← Κύπρος

Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Χρίστου Χαράλαμπου Ιεροδιακόνου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1567/13, 26/2/2018

Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Χρίστου Χαράλαμπου Ιεροδιακόνου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1567/13, 26/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:A15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1567/13 Μεταξύ: Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Ενάγουσα -και-

  1. Χρίστου Χαράλαμπου Ιεροδιακόνου
  2. Φωτεινής Χρίστου Ιεροδιακόνου
  3. C.Y.C PRIME PROPERTIES LTD Εναγομένων Αίτηση ημερ. 5.1.17 για παραμερισμό της απόφασης 26 Φεβρουαρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 1- αιτητή: κα Ιωάννου (για ν΄ ακούσει απόφαση ο κ.Σκορδής) Για την Ενάγουσα - καθ΄ης η αίτηση: κα Γεωργίου(για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Κωνσταντινίδου) Απόφαση
  4. Στις 13.10.14 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 3 για το ποσό των €154.980,65 και εναντίον της εναγόμενης 2 για το ποσό των €139.176,24 πλέον τόκους και έξοδα και περαιτέρω εκδόθηκε απόφαση με την οποία αναγνωρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι ενάγοντες είναι αποκλειστικοί δικαιούχοι όλων των δικαιωμάτων που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 27.6.05 που καταρτίστηκε μεταξύ του εναγόμενου 1 και της εναγόμενης
  5. Ο εναγόμενος 1 - αιτητής με την παρούσα αίτηση επιζητεί διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται η πιο πάνω απόφαση. Οι δε λόγοι παραμερισμού εστιάζονται στο ότι η επίδοση του κλητηρίου στον αιτητή δεν είναι καλή υπό τις περιστάσεις, υφίσταται εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση και έγκαιρα λήφθηκαν διαβήματα από μέρους του.
  6. Η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων, στην Δ.17 θ.10 και Δ.48 θ.1 - 11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1 - αιτητή στην οποία επισημαίνει ότι, δεν του επιδόθηκε το πιο πάνω κλητήριο ένταλμα και ενημερώθηκε για πρώτη φορά για την έκδοση της απόφασης όταν τον ενημέρωσαν τηλεφωνικώς από το Δικαστήριο ότι η ενάγουσα προχώρησε με ένταλμα κατάσχεσης της κινητής του περιουσίας. Πέραν από τα πιο πάνω, ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ουδέποτε αιτήθηκε και υπέγραψε τις ισχυριζόμενες συμφωνίες δανείου. Αναφέρει ότι στην περίπτωση που φανεί ότι υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας και του ιδίου, αυτή δεν διέπετο από τους όρους που ισχυρίστηκε η ενάγουσα και διαζευκτικά προβάλλει ότι είναι παράνομοι και άκυροι καθότι η ενάγουσα ουδέποτε τον πληροφόρησε για τους όρους των επίδικων συμφωνιών και του στέρησε το δικαίωμα του να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Δηλώνει ότι η αντιπαροχή για τις ισχυριζόμενες συμφωνίες απέτυχε και διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι ο σκοπός τους ήταν παράνομος και ή εικονικός. Προβάλλει ότι ουδέποτε έλαβε οποιοδήποτε δάνειο και ουδέποτε υπέγραψε οποιαδήποτε συμφωνία εγγύησης. Από την άλλη αρνείται ότι οι ισχυριζόμενες εγγυήσεις δόθηκαν αυτόβουλα και ελεύθερα και δηλώνει ότι ήταν προϊόν αδικαιολόγητης και αθέμιτης πίεσης ή πλάνης. Περαιτέρω στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρει ότι ουδέποτε έλαβε τις επιστολές που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης, ότι δεν στάλησαν σύμφωνα με το Νόμο και διαζευκτικά προβάλλει ότι απορρίφθηκαν εγγράφως με επιστολές τους προς την Τράπεζα. Αναφέρει ότι τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα ποσά δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και προκύπτουν από χρεώσεις οι οποίες έγιναν αυθαίρετα. Χρεώθηκαν τόκοι και ή έξοδα κατά παράβαση της συμφωνίας. Έτσι ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα και ο λόγος της μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης εστιάζεται στο γεγονός ότι δεν του επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα. 3.1 Η ενάγουσα - καθ΄ ης η αίτηση φέρει ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και μεταξύ άλλων προβάλλει ότι, (α) η επίδοση είναι καλή, (β) δεν έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση από μέρους του αιτητή και (γ) η διαγωγή που επέδειξε συνιστά καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. 3.2 Στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση των, κ. Α. Γεωργίου, υπαλλήλου της καθ΄ ης η αίτηση, και του ιδιώτη επιδότη κ. Σ. Πετρίδη, επισημαίνεται μεταξύ άλλων, ότι την 3.2.14 επιδόθηκε προσωπικά το πιο πάνω κλητήριο στον εναγόμενο 1 - αιτητή πλην όμως αρνήθηκε να το υπογράψει. Δεν καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης από μέρους του και έτσι μετά από σχετική αίτηση εκδόθηκε την 13.10.14 η πιο πάνω απόφαση. Στη συνέχεια εκδόθηκε ένταλμα κατάσχεσης της κινητής του περιουσίας το οποίο την 22.1.16 επιστράφηκε ανεκτέλεστο, καθότι ο εναγόμενος 1 εγκατέλειψε τη δοθείσα διεύθυνση. Η ενάγουσα εντόπισε νέα διεύθυνση του εναγόμενου 1 και έτσι την 19.5.16 καταχωρήθηκε και πάλιν ένταλμα κατάσχεσης της κινητής του περιουσίας. Ακολούθως την 1.2.17 ο δικαστικός επιδότης ενημέρωσε το συνήγορο της ενάγουσας ότι δεν κατέστη δυνατή η εκτέλεση του εντάλματος καθότι ο αιτητής στερείται κινητής περιουσίας υποκείμενης σε κατάσχεση. Σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση αναφέρεται ότι περί την 29.7.05 η ενάγουσα παραχώρησε δάνειο στον εναγόμενο 1 για το ποσό των ΛΚ100.000.- για αγορά εξοχικής κατοικίας. Για περαιτέρω εξασφάλιση εκχωρήθηκαν τα δικαιώματα του αγοραπωλητηρίου εγγράφου και οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν την πληρωμή του. Επιπρόσθετα την 31.8.05 η ενάγουσα παρείχε στον εναγόμενο 1 πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους ΛΚ2.000.-. Επισημαίνεται ότι ο εναγόμενος 1 παρέλειψε να τηρήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις και έτσι η ενάγουσα τερμάτισε τις παρεχόμενες τραπεζικές διευκολύνσεις με επιστολές, οι οποίες αποστάληκαν στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του εναγόμενου 1 και των υπολοίπων, οι οποίες δεν επιστράφηκαν. Η ενάγουσα - καθ΄ ης η αίτηση αρνείται τους ισχυρισμούς που προβάλλει ο αιτητής και μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί του σε σχέση με την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση είναι γενικοί, αόριστοι και ανυπόστατοι. Αναφέρεται ότι ο εναγόμενος 1 επέδειξε πλήρη περιφρόνηση προς το Δικαστήριο αφού υπέβαλε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης τρία περίπου χρόνια μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος.
  7. Ο ιδιώτης επιδότης κ. Σ. Πετρίδης αντεξετάστηκε από μέρους του συνηγόρου του αιτητή κατόπιν σχετικού αιτήματος. Οι άλλοι δύο ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν. Στη μαρτυρία του ο κ.Σ. Πετρίδης επισήμανε μεταξύ άλλων, ότι πράγματι την 3.2.14 επέδωσε προσωπικά στον Χρίστο Χαραλάμπους Ιεροδιακόνου το κλητήριο ένταλμα στη διεύθυνση Καλαβρύτων 4 στο Δάλι. Διευκρίνισε ότι όταν μετέβηκε στην πιο πάνω διεύθυνση του άνοιξε κάποιο πρόσωπο και τον ρώτησε αν ήταν ο Χρίστος Χαραλάμπους Ιεροδιακόνου. Το εν λόγω πρόσωπο του απάντησε καταφατικά και τον ρώτησε περί τίνος πρόκειται. Τον πληροφόρησε ότι πρόκειται για αγωγή και του έδωσε το κλητήριο. Όταν του ζήτησε να υπογράψει τα έγγραφα αρνήθηκε να το πράξει. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι δεν γνώριζε το συγκεκριμένο πρόσωπο προηγουμένως. 5.1 Κατ΄ αρχήν θα εξεταστεί κατά πόσο η επίδοση στον εναγόμενο 1 - αιτητή είναι καλή υπό τις περιστάσεις, καθότι σε αντίθετη περίπτωση η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae, δικαιωματικά για τον εναγόμενο ως οφειλόμενο χρέος προς τη δικαιοσύνη. Κακή επίδοση συνιστά θεμελιακό ελάττωμα που δημιουργεί υποχρέωση για παραμερισμό μιας ερήμην απόφασης. Η νομολογία μας προσέδωσε στο ζήτημα συνταγματική διάσταση που προκύπτει από το άρθρο 30.3 (α)(β) του Συντάγματος υποδεικνύοντας ότι η δέουσα επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με την δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο και τη δυνατότητα του, ως θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του (βλ. Μανώλη ν Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολ.Έφ.413/2011 ημερ. 3.2.17). Σε τέτοιες περιπτώσεις η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiue χωρίς το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο ο εναγόμενος - αιτητής έδειξε ότι είχε εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και συνήθως ο ενάγοντας καταδικάζεται και στα έξοδα. (Βλ. Halsbury´s Laws of England 3η έκδοση, Τόμος 22, παράγραφος 1667 σελ. 788-789, Hughes v Justin

(1894)1 QB 667, Armitaye v. Parsons
(1968)2 K.B. 410, Muir v Jenks
(1913)2 K.B.412). 5.2 Κατ΄ αρχήν επισημαίνεται ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από μέρους του αιτητή. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, κατόπιν σχετικού αιτήματος, αντεξετάστηκε ο ιδιώτης επιδότης κ. Σ. Πετρίδης. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας του πιο πάνω προσώπου κρίνεται αναγκαία. Επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τη μαρτυρία του πιο πάνω προσώπου και είναι σε θέση να την αξιολογήσει με δείκτη μεταξύ άλλων τη λογικότητα της εκδοχής του, την αμεσότητα και ευθύτητα των απαντήσεων του αλλά και γενικότερα την όλη παρουσία του στο ειδώλιο του μάρτυρα. (βλ. Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Ο κ. Σ. Πετρίδης δεν περιέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του καθοιονδήποτε τρόπο. Ήταν συνεπής και σταθερός στις απαντήσεις του. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Παρέθεσε τα γεγονότα επισημαίνοντας ότι κατά την 3.2.14 επέδωσε στον Χρίστο Χαραλάμπους Ιεροδιακόνου το κλητήριο ένταλμα και όταν ζήτησε να του υπογράψει αυτός αρνήθηκε. Στη συνέχεια στις 5.2.14 προέβη σε ένορκη δήλωση επίδοσης. 5.3 Επισημαίνεται ότι η ενώπιον του Δικαστηρίου ένορκη δήλωση του επιδότη συνιστούσε επαρκή απόδειξη του ζητουμένου της επίδοσης της αγωγής και ενόψει της μη καταχώρισης εμφάνισης του εναγόμενου 1, το Δικαστήριο, κατόπιν σχετικής αίτησης, εξέδωσε την πιο πάνω απόφαση. Σε αίτηση παραμερισμού απόφασης επιβάλλεται η απόδειξη των αμφισβητούμενων γεγονότων από τον διάδικο που φέρει το βάρος απόδειξης με προφορική μαρτυρία (βλ. Λευκίδου ν Κανναουρίδη
(1999)1Α ΑΑΔ 528). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αιτητής, στην ένορκη δήλωση του, αναφέρει ότι δεν του επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα, γεγονός το οποίο αμφισβητήθηκε από την καθ΄ ης η αίτηση. Ο εναγόμενος 1 - αιτητής είχε το βάρος να αποδείξει ότι η επίδοση που έγινε ήταν κακή (βλ. I.P.M. INDUSTRIES CO. LTD κ.ά. ν Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2006)1Β ΑΑΔ 1319). Καμία μαρτυρία δεν προσκόμισε ο ίδιος. Η μαρτυρία του ιδιώτη επιδότη κ. Σ. Πετρίδη γίνεται αποδεκτή για τους λόγους που έχουν ήδη επεξηγηθεί και δεν καταδεικνύεται από τη μαρτυρία του καθοιονδήποτε τρόπο ότι η επίδοση ήταν κακή υπό τις περιστάσεις. Ο αιτητής δικαιωματικά δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία για να καταδείξει ότι η επίδοση ήταν κακή. Στην προκείμενη περίπτωση το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε προσωπικά σ΄ αυτόν την 3.2.14 και όταν του ζητήθηκε να υπογράψει, αρνήθηκε. Η επίδοση στον εναγόμενο 1 - αιτητή ήταν καλή. Συνεπώς η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται. 6.1 Με βάση τη Δ.17 θ.10, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όταν εκδοθεί απόφαση, το Δικαστήριο δύναται «στην κατάλληλη περίπτωση να ακυρώσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση, με όρους που θα ήταν δίκαιοι». Είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται αφού εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά ποσό ο αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην υπόθεση Siberia Air ν Πούλλικα
(2005)1 Α.Α.Δ. 893, συνοψίζονται οι σχετικές αρχές στο πιο κάτω απόσπασμα από τη σελ. 897: «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το Δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διαδίκου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της Δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντίδικου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλέπε Milouca Motor Trading Ltd v. Χρυσάνθου Κούρτη
(1997)1Α.Α.Δ. 941, Γερολέμου v. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 Α.Α.Δ. 818 και Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1101.» (Βλ. επίσης Subine Zehil v. Neil Roberts
(2009)1(A) ΑΑΔ 678 και Claire Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd
(2012)1(Α) ΑΑΔ 647). 6.2 Το Δικαστήριο έχει πάντοτε υποχρέωση να διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη. Το συγκεκριμένο δικαίωμα, δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς o διάδικος να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ερμηνεύοντας το Άρθρο 6
(1)της Σύμβασης, θεώρησε ότι η πρόσβαση στο Δικαστήριο και το ταυτόχρονο δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, δεν πρέπει μόνο να διατυπώνονται, αλλά θα πρέπει να είναι και αποτελεσματικά. (Βλ. υπόθεση Claire Morris, ανωτέρω). 6.3 Στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ v. Μιχαήλ
(2003)1(Β) 1044 αναφέρθηκε ότι: «το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά, και να ακούεται σε αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο.» (Βλ. επίσης Α.Ε.2572, Δημοκρατία v. Ζήνα Πουλλή
(2001)3 Α.Α.Δ 1060). 6.4 Βέβαια, το δικαίωμα για δίκαιη δίκη συναρτάται προς τα δικαιώματα άλλων διαδίκων. Κριτήριο είναι πάντοτε η αρχή της αναλογικότητας και τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης. Όπως αναφέρθηκε στην Κολλάτου v. Παναγιώτου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 89: «Στην αποτίμηση των συμφερόντων της Δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δίκαιας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεση του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δίκαιας δίκης .. Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά το μέσο για την επίτευξη δίκαιας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δίκαιας δίκης που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντίδικου.» Τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή (βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210, Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (αρ. 2)
(1999)1 (Γ) ΑΑΔ 1988). 6.5 Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο ο αιτητής έχει αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Η αντιπαραβολή των δύο εκδοχών σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης είναι ορισμένες φορές αναπόφευκτη, αλλά αυτή θα πρέπει να περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία για τη διακρίβωση της καλοπιστίας των ισχυρισμών και κατά πόσο υπάρχει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ΄ αρχήν έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση (Βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415). Αντλώντας κατεύθυνση από την νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή. (βλ. Κάλλης Ξενοφών ν. Alpha Bank
(2002)1 (B) ΑΑΔ 743). 6.6 Στην προκείμενη περίπτωση ο εναγόμενος 1 - αιτητής από τη μια ισχυρίζεται ότι ουδέποτε υπέγραψε τις ισχυριζόμενες συμφωνίες δανείου και από την άλλη προβάλλει, ότι αν ήθελε φανεί ότι υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία αυτή δεν διέπεται από τους όρους που ισχυρίζεται η ενάγουσα, ότι οι όροι αυτής είναι παράνομοι και στερούνται οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος καθότι η ενάγουσα ουδέποτε τον πληροφόρησε για τους όρους των επίδικων συμφωνιών και του στέρησε το δικαίωμα να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Επισημαίνει ότι η αντιπαροχή απέτυχε και διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι ο σκοπός των συμφωνιών ήταν παράνομος και ή εικονικός. Από τη μια αναφέρει ότι δεν υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο εγγύησης και από την άλλη δηλώνει ότι οι ισχυριζόμενες εγγυήσεις δεν δόθηκαν αυτόβουλα και ελεύθερα και ότι ήταν προϊόν αδικαιολόγητης και αθέμιτης πίεσης ή πλάνης. Ο εναγόμενος 1 - αιτητής ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι δεν έλαβε τις επιστολές που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης και διαζευκτικά προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι απορρίφθηκαν εγγράφως με επιστολές τους προς την ενάγουσα. Όπως έχει νομολογηθεί ένας διάδικος παρόλο που στα δικόγραφα του έχει την δυνατότητα να διατυπώσει διαζευκτικούς ισχυρισμούς δεν μπορεί όμως να προωθεί αντιφατική μαρτυρία. (Χαρούς ν Χαρούς κ.ά.
(2010)1Α ΑΑΔ 267). Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ο αιτητής προσκόμισε αντιφατική μαρτυρία πράγμα ανεπίτρεπτο υπό τις περιστάσεις. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι, η συμφωνία δεν διέπεται από τους όρους που ισχυρίζεται η ενάγουσα, χρεώθηκαν τόκοι και έξοδα, μεταξύ άλλων, κατά παράβαση της συμφωνίας. Πρόκειται για γενικούς, αόριστους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς. Παρέλειψε να προσκομίσει στο Δικαστήριο αποδεικτικά στοιχεία τα οποία να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας τα οποία να αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων ώστε να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Θα ήταν εύκολο κάθε φορά να προβάλλεται ένας αστήρικτος και αόριστος ισχυρισμός και να παραμερίζονται νομότυπες αποφάσεις. Περαιτέρω ο αιτητής παραπονείται ότι δεν έλαβε τις αναφερόμενες στην έκθεση απαίτησης επιστολές. Στην ένορκη δήλωση του κ. Α. Γεωργίου που συνοδεύει την ένσταση επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, ότι στις 29.7.05 δυνάμει γραπτής συμφωνίας η ενάγουσα παραχώρησε δάνειο στον εναγόμενο 1 - αιτητή. Οι δε εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις του. Περαιτέρω στις 31.8.05 η ενάγουσα παρείχε στον εναγόμενο 1 - αιτητή όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό. Ο εναγόμενος 1 παρέλειψε να τηρήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις και έτσι η ενάγουσα με επιστολή της τερμάτισε την επίδικη συμφωνία. Αναφέρεται ότι η εν λόγω επιστολή αποστάληκε στη διεύθυνση του εναγόμενου 1 και δεν επιστράφηκε. Όπως έχει ήδη νομολογηθεί, η μη επιστροφή επιστολής η οποία αποστέλλεται κανονικά συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι έχει παραδοθεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν, δηλ. τον εναγόμενο (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.ά. Πολ. Έφεση 163/2006/ημερ. 5.5.2009). Στην υπόθεση Barclays Bank PLC v. JGL (Constructions) Ltd κ.ά.
(2000)1 Γ ΑΑΔ 1726, αποφασίστηκε ότι η αποστολή των επιστολών τερματισμού στις διευθύνσεις που ανεγράφοντο επί των ενοικιαγορών συνιστούσε νόμιμο τερματισμό τους (βλ. Alpha Bank Cyprus Ltd v Arena Motor Show Ltd κ.ά., Πολ.Έφ. 84/09, ημερ. 2.10.15 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Στην υπόθεση Ανδρέου ν. P.& D. Crystal Line Co. Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 1521, αναφέρθηκε ότι επιστολή η οποία φέρει την ορθή διεύθυνση και η οποία στάληκε και δεν επιστράφηκε ως ανεπίδοτη θεωρήθηκε ότι ειδοποιήθηκε ο εφεσείων για την ημερομηνία ακρόασης. Δεν έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ότι ο τερματισμός ήταν παράτυπος υπό τις περιστάσεις. Και κάτι ακόμη εξίσου σημαντικό. Και έτσι να μην είχαν τα πράγματα, που δεν συμβαίνει, δηλ. να μην είχαν αποσταλεί ή παραληφθεί οι επιστολές τερματισμού στις διευθύνσεις των εναγόμενων, η καταχώριση της αγωγής συνιστά επαρκή τερματισμό των επίδικων συμφωνιών και απαίτησης πληρωμής του οφειλόμενου ποσού (βλ. Κυριάκου ν Χρυσοστόμου
(2004)1Γ ΑΑΔ 2029). Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται. Εν κατακλείδι, ο αιτητής παρέλειψε να παρουσιάσει μαρτυρία που να εμπεριέχει κάποιο βαθμό πειστικότητας με την οποία να αποκαλύπτει συζητήσιμη υπεράσπιση. Τα όσα σχετικά ισχυρίστηκε πρόκειται για γενικούς, αόριστους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς. 7.1 Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο ο χρόνος που διέρρευσε μέχρι και την καταχώριση της επίδικης αίτησης καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησης. 7.2 Όπως έχει ήδη επισημανθεί θέμα πρωταρχικής σημασίας είναι η ύπαρξη υπεράσπισης αλλά εξ΄ ίσου σημαντικό είναι και το θέμα συναφής και εύλογης αιτιολογίας για την απουσία του αιτητή κατά την ακρόαση που έχει ως συνέπεια την έκδοση απόφασης εναντίον του. (βλ. Χρυσάνθου κ.α. ν Mariela Construction Ltd
(1996)1 AAΔ 1129,1131, Μιχάλη Πατούρη ν Hellenic Bank Ltd,
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2118). Όπως έχει νομολογηθεί η αίτηση παραμερισμού μπορεί να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης εφόσον ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή, η οποία ισοδυναμεί με μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Milouca Motor Trading Ltd v Κούρτη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 941 και Γεωργίου κ.ά. ν Χριστοδούλου
(2011)1Α ΑΑΔ 561). 7.3 Στην υπόθεση Τάσος Πεγιώτη ν Χριστάκη Κωμοδρόμου
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1601 στην σελ. 4 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Αποτελεί γεγονός ότι απαιτείται αιτιολόγηση οποιαδήποτε καθυστέρησης εκ μέρους του εναγομένου να αποταθεί στο Δικαστήριο για παραμερισμό απόφασης που εκδίδεται στην απουσία του. (βλ. μεταξύ άλλων Mine & Quarry Serv. Ltd v Γεωργίου
(1993)1 ΑΑΔ 26). Δεν συνιστά, όμως, τέτοια παράλειψη αυτοτελή ή ανεξάρτητο λόγο για την απόρριψη αίτησης για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, όπου ο εξαιτούμενος τον παραμερισμό της αποκαλύπτει συζητήσιμη υπεράσπιση. Η καθυστέρηση μπορεί να αποτελέσει, αφ΄εαυτής, λόγο για παραμερισμό της απόφασης, όταν καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησης της. Αυτό ειπώθηκε στην Phylactou v Michael (ανωτέρω) όπως τονίστηκε μεταξύ άλλων (σελ.210): «The effect of the case law is that the Court must not be astute to unseat a party from his right to be heard in his cause, so long as be discloses merits» Σε Ελληνική μετάφραση, ελεύθερη: «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση.» 7.4 Στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν Ταπελογραφείο Κώστας Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1101, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο εφεσείων δεν θεμελίωσε καλή υπεράσπιση και περιπλέον αποφάνθηκε πως η καθυστέρηση 2 ½ μηνών που σημειώθηκε μετά την έκδοση απόφασης και μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού παρέμεινε εντελώς ανεξήγητη. 7.5 Στην υπόθεση Milouca ανωτέρω το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για παραμερισμό και το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Εκεί υπήρξε καθυστέρηση 9 μηνών για να ληφθούν οποιαδήποτε μέτρα εναντίον της εκδοθείσας απόφασης και επίσης είχε αγνοηθεί και η αίτηση για απόφαση που είχε επιδοθεί στους εναγομένους. 7.6 Ο αιτητής ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση για την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του όταν τον κάλεσαν τηλεφωνικώς από το Δικαστηρίου για να τον πληροφορήσουν ότι η ενάγουσα είχε προχωρήσει με ένταλμα εκποίησης της κινητής του περιουσίας. Δεν καθορίζει και πάλιν με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια που απαιτείται το ακριβές χρονικό σημείο που πληροφορήθηκε για την έκδοση της απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο καταχωρήθηκε την 4.12.13 και επιδόθηκε προσωπικά στον εναγόμενο την 3.2.
  1. Αυτός παρέλειψε να καταχωρίσει εμφάνιση και έτσι την 13.10.14 εκδόθηκε απόφαση. Ο εναγόμενος 1 - αιτητής καταχώρισε την παρούσα αίτηση την 5.1.17, δηλ. τρία περίπου χρόνια από την επίδοση σ΄ αυτόν του κλητηρίου εντάλματος και 26 περίπου μήνες μετά την έκδοση απόφασης. Ο εναγόμενος 1 - αιτητής δεν ενδιαφέρθηκε για την υπόθεση του από την επίδοση του κλητηρίου (3.2.14) μέχρι και την καταχώριση της επίδικης αίτησης ημερ. 5.1.
  2. Στην προκείμενη περίπτωση η καθυστέρηση που υφίσταται στην προώθηση του αιτήματος του, καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησης της. Έτσι η αίτηση για παραμερισμό της απόφασης είναι έκθετη σε απόρριψη και γι΄ αυτό το λόγο.
  3. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας - καθ΄ης η αίτηση και εναντίον του εναγομένου 1 - αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.): ...... Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. /ΕΑ Αναφορά: Ενδιάμεση/Αίτηση παραμερισμού απόφασης Subject: Endiamesi/aitisi paramerismou apofasis cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.