Μηλίτσας Παναγιώτη Καλλένου κ.α. ν. Συμβούλιο Αποχετεύσεων Αγίας Νάπας, Αρ. Παραπομπής: 112/2012, 25/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:A4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ Ενώπιον: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Παραπομπής: 112/2012 Μεταξύ:
- Μηλίτσας Παναγιώτη Καλλένου
- Ήβης Καλλένου Αιτητών -και- Συμβούλιο Αποχετεύσεων Αγίας Νάπας Αποζημιούσης Αρχής Αίτηση ημερομηνίας 23.3.
- Αίτηση από: Συμβούλιο Αποχετεύσεων Αγίας Νάπας. Ημερομηνία: 25 Ιανουαρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια-Αποζημιούσα Αρχή: Ο κ X. Σκορδής για Χ.Δημητριάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ΄ων η αίτηση: Ο κ. A. Μαρκουλλής για Γ.Φ.Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση, η Αποζημιούσα Αρχή-Αιτήτρια (στο εξής «η αιτήτρια») ζητεί διάταγμα που να επιτρέπει την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης της ως ακολούθως:
(1)Με την προσθήκη των ακόλουθων παραγράφων στην Υπεράσπιση μετά την παράγραφο 2 αυτής, οι οποίες ν΄ αριθμούνται ως 2Α και 2Β: «2Α. Σε ότι αφορά συγκεκριμένα στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης, η Απαλλοτριούσα Αρχή ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η επίδικη απαλλοτρίωση διενεργήθηκε κατόπιν εξασφάλισης της πολεοδομικής άδειας με αρ. ΑΜΧ0035/2000 («Πολεοδομική Άδεια του 2000»), η οποία εξασφαλίστηκε για το σκοπό προώθησης της διάνοιξης του οδικού δικτύου προς εξυπηρέτηση του Εργοστασίου Επεξεργασίας Λυμάτων του Αποχετευτικού Συστήματος Αγίας Νάπας και Παραλιμνίου. Η διάνοιξη του οδικού δικτύου που διενεργήθηκε εν μέρει επί του τεμαχίου των Αιτητριών, επηρέασε συνολική έκταση του τεμαχίου των Αιτητριών προς 519 τ.μ.». «2Β. Η Απαλλοτριούσα Αρχή περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ως αποτέλεσμα της περάτωσης των πιο πάνω εργασιών διάνοιξης του οδικού δικτύου και συγκεκριμένα, λόγω της διεύρυνσης, ασφαλτόστρωσης και υπόγειας διασωλήνωσης του οδικού δικτύου το οποίο, μεταξύ άλλων, βρισκόταν επί του εν λόγω τεμαχίου των Αιτητριών, επήλθε ουσιώδης και/ή μη αμελητέα αύξηση της οικονομικής αξίας αυτού από την ημερομηνία δημοσίευσης της Γνωστοποίησης Απαλλοτρίωσης λόγω της βελτιωμένης προσπελασιμότητας που αυτό απέκτησε».
(2)Με την αντικατάσταση της υφιστάμενης παραγράφου 3 της Υπεράσπισης με την ακόλουθη παράγραφο: «
- Η Αποζημιούσα Αρχή αρνείται την παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης και λέγει τα ακόλουθα: (ι) Ως αποτέλεσμα της έκδοσης της Άδειας Οικοδομής με Αριθμό 007507, ημερομηνίας 26/05/1988 («Άδεια Οικοδομής του 1988»), η οποία μετέπειτα εκτελέστηκε, οι Αιτήτριες κατέστησαν υπόχρεες να παραχωρήσουν έκταση γης που εμπίπτει στο τεμάχιο τους με αρ. 269, Φύλλο/Σχέδιο 0/02-294-372/08 («Τεμάχιο»), όπως αυτό διαμορφώθηκε από μεταγενέστερο διαχωρισμό του από άλλα γειτνιάζοντα τεμάχια, για το σκοπό ρυμοτομίας για διεύρυνση και ασφαλτόστρωση του οδικού δικτύου με τ΄ οποίο συνδεόταν το εν λόγω τεμάχιο. (ιι) Για σκοπούς υπολογισμού της έκτασης του Τεμαχίου που εμπίπτει εντός των πιο πάνω όρων της Άδειας Οικοδομής του 1988, στην Έκθεση Εκτίμησης του ημερομηνίας 24/03/2014 («Έκθεση Εκτίμησης»), η οποία επισυνάπτεται στην παρούσα Υπεράσπιση και το περιεχόμενο της οποίας υιοθετείται κι επαναλαμβάνεται ως μέρος της παρούσας Υπεράσπισης, ο πραγματογνώμονας της Αποζημιούσας Αρχής βασίστηκε στο έντυπο σχέδιο που εγκρίθηκε από τον Έπαρχο Αμμοχώστου αναφορικά με την Άδεια Οικοδομής του
- Στη βάση του εν λόγω σχεδίου, η έκταση του Τεμαχίου που θα έπρεπε να παραχωρηθεί δυνάμει των όρων της Άδειας Οικοδομής του 1988 υπολογίστηκε σε περίπου 120 τ.μ. (ιιι) Κατά ή περί τον Φεβρουάριο του 2016, κατόπιν συνάντησης και/ή συναντήσεων μεταξύ των πραγματογνωμόνων των διαδίκων και επιστολών που ανταλλάχθηκαν μεταξύ των δικηγόρων τους, οι διάδικοι συμφώνησαν και/ή συναίνεσαν στη διεξαγωγή τοπογραφικής εργασίας από κοινώς αποδεκτή ανεξάρτητη τοπογράφο-μηχανικό για το σκοπό καθορισμού του ακριβούς εμβαδού του Τεμαχίου που ενέπιπτε εντός των όρων της Άδειας Οικοδομής του 1988 και/ή καλυπτόταν από και/ή αφορούσε στην Άδεια Οικοδομής του 1988 και, ως αποτέλεσμα, τον καθορισμό του ακριβούς εμβαδού του Τεμαχίου σε σχέση με το οποίο οι Αιτήτριες δικαιούνται σε αποζημίωση για την επίδικη απαλλοτρίωση («η Νέα Τοπογραφική Εργασία»). (ιv) Οι εμβαδομετρήσεις που διεξήχθηκαν από την ανεξάρτητη, κοινώς αποδεκτή τοπογράφο-μηχανικό στα πλαίσια της Νέας Τοπογραφικής Εργασίας, έγιναν στη βάση των δεδομένων που υπήρχαν καταχωρημένα στο ηλεκτρονικό σύστημα χαρτογράφησης του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. (v) Η Νέα Τοπογραφική Εργασία, που ολοκληρώθηκε κατά ή περί τον Μάιο του 2016, κατέδειξε ότι η έκταση του τεμαχίου των Αιτητριών που καλυπτόταν από τους όρους της Άδειας Οικοδομής του 1988 ανέρχεται σε 198τ.μ. και όχι σε 120τ.μ. (vi) Συνεπώς και ως εκ τούτου του λόγου και ανεξάρτητα από οποιονδήποτε άλλο λόγο, ουδεμία αποζημίωση είναι καταβλητέα από την Αποζημιούσα Αρχή στις Αιτήτριες για την επίδικη απαλλοτρίωση σε σχέση με την εν λόγω έκταση των 198τ.μ. (vii) Ως εκ των πιο πάνω, η δίκαιη και εύλογη αποζημίωση προς τις Αιτήτριες για την επίδικη απαλλοτρίωση είναι το ποσό των €6.
- (viii) Το ποσό των €6.420, το οποίο υπολογίζεται ως ακολούθως, προκύπτει από την Έκθεση Εκτίμησης και τις εμβαδομετρήσεις που διενεργήθηκαν στα πλαίσια της Νέας Τοπογραφικής Εργασίας: € Απαλλοτριωθείσα έκταση Εκ 519τ.μ., προς €20,00 ανά τ.μ. 10.380,00 Μείον έκταση 198τ.μ. που επηρεάστηκε από τους όρους της Άδειας Οικοδομής του 1988, προς €20,00 ανά τ.μ. -3.060,00 Συνολική πληρωτέα αποζημίωση 6.420,00
(3)Με την προσθήκη της ακόλουθης παραγράφου στην Υπεράσπιση μετά τη νέα παράγραφο 3 αυτής και την αρίθμηση της ως παράγραφο 3Α: «3Α. Η Απαλλοτριούσα Αρχή επιφυλάσσει το δικαίωμα της ν΄ αναφερθεί κατά τη δικάσιμο στο περιεχόμενο, έννοια και σημασία των εμβαδομετρήσεων που διενεργήθηκαν για τον σκοπό επιβεβαίωσης της τελικής έκτασης του Τεμαχίου που καλυπτόταν από και/ή αφορούσε σε και/ή έπρεπε να παραχωρηθεί δυνάμει των όρων της Άδειας Οικοδομής του 1988, καθώς και των υπολοίπων εγγράφων που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση». Η αίτηση έχει ως νομική βάση τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.9 Θ.10, Δ.12 Θ.Θ 1-5, Δ.25 Θ.Θ1-6, Δ.48 ΘΘ1-4,8 και 9, Δ.64, καθώς επίσης επί της πρακτικής, διακριτικής ευχέρειας και των εγγενών εξουσιών του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, η αιτήτρια επιδιώκει την συμπερίληψη των ακόλουθων ισχυρισμών για αποσαφήνιση των θέσεων της αναφορικά με το ύψος της αποζημίωσης που οφείλει να καταβάλει στις αιτήτριες-καθ΄ων η αίτηση (στο εξής «οι καθ΄ων η αίτηση») για την επίδικη απαλλοτρίωση μέρους του τεμαχίου τους. Με την σκοπούμενη τροποποίηση επιχειρείται να εισαχθεί ο ισχυρισμός ότι το συνολικό εμβαδόν του τεμαχίου των καθ΄ων η αίτηση που έπρεπε να παραχωρηθεί από αυτές δυνάμει των όρων της άδειας οικοδομής με αριθμό 00075/07, ημερομηνίας 26/5/1998, ανερχόταν σε 78 τ.μ. περισσότερα από ότι είχε αρχικά υπολογιστεί, δηλαδή σε 198τ.μ. αντί περίπου 120τ.μ. Το πιο πάνω γεγονός περιήλθε στην αντίληψη τους από την Νέα Τοπογραφική Εργασία που διεξήχθη τον Μάϊο του 2016 από την τοπογράφο μηχανικό κα Μαρνέρου. Οι διάδικοι συμφώνησαν από κοινού να διορίσουν το εν λόγω πρόσωπο με αποκλειστικά έξοδα της αιτήτριας. Με βάση τα δεδομένα αυτής, η αποζημίωση που είναι δίκαιο και εύλογο να πληρωθεί στις καθ΄ων η αίτηση για την επίδικη απαλλοτρίωση, πρέπει να μειωθεί σε €20/τ.μ. προς 321 τ.μ. και όχι σε €20/τ.μ. προς 399 τ.μ. όπως είχε αρχικά δικογραφηθεί. Επεσύναψε προς το σκοπό αυτό ως Τεκμήρια 1, 2, 3Α και 3Β την μεταξύ των διαδίκων αλληλογραφία, στην οποία περιλαμβάνεται η κοινοποίηση και γνωστοποίηση των αποτελεσμάτων της Νέας Τοπογραφικής Εργασίας προς τους συνηγόρους των καθ΄ων η αίτηση καθώς και η μη αποδοχή τους από αυτούς. Περαιτέρω είναι η θέση της αιτήτριας ότι η παρούσα αίτηση δεν προωθήθηκε ενωρίτερα διότι τα πλείστα γεγονότα που επιχειρείται να εισάγει με την τροποποίηση η αιτήτρια προέκυψαν μετά την Νέα Τοπογραφική Εργασία αλλά και λόγω του ότι γινόντουσαν κοινές προσπάθειες για εξεύρεση εξώδικης διευθέτησης μεταξύ των διαδίκων. Η παρούσα παραπομπή δεν βρίσκεται ακόμη στο στάδιο έναρξης της ακρόασης της και ως εκ τούτου δεν υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας αίτησης. Πλείστοι δε από τους ισχυρισμούς που επιχειρείται να εισαχθούν είναι ισχυρισμοί που προκύπτουν από την ήδη καταχωρηθείσα έκθεση εκτίμησης. Ως εκ τούτου δεν εγείρεται νέα γραμμή υπεράσπισης και με την αιτούμενη τροποποίηση θα προσδιοριστούν τα επίδικα θέματα με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να έχει πλήρη εικόνα αναφορικά με τις θέσεις των διαδίκων. Τα δικαιώματα των αιτητριών δεν θα επηρεαστούν δυσμενώς καθ΄ οιονδήποτε τρόπο και ούτε θα υποστούν οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη που δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί με καταβολή δικηγορικών εξόδων. Περαιτέρω, ούτε η έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει σοβαρή και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. ΕΝΣΤΑΣΗ Οι καθ'ών η αίτηση έφεραν ένσταση στην έκδοση των πιο πάνω διαταγμάτων. Η ένσταση τους βασίζεται στους Περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1956 (1151/1956)-(στο εξής «οι Κανονισμοί του 1956»), Καν. 1-52, στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 (1-6) και Δ.48 (4-8) και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
- Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.
- Δεν δικαιολογείται η αιτούμενη τροποποίηση.
- Οι ενάγοντες εισάγουν νέα γραμμή υπεράσπισης.
- Η τροποποίηση θα προκαλέσει αχρείαστη σπατάλη πολύτιμου δικαστικού χρόνου και εξόδων και θα περιπλέξει τα επίδικα γεγονότα. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της καθ'ής η αίτηση 2 που υποστηρίζει την ένσταση, προωθείται η θέση ότι η νομική βάση επί της οποίας στηρίζεται η παρούσα αίτηση δεν παρέχει στην αιτήτρια το δικαίωμα να τροποποιήσει την Έκθεση Υπεράσπισης της και επιπρόσθετα η αίτηση στηρίζεται σε «άνευ βλάβης» αλληλογραφία που αποτελεί μη αποδεκτή μαρτυρία. Περαιτέρω είναι η θέση της ότι η αιτήτρια δεν έχει εξηγήσει και δικαιολογήσει για ποιο λόγο δεν δικογράφησε από την αρχή τους ισχυρισμούς που επιθυμεί να εισάξει με την αιτούμενη τροποποίηση. Τυχόν έγκριση της αίτησης θα περιπλέξει τα επίδικα γεγονότα και οι ισχυρισμοί που επιχειρούνται να εισαχθούν είναι αντιφατικοί με τις ήδη δικογραφημένες θέσεις της αιτήτριας. Επίσης η αιτήτρια δεν δίδει οποιοδήποτε λόγο γιατί καθυστέρησε 5 έτη στο να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση. Αποτελεί περαιτέρω θέση της ότι η αιτούμενη τροποποίηση δυστυχώς δεν γίνεται καλόπιστα και θα προκαλέσει δυσμενή και ανεπανόρθωτη βλάβη στα δικαιώματα των καθ'ών η αίτηση. Ενώ οι καθ'ών η αίτηση ήσαν και είναι πρόθυμοι στην εξεύρεση μιας δίκαιης εξώδικης διευθέτησης, η αιτήτρια εκμεταλλεύτηκε τις άνευ βλάβης διαπραγματεύσεις που είχαν μεταξύ τους οι διάδικοι και τώρα έρχονται να τροποποιήσουν τις θέσεις και την υπεράσπισή τους επικαλούμενοι τέτοια αλληλογραφία. Η νέα έκθεση της κας Μαρνέρου πραγματοποιήθηκε σε μια προσπάθεια εξεύρεσης εξώδικης διευθέτησης, και όχι νέας γραμμής υπεράσπισης της αιτήτριας μετά την παρέλευση 5 χρόνων. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, είναι η θέση των καθ'ών η αίτηση ότι η αιτούμενη τροποποίηση θα προκαλέσει αχρείαστη σπατάλη πολύτιμου δικαστικού χρόνου και εξόδων, καθώς επίσης θα τις επηρεάσει ανεπανόρθωτα εφόσον έχουν να αντιμετωπίσουν τις νέες θέσεις και ισχυρισμούς της αιτήτριας. Οι συνήγοροι της κάθε πλευράς ανέπτυξαν τα εκατέρωθεν επιχειρήματα σε γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων έχω διεξέλθει με τη δέουσα προσοχή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η πρωτογενής Νομοθεσία που διέπει τα ζητήματα της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ιδιοκτησίας είναι ο περί της Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμος του 1962 (15/62). Η ακολουθητέα και προβλεπόμενη διαδικασία της ειδοποίησης Παραπομπής διέπεται από Δευτερογενή Νομοθεσία και ειδικότερα από τον Κανονισμό του 1956, με τις συναφείς τροποποιήσεις του. Στην υπόθεση Δημοτικού Συμβουλίου Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608, στην οποία επίδικο θέμα ήταν η τροποποίηση του τίτλου και της Έκθεσης Απαίτησης σε Παραπομπή, διευκρινίστηκε αφενός πως οι Κανονισμοί του 1956 είναι αυτοτελείς και δεν παραπέμπουν στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και αφετέρου ότι η διαδικασία ενδιάμεσων αιτήσεων, όπως η αίτηση τροποποίησης, διέπεται από τον Καν. 9 των Κανονισμών του 1956. Παρά ταύτα, πρέπει να σημειωθεί ότι ο ίδιος ο Ν.15/62, στο άρθρο 20
(1), προνοεί πως για όλα τα ζητήματα και τη δικονομία τυγχάνουν εφαρμογής τηρουμένων των αναλογιών, οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας "εάν ουδέν προβλέπεται" για τα ζητήματα αυτά στους Κανονισμούς του 1956. Περαιτέρω στην εν λόγω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας την τροποποίηση, βασίσθηκε σε νομολογιακές αρχές που προκύπτουν από αστικές υποθέσεις (Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 686, Χρίστου v. Aζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704). Θα παραθέσω επομένως αυτές τις αρχές που έχουν αποκρυσταλλωθεί μέσα από την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου εξετάζοντας τα γεγονότα της παρούσας αίτησης. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817, Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33 και Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation, Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012, ημερ. 04.03.13 Khan και άλλη v. Δημοκρατίας του Πακιστάν, Πολιτική Έφεση Αρ. 295/2010, ημερομηνίας 11.07.11, Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 704, Κώστας Παφίτης & Υιοι v. Γενικός Εισαγγελέας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745, D.J. Karapatakis & Sons Ltd v. Δήμος Στροβόλου
(2013)1 Α.Α.Δ. 1226). Η εξουσία του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφου διέπεται δικονομικά από τη Διάταξη 25 Κανονισμό 1 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η εν λόγω διάταξη έτυχε εκ βάθρου τροποποίησης με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015, ο οποίος όμως ουδεμία σχέση έχει με υποθέσεις που καταχωρήθηκαν πριν από την 01.01.15. Σύμφωνα με τον πιο πάνω κανονισμό: "The court or a judge may, at any stage of the proceedings allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties." Το Δικαστήριο, εξετάζοντας αίτηση τροποποίησης, έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται φιλελεύθερα και χωρίς να διέπεται από άκαμπτους κανόνες αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Παπαχρυσοστόμου (ανωτέρω). Σύμφωνα με την νομολογία προκύπτουν οι ακόλουθες αρχές: (α) Η τροποποίηση δικογράφου επιτρέπεται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας περιλαμβανομένου και του σταδίου αμέσως πριν ή ακόμη και μετά της έναρξης της ακροαματικής συνεδρίασης, δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που κριθούν αναγκαίοι από το Δικαστήριο (Στέλιος Φοινιώτης (ανωτέρω). (β) Η τροποποίηση θα πρέπει να εγκρίνεται για να δίδεται η δυνατότητα σε κάθε διάδικο να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών διαφορών του με την άλλη πλευρά, έτσι ώστε τα επίδικα θέματα και η ουσία αυτών να προσδιορίζονται στην πραγματική και νομική διάσταση τους αποφεύγοντας την πολλαπλότητα δικαστικών διαμαχών (Συμβούλιο Βελτιώσεως Αγλαντζιάς (ανωτέρω). (γ) Επιτρέπεται ακόμη η τροποποίηση δικογράφων ακόμα και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (Khan (ανωτέρω). (δ) Κυρίαρχος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης, το οποίο αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.α.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 237). Ανάμεσα στις παραμέτρους που συνυπολογίζονται είναι η πρόκληση ζημιάς στον αντίδικο που δεν θεραπεύεται με την επιδίκαση εξόδων καθώς και η ύπαρξη κακοπιστίας (Νικολάου v. Μιλτιάδους και άλλης
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) σελίδα 624, Mogridge v. Clapp
(1892)3 Ch.D. 382 και Περικτιόνη Χρίστου ανωτέρω). Εκεί όπου διαφαίνεται ότι η αίτηση δεν είναι καλόπιστη και γνήσια, το αίτημα για τροποποίηση δικογράφου δεν μπορεί να εγκριθεί. Το βάρος απόδειξης ότι το αίτημα τροποποίησης δικογράφου χαρακτηρίζεται από κακοπιστία φέρει ο διάδικος που το ισχυρίζεται. (ε) Ένας άλλος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι κατά πόσον υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή του εν λόγω διαβήματος (Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας
(2002)1Α Α.Α.Δ. 223 και Preece κ.α. v. Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138). Στην περίπτωση όπου υπάρχει παράλειψη ή αργοπορία στην υποβολή τέτοιου διαβήματος, θα πρέπει να παρέχεται ικανοποιητική εξήγηση, αλλά, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδους και άλλης (ανωτέρω), στην περίπτωση όπου δεν προκαλείται ζημιά που δεν θεραπεύεται με την επιδίκαση εξόδων, η μη πλήρως αιτιολογημένη καθυστέρηση δεν θα πρέπει να στερεί από τον διάδικο του δικαιώματος του να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισώνεται κατ' ανάγκη με κακοπιστία (Παπαχρυσοστόμου (ανωτέρω). (στ) Τονίσθηκε πάντως ότι η σύγχρονη τάση της νομολογίας είναι το Δικαστήριο να επιτρέπει τροποποιήσεις δικογράφων ακόμα και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, εφόσον δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα, ή ο αιτητής βέβαια δεν ενεργεί κακόπιστα (Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ v. Χαρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 825). (ζ) Αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. (η) Ακόμη και η προσθήκη νέας βάσης αγωγής ή νέας υπεράσπισης δεν καταδικάζει αφ' εαυτής την σχετική αίτηση σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Όπως υποδείχτηκε στην υπόθεση Kayat (ανωτέρω), η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης τροποποίησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΈΝΣΤΑΣΗΣ Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η έγκριση της αίτησης. Με τον 1Ο λόγο ένστασης οι καθ'ων η αίτηση διατείνουν ότι η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. Βασικός ισχυρισμός των καθ'ων η αίτηση είναι ότι η νομική βάσης της αίτησης είναι λανθασμένη εφόσον αυτή δεν στηρίζεται στους Κανονισμούς του 1956 και ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις στηρίζονται σε 'άνευ βλάβης' αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων. Σε σχέση με την θέση των καθ'ών η αίτηση ότι η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη, καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί μέσα από το περιεχόμενο της υπόθεσης Δημοτικού Συμβουλίου Αγλαντζιάς (ανωτέρω). Παραπέμπω στο σχετικό απόσπασμα: «.Πρόκειται για Παραπομπή καθορισμού των αποζημιώσεων λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Η διαδικασία της Παραπομπής διέπεται από τους περί Δικαστηρίων Καθορισμού Αποζημιώσεων Κανονισμούς του 1956 (Δευτερογενής Νομοθεσία, Τόμος ΙΙ, σελ. 110) (οι Κανονισμοί του 1956) που διατηρήθηκαν σε ισχύ με την επιφύλαξη στο άρ. 20 του Περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου του 1962 (Ν 15/62). Οι Κανονισμοί του 1956 είναι αυτοτελείς και δεν παραπέμπουν στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Η διαδικασία ενδιάμεσων αιτήσεων, όπως είναι η παρούσα, διέπεται από τον Καν. 9 των Κανονισμών του 1956. Σύμφωνα με την παραγ. 2 του Καν. 9 η «αίτηση πρέπει να είναι έγγραφη και πρέπει να περιέχει τον τίτλο της διαδικασίας και τους λόγους για τους οποίους υποβάλλεται. Αντίθετα λοιπόν με τα όσα απαιτούνται από την Δ.48 θ.2 για αναφορά στη νομική βάση της αίτησης ο Κ. 9
(2)δεν απαιτεί τέτοια αναφορά. Η αυτοτέλεια των Κανονισμών του 1956 και οι πρόνοιες του πιο πάνω Καν. 9
(2)καθιστούν αχρείαστη την αναφορά στη νομική βάση της αίτησης. Ο σχετικός λόγος της έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται». Με βάση την πιο πάνω υπόθεση αλλά και με βάση το περιεχόμενο της πρόνοιας του άρθρου 9
(2)του Κανονισμού του 1956, αίτηση τροποποίησης σε διαδικασία παραπομπής, σε αντίθεση με την Δ.48, Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δεν είναι απαραίτητο και δεν είναι αναγκαίο να περιέχει νομική βάση. Το γεγονός ότι παρατέθηκε τέτοια στην προκειμένη περίπτωση, θα έλεγα είναι εκ του περισσού. Συνεπώς η μη αναφορά στη νομική βάση της αίτησης του Κανονισμού 1956 δεν καθιστά την παρούσα αίτηση νόμω αβάσιμη. Συνεπώς, είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι η μη ρητή αναφορά στον Κανονισμό του 1956 ουδόλως εμποδίζει το Δικαστήριο να εξετάσει την παρούσα αίτηση και να εκδώσει σχετικό διάταγμα, εάν βεβαίως ισχύουν στην προκειμένη περίπτωση και οι υπόλοιπες αρχές, ως έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Αποτελεί επίσης θέση των καθ'ων η αίτηση ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις στηρίζονται σε 'άνευ βλαβης' αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων. Σύμφωνα με το σύγγραμμα το Δίκαιο της Απόδειξης, των Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, 2014, στις σελ. 1004-1006, ο γενικός κανόνας είναι ότι, γραπτές ή προφορικές δηλώσεις που λαμβάνουν χώρα «άνευ βλάβης» ή άνευ επηρεασμού δικαιωμάτων, είτε κατά τη διευθέτηση μιας διαφοράς, είτε πριν, είτε μετά την έγερση της αγωγής, δεν γίνονται αποδεκτές ως μαρτυρία χωρίς την έγκριση του προσώπου ή του διαδίκου που προέβη σε αυτές. Ο λόγος για τη δημιουργία και εξέλιξη αυτού του κανόνα είναι η ενθάρρυνση των διαδίκων να συμβιβάζουν τις διαφορές τους. Πάντως, προνόμιο καλύπτει την άνευ βλάβης επικοινωνία μεταξύ διαδίκων που γίνεται με απώτερο σκοπό την επίλυση της επίδικης διαφοράς, είτε προσφέρει όρους για συμβιβασμό της, είτε αποτελεί απλά μέρος των διαπραγματεύσεων. Σύμφωνα δε, με την Paddock v. Forrester
(1842)3 Man & G 903, στην περίπτωση που διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών διεξάγονται διά αλληλογραφίας και σε μία ή περισσότερες επιστολές αναγράφονται οι λέξεις «άνευ βλάβης» και αποφασιστεί ότι η εν λόγω επιστολή ή επιστολές είναι προνομιούχες, όλες οι μετέπειτα σχετικές επιστολές καλύπτονται επίσης από προνόμιο, ακόμα και αν δεν αναγράφουν τις λέξεις «άνευ βλάβης». Σύμφωνα με την Θεολόγος Λαζούρας ν. Σέργη Σεργίου
(1999)1 Α.Α.Δ. 500, αλλά και την μεταγενέστερη Electromatic Constructions Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1 Α.Α.Δ. 258, η «άνευ βλάβης» επικοινωνία επενεργεί προς όφελος του διαδίκου από τον οποίο προέρχεται η επικοινωνία, δίδοντας του προνόμιο να ενστεί στην παρουσίαση αυτής της επικοινωνίας και στην αποδεκτότητα του περιεχομένου της ως μαρτυρία στην υπόθεση. Το προνόμιο αυτό, μπορεί βεβαίως να εγκαταλειφθεί, αλλά μόνο από τον διάδικο ο οποίος προέβη στην άνευ βλάβης επικοινωνία. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Θεολόγος (ανωτέρω): «Το περιεχόμενο δηλώσεων που γίνονται "άνευ βλάβης δικαιωμάτων" ή "άνευ επηρεασμού" δεν μπορεί να αποτελέσει στοιχείο μαρτυρίας σε αστική υπόθεση εκτός αν υπάρχει η συγκατάθεση του διαδίκου που έκανε τη δήλωση. Τέτοιες δηλώσεις συνήθως γίνονται στα πλαίσια προσπάθειας συμβιβασμού. Η λογική του πράγματος εντοπίζεται στο ότι, αν επιτρεπόταν η αποκάλυψη της δήλωσης ενδεχομένως αυτό να επηρέαζε επιζήμια τα δικαιώματα του προσώπου που έκανε τη δήλωση στο πλαίσιο της προσπάθειας για συμβιβασμό.» Το γεγονός βεβαίως ότι οι λέξεις «άνευ βλάβης» αναγράφονται επί επιστολής, δεν καθιστά αυτήν αυτομάτως και άνευ ετέρου προνομιούχα (South Shropshire District Council v. Amos
(1986)1 WLR 1271). Εναπόκειται στο Δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση, να αποφασίσει το θέμα έχοντας υπόψη του τα ιδιαίτερα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κατόπιν που θα κοιτάξει την εν λόγω επιστολή ως προς το περιεχόμενό της (In re Daintrey, ex parte Holt
(1893)2 QB 116). Στην προκειμένη περίπτωση, εξετάζοντας με ιδιαίτερη προσοχή την σχετική αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων (βλέπε Τεκμήρια 1-3 της ένορκης δήλωσης του κ. Σκορδή), αλλά και το περιεχόμενο των αιτούμενων τροποποιήσεων, προκύπτει ότι τα γεγονότα που επιθυμεί να δικογραφήσει η αιτήτρια δεν προκύπτουν από την μεταξύ των διαδίκων 'άνευ βλάβης' αλληλογραφία. Τα γεγονότα προέρχονται από την Νέα Τοπογραφική Εργασία που έλαβε χώρα από ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα και η οποία διεξήχθη κατόπιν κοινής συμφωνίας των διαδίκων. Δηλαδή δεν είναι το ίδιο το περιεχόμενο της αλληλογραφίας που επιχειρείται να δικογραφηθεί αλλά η έκθεση ενός ανεξάρτητου τοπογράφου. Το κατά πόσο οι θέσεις του εν λόγω εμπειρογνώμονα ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα είναι κάτι που θα αποφασισθεί από το Δικαστήριο κατά την ενώπιον του ακροαματική διαδικασία. Εξετάζοντας κανείς την σχετική αλληλογραφία, διαπιστώνεται ότι αφού ετοιμάστηκε η Νέα Τοπογραφική Εργασία, αυτή αποστάληκε στους συνηγόρους των καθ'ών η αίτηση με σκοπό να αναφέρουν κατά πόσο συμφωνούν ή όχι. Επομένως δεν θεωρώ, με κάθε σεβασμό προς τον συνήγορο των καθ'ών η αίτηση, ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις προέρχονται από την μεταξύ των διαδίκων αλληλογραφία. Η Νέα Τοπογραφική εργασία ετοιμάσθηκε όχι στα πλαίσια της άνευ βλάβης αλληλογραφίας. Συνεπώς, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, ο 1ος λόγος ένστασης απορρίπτεται. Με τον 2ο, 3ο και 4ο λόγο ένστασης, οι καθ'ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι δεν δικαιολογείται η αιτούμενη τροποποίηση και ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει αχρείαστη σπατάλη πολύτιμου δικαστικού χρόνου και εξόδων. Επίσης είναι η θέση τους ότι αυτή θα περιπλέξει τα γεγονότα και ότι η αιτήτρια εισάγει νέα γραμμή υπεράσπισης. Γενικά η διαδικασία παραπομπής θεωρείται ως ιδιόμορφη διαδικασία και ως έχουσα τουλάχιστον εν μέρει εξεταστικό χαρακτήρα. Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Πέτσα
(1996)1 Α.Α.Δ. 1342, αφέθηκε να νοηθεί πως η δικογραφία στις παραπομπές δεν επέχει θέση γραπτών προτάσεων που καθορίζουν τα επίδικα θέματα με τον ίδιο τρόπο που αυτό συμβαίνει στις πολιτικές αγωγές. Τα πιο πάνω δεν σημαίνουν κατ' ανάγκην πως οι διάδικοι δεν έχουν υποχρέωση να στοιχειοθετούν τις θέσεις τους, τόσο για να γνωρίζει και ο αντίδικος τι έχει να αντιμετωπίσει, όσο και για να βοηθήσουν το Δικαστήριο στην αναζήτηση και εξέταση όλων των στοιχείων ως προς την αξία της γης. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Λίνας Νεοκλέους ν. Γενικού Εισαγγελέως
(1993)1 Α.Α.Δ. 352 : "Το αντικείμενο της παραπομπής είναι ένα: ο καθορισμός της καταβλητέας από την απαλλοτριούσα αρχή αποζημίωσης στον ιδιοκτήτη. Η διαδικασία η οποία προβλέπεται από τους διαδικαστικούς κανονισμούς του 1956 (οι κανονισμοί) είναι ιδιόμορφη προσαρμοσμένη στις ιδιαιτερότητες του αντικείμενου της διαδικασίας. Επιβάλλεται όχι μόνο η έκθεση των εκατέρωθεν θέσεων αλλά και η παροχή όλων των λεπτομερειών που τις υποστηρίζουν, που στην πράξη συντίθενται από τα στοιχεία στα οποία εδράζεται η εκτίμηση των ειδικών. Στην περίπτωση της απαλλοτριούσας αρχής επιβάλλεται ρητή υποχρέωση για προσαγωγή της εκτίμησης της αξίας της γης από τις κτηματολογικές αρχές. (Βλ. κ. 6
(2)), Όχι μόνο απαιτείται η λεπτομερής στοιχειοθέτηση των εκατέρωθεν θέσεων αλλά παρέχεται εξουσία και στο ίδιο το δικαστήριο (κ.7) να διατάξει την παροχή περαιτέρω λεπτομερειών γεγονός το οποίο αμβλύνει την αντιπαράθεση μεταξύ των μερών αφενός, και σηματοδοτεί την υποχρέωση του δικαστηρίου για την αναζήτηση όλων των στοιχείων που τείνουν να διαφωτίσουν ως προς την αξία της γης αφετέρου". Στην υπό κρίση αίτηση, δεν διακρίνω ότι συνεπεία της τροποποίησης θα επέλθει ριζική μεταβολή της φύσης της αξίωσης. Η φύση της αξίωσης δεν αλλάζει και η αιτήτρια δεν επιδιώκει να εισάξει αξίωση διαφορετικού είδους από την υφιστάμενη, που στην προκειμένη περίπτωση είναι ο καθορισμός της δίκαιης αποζημίωσης. Εκείνο το οποίο επιχειρείται είναι ουσιαστικά η μείωση της αξίας της απαλλοτριωθείσας γης και της μείωσης του ποσού το οποίο οι καθ'ών η αίτηση αξιώνουν ως εύλογη αποζημίωση για την απαλλοτρίωση της περιουσίας τους, λόγω των αποτελεσμάτων της Νέας Τοπογραφικής Εργασίας. Η Νέα Τοπογραφική Εργασία, που ολοκληρώθηκε κατά ή περί τον Μάιο του 2016, κατέδειξε ότι η έκταση του τεμαχίου των Αιτητριών που καλυπτόταν από τους όρους της Άδειας Οικοδομής του 1988, ανέρχεται σε 198τ.μ. και όχι σε 120τ.μ όπως αρχικά η αιτήτρια, εκ παραδρομής είχε υπολογίσει. Είναι περαιτέρω εισήγηση των καθ'ων η αίτηση, ότι η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα από τους αιτητές, εκμεταλλευόμενοι τις μεταξύ των διαδίκων διαπραγματεύσεις. Όπως αναφέρεται στην προαναφερθείσα νομολογία, το βάρος της απόδειξης ότι η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται κακόπιστα, βρίσκεται στους ώμους του ενιστάμενου. Το γεγονός ότι η αιτήτρια με την αιτούμενη τροποποίηση και αντικατάσταση της έκθεσης υπεράσπισης ζητά ουσιαστικά από το Δικαστήριο μείωση της αποζημίωσης που οι καθ'ών η αίτηση δικαιούνται, από μόνο του δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως κακοπιστία, και τούτο λαμβανομένων υπόψη όλων των δεδομένων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Στην προκειμένη περίπτωση η αιτήτρια ζητεί την συμπερίληψη της Νέας Τοπογραφικής Εργασίας με σκοπό να παραθέσει στο Δικαστήριο τις θέσεις της αναφορικά με το ύψος της αποζημίωσης που οφείλει να καταβάλει στις καθ'ών η αίτηση. Περαιτέρω, πλην του γενικού ισχυρισμού ότι η αιτούμενη τροποποίηση θα προκαλέσει δυσμενή και ανεπανόρθωτη βλάβη, δεν έχουν τεθεί οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν την πρόκληση αδικίας ή ζημιάς που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή αναφορικά με τα έξοδα, αφού οι καθ'ών η αίτηση θα διατηρήσουν το δικαίωμα τους από του να προωθήσουν την υπόθεση τους και να αντεξετάσουν καθώς και να κλητεύουν τον δικό τους εμπειρογνώμονα ο οποίος θα αντικρούει τις θέσεις της Τοπογράφου Μηχανικού κας Μαρνέρου. Αντίθετα, η απόρριψη της αίτησης θα έχει ως συνέπεια η αιτήτρια να στερηθεί του δικαιώματος της να προβάλει και να προωθήσει την υπεράσπιση της, ή ακόμα του δικαιώματος της να παρουσιάσει στο Δικαστήριο την κατάλληλη μαρτυρία προς απόδειξη των ισχυρισμών της σε σχέση με το ύψος της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης που δικαιούνται οι καθ'ων η αίτηση. Σε σχέση με το γεγονός ότι η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε 5 χρόνια μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης, σημειώνω ότι η Έκθεση Υπεράσπισης καταχωρίστηκε πράγματι στις 15/4/2014, ενώ η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε στις 23/3/
- Προς δικαιολόγηση της καθυστέρησης αυτής, η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η Νέα Τοπογραφική Εργασία μόλις πρόσφατα περιήλθε στην κατοχή τους. Όπως διαπιστώνεται, πράγματι αυτή ετοιμάστηκε από τον Μάρτιο του
- Καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση ένα χρόνο μετά, λόγω του ότι διεξάγονταν διαπραγματεύσεις για εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης. Καταχωρήθηκε μόλις οι διαπραγματεύσεις δεν είχαν τελεσφορήσει. (Η τελευταία επιστολή που αποστάληκε στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων, φέρει ημερομηνίας 25/11/16). Το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης οφείλεται στο γεγονός ότι οι συνήγοροι των καθ'ών η αίτηση διαβουλεύονταν με τους λειτουργούς της αιτήτριας κατά πόσο θα απαιτείτο νέα έκθεση εκτίμησης. Μόλις ξεκαθαρίστηκε ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν απαραίτητο, καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση. Αποδέχομαι το γεγονός ότι η νέα Τοπογραφική Εργασία, πάνω στην οποία στηρίζεται η αιτούμενη τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης, περιήλθε μόλις πρόσφατα στην κατοχή τους και ότι το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει είναι υπό τις περιστάσεις δικαιολογημένο. Εξάλλου τα γεγονότα αυτά, ως έχουν περιγραφεί από την αιτήτρια, ουδόλως έχουν αμφισβητηθεί από τις καθ'ών η αίτηση. Επομένως υπό αυτές τις περιστάσεις θεωρώ ότι δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση από την αιτήτρια σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης. Επομένως καταλήγω ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προκειμένη περίπτωση. Εν πάση περιπτώσει, ως έχει νομολογηθεί ανωτέρω, η καθυστέρηση στην υποβολή του παρούσας αίτησης, δεν θα πρέπει από μόνη της να οδηγήσει στην απόρριψη της εκτός εάν συνοδεύεται από κακοπιστία. Έχω διεξέλθει με προσοχή την αίτηση και την ένορκη μαρτυρία που την υποστηρίζει όπως και την ένσταση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει και πρέπει να πω ότι δεν διακρίνω στοιχεία που να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η αιτήτρια έχει ενεργήσει κακόπιστα. Πέραν αυτού, δεν θεωρώ ότι αν επιτραπεί η τροποποίηση, τότε οι καθ'ών η αίτηση θα υποστούν ζημιά η οποία δεν δύναται να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή αναφορικά με τα έξοδα. Οι καθ'ών η αίτηση θα διατηρήσουν το δικαίωμα τους να προωθήσουν κατάλληλα την υπόθεση τους και δεν διακρίνω άλλου είδους μειονέκτημα ή ζημιά που θα υποστούν συνεπεία της τροποποίησης. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του αιτήματος για παραχώρηση άδειας τροποποίησης. Καταλήγω ότι εξυπηρετούνται περισσότερο τα συμφέροντα της δικαιοσύνης με την έγκριση παρά με την απόρριψη του αιτήματος και ότι η τροποποίηση θα συντείνει στην εκδίκαση της πραγματικής διαφοράς μεταξύ των μερών και είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Εκδίδεται διάταγμα για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης στην με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Παραπομπής, ως η παράγραφος 1 της αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από την σύνταξη του διατάγματος και αντίγραφο να παραδοθεί στις καθ'ών η αίτηση την ίδια ημέρα. Να ακολουθήσει η καταχώρηση της τροποποιημένης Απάντησης της Υπεράσπισης επίσης εντός 15 ημερών. Αναφορικά με τα έξοδα, το κύριο κριτήριο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι η υπαιτιότητα των δύο μερών για τη δημιουργία τους (Phylactou and others v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204). Στην παρούσα υπόθεση, βρίσκω ότι οι καθ'ών η αίτηση δεν ευθύνονται για τη δημιουργία των εξόδων που χάνονται ως αποτέλεσμα της τροποποίησης. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι τα έξοδα που χάνονται από την τροποποίηση θα πρέπει να τα επιβαρυνθεί στο σύνολό τους η αιτήτρια. Αναφορικά με τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, παρά το ότι το αποτέλεσμα της διαδικασίας δεν ευνοεί τις καθ'ών η αίτηση, θεωρώ ότι δεν πρέπει να επιδικαστούν εναντίον τους τα έξοδα αυτά, αφού η καταχώρηση της αίτησης δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής τους δικονομικής συμπεριφοράς και η ένσταση τους ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις. Για τον λόγο αυτό θα αποκλίνω από τον βασικό κανόνα και θα επιδικάσω τα έξοδα της Αίτησης εναντίον της αιτήτριας. Συνοψίζοντας, αποφασίζω όπως όλα τα έξοδα της Παραπομπής που χάνονται από την τροποποίηση και τα έξοδα της παρούσας Αίτησης θα βαρύνουν την αιτήτρια. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο και είναι πληρωτέα στο τέλος της ειδοποίησης παραπομπής. (Υπ.) ....................................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο