← Κύπρος

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΤΟΦΑΛΛΗΣ ν. ΜΟΔΕΣΤΟΣ ΚΑΤΣΙΑΡΗΣ, Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 771/2012, 9/2/2018

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΤΟΦΑΛΛΗΣ ν. ΜΟΔΕΣΤΟΣ ΚΑΤΣΙΑΡΗΣ, Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 771/2012, 9/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:A10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 771/2012 Μεταξύ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΤΟΦΑΛΛΗΣ Ενάγοντας - και - ΜΟΔΕΣΤΟΣ ΚΑΤΣΙΑΡΗΣ Εναγόμενος ------------------- Ημερομηνία: 09/02/2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: Κύπρος Ανδρέου Δ. Ε. Π. Ε. (Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης: κ. Πέτρος Αριστοτέλους). (Για να ακούσει την απόφαση: ........................). Για τον Εναγόμενο: κ. Σωτήρης Χαραλάμπους. (Για να ακούσει την απόφαση: ..........................). --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση του Ενάγοντα

  1. Ο Ενάγοντας, με αυτή την Αγωγή, αξιώνει από τον Εναγόμενο αποζημιώσεις, -ειδικές (€100), γενικές και τιμωριτικές- για βλάβη που ο τελευταίος του προκάλεσε, ως αποτέλεσμα περιστατικού επίθεσης που έλαβε χώρα στο υποστατικό του Εναγομένου, όταν ο Ενάγοντας επιχείρησε να αξιώσει από αυτόν την επιστροφή ενός κιβωτίου πατατών το οποίο είχε θέσει υπό την φύλαξη του Εναγομένου, στο ψυγείο αποθήκευσης που αυτός διατηρεί στην κοινότητα του Λιοπετριού της Επαρχίας Αμμοχώστου, στην βάση σχετικής συμφωνίας στην οποία είχαν προσέλθει για τον σκοπό. Επιπρόσθετα, ο Ενάγοντας αξιώνει και ποσό €200 που ο Εναγόμενος του οφείλει ως αποτέλεσμα παράβασης των μεταξύ τους συμφωνηθέντων, που αφορούσαν την φύλαξη του εν λόγω κιβωτίου πατατών και/ή λόγω παράνομης ιδιοποίησης αυτού και/ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η υπόθεσης των διαδίκων
  2. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα της έκθεσης απαίτησης του, αυτός, είχε προσέλθει με τον Εναγόμενο σε συμφωνία για την φύλαξη κιβωτίων πατατών που του ανήκαν, σε ψυγείο αποθήκευσης που ο Εναγόμενος διατηρεί στην κοινότητα του Λιοπετριού της Επαρχίας Αμμοχώστου, έναντι χρηματικού ανταλλάγματος. Αποτελούσε όρο της συμφωνίας τους, ότι τα κιβώτια πατατών του Ενάγοντα που θα ετίθεντο στην φύλαξη του Εναγομένου, θα του επιστρέφονταν στην ίδια κατάσταση που αυτά θα είχαν όταν θα παραδίδονταν στον Εναγόμενο για φύλαξη. Περί τον Μάρτιο του έτους 2012, ο Ενάγοντας, συνοδευόμενος από τον υιό του, μετέβη στα υποστατικά του Εναγομένου στην κοινότητα του Λιοπετριού της Επαρχίας Αμμοχώστου όπου ο Εναγόμενος διατηρεί το εν λόγω ψυγείο αποθήκευσης, για να παραλάβει τα κιβώτια πατατών που είχε παραδώσει στον Εναγόμενο στην βάση της συμφωνίας τους, και διαπίστωσε ότι ένα από αυτά έλειπε. Κοινοποίησε αμέσως την διαμαρτυρία του προς τον Εναγόμενο για το εν λόγω γεγονός, ζητώντας του να τηρήσει τα συμφωνηθέντα. Περί την 26/03/2012, ο Ενάγοντας μετέβηκε στο προαναφερόμενο υποστατικό του Εναγομένου για να αξιώσει την επιστροφή του κιβωτίου του, οπότε ο Εναγόμενος σκόπιμα, αδικαιολόγητα, με πρόθεση και άδικα, του επιτέθηκε με φτυάρι, προκαλώντας του σωματικές βλάβες, ζημιές και απώλεια. Συγκεκριμένα, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται, ότι, ένεκα του εν λόγω περιστατικού επίθεσης, επέστη: εκδορά στο μέτωπο, μώλωπες, κάκωση στο στομάχι, πονοκέφαλο και πόνο. Και ότι απώλεσε το ημερομίσθιο του από την εργασία του, της 26ης/03/2012, εκ €50 και το κόστος για τα μεταφορικά του, εκ €
  3. Παρά το γεγονός ότι, ο Ενάγοντας, έχει επανειλημμένα αξιώσει από τον Εναγόμενο την επιστροφή του κιβωτίου του, ο τελευταίος αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να το πράξει, με αποτέλεσμα ο Ενάγοντας να ζημιωθεί με το ποσό των €200, δηλαδή, με την αξία του κιβωτίου με το οποίο ο Εναγόμενος, αδικαιολόγητα, κατέστη πλουσιότερος. Λόγω του προαναφερόμενου περιστατικού επίθεσης του από τον Εναγόμενο, ο Ενάγοντας υπέστη ταλαιπωρία, ψυχική οδύνη, απώλεια της ηρεμίας, τόσο του ιδίου, όσο και της οικογένειας του και μείωση της προσωπικότητας του. Το εν λόγω περιστατικό, ο Ενάγοντας, το κατήγγειλε στην αστυνομία, αποτέλεσμα της οποίας [καταγγελίας του], ήταν η ποινική δίωξης του Εναγομένου από την αρμόδια διωκτική αρχή.
  4. Ο Εναγόμενος, παραδέχεται για τα της συμβατικής σχέσης του με τον Ενάγοντα και τα όσα ο Ενάγοντας ισχυρίζεται σχετικά. Εντούτοις, αρνείται όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του Ενάγοντα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Εναγομένου της έκθεσης υπεράσπισης του, περί τον Μάρτιο του έτους 2012, ο Ενάγοντας, είχε παραλάβει από τον Εναγόμενο τα κιβώτια που ο Εναγόμενος είχε αποθηκεύσει για αυτόν στο ψυγείο αποθήκευσης του, τα οποία κιβώτια, σημειώνεται, περιείχαν πατάτες. Λίγες ημέρες μετά από την εν λόγω παραλαβή, ο Ενάγοντας επέστρεψε στο υποστατικό του Εναγομένου και τον Εναγόμενο, με το παράπονο ότι ένα από τα κιβώτια που παρέλαβε ήταν σε κακή κατάσταση, ισχυριζόμενος ότι δεν ήταν το δικό του. Ο Εναγόμενος, παρά το γεγονός ότι δεν είχε τέτοια υποχρέωση, προς επίλυση του ζητήματος, έδωσε στον Ενάγοντα άλλο παρόμοιο κιβώτιο και ο Ενάγοντας, ως αποτέλεσμα τούτου, άφησε στην αυλή του υποστατικού του Εναγομένου, το κατά τους ισχυρισμούς του, προβληματικό κιβώτιο, παρά την προτροπή του Εναγομένου να το κρατήσει. Ο Ενάγοντας, κατά τον Εναγόμενο, προφανώς επειδή αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα, ξέχασε ότι παρέλαβε το κιβώτιο και τηλεφωνούσε συνεχώς στον Εναγόμενο παρενοχλώντας τον και απειλώντας τον ότι, αν δεν του επέστρεφε το συγκεκριμένο κιβώτιο του, θα τον κατήγγελλε στην αστυνομία. Ο Ενάγοντας, συνέχισε να παρενοχλεί τον Εναγόμενο για το προαναφερόμενο ζήτημα, γεγονός που οδήγησε τον Εναγόμενο να του απαγορεύσει την επίσκεψη του στο εν λόγω υποστατικό του και να αρνηθεί την οποιαδήποτε άλλη επαγγελματική τους συναλλαγή. Παραταυτα, ο Ενάγοντας συνέχισε την παρενόχληση του. Την 22/06/2012, και όχι την 26/03/2012 που ο Ενάγοντας ισχυρίζεται, ο Ενάγοντας επισκέφτηκε παράνομα το υποστατικού του Εναγομένου και ενώ ο τελευταίος ήταν απασχολημένος με την εργασία του, άρχισε να τον παρενοχλεί για το ίδιο ζήτημα. Ο Ενάγοντας, που παράνομα εισήλθε στο υποστατικό του Εναγομένου, παρά την αντίθετη επιθυμία του Εναγομένου, παρέμεινε εκεί για αρκετή ώρα και τον παρενοχλούσε. Έπειτα, Ενάγοντας και Εναγόμενος συζήτησαν πολύ έντονα. Εκνευρισμένος ο Εναγόμενος, ζήτησε από τον Ενάγοντα να αποχωρήσει αμέσως από το υποστατικό του, καθότι, αν έπραττε διαφορετικά, ο Εναγόμενος θα αναγκαζόταν να χρησιμοποιήσει βία για να τον εκδιώξει. Ο Ενάγοντας, [κατά τον Εναγόμενο], προφανώς ένεκα φόβου, μετέβη στον αστυνομικό σταθμό Ξυλοφάγου όπου και τον κατήγγειλε για επίθεση εναντίον του με φτυάρι και ότι του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Ο Εναγόμενος, διώχθηκε ποινικά (Υπόθεση αρ. 6256/12) και κατόπιν εκδίκασης της υπόθεσης του, αθωώθηκε από το Δικαστήριο που έκρινε τον Ενάγοντα παντελώς αναξιόπιστο και ψεύτη. Ο Εναγόμενος, δεν αποδέχεται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα που αφορούν τις σωματικές βλάβες που υπέστη. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και σύμφωνα με το ιατρικό πιστοποιητικό για την εξέταση του Ενάγοντα, της 23ης/06/2012, ο Ενάγοντας υπέστη εκχύμωση 1 εκ. μήκους και πλάτους και τίποτα από τα όσα άλλα ο Ενάγοντας ισχυρίζεται σχετικά, σε ότι αφορά τους τραυματισμούς του. Η προσαχθείσα μαρτυρία
  5. Ο Ενάγοντας, προς υποστήριξη της υπόθεσης του, πέραν της μαρτυρίας που έδωσε στο Δικαστήριο κατά την δίκη ο ίδιος, παρουσίασε ως μάρτυρα και τον Αστ. 671, Μ. Σκουρουμούνη (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ»). Για την υπόθεση του Εναγομένου, μαρτυρία δόθηκε μόνον από τον ίδιο τον Εναγόμενο, η πλευρά του οποίου δεν κάλεσε στο Δικαστήριο τον οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα. Η νομική πτυχή της υπόθεσης
  6. Ο περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος, Κεφ. 148, ενοποιεί και κωδικοποιεί το, κατά την θέσπιση του (την 01/01/1933), ισχύον δίκαιο περί αστικών αδικημάτων, που ήταν προελεύσεως κοινοδικαίου, και τυγχάνει εφαρμογής έχοντας υπόψη και τη σχετική στο θέμα νομολογία των αγγλικών Δικαστηρίων που συνάδει με τις, ως έχουν τροποποιηθεί, πρόνοιες του και την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε ότι αφορά αυτό. Στην προκείμενη περίπτωση, η δικογραφία και τα επίδικα γεγονότα, καθορίζουν, ως μία εκ των βάσεων για μέρος της απαίτησης του Ενάγοντα σε αυτή την Αγωγή, το αστικό αδίκημα της επίθεσης, που κωδικοποιείται στο Άρθρο 26 του Κεφ.
  7. Σύμφωνα με το Άρθρο 26 του Κεφ. 148: «26.-

(1)Επίθεση συvίσταται στηv εκ πρoθέσεως χρήση κάθε είδoυς βίας κατά τoυ πρoσώπoυ άλλoυ, είτε με κτύπημα, επαφή, μετακίvηση είτε άλλως πως, είτε άμεσα είτε έμμεσα, χωρίς τη συvαίvεση τoυ, ή με τη συvαίvεση τoυ αv η συvαίvεση για αυτό λήφθηκε με απάτη, ή κατόπι απόπειρας ή απειλής με πράξη ή χειρovoμία χρήσης τέτoιας βίας κατά τoυ πρoσώπoυ άλλoυ αv τo πρόσωπo πoυ απoπειράται ή απειλεί τη χρήση βίας πρoκαλεί στov άλλo πεπoίθηση η oπoία εδραιώvεται σε εύλoγη αιτία, ότι αυτός έχει κατά τov εv λόγω χρόvo τηv πρόθεση και τηv ικαvότητα για πραγμάτωση τoυ σκoπoύ τoυ.
(2)Για τoυς σκoπoύς τoυ άρθρoυ αυτoύ, η έκφραση "χρήση βίας" περιλαμβάvει και τη χρήση θερμότητας, φωτός, ηλεκτρικής εvέργειας, αερίoυ, oσμής ή oπoιασδήπoτε άλλης oυσίας ή πράγματoς, αv χρησιμoπoιoύvται σε τέτoιo βαθμό ώστε vα πρoκαλείται ζημιά.». 7. Ανάλυση των αρχών του αστικού αδικήματος της επίθεσης, έχω εντοπίσει στις αποφάσεις του Π. Ε. Δ., (ως ήταν τότε), A. Στυλιανίδη, στις υποθέσεις Ali Rasid v David Braybrook
(1972)J.S.C. 1082 και Savvas Savvides ν Chrysostomos Antoniou
(1979)J.S.C. 537. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Ali Rasid v David Braybrook
(1972)J.S.C. 1082, οι νομικές πτυχές του αστικού αδικήματος της επίθεσης, αναλύθηκαν ως εξής: «The security of a man's person is the most elementary of civil rights. When actual violence is inflicted, it is a "battery", but if violence is only menaced, it is an "assault". For practical purposes today "assault" is generally synonymous with the term "battery". "Assault" is the term used in our statutes to mean both "assault" and "battery". In Fagan v. Metropolitan Police Commissioner,
(1968)3 All E.R. p. 442, a criminal case, James, J. (Lord Parker, C.J. agreeing and Bridge, J., dissenting) said at p. 445: - "In our judgments the question arising, which has been argued on general principles, falls to be decided on the facts of the particular case. An assault is any act which intentionally - or possibly recklessly - causes another person to apprehend immediate and unlawful personal violence. Although 'assault' is an independent crime and is to be treated as such for practical purposes today 'assault' is generally synonymous with the term 'battery', and is a term used to mean the actual intended use of unlawful force to another person without his consent. On the facts of the present case, the 'assault' alleged involved a 'battery'. Where an assault involved a battery, it matters not, in our judgment, whether the battery is inflicted directly by the body of the offender or through the medium of some weapon or instrument controlled by the action of the offender. An assault may be committed by the laying of a hand on another, and the action does not cease to be an assault if it is a stick held in the hand and not the hand itself which is laid on the person of the victim. So, for our part, we see no difference in principle between the action of stepping on to a person's toe and maintaining that position and the action of driving a car on to a person's foot and sitting in the car while its position on the foot is maintained". At p. 446 he had this to say:- "On the facts found, the action of the appellant may have been initially unintentional, but the time came when, knowing that the wheel was on the officer's foot, the appellant (i) remained seated in the car so that his body through the medium of the car was in contact with the officer, (ii) switched off the ignition of the car, (iii) maintained the wheel of the car on the foot, and (iv) used words indicating the intention of keeping the wheel in that position. For our part, we cannot regard such conduct as mere omission or inactivity. There was an act constituting a battery which at its inception was not criminal because there was no element of intention, but which became criminal from the moment the intention was formed to produce the apprehension which was flowing from the continuing act. The fallacy of the appellant's argument is that it seeks to equate the facts of this case with such a case as where a motorist has accidentally run over a person and, that action having been completed, fails to assist the victim with the intent that the victim should suffer". In Fowler v. Lanning
(1959)1 All.E.R. 290, it was held that an action for trespass to the person does not lie if the injury to the plaintiff, although the direct consequence of the act of the defendant, was caused unintentionally and without negligence on the part of the defendant; this principle applies both to trespass to the person committed on the highway and to trespass to the person committed in any other place. In Letang v. Cooper
(1964)2 All E.R. 929, the plaintiff was staying in a hotel and was sunbathing on a piece of grass where cars were parked. While she was lying there, Mr. Cooper, the defendant, came into the car park driving his motor car. He did not see her. The car went over her legs and she was injured. Lord Denning, M.R. , at p. 932 said:- "If one man intentionally applies force directly to another, the plaintiff has a cause of action in assault and battery, or, if you so please to describe it, in trespass to the person. 'The least touching of another in anger is a battery'. If he does not inflict injury intentionally, but only unintentionally, the plaintiff has no cause of action today in trespass. His only cause of action is in negligence, and then only on proof of want of reasonable care. If the plaintiff cannot prove want of reasonable care, he may have no cause of action at all". And, further down: - "When the injury is not inflicted intentionally, but negligently, I would say that the only cause of action is negligence and not trespass". At p. 934 he concluded by saying: - "Her only cause of action here, in my judgment (where the damage was unintentional), was negligence and not trespass to the person". Diplock, L.J. , at p. 934 started his judgment with these words:- "A cause of action is simply a factual situation the existence of which entitles one person to obtain from the Court a remedy against another person". And, further down: - "If A., by failing to exercise reasonable care, inflicts direct personal injuries on B., it is permissible today to describe this factual situation indifferently, either as a cause of action in trespass, and the action brought to obtain a remedy for this factual situation as an action for negligence or an action for trespass to the person - though I agree with Lord Denning, M.R., that today 'negligence' is the expression to be preferred". With regard to those cases where the act is done on purpose, it is frequently said that in order to constitute a battery there must be a hostile intent.». 8. Σε ότι αφορά το αστικό αδίκημα της επίθεσης, το Άρθρο 27 του Κεφ. 148, προνοεί κάποιες ειδικές υπερασπίσεις: «Σε oπoιαδήπoτε αγωγή πoυ εγείρεται για επίθεση συvιστά υπεράσπιση- (α) Τo ότι o εvαγόμεvoς εvέργησε για πρoστασία τoυ ιδίoυ ή άλλoυ πρoσώπoυ κατά της παράvoμης χρήσης βίας από τov εvάγovτα, και ότι εvεργώvτας με τov τρόπo αυτό δεv υπερέβηκε τo εύλoγα αvαγκαίo για αυτό και η ζημιά η oπoία πρoκλήθηκε στov εvάγovτα από τηv επίθεση δεv ήταv δυσαvάλoγη πρoς τη ζημιά τηv oπoία ζήτησε vα απoτρέψει͘ (β) τo ότι o εvαγόμεvoς, εvώ είvαι o κάτoχoς ακίvητης ιδιoκτησίας ή εvεργεί με τηv εξoυσιoδότηση τoυ κατόχoυ, χρησιμoπoίησε βία σε εύλoγo βαθμό για vα παρεμπoδίσει τηv παράvoμη είσoδo τoυ εvάγovτα στηv ακίvητη αυτή ιδιoκτησία ή για vα εκδιώξει τov εvάγovτα o oπoίoς εισήλθε ή παραμέvει σε αυτήv παράvoμα: Νoείται ότι- (
  1. i)Αv o εvάγovτας δεv εισήλθε, oύτε απoπειράθηκε vα εισέλθει στηv εv λόγω ακίvητη ιδιoκτησία με τη βία, o εvαγόμεvoς πρέπει vα καλέσει πρoηγoυμέvως τov εvάγovτα vα μηv εισέλθει ή, αφoύ έχει εισέλθει ήδη, vα απoχωρήσει από τηv ακίvητη ιδιoκτησία και vα παράσχει στov εvάγovτα εύλoγη ευχέρεια vα συμμoρφωθεί ήσυχα πρoς τηv κλήση αυτή͘ (
  2. ii)η βία πoυ χρησιμoπoιήθηκε πρέπει vα μηv υπερβαίvει τo όριo της βίαιης παρεμπόδισης ή απoμάκρυvσης και, εκτός όταv o εvάγovτας επιδιώκει vα εισέλθει με τη χρήση βίας πoυ αvάγεται σε κακoύργημα, vα μηv περιλαμβάvει δαρμό, τραυματισμό ή άλλη φυσική βλάβη͘ (γ) o εvαγόμεvoς, πoυ δικαιoύται στηv κατoχή κιvητής ιδιoκτησίας, χρησιμoπoίησε βία σε εύλoγo βαθμό για πρoάσπιση της κατoχής τoυ ή, αv o εvάγovτας παράvoμα απόσπασε από αυτόv ή κατακρατεί αυτήv, o εvαγόμεvoς χρησιμoπoίησε βία σε εύλoγo βαθμό για αvάκτηση της κατoχής της ιδιoκτησίας αυτής από τov εvάγovτα: Νoείται ότι- (
  3. i)Αv o εvάγovτας δεv εισήλθε, oύτε απoπειράθηκε vα εισέλθει στηv εv λόγω ακίvητη ιδιoκτησία με τη βία, o εvαγόμεvoς πρέπει vα καλέσει πρoηγoυμέvως τov εvάγovτα vα μηv εισέλθει ή, αφoύ έχει εισέλθει ήδη, vα απoχωρήσει από τηv ακίvητη ιδιoκτησία και vα παράσχει στov εvάγovτα εύλoγη ευχέρεια vα συμμoρφωθεί ήσυχα πρoς τηv κλήση αυτή͘ (
  4. ii)η βία πoυ χρησιμoπoιήθηκε πρέπει vα μηv υπερβαίvει τo όριo της βίαιης παρεμπόδισης ή απoμάκρυvσης και, εκτός όταv o εvάγovτας επιδιώκει vα εισέλθει με τη χρήση βίας πoυ αvάγεται σε κακoύργημα, vα μηv περιλαμβάvει δαρμό, τραυματισμό ή άλλη φυσική βλάβη͘ (δ) τo ότι o εvαγόμεvoς εvεργoύσε ή παρείχε vόμιμα συvδρoμή στηv εκτέλεση εvτάλματoς, καταδίκης, εvτάλματoς για εκτέλεση ή εvτάλματoς κατάσχεσης πoυ εκδόθηκε από oπoιoδήπoτε Δικαστήριo ή άλλη vόμιμη για τo σκoπό αυτό αρμόδια αρχή, vooυμέvoυ ότι η πράξη για τηv oπoία εγείρεται αγωγή ήταv επιτρεπτή από αυτά και αvεξάρτητα από oπoιoδήπoτε ελάττωμα πoυ υπάρχει σε αυτά ή για τηv έκδoση αυτώv. (ε) τo ότι o εvάγωv δεv είχε σώες τις φρέvες ή έπασχε από κάπoια πvευματική ή σωματική αvαπηρία και η βία όμως πoυ χρησιμoπoιήθηκε ήταv ή φαιvόταv εύλoγα αvαγκαία για πρoστασία τoυ ιδίoυ ή άλλωv, και ασκήθηκε καλή τη πίστει και χωρίς κακόβoυλη πρόθεση. (στ) τo ότι εvάγωv και εvαγόμεvoς ήταv αμφότερoι μέλη τωv εvόπλωv δυvάμεωv της Δημoκρατίας, και ότι επίσης o εvαγόμεvoς εvέργησε με εξoυσιoδότηση και σύμφωvα με τις διατάξεις oπoιoυδήπoτε vόμoυ ή άλλoυ voμoθετήματoς πoυ εφαρμόζεται στις δυvάμεις αυτές. (ζ) τo ότι o εvαγόμεvoς ήταv γovέας, κηδεμόvας ή δάσκαλoς τoυ εvάγovτα ή άλλo πρόσωπo πoυ βρίσκεται έvαvτι αυτoύ σε σχέση παρόμoια με τηv πιo πάvω, επέβαλε όμως στov εvάγovτα μόvo τέτoια τιμωρία όπως ήταv εύλoγα αvαγκαία για σωφρovισμό τoυ. (η) τo ότι o εvαγόμεvoς εvέργησε καλή τη πίστει για όφελoς, ως είχε λόγoυς vα πιστεύει, τoυ εvάγovτα, δεv μπoρoύσε όμως πριv από τηv πράξη vα εξασφαλίσει τη συvαίvεση τoυ εvάγovτα καθότι oι περιστάσεις ήταv τέτoιες ώστε καθίστατo αδύvατo για τov εvάγovτα vα δηλώσει τη συvαίvεση τoυ ή για άλλo πoυ έχει τη vόμιμη επιμέλεια τoυ εvάγovτα vα συvαιvέσει εκ μέρoυς τoυ, και o εvαγόμεvoς είχε λόγoυς vα πιστεύει ότι θα ήταv πρoς όφελoς τoυ εvάγovτα vα μηv καθυστερήσει στηv τέλεση της πράξης αυτής.». Η εκτίμηση της μαρτυρίας, τα πραγματικά ευρήματα, η αξιολόγησης τους και τελικά συμπεράσματα 9. Αρκετά από τα γεγονότα που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, ουσιαστικά για να αποφασιστεί η Αγωγή αυτή του Ενάγοντα, είναι παραδεκτά. Το τι ουσιαστικά αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης μεταξύ των διαδίκων, -σε γενικές εδώ γραμμές-, ήταν: (α) κατά πόσο, ο Εναγόμενος, παραβιάζοντας τα όσα είχαν συμφωνηθεί με τον Ενάγοντα, δεν του επέστρεψε ένα εκ των κιβωτίων πατατών που είχε τεθεί υπό την φύλαξη του, στον Ενάγοντα, της αξίας που ισχυρίζεται ο Ενάγοντας και (β) αν όντως, ο Εναγόμενος, επιτέθηκε στον Ενάγοντα και υπό ποιες περιστάσεις, καταφέρνοντας του χτύπημα ή χτυπήματα στο κεφάλι με φτυάρι, τραυματίζοντας τον. 10. Ως εκ του αντικρουόμενου των ισχυρισμών των διαδίκων για αυτά τα ουσιαστικά για την υπόθεση αυτή γεγονότα, είναι, αναγκαίο, η μαρτυρία που έχει προσαχθεί στο Δικαστήριο προς υποστήριξη τους, να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο για να καθοριστούν τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα (βλ. Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/2015), βάσει των οποίων, στην συνέχεια, το Δικαστήριο θα εξετάσει / αξιολογήσει για να κρίνει, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης (και σε σχέση με τι), το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται (βλ. Χρίστος Χριστοφή ν Δημήτρη Γρηγορίου ECLI:CY:AD:2015:A674, Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2010, ημερομηνίας 13/10/2015, Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(2011)1Β ΑΑΔ 1422, Γιασεμή ν Ρούσου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1098, Wynne v Mavronicola
(2009)1 A.A.Δ. 1138, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν Χ΄΄Νέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41 και Kades v Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212). Συναφώς, έχει νομολογηθεί, ότι, το Δικαστήριο, είναι επιτρεπτό να περιοριστεί στο να εξετάσει εκείνη την μαρτυρία και όπου, σε σχέση με αυτή, είναι απαραίτητο, προς επίτευξη αυτού του σκοπού (βλ. Paphos Stone Estates v Ζαβρού κ. α
(1998)1 Α.Α.Δ. 1854, Κυριακίδης κ. α. ν Tiba Publishing Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1894, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1924, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974). Όπως επίσης, έχει αναγνωριστεί ως επιτρεπτό, το Δικαστήριο, κατά το στάδιο αυτό, που ως έχει προαναφερθεί εκτιμά την μαρτυρία για να διαπιστώσει την αλήθεια ώστε εν συνεχεία να αξιολογήσει αυτήν που θα κάνει αποδεκτή για να καταλήξει στα συμπεράσματα του, οποιαδήποτε μαρτυρία παρουσιάστηκε κατά την διάρκειά της δίκης, ακόμα και χωρίς ένσταση του αντιδίκου, που δεν είχε κατά το στάδιο της προσαγωγής της αποκλειστεί από το Δικαστήριο, η οποία εκφεύγει των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων, να μην την λάβει υπόψη (βλ. Κάτζιη ν Φουκαρίδης & Σια Λτδ, Εργολάβοι Ελαιοψρωματιστές, ECLI:CY:AD:2017:A258, Πολιτική Έφεση Αρ. 40/2011, 11/07/2017, Βοσκού κ. α. ν Ζήνωνος
(2003)1 Α.Α.Δ. 695 και Μελάς ν Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826).
  1. Προτού όμως αναφερθώ στους παράγοντες που επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, για να προχωρήσω στην σχετική αξιολόγηση της, πρέπει να σημειωθούν και τα εξής, που αφορούν τόσο το ζήτημα του καθορισμού των επίδικων ζητημάτων κατά την δίκη, όσο και το ζήτημα της εκτίμησης και αξιολόγησης της μαρτυρίας, δια της υποβολής της θέσης των διαδίκων στους μάρτυρες που παρουσιάζουν γεγονότα για την υπόθεση του αντιδίκου. Η υποβολή της θέσης ενός διαδίκου επί όλων των ουσιωδών πτυχών της μαρτυρίας που δίνεται από τους μάρτυρες που κλήθηκαν από τον αντίδικο του, την οποία αυτός αμφισβητεί, αποτελεί τον καρδινάλιο κανόνα της αντεξέτασης. Στο αντιπαρατεθικό σύστημα δικαιοσύνης, το οποίο έχουμε και στην Κύπρο, ο κανόνας αυτός είναι απόλυτος και δεν επιδέχεται καμίας εξαίρεσης. Ότι δηλαδή, σε ένα μάρτυρα, πρέπει να δίδεται η ευκαιρία, ενόσω βρίσκεται στο ειδώλιο του μάρτυρα, να απαντήσει στην υπόθεση που παρουσιάζεται ([1]) και είναι αντίθετη με την δική του εκδοχή γεγονότων [[i]] [[ii]]. Αν κάτι τέτοιο δεν γίνει ή παραλειφθεί, η μαρτυρία του πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν έχει αμφισβητηθεί και να εκληφθεί ότι είναι παραδεκτή. Και τούτο, ανεξαρτήτως δικογράφησης [[iii]] [[iv]]. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα αυτό, μπορεί να προσμετρήσει στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, για να απορρίψει μαρτυρία που παρουσιάζεται για να αντικρούσει γεγονότα που υποστηρίχθηκαν από μάρτυρα, όταν αντίθετες σχετικές θέσεις δεν είχαν υποβληθεί στον μάρτυρα αυτό κατά την αντεξέταση του [[v]]. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την νομολογία, οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς προς μάρτυρες κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές, δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία [[vi]]. Ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση Αρ. 335/2009, ημερομηνίας 17/10/2014, σε περίπτωση, όπου, ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα (ο αντίδικος δηλαδή, επιλέγει να μην παρουσιάσει μαρτυρία), τότε, συνήθως, αυτό που απομένει να εξεταστεί από το Δικαστήριο (δεδομένης και της προαναφερόμενης μαρτυρίας που αφορά τις υποβολές θέσεων περί τα γεγονότα), εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με τους μάρτυρες και την αξιοπιστία τους, είναι, αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο [[vii]].
  2. Με αυτές τις παρατηρήσεις κατά νου, προχωρώ στην εκτίμηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Η υπεροχή του παράγοντα της αξιοπιστίας των μαρτύρων στην διαπίστωση γεγονότων από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, έχει ένα εικονικό, σχεδόν κανονικό, καθεστώς. Η δε γενική εντύπωσης που ένας μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, έχει ουσιαστική σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας του. Έτσι και ο Δικαστής του Εφετείου των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, R. A. Posner, στο σύγγραμμα του The Business of Judging, έκδοσης 2013, γράφει στην σελίδα 123: «No legal catchphrase is more often repeated than that determinations by a trial judge whether to believe or disbelieve a witness can be overturned on appeal in only extraordinary circumstances. The reason is said to be the inestimable value, in assessing credibility, of seeing and hearing the witness rather than reading a transcript of his testimony, since the transcript eliminates clues to veracity that are supplied by tone of voice, hesitation, body language, and other non-verbal expressions.». (η έμφασης είναι δική μου)
  3. Αυτή ήταν και η γραμμή αντιμετώπισης στην υπόθεση Beacon Insurance Company Ltd v Maharaj Bookstore Ltd [2014] UKPC 21, μία σχετικά πρόσφατη απόφαση του Privy Council, στην οποία ο Λόρδος Δικαστής Hodge παρέπεμψε, σχετικά, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Καναδά στην υπόθεση Housen v Nikolaisen [2002] 2 SCR 235, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «The trial judge has sat through the entire case and his ultimate judgment reflects this total familiarity with the evidence. The insight gained by the trial judge who has lived with the case for several days, weeks or even months may be far deeper than that of the Court of Appeal whose view of the case is much more limited and narrow, often being shaped and distorted by the various orders and rulings being challenged.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
  4. Στην ίδια απόφαση παρατέθηκε και η γνωστή ρήση του Δικαστή, ως ήταν τότε, Hoffmann, στην υπόθεση Biogen Inc v Medeva plc [1997] RPC 1: «The need for appellate caution in reversing the trial judge's evaluation of the facts is based upon much more solid grounds than professional courtesy. It is because specific findings of fact, even by the most meticulous judge, are inherently an incomplete statement of the impression which was made upon him by the primary evidence. His expressed findings are always surrounded by a penumbra of imprecision as to emphasis, relative weight, minor qualification and nuance . of which time and language do not permit exact expression, but which may play an important part in the judge's overall evaluation.». (η υπογράμμισης και έμφασης είναι δική μου)
  5. Επιπρόσθετα, στην προαναφερόμενη απόφαση Beacon Insurance Company Ltd, αναφέρθηκε και ο ακόλουθος σχολιασμός του ζητήματος αυτού από τον Λόρδο Neuberger του Abbotsbury, στην υπόθεση In Re B (A Child) (Care Proceedings: Threshold Criteria) [2013] 1 WLR 1911: «This is traditionally and rightly explained by reference to good sense, namely that the trial judge has the benefit of assessing the witnesses and actually hearing and considering their evidence as it emerges. Consequently, where a trial judge has reached a conclusion on the primary facts, it is only in a rare case, such as where that conclusion was one (i) which there was no evidence to support, (ii) which was based on a misunderstanding of the evidence, or (iii) which no reasonable judge could have reached, that an appellate tribunal will interfere with it. This can also be justified on grounds of policy (parties should put forward their best case on the facts at trial and not regard the potential to appeal as a second chance), cost (appeals can be expensive), delay (appeals on fact often take a long time to get on), and practicality (in many cases, it is very hard to ascertain the facts with confidence, so a second, different, opinion is no more likely to be right than the first).». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
  6. Είναι για τους προαναφερόμενους λόγους, που, αυτό το χαρακτηριστικό, της αξιοπιστίας, που συναρτάται [και] με την γενικότερη εντύπωση που ένας μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, έχει αποκτήσει τόσο μεγάλη σημασία κατά την διαπίστωση γεγονότων από το Δικαστήριο, λόγοι που έχουν υιοθετηθεί από καιρό τώρα και από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας μας στην νομολογία του (βλ. αποφάσεις ανωτέρω).
  7. Χωρίς, σε κάθε περίπτωση, να διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που έχουν εκφραστεί μέσα από την ίδια νομολογία, ως προς το ότι, οι, ως προαναφέρθηκαν, «μη λεγόμενες ενδείξεις για την αλήθεια», σε κάποιο βαθμό, μπορεί να παραπλανήσουν και να αποσπάσουν την προσοχή του Δικαστηρίου από το γνωστικό περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα (βλ. R. A. Posner, στο προαναφερόμενο σύγγραμμα του The Business of Judging, έκδοσης 2013, στην σελίδα
  8. Όπως επίσης δεν διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που εκφράζονται σε ανώτατο δικαστικό επίπεδο, ως προς το κατά πόσο, η προφορική μαρτυρία από απλή ανάμνηση γεγονότων, είναι πράγματι η καλύτερη πηγή μαρτυρίας για την εκτίμηση της αξιοπιστίας. Και αυτό, γιατί, στην εξίσωση εισέρχονται ζητήματα που αφορούν ανθρώπινα χαρακτηριστικά που τα ίδια δεν χαρακτηρίζονται από απόλυτη αξιοπιστία, όπως είναι, π. χ., αυτό της μνήμης, -ειδικότερα σε ότι αφορά την δυσκολία ανάμνησης γεγονότων που συνέβησαν χρόνια προηγουμένως-, δεδομένου του κοινώς γνωστού και αποδεκτού επί μέρους χαρακτηριστικού της, ότι, η μνήμη, μπορεί να είναι και λανθασμένη, επί του ότι, ο άνθρωπος, τείνει να πιστεύει πραγματικά ότι μία ανάμνηση του είναι πιστή του τι πραγματικά μαρτύρησε από ότι αυτή είναι στην πραγματικότητα. Αξίζει πιστεύω, στο σημείο αυτό, να αναφερθεί απόσπασμα από το σκεπτικό του Δικαστή Leggatt στην υπόθεση Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm), το οποίο, πολύ εύστοχα, αλλά και συνοπτικά, αναδεικνύει το εύλογο και βάσιμο της προαναφερόμενης επιφύλαξης: «I do not believe that the legal system has sufficiently absorbed the lessons of a century of psychological research into the nature of memory and the unreliability of eyewitness testimony. One of the most important lessons of such research is that in everyday life we are not aware of the extent to which our own and other people's memories are unreliable and believe our memories to be more faithful than they are. Two common (and related) errors are to suppose:
(1)that the stronger and more vivid is our feeling or experience of recollection, the more likely the recollection is to be accurate; and
(2)that the more confident another person is in their recollection, the more likely their recollection is to be accurate. Underlying both these errors is a faulty model of memory as a mental record which is fixed at the time of experience of an event and then fades (more or less slowly) over time. In fact, psychological research has demonstrated that memories are fluid and malleable, being constantly rewritten whenever they are retrieved. This is true even of so-called 'flashbulb' memories, that is memories of experiencing or learning of a particularly shocking or traumatic event. (The very description 'flashbulb' memory is in fact misleading, reflecting as it does the misconception that memory operates like a camera or other device that makes a fixed record of an experience.) External information can intrude into a witness's memory, as can his or her own thoughts and beliefs, and both can cause dramatic changes in recollection. Events can come to be recalled as memories which did not happen at all or which happened to someone else (referred to in the literature as a failure of source memory). Memory is especially unreliable when it comes to recalling past beliefs. Our memories of past beliefs are revised to make them more consistent with our present beliefs. Studies have also shown that memory is particularly vulnerable to interference and alteration when a person is presented with new information or suggestions about an event in circumstances where his or her memory of it is already weak due to the passage of time. The process of civil litigation itself subjects the memories of witnesses to powerful biases. The nature of litigation is such that witnesses often have a stake in a particular version of events. This is obvious where the witness is a party or has a tie of loyalty (such as an employment relationship) to a party to the proceedings. Other, more subtle influences include allegiances created by the process of preparing a witness statement and of coming to court to give evidence for one side in the dispute. A desire to assist, or at least not to prejudice, the party who has called the witness or that party's lawyers, as well as a natural desire to give a good impression in a public forum, can be significant motivating forces. Considerable interference with memory is also introduced in civil litigation by the procedure of preparing for trial. A witness is asked to make a statement, often (as in the present case) when a long time has already elapsed since the relevant events. The statement is usually drafted for the witness by a lawyer who is inevitably conscious of the significance for the issues in the case of what the witness does nor does not say. The statement is made after the witness's memory has been "refreshed" by reading documents. The documents considered often include statements of case and other argumentative material as well as documents which the witness did not see at the time or which came into existence after the events which he or she is being asked to recall. The statement may go through several iterations before it is finalised. Then, usually months later, the witness will be asked to re-read his or her statement and review documents again before giving evidence in court. The effect of this process is to establish in the mind of the witness the matters recorded in his or her own statement and other written material, whether they be true or false, and to cause the witness's memory of events to be based increasingly on this material and later interpretations of it rather than on the original experience of the events. It is not uncommon (and the present case was no exception) for witnesses to be asked in cross-examination if they understand the difference between recollection and reconstruction or whether their evidence is a genuine recollection or a reconstruction of events. Such questions are misguided in at least two ways. First, they erroneously presuppose that there is a clear distinction between recollection and reconstruction, when all remembering of distant events involves reconstructive processes. Second, such questions disregard the fact that such processes are largely unconscious and that the strength, vividness and apparent authenticity of memories is not a reliable measure of their truth.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
  1. Ως πιο λακωνικά ετέθη η ίδια αυτή άποψης από τον Λόρδο Δικαστή Browne σε μία εξωδικαστική ομιλία του αναφορά της οποίας εντοπίζεται σε σχετικές επί του ζητήματος αυτού εκθέσεις του Λόρδου Δικαστή Bingham: «The human capacity for honestly believing something which bears no relation to what actually happened is unlimited.». Και αυτό, πολύ απλά, γιατί, δεν είναι δυνατόν κάθε δεδομένο ενός περιστατικού να είναι στην ανάμνηση μας. Το περιστατικό, ως γεγονός, μπορεί ολόκληρο να ήταν στην ανάμνηση μας αμέσως μετά που επισυνέβη, κάποια όμως χρόνια μετά, κάποια γεγονότα που το συναποτελούν, φυσιολογικό είναι, λησμονούνται. Και επειδή η διήγησης του περιστατικού, και μάλιστα μέσα από εξέταση στο πλαίσιο μίας δικαστικής διαδικασίας, απαιτεί την «συναρμολόγηση» και «αποσυναρμολόγηση» γεγονότων, είναι αυξημένη η πιθανότητα, η, ως εκλαμβάνεται, ανάμνησης μας, να αστοχήσει, χωρίς κατ' ανάγκη αυτό να γίνεται ηθελημένα, στοχευόμενα και ανέντιμα.
  2. Ο, καθόλα τα άλλα, εύλογος μάρτυρας, αλλά στην πραγματικότητα, ανέντιμος, είναι ακόμη μία δυσκολία που επιβάλλει κάποια επιφυλακτική στάση από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας. Επιφύλαξης που τίθεται και πάλι με αφορμή ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά που συναντώνται στον άνθρωπο. Η ικανότητα κάποιου όταν εξιστορεί ένα περιστατικό να μιλά με τρόπο συνεκτικό, αληθοφανή και διαβεβαιωτικό και να διακοσμεί την αφήγηση του με λεπτομέρειες, χωρίς μάλιστα να παραλείπει, κατά τρόπο ανάλογο, να εισάγει στην αφήγηση του και κενά λόγω μη θύμησης, δύναται να εντυπωσιάσει τον οποιοδήποτε κριτή γεγονότων. Εντούτοις, τα Δικαστήρια, από ανέκαθεν είχαν στην προσοχή τους, ότι, αυτά τα χαρακτηριστικά μαρτυρίας, αν και, κατά κανόνα, αποτελούν τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν την αξιόπιστη μαρτυρία, είναι και το σήμα κατατεθέν της αυτοπεποίθησης ενός κατεργάρη διάδικου ή ανέντιμου μάρτυρα, που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής.
  3. Παρατηρείται βεβαίως και το αντίθετο, ενδεχόμενο επίσης υπόψη του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, όπου, ένας καλόπιστος και ειλικρινής μάρτυρας, να έχει εμποτίσει άθελα την μαρτυρία του με κάποιο ψέμα, για κάποιο μη ουσιαστικό γεγονός, χωρίς να αντιλαμβάνεται την ενδεχόμενη επίπτωση του επί της ουσίας της διαφοράς και όχι λόγω πρόθεσης του να μην αποκαλύψει στο Δικαστήριο την αλήθεια ή επειδή έχει κάποιο λόγο να φοβάται την αλήθεια (βλ. R v Lucas [1981] 1 QB 720). Αυτός ο μάρτυρας, δεν κρίνεται κατ' ανάγκη αναξιόπιστος.
  4. Αυτές οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, οδηγούν τα Δικαστήρια στο να εστιάζουν την προσοχή τους, εκεί που αυτό είναι εφικτό, σε έγγραφα της εποχής της επίδικης διαφοράς (που υπόκεινται στους δικούς τους κανόνες απόδειξης) και στα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, για να εξάγουν τα συμπεράσματα τους. Όπως αναφέρθηκε από τον Λόρδο Δικαστή Pearce στην απόφαση της Ανώτατης Δικαστικής Επιτροπής στην Βουλή των Λόρδων στην υπόθεση Onassis and Calogeropoulos v Vergottis [1968] 2 Lloyd's Rep 403, HL: «'Credibility' involves wider problems than mere 'demeanour' which is mostly concerned with whether the witness appears to be telling the truth as he now believes it to be. Credibility covers the following problems. First, is the witness a truthful or untruthful person? Secondly, is he, though a truthful person, telling something less than the truth on this issue, or, though an untruthful person, telling the truth on this issue? Thirdly, though he is a truthful person telling the truth as he sees it, did he register the intentions of the conversation correctly and, if so, has his memory correctly retained them? Also, has his recollection been subsequently altered by unconscious bias or wishful thinking or by over-much discussion of it with others? Witnesses, especially those who are emotional, who think that they are morally in the right, tend very easily and unconsciously to conjure up a legal right that did not exist. It is a truism, often used in accident cases, that with every day that passes the memory becomes fainter and the imagination becomes more active. For that reason a witness, however honest, rarely persuades a Judge that his present recollection is preferable to that which was taken down in writing immediately after the accident occurred. Therefore, contemporary documents are always of the utmost importance. And lastly, although the honest witness believes he heard or saw this or that, it is so improbable that it is on balance more likely that he was mistaken? On this point it is essential that the balance of probability is put correctly into the scales in weighing the credibility of a witness. And motive is one aspect of probability. All these problems compendiously are entailed when a Judge assesses the credibility of a witness; they are all part of one judicial process. And in the process contemporary documents and admitted or incontrovertible facts and probabilities must play their proper part.».
  5. Ίδιο ήταν το σκεπτικό του Δικαστή Leggatt στην προαναφερόμενη υπόθεση Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm), στην οποία ανέφερε: «In the light of these considerations, the best approach for a judge to adopt in the trial of a commercial case is, in my view, to place little if any reliance at all on witnesses' recollections of what was said in meetings and conversations, and to base factual findings on inferences drawn from the documentary evidence and known or probable facts. This does not mean that oral testimony serves no useful purpose - though its utility is often disproportionate to its length. But its value lies largely, as I see it, in the opportunity which cross-examination affords to subject the documentary record to critical scrutiny and to gauge the personality, motivations and working practices of a witness, rather than in testimony of what the witness recalls of particular conversations and events. Above all, it is important to avoid the fallacy of supposing that, because a witness has confidence in his or her recollection and is honest, evidence based on that recollection provides any reliable guide to the truth.».
  6. Με αυτές τις αρχές της νομολογίας κατά νου, προχωρώ στην εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας.
  7. Σημειώνω αρχικά, σε ότι αφορά την μαρτυρία του ΜΕ, ότι αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της. Ο μάρτυρας αυτός, καθηκόντως, ως ο αστυφύλακας που ανταποκρίθηκε στην κλήση του Ενάγοντα με το παράπονο του και διερεύνησε το επίδικο περιστατικό, βρίσκω ότι αμερόληπτα κατέθεσε στο Δικαστήριο ό,τι πραγματικά γνώριζε και θυμόταν για αυτή την υπόθεση. Η μαρτυρία του άλλωστε, σημειώνεται, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Εναγομένου. Ως εκ τούτου, προχωρώ να εξετάσω την μαρτυρία των διαδίκων.
  8. Ξεκινώ με την μαρτυρία του Ενάγοντα. Δεν την αποδέχομαι, στον βαθμό που αφορά τα γεγονότα, αναφορά στα οποία γίνεται στην συνέχεια, καθότι, κρίνω ότι, η σχετική με αυτά μαρτυρία του Ενάγοντα, δεν αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων σε ότι αφορά τα επίδικα ζητήματα. Αυτά τα μέρη της μαρτυρίας του Ενάγοντα, για τον λόγο αυτό, απορρίπτονται (βλ. Νικολάου ν Αιμιλίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 1339 και Κουρρης ν Παπαδοπούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147). Ο Εναγόμενος, δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Τον παρακολούθησα κατά την ενώπιον μου κατάθεση του ότι ήταν αμήχανος. Αμήχανος του τύπου κάποιου προσώπου που δεν λέει την αλήθεια, ή αποκρύβει γεγονότα επειδή αυτό που προσπαθεί να παρουσιάσει δεν είναι η πλήρης εικόνα των πραγμάτων. Αμηχανία που, ως αναφέρω στην συνέχεια, συνδυάστηκε με υπερβολή σε ότι αφορούσε κάποια από τα γεγονότα που ισχυρίστηκε, τα οποία, ενταγμένα στο σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, δεν επεξηγούνται λογικά. Οι ακόλουθες, είναι κάποιες παρατηρήσεις μου για τα γεγονότα που ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε, που βαραθρώνουν πιστεύω την προαναφερόμενη κατάληξη μου. Κατ' αρχήν, σε ότι αφορά το επίδικο κιβώτιο πατατών, -η μη επιστροφή του οποίου, κατά τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, ήταν και ο λόγος που εκτυλίχτηκε το επίδικο περιστατικό-, ο Ενάγοντας, κατά την κυρίως εξέταση του, ανέφερε ότι αξίζει €200 (βλ. παράγραφο 9 της γραπτής δήλωσης του Ενάγοντα, Έγγραφο Α). Εδώ, πρέπει να σημειωθεί, ότι, με την Αγωγή του αυτή, ο Ενάγοντας, αξιώνει να αποζημιωθεί για την αξία του εν λόγω [κατ' ισχυρισμόν του] απολεσθέντος κιβωτίου του, την οποία, στην έκθεση απαίτησης του, ορίζει στα €
  1. Ο εν λόγω ισχυρισμός του Ενάγοντα, παρουσιάστηκε, ως προαναφέρθηκε, δια της γραπτής δηλώσεως του, Έγγραφο Α, την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για να αποτελέσει μέρος της κυρίως εξέτασης του. Εντούτοις, η μαρτυρία του Ενάγοντα για το ζήτημα αυτό, δεν ήταν σταθερή, εγείροντας με τον τρόπο αυτό ερωτηματικά ως προς την φιλαλήθεια του εν λόγω ισχυρισμού του. Και αυτό, γιατί, αμέσως αφότου υιοθέτησε το περιεχόμενο της εν λόγω γραπτής του δήλωσης, στα πλαίσια περαιτέρω κυρίως εξέτασης που του έγινε από τον συνήγορο του, ερωτηθείς για το εν λόγω ζήτημα, αυτή την φορά υποστήριξε εντελώς διαφορετικά•, ότι, δηλαδή, η αξία του επίδικου κιβωτίου ήταν €
  2. Δίδοντας μάλιστα την διευκρίνιση, ότι, το έτος 2012 που έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό (σημειώνεται επιπρόσθετα: και που καταχωρήθηκε η Αγωγή αυτή με τις αξιώσεις του), η αξία του επίδικου κιβωτίου ήταν €100, αλλά με το πέρασμα του χρόνου, μέχρι και την μαρτυρία του στο Δικαστήριο, η αξία του αυξήθηκε, υπολογίζοντας την στα €150 πλέον Φ. Π. Α. Δεν έμεινε όμως εκεί. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο υπεράσπισης του Εναγομένου, ακριβώς σε ότι αφορά την προαναφερόμενη, ως προέκυπτε, αντίφαση στην μαρτυρία του, έδωσε μία απάντηση, που δεν μπορεί να λεχθεί ως συμβατή με την μέχρι και εκείνης της στιγμής μαρτυρία του, ή ότι συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του και την σχετική υποβληθείσα απαίτηση του. Ανέφερε το εξής (το σύμβολο «Ε» αντιστοιχεί στην ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης του Εναγομένου και το σύμβολο «Α» στην απάντηση που έδωσε ο Ενάγοντας: «Ε: Στην έκθεση απαίτησης λες, η αξία του κιβωτίου που δεν σου επέστρεψε ήταν €200, τώρα λες €100; Α: Ήταν και οι πατάτες μέσα. Ετζεντρίασαν. Εγώ του εκίνησα αγωγή για την κάσια και όχι για τις πατάτες. Μου έδωσε άλλη κάσια σπασμένη και είχα παράπονο, γιατί; .». Η απάντησης του αυτή, κατ' αρχήν, αντιφάσκει με την δικογραφημένη θέση του της έκθεσης απαίτησης του, περί του ότι, η αξία του κιβωτίου με την οποία ο Εναγόμενος «κατέστη πλουσιότερος» ήταν €200 (χωρίς εκεί να γίνεται αναφορά στο περιεχόμενο της). Ενώ, ξενίζει η αναφορά του Ενάγοντα για πατάτες που «τζεντρίασαν», -δηλαδή, που χάλασαν-, όταν ο ισχυρισμός του, τόσο της έκθεσης απαίτησης του, όσο και της μαρτυρίας του κατά την δίκη δια ζώσης, ήταν ότι, το συγκεκριμένο κιβώτιο πατατών δεν του είχε παραδοθεί από τον Εναγόμενο. Αντίθετος, ας σημειωθεί, ήταν ο ισχυρισμός του Εναγομένου, ο οποίος, με την έκθεση υπεράσπισης του, υποστήριξε ότι το εν λόγω κιβώτιο του Ενάγοντα του είχε παραδοθεί, αλλά ο Ενάγοντας του είχε σε μεταγενέστερο στάδιο παραπονεθεί ότι είχε υποστεί ζημιά. Ως εκ τούτου, πως ήταν δυνατόν, ο Ενάγοντας, να διαπιστώσει ότι το περιεχόμενο του κιβωτίου που δεν του είχε παραδοθεί, είχε χαλάσει; Και γιατί, αφής στιγμής δεν υπέβαλε απαίτηση και για το περιεχόμενο του κιβωτίου (ακόμη και εάν υποτεθεί ότι η προαναφερόμενη μαρτυρία του Ενάγοντα εδόθη, έχοντας αυτός υπόψη του το περιεχόμενο των άλλων κιβωτίων πατατών που του είχαν παραδοθεί, ή ότι αυτό εννοούσε, που δεν το αποδέχομαι), η απαίτησης του με αυτή την Αγωγή, σε ότι αφορά το ως ισχυρίστηκε απολεσθέν κιβώτιο του, υπεβλήθη για €200, όταν κατά τον ίδιο, η αξία του τότε (το έτος 2012 που έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό) ήταν μόνο €100; Καθώς επίσης, γιατί ο Ενάγοντας προσπάθησε να επεξηγήσει την προαναφερόμενη αντίφαση του, αναφερόμενος στο περιεχόμενο του κιβωτίου (δηλαδή, στις πατάτες), εάν η απαίτησης του, ως υποστήριξε, δεν αφορούσε ποτέ και δεν αφορά αυτές; Το λογικό θα ήταν, αν ένα από τα κιβώτια με τις πατάτες που είχαν παραδοθεί στον Εναγόμενο για φύλαξη στο ψυγείο αποθήκευσης του, δεν του επιστρεφόταν, ότι η απαίτησης του θα αφορούσε και το προϊόν που είχε απολεσθεί. Εν πάση όμως περιπτώσει, η μαρτυρία του Ενάγοντα σε ότι αφορά το γεγονός ότι δεν του είχε παραδοθεί ένα από τα κιβώτια του, λόγω των προαναφερόμενων αντιφάσεων της μαρτυρίας του, δεν γίνεται αποδεκτή. Μη εύλογη σημειώνεται και η μαρτυρία του Ενάγοντα σε ότι αφορά την βλάβη που σωματικά υπέστη από το επίδικο περιστατικό. Ο Ενάγοντας, στην έκθεση απαίτησης του, εν προκειμένω, υποστήριξε ότι, συνεπεία της επίθεσης που εδέχθη από τον Εναγόμενο, ο οποίος χρησιμοποίησε εναντίον του φτυάρι, τραυματίστηκε [και υπέφερε] σωματικά. Ότι δηλαδή, υπέστη, «εκδορά στο μέτωπο, μώλωπες και κάκωση στο στομάχι» και υπέφερε από «πονοκέφαλο» (βλ. τις λεπτομέρειες σωματικών βλαβών, στην παράγραφο 8 της έκθεσης απαίτησης). Είναι γεγονός, -για το οποίο, εκτός του Ενάγοντος, κατέθεσε για αυτό και ο ΜΕ (που παρουσίασε στο Δικαστήριο και κατέθεσε ως προς τούτο και το Τεκμήριο 3) και δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Εναγομένου -, ότι, ο Ενάγοντας, την ημέρα του επίδικου περιστατικού (που δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός από τους διαδίκους ότι έλαβε χώρα την 22/06/2012), είχε επισκεφτεί το νοσοκομείο (σύμφωνα με την γραπτή κατάθεση του ΜΕ, Τεκμήριο 2, που δεν αμφισβητήθηκε καθοιονδήποτε τρόπο, το επίδικο περιστατικό είχε καταγγελθεί από τον Ενάγοντα ότι έλαβε χώρα η ώρα 09:30 και σύμφωνα με παραπεμπτικό στο οποίο αναφέρομαι αμέσως μετά, που επίσης δεν αμφισβητήθηκε, ο Ενάγοντας ενεγράφη για να εξεταστεί από τον ιατρό του νοσοκομείου στις 10:10 η ώρα), κατόπιν παραπεμπτικού από την αστυνομία (στην οποία ενωρίτερα είχε καταγγείλει το επίδικο περιστατικό: σύμφωνα με την προαναφερόμενη κατάθεση του ΜΕ, Τεκμήριο 2, στις 09:45) και είχε εξεταστεί από τον Δρ. Κ. Γιαννόπουλο, ο οποίος ανέφερε στον Αστυνομικό Διευθυντή της Επαρχίας Αμμοχώστου τα εξής: «Εξέτασα τον πιο πάνω αναφερόμενο και βρήκα τα ακόλουθα: Ο ασθενής προσήλθε μετά από αναφερόμενο ξυλοδαρμό από άλλο πρόσωπο με μεταλλικό αντικείμενο. Αναφέρει χτύπημα στο κεφάλι στην δεξιά κροταφοβρεγματική χώρα. Έγινε κλινικός και ακτινολογικός έλεγχος. Υπέστη εκχύμωση ενός εκατοστού μήκους και πλάτους. Απελύθη με οδηγίες.». Από την έκθεση του Δρ. Γιαννόπουλου, -της οποίας την παρουσίαση και κατάθεση της στο Δικαστήριο, η ίδια η πλευρά του Ενάγοντα προκάλεσε, δια του ΜΕ-, δεν προκύπτει: (α) κατ' αρχήν, ότι ο Ενάγοντας είχε παραπονεθεί στον Δρ. Γιαννόπουλο, για χτύπημα στην μετωπική χώρα του κεφαλιού του, όπως είχε αναφέρει κατά την καταγγελία του περιστατικού στον ΜΕ (βλ. την κατάθεση του ΜΕ, Τεκμήριο 2), όπως ισχυρίστηκε στην έκθεση απαίτησης του και μαρτύρησε και στο Δικαστήριο, αλλά στην κροταφική («δεξιά») χώρα του κεφαλιού του και (β) δεν φαίνεται να είχε διαπιστωθεί ότι ο Ενάγοντας υπέστη επιδερμικό τραυματισμό στο συγκεκριμένο σημείο της κεφαλής του (δηλαδή «εκδορά»), όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, ούτε και ότι το αιμάτωμα που διαπίστωσε ο ιατρός ότι υπέστη, ήταν μεγάλης έκτασης, δηλαδή αιμάτωμα (που συνήθως προκαλείται μετά από αμβλύ χτύπημα, σε αντίθεση με αυτό της απλής εκχύμωσης που μπορεί να προκληθεί εκτός από κτύπημα, ακόμη και από απλή εξάσκηση πίεσης επί του σώματος). Αυτά, ίσως να μην είχαν τόση ουσιαστική σημασία, αφενός αν ήταν ασύνδετα με τις αξιώσεις του Ενάγοντα αυτής της Αγωγής, που σαφώς επαυξάνονται αναλόγως της σοβαρότητας του τραυματισμού του και αφετέρου, αν και η ίδια η μαρτυρία του Ενάγοντα επί του ζητήματος, δεν περιείχε τα ακόλουθα στοιχεία αντίφασης και παραλογισμού. Κατ' αρχήν, σημειώνεται η εξής αντίφασης μεταξύ της μαρτυρίας του Ενάγοντα και του πορίσματος από την ιατρική εξέταση του, του Δρ. Γιαννόπουλου, Τεκμήριο 3, σε ότι αφορά σε ποια πλευρά του κεφαλιού εδέχθη το χτύπημα με το φτυάρι από τον Εναγόμενο. Και αυτό, το επισημαίνω, στην περίπτωση που ήθελε υποτεθεί ότι η περιγραφή που ο Ενάγοντας έδωσε στην αστυνομία και μετέπειτα κατέγραψε στην δικογραφία του και παρουσίασε και στο Δικαστήριο, ήταν απλά ζήτημα λόγου και [ασυνείδητα] μη διάκρισης μεταξύ των δύο σημείων του κεφαλιού. Ο Ενάγοντας, όταν εξεταζόταν από τον συνήγορο του περαιτέρω για σκοπούς κυρίως εξέτασης, -αφού δηλαδή υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης του, Έγγραφο Α, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του-, σε ερώτηση που του ετέθη ως προς το τι έπραξε μετά την επίθεση που δέχθηκε από τον Εναγόμενο, ανέφερε: «Μου είπε εννα σε σκοτώσω τσαι φύε που δαμέ. Όπως ήταν πας το τρακτούι, έπιασε το φτυάρι τσαι εχτύπησε το χαμε, μετά εχτύπησε μου με τούτο στο μέτωπο αριστερά και έβγαλε αίμα. . ». Το χτύπημα δηλαδή, ανέφερε, ότι το δέχθηκε στο αριστερό μέρος του μετωπιαίου μέρους της κεφαλής του και όχι στο δεξιό μέρος της κεφαλής του, που καταγράφεται ως διαπίστωσης από τον Δρ. Γιαννόπουλο, στο Τεκμήριο
  3. Επίσης, ένα άλλο στοιχείο που δεν λαμβάνει λογική εξήγηση από τα όσα γεγονότα ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο, είναι και αυτό του είδους του τραυματισμού του που τελικά διαπιστώθηκε από τον Δρ. Γιαννόπουλο (βάσει του Τεκμηρίου 3), συσχετιζόμενος αυτός με το περιστατικό επίθεσης που ο Ενάγοντας περιέγραψε ότι εδέχθη από τον Εναγόμενο. Ξεκινώ με το να υπενθυμίσω ότι, ο Ενάγοντας, ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο, -χωρίς αυτό να έχει τεκμηριωθεί από τα όσα καταγράφονται από τον Δρ. Γιαννόπουλο στο Τεκμήριο 3-, ότι υπέστη [και] «μώλωπες και κάκωση στο στομάχι». Το γεγονός όμως αυτό, -ότι δηλαδή ο Δρ, Γιαννόπουλος δεν αναφέρει στο πιστοποιητικό εξέτασης, Τεκμήριο 3, ότι ο Ενάγοντας του παραπονέθηκε για «μώλωπες και κάκωση στο στομάχι» ή ότι διαπίστωσε κάτι τέτοιο-, είναι κάτι που δεν επεξηγείται λογικά από τα γεγονότα που ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο. Και εξηγώ. Όπως προαναφέρθηκε, ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε και άφησε ευθέως να εννοηθεί, ότι, ο Εναγόμενος, σχεδόν «μανιασμένα», αφού κατέβηκε από το όχημα (που αμέσως πριν το επίδικο περιστατικό χρησιμοποιούσε κατά την εργασία του) και πήρε το φτυάρι (με το οποίο ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι τον χτύπησε), το χτύπησε στο έδαφος και μετά του επιτέθηκε χτυπώντας τον με αυτό στο κεφάλι. Μάλιστα, ως ο Ενάγοντας το περιέγραψε κατά την κυρίως εξέταση του, ο Εναγόμενος «πήγε να τον σκοτώσει με το φτυάρι.». Έβαλε τα χέρια του για να προστατευτεί, υποστήριξε, «όμως έπιασε τον μιά» στο κεφάλι. Δηλαδή, ο Εναγόμενος, προσπάθησε να του χτυπήσει με το φτυάρι, όχι μόνο μία φορά, αλλά περισσότερες και ο ίδιος είχε προφυλαχτεί από τα χτυπήματα με τα χέρια, όμως ο Εναγόμενος κατάφερε και του πέτυχε με το φτυάρι ένα χτύπημα στο κεφάλι. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Ενάγοντας (σε κάποιο μέρος της αντεξέτασης του), «αν δεν έβαζα τα χέρια μου θα με σκότωνε». Με αυτούς τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα κατά νου, δυσκολεύομαι να βρω λογική εξήγηση: (α) κατ' αρχήν, γιατί αυτός δεν παραπονέθηκε για χτυπήματα στα χέρια στον Δρ. Γιαννόπουλο, -ο οποίος στο Τεκμήριο 3, δεν καταγράφει ότι κάτι τέτοιο του αναφέρθη από τον Ενάγοντα-, αφού τα έθεσε προς απόκρουση των χτυπημάτων που ο Εναγόμενος επιχείρησε να του καταφέρει με το φτυάρι στην κεφαλή (που, ως ο Εναγόμενος άφησε να εννοηθεί, τα χτυπήματα αυτά ήταν και δυνατά) και ως εκ τούτου θα ήταν λογικό να υπέστη τέτοια χτυπήματα (και μάλιστα θα τολμούσα να πω και πολύ σοβαρά, ή τουλάχιστον να έφερε μώλωπες σε αυτά ή να παραπονείτο για πόνο), και (β) κατά δεύτερον, πως μετά από μια τέτοια επίθεση, να διαπιστώθηκε ότι ο Ενάγοντας υπέστη μόνον, «εκχύμωση ενός εκατοστού μήκους και πλάτους». Τέλος, σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, πρέπει να σημειωθεί και το γεγονός ότι, εντελώς ατεκμηρίωτος, παρέμεινε ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι, συνεπεία της επίθεσης που εδέχθη από τον Εναγόμενο υπέστη [και] «κάκωση στο στομάχι». Καμία μαρτυρία δεν προσφέρθηκε στο Δικαστήριο, πέραν μίας απλής αναφοράς, που να τεκμηριώνει θετικά τον εν λόγω ισχυρισμό (αφής στιγμής, ο Ενάγοντας, δεν ισχυρίστηκε καθόλου ότι χτυπήθηκε στο συγκεκριμένο σημείο του σώματος του) και να δικαιολογεί την περίληψη του στην έκθεση απαίτησης του Ενάγοντα ή την υποβολή οποιασδήποτε απαίτησης [και] σε σχέση με αυτόν.
  4. Ο Εναγόμενος, επίσης δεν με έπεισε ότι αποκάλυψε στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια. Κατ' αρχήν, σημειώνεται η εντύπωση που ο Εναγόμενος μου προξένησε όταν κατέθετε την μαρτυρία του κατά την δίκη: ήτοι, ενός ανθρώπου ευέξαπτου, που δεν περιορίζει τις εκδηλώσεις του θυμού του, οι οποίες, μπορεί να είναι και ακραίες. Στοιχείο που φαινόταν, πρέπει να σημειωθεί, από τον τρόπο που απαντούσε, κυρίως στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση του. Είχε έντονο ύφος και απαντούσε με νεύρο. Ο Εναγόμενος, όμως, αν και φαίνεται να έχει αυτή την ιδιοσυγκρασία, -του ευέξαπτου και εκδηλωτικού του θυμού του, με φωνές κ.τ.λ.-, δεν μου δημιούργησε την εντύπωση ότι είναι ο τύπος του ανθρώπου που βιαιοπραγεί («batters»). Χωρίς όμως αυτό, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση, να αποκλείει το οτιδήποτε. Εξέταση της μαρτυρίας του Εναγομένου, αποκαλύπτει τα ακόλουθα, τα οποία, κατά την εκτίμηση μου, δικαιολογούν η μαρτυρία του Εναγομένου να μην γίνει πλήρως αποδεκτή, ήτοι στο μέρος της που αφορά τον τρόπο άσκησε πίεση επάνω στον Ενάγοντα για να επιβάλει την δική του θέληση. Δηλαδή, σε ότι αφορά την βία που άσκησε στον Ενάγοντα για να τον εξαναγκάσει να αποχωρήσει από το υποστατικό του, που, ως αναφέρω στην συνέχεια, αν και δεν την επαινώ ή αποδέχομαι ως εύλογη υπό τις περιστάσεις, κρίνεται στην υπόθεση αυτή έχοντας υπόψη και την προκλητική (ενοχλητική) συμπεριφορά του Ενάγοντα. Κατ' αρχήν, εντοπίζω ότι ο Εναγόμενος, με την έκθεση υπεράσπισης του, προδικαστικά, προέβαινε σε ισχυρισμό ότι, είχε συζητήσει πολύ έντονα με τον Ενάγοντα για το ζήτημα του επίδικου κιβωτίου, ότι είχε εκνευριστεί από αυτόν και ότι τον είχε καλέσει άμεσα να αποχωρήσει από το υποστατικό του γιατί διαφορετικά θα χρησιμοποιούσε βία για να τον απομακρύνει και ότι ο Ενάγοντας, τελικά, αποχώρησε από το υποστατικό του, προφανώς επειδή φοβήθηκε. Αυτό του όμως τον ισχυρισμό, ο Εναγόμενος, κατά την δίκη, δεν τον υποστήριξε. Μαρτυρώντας στο Δικαστήριο, κατά την αντεξέταση του, ο Εναγόμενος υποστήριξε ακριβώς το αντίθετο: ότι δηλαδή δεν εκνευρίστηκε με τον Ενάγοντα, ότι δεν του εκδήλωσε πρόθεση ότι θα βιαιοπραγούσε εναντίον του, ότι απλώς του είχε ζητήσει να φύγει και να πάει στην αστυνομία με το παράπονο του για το επίδικο κιβώτιο και ότι ο Ενάγοντας είχε αποχωρήσει από το υποστατικό του προφανώς επειδή δεν του έδιδε σημασία. Αν και η προαναφερόμενη εκδοχή γεγονότων, είχε υποστηριχτεί από τον Εναγόμενο και προς την αστυνομία όταν την 26/06/2012 είχε ανακριθεί σχετικά με το επίδικο περιστατικό (βλ. την ανακριτική κατάθεση του Εναγομένου, Τεκμήριο 1), εντούτοις, η προαναφερόμενη αντίφασης παραμένει, είναι εντελώς αδικαιολόγητη και αφαιρεί από τις προαναφερόμενες θέσεις του Εναγομένου για τα γεγονότα, υπόσταση και αξιοπιστία. Εν προκειμένω, σημειώνεται, ότι, η προαναφερόμενη κατάθεσης του Εναγομένου στην αστυνομία, Τεκμήριο 1, είχε κατατεθεί στο Δικαστήριο από τον ΜΕ, πριν από την μαρτυρία του Εναγομένου, γεγονός που πιθανόν να είχε κάποια επίδραση στο να μεταβάλει ο Εναγόμενος τις θέσεις του, προς υποστήριξη μίας εκδοχής που, ίσως να θεώρησε ότι θα του παρείχε μία καλύτερη υπεράσπιση. Αυτή όμως η θέση του για τα γεγονότα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και η σχετική με αυτήν μαρτυρία του απορρίπτεται (βλ. Νικολάου ν Αιμιλίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 1339 και Κουρρης ν Παπαδοπούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147).
  1. Χωρίς να έχω πεισθεί από τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, ότι ο Εναγόμενος τον χτύπησε στο κεφάλι με το φτυάρι, έχω πεισθεί ότι τα γεγονότα, στην πραγματικότητα, εκτυλίχτηκαν ως εξής (και τούτο, στην βάση των γεγονότων που είναι παραδεκτά μεταξύ των διαδίκων, που προβλήθηκαν ως ισχυρισμοί και δεν αμφισβητήθηκαν από τους διάδικους κατά την δίκη και από την αποδεκτή από το Δικαστήριο μαρτυρία καταληκτικά): ότι ο Εναγόμενος είχε εκνευριστεί από την παρουσία του Ενάγοντα στα υποστατικά του; ότι είχε προηγηθεί ενόχλησης του από τον Ενάγοντα σχετικά με το ζήτημα του επίδικου κιβωτίου πατατών και μάλιστα έντονη και φορτική; ότι το ζήτημα στην πραγματικότητα αφορούσε ένα από τα κιβώτια πατατών που ο Ενάγοντας είχε συμβατικά θέσει υπό την φύλαξη του Εναγομένου, το οποίο, αφότου του παραδόθηκε πίσω από τον Εναγόμενο μαζί με όλα τα υπόλοιπα, διαμαρτυρόταν ότι είχε υποστεί ζημιά; ότι ο Εναγόμενος, την ημέρα που εκτυλίχτηκε το επίδικο περιστατικό και αμέσως πριν από αυτό, εργαζόταν και δεν επιθυμούσε την συζήτηση του θέματος με τον Ενάγοντα και την συνέχιση της παρουσίας του τελευταίου στον χώρο; ότι, ως εκ τούτου, ο Εναγόμενος είχε ζητήσει από τον Ενάγοντα να αποχωρήσει από το υποστατικό του, γιατί, διαφορετικά, ως του ανέφερε, θα ασκούσε βία (θα βιαιοπραγούσε εναντίον του) για να τον απομακρύνει; και ότι, όταν ο Ενάγοντας δεν συμμορφώθηκε με την υπόδειξη του, άμεσα όπως του είχε ζητηθεί και συνεχίζοντας την ενόχληση, ο Εναγόμενος διέκοψε την εργασία που διεξήγε εκείνη την στιγμή (χρησιμοποιώντας ένα περονοφόρο όχημα), άρπαξε ένα φτυάρι που υπήρχε πλησίον της σκηνής, με το οποίο και κινήθηκε επιθετικά προς το μέρος του Ενάγοντα, χτυπώντας το μάλιστα μία φορά στο έδαφος, ως αποτέλεσμα της οποίας ενέργειας του ήταν ο Ενάγοντας να αποχωρήσει από το μέρος.
  2. Από τα προαναφερόμενα, προκύπτει ότι, εναντίον [και σε βάρος] του Ενάγοντα, συντελέστηκε από τον Εναγόμενο, το αστικό αδίκημα της επίθεσης (της «κοινής επίθεσης»/«assault» και όχι της «βιαιοπραγίας»/«battery») του Άρθρου 26 του Κεφ. 148, αφής στιγμής, είναι αδιάφορο ως προς αυτό, το γεγονός ότι ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την οποιαδήποτε συνακόλουθη αυτού ζημιά του (βλ. το σύγγραμμα Winfield & Jolowicz, Tort, 19η έκδοση, στην παράγραφο 4-005) και εφόσον, ο Εναγόμενος, συμπεριφέρθηκε και ενήργησε κατά τρόπο που οδήγησε στο να εκλάβει ο Ενάγοντας την εναντίον του εφαρμογή βίας. Εν προκειμένω, όπως σημειώνεται και στο σύγγραμμα Winfield & Jolowicz, Tort, 19η έκδοση, στην παράγραφο 4-019, είναι αδιάφορο το κατά πόσο ο Ενάγοντας πραγματικά φοβήθηκε από την επίθεση που δέχθηκε και ότι, ουσιαστική σημασία έχει, το γεγονός ότι, υπό τις δοθείσες περιστάσεις, ο Ενάγοντας μπορούσε να περιμένει από τον Εναγόμενο ότι θα βιαιοπραγούσε εναντίον του, επειδή, εκείνη την στιγμή, είχε την ικανότητα και μπορούσε να το πράξει. Η επίθεση στην προκείμενη περίπτωση, συντελέστηκε, από την ενέργεια του Εναγομένου να κινηθεί απειλητικά προς το μέρος του Ενάγοντα με το φτυάρι, χτυπώντας αυτό στο έδαφος, που ήρθε ως συνέχεια της λεκτικής απειλής του Εναγομένου προς τον Ενάγοντα που είχε αμέσως πιο πριν προηγηθεί ότι θα βιαιοπραγούσε εναντίον του εάν δεν αποχωρούσε από την ακίνητη ιδιοκτησία του. Εδώ, πρέπει να σημειωθεί, ότι, ο Εναγόμενος, αν και από τα όσα γεγονότα έχουν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο, θα μπορούσε να είχε επικαλεστεί την υπεράσπιση που παρέχει το Άρθρο 27(β) του Κεφ. 148, αν αποδεχόταν αυτά εξ υπαρχής, δεν το έπραξε. Ως εκ τούτου, έχοντας επιδιώξει να αρνηθεί τα γεγονότα που τελικώς θα μπορούσαν να του παράσχουν την εν λόγω υπεράσπιση, θέτοντας την υπεράσπιση του επί μίας εντελώς διαφορετικής βάσης, με την απόρριψη της μαρτυρίας του, ο Εναγόμενος δεν μπορεί να έχει το όφελος της υπεράσπισης που παρέχει το Άρθρο 27(β) του Κεφ.
  3. Η οποία, σε κάθε περίπτωση, θα εξεταζόταν με κριτήριο του κατά πόσο η βία εξάσκησε στον Ενάγοντας, ως έχει προαναφερθεί, ήταν λογική υπό τις περιστάσεις. Όπως προανέφερα, δεν επαινώ την συμπεριφορά του Εναγομένου και ανεξαρτήτως του κατά πόσο ο Εναγόμενος ήγειρε την προαναφερόμενη υπεράσπιση, σημειώνω ότι ήταν υπέρμετρη υπο τις περιστάσεις. Εντούτοις, το γεγονός ότι ο Ενάγοντας είχε μεταβεί στην ακίνητη ιδιοκτησία του Εναγομένου και παρέμεινε σε αυτήν, παράλογα, χωρίς την συγκατάθεση του, και αφότου υπήρξε η έντονη συζήτησης μεταξύ τους για το επίδικο κιβώτιο και του είχε ζητηθεί από τον Εναγόμενο να αποχωρήσει, προκαλώντας ουσιαστικά το επίδικο περιστατικό (λόγω της ενόχλησης και αναστάτωσης που προκάλεσε στον Εναγόμενο, ο οποίος βρισκόταν εν ώρα εργασίας) (βλ. στο σύγγραμμα Winfield & Jolowicz, Tort, 19η έκδοση, στην παράγραφο 26-106), με οδηγεί στο να του επιδικάσω μόνον περιφρονητικές αποζημιώσεις («contemptuous damages») (βλ. στο σύγγραμμα Winfield & Jolowicz, Tort, 19η έκδοση, στην παράγραφο 23-007) και το 50% των εξόδων της διαδικασίας (βλ. Dering v Uris [1964] 2 QB 669). Σε ότι αφορά το κιβώτιο που κατά τον ισχυρισμό του Ενάγοντα δεν του επιστράφηκε από τον Εναγόμενο, έχοντας απορρίψει τον εν λόγω ισχυρισμό του Ενάγοντα περί τούτου, απορρίπτεται και η σχετική απαίτησης του. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που πρέπει επίσης να σημειωθεί, είναι ότι, ακόμη και εάν η θέσης του Ενάγοντα σε ότι αφορά το επίδικο κιβώτιο ευσταθούσε, ότι δηλαδή απωλέστηκε από τον Εναγόμενο, η μαρτυρία του Ενάγοντα σε ότι αφορά την αξία του (τότε, όταν εκτυλίχτηκε το επίδικο περιστατικό και κατά την δίκη), δεν δίδει θετικά δεδομένα για την αξία του, για μπορούσε το Δικαστήριο να του επιδικάσει την δια νόμου επιτρεπόμενη αποζημίωση. Το συμπέρασμα μου αυτό, πρέπει να σημειωθεί, έχει προσμετρήσει στο να αποφασίσω και το ζήτημα των εξόδων της διαδικασίας, κατά τον τρόπο που έχει προαναφερθεί, αφής στιγμής, η σχετική βάση της Αγωγής του Ενάγοντα έχει αποτύχει.
  4. Κλείνω, με το εξής ζήτημα, το οποίο αφορά την αθώωση του Εναγομένου στην ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον του και αφορά αυτή την υπόθεση, μετά από διερεύνηση της από την αστυνομία•, κατηγορούμενος, μεταξύ άλλων και για το ποινικό αδίκημα της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη (βλ. την σχετική απόφαση του Δικαστηρίου, Τεκμήριο 4). Το κατά πόσο η αρχή που διακηρύχτηκε στην υπόθεση Hollington v F. Hewthorn and Co. Ltd [1943] KB 587: κατά την οποία, δικαστική απόφαση, εκδοθείσα σε ποινική υπόθεση, που είναι καταδικαστική του κατηγορουμένου, δεν μπορεί να αποτελέσει στοιχείο απόδειξης των γεγονότων επί των οποίων βασίστηκε, όταν η διαδικασία στα πλαίσια της οποίας εγείρεται (παρουσιάζεται προς απόδειξη) είναι μεταξύ ενός εκ των διαδίκων και ενός αγνώστου στην εν λόγω ποινική δικαστική διαδικασία, ή μεταξύ δύο αγνώστων σε ότι αφορά αυτήν•, εφαρμόζεται και σε ότι αφορά δικαστική απόφαση, αθωωτική του κατηγορουμένου, είναι ένα ζήτημα το οποίο, [θα μπορούσε να λεχθεί], πρόσφατα έχει ξεκαθαρίσει νομολογιακά, από την απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Z, R. v [2000] UKHL 68 και από την πιο πρόσφατα εκδοθείσα απόφαση του αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Colman & Anor v R [2004] EWCA Crim 3252 στην οποία, το σκεπτικό της προαναφερόμενης απόφασης της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων, έτυχε ανάλυσης. Εντούτοις, διάφοροι μελετητές του δικαίου της απόδειξης και από παλαιότερα υπέβαλλαν, ότι, η προαναφερόμενη αρχή που διακηρύχτηκε στην υπόθεση Hollington v F. Hewthorn and Co. Ltd [1943] KB 587, τυγχάνει ανάλογης εφαρμογής και σε αυτές τις περιπτώσεις, ώστε, αθωωτική απόφασης Δικαστηρίου να μην μπορεί να αποτελέσει στοιχείο απόδειξης των γεγονότων επί των οποίων βασίστηκε σε τέτοιου είδους δικαστικές διαδικασίες. Ως υποστηρίζεται, αν και είναι επιθυμητό κάποιος ο οποίος έχει αθωωθεί από κατηγορία για την διάπραξη ποινικού αδικήματος, να χαίρει κάποιας ασυλίας από του να προβάλλονται εναντίον του ισχυρισμοί που αναιρούν το γεγονός της αθώωσης του•, εντούτοις, ένας ισχυρισμός ο οποίος απέτυχε να αποδειχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, μπορεί να εξακολουθεί να είναι επιδεκτικός απόδειξης στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Κλασσικό παράδειγμα, η απόφαση στην υπόθεση Loughans v Odhams Press Ltd [1963] 1 QB 299, που αφορούσε αγωγή λιβελλου για δημοσίευμα δήλωσης που εισηγείτο ότι ο ενάγοντας είχε διαπράξει φόνο σε σχέση με τον οποίο αυτός είχε αθωωθεί από αρμόδιο Δικαστήριο. (βλ. Blackstone's Civil Practice 2013: The Commentary, στην παράγραφο 47.99, Cross & Tapper on Evidence, 12η έκδοση, στις σελίδες 116 και 117 και Murphy on Evidence, 14η έκδοση, στην παράγραφο 12.6.2).
  5. Ως προαναφέρθηκε, το ζήτημα έτυχε πρόσφατα εξέτασης και ανάλυσης από το αγγλικό Εφετείο την υπόθεση Colman & Anor v R [2004] EWCA Crim 3252, το οποίο, σε ότι αφορά το προαναφερόμενο θέμα, αποφάσισε τα ακόλουθα: (α) Όπου μία προγενέστερη αθώωσης, μπορεί να αποδοθεί σε κάποια πτυχή της μαρτυρίας που είναι κοινή και στις δύο υποθέσεις (προγενέστερης, στην οποία υπήρξε αθώωσης και υφισταμένης, που βρίσκεται σε εκκρεμότητα) και/ή άλλως πως σχετική με ένα επίδικο ζήτημα στην δεύτερη (στην υφισταμένη, που βρίσκεται σε εκκρεμότητα), μαρτυρία σε ότι αφορά την αθώωση μπορεί να γίνει αποδεκτή στην μεταγενέστερη δίκη [της δεύτερης υπόθεσης] αν το δίκαιο της περίστασης το επιβάλλει. Απαραίτητα όμως, η δεύτερη υπόθεσης, δεν μπορεί να θέτει τον κατηγορούμενο σε κίνδυνο καταδίκης και τιμωρίας για αδίκημα σε σχέση με το οποίο έχει αθωωθεί. Υπό αυτή την επιφύλαξη, μαρτυρία που σχετίζεται με μεταγενέστερη δίωξη του κατηγορουμένου, δεν αποκλείεται κατά την ακρόαση της υπόθεσης απλά και μόνο επειδή δείχνει ή τείνει να καταδείξει ότι αυτός, στην πραγματικότητα, ήταν ένοχος αδικήματος σε σχέση με το οποίο ενωρίτερα είχε αθωωθεί; και (β) Προγενέστερη αθώωσης, δεν θεωρείται αδιαμφισβήτητη απόδειξη κάθε ζητήματος με το οποίο αυτή τυχόν να σχετίζεται. Παραθέτω, αυτούσια, τα κυριότερα κατά την άποψη μου αποσπάσματα από την απόφαση του αγγλικού Εφετείου: «An acquittal is not conclusive evidence of innocence unless by that word it is meant not guilty in law of the alleged offence to which it relates. Nor does it mean that all relevant issues have been resolved in favour of a defendant.». [αναφορά στην οποία έγινε από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αυστραλίας στην υπόθεση R v Carroll [2002] HCA 55:] «Finality of a verdict of acquittal does not necessarily prevent the institution of proceedings or the tender of evidence, which might have the incidental effect of casting doubt upon, or even demonstrating the error of, an earlier decision. There may be cases where, at a later trial of other allegedly similar conduct of an accused, evidence of conduct may be adduced even though the accused had earlier been charged with, tried for, and acquitted of an offence said to be constituted by that conduct. R v Z, R v Arp and R v Degnan are cases of that kind. In such cases, the earlier acquittal would not be controverted by a guilty verdict on the second.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
  6. Ως εκ των προαναφερομένων, δεν θεωρώ ότι η αθωωτική απόφαση του Εναγομένου από το ποινικό Δικαστήριο μπορεί, σε ότι αφορά την υπό κρίση υπόθεση, να επηρεάσει καθοιονδήποτε τρόπο το αποτέλεσμα της ή τα ευρήματα του Δικαστηρίου για τα γεγονότα που ήσαν επίδικα. Αποδεκτή έγινε και επετράπη η κατάθεσης της στο Δικαστήριο, στο βαθμό που αυτή θα μπορούσε να εξυπηρετήσει την κρίση του Δικαστηρίου στον έλεγχο της αξιοπιστίας της προσαχθείσας μαρτυρίας, πορεία την οποία, τελικώς, συνειδητά δεν ακολούθησα, καθότι, το ζήτημα μπορούσε να αποφασιστεί με αποκλειστικό γνώμονα την μαρτυρία ως προσήχθη ενώπιον μου, χωρίς καταφυγή στα αναφερόμενα στην εν λόγω απόφαση, Τεκμήριο
  7. Κατάληξης
  8. Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί αποφασίζω όπως: Η Αγωγή του Ενάγοντα εναντίον του Εναγομένου επιτυγχάνει μερικώς. Εκδίδεται, ως εκ τούτου, προς όφελος του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου, απόφαση για το ποσό του 1ος σεντ, ως περιφρονητική αποζημίωση («contemptuous damage»). Τα έξοδα της Αγωγής, πλέον Φ. Π. Α., όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή [στην κλίμακα εξόδων €500 - €2.000 (τα τέλη να υπολογιστούν επί της υφιστάμενης στο δικόγραφο κλίμακας) και μειωμένα τελικώς κατά το 50% λόγω της μερικής επιτυχίας της Αγωγής του Ενάγοντα, ως έχει προαναφερθεί], πλέον, βάσει των προνοιών του Άρθρου 33
(2)του Νόμου 14/1960, νόμιμο τόκο επί του ποσού που θα υπολογιστεί, από την ημερομηνία καταχώρισης της Αγωγής μέχρι εξόφλησης και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Έχει παρουσιαστεί ή θα παρουσιαστεί, αναλόγως της περίπτωσης που αφορά την υπόθεση ενός ενάγοντα ή ενός εναγομένου, αντίστοιχα, και το στάδιο παρουσίασης μαρτυρίας εκατέρωθεν, κατά την ακροαματική διαδικασία. [i] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, στην ομόφωνη απόφαση που έδωσε το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην υπόθεση Νεοπτόλεμος Γεωργίου ν Ρωξάνης Νεοπτόλεμου Γεωργίου
(2010)1Α Α.Α.Δ 138. Παραθέτω αυτούσια, την κατά την άποψη μου, ουσιαστικότερη ως προς το υπό συζήτηση ζήτημα, περικοπή, με το σκεπτικό του Εφετείου, από την απόφαση αυτή: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθώς και ο συνήγορος της εφεσίβλητης στην πρωτόδικη ένσταση του, παρερμήνευσαν τον ουσιώδη κανόνα που λαμβάνεται στο δικαιϊκό σύστημα αντιπαράθεσης αναφορικά με τη δυνατότητα ενός αντιδίκου να εξηγήσει θέσεις επί γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Θέματα τα οποία δεν τίθενται κατά την αντεξέταση του διαδίκου και των μαρτύρων του και τα οποία εμφανίζονται για πρώτη φορά στην κύρια εξέταση αντιδίκου ή μάρτυρα του, είναι έκθετα σε απόρριψη διότι δεν δίνεται η ευκαιρία στους μάρτυρες της αντίθετης πλευράς να σχολιάσουν και να εξηγήσουν τα εκ των υστέρων εγερθέντα θέματα. Τέτοια απόρριψη δεν επέρχεται αυτομάτως ως συνέπεια της παράλειψης αυτής, αλλά ως αποτέλεσμα άσκησης δικαστικής κρίσης επί του θέματος. Όπως έχει τεθεί στην υπόθεση Adidas v. Jonidexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, στις σελ. 388-9: «Of course failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity. A lot will depend on the nature of the allegation and the reasons for not raising it in the course of cross-examination of the witnesses of the adversary. In the absence of a proper explanation of the omission, the Court may justifiably disregard factual allegations not put to a witness of the adversary because of the denial of a proper opportunity to the latter to controvert them in evidence. Liberty to controvert the case of the other side is at the core of the adversarial system of justice premised on the elicitation of the truth through the process of confronting the adversary with every material aspect of a party´s case.» Το πιο πάνω απόσπασμα απεικονίζει τη νομολογία επί του ζητήματος και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ορθή πρακτική στο δικαιϊκό σύστημα της αντιπαράθεσης είναι να δίνεται η ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγήσει θέσεις επί των γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Εφαρμόζεται βεβαίως σ΄ όλο το φάσμα και εύρος της αντιπαράθεσης είτε επιχειρείται η εκ των υστέρων παρουσίαση μαρτυρίας ή εκδοχής από τον ενάγοντα μέσω αντεξέτασης του εναγόμενου, όπως εδώ, ή τον εναγόμενο σε οποιοδήποτε στάδιο της εξέλιξης της μαρτυρίας. Η ουσία είναι ότι πρέπει να παρέχεται ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγεί τη δική του θέση και όχι να εμφανίζεται και να τίθεται το ζήτημα μόνο στη μαρτυρία της άλλης πλευράς. Όπως το θέτει ο Cross on Evidence 4η έκδ. σελ. 226: «The object of cross-examination is two-fold, first, to elicit information concerning the facts in issue or relevant to the issue that is favourable to the party on whose behalf the cross-examination is conducted, and secondly to cast doubt upon the accuracy of the evidence-in-chief given against such party.» Και στη σελ. 227: «Any matter upon which it is proposed to contradict the evidence-in-chief given by the witness must normally be put to him so that he may have an opportunity of explaining the contradiction, and failure to do this may be held to imply acceptance of the evidence-in-chief.» Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Κούρρης ν. Παπαδοπούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147 και Σκάρος ν. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 291.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [ii] Βλ. επίσης, και τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1593 του συγγράμματος Phipson on Evidence, 12η έκδοση. [iii] Βλ. τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν Αντώνη Κλεάνθους, Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2009, 23/01/2013: «Επανερχόμενοι στην παρούσα έφεση επισημαίνουμε το καθοριστικό υπό τις περιστάσεις για την επιτυχία του πρώτου λόγου έφεσης, γεγονός∙ αυτό της φύσης της επιδιωκόμενης από τους εφεσείοντες με την αγωγή, θεραπείας. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η συγκεκριμένη πτυχή της υπεράσπισης δεν προωθήθηκε πέρα από το στάδιο της δικογράφησης της και συνεπώς το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα ασχολήθηκε με αυτή, εκείνο που οι εφεσείοντες με την αγωγή τους επιδίωκαν ήταν αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστηκαν λόγω της αποκλειστικής αμέλειας του εφεσιβλήτου. Δεν επεδίωκαν τη χορήγηση οποιασδήποτε θεραπείας με βάση το Δίκαιο της Επιείκειας, έτσι ώστε να εγείρεται θέμα εφαρμογής της αρχής της ολιγωρίας (laches), με την έννοια που το δίκαιο της επιείκειας αποδίδει στον εν λόγω όρο και που είναι η έννοια με την οποία, το πρωτόδικο δικαστήριο πραγματεύθηκε το συγκεκριμένο όρο.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [iv] Βλ. επίσης, Παυλίνα Γρηγορίου ν Νικόλα Γρηγορίου Γαβριήλ
(2011)1 Α.Α.Δ. 2263. [v] Βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση M & TH Petrou & Sons Developers Ltd v Μιχάλη Κοκκούλη, ECLI:CY:AD:2016:A526, Πολιτική Έφεση Αρ. 18/2011, 16/11/2016, όπου δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκαν τα εξής: «. Το Δικαστήριο σημείωσε ιδιαίτερα ότι αυτή η εκδοχή δεν είχε τεθεί κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου ώστε ο τελευταίος να είχε την ευκαιρία να τη σχολιάσει και να προβάλει τη δική του θέση έτσι ώστε η παράλειψη αυτή της υπεράσπισης, χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε εξήγηση, να άφηνε αυτή την εκδοχή έκθετη σε απόρριψη σύμφωνα με τη νομολογία που καθιερώθηκε στην Adidas v. Jonitexo
(1987)1 C.L.R. 363. . Η πλευρά των εφεσειόντων λανθασμένα δεν έθεσε αριθμό θεμάτων κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου και των μαρτύρων του, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να στερηθούν του ευεργετήματος να απαντήσουν και να σχολιάσουν τις θέσεις αυτές. Αυτό παραμένει ένα ουσιώδες λάθος από πλευράς τους διότι η επί ακροατηρίω διαδικασία οφείλει να είναι διάφανη και δεν επιτρέπεται η απόκρυψη των θέσεων της μιας ή της άλλης πλευρά κατά την ώρα της αντεξέτασης του έτερου διαδίκου. Ορθά συνεπώς το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε όλες αυτές τις εκδοχές των εφεσειόντων ως εκ των υστέρων σκέψεις που δεν έπειθαν, μεταξύ άλλων, και για το λόγο ότι ουδέποτε τέθηκαν στον εφεσίβλητο για να τις αντικρούσει. Παραπομπή δε στα πρακτικά που τηρήθηκαν στη διαδικασία αποκαλύπτει και του λόγου το αληθές. Συνακόλουθα, οι εφεσείοντες δεν πρέπει εκ των υστέρων να παραπονούνται.». [vi] Βλ Ησαϊας Ιωαννίδης ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640 και Μάριος Ουλούπη ν Γεώργιου Χρίστο κ. α.
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1508. [vii] Αναφέρει το Εφετείο στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση Αρ. 335/2009, ημερομηνίας 17/10/2014: «Η Τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησής της. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση (Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858). Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα
(2009)1Β ΑΑΔ 1138). Συνήθως τέτοια θέματα εγείρονται σε υποθέσεις όπου δεν εμφανίζεται ο αντίδικος, όπως ήταν και τα γεγονότα στην υπόθεση Barry Wynne (πιο πάνω). Στην προκείμενη όμως περίπτωση, ο εφεσίβλητος έλαβε μέρος στη διαδικασία. Αρχικά με δικηγόρο και στην πορεία, μετά την απόσυρση του δικηγόρου του, αφού ολοκληρώθηκε η μαρτυρία της Τράπεζας, αυτοπροσώπως, χωρίς όμως να δώσει μαρτυρία ή να κλητεύσει άλλο μάρτυρα. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να παραμείνει μόνο μία εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου. Η κατάθεση του Τεκμηρίου 21, το οποίο αποτελούσε μέρος του τραπεζικού βιβλίου και περιείχε όλες τις καταγραφές των πράξεων που έγιναν σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό, δεν άφηνε περιθώριο στο Δικαστήριο να προβεί σε δική του λογιστική έρευνα για επιβεβαίωση των διαφόρων ποσών που περιλαμβάνονταν σ΄ αυτόν.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.