N.N.K. DECOPLUS LTD ν. ΚΕΦΑΛΑΣ ΤΑΣΟΣ, Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 136/2015, 28/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:A16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 136/2015 Μεταξύ: N.N.K. DECOPLUS LTD Ενάγουσας - και - ΚΕΦΑΛΑΣ ΤΑΣΟΣ Εναγομένου ------------------- Ημερομηνία: 28/02/2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. κ. Δαμιανού & Λάρκου (Κατά την δίκη: κ. Φλουρέντζου). (Κατά την ανακοίνωση της απόφασης: .....................). Για τον Εναγόμενο: κ. Γιώργος Δ. Μιντή (Κατά την δίκη: κα Χριστοφή). (Κατά την ανακοίνωση της απόφασης: .....................). --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ
- Η Ενάγουσα, με την Αγωγή της αυτή, αξιώνει από τον Εναγόμενο, €2.312,80, ως ποσό, που, κατά τους ισχυρισμούς της, ο Εναγόμενος της οφείλει για εργασίες που εκτέλεσε στην κατοικία του.
- Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας από την δικογραφία, κατά τον Ιανουάριο του έτους 2013, κατόπιν προσφοράς της προς τον Εναγόμενο που έγινε αποδεκτή από τον τελευταίο, προσήρθε σε συμφωνία με τον Εναγόμενο όπως του παράσχει υπηρεσίες της ειδικότητας της, αντί συμφωνηθείσας αμοιβής επί τιμών μονάδος πλέον Φ. Π. Α. Σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας στην δικογραφία, η Ενάγουσα, ασχολείται με οικοδομικές εργασίες και εργασίες ανακαίνισης κατοικιών, ο δε Εναγόμενος είναι ιδιοκτήτης κατοικίας στο Παραλίμνι στην οποία και αφορούσε η συμφωνία των μερών και εκεί όπου θα εκτελούνταν οι συμφωνηθείσες εργασίες. Ως υποστηρίζεται από την Ενάγουσα, στην προσφορά της, είχαν παρατεθεί τιμές μονάδος για τις διάφορες εργασίες που θα εκτελούντο, με τις οποίες ο Εναγόμενος συμφώνησε, ή σε κάθε περίπτωση, αποδέχθηκε ως εύλογες ή/και ως τις τρέχουσες στην αγορά. Ήταν όρος της συμφωνίας τους ότι ο Εναγόμενος θα κατέβαλλε την αμοιβή της σταδιακά και σύμφωνα με την πρόοδο στην εκτέλεση των εργασιών. Αποτελεί θέση της Ενάγουσας ότι εκτέλεσε εργασίες που είχε συμφωνήσει με τον Εναγόμενο (ήτοι, αλλαγή κεραμικού στη βεράντα της κατοικίας, αγορά νέου κεραμικού, απομόνωση με κατρόχαρτο) με επιμέλεια, επαγγελματισμό και προς ικανοποίηση του Εναγομένου και ότι, για αυτές, εξέδωσε προς τον Εναγόμενο τιμολόγιο ημερομηνίας 04/04/2013 για το ποσό των €2.312,80 (συμπεριλαμβανομένου Φ. Π. Α.), το οποίο, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της προς τον Εναγόμενο, ο τελευταίος, δεν το έχει εξοφλήσει. Όπως υποστηρίζει η Ενάγουσα, με την έκδοση του προαναφερόμενου τιμολογίου της προς τον Εναγόμενο, αυτός της δήλωσε ότι δεν θα προχωρούσε με τις υπόλοιπες εργασίες που είχαν συμφωνηθεί και ότι θα εξασφάλιζε την εκτέλεση τους από αλλού.
- Ο Εναγόμενος, δεν αποδέχεται τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπισης του, συμφώνησε με την Ενάγουσα όπως του τοποθετήσει πλακάκια στην βεράντα της κατοικίας του στο Παραλίμνι, έκτασης περί τα 7,50 τ. μ. και μονώσει την οροφή της εν λόγω κατοικίας του με μονωτικό υλικό και ότι, η αμοιβή της Ενάγουσας καθορίστηκε ότι θα ήταν βάσει των τρεχουσών τιμών της αγοράς για τις εν λόγω εργασίες. Ήταν δε όρος της συμφωνίας του με την Ενάγουσα, ότι αυτός θα είχε το δικαίωμα επιλογής του χρωματισμού και της ποιότητας των πλακιδίων που θα χρησιμοποιούνταν από την Ενάγουσα προς εκτέλεση της συμφωνηθείσας εργασίας, τα οποία η Ενάγουσα θα προμηθευόταν από τρίτους και θα χρέωνε τον Εναγόμενο ανάλογα για την αξία τους. Η Ενάγουσα, θα εκτελούσε την εργασία με της με την καλύτερη δυνατή επιμέλεια και με τον καλύτερο δυνατό τεχνικό τρόπο. Κατά παράβαση των συμφωνηθέντων τους, η Ενάγουσα τοποθέτησε κεραμικά χωρίς την εκ των προτέρων συνεννόηση τους και μάλιστα κακότεχνα. Αποτέλεσμα τούτων, ήταν να τερματίσει την συμφωνία τους και να καλέσει την Ενάγουσα να εγκαταλείψει την κατοικία του, όπως και έγινε. Αρνείται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, που αφορούν το γεγονός ότι εκτέλεσε εργασίες στην ιδιοκτησία του αξίας €2.312,80 και υποστηρίζει ότι, το εκδοθέν τιμολόγιο, είναι προϊόν αυθαίρετης πράξης της Ενάγουσας, του οποίου την ύπαρξη αυτός δεν γνώριζε και το οποίο, ως εκ τούτου, ουδέποτε αποδέχθηκε και/ή υπέγραψε.
- Η υπόθεσης αυτή, βάσει των διατάξεων της Δ.30 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, εμπίπτει στην κατηγορία των υποθέσεων «ταχείας εκδίκασης», που εκδικάζονται στην βάση των προνοιών των κ. κ. 5 και 6 της εν λόγω Διαταγής. Δηλαδή, στη βάση των αντίστοιχων, από πλευράς των διαδίκων, μαρτυριών, που κατατίθενται στο Δικαστήριο για τον σκοπό. Ως κατά τον προαναφερόμενο τρόπο εκδίκασης, κατά την δίκη, για την υπόθεση της Ενάγουσας, κατέθεσε την ένορκη, γραπτή του μαρτυρία, μόνον ο Νίκος Κυριάκου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ») και για την υπόθεση του Εναγομένου, κατέθεσε την ένορκη, γραπτή του μαρτυρία, μόνον ο Εναγόμενος.
- Στις περιπτώσεις όπου μία σύμβασης προνοεί για την πληρωμή ενός ποσού ως αντιπαροχή για την παράδοση αγαθών ή την εκτέλεση υπηρεσιών από πλευράς ενός εκ των συμβαλλομένων μερών, ή γενικότερα, για την εκτέλεση κάποιας συγκεκριμένης υποχρέωσης, τότε, το μέρος αυτό, με την εκπλήρωση της υποχρέωσης του, έχει δικαίωμα να πληρωθεί το ποσό που έχει κερδίσει. Η αποκατάσταση του σε περίπτωση αθέτησης, δεν είναι αγωγή για αποζημιώσεις βάσει παράβασης σύμβασης, αλλά αγωγή για την ανάκτηση του ποσού της σύμβασης, ως χρέους ([1])([2]). Και αυτό, επειδή, η αξίωση του ενάγοντος, αφορά την ειδική εκτέλεση της κύριας υποχρέωσης του εναγομένου να εκτελέσει τα όσα έχει υποσχεθεί (βλ. Εταιρεία Πεππης Λτδ ν Andreas Demetriades Consulting Services Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 100, J. Aristodemou Ideal Houses Ltd ν Γιάγκου Γλυκή
(2005)1 Α.Α.Δ. 266). Ως εκ τούτου, ενάγοντας που βασίζει την αγωγή του σε χρέος, δεν φέρει το βάρος απόδειξης απώλειας ή ζημιάς, αλλά απλώς, έχει το βάρος να αποδείξει μία ρητή ή εξυπακουόμενη συμφωνία / όρο για την πληρωμή του ποσού αυτού της σύμβασης σε περίπτωση εκπλήρωσης των συμβατικών του υποχρεώσεων, έτσι ώστε, κανόνες του δικαίου των συμβάσεων που έχουν να κάνουν με το ζήτημα της αποζημίωσης για απώλεια ή ζημιά που προκλήθηκε λόγω παράβασης της σύμβασης, όπως αυτοί της απομεμακρυσμένης ζημιάς ή αυτών που έχουν να κάμουν με το μέτρο καθορισμού της, δεν εισέρχονται προς εξέταση, ούτε και η απαίτησης του ενάγοντος μπορεί να επηρεαστεί από θέματα όπως είναι για παράδειγμα το καθήκον μετριασμού της ζημιάς (εντούτοις κάποιες εξαιρέσεις είναι συζητήσιμο ότι υπάρχουν) (βλ. το σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, παραγράφους 21-001 και 21-002). Σε κάθε περίπτωση, όπου το συμφωνημένο τίμημα δεν έχει πληρωθεί και ο ενάγοντας υφίσταται επιπρόσθετη απώλεια λόγω της μη πληρωμής, μπορεί, με την αγωγή του, να διεκδικήσει το συμφωνημένο ποσό, αλλά και αποζημιώσεις (βλ. το σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, παραγράφους 21-001 και 21-002).
- Χρέος, συνεπώς, θεωρείται ότι υπάρχει, όπου ο ενάγοντας έχει εκπληρώσει όλες τις πράξεις τις οποίες, βάσει των όρων της σύμβασης, του δίδουν το δικαίωμα να πληρωθεί. -Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η έκδοση, στην σελίδα 935, στο μέρος που επιγράφεται, «Several Distinct Debts», χρέος λογίζεται: «Any pecuniary liability, which has been quantified or is capable of being quantified, on the basis of a contract or on the principles of law, is a debt. it must be an ascertained amount. ... The test to determine whether the dues to the plaintiff are one debt or several distinct debts is whether he can sue for such dues separately ...»-. Ως εκ τούτου, το κατά πόσο η υποχρέωσης για πληρωμή του ενάγοντος έχει προκύψει, εξαρτάται κυρίως από τους όρους της σύμβασης. Όπου οι συμβατικές υποχρεώσεις του ενάγοντος είναι διαιρετές, από την άποψη ότι, η σύμβασης δίδει το δικαίωμα τμηματικής πληρωμής για κάθε στάδιο εκτέλεσης, ο ενάγοντας, μπορεί να εγείρει αγωγή για κάθε μέρος του συμβατικού τιμήματος, καθώς ολοκληρώνεται η εργασία ή εκπληρώνεται η υποχρέωσης που αφορά το μέρος αυτό, σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης πληρωμής του. Στην περίπτωση όμως, που, οι συμβατικές υποχρεώσεις του ενάγοντος είναι αδιαίρετες, -δηλαδή, η σύμβασης είναι αδιαίρετη («entire agreement»)-, ο ενάγοντας δεν μπορεί να ανακτήσει τίποτα προτού ουσιαστικά ολοκληρώσει στο σύνολο τους τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, να πληρωθεί, κατά το ήμισυ το συμβατικό τίμημα, όταν έχει κατά το ήμισυ εκτελέσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, καθότι, ρητά με την σύμβαση, ή ως έμμεσα προκύπτει από αυτήν, έχει συμφωνηθεί ότι δεν θα του πληρωθεί τίποτα προτού εκπληρώσει πλήρως όλες τις υποχρεώσεις που ανέλαβε με αυτήν [[i]]. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, στην παράγραφο 17-031: «A contractual obligation is said to be "entire" when the contract requires to be completely performed by one party (A) before the other (B) is to pay, or to render such other counter-performance as may have been agreed. Complete performance by (A) is sometimes said to be a "condition precedent" to B's liability; ...». Και στην συνέχεια, στις παραγράφους 17-035 και 17-036: «A contract imposes severable obligations if payment under it is due from time to time as performance of a specified part of the contract is rendered. . Where a contract imposes severable obligations, a party who has fully performed the specified part can recover the corresponding payment even though his failure to complete the whole of the promised performance is a breach of contract [μπορεί όμως να κριθεί υπόλογος να αποζημιώσει τον αντισυμβαλλόμενο του εάν ο τελευταίος από την παράβαση υποστεί ζημιά]». Εντούτοις, πρέπει να αναφερθεί, ότι, στον προαναφερόμενο κανόνα, έχουν αναγνωριστεί εξαιρέσεις [[ii]]. Σε κάθε περίπτωση, εκεί που ο εναγόμενος οικειοθελώς αποδέχεται το όφελος της μερικής εκτέλεσης από πλευράς του ενάγοντος, ο τελευταίος δικαιούται να πληρωθεί την αξία της εργασίας που εκτέλεσε ή των αγαθών που προμήθευσε [[iii]]. Η θέση, είναι διαφορετική, αν ο εναγόμενος δεν είχε άλλη επιλογή από του να αποδεχθεί το όφελος της μερικής εκτέλεσης των υποχρεώσεων του ενάγοντος κάτω από την σύμβαση, όπως για παράδειγμα είναι η περίπτωση εκτέλεσης εργασίας σε ιδιοκτησία του εναγομένου, ή η ενσωμάτωσης υλικών σε περιουσία του εναγομένου [[iv]].
- Έπεται από τα προαναφερόμενα, ότι, αν, μετά από παραβίαση των συμφωνηθέντων, ο ζημιωθείς επιλέξει τον τερματισμό της, εν συνεχεία, αυτός δεν μπορεί να εγείρει αγωγή για ποσό, που, κάτω από την σύμβαση θα του προέκυπτε ως πληρωμή, σε ημερομηνία μεταγενέστερη της ημερομηνίας του τερματισμού. Σε μία τέτοια περίπτωση, το ζημιωθέν πρόσωπο, μπορεί να εγείρει αγωγή για αποζημιώσεις λόγω παράβασης σύμβασης και το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση τους, μπορεί να λάβει υπόψη του ποσά που θα έπρεπε να ελάμβανε κάτω από την παραβιασθείσα σύμβαση. Όπου όμως ο ζημιωθείς, υπό τέτοιες περιστάσεις, επιβεβαιώσει την σύμβαση (επιλέξει δηλαδή να την διατηρήσει «ζωντανή»), μπορεί να εγείρει αγωγή για το συμφωνημένο ποσό, αν, κατά τον χρόνο της παράβασης των συμφωνηθέντων, έχει ήδη εκτελέσει όλες τις υποχρεώσεις του κάτω από αυτήν (βλ. Αχιλλέας Σταύρου ν G. Rotidis & Partners
(2008)1 Α.Α.Δ. 477). Στην περίπτωση που, κατά την ημερομηνία παράβασης των συμφωνηθέντων, υπολείπονται υποχρεώσεις του ενάγοντος προς εκτέλεση, τότε, αγωγή για οφειλή (ή για ποσό που έχει συμφωνηθεί) είναι διαθέσιμη σε αυτόν υπό προϋποθέσεις: η νομολογία, έχει διακρίνει τις περιπτώσεις όπου, η συνεργασία του αντισυμβαλλόμενου που αποκήρυξε παράνομα την σύμβαση για την εκπλήρωση των εναπομεινάντων υποχρεώσεων του ενάγοντος είναι απαραίτητη, από αυτές που δεν είναι απαραίτητη, καθώς επίσης και τις περιπτώσεις όπου το ζημιωθέν πρόσωπο έχει έννομο συμφέρον ανάκτησης του συμφωνηθέντος ποσού («legitimate interest in recovering the agreed sum»). Το ζητούμενο δηλαδή, είναι, η επιβεβαίωση της σύμβασης και η ολοκλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων του ενάγοντος για να δικαιούται σε πληρωμή του συμφωνηθέντος χρηματικού ανταλλάγματος (βλ. το σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, παραγράφους από 21-008 έως και 21-015).
- Σχετικά με τα προαναφερόμενα, είναι και τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η έκδοση, στις σελίδες 1272 και 1273, στο μέρος που επιγράφεται, «Claim for Agreed Sum» [[v]]: «Α debt is a definite sum of money fixed by the agreement of the parties as payable by one party in return for the performance of a specified obligation by the other party or upon the occurrence of some specified event or condition; a claim for repayment of debt or deposit, a claim under a guarantee, a policy of insurance, price of goods sold, an employee's remuneration, an indemnity, arrears of instalments under a hire purchase agreement, a claim of refund of value of shares, a claim for crediting adjustment in account, a claim for recovery of money due under the terms of the contract, - etc. Where money is unlawfully withheld, the remedy of the claimant is a decree for the recovery of money, and not for damages. Α claim for an agreed sum or for payment of debt differs from a claim of damages for breach of contract, though its damages may be awarded in addition to a claim for debt, for the consequential loss arising out of failure to pay the debt. It is a claim for specific enforcement of the promisor's primary obligation. However, unlike the relief of specific performance, it is available as of right and is not subject to judicial discretion. Α party, claiming payment of debt, need and must prove only his performance, or that the event dependent on which, or the condition subject to which payment was due, has occurred. He cannot sue for the agreed sum, even if he has been prevented from performing his duties under the contract; in that case, he can sue for damages."You cannot claim remuneration under a contract if you have not earned it; if you are prevented from earning it, your only remedy is in damages". It is not necessary to prove any loss resulting from the defendant's failure to pay, unless he claims damages in addition to the repayment of debt. The rules of duty of mitigation or remoteness do not apply. Moreover, the plaintiff may take the benefit of summary proceedings for recovery. However, an action for recovery of such amount cannot arise, unless the duty to pay has arisen; which depends upon the terms of the contract. Thus, under the terms of the contract, the right to recover the amount may not arise, unless a certain performance has been rendered. Further, if the contract has been repudiated, and the party accepts the repudiation, and elects to terminate, he cannot sue for any sum which, according to the terms of the contract was to accrue to him after the date of termination; his proper remedy is to claim damages. If he elects to reject the repudiation and continue with the contract, he may recover the agreed sum if he has performed all that was required to be performed under the contract.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Προς υποστήριξη αγωγής που καταχωρείται στο Δικαστήριο για την ανάκτηση ποσού οφειλόμενου από σύμβαση, είναι συχνό φαινόμενο να παρουσιάζονται στο Δικαστήριο και τιμολόγια. Ένα τιμολόγιο όμως, δεν είναι δελτίο πώλησης, ούτε και από μόνο του αποτελεί αποδεικτικό πώλησης. Πρόκειται για μία αναλυτική δήλωση της φύσης, της ποσότητας και του κόστους ή της τιμής των τιμολογούμενων πράξεων, [δήλωσης] που «συναρτάται με τη γνώση του γράφοντος γι' αυτά που κατέγραψε». Αποτελούν, ως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339, «τον έγγραφο λογαριασμό μεταξύ των διαδίκων, σε σχέση με προϊόντα παραδοθέντα στον αγοραστή, με αναφορά στην τιμή ή τη χρέωση» (βλ. και Haleko Hanseatisches Lebemsmittelkontor GMBH & Co OHG v L.S.E. Life Style Enterprises Ltd
(2011)1Β Α.Α.Δ. 1055). Ως εκ τούτου, αποτελεί στοιχείο μαρτυρίας, που συνδέεται με την προφορική μαρτυρία δια της οποίας παρουσιάζεται στο Δικαστήριο, που εκτιμάται από το Δικαστήριο με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τίθεται ενώπιον του και δεν μπορεί, χωρίς άλλο, να εξισώνεται με την συμφωνία «από την οποία απορρέει η υποχρέωση για την οφειλή» (βλ. Θεόδωρος Θεοδώρου ν Χριστάκη Χ. Αντωνίου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1492, Εμπορικά Ψυγεία Βόρειος Πόλος Λτδ ν Φάρμας Ρ. Χ"Ιωάννου
(2012)1 Α.Α.Δ. 1358, Κώστας Στρατής ν Παντελής-Εταιρείας Μωσαϊκών Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1708, Παναγιώτης Μαστρής Λτδ ν Ευθύμιου Σωκράτους
(2000)1 Α.Α.Δ. 128, Δομνίκη Χριστοδουλίδου ν Mocassino Shoes Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 294, Palatino Developments Limited v Telectronics Communication Limited
(2002)1 Α.Α.Δ. 962 και Demil Imports Exports v Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1Α Α.Α.Δ 462). 10. Η απαίτηση ενάγοντος για την ανάκτηση ποσού οφειλόμενου από σύμβαση, μπορεί να συνδέεται και με υπόλοιπο κάποιου λογαριασμού που τηρείται για τον σκοπό. Και πάλι, κατ' αναλογίαν του προαναφερόμενου σκεπτικού (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 ανωτέρω), σε μία τέτοια περίπτωση, ο ενάγοντας φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυριζόμενων εμπορικών εισπρακτέων / χρέους της Εναγομένης (βλ. Olympic Insurance Agencies Ltd v Lexus Insurance Agencies Ltd κ. α.
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1440 και A. L. Mantovani & Sons Ltd v Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156). Σύμφωνα με την νομολογία, κατάσταση λογαριασμού εμπορευόμενου, γίνεται αποδεκτή προς απόδειξη εμπορικών εισπρακτέων, νοουμένου ότι αυτή επεξηγείται, ή, οι εις αυτήν καταχωρήσεις παρέχουν ικανοποιητική υπό τις περιστάσεις πληροφόρηση για το επίδικο αυτό ζήτημα (βλ. Κλεάνθης Κλεάνθους κ. α. ν Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1344 και Olympic Insurance Agencies Ltd v Lexus Insurance Agencies Ltd κ. α.
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1440). Έχει επίσης νομολογηθεί, ότι, οι λογαριασμοί εμπορευομένου δεν αποτελούν, αφ' εαυτών, απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν. Αυτά, όπως και η ύπαρξης του ιδίου του λογαριασμού, πρέπει, σε περίπτωση αμφισβήτησης, προς ικανοποίηση του νομικού πρωταρχικού βάρους που φέρει ο ενάγοντας διάδικος («legal burden of proof», βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1Α Α.Α.Δ. 339 και Εμπορικά Ψυγεία Βόρειος Πόλος Λτδ ν Φάρμας Ρένου Χ"Ιωάννου
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1358), να αποδειχθούν από αποδεκτή μαρτυρία. Αυτό σημαίνει, ότι, η κάθε ξεχωριστή καταχώριση (είτε πίστωσης, είτε χρέωσης) στον λογαριασμό, πρέπει να αποδεικνύεται θετικά, ούτως ώστε να επαληθεύεται η αυθεντικότητα και ακρίβεια τους ως προς το τελικό υπόλοιπο (βλ. Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ. ν Γιαννούλλα Κυριάκου κ. α., ECLI:CY:AD:2016:A314, Πολιτική Έφεση Αρ. 171/11, 29/06/2016, Κλεάνθης Κλεάνθους κ. α. ν Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1344, Olympic Insurance Agencies Ltd v Lexus Insurance Agencies Ltd κ. α.
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1440, Paneuropean Insurance Co. Ltd v Θέμη Μηλιωνη
(2008)1Β Α.Α.Δ. 780, Μήρος Γιάγκου ν Deme Dairy Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 91 και A. L. Mantovani & Sons Ltd v Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156). Δεν ισχύουν τα ίδια, όταν η βάση της απαίτησης είναι παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός («account stated») και όχι το υπόλοιπο λογαριασμού, στην οποία περίπτωση, ο ενάγοντας διάδικος, δεν είναι υποχρεωμένος να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά (βλ. Demil Imports Exports Ltd v Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ.
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462, Ηρακλής Μιχαηλίδης ν Φάνος Ν. Επιδανίου Λτδ.
(2009)1Α Α.Α.Δ. 494 και Επίσημος Παραλήπτης ν Ρεϊνμποου Πλητσιηγκ και Ντραϊκ ΚΟ. Λτδ.
(2005)1Α Α.Α.Δ 610 [[vi]]). 11. Φυσικά, όπως και σε κάθε υπόθεση, ο εναγόμενος διάδικος, που αμφισβητεί τους ισχυρισμούς του ενάγοντος διαδίκου, φέρει το αποδεικτικό βάρος αντίκρουσης τους («evidential burden of proof», βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ανωτέρω και Εμπορικά Ψυγεία Βόρειος Πόλος Λτδ ανωτέρω). 12. Στην προκείμενη περίπτωση, είναι ξεκάθαρο από το παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης της Ενάγουσας, ότι, η βάση της απαίτησης της, είναι χρέος του Εναγομένου προς αυτήν, που, κατά τους ισχυρισμούς της, προέκυψε από την εκτέλεση εργασιών στην οικία του Εναγομένου στην βάση σχετικής συμφωνίας τους, ύψους €2.312,80. Απαίτηση, που, ως εύκολα διαπιστώνεται από τις λεπτομέρειες της έκθεσης απαίτησης της Ενάγουσας, διασυνδέεται με απλήρωτο τιμολόγιο που η Ενάγουσα εξέδωσε στον Εναγόμενο σχετικά (βλ. Cheeseline Ltd v Ανθούλλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Εφεση Αρ. 45/2009, 14/05/2014 [[vii]]). 13. Το ζητούμενο στην υπόθεση αυτή, είναι, κατ' αρχήν, η διαπίστωσης του κατά πόσο, ο Εναγόμενος, όντως, ως ισχυρίστηκε η Ενάγουσα, συμφώνησε την εκτέλεση από την Ενάγουσα εργασιών στην οικία του, που θα τιμολογούνταν σταδιακά με την πρόοδο στην εκτέλεση των εργασιών και στην βάση συγκεκριμένων τιμών μονάδος που είχαν επίσης συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων. Και, κατά δεύτερον, κατά πόσο οι εργασίες αυτές, αν εκτελέστηκαν, εκτελέστηκαν από την Ενάγουσα κατά προσήκοντα τρόπο και ως είχε συμφωνηθεί με τον Εναγόμενο. 14. Γενικά ομιλούντες, σύμβασης μπορεί να συνομολογηθεί, χωρίς την τήρηση οποιονδήποτε διατυπώσεων («formalities»), απλά δια ζώσης (προφορικά). Φυσικά, η απουσία γραπτού κειμένου σύμβασης, στο οποίο να αποτυπώνεται η πρόθεσης των μερών σχετικά με τα συμφωνηθέντα τους, καθιστά, τόσο την ίδια την ύπαρξη της συμφωνίας, όσο και τους όρους υπό τους οποίους τα μέρη προσήρθαν σε αυτήν, δυσκολότερο να αποδειχθούν. Επί πλέον, λόγω της αξίας που έχει ένα γραπτό πρακτικό για τις αναληφθείσες υποχρεώσεις μεταξύ αντισυμβαλλομένων, σε οποιονδήποτε έχει επιχειρηματική εμπειρία, ειδικότερα στον τομέα της παροχής υπηρεσιών και του εμπορίου, έχει υποστηριχθεί από διάφορους αναλυτές του δικαίου των συμβάσεων και είναι και λογικό, ότι, η απουσία του, αναλόγως πάντοτε περιστάσεων, μπορεί να τείνει να καταδείξει ότι, στην πραγματικότητα, τα μέρη δεν προσήλθαν σε καμία συμφωνία ή στην ισχυριζόμενη συγκεκριμένη συμφωνία. Αυτά όμως, είναι ζητήματα που άπτονται του δικαίου της απόδειξης και δεν αφορούν τις απαιτήσεις που θέτει ο νόμος για να υφίσταται μία συμφωνία. Οι βασικές προϋποθέσεις μίας σύμβασης, είναι: (
- i)τα μέρη να έχουν φτάσει σε μία συμφωνία, η οποία (
- ii)προορίζεται (υπάρχει η πρόθεσης) να είναι νομικά δεσμευτική, (iii) υποστηρίζεται από αντιπαροχή και (
- iv)είναι αρκούντος βέβαιη και πλήρης για να είναι εκτελεστή. 15. Γενικά, τα μέρη σε μία συμφωνία καταλήγουν σε σύμβαση, είτε δια της υπογραφής εγγράφου στο οποίο αποτυπώνονται οι συμφωνηθέντες μεταξύ τους όροι υπό τους οποίους προσέρχονται στην σύμβαση, είτε δια της υποβολής προσφοράς από πλευράς ενός εκ των μερών που τελικά προσέρχονται στην σύμβαση για τα προτιθέμενα συμφωνηθέντα η οποία γίνεται αποδεκτή από το αντισυμβαλλόμενο μέρος. Η αποδοχή, μπορεί να είναι είτε ρητή δια του λόγου, είτε εξυπακουόμενη δια της εκδηλωθείσας συμπεριφοράς. Τυπικά, η αποδοχή, περιλαμβάνει υπόσχεση για κάτι. 16. Για τους σκοπούς του δικαίου των συμβάσεων, προσφορά είναι μία εκδήλωσης, είτε δια του λόγου, είτε δια συμπεριφοράς, της θέλησης για δέσμευση, υπό συγκεκριμένους όρους, μόλις αυτή γίνει αποδεκτή από το πρόσωπο προς το οποίο η πρόταση έχει υποβληθεί (βλ. Stover v Mancjester City Council [1974] 1 W.L.R. 1403 και Air Transport Ltd v Bombardier Inc [2012] E.W.H.C. 243). Εντούτοις, υπάρχουν και περιπτώσεις στις οποίες, ένα πρόσωπο, μπορεί να εκφραστεί ως αν να υποβάλλει πρόταση για να προσέλθει σε κάποια σύμβαση, χωρίς όμως γνήσια διάθεση και προθυμία για να δεσμευτεί σε σύμβαση. Και αυτό, επειδή πίστευε ως απίθανο λογικά κάποιος να πίστευε ότι εννοούσε ως σοβαρά τα όσα αναφέρθησαν. Υπό τέτοιες περιστάσεις, τα λεγόμενα, θα πρέπει να μην είναι ικανά να δημιουργήσουν την οποιαδήποτε υποχρέωση: ούτε καν μια καθαρά ηθική υποχρέωση, πόσο μάλλον μία νομικά εκτελεστή υποχρέωση (βλ. τα συγγράμματα, Burrows, A Restatement of the English Law of Contract, έκδοσης 2016, στην ενότητα 7.3 και Chitty on Contracts, 32η έκδοσης, τόμος 1, στην παράγραφο 2-003 και την απόφαση στην υπόθεση Carlill v Carbolic Smoke Ball Co [1892] 1 Q.B. 256). Ακόμη και στις περιπτώσεις όπου γίνεται μία πραγματική πρόταση που γίνεται αποδεκτή, δεν έπεται κατ' ανάγκην ότι μία νομικά εκτελεστή σύμβασης έχει δημιουργηθεί (βλ. Wyatt v Kreglinger & Fernau [1933] 1 K.B. 793 και Hadley v Kemp [1999] E.M.L.R. 589.). Στους παράγοντες που τείνουν να καταδείξουν ότι υπήρχε πρόθεσης ότι μία συμφωνία δεν θα ήταν νομικά δεσμευτική, είναι το γεγονός ότι έγινε σε ένα κοινωνικό πλαίσιο, το γεγονός ότι εξεφράσθη με ασαφή γλώσσα και το γεγονός ότι η υποσχετική δήλωσης έγινε σε στιγμή θυμού ή ενόσω κάποιος εκφραζόταν αστειευόμενος (βλ. Chitty on Contracts, 32η έκδοσης, τόμος 1, στις παραγράφους 2-177, 2-194 και 2-195). Το κριτήριο, ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, στην παράγραφο 2-002, είναι αντικειμενικό. Μία προφανής πρόθεσης του προσφέροντος ότι θα δεσμευτεί συμβατικά σε περίπτωση που η πρότασης του γίνει αποδεκτή από το πρόσωπο στο οποίο έχει απευθυνθεί, επαρκεί. Και αυτό, ως προαναφέρθηκε, κρινόμενο αντικειμενικά, στην βάση του κατά πόσο τα λόγια του προσφέροντος ή η συμπεριφορά του, είναι τέτοια, που θα προέτρεπαν ένα λογικό πρόσωπο να πιστέψει ότι πρόθεσης του ήταν η δέσμευσης του συμβατικά, ακόμη και εάν στην πραγματικότητα δεν είχε τέτοια πρόθεση. Έπεται από τα προαναφερόμενα, ότι, η αντίληψης των πραγμάτων του αποδέκτη της πρότασης, είναι επίσης σχετική. Και αυτό επειδή, ο προσφέρων, δεσμεύεται συμβατικά όταν πρόταση του γίνει αποδεκτή από τον αποδέκτη της: (
- i)όταν και ο αποδέκτης, κατά τον ουσιώδη χρόνο της αποδοχής της, πίστευε πραγματικά ότι ο προσφέρων είχε πρόθεση συμβατικής δέσμευσης του, ανεξαρτήτως, ως προαναφέρθηκε, της υποκειμενικής πρόθεσης του τελευταίου, και (
- ii)όταν ο αποδέκτης, κατά τον ουσιώδη χρόνο της αποδοχής της, δεν γνώριζε πραγματικά, αν τέτοια είναι η περίπτωσης, ότι ο προσφέρων, παρά την αντικειμενική εμφάνιση των πραγμάτων, δεν είχε πρόθεση να δεσμευτεί με αυτόν συμβατικά. Η γνώσης, δηλαδή, του αποδέκτη, της πραγματικής πρόθεσης του προσφέροντος, δεν επιτρέπει εφαρμογή του προαναφερόμενου αντικειμενικού κριτηρίου (βλ. στο σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, στην παράγραφο 2-003). 17. Αποδοχή προσφοράς για συμβατική δέσμευση, κατά το δίκαιο των συμβάσεων, συνίσταται στην τελική και άνευ όρων εκδήλωση συναίνεσης στους όρους της προσφοράς (βλ. στο σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, στην παράγραφο 2-016). Όπου, προς τον σκοπό επίτευξης μίας συμφωνίας, τα μέρη βρίσκονταν σε συνεχείς διαπραγματεύσεις, χωρίς εμφανή κατάληξη σε συμφωνία και υπό ποιους όρους, το Δικαστήριο εξετάζει την συνολική πορεία των διαπραγματεύσεων, για να αποφασίσει κατά πόσο κάποια εμφανής, χωρίς επιφυλάξεις, αποδοχή, κατέληξε τις διαπραγματεύσεις σε συμφωνία. Η οποία αποδοχή, ως έχει προαναφερθεί, εκτός από ρητή, δια του λόγου, μπορεί να συναχθεί και από την διαγωγή του αποδέκτη της. Όπως π. χ. είναι η περίπτωσης, όπου, γίνεται προσφορά προμήθειας αγαθών που γίνεται απλώς δια της αποστολής τους, την οποία ο αποδέκτης της κρίνεται ότι έχει αποδεχθεί, αφής στιγμής τα έχει χρησιμοποιήσει. Διαγωγή του τύπου, που έχει προαναφερθεί και περιγραφεί, μπορεί να έχει την επίπτωση αποδοχής προσφοράς για σκοπούς συνομολόγησης μίας συμφωνίας, όταν ο αποδέκτης της συγκεκριμένης προσφοράς, ενήργησε με πρόθεση (η οποία διαπιστώνεται δια της εφαρμογής του προαναφερόμενου αντικειμενικού κριτηρίου) αποδοχής της. Ανεπιφύλακτη, σε κάθε περίπτωση, κρίνεται η αποδοχή που δεν εισαγάγει στην πρόταση, κάποιο στοιχείο που θα μπορούσε να κριθεί από ένα λογικό πρόσωπο ότι εισαγάγει στην προτιθέμενη συμφωνία κάποιου καινούριο όρου. Ειδικά, σε ότι αφορά τις περιπτώσεις όπου, στα διαλαμβανόμενα μεταξύ των μερών, είναι και η υποβολή προσφορών, στο σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, στην παράγραφο 2-022, αναφέρεται ότι, αυτές, συνιστούν προσφορά κατά την έννοια του δικαίου των συμβάσεων και ότι, οι επιπτώσεις από την αποδοχή τους, εξαρτώνται από τα διάφορα έγγραφα που σχετίζονται με την υπόθεση (όπως π. χ. αυτού της πρόσκλησης για την υποβολή της προσφοράς) και την ερμηνεία των όσων αυτά διαλαμβάνουν. Αποδοχή προσφοράς για συμβατική δέσμευση, κατά γενικό κανόνα (έχουν αναγνωριστεί εξαιρέσεις), δεν έχει καμία αποτελεσματικότητα, μέχρις ότου κοινοποιηθεί στον προσφέροντα (ακόμη και εάν η κοινοποίησης της δεν είναι από τον ίδιο τον αποδέκτη της, νοουμένου ότι ο τελευταίος έλαβε την τελική απόφαση του προς τούτο και εξουσιοδότησε την κοινοποίηση) και περιέλθει σε γνώση του (υπό την επιφύλαξη κάποιων περιπτώσεων), καθότι, θα ήταν άδικο ο προσφέροντας να δεσμευόταν συμβατικά, προτού λάβει γνώση περί του ότι η προσφορά του έγινε αποδεκτή. 18. Για να είναι νομικά δεσμευτική μία συμφωνία, (εκτός συγκεκριμένων εξαιρέσεων που ορίζονται στο νόμο), ως έχει προαναφερθεί, πρέπει να υποστηρίζεται από αντιπαροχή. Αποτελεί βασική αρχή του δικαίου των συμβάσεων ότι δεν είναι νομικά εκτελεστή μία υπόσχεσης για την οποία τίποτα δεν πρέπει να γίνει εις αντάλλαγμα. 19. Προς διαπίστωση του κατά πόσο έχει καταρτιστεί μια δεσμευτική συμφωνία, ποιοι είναι οι όροι της και εάν ήταν σκοπός ότι θα ήταν νομικά δεσμευτική, εφαρμόζεται ένα κριτήριο αντικειμενικό. Όπως ελέχθη από τον Λόρδο Δικαστή Clarke στην υπόθεση RTS Flexible Systems Ltd v Molkerei Alois Muller GmbH and Co KG [2010] U.K.S.C. 14: «The general principles are not in doubt. Whether there is a binding contract between the parties and, if so, upon what terms depends upon what they have agreed. It depends not upon their subjective state of mind, but upon a consideration of what was communicated between them by words or conduct, and whether that leads objectively to a conclusion that they intended to create legal relations and had agreed upon all the terms which they regarded or the law requires as essential for the formation of legally binding relations.». 20. Η λύδια λίθος είναι, συνεπώς, πως οι λέξεις που έχουν χρησιμοποιηθεί, στο πλαίσιο τους, θα γίνονταν κατανοητές από ένα λογικό άτομο. Υπάρχει, εντούτοις, τουλάχιστον σε επίπεδο συζητήσεως, περιορισμός στην αντικειμενική φύση του κριτηρίου θεώρησης του κατά πόσο τα μέρη έχουν προσέρθει σε μία δεσμευτική σύμβαση, όταν η υποκειμενική πρόθεσης ενός εκ των μερών είναι γνωστή στον άλλο (βλ. Novus Aviation Ltd v Alubaf Arab International Bank BSC(
- c)[2016] E.W.H.C. 1575 (Comm.).). 21. Όπου το Δικαστήριο εξετάζει ζήτημα προφορικής σύμβασης, το κριτήριο είναι και πάλι το προαναφερόμενο, δηλαδή, το αντικειμενικό. Εντούτοις, μαρτυρία της υποκειμενικής αντίληψης των μερών για το ζήτημα είναι παραδεκτή, στο βαθμό που τείνει να καταδείξει κατά πόσον, αντικειμενικά, τα μέρη έχουν καταλήξει σε συμφωνία, και εάν ναι, υπό ποιους όρους και κατά πόσον η πρόθεσης ήταν ότι θα ήταν νομικά εκτελεστή. Μαρτυρία, σε ότι αφορά μεταγενέστερη συμπεριφορά των μερών, είναι, επί της ίδιας βάσης, επίσης αποδεκτή. Σε ότι αφορά την περίπτωση μίας προφορικής συμφωνίας, εκτός και εάν αυτή έχει κάπως καταγραφεί, το Δικαστήριο δεν μπορεί να γνωρίζει το τι ακριβώς ελέχθη, ή τον τόνο στην λεκτική έκφραση, ή τις εκφράσεις στα πρόσωπα των εμπλεκόμενων μερών ή την γλώσσα του σώματος τους. Υπό τέτοιες περιστάσεις, η υποκειμενική αντίληψης των μερών, μπορεί να αποτελεί ένα καλό οδηγό ως προς το πώς, στο πλαίσιο τους, οι λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν, θα ήταν λογικά κατανοητές (βλ. Carmichael v National Power Plc [1999] 1 W.L.R. 2042, HL). 22. Έχω εξετάσει την ένορκη μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Δεν αποδέχομαι ότι η μαρτυρία του Εναγομένου μπορεί να γίνει αποδεκτή. Βρίσκω παράλογο ο Εναγόμενος, που παραδέχεται ότι έλαβε την γραπτή προσφορά της Ενάγουσας για τις συγκεκριμένες εργασίες (βλ. Τεκμήριο Ε στην ένορκη δήλωση του ΜΕ), -που προφανώς αποδέχεται ότι ήταν σε σχέση με αυτές που είχε αποταθεί στην Ενάγουσα για τις υπηρεσίες της-, και ισχυρίζεται ότι είχε στην βάση αυτής (και των συγκεκριμένων τιμών) αποφασίσει ότι δεν επιθυμούσε να επωμιστεί το κόστος για την εκτέλεση όλων, την ίδια στιγμή, και ενώ το κόστος των εργασιών το παρουσιάζει ότι ήταν μεγάλης σημασίας για αυτόν, να ισχυρίζεται ότι συμφώνησε με την Ενάγουσα την εκτέλεση ολιγότερων εργασιών, αυτών που ισχυρίστηκε με την υπεράσπιση του, χωρίς να διερευνήσει τι ακριβώς θα του στοίχιζε, απλά και μόνο αποδεχόμενος ότι θα χρεωνόταν από την Ενάγουσα «βάσει των τρεχουσών τιμών της αγοράς». Δεν είναι σε καμία περίπτωση λογικό, ο Εναγόμενος, αφενός να ισχυρίζεται ότι, για να αποφασίσει ότι δεν επιθυμούσε την εκτέλεση όλων των εργασιών λόγω του μεγάλου τους κόστους, αποδέχθηκε τις τιμές της προσφοράς της Ενάγουσας, και αφετέρου, να υποστηρίζει ότι, συμφώνησε με την Ενάγουσα ότι θα του έκανε ορισμένες από αυτές τις εργασίες, αλλά όχι στην βάσει των τιμών που του είχε παρουσιάσει η Ενάγουσα με την προσφορά της, αλλά στην βάσει των τρεχουσών τιμών της αγοράς, σε ότι αφορά τις οποίες δεν υποστήριξε καν ότι γνώριζε ότι ήταν χαμηλότερες. Ο ισχυρισμός άλλωστε του Εναγομένου, περί «νέας προφορικής συμφωνίας» (βλ. παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης του Εναγομένου), είναι εντελώς ασυμβίβαστος με τον ισχυρισμό του ότι, δεν είχε ποτέ καταλήξει με την Ενάγουσα σε συμφωνία αποδεχόμενος την προαναφερόμενη προσφορά της. Ο προαναφερόμενος ισχυρισμός του Εναγομένου, αγγίζει κάθε ένα εκ των προαναφερόμενων επίδικων ζητημάτων και ως παράλογος, στιγματίζει την μαρτυρία του ως αναξιόπιστη, την οποία, ως τέτοια, την απορρίπτω. Σε αντίθεση με την μαρτυρία του Εναγομένου, βρίσκω ότι η μαρτυρία του ΜΕ, χαρακτηρίζεται από την απαραίτητη σαφήνεια και λογική, που δικαιολογεί όπως γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο για να εξαχθούν τα συμπεράσματα του. Ο μάρτυρας αυτός, εκτός του ότι έχει πολύ παραστατικά μεταφέρει στο Δικαστήριο τα όσα διημείφθησαν με τον Εναγόμενο, όταν η Ενάγουσα αξίωσε δια της τιμολόγησης της την συμφωνημένη αξία της εκτελεσθείσας εργασίας, πείθοντας με αυτό τον τρόπο για το βάσιμο των ισχυρισμών του, παρουσίασε στο Δικαστήριο μία εκδοχή για τα γεγονότα που δεν είναι παράλογη. Αν και δεν διαφεύγει της προσοχής μου, το γεγονός ότι ο Εναγόμενος δεν είχε αποδεχθεί την προσφορά της Ενάγουσας δια της μεθόδου που η τελευταία είχε καθορήσει στην προσφορά της, βρίσκω ότι η τελευταία, είχε αποποιηθεί, δια της αποδοχής της προφορικώς από τον Εναγόμενο, του τρόπου κοινοποίησης και γνωστοποίησης της και ότι τα μέρη κατέληξαν σε συμφωνία στην βάση των όσων όρων είχαν προσφερθεί από την Ενάγουσα δια του Τεκμηρίου Ε στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας. Παρά το γεγονός, ότι, η Ενάγουσα, θα μπορούσε, στην βάσει των όσων το εν λόγω τεκμήριο καταγράφει σε ότι αφορά τους «όρους πληρωμής», να αξιώσει από τον Εναγόμενο αποζημιώσεις για παράβαση των συμφωνηθέντων της σύμβασης στην οποία προσήλθαν τελικά βάσει αυτού, αποδέχομαι την απαίτηση της, καθότι βρίσκω ότι αφορά την εργασία που η Ενάγουσα εκτέλεσε για τον Εναγόμενο στην βάσει των συμφωνηθέντων (και χρέος του Εναγομένου προς αυτήν, στην βάσει του τιμολογίου, Τεκμήριο Στ στην ένορκη δήλωση του ΜΕ, που κανονικά εξέδωσε προς απαίτηση του), προτού αυτός αντισυμβατικά της αποτρέψει την νόμιμη είσοδο και παραμονή στην κατοικία του προς τον σκοπό ολοκλήρωσης των εργασιών που είχαν συμφωνηθεί. 23. Ακολούθως της προαναφερόμενης εκτίμησης της μαρτυρίας, από την αποδεκτή μαρτυρία καταλήγω ότι, ο Εναγόμενος, οφείλει στην Ενάγουσα το συνολικό ποσό των €2.312,80, που αντικρίζεται από το τιμολόγιο, Τεκμήριο Στ στην ένορκη δήλωση του ΜΕ, που εξεδόθη από την Ενάγουσα σε ότι αφορά την εργασία που εκτέλεσε στην κατοικία του (η οποία καταγράφεται σε αυτό) στην βάση συμφωνίας στην οποία προσήρθαν για τον σκοπό. 24. Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου, για το ποσό των €2.312,80, πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού, από την ημερομηνία καταχώρισης αυτής της Αγωγής την 16/02/2015 μέχρι εξόφλησης. Επιδικάζονται επίσης υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου, τα έξοδα της διαδικασίας αυτής, πλέον Φ. Π. Α., όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «Αγωγή για ποσό που έχει συμφωνηθεί» («action for an agreed sum»). Στην περίπτωση οφειλής που προκύπτει από σύμβαση πώλησης αγαθών, έχει επικρατήσει ο όρος «Αγωγή για το τίμημα» («action for the price»). Βλ. το σύγγραμμα του R. Stone, The Modern Law of Contract, 5η έκδοση, στην σελίδα 429. [2] Στην περίπτωση όπου η αντιπαροχή δεν έχει ποσοτικά καθοριστεί, τότε η αγωγή αποσκοπεί στην ανάκτηση ενός λογικού ποσού (quantum meruit, σε ότι αφορά υπηρεσίες και quantum valebat, σε ότι αφορά αγαθά). [i] Βλ. Cutter v Powell
(1795)[1795] EWHC KB J13 και Chr. Petrides Tradelinks Ltd v Παντελής Κυριάκου & Υιοί Λτδ
(1996)1 ΑΑΔ
- [ii] Όταν, για παράδειγμα, η σύμβασης αφορά την εκτέλεση εργασιών έναντι χρηματικού ανταλλάγματος και οι εργασίες που δεν έχουν εκτελεστεί, ή οι κακοτεχνίες, δεν είναι πολλές, το Δικαστήριο, στην βάση του κανόνα της ουσιαστικής ολοκλήρωσης («substantial performance»), μπορεί να επιδικάσει στον ενάγοντα το συμβατικό τίμημα, απομειώνοντας το όμως στο βαθμό που στο επιδικασθέν ποσό θα αντανακλάται το γεγονός της μη εκτελεσθείσας εργασίας ή κακοτεχνιών Βλ. H. Dakin & Co Ltd v Lee [1916] 1 KB 566, Hoenig v Isaacs [1952] 2 AllER 176 και Bolton v Mahadeva [1972] 2 AllER
- Πρόκειται για εξαίρεση στο προαναφερόμενο κανόνα, που είναι γνωστός και ως ο κανόνας της τέλειας προσφοράς («perfect tender»), η εφαρμογή της οποίας [εξαίρεσης] εκτοπίζεται, εάν από τους όρους της σύμβασης προκύπτει απαίτηση για αυστηρή και πλήρη απόδοση των συμφωνηθέντων. Η αρχή, δηλαδή, είναι ότι, ο κανόνας της ουσιαστικής ολοκλήρωσης, εκτός και αν διαφορετικά συμφωνηθεί, εκτοπίζεται από τον κανόνα της τέλειας προσφοράς. [iii] Βλ. Sumpter v Hedges [1898] 1 QB
- [iv] Βλ. Forman & Co Pty v Liddesdale [1900] AC
- [v] Βλ. περαιτέρω, στο ίδιο σύγγραμμα, Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η έκδοση, στις σελίδες 1228 και
- [vi] Στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ν Ρεϊνμποου Πλητσιηγκ και Ντραϊκ ΚΟ. Λτδ.
(2005)1Α Α.Α.Δ 610 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής σε ότι αφορά πως αποδεικνύεται απαίτηση που βασίζεται σε παραδεδεγμένο ή εκκαθαρισμένο λογαριασμό (account stated): «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τί συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση». [vii] Στην υπόθεση Cheeseline Ltd v Ανθούλλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Εφεση Αρ. 45/2009, 14/05/2014 το Δικαστήριο επεσήμανε την σημασία της δικογράφισης σε υποθέσεις του είδους: «. Η απόρριψη της μαρτυρίας αυτής όμως δεν ήταν άσχετη με την τελεία σύγχυση υπό την οποία δικαστήριο και συνήγοροι φαίνεται να τελούσαν ως προς το ουσιαστικό επίδικο θέμα. Όπως ήδη υποδείξαμε, προέκυπτε από τα δικόγραφα της Εφεσείουσας ότι η απαίτηση της εβασίζετο όχι σε υπόλοιπο λογαριασμού αλλά σε συγκεκριμένα απλήρωτα τιμολόγια, τα οποία και παρετέθησαν στην αγωγή. Η περαιτέρω αναφορά σε υπόλοιπο λογαριασμού, ήταν και μπορούσε να ήταν μόνο σε συνάρτηση με τα εν λόγω δέκα συγκεκριμένα τιμολόγια. Και τούτο βεβαιώθηκε στην απάντηση με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο. Εσφαλε λοιπόν ο ευπαίδευτος πρωτόδικος δικαστής να θεωρήσει, προφανώς αφού ο μάρτυρας της Εφεσείουσας έδωσε μαρτυρία με αναφορά σε κατάσταση λογαριασμού και υπόλοιπο και η θέση της Εφεσίβλητης ήταν ότι επλήρωνε στη βάση λογαριασμού, ότι η απαίτηση δεν εβασίζετο στα τιμολόγια αλλά σε υπόλοιπο λογαριασμού. Και ορθώς εξέφρασε την ως άνω απορία του στη συνέχεια, που ήταν όμως απόρροια της παραγνώρισης της θεμελιακής δικογραφημένης θέσης. Η ίδια βεβαίως η Εφεσείουσα είχε συγχύσει την εικόνα, συμπλέκοντας απλήρωτα τιμολόγια και υπόλοιπο λογαριασμού, αφού μάλιστα τα μεν τιμολόγια συμποσούντο σε £5.535,15 ενώ το υπόλοιπο του λογαριασμού, που ήταν και το αξιούμενο ποσό, ανήρχετο σε £6.851,84. .. Και δύο περαιτέρω παρατηρήσεις. Η υπόθεση αυτή ας θυμίζει στους διαδίκους όσο και στο δικαστήριο την απόλυτη ανάγκη εκδίκασης στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων. ...». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο