← Κύπρος

P.G.S. ELECTRICAL SUPPLIES LIMITED ν. ΜΑΡΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΗ, Αρ. Αγωγής: 862/2016, 20/3/2018

P.G.S. ELECTRICAL SUPPLIES LIMITED ν. ΜΑΡΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΗ, Αρ. Αγωγής: 862/2016, 20/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:A26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ Ενώπιον: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 862/2016 Μεταξύ: P.G.S. ELECTRICAL SUPPLIES LIMITED Ενάγουσα -και- ΜΑΡΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΗ Εναγόμενος Αίτηση ημερομηνίας 12.6.

  1. Ημερομηνία: 20/3/
  2. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: O κ. Χρ. Στρόππος για Χ.Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε Για Εναγόμενο-Καθ΄ου η αίτηση: Η κα. Σ. Χριστοδούλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με το ειδικό οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (O.2, r.6), που η Ενάγουσα-Αιτήτρια (στο εξής καλούμενη «η αιτήτρια») καταχώρησε στις 21/11/16 αξιώνει από τον εναγόμενο (στο εξής καλούμενος «ο καθ'ού η αίτηση») το ποσό των €10,570.99 δυνάμει πωληθέντων προϊόντων και/η δυνάμει μεταξύ τους συμφωνίας και/η στη βάση εκδοθέντων τιμολογίων. Με την επίδοση της αγωγής ο καθ'ού η αίτηση καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 24/4/
  3. ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΈΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ Ακολούθως η αιτήτρια καταχώρισε στις 12/6/18, και πριν ο καθ΄ού η αίτηση καταχωρήσει Υπεράσπιση, την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά από το Δικαστήριο συνοπτική απόφαση εναντίον του καθ΄ου η αίτηση ως η αξίωση της στην Έκθεση Απαίτησης. Η αίτηση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.18, Θ.1-9 και Δ.48 Θ.1-4, 9, ως και επί της πρακτικής και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα αίτηση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση του Ανδρέα Πρωτοπαπά, ημερομηνίας 12.6.
  4. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο ομνύοντας τα ακόλουθα:
  5. Είναι ο Οικονομικός Διευθυντής της αιτήτριας.
  6. Έχει προσωπική και θετική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, την οποία εκθέτει κατωτέρω ως εκ του γεγονότος ότι, κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, κατείχε τη θέση του Οικονομικού Διευθυντή της Αιτήτριας και ήταν και είναι υπεύθυνος για την ετοιμασία, εποπτεία και τον έλεγχο των ανεξόφλητων τιμολογίων των πελατών της, καθώς επίσης και την ετοιμασία καταστάσεων λογαριασμών. Επίσης είναι υπεύθυνος και φροντίζει για την κατοχή και φύλαξη όλων των σχετικών εγγράφων και έχει την ευθύνη της παρακολούθησης των εκδοθέντων από την αιτήτρια τιμολογίων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα ανεξόφλητα τιμολόγια του καθ΄ου η αίτηση.
  7. Η αιτήτρια είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα την Αμμόχωστο και ασχολείται με τις πωλήσεις φωτιστικών, λαμπτήρων, ηλεκτρικών ειδών και άλλων συναφών αγαθών και υπηρεσιών.
  8. Ο καθ΄ου η αίτηση ήταν πελάτης της αιτήτριας και ασκούσε εργασίες ως ηλεκτρολόγος στην επαρχία Λευκωσίας.
  9. Περί τον Αύγουστο του 2004, η αιτήτρια συμφώνησε να πωλεί στον καθ΄ου η αίτηση και να του παραδίδει προϊόντα της ειδικότητας της. Βάσει της εν λόγω συμφωνίας, συμφωνήθηκε ότι για την πώληση των προϊόντων, η αιτήτρια θα δικαιούτο εύλογη και δίκαια συμφωνηθείσα αμοιβή με βάση τους συνήθεις όρους πώλησης των προϊόντων της, που εφάρμοζε κατά τον ουσιώδη χρόνο.
  10. Για το σκοπό αυτό, η αιτήτρια θα εξέδιδε σχετικά τιμολόγια τα οποία θα ήταν πληρωτέα εντός 60 ημερών και σε περίπτωση δε που τα σχετικά τιμολόγια δεν εξοφλούντο, τότε θα προέκυπτε τόκος υπερημερίας ανερχόμενος σε 9%.
  11. Καθ΄όλη τη διάρκεια της συνεργασίας της με τον καθ΄ου η αίτηση, η αιτήτρια πώλησε και παρέδωσε τα συμφωνηθέντα προϊόντα στον καθ΄ου η αίτηση και ο καθ΄ου η αίτηση αποδέχθηκε την πώληση των προϊόντων ανεπιφύλακτα και χωρίς διαμαρτυρία. Για όλες τις πωλήσεις των προϊόντων της αιτήτριας, εκδόθηκαν σχετικά τιμολόγια τα οποία απεστάλησαν στον καθ΄ου η αίτηση κατά την ημερομηνία που εκδόθηκαν.
  12. Η συνεργασία της αιτήτριας με τον καθ΄ου η αίτηση αρχικά ήταν ομαλή. Όμως στη συνέχεια ο καθ΄ου η αίτηση ξεκίνησε να καθυστερεί την εξόφληση των σχετικών τιμολογίων, με αποτέλεσμα να συσσωρευθεί οφειλόμενο υπόλοιπο.
  13. Η αιτήτρια διέκοψε τη συνεργασία της με τον καθ΄ου η αίτηση περί τον Ιούλιο του 2013, όταν ο καθ΄ου η αίτηση σταμάτησε να δραστηριοποιείται και δραστηριοποιείτο πλέον με την εταιρεία Ηλεκτρικές Εγκαταστάσεις Μάριος Παντελή Λτδ.
  14. Αναφορικά με τα προϊόντα που η αιτήτρια πώλησε και παρέδωσε στον καθ΄ου η αίτηση, εξέδωσε διάφορα τιμολόγια, συμπεριλαμβανομένων και των ανεξόφλητων τιμολογίων (Τεκμήριο 1) που παραθέτει στην ένορκη δήλωση του, τα οποία παραμένουν ανεξόφλητα μέχρι σήμερα.
  15. Το τιμολόγιο υπ΄ αριθμό 6606018464, ημερομηνίας 5.6.2013, το οποίο και παραθέτει στην ένορκη δήλωση του δεν συμπεριλαμβάνεται στο Τεκμήριο 1, καθώς, παρά την έρευνα στο αρχείο της αιτήτριας, δεν ανευρίσκεται και είναι απωλεσθέν. Το εν λόγω τιμολόγιο έχει εκδοθεί και έχει παραδοθεί στον καθ΄ ου η αίτηση, εξ΄ου και η καταχώρηση του στην κατάσταση λογαριασμού που διατηρείτο.
  16. Περαιτέρω, από το τιμολόγιο με αρ. 6606012532 που αφορά το συνολικό ποσό των €1.167,07 όπως προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού που διατηρεί η αιτήτρια (Τεκμήριο 2) έχει αφαιρεθεί το ποσό των €25,41 καθώς λογιστικά το εν λόγω ποσό θεωρείται ότι έχει καταβληθεί από τον καθ΄ού η αίτηση λόγω προηγούμενης του πληρωμής.
  17. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 3 σχετική κατάσταση λογαριασμού του καθ΄ου η αίτηση για την περίοδο από 1.1.2007 μέχρι και 31.12.
  18. Παρομοίως, επισυνάπτει ως Τεκμήριο 4 σχετική κατάσταση λογαριασμού του καθ΄ού η αίτηση για την περίοδο από 2.8.2004 μέχρι 27.12.
  19. Τα Τεκμήρια 2, 3 και 4 είναι η θέση του ότι παρουσιάζουν αναλυτικά τις συναλλαγές μεταξύ της αιτήτριας και του καθ΄ου η αίτηση από την αρχή της συνεργασίας τους, δηλαδή από 2.8.2004 μέχρι και 6.10.
  20. Τα πιο πάνω ανεξόφλητα τιμολόγια έχουν παραληφθεί από τον καθ΄ου η αίτηση και τα πλείστα εξ αυτών υπεγράφησαν από τον ίδιον. Τα δε τιμολόγια αναφέρουν ότι σε καθυστερημένες πληρωμές θα χρεώνοντο με ετήσιο τόκο 9%. Στην προκειμένη περίπτωση η αιτήτρια δεν έχει χρεώσει οποιοδήποτε τόκο επί των επίδικων τιμολογίων.
  21. Ο καθ΄ου η αίτηση στη βάση των πιο πάνω συμφώνησε και επιβεβαίωσε ότι ο λογαριασμός του προς την αιτήτρια στις 30.12.2015 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €10.870 υπογράφοντας σχετική βεβαίωση υπολοίπου, ημερομηνίας 30.12.2015 (Τεκμήριο 5). Συνάγεται από το γεγονός αυτό, είναι η θέση του, ότι ο καθ΄ου η αίτηση γνώριζε την ύπαρξη του οφειλόμενου υπολοίπου και συμφωνούσε με αυτό. Σύμφωνα δε με το Τεκμήριο 5, ο καθ΄ού η αίτηση υποσχέθηκε την αποπληρωμή της οφειλής από 30.1.2016 και κάθε πρώτη ημέρα εκάστου μηνός να καταβάλλει το ποσό των €
  22. Πλην όμως αθέτησε την υπόσχεση του αυτή και παραμένει μέχρι σήμερα οφειλόμενο το ποσό των 10.570,
  23. Πέραν του Τεκμηρίου 5, ο καθ΄ου η αίτηση συμφώνησε και επιβεβαίωσε στις 30.9.12 ότι οφείλει στην αιτήτρια χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €8.605,86 (Τεκμήριο 6).
  24. Ο καθ΄ου η αίτηση, σε μία προσπάθεια αποπληρωμής των ανεξόφλητων τιμολογίων, παρέδωσε αριθμό επιταγών (Τεκμήριο 7) της εταιρείας Ηλεκτρικές Εγκαταστάσεις Μάριος Παντελή Λτδ, αναγνωρίζοντας και πάλι το οφειλόμενο υπόλοιπο προς την αιτήτρια. Πλείστες εκ των επιταγών δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν πίσω από την τράπεζα με την ένδειξη «ανεπαρκή υπόλοιπα». Κάποιες άλλες επιταγές (τέσσερις στο σύνολο τους) δεν κατατέθηκαν καθότι ο καθ΄ου η αίτηση, γνωρίζοντας ότι δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα για να τιμηθούν, υπόσχετο ότι θα διευθετούσε την πληρωμή αυτών σε μετρητά, ενέργεια που ουδέποτε έπραξε. Η αιτήτρια συμφώνησε με τον καθ΄ου ότι θα αφαιρείτο το ποσό των επιταγών από το οφειλόμενο υπόλοιπο, νοουμένου ότι οι επιταγές θα τιμούνταν. Σε περίπτωση όμως που οι επιταγές επιστρέφονταν ακάλυπτες, η αιτήτρια θα χρέωνε εκ νέου τον λογαριασμό του καθ΄ου η αίτηση με τα αντίστοιχα ποσά των επιταγών.
  25. Ο καθ'ού η αίτηση με βάση τα πιο πάνω δεν έχει καμία απολύτως υπεράσπιση και τυχόν καταχώριση τέτοιας θα προκαλέσει καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΈΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του καθ'ού η αίτηση ο οποίος και προέβαλε τους ακόλουθους λόγους: Οι λόγοι επί των οποίων βασίζεται η ένσταση είναι οι ακόλουθοι:
  26. Η ενάγουσα δεν έχει καταδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που επιτάσσουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και ή η Δ.48 για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων.
  27. Ο εναγόμενος έχει καλή και καλόπιστη υπεράσπιση και δεν χρωστεί οτιδήποτε στους ενάγοντες.
  28. Διαζευκτικά του ανωτέρω λόγου αρ. 2 το ποσό το οποίο απαιτείται με την αγωγή είναι διογκωμένο και ή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ή αποτελεί προϊόν αυθαίρετων υπολογισμών της Ενάγουσας.
  29. Η Αίτηση της ενάγουσας είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και ή τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα και στοιχεία δεν συνηγορούν στην έκδοση συνοπτικής απόφασης.
  30. Η Αίτηση της ενάγουσας είναι καταχρηστική και ή κακόπιστη και ή αποτελεί προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης.
  31. Η Αγωγή της ενάγουσας είναι καταχρηστική και ή γίνεται σε μια προσπάθεια αυθαίρετου και παράνομου πλουτισμού και δεν νομιμοποιείται στην έγερση της παρούσας αγωγής.
  32. Οι ενάγοντες δεν αποκάλυψαν όλα τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση.
  33. Η αίτηση της ενάγουσας αντιβαίνει του δικαιώματος ακρόασης κατά παράβαση του Άρθρου 30 του Συντάγματος και του Άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επειδή τυχόν έγκριση της αίτησης θα έχει ως αποτέλεσμα την στέρηση του δικαιώματος ακροάσεως των εναγομένων και ή του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και ή πρόσβαση στο Δικαστήριο και ή του δικαιώματος των εναγομένων να προβάλουν την υπεράσπιση τους.
  34. Ο ενόρκως δηλών ο οποίος συνοδεύει την αίτηση έγινε αντικανονική και ή έγινε από αναρμόδιο άτομο και ή άτομο χωρίς προσωπική γνώση και θετική γνώση των γεγονότων και ή το αρμόδιο άτομο για να κατέχει τα τεκμήρια τα οποία καταθέτει. Η ένσταση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1-4, 7, 8, 9 και 9, Δ.14, Θ.1-3, Δ.39, Δ.59 και Δ.64, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην νομολογία και στη γενική και συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση του καθ'ού η αίτηση ο οποίος, συνοπτικά, αναφέρει τα ακόλουθα:
  35. Παραδέχεται το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν πελάτης της αιτήτριας και ότι ασκούσε εργασίες ως ηλεκτρολόγος στην επαρχία Λευκωσίας.
  36. Αποτελεί θέση του ότι υπάρχει αμφιβολία για το ποσό που η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι της οφείλει και από το ποσό που προκύπτει από τα συνημμένα Τεκμήρια. Διαπιστώνει δε ότι υπάρχει σοβαρή διαφορά στα ποσά τα οποία αξιώνει η αιτήτρια από αυτά τα οποία προκύπτουν από τις ισχυριζόμενες καταστάσεις λογαριασμού που η αιτήτρια έχει καταθέσει στο Δικαστήριο.
  37. Διαπιστώνεται επίσης ότι, όχι μόνο υπάρχουν τιμολόγια εξοφλημένα, αλλά υπάρχουν και τιμολόγια τα οποία δεν έχουν γίνει αποδεκτά από τον ίδιο και ουδέποτε τα έχει υπογράψει. Ο ίδιος δηλώνει ότι δεν αποδέχεται το οφειλόμενο ποσό, εφόσον κάποια εκ τα κατατεθειμένα τιμολόγια δεν έχουν γίνει αποδεκτά και δεν είναι υπογεγραμμένα από τον ίδιο. Ούτε τα ισχυριζόμενα τιμολόγια, είναι η θέση του, έχουν παραληφθεί από τον ίδιο και ουδέποτε έχουν γίνει αποδεκτά.
  38. Είναι δε περαιτέρω ο ισχυρισμός του, ότι δεν οφείλει κανένα ποσό προς την αιτήτρια, καθ' ότι οιονδήποτε ποσό έχει διευθετηθεί και έχει μεταφερθεί το χρέος στην εταιρεία την οποία ο ίδιος έχει συστήσει. Σε σχέση με το γεγονός ότι ο ίδιος έχει αναγνωρίσει το ισχυριζόμενο ποσό, είναι η θέση του ότι η αναγνώριση αυτή εξασφαλίσθηκε από την αιτήτρια εν αγνοία του και παρά τη θέληση του. Το γεγονός αυτό το έχει καταγγείλει στην αιτήτρια όπου η ίδια του υποσχέθηκε ότι δεν θα προβεί σε οποιαδήποτε μέτρα.
  39. Είναι η θέση του ότι η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να αξιώνει πληρωμή από τον ίδιο προσωπικά για τις ισχυριζόμενες επιταγές, εφόσον δικαιούχος των επιταγών δεν ήταν η αιτήτρια, ως η ίδια ισχυρίζεται. Η αιτήτρια ήταν δικαιούχος μόνο σε τρεις από τις συνολικά δεκατέσσερις εκδιδόμενες επιταγές (βλέπε σχετικά επιταγές με αριθμό 42793384, 42793385, 42793386) και οι οποίες έχουν διευθετηθεί και εξοφληθεί.
  40. Επίσης προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η κατάσταση λογαριασμού της αιτήτριας έχει κατασκευαστεί από την ίδια και ότι αυτή δεν φέρει την υπογραφή του. Συμπερασματικά, είναι η θέση του ότι η αιτήτρια δεν έχει αποδείξει, με τη σαφήνεια που απαιτείται, εάν οφείλεται οποιοδήποτε ποσό από τον ίδιον, καθώς και το ποσό που οφείλεται. Εν πάση δε περίπτωσή, θέση του είναι ότι το οφειλόμενο ποσό δεν το οφείλει προσωπικά.
  41. Τυχόν έγκριση τις αίτησης παραβιάζει το δικαίωμα του σε δίκαιη δίκη και του αποστερείται το δικαίωμα να παρουσιάσει τις θέσεις του, αλλά και να αμφισβητήσει τους ισχυρισμούς της αιτήτριας.
  42. Τέλος, είναι η θέση του ότι ο ενόρκως δηλών δεν έχει θετική και προσωπική θέση των γεγονότων, αλλά και ούτε αναφέρει πώς όλα τα κατατεθειμένα τεκμήρια έχουν περιέλθει στην κατοχή του, ούτε ποια είναι η πηγή των πληροφοριών του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται κυρίως στην Δ.18

(1)(α) των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Όπου ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Διάταξη 2, Θεσμός 6, ο ενάγοντας μπορεί, με ένορκο δήλωση που θα κάνει ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί και πιστοποιήσει τα γεγονότα και να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσόν που απαιτείται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση, και τα έξοδα και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα εκτός εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης». Σκοπός της πιο πάνω Διαταγής είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να πάρει συνοπτική απόφαση (summary judgement) χωρίς δίκη, αν μπορεί βεβαίως να αποδείξει την απαίτηση του καθαρά και αν ο εναγόμενος δεν μπορέσει να προβάλει μια καλόπιστη (bona fide) υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης, το οποίο πρέπει να δικαστεί. Με τη διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης επιτυγχάνεται η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης και ταυτόχρονα η αχρείαστη καθυστέρηση στην επίλυση της επίδικης διαφοράς. Ενδεικτικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 818: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 A.A.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408)». Συνοπτική απόφαση θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και ως εξαίρεση στον βασικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να ακούει και τις δύο πλευρές προτού καταλήξει στην ετυμηγορία του. Το γεγονός ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό στην έκδοση συνοπτικής απόφασης θα πρέπει να ειδωθεί και κάτω από το πρίσμα των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος όπου ορίζεται ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο αλλά και να του δοθεί το δικαίωμα στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας να προβάλει τις θέσεις και τα επιχειρήματα του Δεν πρέπει να εμποδίζεται ο εναγόμενος να υπερασπισθεί εκτός σε περιπτώσεις όπου είναι αναμφίβολο ότι δεν έχει συζητήσιμη υπεράσπιση. Επίσης, δεν εκδίδεται συνοπτική απόφαση όπου προκύπτει σοβαρή διαφωνία ως προς τα γεγονότα και τον Νόμο (The Annual Practice 1958, σελ. 243) Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Trans Middle East (Trading) (T.M.E.T.) Ltd v. Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, τονίστηκε ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και από τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (βλ. CYEMS CO LTD v. The Central Co- operative Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 879). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Τα κριτήρια καθώς και οι προκαταρκτικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, όπως συνάγονται από το λεκτικό της πιο πάνω Διαταγής και όπως έχουν επιβεβαιωθεί από τις πιο πάνω αυθεντίες που παρατέθηκαν, είναι τα ακόλουθα: (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, Κ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια, όπως για παράδειγμα να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι, απ' ότι πιστεύει, δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί όμως όπου ο αιτητής είναι νομικό πρόσωπο (όπως συμβαίνει και στην προκειμένη περίπτωση) τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με την δικαιοδοσία του δικαστηρίου και η μη ικανοποίησή τους στερεί από το δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση (Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S. (ανωτέρω). Σε σχέση με την προϋπόθεση υπό στοιχείο (γ), ως εξειδικεύεται ανωτέρω, απόλυτα καθοδηγητικές για το τί πρέπει να περιλαμβάνει μία ένορκη δήλωση ώστε να θεωρείται επαρκής από το Δικαστήριο και να ικανοποιεί τα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, είναι, μεταξύ άλλων, οι υποθέσεις, Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1168 και The Gulf Trades Ltd κ.α v. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 1168), στις οποίες γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία. Συνάγεται μέσα από το περιεχόμενο των πιο πάνω υποθέσεων ότι η τρίτη προϋπόθεση πρέπει να εφαρμόζεται αυστηρά από το Δικαστήριο. Παραπέμπω ενδεικτικά στο εξής σχετικό απόσπασμα από την απόφαση Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω): «.Στην κρινόμενη περίπτωση η ενάγουσα είναι εταιρεία. Δεν μπορεί να ορκισθεί. Κάποιος πρέπει να ορκισθεί στη θέση της. Σύμφωνα, όμως, με ρητή επιταγή του πιο πάνω θεσμού πρέπει να είναι πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση δεν μπορεί να γίνει από πρόσωπο το οποίο καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει. Ο θ.2 της Δ.39, η οποία διέπει τα του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων προβλέπει ότι οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιορίζονται στα γεγονότα τα οποία ο μάρτυρας είναι σε θέση να αποδείξει με βάση τη δική του γνώση. Ένορκες δηλώσεις που βασίζονται πάνω στα όσα ο μάρτυρας πληροφορείται και πιστεύει, επιτρέπονται μόνο στις περιπτώσεις ενδιάμεσων αιτήσεων (Βλ. Stavrinides (πιο πάνω), σελ. 137). Στην Lagos v. Grunwaldt [1910] 1 K.B. 41, η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο ο οποίος ήταν συνέταιρος στο δικηγορικό οίκο που αντιπροσώπευε τον ενάγοντα. Το Εφετείο αποδοκίμασε με αυστηρή γλώσσα τις ένορκες δηλώσεις που βασίζονται πάνω στην πεποίθηση και πληροφορίες του ωμόσαντος. Στη σελ. 48 της απόφασης επισημαίνονται τα πιο κάτω: "It is obvious on reading this affidavit that the deponent knows nothing whatever personally, and can only swear to the best of his information and belief. The procedure under Order XIV is special ..... when I bear in mind the summary proceedings which are founded upon this order, it seems to me that it is most important that the admission of such affidavits by solicitors should not be allowed." Σε ελληνική μετάφραση: "Είναι πρόδηλο από την ανάγνωση της ένορκης δήλωσης ότι ο ωμόσας δεν γνωρίζει τίποτε προσωπικώς, και μπορεί να ορκισθεί από όσα καλύτερα πληροφορείται και πιστεύει. Η διαδικασία δυνάμει της Δ.14 είναι πολύ εξειδικευμένη ... έχοντας υπόψη τη συνοπτική διαδικασία που βασίζεται πάνω στη Δ.14 μου φαίνεται ότι είναι υψίστης σημασίας ότι δεν πρέπει να επιτρέπεται η κατάθεση τέτοιων ενόρκων δηλώσεων από δικηγόρους." Στην Symon & Co. (πιο πάνω) οι ένορκες δηλώσεις έγιναν από τον Διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας με βάση πεποίθηση που σχημάτισε και πληροφορίες που πήρε από πρόσωπα των οποίων δεν δόθηκαν τα ονόματα. Τονίσθηκε (βλ. σελ. 264) ότι αν δεν υπάρχει συμμόρφωση με τα όσα προβλέπονται από την Δ.14 θ.1 σε σχέση με την ένορκη δήλωση δεν υπάρχει δικαιοδοσία για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Πρέπει απαραιτήτως να ικανοποιείται ο όρος που θέτει η Δ.14 θ.1. Το πρόσωπο που ορκίζεται πρέπει να είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Το ζήτημα τέθηκε ως πιο κάτω στη σελ. 266: "It is sufficient to say that the facts essential for the purpose of verifying the cause of action are not here stated on affidavit by a person who can swear positively to them, but by a person who can only vouch information and belief with respect to them; moreover his belief appears to be founded upon information which does not commend itself to me as being satisfactory." Σε ελληνική μετάφραση: "Είναι αρκετό να ειπωθεί ότι τα γεγονότα που είναι απαραίτητα για την επαλήθευση της αιτίας της αγωγής δεν έχουν τεθεί με ένορκη δήλωση από πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά για αυτά, αλλά από πρόσωπο το οποίο επικαλείται πληροφορίες και πεποίθηση σε σχέση με αυτά. Περιπλέον η πεποίθησή του φαίνεται να βασίζεται πάνω σε πληροφορίες οι οποίες δεν μου δίνουν την εντύπωση ότι είναι ικανοποιητικές." Η παράθεση της νομολογίας δεν θα ήταν πλήρης αν δεν γινόταν αναφορά στην Pathe Freres Cinema Limited v. United Electric Theatres Limited [1914] 3 K.B. 1253, στην οποία η ένορκη δήλωση από υπάλληλο της ενάγουσας εταιρείας, ο οποίος δήλωσε ότι τα γεγονότα βρίσκοντο εντός της προσωπικής γνώσης του, κρίθηκε ικανοποιητική. Πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι υπάρχει δυνατότητα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον ενάγοντα. Αυτή μπορεί να καταχωρηθεί μετά από άδεια του δικαστηρίου. Το ζήτημα το πραγματεύεται ως πιο κάτω η υπόθεση Les Fils Dreyfus et Cie Anonyme v. Clarke [1958] 1 All E.R. 459, 463: "There always has been and is jurisdiction in the court to allow an affidavit filed in support of an application for summary judgment to be supplemented and in deciding jurisdiction one looks at the matter at the end of the day on the affidavits which have been filed." Σε ελληνική μετάφραση: "Πάντοτε το δικαστήριο είχε και έχει εξουσία να επιτρέψει όπως συμπληρώνεται η ένορκη δήλωση, που καταχωρείται προς υποστήριξη αίτησης για συνοπτική απόφαση και όταν αποφασίζει για τη δικαιοδοσία ένας κοιτάζει πως έχει το ζήτημα στο τέλος με βάση τις ένορκες δηλώσεις που έχουν κατατεθεί." Έχουμε την άποψη πως το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Αυτές είναι οι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση. Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προκαταρτικών προϋποθέσεων, το βάρος σύμφωνα με τη νομολογία μας μετατοπίζεται στους ώμους του εναγομένου, στην προκειμένη περίπτωση στον καθ΄ου η αίτηση, ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την υπόθεση ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή (Λαζάρου ν. Μακεδόνας, πιο πάνω). Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς (Παχατουριάν v. Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 352). Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκή του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισής του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 C.L.R. 333). Όπως επίσης έχει νομολογιακά καθιερωθεί, είναι αρκετό για τον εναγόμενο, για την εξασφάλιση του δικαιώματος υπεράσπισης χωρίς όρους, να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα, ανεξάρτητα αν το Δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην πετύχει (N.V. Caterchef Ltd v. P.C. Electronics Ltd
(1999)1(Γ) A.A.Δ. ). Στην υπόθεση Κυριάκου Κώστας ν. Θεράποντα Αναστασίου
(2013)1 Α.Α.Δ. 148, έχει λεχθεί ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν «.. ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.» Συνεχίζεται στην εν λόγω απόφαση ότι το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: «The defendant's affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff's claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. ... if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.» Το Δικαστήριο επίσης δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών για να προβεί σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγόμενου ως να εκδίκαζε την ουσία της αγωγής. Αρκεί να αποκαλυφθεί συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση ούτως ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση (Λαζάρου ν. Μακεδόνας, ανωτέρω). Ούτε το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση της μαρτυρίας ωσάν να πρόκειται για αξιολόγηση της μαρτυρίας σε επίπεδο δίκης. Απόλυτα κατατοπιστικό είναι και το απόσπασμα από την υπόθεση Λούκος Λτδ κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1),
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης......Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18.» ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Σε σχέση με την παρούσα αίτηση και εξετάζοντας αν ικανοποιούνται τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που τάσσει η Δ.18 θ.1(α), κρίνω ότι αυτές έχουν αποδειχθεί από την αιτήτρια. Διαπιστώνω δηλαδή και είναι πρόδηλο ότι έχει καταχωρηθεί ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και ότι ο καθ'ού η αίτηση κατέθεσε σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή. Έχω επίσης ικανοποιηθεί ότι ο κ. Ανδρέας Πρωτοπαπάς, ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Το ζήτημα της καταλληλόλητας του ομνύοντα στη βάση της Δ.18 θ.1, είναι ζήτημα που αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του προσώπου αυτού. Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο αυτής διαπιστώνω ότι ρητά ο ομνύοντας αναφέρει την ιδιότητα του ως ο οικονομικός διευθυντής της αιτήτριας. Δηλώνει περαιτέρω ότι έχει προσωπική και θετική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης εκ της ιδιότητας του. Είναι το πρόσωπο το οποίο ήταν και είναι υπεύθυνος για την ετοιμασία, εποπτεία και τον έλεγχο των ανεξόφλητων τιμολογίων των πελατών της αιτήτριας, συμπεριλαμβανομένου και του καθ'ού η αίτηση καθώς επίσης είναι το αρμόδιο πρόσωπο για την ετοιμασία των σχετικών καταστάσεων λογαριασμών, συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων. Επίσης είναι υπεύθυνος και φροντίζει για την κατοχή και φύλαξη όλων των σχετικών εγγράφων και έχει την ευθύνη της παρακολούθησης των εκδοθέντων από την αιτήτρια τιμολογίων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα ανεξόφλητα τιμολόγια του καθ΄ου η αίτηση. Θεωρώ επομένως ότι ο ενόρκως δηλών είναι πρόσωπο ικανό και εντός του ορισμού της Δ.18, θ.1, εφόσον έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα όσα αναφέρει. Ο ενόρκως δηλών δεν είναι πρόσωπο το οποίο καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει. Έχει ο ίδιος προσωπική εμπλοκή και γνώση εφόσον είναι το πρόσωπο το οποίο ετοίμασε τόσο τις καταστάσεις λογαριασμού όσα και τα επίδικα τιμολόγια καθώς επίσης και είναι το πρόσωπο το οποίο έχει στην κατοχή και φύλαξη του όλων των σχετικών εγγράφων της υπόθεσης. Περαιτέρω ο ίδιος υπογράφει και ως μάρτυρας επί του Τεκμηρίου 5, το οποίο αφορά την δήλωση αναγνώρισης και εγγύησης χρέους του καθ'ού η αίτηση προς την αιτήτρια. Απόλυτα σχετικά στην προκειμένη περίπτωση είναι τα όσα έχουν αναφερθεί στην υπόθεση Κωνσταντίνος Σπηταλιώτης κ.α. ν. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1113: «ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΠΟΥ ΕΓΕΙΡΕΤΑΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Χ" ΠΑΝΑΓΗ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΟΡΚΙΣΤΕΙ ΘΕΤΙΚΑ ΓΙΑ ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΠΡΟΒΑΛΕΙ ΣΤΗΝ ΕΝΟΡΚΗ ΤΟΥ ΔΗΛΩΣΗ. ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΤΟΥ ΠΙΟ ΠΑΝΩ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΟΤΙ ΑΥΤΟΣ ΚΑΤΕΙΧΕ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ ΚΑΙ ΜΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΕΙΧΕ ΚΑΛΗ ΓΝΩΣΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ. Ο ΜΑΡΤΥΣ ΗΤΑΝ ΕΝΗΜΕΡΟΣ ΤΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΣΥΜΦΩΝΙΩΝ ΤΗΣ 19/9/94 ΚΑΙ 22/11/96, ΓΝΩΡΙΖΕ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΤΙΣ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ ΤΟΥ Α΄ ΕΦΕΣΕΙΟΝΤΟΣ ΑΦΟΥ ΧΕΙΡΙΖΟΤΑΝ ΤΟ ΦΑΚΕΛΟ ΤΟΥ Α΄ ΕΦΕΣΕΙΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΕΒΛΕΠΕ ΤΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ, ΑΛΛΑ ΣΥΜΦΩΝΗΣΕ ΟΤΙ ΔΕΝ ΚΑΤΑΧΩΡΟΥΣΕ Ο ΙΔΙΟΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΟΤΙ ΗΤΑΝ ΟΡΘΟΙ. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΗΣ Α΄ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ Α΄ ΕΦΕΣΕΙΟΝΤΟΣ ΤΗΣ 19/9/94 Ο ΜΑΡΤΥΣ ΑΝΕΦΕΡΕ ΟΤΙ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΠΑΡΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΗΣ (ΑΦΟΥ ΕΙΧΕ ΠΡΟΣΛΗΦΘΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗ ΤΟ 1996), ΑΛΛΑ ΗΤΑΝ ΠΑΡΩΝ ΣΤΙΣ 22/11/96 ΟΤΑΝ Ο Α΄ ΕΦΕΣΕΙΩΝ ΥΠΕΓΡΑΨΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗ, ΟΤΑΝ ΚΑΙ ΥΠΕΓΡΑΨΕ ΣΑΝ ΜΑΡΤΥΣ ΤΗΣ ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ ΤΟΥ Α΄ ΕΦΕΣΕΙΟΝΤΟΣ. ΟΙ ΕΓΓΥΗΤΕΣ ΥΠΕΓΡΑΨΑΝ ΑΡΓΟΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΠΩΛΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ, Ο ΜΑΡΤΥΣ ΑΝΕΦΕΡΕ ΟΤΙ Ο ΙΔΙΟΣ ΕΙΧΕ ΑΠΟΣΤΕΙΛΕΙ ΣΤΙΣ 21/9/98 ΣΤΟΝ Α΄ ΕΦΕΣΕΙΟΝΤΑ ΤΗ ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΕΤΣΙ Ο Α΄ ΕΦΕΣΕΙΩΝ ΔΕΝ ΕΔΙΚΑΙΟΥΤΟ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΧΩΡΙΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΑΓΟΡΑΣ ΜΕΤΟΧΩΝ ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ, ΑΦΟΥ Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΧΩΡΙΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΑΓΟΡΑΣ ΜΕΤΟΧΩΝ ΕΛΑΒΕ ΧΩΡΑ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ. ΌΠΩΣ ΕΧΕΙ ΛΕΧΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗ BUCKLEY L.J. ΣΤΗΝ PATHE FRERES CINEMA LTD., V. UNITED ELECTRIC THEATRES LIMITED [1914] 3 K.B. 1253 (ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΥΙΟΘΕΤΗΘΕΙ ΣΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ STAVRINIDES V. CESKOSLOVENSKA OBCHONDI BANKA A.S.
(1972)1 C.L.R. 130), "IN THE PRESENT CASE THE PLAINTIFFS ARE A COMPANY; THEY CANNOT SWEAR; SOMEBODY MUST THEREFORE DO IT FOR THEM. THE AFFIDAVIT IS MADE BY A CLERK IN THEIR EMPLOY; HE DESCRIBES HIMSELF AS A CLERK OF THE PLAINTIFFS AND IN THEIR EMPLOY AND SAYS THAT THE FACTS ARE WITHIN HIS OWN KNOWLEDGE; THAT, IN MY OPINION, BRINGS THIS AFFIDAVIT REASONABLY WITHIN THE RULE. I THINK THE AFFIDAVIT COMPLIES WITH THE REQUIREMENTS OF THE RULE." ΣΕ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ, "ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ Η ΕΝΑΓΟΥΣΑ ΕΙΝΑΙ ΕΤΑΙΡΕΙΑ· ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΟΡΚΙΣΤΟΥΝ· ΚΑΠΟΙΟΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟ ΚΑΜΕΙ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΩΝ. Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΕΧΕΙ ΕΤΟΙΜΑΣΘΕΙ ΑΠΟ ΕΝΑ ΥΠΑΛΛΗΛΟ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ· ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ ΣΑΝ ΥΠΑΛΛΗΛΟ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ΚΑΙ ΛΕΕΙ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΓΝΩΣΤΗΣ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ· ΑΥΤΟ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΨΗ ΜΟΥ ΤΟΠΟΘΕΤΕΙ ΤΗΝ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΑ. ΝΟΜΙΖΩ ΟΤΙ Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΣΥΜΜΟΡΦΩΝΕΤΑΙ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΑ." ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΟΤΙ Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Χ" ΠΑΝΑΓΗ ΗΤΑΝ ΓΝΩΣΤΗΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΤΗΣ 22/11/96 (ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΑΚΥΡΩΣΕΙ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΗΣ 19/9/94), ΕΧΕΙ ΕΠΙΣΥΝΑΨΕΙ ΤΑ ΠΙΟ ΠΑΝΩ ΕΓΓΡΑΦΑ ΣΤΗΝ ΕΝΟΡΚΗ ΤΟΥ ΔΗΛΩΣΗ (CHAIN GULF TRENDS V. ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1168), ΗΤΑΝ ΠΑΡΩΝ ΣΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΤΗΣ 22/11/96 ΑΠΟ ΤΟΝ Α΄ ΕΦΕΣΕΙΟΝΤΑ, ΓΝΩΡΙΖΕ ΑΠΟ ΤΑ ΔΙΑΦΟΡΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ ΤΙΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ ΤΟΥ Α΄ ΕΦΕΣΕΙΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΕΙΧΕ ΤΕΡΜΑΤΙΣΕΙ ΣΤΙΣ 21/9/98 Ο ΙΔΙΟΣ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ ΜΕ ΤΟΝ Α΄ ΕΦΕΣΕΙΟΝΤΑ. ΌΛΑ ΤΑ ΠΙΟ ΠΑΝΩ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΟΝ ΚΑΘΙΣΤΟΥΣΑΝ ΣΑΝ ΠΡΟΣΩΠΟ ΠΟΥ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΟΡΚΙΣΤΕΙ ΘΕΤΙΚΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΝΟΡΚΗΣ ΤΟΥ ΔΗΛΩΣΗΣ. (ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782). Η ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΩΝ ΕΦΕΣΕΙΟΝΤΩΝ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΤΑΙ». Με βάση τα δεδομένα αυτά, λόγω της θέσης του και των καθηκόντων του, κρίνω ότι ο ενόρκως δηλών στην προκειμένη περίπτωση γνωρίζει όλα τα γεγονότα που συνιστούν την απαίτηση της αιτήτριας στην παρούσα υπόθεση και μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς αυτά (Marketrends Financial Services Ltd v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1 Α.Α.Δ. 223). Περαιτέρω, στην ένορκη δήλωση της αίτησης, ο ομνύοντας επαληθεύει την βάση της αγωγής καθώς και δηλώνει ρητά ότι ο καθ'ού η αίτηση δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εφόσον πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του καθ'ού η αίτηση να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα του να υπερασπιστεί την υπόθεση. Πριν όμως προχωρήσω με την εξέταση των ισχυρισμών του καθ'ού η αίτηση, κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ με την εισήγηση που προβλήθηκε στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της αιτήτριας ότι η ένσταση του καθ΄ου η αίτηση δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ενόψει του ότι αυτή έχει καταχωρηθεί εκπρόθεσμα, κατά παράβαση των οδηγιών του Δικαστηρίου. Από την εξέταση του περιεχομένου του φακέλου προκύπτει ότι στις 5/7/17, όταν ήταν ορισμένη για επίδοση η αίτηση, εμφανίστηκε η συνήγορος του καθ'ού η αίτηση και ζήτησε χρόνο για την καταχώρηση σχετικής ένστασης. Το Δικαστήριο όρισε την αίτηση για ακρόαση στις 22/11/17 και έδωσε οδηγίες όπως η ένσταση του καθ'ού η αίτηση καταχωριστεί μέχρι τις 23/10/
  1. Στις 22/1/17 η συνήγορος του καθ'ού η αίτηση ζήτησε αναβολή της ακρόασης διά τον λόγο ότι δεν είχε καταχωρηθεί ακόμη η ένσταση εκ μέρους του καθ'ού η αίτηση λόγω της απουσίας του στο εξωτερικό. Το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα αναβολής και επαναόρισε την αίτηση για ακρόαση στις 15/12/2017 δίδοντας και πάλι οδηγίες όπως η ένσταση καταχωριστεί μέχρι τις 12/12/
  2. Η ένσταση καταχωρίστηκε τελικώς στις 13/12/
  3. Στις 15/12/17 η συνήγορος του καθ'ού η αίτηση ζήτησε αναβολή της ακρόασης λόγω κωλύματος και η αίτηση επαναορίσθηκε για ακρόαση στις 16/1/
  4. Στις 16/1/18, όπου ήταν ορισμένη η παρούσα αίτηση για ακρόαση, η πλευρά της αιτήτριας, αφού παρέδωσε και γραπτή αγόρευση προς το Δικαστήριο, ήγειρε και προφορικά ζήτημα για την εκπρόθεσμη καταχώρηση της ένστασης. Αντίθετα, η συνήγορος του καθ'ού ανάφερε προφορικά στο Δικαστήριο, σε σχέση με το θέμα αυτό ότι οι συνήγοροι της αιτήτριας κωλύονται να εγείρουν το ζήτημα αυτό στο παρόν στάδιο λόγω του ότι στις 15/12/17, που ήταν ορισμένη για ακρόαση η αίτηση, οι συνήγοροι της αιτήτριας δεν ήγειραν ζήτημα περί εκπρόθεσμης καταχώρησης της ένστασης, αποδεχόμενοι έτσι την εκπρόθεσμη καταχώρηση της. Συνεπώς με βάση την συμπεριφορά τους έχουν απεμπολήσει το δικαίωμα τους να εγείρουν τέτοιο ζήτημα σε κατοπινό στάδιο. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή η αναγκαιότητα για αυστηρή τήρηση των προθεσμιών που προβλέπονται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945, Μαρκίδης ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρημ.) Λτδ,
(2001)1 Α.Α.Δ. 898). Με την ανάλογη αυστηρότητα θα πρέπει να τηρούνται και οι προθεσμίες που τάσσονται κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Δεν είναι βέβαια μοιραία η παρέλευση μιας προθεσμίας που προβλέπεται στους κανονισμούς ή που καθορίζεται από το Δικαστήριο. Παρέχεται η δυνατότητα στο διάδικο που παρέλειψε να συμμορφωθεί να ζητήσει από το Δικαστήριο, με βάση τη Δ.57 θ.2, την παράταση της προθεσμίας. Όπως υποδείχθηκε στην Αθανασιάδης ν. Αλεξάνδρου (πιο πάνω), η Δ.64 δεν είναι εναλλακτικός τρόπος για την εξασφάλιση παράτασης, χωρίς την υποβολή σχετικής αίτησης, προσφέρει όμως στον διάδικο τη δυνατότητα διόρθωσης μιας παρατυπίας που άλλως πως θα οδηγούσε σε ακύρωση της διαδικασίας. Παραπέμπω σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω υπόθεση: «Οι κανονισμοί είναι θεσπισμένοι για να τηρούνται. Ειδικά σε ότι αφορά τις προθεσμίες επανειλημμένα τονίστηκε η ανάγκη τήρησής τους. (Βλ. μεταξύ άλλων The Attorney General Cooperatiνe Carob Marketing Society Ltd ν. Lufti Kiami and another
(1973)1C.L.R.1). Η παρέλευση μιας προθεσμίας που προβλέπουν οι κανονισμοί δεν είναι βέβαια μοιραία. Η Δ.57 κ.2 προσδιορίζει τον τρόπο για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Κάθε διάδικος μπορεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας αλλά και μετά από αυτή να υποβάλει αίτηση για την παράταση της. (Βλ. Eleftheriades and another ν. Maνrellis and another
(1985)1 CLR 440) αναφορικά με ανάλογη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου)». Στην υπόθεση Καλλής ν. Alpha Bank Ltd,
(2002)1(Β) 793, λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Νομίζουμε πως πρέπει να θεωρείται αυτονόητο ότι η τήρηση των προθεσμιών καθ' όσον αφορά τη λήψη διαδικαστικών μέτρων, συνδέεται με το δημόσιο συμφέρον εφόσον η τελεσιδικία των δικαστικών διαδικασιών, άπτεται άμεσα των συμφερόντων των διαδίκων (Βλ. Ανδρέας Λυσιώτης ν. Κυπριακής Δημοκρατία,
(2000)1 ΑΑΔ 364)» Προκύπτει με βάση τα γεγονότα, ως έχουν καταγραφεί ανωτέρω, ότι ο καθ΄ου η αίτηση καταχώρισε την ένσταση του εκπρόθεσμα και κατά παράβαση των οδηγιών του Δικαστηρίου. Αντί να καταχωρήσει την ένσταση του μέχρι της 12/12/17, η ένσταση καταχωρίστηκε στις 13/12/17, δηλαδή με μια μέρα καθυστέρηση. Παρά τις πρόνοιες της Δ.57 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ο καθ΄ου η αίτηση δεν ζήτησε από το Δικαστήριο παράταση της προθεσμίας, είτε προτού την καταχωρίσει είτε κατά την ημερομηνία καταχώρισης, προκειμένου να εξασφαλίσει τη σχετική άδεια του Δικαστηρίου για την εκπρόθεσμη καταχώριση της. Προκύπτει επομένως το ερώτημα αν η παράλειψη αυτή του καθ΄ού η αίτηση είναι μοιραία. Με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης, κρίνω ότι η παράλειψη αυτή δεν διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο ώστε να μην ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο η ένσταση του καθ΄ού η αίτηση. Και εξηγούμαι: Σημειώνω, κατ΄αρχάς, ότι από την εκπρόθεσμη καταχώρηση της ειδοποίησης ένστασης οι αιτητές ούτε απόδειξαν ούτε και επικαλέστηκαν την πρόκληση οποιασδήποτε ζημιάς σε αυτούς ως προς τη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης της επίδικης αίτησης. Περαιτέρω κατά την ημέρα που η επίδικη αίτηση ήταν για ακρόαση, δηλαδή στις 15/12/17, όπου η ένσταση του καθ'ού η αίτηση ήδη είχε καταχωρηθεί, οι συνήγοροι της αιτήτριας δεν ήγειραν οποιοδήποτε θέμα περί εκπρόθεσμης καταχώρησης της. Έδωσαν έτσι την εντύπωση ότι δεν θέτουν τέτοιο ζήτημα προκειμένου να επιφορτιστεί η πλευρά του καθ'ού η αίτηση με την υποχρέωση ή το καθήκον να το αντιμετωπίσει ή να προβεί σε διάβημα διόρθωσης της παρατυπίας, παρά μόνο το έθιξαν μέσα από τις αγορεύσεις τους και κατά την επόμενη δικάσιμο που ορίσθηκε η αίτηση για ακρόαση, δηλαδή στις 16/1/18. Με την στάση τους αυτή οι συνήγοροι της αιτήτριας κρίνεται ότι υπέδειξαν ανοχή στην παρατυπία. Παραθέτω σε σχέση με το σημείο αυτό απόσπασμα από την υπόθεση Τ. Πεγειώτης ν. Χρ. Κωμοδρόμου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1601, στην οποία αντιμετωπίστηκε με τον ίδιο τρόπο παρέκκλιση από τους θεσμούς: «Ο καθ' ου η αίτηση αποποιείται του δικαιώματος να εγείρει θέμα παρέκκλισης από τους Θεσμούς στη διαμόρφωση αιτήματος, εφόσον λαμβάνει μέτρα στη διαδικασία, ως στην προκείμενη περίπτωση με την υποβολή ένστασης, τα οποία υποδηλώνουν ανοχή της ή συμπόρευση με αυτή. Αναφορά γίνεται στις Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366· Γιαννή ν. Αν. Έφ. Μηχαν. Οχημάτων κ.ά.
(1995)3 Α.Α.Δ. 334· Δημοκρατία ν. Lion Insur. Agency Ltd.
(1995)3 Α.Α.Δ. 338, 340. P. Georghiou (Catering) Ltd ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1996)3 Α.Α.Δ. 323· (απόφαση Ολομέλειας). Γίνεται αναφορά και στις αγγλικές αποφάσεις Boyle v. Sacker [1888] 39 Ch. D. 249. C.A Fry v. Moore [1889] 23 Q.B.D. 395 (A). Carmel Exporters (Sales) Ltd v. Sea Land Services Inc [1981] 1 W.L.R. 1068, 1079· Leal v. Dunlop Bio - Processes International Ltd [1984] 1 W.L.R. 874, 881, καθώς επίσης και στο Supreme Court Practice
(1999)σελ. 10». Εν' όψει των πιο πάνω, το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι ορθό να λάβει υπόψη του και να αξιολογήσει την ειδοποίηση ένστασης του καθ' ου η αίτηση, λαμβάνοντας υπόψη την στάση των αιτητών, το γεγονός ότι δεν έχουν υποστεί οποιαδήποτε ζημιά, αλλά και το γεγονός ότι η ένσταση καταχωρίστηκε εκπρόθεσμα μόλις με μία ημέρα καθυστέρηση. Αναφορικά με τις προβληθείσες υπερασπίσεις του καθ΄ού η αίτηση και τους ισχυρισμούς του, σημειώνω τα ακόλουθα: Ο καθ΄ού η αίτηση ισχυρίζεται ότι υπάρχει αμφιβολία για το ποσό που η ίδια η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι της οφείλει και από το ποσό που προκύπτει ως οφειλόμενο ως συνάγεται μέσα από τα συνημμένα Τεκμήρια. Διαπιστώνει δε ότι υπάρχει σοβαρή διαφορά στα ποσά τα οποία αξιώνει η αιτήτρια από αυτά τα οποία προκύπτουν από τις ισχυριζόμενες καταστάσεις λογαριασμού που έχουν κατατεθεί. Όπως διαπιστώνεται με βάση την αγωγή, η αιτήτρια αξιώνει το ποσό των €10.570.
  1. Από τα ανεξόφλητα τιμολόγια (Τεκμήριο 1) προκύπτει ότι το συνολικό ανεξόφλητο χρέος του καθ΄ού η αίτηση ανέρχεται στο ποσό των €10.595,
  2. Η διαφορά που προκύπτει σε σχέση με το αξιούμενο ποσό και το ποσό που οφείλεται βάσει των τιμολογίων, όπως εξηγεί ο κ. Πρωτοπαπάς, προκύπτει από το γεγονός ότι από το τιμολόγιο με αριθμό 6606012532, συνολικού ποσού €1.167,07, με βάση την κατάσταση λογαριασμού που διατηρεί η αιτήτρια (Τεκμήριο 2), έχει αφαιρεθεί το ποσό των €25,41 καθώς λογιστικά το εν λόγω ποσό θεωρείται ότι έχει καταβληθεί από τον καθ΄ού η αίτηση λόγω προηγούμενης πληρωμής. Επίσης από τη κατάσταση λογαριασμού που διατηρεί η αιτήτρια σε σχέση με τον καθ΄ού η αίτηση προκύπτει ότι το οφειλόμενο ποσό μέχρι σήμερα ανέρχεται στο ποσό των €10.570,
  3. Από αντιπαραβολή των συνημμένων επίδικων τιμολογίων με την αντίστοιχη κατάσταση λογαριασμού διαπιστώνεται ότι τα οφειλόμενα ποσά που αναγράφονται επ΄αυτών συνάδουν απόλυτα. Επιπρόσθετα ο ισχυρισμός αυτός του καθ΄ού η αίτηση θα πρόσθετα ότι παραμένει γενικός και αόριστος και δεν εξειδικεύει ποιο κατά την γνώμη του είναι το τελικό οφειλόμενο ποσό αλλά κυρίως ποια και πώς προκύπτει η ισχυριζόμενη διαφορά. Ούτε και ο καθ΄ού η αίτηση παράπεμψε το Δικαστήριο σε ο,τιδήποτε σχετικό που να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς του. Με βάση την πιο πάνω αναφερθείσα νομολογία ο καθ΄ού η αίτηση θα πρέπει να προβεί σε θετική αναφορά παρουσιάζοντας λεπτομέρειες για τα ποσά που έχει καταβάλει και που συνεπακόλουθα δεν οφείλει. Έπεται ότι δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στους ισχυρισμούς του αυτούς και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να εκληφθούν ως λόγοι υπεράσπισης. Περαιτέρω, είναι η θέση του ότι υπάρχουν τιμολόγια εξοφλημένα. Ποιά είναι αυτά όμως, πότε έχουν εξοφληθεί και με ποιό τρόπο, και πάλι διαπιστώνω ότι δεν δίδονται οποιεσδήποτε επαρκείς λεπτομέρειες. Όλες οι καταθέσεις του καθ΄ού προς εξόφληση της οφειλής του, περιέχονται στην σχετική κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 2) η οποία έχει κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Η σχετική κατάσταση λογαριασμού δεικνύει ότι υπάρχει οφειλόμενο το αξιούμενο ποσό. Έπεται ότι ο ισχυρισμός του αυτός είναι και πάλι εντελώς αόριστος και γενικός και δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτόν. Ο καθ΄ού η αίτηση δεν παρέδωσε οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία που να αποδεικνύουν έστω και κατ΄ ελάχιστο τους ισχυρισμούς του αυτούς. Συνεπώς, ούτε η θέση του αυτή μπορεί να εκληφθεί ως υπεράσπιση και απορρίπτεται. Περαιτέρω προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο ίδιος δεν έχει κάνει αποδεκτά τα εκδιδόμενα τιμολόγια, αλλά ούτε και τα έχει υπογράψει. Από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 διαπιστώνεται ότι όλα φέρουν υπογραφή του παραλήπτη και το όνομα του ίδιου του καθ΄ού η αίτηση. Ουδέποτε ο ίδιος αμφισβήτησε, μέσω της ένορκης του δήλωσης, ότι η υπογραφή που υπάρχει στα σχετικά τιμολόγια δεν είναι η δική του, απλά ισχυρίζεται ότι κάποια από τα τιμολόγια είναι ανυπόγραφα. Προκύπτει επομένως ότι αυτά έχουν γίνει αποδεκτά από τον ίδιο και ουδέποτε έχουν αμφισβητηθεί. Σημειώνω ότι σε κάποια εκ των τιμολογίων που αριθμούν πέραν της μίας σελίδας, η υπογραφή του παραλήπτη υπάρχει στην τελευταία σελίδα του τιμολογίου. Περαιτέρω ο ίδιος αναγνώρισε την προσωπική οφειλή του μέσω του Τεκμηρίου 5, η οποία αποτελεί έγγραφη αναγνώριση χρέους και έχει ως βάση τα εκδιδόμενα ανεξόφλητα τιμολόγια. Μάλιστα, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 5, ο καθ΄ού η αίτηση δεσμεύθηκε να αποπληρώσει το χρέος του με μηναίες δόσεις. Συνεπώς, οι ισχυρισμοί του αυτοί δεν μπορούν να εκληφθούν και πάλι ως λόγοι υπεράσπισης. Στο σημείο αυτό θέλω να αναφέρω ότι απλή έγγραφη αναγνώριση χρέους, από μόνη της δεν θα μπορεί να αποτελέσει, σύμφωνα και με τη σχετική νομολογία, βάση αγωγής επί της οποίας να μπορεί να στηριχθεί η αξίωση του αιτητή εναντίον του καθ'ου η αίτηση (Νικόλας και Χρήστος Ιγνατίου ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Απόστολου Ιγνατίου κ.α. v. Νικόλα Λεμονάρη
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1562 και Π. Λεωνίδου και Δ. Βόλου ως διαχειριστές της περιουσίας της Σωτηρούλας Βόλου v. Θρασύβουλου Σπυριδάκη, Πολ. Έφεση 64/2009, ημερ. 19/7/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, η έγγραφη αναγνώριση χρέους όπως προκύπτει από τη βάση της αγωγής, αποτελεί απόδειξη της αιτίας αγωγής που βασίζεται σε ανεξόφλητα τιμολόγια. Το χρέος αυτό έγινε αποδεκτό ότι οφείλεται από τον καθ΄ού η αίτηση. Είναι δε περαιτέρω ο ισχυρισμός του, ότι δεν οφείλει κανένα ποσό προς την αιτήτρια, καθ' ότι οιονδήποτε ποσό έχει διευθετηθεί και έχει μεταφερθεί το χρέος στην εταιρεία την οποία ο ίδιος έχει συστήσει. Με βάση το Τεκμήριο 5, ο καθ΄ού η αίτηση αναγνώρισε προσωπικά την οφειλή του και όχι η εταιρεία που έχει συστήσει μετέπειτα. Εν πάση περιπτώσει, ο ίδιος δεν δίδει περαιτέρω στοιχεία ικανά που να τεκμηριώνουν την θέση του αυτή, ότι δηλαδή το προσωπικό χρέος του έχει μεταφερθεί στην εταιρεία του. Πρόκειται και πάλι για ένα γενικό και αόριστο ισχυρισμό. Πότε και πώς μεταφέρθηκε το χρέος, πότε έγινε η οποιαδήποτε συμφωνία και ποιό ήταν το οφειλόμενο ποσό, ουδεμία λεπτομέρεια δίδεται. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι η αναγνώριση χρέους έχει εξασφαλισθεί εν αγνοία του, διαπιστώνω ότι αυτή φέρει κατ΄αρχάς την υπογραφή του. Το γεγονός ότι η εν λόγω αναγνώριση φέρει την υπογραφή του, ουδόλως αμφισβητήθηκε από τον καθ΄ού η αίτηση. Πώς όμως και με ποιό τρόπο εξασφαλίσθηκε εν αγνοία του η υπογραφή του δεν δίδεται οποιαδήποτε λογική και ικανοποιητική εξήγηση. Από την άλλη διαπιστώνεται ότι ο ίδιος τίμησε αρχικά την συμφωνία, εφόσον μάλιστα κατέβαλε και τρεις δόσεις των €
  1. Διαπιστώνω επίσης εδώ μια αντιφατικότητα στους ισχυρισμούς του. Και τούτο διότι από τη μια ισχυρίζεται ότι η εν λόγω συμφωνία καταρτίσθηκε χωρίς την θέληση του και από την άλλη προκύπτει ότι ο ίδιος την τίμησε, έστω και μερικώς. Αναδύεται λοιπόν εύλογα το ερώτημα πώς μπορεί ο ίδιος να θέτει θέμα ότι αυτή υπογράφτηκε παρά την θέληση του και από την άλλη να αποδέχτηκε την συμφωνία και να προχώρησε στην υλοποίηση της; Περαιτέρω διαπιστώνω και άλλη αντιφατικότητα σε σχέση με τις προβαλλόμενες υπερασπίσεις του. Από την μία ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό και από την άλλη παραδέχεται την ύπαρξη του και ότι αυτό μεταφέρθηκε στην νέα του εταιρεία. Συνακόλουθα δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί μπορεί να αποτελέσουν λόγο υπεράσπισης ώστε το Δικαστήριο να του παρέχει σχετική άδεια. Περαιτέρω είναι η θέση του, ότι η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να αξιώνει πληρωμή από τον ίδιο προσωπικά για τις ισχυριζόμενες επιταγές, εφόσον δικαιούχος των επιταγών δεν ήταν η αιτήτρια. Όπως προκύπτει όμως, δικαιούχος των επιταγών φέρεται να είναι η αιτήτρια και εκδότης αυτών η εταιρεία του καθ΄ού η αίτηση. Το γιατί η αιτήτρια δεν είναι δικαιούχος των επιταγών αυτών δεν μπορώ να το αντιληφθώ. Ουδεμία εξήγηση δίδεται από τον καθ΄ού η αίτηση για τις θέσεις του αυτές και ούτε οποιαδήποτε άλλη λεπτομέρεια παρατίθεται ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να αντιληφθεί τα όσα ο καθ΄ού η αίτηση ισχυρίζεται. Επίσης προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η κατάσταση λογαριασμού της αιτήτριας έχει κατασκευαστεί από την ίδια και ότι αυτή δεν φέρει την υπογραφή του. Σε σχέση με το σημείο αυτό, σημειώνω ότι οι καταστάσεις λογαριασμού του αποστέλλοντο, γνώριζε για την οφειλή του εφόσον την αναγνώρισε μέσω του Τεκμηρίου
  2. Αναγνώρισε επίσης προγενέστερα την οφειλή του και μέσω του Τεκμηρίου
  3. Προκύπτει ότι ο καθ'ού η αίτηση ήταν πλήρως ενήμερος και αποδέχθηκε τα οφειλόμενα ποσά, εξ΄ου και υπέγραψε την συμφωνία αναγνώρισης. Στην υπόθεση Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία Λτδ
(1990)1 A.A.Δ. 752, η οποία αφορούσε αξίωση για ανάκτηση χρηματικού ποσού δυνάμει 2 επιταγών, δεν δόθηκε στον Εναγόμενο άδεια να καταχωρήσει υπεράσπιση λόγω του ότι δεν αποκάλυπτε στην ένορκη του δήλωση λεπτομέρειες και γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν υπό άλλες συνθήκες να του επιτρέψουν να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Πιο συγκεκριμένα λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο εναγόμενος με την ένορκο δήλωσή του ισχυρίσθηκε ότι ουδέν ώφειλε στην ενάγουσα, η οποία, κατά τον ισχυρισμό του, τον είχε προμηθεύσει με οικοδομικά υλικά προς εξόφληση χρέους άλλης αδελφικής της εταιρίας. η ένορκη δήλωση του ήταν ελλιπής. δεν περιέχει καθόλου λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης διευθέτησης με αναφορά σε ημερομηνίες παράδοσης των οικοδομικών υλικών και της ποσότητός τους. Στην ένορκη δήλωση προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι ο εφεσείων όχι μόνο δεν οφείλει το επίδικο ποσό αλλά έχει και υπόλοιπο εις πίστην του. Δεν εξειδικεύονται όμως τα ποσά αυτά ούτε και η κίνηση του λογαριασμού προς την τελική του κατάληξη.» Εν κατακλείδι, θεωρώ ότι ο καθ'ου η αίτηση προβαίνει σε αναφορές εντελώς αόριστες, γενικές, χωρίς περαιτέρω αιτιολόγηση. Δεν έχει δώσει αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης (bona fide) ή έχει παραθέσει ή έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του. Δεν έχω πεισθεί ούτε κατ' ελάχιστον ότι έχει υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής και σε καμία περίπτωση τα όσα έχει παραθέσει μπορούν να εκληφθούν ως λόγοι υπεράσπισης. Είναι ξεκάθαρη, θεωρώ, η προσπάθεια του καθ'ού η αίτηση να παραπλανήσει το Δικαστήριο, προβάλλοντας υποθετικές υπερασπίσεις, κάποιες εκ των οποίων είναι αντιφατικές μεταξύ τους, με απώτερο στόχο να επιτύχει τον σκοπό του, που δεν είναι άλλος από την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Ο καθ'ού η αίτηση δεν έχει αποσείσει το βάρος που βρίσκεται στους ώμους του ότι θα πρέπει να του δοθεί άδεια από το Δικαστήριο να προβάλει την υπεράσπιση του. Οι πιο πάνω γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί του καθ'ού η αίτηση, δεν ικανοποιούν τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές σε βαθμό που μπορεί να πεισθεί το Δικαστήριο ότι ο καθ'ού η αίτηση δικαιούται να του παρασχεθεί άδεια ώστε να καταχωρίσει την υπεράσπιση του. Συνεπακόλουθα, όλοι οι λόγοι ένστασης του απορρίπτονται. Η γενικότητα, ασάφεια και αοριστία των προβαλλόμενων εκ μέρους του ισχυρισμών, σε συνδυασμό με τα γεγονότα που ο ίδιος παραθέτει, κρίνω ότι επιτρέπουν στο Δικαστήριο να παράσχει με ασφάλεια τη δυνατότητα στην αιτήτρια να πάρει συνοπτική απόφαση χωρίς τη διεξαγωγή κανονικής δίκης, η οποία θα οδηγήσει σε απονομή δικαιοσύνης και θα δώσει τέλος σε μία μακρόχρονη προβληματική κατάσταση, η οποία δημιουργήθηκε στις σχέσεις μεταξύ των διαδίκων. Αναπόδραστα τα πιο πάνω με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η αιτήτρια δικαιούται απόφασης και έτσι προχωρώ στην έκδοση απόφασης εναντίον του καθ΄ου η αίτηση-εναγόμενου σύμφωνα με την παράγραφο Α και Β της Έκθεσης απαιτήσεως για το ποσό των €10.570,99, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., πλέον νόμιμο τόκο επί του πιο πάνω ποσού από της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής, δηλαδή από 21/11/2016, μέχρι εξοφλήσεως. Επιδικάζονται δικηγορικά έξοδα υπέρ της ενάγουσας-αιτήτριας και εναντίον του εναγόμενου-καθ΄ου η αίτηση, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ....................................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.