12.2009 ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Γ. Δήλωσε επίσης ότι οι υπογραφές της εν λόγω συμφωνίας τέθηκαν στην παρουσία αυτής, του ΜΕ1 και του ΜΥ
  42. Κατά την αντεξέτασή της, ερωτηθείσα να πει ποια σχέση έχει αυτή με τον ΜΥ1, η ΜΥ2 απάντησε ότι είναι φιλενάδα του τα τελευταία 7 χρόνια. Δεν υπήρξε επανεξέταση. Το βάρος της απόδειξης. Η μαρτυρία θα αξιολογηθεί, για να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, έτσι ώστε να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται, ήτοι στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι δηλαδή η εκδοχή του είναι πιο πιθανόν να είναι αληθής παρά να μην είναι. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ

(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Κριτήρια αξιολόγησης της μαρτυρίας Διευκρινίζεται ότι η αξιοπιστία καθενός μάρτυρα αξιολογείται ανεξαρτήτως βάρους απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Η κρίση του δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν έχει ως μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Αποτιμάται η συνολική παρουσία καθενός μάρτυρα στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας του χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη) - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Πέραν τούτου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας καθενός μάρτυρα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Τέλος, αποτελεί βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014). Για τον ίδιο λόγο η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται υπό το πρίσμα και της συνοχής της εν σχέση προς τη δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς. Όπως λέχθηκε στην Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676: «Δεν διαπιστώνεται όμως καμία ουσιώδης παρέκκλιση μεταξύ δικογραφίας και μαρτυρίας, που είναι βέβαια επιτρεπτό από το Δικαστήριο να εντοπίζεται ως στοιχείο για την τυχόν αξιοπιστία του διαδίκου (δέστε Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1153, 1158-59)». Κατ' αρχάς, παρατηρώ ότι από τη δικογραφία, αλλά και μέσα από την ακροαματική διαδικασία, αναδείχθηκαν τα εξής επίδικα θέματα꞉ (α) Ποια είναι η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων μερών δυνάμει της οποίας θα πρέπει να κριθεί η παρούσα υπόθεση; Το Ιδιωτικό Συμφωνητικό ημερ. 18.5.2009 που επικαλούνται οι Ενάγοντες ή η Συμφωνία ημερ. 3.12.2009 που επικαλείται ο Εναγόμενος; Τούτο είναι ζήτημα, αφενός, πραγματικό και, αφετέρου, νομικό. Ως ζήτημα γεγονότων χρήζει εξέτασης το κατά πόσον συνήφθη η μια ή η άλλη ή και οι δύο συμφωνίες. Ως ζήτημα νομικό χρήζει εξέτασης το κατά πόσον η σύναψη της δεύτερης τροποποίησε ή/και αντικατέστησε την αρχική συμφωνία, έτσι ώστε οι υποχρεώσεις του Εναγομένου να διέπονταν μόνο από τη δεύτερη συμφωνία άπαξ της σύναψής της. (β) Αν εκπληρώθηκε η (όποια) μεταξύ των διαδίκων ισχύουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο συμφωνία. Ειδικότερα, αν παρασχέθηκαν στον Εναγόμενο οποιεσδήποτε υπηρεσίες, και ποιες ήταν αυτές, κατά την περίοδο από τη συνομολόγηση της (όποιας) ισχύουσας συμφωνίας μέχρι και το 2012 που οι Ενάγοντες αξιώνουν αμοιβή. Αν καλύπτονταν από την αμοιβή που προέβλεπε η ισχύουσα συμφωνία ή αν έπρεπε να αποδειχθεί ξεχωριστή χρέωση για την παροχή τους. Σημειωτέον ότι με το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας κατέστη ξεκάθαρο ότι οι Ενάγοντες, μέσω του ΜΕ1, εμμένουν ότι μόνο μια συμφωνία συνήφθη, ημερ. 18.5.2009 (ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α), ενώ ο Εναγόμενος δεν αμφισβητεί ότι είχε συναφθεί η συμφωνία ημερ. 18.5.2009, παρά μόνον ισχυρίζεται ότι μετά από εκείνην συνήφθη νέα συμφωνία, ημερ. 3.12.2009, η οποία αντικατέστησε την αρχική και ότι, ως εκ τούτου, εφόσον εκπληρώθηκε η νέα συμφωνία με την πλήρη εξόφληση του τιμήματός της, δεν χωρεί ούτε χρήζει εκπλήρωσης η αρχική συμφωνία η οποία αντικαταστάθηκε. Επισημαίνω στο σημείο αυτό, ότι ισχυρισμός περί αντικατάστασης της αρχικής συμφωνίας δεν είχε δικογραφηθεί ρητά στην Έκθεση Υπεράσπισης, πλην όμως τούτο απορρέει φυσικά από την εκδοχή υπεράσπισης που δικογραφήθηκε, εφόσον δεν έγινε παραδεκτή η ισχύς της αρχικής συμφωνίας και ηγέρθηκε ρητά, ως συνέπεια της νέας συμφωνίας ημερ. 3.12.009, ο ισχυρισμός ότι με την εκπλήρωση της νέας, εξοφλήθηκε «κάθε προηγούμενο χρέος» (βλ. την παρα. 4 της Ε/Υ). Γι' αυτό και αποδέχομαι ως εντός των δικογράφων, από νομικής απόψεως, τη θέση περί αντικατάστασης της συμφωνίας, όπως την προώθησαν κατά τη δίκη. Το αν, ως ζήτημα γεγονότων, αποδεικνύεται ως αληθής ο ισχυρισμός περί εκπλήρωσης της νέας συμφωνίας και το αν νομικά ευσταθεί ο ισχυρισμός περί αντικατάστασης είναι ζητήματα που χρήζουν εξέτασης από το Δικαστήριο και έκδοσης απόφασης. Αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Με τις πιο πάνω σκέψεις σε σχέση με ό,τι αναφύεται ως επίδικο, προχωρώ σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, έχοντας ασφαλώς κατά νου το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Παρά το ότι ο ΜΕ1 έδιδε την εξωτερική εντύπωση ενός σοβαρού μάρτυρα που προσήλθε πρόθυμος να απαντήσει σε κάθε ερώτηση που του υποβαλλόταν για να διαφωτίσει το Δικαστήριο ως προς τα γεγονότα, εντούτους η μαρτυρία του δεν μου έκανε θετική εντύπωση επί της ουσίας της, διότι άφησε κενά και αμφιβολίες σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης των Εναγόντων και δεν επιβεβαιώθηκε από τα λεγόμενα των άλλων μαρτύρων (ΜΕ2 και ΜΕ3). Συγκεκριμένα, όσον αφορά τον δικογραφημένο ισχυρισμό ότι οι Ενάγοντες ήταν οι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι στην Κύπρο των μηχανημάτων αυτόματης ενοικίασης βιντεοκασετών και DVD καθώς και για την τεχνική υποστήριξη των εν λόγω μηχανημάτων, για τα οποία γίνεται λόγος στην παρούσα υπόθεση, ο ΜΕ1 απέτυχε ή/και παρέλειψε να προσέλθει έτοιμος στο Δικαστήριο να παρουσιάσει την εν λόγω συμφωνία που καθιστά τους Ενάγοντες αποκλειστικούς αντιπροσώπους. Αν και δήλωσε ότι το έγγραφο αυτό βρισκόταν στο σπίτι του και ότι ήταν εύκολα προσβάσιμο, εντούτοις δεν το παρουσίασε στο Δικαστήριο ούτε η σύζυγος του ΜΕ1, δηλαδή η ΜΕ3, όταν η ίδια προσήλθε ως μάρτυρας και παρά το ότι ήταν και η ίδια αξιωματούχος της Ενάγουσας εταιρείας, έτσι ώστε να έπρεπε ή/και να μπορούσε να έχει στην κατοχή της το εν λόγω έγγραφο συμφωνίας. Εφόσον ο συνήγορος Υπεράσπισης αμφέβαλλε, με σχετικές υποβολές προς τον ΜΕ1, την αλήθεια του ισχυρισμού περί της αποκλειστικής αντιπροσωπείας, οι Ενάγοντες είχαν το βάρος, για σκοπούς απόδειξης της εκδοχής τους, να την αποδείξουν με επαρκή στοιχεία, κάτι που άφησαν άπρακτό. Όσον αφορά τη σύναψη της αρχικής συμφωνίας ημερ. 18.5.2009, παρατηρώ ότι ο ΜΕ1 παρουσίασε το πρωτότυπο έγγραφο της συμφωνίας το οποίο υπογράφεται από αυτόν και τον ΜΥ
  1. Αν και δεν υπάρχουν μάρτυρες των υπογραφών τους επί του εν λόγω εγγράφου συμφωνίας, εντούτοις τούτο δεν έχει οποιεσδήποτε συνέπειες για την απόδειξη της σύναψης της εν λόγω συμφωνίας, εφόσον ο Εναγόμενος (ΜΥ1) παραδέχθηκε εν τέλει, μέσω της γραπτής του δήλωσης, την υπογραφή από τον ίδιο και από τον ΜΕ1 του εν λόγω εγγράφου ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α. Όσον όμως αφορά τη σύναψη της νέας συμφωνίας που διατείνεται ο Εναγόμενος (ΜΥ1) ότι είχαν συνάψει στις 3.12.2009 (ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Γ), η μαρτυρία του ΜΕ1 από τη θέση στο εδώλιο του μάρτυρα δεν ήταν πειστική. Δεν αρνήθηκε ότι του ανήκε η υπογραφή, παρά μόνον δέχθηκε ότι μοιάζει της υπογραφής του. Δεν ισχυρίστηκε ευθαρσώς ότι δεν πρόκειται για γνήσια υπογραφή του. Πολύ πιο σημαντικό θεωρώ ότι ο συνήγορος των Εναγόντων παρέλειψε να υποβάλει στους ΜΥ1 και ΜΥ2 κατά την αντεξέτασή τους, τη θέση ότι η υπογραφή επί του εν λόγω εγγράφου του αποδίδεται στον ΜΕ1 δεν είναι γνήσια. Επισημαίνω στο σημείο αυτό ότι ο Εναγόμενος, ο οποίος είχε το αποδεικτικό βάρος του ισχυρισμού του για τη σύναψη της σύμβασης ημερ. 3.12.2009, παρουσίασε το πρωτότυπο έγγραφο της εν λόγω συμφωνίας, κάτι που αποτελεί την καλύτερη δυνατή μαρτυρία στην κατοχή του. Αξίζει επίσης να σημειώσω ότι ο Εναγόμενος είχε προβεί σε ένορκη δήλωση αποκάλυψης της συμφωνίας ημερ. 3.12.2009 και άρα ήταν εφικτό πριν την έναρξη της ακρόασης να ζητούσαν οι Ενάγοντες επιθεώρηση της εν λόγω συμφωνίας για να την ελέγξουν, έτσι ώστε να είναι σε θέση ο ΜΕ1 να τοποθετηθεί επ' αυτής, αντί να εμφανίζεται ότι πρώτη φορά μάθαινε γι' αυτήν κατά τη δίκη. Το γεγονός ότι, όπως μαρτυρεί η ΜΥ2, οι υπογραφές των ΜΕ1 και ΜΥ1 τέθηκαν στην παρουσία της, η οποία ΜΥ2 τυγχάνει να έχει δεσμό με τον ΜΥ1, δεν καθιστά άνευ ετέρου αναξιόπιστη τη μαρτυρία της ΜΥ
  2. Δεν υπήρξε κανένα άλλο έρεισμα για να κριθεί αναξιόπιστη η μαρτυρία της. Ουσιαστικά, το μόνο επιχείρημα που πρόταξε ο ΜΕ1 για να αμφισβητήσει την αλήθεια της εκδοχής του Εναγομένου ότι συνήφθη η συμφωνία ημερ. 3.12.2009, ήταν ότι κάποιος που κατείχε προς όφελος του την αρχική συμφωνία θα ήταν ανόητος να υπογράψει τη νέα συμφωνία. Ωστόσο, μπορεί κάλλιστα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, να αντιταχθεί ως λογικό επιχείρημα ότι, εφόσον το κείμενο της νέας συμφωνίας αποκαλύπτει ότι κατά το χρόνο σύναψής της οι Ενάγοντες δεν είχαν ακόμη παραδώσει τα μηχανήματα στον Εναγόμενο γι' αυτό και δεν είχαν ακόμη εξοφληθεί από τον Εναγόμενο για την αξία (κόστος) των μηχανημάτων που ανερχόταν σε €25.000 και είχαν να παίρνουν από αυτόν το ποσό των €7500, έπεται ότι είχαν συμφέρον να διασφαλίσουν την είσπραξη τουλάχιστον του εν λόγω ποσού, εφόσον ο Εναγόμενος άρχισε ήδη να ζητεί επαναδιαπραγμάτευση της αρχικής συμφωνίας λόγω του ότι έκρινε ασύμφορο για τον ίδιο να εκπληρώσει τους υπόλοιπους όρους της αρχικής. Ο ΜΥ1 διασύνδεσε στη μαρτυρία του τη σύναψη της νέας συμφωνίας με το χρονικό στάδιο που αυτός προχωρούσε στη σύσταση εταιρείας για την ανάπτυξη της επιχειρηματικής του δραστηριότητας. Το γεγονός ότι δεν δικογράφησε στην Έκθεση Υπεράσπισης οτιδήποτε περί της σύστασης της εταιρείας του, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, εφόσον ακόμη και η νέα συμφωνία έγινε επ' ονόματί του και υπό την προσωπική του ιδιότητα, παρά εξ ονόματος και για λογαριασμό της εταιρείας. Δεν ήταν επομένως ουσιώδης ισχυρισμός γεγονότων η σύσταση της εταιρείας, σε ό,τι αφορά τον προσδιορισμό των συμβαλλομένων μερών, τέτοιος που να ήταν αναγκαίο να δικογραφηθεί. Είναι περιφερειακής σημασίας τα λεγόμενά του περί της σύστασης εταιρείας, πλην όμως, εφόσον έχουν τεκμηριωθεί με τα σχετικά τεκμήρια, δίδουν πειστική χροιά στα λεγόμενά του όσον αφορά το χρόνο που αυτός επέλεξε να επαναδιαπραγματευτεί τη συμφωνία, ήτοι αμέσως πριν την εγγραφή της εταιρείας και την έναρξη των εργασιών του καταστήματός του. Εξίσου πειστικά ήταν και τα λεγόμενά του όσον αφορά το χρόνο που αυτός τερμάτισε τη λειτουργία του καταστήματός του σε συσχετισμό με τη διαγραφή της εταιρείας από το μητρώο ΦΠΑ. Επομένως, δεν εντοπίζω κανένα έρεισμα είτε για να κρίνω αναξιόπιστη τη μαρτυρία του ΜΥ1 ατομικά είτε για να κρίνω, στο σύνολο της μαρτυρίας, αναξιόπιστη την εκδοχή της Υπεράσπισης ότι είχαν συναφθεί δύο συμφωνίες μεταξύ των ιδίων μερών, έναντι των υπογραφών των ΜΕ1 και ΜΥ1, η αρχική στις 18.5.2009 και μία άλλη στις 3.12.2009 κατόπιν αιτήματος του ΜΥ1 για επαναδιαπραγμάτευση της αρχικής. Παρεμβάλλω εδώ, το εξής σχόλιο. Στο Σύγγραμμα του Πολύβιου Γ. Πολυβίου, Το Δίκαιο των Συμβάσεων, Εκδόσεις Χρυσαφίνης & Πολυβίου, Λευκωσία 2014, Τόμος Β., σελ. 542, αναφέρονται τα εξής꞉ «
  3. Υπογραφή εγγράφων. Ένας βασικός κανόνας του κοινοδικαίου είναι ότι ένα συμβαλλόμενο μέρος δεσμεύεται από έγγραφο που έχει υπογράψει. Ως θέμα αρχής, ο κάθε συμβαλλόμενος δεσμεύεται από την υπογραφή του, ανεξάρτητα εάν έχει αναγνώσει το έγγραφο ή όχι. [...]». Στη σελίδα 545 του ιδίου Συγγράμματος αναφέρεται ότι «Υπάρχουν τρεις τουλάχιστον εξαιρέσεις στον κανόνα ότι η υπογραφή δεσμεύει τον συμβαλλόμενο σε σχέση με το έγγραφο που υπέγραψε. Πρώτον, υπάρχει η υπεράσπιση του non est factum, δεύτερον, η υπογραφή δεν δεσμεύει τον συμβαλλόμενο εκεί όπου προηγήθηκε της συνομολόγησης της σύμβασης απάτη ή ψευδής παράσταση. Τρίτον, φαίνεται ότι κάποιο μέρος δεσμεύεται από την υπογραφή του μόνο όταν το έγγραφο αποτελεί μέρος της σύμβασης, ή καλύτερα, έχει συμβατική σημασία και ισχύ. Αυτό, μεταξύ άλλων, σημαίνει ότι το έγγραφο επί του οποίου βασίζεται ένας συμβαλλόμενος θα πρέπει να έχει υπογραφεί από τον άλλο συμβαλλόμενο πριν ή το αργότερο κατά το χρόνο συνομολόγησης της σύμβασης και όχι αργότερα.». Εδώ ούτε δικογραφήθηκαν ούτε ανέκυψαν στη βάση της δοθείσας μαρτυρίας, λόγοι για να μην κριθεί δεσμευτική η υπογραφή του ΜΕ1 επί του Τεκμηρίου 2 υπό Έγγραφο Γ. Διευκρινίζω στο σημείο αυτό ότι η ερμηνεία που απέδωσε ο ΜΕ1 στους όρους της αρχικής συμφωνίας κατά την αντεξέτασή του, ότι δηλαδή αρχικά παρασχέθηκε έκτπωση στην τιμή που κάλυπτε και την τεχνική υποστήριξη για το πρώτο έτος, με το σκεπτικό ότι θα συνεχιζόταν η συνεργασία για την τεχνική υποστήριξη κατά τα επόμενα έτη και ότι η Ενάγουσα θα έβγαζε το απωλεσθέν κέρδος της απ' εκεί, δεν είναι παράλογη ή αναξιόπιστη. Ενδέχεται να απηχεί στη λογική με την οποία η Ενάγουσα συμβλήθηκε αρχικά με τον Εναγόμενο. Τούτο όμως από μόνο του δεν αναιρεί το γεγονός ότι αποδεικνύεται στην όψη του Τεκμηρίου 2 υπό Έγγραφο Γ και στη βάση της μαρτυρίας των ΜΥ1 και ΜΥ2, πως υπήρξε σύναψη και νέας συμφωνίας στις 3.12.2009, για τους λόγους που οδήγησαν στη σύναψή της. Ο ΜΕ1 παραδέχθηκε ότι ο Εναγόμενος κατέβαλε το συνολικό ποσό των €25.
  4. Τούτη ήταν η ξεκαθαρισμένη αμοιβή βάσει του Παραρτήματος 1 του Τεκμηρίου 1 υπό Έγγραφο Α για τα μηχανήματα, περιλαμβανομένης της τεχνικής υποστήριξης, για το πρώτο έτος της σύμβασης. Το ίδιο ποσό αποτελεί το συνολικό τίμημα των συμφωνηθέντων βάσει του Τεκμηρίου 2 υπό Έγγραφο Α. Οι Ενάγοντες υποστήριζαν μέχρι τέλους της δίκης, μέσω του ΜΕ1, ότι μετά τη σύναψη της σύμβασης ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α συνέχισαν να παρέχουν στον Εναγόμενο σε τρία συναπτά έτη (2010, 2011 και 2012) υπηρεσίες τεχνικής υποστήριξης δυνάμει της αρχικής σύμβασης και ότι δικαιούνται αμοιβής δυνάμει των προνοιών της, ενώ ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ουδεμία άλλη υπηρεσία του προσφέρθη μετά την 3.12.2009 που συνήφθη η σύμβαση ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Γ και η οποία σύμβαση εξοφλήθηκε. Για να αποδείξει το δικαίωμα να λάβει τα ποσά ως οι αξιώσεις της στην Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα όφειλε να αποδείξει ότι τήρησε τα διαμειφθέντα στον όρο 4 του εν λόγω Τεκμηρίου. Ειδικότερα, όφειλε ν' αποδείξει ότι έγιναν 2 προγραμματισμένες επισκέψεις για service και επιθεώρηση των μηχανημάτων κατ' έτος στην έδρα του πελάτη και, σε περίπτωση που ζητείτο από τον πελάτη, άλλες 10 επισκέψεις. Δηλαδή, όφειλε κατ' ελάχιστον, ν' αποδείξει ότι έγιναν 2 προγραμματισμένες επισκέψεις το 2010, άλλες 2 το 2011 και άλλες 2 το 2012, που είναι τα έτη για τα οποία αξιώνει την αμοιβή δυνάμει του Τεκμηρίου 1 υπό Έγγραφο Α. Αναπόφευκτα, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου το γεγονός ότι η Ενάγουσα, για να αποδείξει την υπόθεσή της περί τούτου, στηρίχθηκε μόνο στη μαρτυρία του ΜΕ2 ως του τεχνικού που κατ' εντολή του ΜΕ1 εκπλήρωνε τις επιτόπιες επισκέψεις ως προβλέπονταν στο Τεκμήριο
  5. Ενώ, λοιπόν, η μαρτυρία του ΜΕ1 κινήθηκε σε τροχιά αβεβαιότητας για τον ακριβή αριθμό των επιτόπιων επισκέψεων που έγιναν στο κατάστημα του ΜΥ1 για service και επισκευές και ενώ ο ΜΕ1 έδειξε σαφώς να υποθέτει ότι έγιναν δύο και περισσότερες επισκέψεις απλώς και μόνον επειδή αυτό αναφερόταν στη συμφωνία, εντούτοις, όταν προσήλθε ο ΜΕ2 δεν έδωσε υπόσταση στα λεγόμενα του ΜΕ1, αφού απεναντίας δήλωσε ότι θυμόταν μία μόνο επιτόπια επίσκεψη για service και μία επίσκεψη για βλάβη. Τίποτα άλλο. Ακόμη και για αυτά που θυμόταν, δεν διατηρούσε οποιαδήποτε καταγραφή για να προσδιορίσει σε ποιο έτος (2010 ή 2011 ή 2012) εντάσσονταν χρονικά οι συγκεκριμένες δύο επισκέψεις που έκανε. Ουδεμία επεξήγηση δόθηκε από τον ΜΕ1 για το πώς προκύπτει η αξίωση ποσού μόνο €1500 για το έτος 2010 αντί €3500 που ήταν η συνολική ετήσια αμοιβή κατά το πρώτο έτος. Είναι, για παράδειγμα, επειδή έγινε μόνο μία προγραμματισμένη επίσκεψη για service το συγκεκριμένο έτος αντί δύο που προβλέπονταν στη συμφωνία ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α; Η μαρτυρία του ΜΥ1 ότι ουδέποτε εκδόθηκε σε αυτόν οποιοδήποτε τιμολόγιο για χρέωση της αξιούμενης αμοιβής και ότι για πρώτη φορά ενημερώθηκε για την οφειλή όταν του επιδόθηκε η αγωγή, επαληθεύτηκε με τα λεγόμενα του ΜΕ1, ο οποίος δεν αρνήθηκε τη μη έκδοση τιμολογίων ως απαιτούσε ο όρος 5 του Τεκμηρίου
  6. Άλλωστε, ουδεμία επιστολή δικηγόρου για προειδοποίηση του ΜΥ1 για τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του, αν δεν εξοφλούσε την ισχυριζόμενη οφειλή, δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο, παρά την ισχυριζόμενη παράλειψη του ΜΥ1 σε τρία συναπτά έτη να πληρώσει το ποσό που κατ' ισχυρισμόν όφειλε. Αποδυναμώνεται η αληθοφάνεια της εκδοχής του ΜΕ1 ότι υπήρχε συμφωνία για τέτοια ετήσια αμοιβή για τεχνική υποστήριξη, δεδομένης της μη λήψης οποιωνδήποτε μέτρων για απόδειξη ή/και εξασφάλιση της ισχυριζόμενης οφειλής το 2010, το 2011 και το 2012, παρά μόνον με την αγωγή το
  7. Στην Έκθεση Απαίτησης ουδεμία αξίωση συσχετίζεται με την παροχή υπηρεσιών πέραν των συμφωνηθεισών δυνάμει του Ιδιωτικού Συμφωνητικού ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α. Επομένως, η μαρτυρία του ΜΕ2 περί τηλεβοήθειας που παρείχετο στον Εναγόμενο, κινείται έξω από τα όρια της δικογραφημένης εκδοχής, των ζητούμενων θεραπειών και των όρων της σύμβασης στην οποία βασίζεται η Ενάγουσα. Το ιδιωτικό Συμφωνητικό ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α δεν προέβλεπε για συμφωνημένες υπηρεσίες τηλεβοήθειας. Για τις μη προβλεπόμενες στη συμφωνία υπηρεσίες, η Ενάγουσα εταιρεία όφειλε, εκεί όπου ήθελε ν' αποδείξει ότι παρείχε επιπρόσθετες μη συμφωνημένες εργασίες, να παρουσιάσει την έκδοση «νόμιμου φορολογικού παραστατικού» (βλ. τον όρο 5), κάτι που εν προκειμένο παρέλειψε να εκδώσει ή/και παρέλειψε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο για ν' αποδείξει την εκδοχή της. Είναι σχετική η παραδοχή του ΜΕ1 για την παράλειψη αυτή. Ο δε ΜΕ2 δεν θυμόταν να πει σε ποιες ημερομηνίες παρασχέθηκαν τέτοιες υπηρεσίες τηλεβοήθειας. Συνεπώς, παρέμεινε μετέωρος ο ισχυρισμός για την παροχή τέτοιων υπηρεσιών και για το δικαίωμα λήψης αμοιβής γι' αυτές. Καταλήγω και λέγω ότι δεν ικανοποιήθηκα στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ2 ότι υπήρξε επαρκής και συμπαγής μαρτυρία που να αποδεικνύει την παροχή τεχνικής υποστήριξης στον Εναγόμενο κατά τα έτη 2010, 2011 και 2012, εντός του πλαισίου των όρων της αρχικής συμφωνίας, έτσι ώστε να είχα λόγο να πιστέψω ότι εκπληρώθηκαν οι όροι της αρχικής συμφωνίας από τους Ενάγοντες και ότι μια τέτοια συμπεριφορά θα έπρεπε να θεωρηθεί απόδειξη της διατήρησης σε ισχύ της αρχικής συμφωνίας είτε παράλληλα είτε αντί της νέας σύμβασης. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ, ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. Δεδομένης της προεκτεθείσας αξιολόγησης της μαρτυρίας, καταλήγω σε εύρημα ότι꞉ Στις 18.5.2009 συνήφθη μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγομένου, η Συμφωνία ημερ. 18.5.2009, που αναφέρεται πιο πάνω ως η αρχική συμφωνία, ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α. Η εν λόγω συμφωνία υπεγράφη από τον ΜΕ1 και από τον Εναγόμενο. Το Παράρτημα Ι του Συμφωνητικού ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α προβλέπει τα εξής꞉ «Το παρόν Παράρτημα διέπεται από τους όρους του ιδιωτικού Συμφωνητικού Παροχής Υπηρεσιών που υπογράφηκε την 18.5.2009 μεταξύ της Class Time DVD Services Ltd παρέχουσας και του φυσικού προσώπου με το όνομα ΝΙΚΟΣ Α. ΚΙΛΕ και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτής. Κόστος μεταχειρισμένων μηχανημάτων (1 ντουλάπα sv 2500,3 οθόνες privacy) 25.000 Λήπτες χρημάτων (2Χ1500) 3.000 Τεχνική κάλυψη 3.500 Entry Fee 4.000 ______ €35.000 Έκπτωση €10.500 Σύνολο €25.000 Το 50% του συνόλου, δηλαδή €12.500 πληρώνεται τοις μετρητοίς ως προκαταβολή, έναντι της παραγγελίας των συμφωνηθέντων μηχανημάτων. Το υπόλοιπο 50%, δηλαδή €12.500, πληρώνεται τοις μετρητοίς για την παράδοση των μηχανημάτων. Διευκρινίζεται ότι πάντοτε, στις όποιες πληρωμές - αμοιβές γίνονται προς την Παρέχουσα, ο ΦΠΑ πάντα βαραίνει τον Πελάτη. Η ΠΑΡΕΧΟΥΣΑ Ο ΠΕΛΑΤΗΣ (υπογραφή) (υπογραφή).» Ο όρος 3 του κυρίως σώματος του Συμφωνητικού ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α προβλέπει τα εξής꞉ · Για το πρώτο έτος ισχύος της σύμβασης, η συνολική αμοιβή της παρέχουσας συμφωνείται στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (3.500), το οποίο ποσό καταβάλλεται ως αμοιβή για υποστήριξη της λειτουργίας απόδοσης του μηχανήματος καθώς και για τη χρήση και χρησιμοποίηση του ονόματος της ταμπέλας (24 self video) της εταιρείας. · Για κάθε επόμενο έτος το ποσό αυτό θα αυξάνεται κατά 3% κάθε χρόνο. · Η συνολική αμοιβή κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, συμφωνείται ότι θα προκαταβάλλεται από τον πελάτη, η μεν αφορά το πρώτο έτος ισχύος της σύμβασης, κατά την υπογραφή της παρούσας συμβάσεως εφάπαξ, η δε αμοιβή των επόμενων ετών ισχύος της παρούσας συμβάσεως το αργότερο τη 10η Ιανουαρίου κάθε έτους εφάπαξ και προκαταβολικά και προ της διενέργειας ακόμη οποιασδήποτε εργασίας επισκευής ή εργασίας υποστήριξης του έτους αυτού, εφόσον δεν καλύπτονται από την εγγύηση. Ο όρος 4 του ίδιου Συμφωνητικού προβλέπει τα εξής꞉ «Ειδικότερα, στην παροχή υπηρεσιών συντήρησης και επισκευής μηχανήματος, περιλαμβάνονται꞉ Δύο
(2)προγραμματισμένες επισκέψεις κατά έτος στην έδρα του πελάτη για service και επιθεώρηση του μηχανήματος. Δέκα
(10)επισκέψεις, πέραν των ανωτέρω, κατά έτος σε περίπτωση που ζητηθεί από τον πελάτη. Η ετήσια αμοιβή της παρέχουσας καλύπτει έως και έξι ώρες εργασίας σε κάθε επίσκεψη. Για κάθε επιπλέον ώρα εργασίας, πέραν των έξι συμφωνηθέντων, ο πελάτης επιβαρύνεται με χρέωση πενήντα
(50)ευρώ. Η παρέχουσα οφείλει εντός εικοσιτεσσάρων
(24)εργάσιμων ωρών από τη σχετική ειδοποίηση του πελάτη να αποστείλει συνεργείο τεχνικών. Το κόστος των ανταλλακτικών που αντικαθίστανται βαρύνει τον πελάτη, εφόσον δεν καλύπτονται από την εγγύηση. Η παρέχουσα δηλώνει ότι διατηρεί στις αποθήκες της το αναγκαίο απόθεμα (stock) όλων των ανταλλακτικών.» Ο όρος 5 του Συμφωνητικού προβλέπει ότι꞉ «Η καταβολή της αμοιβής θα αποδεικνύεται κάθε φορά με την έκδοση νομίμου φορολογικού παραστατικού στοιχείου της παρέχουσας, αποκλειομένου κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου και αυτού ακόμη του όρκου.». Ο όρος 12 του Συμφωνητικού προβλέπει ότι꞉ «Διευκρινίζεται ότι κάθε οικονομική παροχή του πελάτη προς την παρέχουσα πρέπει να καταβάλλεται εντός των δέκα
(10)ημερολογιακών ημερών κάθε έτους, εφόσον δεν συμφωνείται ειδικά άλλο τι από τις διατάξεις του παρόντος συμφωνητικού. Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης τακτοποίησης των οικονομικών υποχρεώσεων από την πλευρά των πελατών, η παρέχουσα δικαιούται άνευ ετέρου τινός να διακόψει την συνεργασία με τον πελάτη.» Προτού εξοφληθεί το τίμημα που αναφέρεται στο Παράρτημα 1 του Ιδιωτικού Συμφωνητικού ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α, και προτού παραδοθούν τα μηχανήματα στον Εναγόμενο, συγκεκριμένα στις 3.12.2009, τα ίδια μέρη, ήτοι οι Ενάγοντες και ο Εναγόμενος, σύναψαν μεταξύ τους νέα συμφωνία, ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Γ, την οποία υπέγραψαν ο ΜΕ1 για τους Ενάγοντες από τη μια και ο ΜΥ1 από την άλλη, στην παρουσία της ΜΥ2 ως μάρτυρος. Τη συμφωνία αυτή ετοίμασε δικηγόρος του ΜΥ1, η κα Ζησιμοπούλου. Η εν λόγω συμφωνία προνοούσε τα εξής꞉ «
  1. Ο Πωλητής πωλεί στον Αγοραστή και ο Αγοραστής αγοράζει από τον Πωλητή τα Μηχανήματα έναντι του τιμήματος πώλησης των €25.000 (εικοσιπέντε χιλιάδων ευρώ), εκ του οποίου τα €17.500 (δεκαεπτά χιλιάδες και πεντακόσια ευρώ) έχουν ήδη καταβληθεί και το υπόλοιπο €7.500 (επτά χιλιάδες και πεντακόσια ευρώ) θα καταβληθεί με την υπογραφή της Συμφωνίας.
  2. Ο Πωλητής θα παραδώσει την ιδιοκτησία και/ή την κατοχή των Μηχανημάτων στον Αγοραστή ή στους νόμιμους κληρονόμους ή αντιπροσώπους του, νοουμένου ότι αυτοί θα έχουν ξοφλήσει πλήρως τον Πωλητή.
  3. Κάθε ειδοποίηση από και προς τον Πωλητή και τον Αγοραστή θα θεωρείται καλώς επιδομένη εάν σταλεί με συστημένο ταχυδρομείο στην τελευταία γνωστή διεύθυνση τους ή δια χειρός ή μέσω δικαστικού επιδότη.
  4. Τυχόν παραγνώριση ή ανοχή από τον Πωλητή ή τον Αγοραστή οποιασδήποτε παραβίασης όρου ή όρων της Συμφωνίας ουδόλως θα θεωρείται ως παραγνώριση οποιασδήποτε μεταγενέστερης παραβίασης του ιδίου ή των ίδιων όρων.
  5. Το Προοίμιο της Συμφωνίας που σημειώνεται με τα γράμματα Α, Β, Γ και Δ αποτελεί αναπόσπαστο και ουσιώδες μέρος της.
  6. Όλοι οι όροι της Συμφωνίας είναι ουσιώδεις, παράβαση δε οποιουδήποτε όρου δίδει το δικαίωμα τερματισμού αυτής και απαίτησης αποζημιώσεων από το υπαίτιο στο αναίτιο μέρος.
  7. Σε επιβεβαίωση και πιστή τήρηση των ως άνω όρων, τα Συμβαλλόμενα Μέρη θέτουν τις υπογραφές τους ως κατωτέρω, αφού προηγουμένως ανάγνωσαν και κατανόησαν το κείμενο της Συμφωνίας το οποίο σύγκειται από 3 σελίδες. Οι Μάρτυρες Ο Πωλητής
  8. (υπογραφή) (υπογραφή)
  9. ............... Ο Αγοραστής (υπογραφή) Το Προοίμιο της Συμφωνίας ημερ. 3.12.2009 αναφέρει τα εξής꞉ «Α. Τα Συμβαλλόμενα Μέρη συνήψαν συμφωνία πώλησης μεταχειρισμένων μηχανημάτων, ήτοι 1 ντουλάπα sv2500, 3 οθόνες privacy, 2 λήπτες χρημάτων, τεχνική κάλυψη και entry fee, αξίας €25.
  10. Β. Ο Πωλητής είναι ιδιοκτήτης των ανωτέρω μηχανημάτων και οικιακών συσκευών, τα οποία για τους σκοπούς και όρους της Συμφωνίας θα καλούνται τα μηχανήματα). Γ. Ο Πωλητής είναι έτοιμος, πρόθυμος και ικανός όπως πωλήσει στον Αγοραστή τα Μηχανήματα. Δ. Ο Αγοραστής είναι έτοιμος, πρόθυμος και ικανός όπως αγοράσει από τους πωλητές τα Μηχανήματα έναντι του πιο κάτω τιμήματος πώλησης και με τους όρους και προϋποθέσεις όπως παρατίθενται κατωτέρω.». Ακολουθεί, στη βάση των ανωτέρω ευρημάτων γεγονότων, το κρίσιμο ερώτημα, αν στη βάση της νέας συµφωνίας, ο Εναγόµενος εκπληρώνοντας τη νέα συμφωνία, δεν διατήρησε οποιεσδήποτε υποχρεώσεις του σε σχέση µε την πρώτη συµφωνία, διότι η νέα συµφωνία τροποποίησε ή/και αντικατέστησε τους όρους αυτής και τις απορρέουσες από αυτή εκατέρωθεν υποχρεώσεις των µερών. Δυνάµει του Άρθρο 62 του περί Συµβάσεων Νόµου, Κεφ. 149: «Αν οι συµβαλλόµενοι συµφωνούν να αντικαταστήσουν τη σύµβαση µε νέα, ή να υπαναχωρήσουν από τη σύµβαση ή να τροποποιήσουν αυτήν, η αρχική σύµβαση δεν χρειάζεται εκπλήρωση.» Στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα Λτδ ν. Πολυδωρίδη Κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 68 αναφέρεται ότι꞉ «Το άρθρο 62 του περί Συµβάσεων Νόµου - Κεφ. 149, που καθιερώνει και ρυθµίζει την αντικατάσταση (novation) στο δίκαιο των συµβάσεων, προβλέπει ότι κάθε συµφωνία συνεπαγόµενη όχι µόνο την υποκατάσταση υφιστάµενης σύµβασης µε νέα, αλλά και την ακύρωση ή τη µετατροπή της, απαλλάπει τους συµβαλλόµενους από την υποχρέωση εκτέλεσης της. (Βλ. Pollock & ΜυΙΙa, Indian Law of Contract and Specific Relief Acts, 10th Ed., σελ. 434 κ.επ.).» Στην Τράπεζα Κύπρου κ.α ν. Coudounaris Food Products Ltd κ.α.
(1995)1Α Α.Α.Δ. 641, αναφέρεται ότι꞉ «Νέα σύµβαση (novation) υποδηλοί τη δηµιουργία µεταξύ των συµβαλλοµένων ή/και άλλων, νέας σύµβασης σε αντικατάσταση της υφιστάµενης. Στο αγγλικό Σύγγραµµα Cheshire and Fifoot "Law of Contract". 7η έκδοση, σελίδα 473 (που αναφέρθηκε και από το πρωτόδικο Δικαστήριο), αναφέρονται τα ακόλουθα: "Novation is a transaction by which, with the consent of all the parties concerned, a new contract is substίtuted for one that has already been made. The new contract may be between the original parties, e.g. where a written agreement is later incorporated in a deed; or between different parties, e.g. where a new person is substituted for the original debtor or creditor. It is this last form, the substitution of one creditor for another, that concerns us at the moment. The effectiveness of such a substitution was concisely illustrated by Bufler J.: 'Suppose Α. owes Β. f100.-, and Β. owes C. f100.- and the three meet, and it is agreed between them that Α. shaIl pay C. the f100.-; Β. 's debt is extinguished, and C. may recover the sum against Α.». Επίσης, το Αγγλικό Σύγγραµµα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόµος 8, παράγραφος 460, κάτω από τον τίτλο "Novation", αναφέρει τα εξής꞉ "
  1. Meaning of novation. [.] For novation to ensue there must be not only the substitutίon of some other obligation for the original one, but also the intention of animus novandi (r). " Στο Σύγγραµµα «Το Δίκαιο των Συµβάσεων» του Πολύβιου Γ. Πολυβίου, σελίδα 657 αναφέρεται ότι꞉ «Στην Κύπρο, µε βάση το Νόµο, όταν τα µέρη συµφωνήσουν να αντικαταστήσουν ή να τροποποιήσουν τη σύµβασή τους ή όπου το ένα µέρος απαλλάσσει ολικά ή µερικά το άλλο από την υποχρέωσή του για πλήρη εκπλήρωση των συµβατικών του υποχρεώσεων, η νέα διευθέτηση θεωρείται έγκυρη και δεν χρειάζεται αντιπαροχή ή αντάλλαγµα. Κατά συνέπεια, ο δανειστής έχει το δικαίωµα να απαλλάξει τον οφειλέτη, µερικά ή ολικά, από την υποχρέωση ή οφειλή του δεύτερου ή να παρατείνει το χρόνο εκπλήρωσης της υπό κρίση υποχρέωσης ή να δεχτεί αντί αυτής οποιαδήποτε άλλη «ικανοποίηση την οποία θεωρεί προσήκουσα», χωρίς αντιπαροχή ή αντάλλαγµα. Με λίγα λόγια, οι βασικές αρχές του Αγγλικού δικαίου στο χώρο αυτό έχουν διαφοροποιηθεί ριζικά ως αποτέλεσµα των σχετικών νοµοθετικών προνοιών τις οποίες αυτό µπορεί να συµβεί είναι λόγω κάποιας µεταγενέστερης συµφωνίας µεταξύ των µερών.». Υπήρξε πλούσια εφαρμογή των πιο πάνω αρχών στην Κυπριακή Νομολογία. Ενδεικτικά αναφέρομαι, όμως, πιο κάτω στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Α. Λιάτσου, Δ., ημερ. 28.9.2015, στην Πολιτική Εφεση Αρ. 304/2009, Πίγκος Εστέιτς Λτδ ν.
  2. Μιχάλης Θεοδούλου Καλογήρου, Διαχειριστή της Περιουσίας του αποβιώσαντος Θεοδούλου Νικόλα Καλογήρου, κ.α. Συνιστά βασικό κανόνα σε ό,τι αφορά τις γραπτές συμβάσεις ότι οι πρόνοιες που τις συναποτελούν και ρυθμίζουν τις σχέσεις των μερών, καθορίζοντας τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά τους, δεν επιδέχονται εξωγενή μαρτυρία προκειμένου να προσθέσει, να αφαιρέσει, να τις τροποποιήσει ή να τις αντικρούσει. Είναι ο κανόνας αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας όσον αφορά σε γραπτές συμβάσεις. Εδράζεται στη φιλοσοφία ότι όπου τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν αποφασίσει να συνομολογήσουν γραπτή σύμβαση, τότε είναι το ίδιο το περιεχόμενό της και μόνο που περιέχει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Στον κανόνα αυτό έχουν αναγνωρισθεί εξαιρέσεις, οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα υπέρβασης των όρων ή των λέξεων που τα μέρη χρησιμοποίησαν στη σύμβαση, με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, να επιτρέπεται προσκόμιση εξωγενούς μαρτυρίας σε περίπτωση διευκρίνισης αμφιβολίας ή ασάφειας σε κάποιο έγγραφο προς το σκοπό της αποσαφήνισης της πρόθεσης των συμβαλλομένων. Η αναζήτηση της πραγματικής φύσης της συναλλαγής καθιστά επιτρεπτή την αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας, στα πλαίσια του καθήκοντος του Δικαστηρίου «να αναδείξει την αληθινή συναλλαγή, απαλλάσσοντάς την από ο,τιδήποτε διαπιστώνεται ότι αποτελεί μόνο μάσκα ή επικάλυψή της» (Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 1432, 1436). Η αντικατάσταση υπάρχουσας σύμβασης με νέα, ως αποτέλεσμα συμφωνίας των εμπλεκομένων μερών, είναι δυνατό να οδηγήσει σε αποδέσμευση από τις προηγούμενες συμβατικές τους υποχρεώσεις. Ο όρος «novation» εισήχθη από το ρωμαϊκό δίκαιο. Απαιτείται, ως ουσιαστικό στοιχείο, η λήψη της συγκατάθεσης όλων των μερών μιας συμφωνίας, προκειμένου αυτή να αντικατασταθεί. Συνήθως παίρνει τη μορφή αντικατάστασης ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη μιας σύμβασης από τρίτο πρόσωπο και συνεπάγεται τη μεταβίβαση τόσο των δικαιωμάτων όσο και των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εν λόγω σύμβαση. Είναι βέβαια δυνατό η νέα σύμβαση να αφορά αντικατάσταση της προηγούμενης με τα ίδια συμβαλλόμενα μέρη. Αποτέλεσμα είναι η δημιουργία μιας νέας σύμβασης (Chitty on Contracts, 26th ed., vol. 1, para 1436, p. 902). [.] Η αντικατάσταση, από τη φύση της, προϋποθέτει τερματισμό ή τουλάχιστον τροποποίηση προηγούμενης συμφωνίας. Στην προμνησθείσα υπόθεση, ο Α. Λιάτσος, Δ., απέρριψε τον ισχυρισμό περί αντικατάστασης της σύμβασης δεδομένης της διαπίστωσης του για τα εξής δύο στοιχεία꞉ Το αντικείμενο της επίδικης συμφωνίας δεν ταυτίζετο με αυτό των αρχικών συμφωνιών. Παρέμενε αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι αρχικές συμφωνίες εξακολουθούσαν να ήταν σε ισχύ κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας και μέχρι την περάτωση των αγωγών 411/2002 και 412/2002 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου στις οποίες και αποτέλεσαν το αντικείμενο της αντιδικίας. Στην παρούσα υπόθεση, κρίνω ότι παρά το ότι δεν υφίσταται ρητή λεκτική αναφορά περί αντικατάστασης της αρχικής σύμβασης από τη νέα σύμβαση, εντούτοις οποιαδήποτε ερμηνεία περί του αντιθέτου θα απέληγε σε παράλογα αποτελέσματα. Ουδείς λόγος υπήρχε τα ίδια συμβαλλόμενα μέρη να συμφωνούσαν με τη νέα συμφωνία ότι πωλούνταν τα ίδια μηχανήματα (πλέον η τεχνική κάλυψη, το entry fee και οι 2 λήπτες χρημάτων), για τα οποία είχε ήδη καταβληθεί η προκαταβολή βάσει της αρχικής συμφωνίας του Παραρτήματος 1 του Τεκμηρίου 1 υπό Έγγραφο Α, έναντι του ίδιου συνολικού ποσού (ήτοι €25.000), εφόσον το αποτέλεσμα αυτό εξασφαλιζόταν βάσει της αρχικής. Η ουσιαστική διαφορά την οποία εξασφάλιζε ο ΜΥ1 με τη νέα συμφωνία, ήταν ότι απαλείφετο από αυτήν, η αναφορά που περιείχε το Παράρτημα 1 ότι αυτό τελούσε υπό άλλους όρους του κυρίως σώματος της συμφωνίας ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α που τον επιφόρτιζαν με υποχρεώσεις που αφορούσαν σε μελλοντική συνεργασία για τεχνική υποστήριξη. Τούτος άλλωστε ήταν και ο λόγος για τον οποίο ο ΜΥ1 ζητούσε την επαναδιαπραγμάτευση της αρχικής. Εν πάση περιπτώσει δεν αποδείχθηκε η παροχή οποιωνδήποτε υπηρεσιών από τους Ενάγοντες προς τον Εναγόμενο μετά τη σύναψη της νέας συμφωνίας, κατά τρόπο που να αποδεικνύεται πρόθεση των μερών να διατηρούσαν εκείνους τους άλλους όρους του κυρίως σώματος της αρχικής συμφωνίας σε ισχύ. Είμαι λοιπόν ικανοποιημένη ότι υπήρξε αντικατάσταση της αρχικής συμφωνίας και εκπλήρωση της νέας συμφωνίας, εφόσον δεν αμφισβητείται από τους Ενάγοντες ότι εισέπραξαν το συνολικό ποσό των 25.000 ευρώ από τον Εναγόμενο. Κατάληξη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν ότι η εκδοχή τους ήταν πιο πιθανή παρά να μην είναι. Απορρίπτω την αξίωσή τους στην αγωγή. Τα δικηγορικά έξοδα, πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου και εναντίον των Εναγόντων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Α. Πανταζή-Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.