← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. N.N. ¨FIESTA¨ LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 471/2011, 16/3/2018

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. N.N. ¨FIESTA¨ LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 471/2011, 16/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:A23 ΣΤΟ Επαρχιακό Δικαστήριο αμμοχωστου ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 471/2011 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγοντες και

  1. N.N. ¨FIESTA¨ LIMITED
  2. Νεόφυτος Νεοφύτου
  3. Χρίστα Κυριάκου
  4. Δήμητρα Νεοφύτου Εναγόμενοι Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 24.03.2017 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγοντες και
  5. N.N. ¨FIESTA¨ LIMITED
  6. Νεόφυτος Νεοφύτου
  7. Νεόφυτος Νεοφύτου υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας της Χρίστας Νεοφύτου Κυριάκου
  8. Δήμητρα Νεοφύτου Εναγόμενοι Ημερομηνία: 16 Μαρτίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: Η κα Μαρία Ραφαήλ και η κα Ασημίνα Αλεξάνδρα Φασιανού για Ι. Φράγκος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους: Ο κ. Χρ. Χ"Στερκώτης και η κα Άννα Προδρόμου Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες στην έκθεση απαιτήσεως τους ισχυρίζονται ότι στις 7.04.2008 είχαν παραχωρήσει στην εναγομένη 1 κατόπιν αίτησης της τραπεζικές διευκολύνσεις με δανειοδοτικό όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους €100.000= το οποίο στη συνέχεια ήτοι στις 17.08.2009 αυξήθηκε προσωρινά στο ποσό των €110.000=. Περαιτέρω ότι οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 προς τους ενάγοντες πλέον τους τόκους. Το ποσό του κεφαλαίου για το οποίο θα ευθύνονταν δεν θα υπερέβαινε το περιορισμένο ποσό των €120.000= πλέον τόκους, τραπεζικά δικαιώματα, δικηγορικά και άλλα έξοδα. Ισχυρίζονται ακόμα ότι η εναγομένη 3, ως περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση της πληρωμής του οποιουδήποτε υπολοίπου του λογαριασμού της εναγομένης 1 προς τους ενάγοντες, προσέφερε και οι ενάγοντες αποδέχθηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου με σχετικά έγγραφα υποθήκης ημερομηνίας 11.04.2008 τις υποθήκες με αρ. Υ828/2008 και Υ829/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου. Περαιτέρω ότι η εναγομένη 1 στις 15.04.2008 εξέδωσε και κατέθεσε στους ενάγοντες Ομόλογο Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης για το ποσό των €50.000= με το οποίο επιβάρυνε ολόκληρη την επιχείρηση και όλη την περιουσία της εναγομένης
  9. Οι ενάγοντες καταλογίζουν στους εναγομένους παράβαση των συμβατικών τους υποχρεώσεων και όπως έχουν πλέον διαμορφώσει τις αξιώσεις τους κατά την ακροαματική διαδικασία αξιώνουν εναντίον όλων των εναγομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως το ποσό των €171.919,22σ. πλέον τόκο 9,25% από 16.09.2015 επί του ποσού των €168.541,37σ. μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους και εναντίον της εναγομένης 3 διάταγμα του διατάττον την εκποίηση των Υποθηκών Υ828/2008 και Υ829/2008 έναντι ή προς ικανοποίηση του ως άνω χρέους της μετά τόκων και επιστροφή οποιουδήποτε τυχόν περισσεύματος στην εναγομένη
  10. Οι εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς των εναγόντων και τους θέτουν σε αυστηρή απόδειξη τους. Προβάλλουν τους δικούς τους ισχυρισμούς για την αλήθεια των γεγονότων που αφορούσαν τη σύναψη των πιο πάνω συμβάσεων και την εξέλιξη τους με την εναγομένη 3 να ανταπαιτεί απόφαση ή/και διάταγμα που να αναγνωρίζει ως εξ υπαρχής άκυρη και/ή ακυρώσιμη τη συμφωνία εγγύησης ημερ. 07.04.2008 η οποία συνάφθηκε μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 3 και/ή οποιαδήποτε συναφθείσα μεταξύ της εναγομένης 3 και των εναγόντων συμφωνία λόγω απάτης και/ή δόλου και/ή άλλως πως. Περαιτέρω απόφαση ή/και διάταγμα που να ακυρώνει και/ή να κηρύσσει εξ υπαρχής άκυρες τις επίδικες υποθήκες με αρ. Υ828/2008 και Υ829/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου ημερομηνίας 11.04.2008 και όπως απορριφθεί η αγωγή εναντίον της εναγομένης 3 και απαλλαγεί από την εγγύηση ημερομηνίας 07.04.2008 ή από οιανδήποτε άλλη υποχρέωση λόγω απάτης και/ή άλλως πως. Αξιώνει επίσης τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Τα πιο πάνω έχουν καταγραφεί για να δοθεί μια εικόνα ως προς το τι αφορά η αγωγή, η υπεράσπιση και ανταπαίτηση και συνακόλουθα τι απασχόλησε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο το οποίο καλείται να αποφασίσει τώρα επί των επίδικων ζητημάτων όπως αυτά έχουν ξεκαθαρίσει. Δεν θα επεκταθώ περαιτέρω με την καταγραφή δικογραφημένων ισχυρισμών εφόσον θα είναι πιο πρόσφορο και προς αποφυγή επαναλήψεων όπου χρειαστεί να γίνει αναφορά σε αυτούς στο κατάλληλο σημείο όπου θα αξιολογούνται σε συσχετισμό με την παρασχεθείσα μαρτυρία. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσώπησαν τους διαδίκους στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους έκαναν αναφορά τόσο στην προσφερθείσα μαρτυρία όσο και στη νομική πτυχή που διέπει τα διάφορα επί μέρους ζητήματα τα οποία απασχόλησαν και τα οποία κατά την αντίληψη τους συνηγορούν υπέρ των θέσεων τους. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγόντων εισηγούνται ότι με την προσκομισθείσα μαρτυρία τόσο προφορική όσο και πραγματική, δια των σχετικών τεκμηρίων που κατέθεσαν, απέδειξαν την υπόθεση τους στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Από την άλλη η εισήγηση των ευπαιδεύτων συνηγόρων των εναγομένων αφού κάνουν και αυτοί αναδρομή στις συναφθείσες συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων και τη διαδρομή τους, εισηγούνται στη βάση της μαρτυρίας και τη νομική πτυχή που διέπει κάθε επί μέρους ζήτημα και όπως ασφαλώς η πλευρά των εναγομένων την εκλαμβάνει και ερμηνεύει, ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν τις αξιώσεις τους και ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος των εναγόντων και από την άλλη να πετύχει η ανταπαίτηση της εναγομένης 3 και να εκδοθεί απόφαση υπέρ της με έξοδα. Για όλα τα ζητήματα που απασχόλησαν τους ευπαίδευτους συνηγόρους με παρέπεμψαν στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους τόσο σε νομοθετικές διατάξεις όσο και σε νομολογία και αυθεντίες. Είχα την ευκαιρία να διεξέλθω τις εισηγήσεις τους όπως και σε ό,τι με παρέπεμψαν με προσοχή και τις λαμβάνω υπ' όψιν μου. Όπου στη συνέχεια κατά την ανάλυση που θα γίνει χρειαστεί θα κάνω ιδιαίτερη αναφορά σε αυτές. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Προχωρώ με καταγραφή, ανάλυση και αξιολόγηση της μαρτυρίας και στην εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων μου. Η πλευρά των εναγόντων προς απόδειξη της υπόθεσης της παρουσίασε συνολικά επτά μάρτυρες (Μ.Ε.). Τον κ. Μάριο Σωφρονίου (Μ.Ε.1), τον κ. Παναγιώτη Κουμή (Μ.Ε. 2), την κα Χρυσούλα Πυρίλλη (Μ.Ε. 3), τον κ. Νίκο Νικολάου (Μ.Ε. 4), τον κ. Μιχάλη Σιαντάνη (Μ.Ε. 5), την κα Μαργαρίτα Ιωάννου (Μ.Ε. 6) και τον κ. Δήμο Αντωνιάδη (Μ.Ε. 7). Η πλευρά των εναγομένων κάλεσε δύο (Μ.Υ.) την κα Δήμητρα Νεοφύτου (Μ.Υ.1) και τον κ. Χριστάκη Κκολού (Μ.Υ.2). Ο κ. Μάριος Σωφρονίου (Μ.Ε.1), υπάλληλος των εναγόντων, υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Α). Κατά την κυρίως εξέταση του κατατέθηκαν τα ακόλουθα έγγραφα ως τεκμήρια: Ως Τεκμ. 1, η επιστολή έγκρισης πιστωτικών διευκολύνσεων ημερομηνίας 07.04.
  11. Ως Τεκμ. 2, η συμφωνία ημερομηνίας 07.04.
  12. Ως Τεκμ. 3, τα αντίγραφα των Πρακτικών Συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης 1 ημερομηνίας 07.04.
  13. Ως Τεκμ. 4, η επιστολή επανέγκρισης πιστωτικών διευκολύνσεων ημερομηνίας 20.02.
  14. Ως Τεκμ. 5, η συμφωνία ημερομηνίας 20.02.
  15. Ως Τεκμ. 6, την επιστολή προσωρινής αύξησης ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού ημερομηνίας 20.02.
  16. Ως Τεκμ. 7, τα Πρακτικά Συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης 1 ημερομηνίας 20.02.
  17. Ως Τεκμ. 8, ο Κατάλογος Προμηθειών και Χρεώσεων των εναγόντων. Ως Τεκμ. 9, το έγγραφο εγγυήσεως ημερομηνίας 07.04.
  18. Ως Τεκμ. 10, τη σύμβαση και δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου με αρ. Υ828/2008 ημερομηνίας 11.04.
  19. Ως Τεκμ. 11, το έγγραφο υποθήκης ημερομηνίας 11.04.
  20. Ως Τεκμ. 12, το Πιστοποιητικό εγγραφής του ενυπόθηκου ακινήτου της εναγομένης
  21. Ως Τεκμ. 13, τη σύμβαση και δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου με αρ. Υ829/2008 ημερομηνίας 11.04.
  22. Ως Τεκμ. 14, το έγγραφο υποθήκης ημερομηνίας 11.04.
  23. Ως Τεκμ. 15, το Πιστοποιητικό εγγραφής του ενυπόθηκου ακινήτου της εναγομένης
  24. Ως Τεκμ. 16, αντίγραφα των επιστολών ημερομηνίας 02.11.
  25. Ως Τεκμ. 17, αντίγραφα των επιστολών ημερομηνίας 22.11.
  26. Ως Τεκμ. 18, αντίγραφα των επιστολών ημερομηνίας 14.12.
  27. Ως Τεκμ. 19, αναλυτική κατάσταση του επίδικου λογαριασμού υπ' αριθμόν 0475-11-
  28. Στη γραπτή του δήλωση ο μάρτυς Μ. Σωφρονίου (Μ.Ε. 1 ), η οποία αποτέλεσε και την κυρίως εξέταση του, αναφέρει ότι εργάζεται στο τμήμα ανακτήσεων (Recoveries) της τράπεζας στην Λάρνακα. Το τμήμα ανακτήσεων είναι αρμόδιο για την παρακολούθηση τερματισμένων λογαριασμών δανείων, πιστωτικών διευκολύνσεων, τρεχούμενων λογαριασμών κ.τ.λ. Αναφέρθηκε στη συμφωνία παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων που είχε συναφθεί μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 1 και στη συμφωνία εγγυήσεως την οποία υπέγραψαν οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 στους όρους των οποίων και παρέπεμψε. Οι ενάγοντες άνοιξαν προς όφελος και επ' ονόματι της εναγομένης 1 τον τρεχούμενο λογαριασμό, ο οποίος φέρει αριθμό 0475-11-
  29. Στις 20.02.2009 το υφιστάμενο όριο στον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό ύψους €100.000= εγκρίθηκε εκ νέου όπως και προσωρινή αύξηση του στο ποσό των €110,000= μέχρι τις 17.08.2009 (σχετικά τα Τεκμ. 4 - 8). Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στο έγγραφο εγγυήσεως (Τεκμ. 9) και στις παραχωρηθείσες υποθήκες εκ μέρους της εναγομένης 3 και τι εξασφάλιζαν αυτές (Τεκμ. 10,1112,13, 14 και 15). Ανέφερε ότι οι ενάγοντες, με επιστολές τους ημερομηνίας 2.11.2010 (Τεκμ. 16), προς τους εναγομένους ζήτησαν από αυτούς τη διευθέτηση της υπέρβασης του ορίου του λογαριασμού τους, η οποία υπέρβαση ανερχόταν σε €12.378,00 εντός 21 ημερών. Αυτοί παρέλειψαν να ανταποκριθούν παρόλο ότι τους πληροφορούσαν ότι ο λογαριασμός θα επιβαρυνόταν με επιπρόσθετο τόκο υπερημερίας προς 5,25 % επί του ποσού της υπέρβασης. Έτσι, με επιστολές τους ημερομηνίας 22.11.2010 (Τεκμ. 17), προς τους εναγομένους 1, 2, 3 και 4 τους κάλεσαν όπως εντός 21 ημερών ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και διευθετήσουν την υπέρβαση του ορίου του λογαριασμού τους, η οποία ανερχόταν σε €12.432,68, αλλά αυτοί και πάλι δεν ανταποκρίθηκαν. Ακολούθως οι ενάγοντες με επιστολές τους ημερομηνίας 14.12.2010 (Τεκμ. 18), προς τους εναγομένους 1, 2, 3 και 4 τερμάτισαν την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού, απαίτησαν την άμεση εξόφληση ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού, το οποίο ανερχόταν στο ποσό των €114.293,15σ. περιλαμβανομένου κεφαλαίου και τόκων. Περαιτέρω, οι ενάγοντες πληροφόρησαν τους εναγομένους ότι ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού θα επιβαρυνόταν με το ισχύον επιτόκιο, πλέον τόκο υπερημερίας προς 6,00%. Το επιτόκιο που ίσχυε για τον επίδικο λογαριασμό κατά τον τερματισμό του ήταν το βασικό επιτόκιο σε ποσοστό 5,25%, πλέον 2,00% προσαύξηση και με την προσθήκη του τόκου υπερημερίας εκ 6,00% ανήλθε σε 13,25%. Ανέφερε ότι λόγω της μείωσης του τόκου υπερημερίας από 6,00% σε ποσοστό 2,00%, το επιτόκιο του ρηθέντος λογαριασμού αναδιαμορφώθηκε σε 9,25%, το οποίο ισχύει από τον τερματισμό του επίδικου λογαριασμού και έτσι οι εναγόμενοι οφείλουν σήμερα το ποσό των €171.919,22σ. πλέον τόκο 9,25% από 16.09.2015 επί του ποσού των €168.541,37σ. μέχρι εξοφλήσεως, του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες διατηρούσαν και διατηρούν καθ' όλη την περίοδο των εργασιών τους και καθ' όλη την περίοδο λειτουργίας του πιο πάνω λογαριασμού αρχείο τήρησης λογαριασμών για τον κάθε πελάτη τους στους ηλεκτρονικούς τους υπολογιστές. Στον κάθε λογαριασμό γινόταν και γίνεται συνεχής ενημέρωση και καταχώριση κάθε χρέωσης ή πίστωσης που γίνεται και τον αφορά. Κατάθεσε αναλυτική κατάσταση του επίδικου λογαριασμού υπ' αριθμόν 0475-11-001648 (Τεκμ. 19), η οποία αποτελεί μέρος του αρχείου τήρησης και διατήρησης των τραπεζικών λογαριασμών των πελατών των εναγόντων. Η καταχώριση της ρηθείσας κατάστασης λογαριασμού, ανέφερε, που είναι σύνηθες για τους ενάγοντες έγγραφο, έχει γίνει κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των εναγόντων και βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο των εναγόντων. Ο μάρτυς είχε συγκρίνει το ως άνω αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού με τις αρχικές καταχωρίσεις και είχε διαπιστώσει ότι είναι ορθό. Προς απόδειξη της χρέωσης τόκου υπερημερίας από πλευράς των εναγόντων στον επίδικο λογαριασμό εξήγησε την επιπρόσθετη εργασία που επιφορτίζεται η τράπεζα για αυτό το γεγονός και πιο συγκεκριμένα ανέφερε ότι οι τραπεζικοί λειτουργοί που είναι επιφορτισμένοι με τον έλεγχο των τραπεζικών λογαριασμών, των δανείων και τραπεζικών διευκολύνσεων υπό τη μορφή τρεχούμενων λογαριασμών, αφιερώνουν αρκετό χρόνο με το να επικοινωνούν τηλεφωνικά με τους χρεώστες και να τους αποστέλλουν προειδοποιητικές επιστολές αλλά και επιστολές τερματισμού, όπως συνέβη και εν προκειμένω με όλους τους εναγομένους. Περαιτέρω, οι ενάγοντες προέβηκαν στη σύσταση του Τμήματος Ανάκτησης Χρεών (Recoveries), το οποίο είναι αρμόδιο για την παρακολούθηση τερματισμένων λογαριασμών δανείων, πιστωτικών διευκολύνσεων, τρεχούμενων λογαριασμών και στο οποίο εργοδοτούν αρκετούς υπαλλήλους, οι οποίοι ασχολούνται αποκλειστικά με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και ως εκ τούτου τα λειτουργικά έξοδα αλλά και τα έξοδα εργοδότησης τους να είναι υψηλά. Η συμφωνία για την επιβολή τόκου υπερημερίας, ανέφερε, γίνεται για να προϋπολογιστεί η ζημιά της Τράπεζας από την αθέτηση της συμφωνίας δανείου και πράγματι η Τράπεζα υφίσταται ζημιά από τη μη εξυπηρέτηση των δανείων που έχει παραχωρήσει. Ειδικότερα, επισημαίνεται ότι μετά τον τερματισμό ενός μη εξυπηρετούμενου δανείου, όπως εν προκειμένω συνέβη και με τον επίδικο λογαριασμό, αναλαμβάνει πλέον το Τμήμα Ανάκτησης Χρεών, το οποίο δίδει οδηγίες σε δικηγόρους για προώθηση δικαστικών μέτρων εναντίον των Πρωτοφειλετών, εγγυητών και ενυπόθηκων οφειλετών, ενώ οι υπάλληλοι του Τμήματος βρίσκονται σε συνεχή επικοινωνία με τους δικηγόρους για συζήτηση των υποθέσεων αυτών και την προώθηση τους, αναλαμβάνοντας και την υπογραφή ενόρκων δηλώσεων στο Δικαστήριο. Προετοιμάζονται κατάλληλα για σκοπούς ακροάσεων και παρέχουν μαρτυρία στα πλαίσια ακροαματικών διαδικασιών. Αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό, λειτουργοί του Τμήματος Ανάκτησης Χρεών ήλθαν σε επικοινωνία με τους εναγομένους αναφορικά με τις οφειλές τους προς τους ενάγοντες. Στην συνέχεια δόθηκαν γραπτώς οδηγίες στο δικηγορικό γραφείο Ι. Φράγκος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ όπως προβούν στη σύνταξη και καταχώριση της υπό αναφορά αγωγής εναντίον των εναγομένων, βρίσκονταν σε συχνή επικοινωνία με τους δικηγόρους που χειρίζονται την παρούσα αγωγή αναφορικά με την εξέλιξη της, προσέρχονταν στο Δικαστήριο για την υπογραφή ενόρκων δηλώσεων ενώ ακολούθησε και συζήτηση της υπόθεσης με τους δικηγόρους και προετοιμασία για σκοπούς μαρτυρίας στα πλαίσια της σημερινής ακρόασης. Για όλους αυτούς τους λόγους οι ενάγοντες υπολογίζουν ότι ο τόκος υπερημερίας 2,00% αντικατοπτρίζει το κόστος της Τράπεζας από την αθέτηση του δανείου και γι΄αυτό και τον διεκδικούν. Ισχυρίστηκε τέλος ότι, μετά την καταχώριση της αγωγής, δεν έχει πληρωθεί οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό από κανέναν εκ των εναγομένων και ως εκ τούτου το σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο πλέον οι τόκοι δεν έχει αλλάξει αφού καμία πληρωμή δεν έχει γίνει. Η αντεξέταση του κ. Μ. Σωφρονίου (Μ.Ε.1) περιστράφηκε κυρίως σε διευκρινιστικού τύπου ερωτήσεις και ανάλογες ασφαλώς υπήρξαν και οι απαντήσεις του. Ρωτήθηκε για παράδειγμα από πότε είναι υπάλληλος των εναγόντων και σε ποιο τμήμα εργάζεται και κατά πόσο η έγκριση του τρεχούμενου λογαριασμού για την εναγομένη 1 γινόταν για πρώτη φορά ή προϋπήρχε άλλος λογαριασμός. Ανέφερε σε σχέση με το τελευταίο ότι παρόλο ότι δεν ήταν ο ίδιος παρών όταν συνάφθηκε η επίδικη συμφωνία, από τα έγγραφα του φακέλου που είχε στη διάθεση του μπορούσε να πει ότι ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός τύγχανε έγκρισης για πρώτη φορά. Σχολιάζοντας το ποσό των €500.000= που αναγράφεται επί του Τεκμ. 1 ανέφερε ότι η εναγομένη 1 είχε και άλλες υφιστάμενες διευκολύνσεις στους ενάγοντες και συγκεκριμένα δάνειο, για το οποίο υπάρχει άλλη εκκρεμούσα αγωγή. Απαντώντας σε ερώτηση για το ποιος υπέγραψε, εκ μέρους της εναγομένης 1 το Τεκμ. 1, απάντησε ότι όπως δείχνουν τα έγγραφα φαίνεται ότι το υπέγραψε το πρόσωπο που έπρεπε να υπογράψει για την εναγομένη 1 εταιρεία που ήταν ο εναγόμενος 2 κ. Ν. Νεοφύτου, χωρίς όμως να μπορεί να το επιβεβαιώσει καθώς δεν ήταν παρών. Το Τεκμ. 2 ανέφερε ο μάρτυς είναι η συμφωνία παραχώρησης τρεχούμενου λογαριασμού, η οποία αφορούσε τον τρεχούμενο λογαριασμό που εγκρίθηκε με το Τεκμ.
  30. Ανέφερε ότι επί του Τεκμ. 2 δεν αναφέρεται συγκεκριμένο ποσό και ότι η συμφωνία είναι συνέχεια της επιστολής έγκρισης και αμφότερα υπογράφτηκαν την ίδια ημερομηνία. ΣΕ ερώτηση για το εάν υπάρχει κάτι ρητό επί της συμφωνίας, απάντησε ότι η συμφωνία αναφέρεται σε λειτουργία τρεχούμενου λογαριασμού όπως αναγράφεται στην παράγραφο
  31. Σε ερώτηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων γιατί το Τεκμ. 1 αφορά €500.000, ο μάρτυς ανέφερε ότι το Τεκμ. 1 αναφέρεται σε διάφορες διευκολύνσεις. Σε σχέση με το επιτόκιο Euribor, το οποίο αναφέρεται επί του Τεκμ. 1, ο μάρτυς ανέφερε ότι το Euribor είναι το είδος του επιτοκίου το οποίο θα χρεωνόταν και εν προκειμένω ο τρεχούμενος λογαριασμός χρεωνόταν με Euribor. Η διευκόλυνση, ανέφερε, θα χρεωνόταν με Euribor όπως αναφέρεται στα Τεκμ. 1 και
  32. Στη συνέχεια του υποβλήθηκε ότι το Τεκμ. 1 δεν έχει σχέση με το Τεκμ. 2 και ο μάρτυς απάντησε ότι αυτό θα το κρίνει το Δικαστήριο και επανέλαβε ότι η συμφωνία αφορά παρούσες και μελλοντικές διευκολύνσεις. Σε σχετική ερώτηση στη συνέχεια για το Τεκμ. 3 και εάν αυτό έγινε στην Τράπεζα, ο μάρτυς απάντησε ότι δεν ήταν παρών, δεν είχε εμπλοκή και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να απαντήσει επ' αυτού. Σε σχέση δε με το ποιος ανέφερε ότι αυτές είναι οι εγγυήσεις και οι εξασφαλίσεις, ο μάρτυς ανέφερε ότι η Τράπεζα έδωσε τις πληροφορίες για να ετοιμαστούν τα έγγραφα. Σε ερώτηση κατά πόσο η Τράπεζα είχε συγκαταθέσεις για τις παραχωρηθείσες εξασφαλίσεις, ο μάρτυς ανέφερε ότι εάν αυτές ήταν ήδη γνωστές, τότε υπήρχαν ήδη. Ενόψει όμως ότι είναι αρκετές οι εξασφαλίσεις, δεν γνωρίζει εάν είναι υφιστάμενες ή νέες. Αναφορικά όμως με τις εγγυήσεις, ο μάρτυς ανέφερε ότι είναι νέα εξασφάλιση και αφορά την εγγύηση του τρεχούμενου λογαριασμού. Σε σχέση με την ανάληψη του ποσού του τρεχούμενου λογαριασμού, ο μάρτυς σε παραπομπή στο Τεκμ. 19 ανέφερε ότι μόλις ανοίχθηκε ο λογαριασμός έγιναν καταθέσεις και στη συνέχεια κάποιες χρεώσεις. Στη συνέχεια σε σχέση με το Τεκμ. 4 ανέφερε ότι το 2009 έγινε επανέγκριση του υφιστάμενου ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού. Σε ερώτηση για ποιο λόγο έγινε η επανέγκριση, ο μάρτυς ανέφερε ότι υπήρξε μεταβολή του επιτοκίου από Euribor σε Βασικό και υπήρξε μείωση κατά 0,20% αλλά δεν γνώριζε προσωπικά γιατί έγινε αυτή η αλλαγή. Στη συνέχεια, σε ερώτηση που του τέθηκε για το τι είναι το Euribor, απάντησε ότι το Euribor είναι ο μέσος όρος διατραπεζικών επιτοκίων στις Βρυξέλλες σε αντίθεση με το Βασικό επιτόκιο, το οποίο καθορίζεται από τις συνθήκες που επικρατούν στην Κύπρο. Σε σχέση δε με την προσαύξηση ανέφερε ότι στο Euribor ήταν 2,00% και όταν το επιτόκιο έγινε βασικό μειώθηκε η προσαύξηση σε 1,50%. Σε ερώτηση κατά πόσο την οποιαδήποτε μεταβολή χρειαζόταν να την γνωρίζουν οι Πρωτοφειλέτες, ανέφερε ότι το θέμα είναι νομικό και δεν μπορούσε να απαντήσει, ενώ στο ερώτημα εάν χρειάζονταν γνωστοποιήσεις για τις αλλαγές στο επιτόκιο, ο μάρτυς ανέφερε ότι εν προκειμένω υπήρξε μείωση του επιτοκίου κάτι που ήταν προς όφελος των εναγομένων αλλά δεν μπορεί να γνωρίζει και ούτε είχε κάτι σχετικό μαζί του αν αυτοί το είχαν πληροφορηθεί εγγράφως. Ο μάρτυς ρωτήθηκε σε σχέση με το Τεκμ. 5 και ανέφερε ότι αφορά τον ίδιο τον τρεχούμενο λογαριασμό, είναι η συνέχεια της επιστολής έγκρισης που είναι το Τεκμ. 4 και λόγω της επανέγκρισης αυτής έγινε νέα συμφωνία. Ερωτήθηκε τότε εάν ενημερώθηκαν τα συμβαλλόμενα μέρη και απάντησε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει καθότι δεν ήταν παρών ενώ για το εάν υπογράφτηκαν νέα εγγυητήρια, ανέφερε ότι η πρώτη εγγύηση που δίδεται αφορά και μελλοντικές διευκολύνσεις και αυτό αναφέρεται και στους όρους του εγγράφου εγγυήσεως αλλά δεν είναι νομικός για να ερμηνεύσει νομικά το ζήτημα. Διαφώνησε με υποβολή ότι ήταν παράνομο αυτό που έγινε. Σε σχέση με το Τεκμ. 6, ο μάρτυς κ. Μ. Σωφρονίου (Μ.Ε.1), ανέφερε ότι αυτό έγινε για να διαγραφούν οι καθυστερήσεις στο δάνειο με αρ. λογαριασμού 0475-13-004733, για τη μεταβολή του επιτοκίου από Euribor σε Βασικό και για την προσωρινή αύξηση του τρεχούμενου λογαριασμού από €100.000= σε €110.000=. Του υποβλήθηκε τότε ότι ενόψει των πολλών αλλαγών που επήλθαν, θα έπρεπε να ενημερωθεί η πρωτοφειλέτιδα και οι εγγυητές της και ο μάρτυς ανέφερε ότι η πολιτική των εναγόντων είναι να ενημερώνονται αλλά θα έπρεπε να το ψάξει αν έγινε στην προκείμενη περίπτωση τέτοια ενημέρωση γιατί δεν είχε το φάκελο μαζί του. Η πρωτοφειλέτιδα εν πάση περιπτώσει ήταν οικογενειακή εταιρεία και οι εγγυητές ήταν μέλη αυτής της οικογένειας και η πρωτοφειλέτιδα λάμβανε γνώση του λογαριασμού που της αποστελλόταν. Εξάλλου για κάθε αλλαγή υπέγραφαν για την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία ο Διευθυντής της και εγγυητής εναγόμενος 2 και η Γραμματέας της εταιρείας και εγγυήτρια εναγομένη
  33. Εξήγησε ότι το Τεκμ. 8 είναι ο Κατάλογος Προμηθειών και Χρεώσεων και ότι το Τεκμ. 9 είναι το εγγυητήριο έγγραφο. Ρωτήθηκε για ποιο σκοπό δόθηκε και ποιοι υπογράφουν επ' αυτού και ανέφερε ότι το εγγυητήριο ήταν μέρος της εξασφάλισης για την παραχώρηση του τρεχούμενου λογαριασμού και ότι σε αυτό υπογράφουν οι εναγόμενοι 2, 3 και
  34. Του υποβλήθηκε τότε ότι τα εν λόγω άτομα δεν υπέγραψαν και απάντησε ότι δεν μπορεί να το γνωρίζει προσωπικά εφόσον δεν ήταν παρών ενώ στη συνέχεια όταν του υποβλήθηκε ότι η εναγομένη 3, η κα Χρίστα Κυριάκου, έπασχε από ιδιαίτερη ασθένεια και δεν είχε δικαιοπρακτική ικανότητα, ανέφερε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών και δεν μπορεί να γνωρίζει για την κατάσταση της υγείας της συγκεκριμένης εγγυήτριας. Σε σχέση με το Τεκμ. 10, ο μάρτυς απάντησε καταφατικά στο ότι πρόκειται για υποθήκευση ενός ακινήτου της εναγομένης 3 και περαιτέρω ανέφερε ότι η υποθήκη αυτή εξασφαλίζει το ποσό των €300.000=. Πιστεύει ότι το ποσό αυτό αφορούσε και άλλες διευκολύνσεις. Στη συνέχεια, όταν ρωτήθηκε σχετικά με το ότι το εγγυητήριο ήταν για το ποσό των €120.000= και η Τράπεζα έβαλε υποθήκη για €300.000=, παρέπεμψε στο Τεκμ. 6 και ανέγνωσε την τελευταία παράγραφο του στην οποία αναφέρονται οι παραχωρηθείσες εξασφαλίσεις. Σε ερώτηση κατά πόσο δόθηκαν οδηγίες από την εναγομένη 3 για την εγγραφή της υποθήκης, ανέφερε ότι υπάρχει η υπογραφή της στο πληρεξούσιο έγγραφο ενώ σε ερώτηση για το εάν θα έπρεπε να παραστεί και η εναγομένη 3 απάντησε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών γνώριζε όμως ότι είχε παράσχει πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο δεν το είχε μαζί του αλλά υπέθεσε ότι θα πρέπει να υπάρχει στην Τράπεζα. Παρέπεμψε στα πιο πάνω όταν του υποβλήθηκε ότι παράτυπα υποθηκεύθηκαν τα ακίνητα χωρίς πληρεξούσιο. Ανέφερε ότι τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με τα Τεκμ. 13 και 14 ενώ διαφώνησε με την υποβολή που του έγινε ότι η Τράπεζα δεν είχε δικαίωμα να υποθηκεύει τα ακίνητα με τον τρόπο που περιγράφεται στα έγγραφα υποθήκης. Σε σχέση με τη διεύθυνση που ανεγράφησαν στις επιστολές (Τεκμ. 17), του υποβλήθηκε ότι η εναγόμενη 3 δεν πήγε στην Τράπεζα και δεν έδωσε τη διεύθυνση της, οπότε ο μάρτυς απάντησε ότι η Τράπεζα δεν φαντάστηκε τη διεύθυνση της και ότι θα ερχόταν άλλος συνάδελφος του για να δώσει σχετική μαρτυρία. Περαιτέρω, ανέφερε ότι οι επιστολές αφορούν καθυστερήσεις ενώ σε ερώτηση για το εάν υπάρχει έγγραφο ότι αυτές παραδόθηκαν, ο μάρτυς ανέφερε ότι αυτές δεν είχαν επιστραφεί στην Τράπεζα. Απάντησε καταφατικά στο ότι οι επιστολές αυτές στάλθηκαν με συστημένο ταχυδρομείο αλλά δεν είχε μαζί του την καρτέλα αποστολής τους. Αρνήθηκε υποβολή ότι οι επιστολές δεν στάλθηκαν. Σε σχέση με τις επιστολές του Τεκμ. 18 και εάν αναφέρεται σε αυτές οτιδήποτε για τις υποθήκες της εναγομένης 3, απάντησε ότι οι επιστολές αναφέρονται στον τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού. Περαιτέρω, ανέφερε ότι οι υποθήκες μπήκαν για να καλύψουν όλες τις υφιστάμενες διευκολύνσεις της εταιρείας ενώ σε υποβολή που του ετέθη ότι ούτε στο έγγραφο υποθήκης ούτε στη σύμβαση υποθήκης δεν διευκρινίζεται ποιες διευκολύνσεις καλύπτουν, απάντησε ότι το έγγραφο είναι κατατεθειμένο και ο ίδιος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει. Συμφώνησε ότι το Τεκμ. 19, είναι η κατάσταση λογαριασμού που αφορά την παρούσα αγωγή. Ανέφερε ότι το ποσό ήταν διαθέσιμο εφόσον ετοιμάστηκαν όλα τα έγγραφα μαζί όπως και οι υποθήκες. Ανέφερε ότι το Τεκμ. 9 φαίνεται ότι υπογράφτηκε από την εναγομένη 3 προσωπικά διευκρινίζοντας ότι δεν ήταν παρών ο ίδιος. Ανέφερε ότι το έγγραφο υποθήκης υπογράφτηκε την επόμενη αλλά δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί έγινε αυτό. Διαφώνησε με υποβολή ότι η εναγομένη 3 δεν ήταν παρούσα και διευκρίνισε ότι το έγγραφο υποθήκης υπογράφτηκε στις 11.04.2008 και όχι στις 08.04.
  35. Σε σχέση με το Τεκμ. 19 που είναι η κατάσταση λογαριασμού, ο μάρτυς κατόπιν σχετικού ερωτήματος ανέφερε ότι τα υπόλοιπα που εμφαίνονται επ' αυτής είναι σωστά. Για το που τα εντόπισε, ανέφερε ότι είναι μέρος του ηλεκτρονικού βιβλίου της Τράπεζας και τα τύπωσε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ανέφερε επίσης ότι τα συνέκρινε μεταξύ τους και διαπίστωσε ότι είναι ορθά και διαφώνησε με υποβολή ότι αυτά είναι λανθασμένα. Σε σχέση με το συμφωνηθέν επιτόκιο, ο μάρτυς ανέφερε ότι το επιτόκιο ήταν το Euribor κυμαινόμενο και κλείδωνε για τους επόμενους 6 μήνες αλλά δεν γνωρίζει πως διακυμάνθηκε καθώς ήταν κυμαινόμενο και όχι σταθερό. Ερωτήθηκε τότε εάν το Euribor θα μπορούσε να πάει και προς τα κάτω και ο ίδιος απάντησε ότι δεν μπορεί να το ξέρει γιατί ήταν κυμαινόμενο. Σε σχέση δε με το βασικό επιτόκιο, ανέφερε ότι ήταν μεν σταθερό αλλά μεταβαλλόταν με βάση τις συνθήκες της αγοράς. Ερωτώμενος για ποιο λόγο ανέφερε ότι η αλλαγή του επιτοκίου από Euribor σε βασικό ήταν προς όφελος των εναγομένων, ανέφερε ότι τη δεδομένη στιγμή ήταν προς όφελος τους. Για το εάν ενημερώθηκαν οι εγγυητές απάντησε ότι υπάρχουν οι υπογραφές στα πρακτικά συνεδρίας της εναγομένης 1 αλλά δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί εάν η εναγομένη 3 ήταν μέτοχος της εναγομένης 1 εταιρείας. Αναφορικά με το εάν χρεώθηκαν στον επίδικο λογαριασμό τόκοι υπερημερίας, ανέφερε ότι υπήρχε όρος στη συμφωνία για επιβολή τόκου υπερημερίας όταν ο λογαριασμός θα βρισκόταν σε υπέρβαση και έκανε σχετική αναφορά στο περιεχόμενο της συμφωνίας. Ερωτώμενος δε για το εάν η Τράπεζα έχει το δικαίωμα να χρεώνει τόκο υπερημερίας, απάντησε ότι αυτό θα το αποφασίσει το Δικαστήριο με όσα ανέφερε προηγουμένως. Διαφώνησε με την υποβολή που του έγινε ότι δεν είχαν το δικαίωμα να χρεώνουν τόκο υπερημερίας. Όταν του ζητήθηκε να υποδείξει ποιοι τόκοι υπερημερίας χρεώθηκαν στον λογαριασμό, παρέπεμψε στην κατάσταση του επίδικου λογαριασμού και ανέφερε ότι στις 28.02.2009 υπάρχει σημείωση για χρέωση 5,25%. Ανέφερε περαιτέρω, κατόπιν σχετικών ερωτήσεων, ότι επί του ποσού της υπέρβασης επιβαλλόταν τόκος υπερημερίας και ότι αρχικά ο λογαριασμός ήταν πιστωτικός και δεν υπήρχε χρεωστικός τόκος. Από τον Μάιο δε του 2008 ο λογαριασμός, ανέφερε, έγινε χρεωστικός αλλά ήταν εντός ορίων. Απαντώντας σε ερώτηση για το πότε ήταν πάνω από €100.000=, αναφέρθηκε σε συγκεκριμένη ημερομηνία κατά την οποία ο λογαριασμός πήγε στις €108.000= για κάποιες ημέρες ενώ τέλος του ίδιου μήνα δεν υπήρχε υπέρβαση ενώ για το τι τόκος υπερημερίας χρεωνόταν στο λογαριασμό από τον τερματισμό, ανέφερε ότι ήταν 2,00%. Περαιτέρω, ανέφερε ότι το επιτόκιο ήταν 7,25% και με την προσθήκη του τόκου υπερημερίας ανήλθε σε 9,25%. Η Τράπεζα μείωσε την απαίτηση της αναφορικά με τον τόκο υπερημερίας από 5,25% σε 2,00% και ανέφερε ότι αφαιρέθηκαν και οποιεσδήποτε άλλες χρεώσεις. Σε ερώτηση για ποιο λόγο μπήκε το 5,25%, ο μάρτυς ανέφερε ότι το είχε υπολογίσει το αρμόδιο τμήμα της Τράπεζας και ο ίδιος δεν είναι ο αρμόδιος για να απαντήσει. Του υποβλήθηκε ότι είναι παράνομο και επανέλαβε ότι δεν είναι ο αρμόδιος για να απαντήσει στην ερώτηση αυτή. Αναφορικά με το τόκο υπερημερίας σε ποσοστό 2,00%, επανέλαβε ότι είναι η επιπλέον ζημιά της Τράπεζας όταν δίνει χρήματα, τα οποία δεν επιστρέφονται. Ανέφερε περαιτέρω ότι υπάρχει τμήμα που ασχολείται μόνο με τα δάνεια αυτά, διορίζονται δικηγόροι και υπάρχουν και άλλα έξοδα. Ανέφερε επίσης ότι η ζημιά της Τράπεζας είναι πάνω από 2,00% αλλά εν προκειμένω η Τράπεζα προβαίνει σε σχετικό περιορισμό. Διαφώνησε τέλος με υποβολή ότι οι ενάγοντες δεν έχουν στοιχειοθετήσει τις θεραπείες και τις αξιώσεις τους. Ο κ. Μ. Σωφρονίου (Μ.Ε.1), μου προκάλεσε εξαιρετική εντύπωση και εντύπωση ειλικρινούς μάρτυρα. Ήταν ευθύς, λιτός αλλά και εμπεριστατωμένος όπου απαιτείτο στις απαντήσεις του. Δεν μου φάνηκε προκατειλημμένος αλλά η ειλικρίνεια του ήταν διάχυτη καθ' όλη τη διάρκεια της παρουσίας του στο εδώλιο του μάρτυρος. Η ειλικρίνεια του αναδύεται και από το γεγονός ότι έδινε απαντήσεις μόνο για ό,τι γνώριζε ή προερχόταν από εγγραφές στα ίδια τα τεκμήρια που κατέθεσε στο Δικαστήριο ενώ για ό,τι δεν γνώριζε, εφόσον δεν ήταν παρών όπως διευκρίνισε εξ αρχής και έτσι δεν είχε καμιά ανάμειξη στη σύναψη των επίδικων συμβάσεων ή γιατί αφορούσε καθαρά νομικά ζητήματα το δήλωνε ευθαρσώς και με ειλικρίνεια ότι ήταν πέραν της γνώσης του. Εξήγησε με σαφήνεια τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ του επιτοκίου Euribor και του Βασικού επιτοκίου των εναγόντων καθώς και πότε ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός βρισκόταν σε υπέρβαση. Εξήγησε γενικά και με λεπτομέρεια την κίνηση του επίδικου λογαριασμού και πως αυτός χρεωνόταν και αιτιολόγησε την επιβολή τόκου υπερημερίας. Αναφορικά με το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού, του υποβλήθηκε γενικά και αόριστα ότι αυτό ήταν λανθασμένο χωρίς να του υποδειχθεί γιατί εθεωρείτο ως λανθασμένο και ποιες ήταν οι χρεώσεις που οι εναγόμενοι δεν αποδέχονται. Ο μάρτυς παρόλα αυτά επέμεινε ότι κατά την άποψη του το υπόλοιπο του λογαριασμού όπως το καθόρισε είναι το ορθό. Για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του κ. Μ. Σωφρονίου (Μ.Ε.1). Ο κ. Παναγιώτης Κουμής (Μ.Ε.2), είναι επίσης υπάλληλος των εναγόντων. Υιοθέτησε και αυτός το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Ανέφερε ότι από το Μάρτιο του 2013 εργάζεται ως διευθυντής σε υποκατάστημα των εναγόντων στο Παραλίμνι. Από τον Ιανουάριο του 2008 μέχρι και τις αρχές Μαρτίου του 2013 εργαζόταν ως διευθυντής επίσης στο υποκατάστημα των εναγόντων στη Δερύνεια. Ανέφερε ότι οι ενάγοντες είναι τραπεζίτες και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή διεξήγαγαν τραπεζικές εργασίες σε ολόκληρη την Κύπρο με κεντρικά γραφεία στη Λευκωσία. Είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία και η οποία δυνάμει ειδικού ψηφίσματος το οποίο καταχωρήθηκε στον Έφορο Εταιρειών στις 12.12.2004 μετονομάστηκε σε ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ. Κατέθεσε ως Τεκμ. 20 έρευνα από την ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με τους ενάγοντες. Ανέφερε ότι κατά την υπογραφή του επίδικου εγγυητήριου εγγράφου από την εναγομένη 3 ήταν παρών. Συγκεκριμένα, στις 07.04.2008 είδε την εναγομένη 3 να θέτει την υπογραφή της στο εγγυητήριο έγγραφο της ίδιας ημερομηνίας (Τεκμ. 9). Στη συνέχεια έθεσε την υπογραφή του ως μάρτυρας υπογραφής της στο εν λόγω έγγραφο. Υπέδειξε στο Τεκμ. 9, στο οποίο αναγνώρισε την υπογραφή του όπως και τις μονογραφές και την υπογραφή που έθεσε επ' αυτού και η εναγομένη
  36. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυς επέμεινε ότι η εναγομένη 3, την οποία δεν γνώριζε προσωπικά, είχε πράγματι υπογράψει ενώπιον του στο κατάστημα όπου εργαζόταν τότε και θυμόταν χαρακτηριστικά την περίπτωση της καθώς την είχε μεταφέρει εκεί ο σύζυγος της σε αναπηρικό τροχοκάθισμα, κάτι που δεν είναι κάτι συνηθισμένο. Θυμόταν την περίπτωση παρόλο ότι το κατάστημα τους έχει πάρα πολλούς πελάτες. Την περιέγραψε εμφανισιακά όταν του ζητήθηκε, αναφέροντας ότι ήταν λεπτοκαμωμένη γύρω στα 55 χωρίς όμως ως προς την ηλικία της να μπορούσε να την υπολογίσει ακριβώς. Το έγγραφο εγγυήσεως, ανέφερε, είχε σταλεί στο κατάστημα τους για να περάσει από εκεί για να το υπογράψει η εναγομένη 3 καθώς την βόλευε και για να επιμαρτυρήσουν για τούτο. Ανέφερε ότι για να επιμαρτυρήσουν την υπογραφή κάποιου ζητούν πάντοτε την ταυτότητα του προσώπου που θα υπογράψει για να γίνει και ο αναγκαίος έλεγχος του ονόματος το οποίο αναγράφεται στο έγγραφο. Αυτό θα είχε γίνει και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι άλλοι εγγυητές είχαν υπογράψει σε άλλο κατάστημα στο οποίο τους βόλευε αλλά δεν θυμόταν όταν στάλθηκε το έγγραφο για να υπογράψει η εναγομένη 3 ήταν ήδη υπογεγραμμένο από τους άλλους εγγυητές. Την υπογραφή των άλλων εγγυητών την επιμαρτύρησε η συνάδελφος του κα Χρυσούλλα Πυρίλλη. Με όσα αναφέρονται στο έγγραφο φαίνεται ότι όλοι οι εγγυητές υπέγραψαν την ίδια ημερομηνία ήτοι στις 07.04.
  37. Αρνήθηκε σειρά υποβολών ότι η εναγομένη 3 δεν υπέγραψε ενώπιον του ή ότι η υπογραφή που έφερε το εγγυητήριο δεν ήταν της εναγομένης 3 ή και ότι δεν έλεγε την αλήθεια με σκοπό να βοηθήσει τους ενάγοντες. Ανέφερε ότι πράγματι τα έγγραφα της υποθήκης (Τεκμ. 10, 11, 13 και 14), δεν είχαν υπογραφτεί ενώπιον του. Ανέφερε ότι όταν υπογράφεται ένα εγγυητήριο πάντα εξηγείται σε αυτόν που το υπογράφει η σημασία του και τι είναι που υπογράφει. Κρίνω ότι κ. Π. Κουμής (Μ.Ε.2), ήταν ειλικρινής μάρτυρας, απαντούσε με αμεσότητα, ήταν σταθερός και ευθύς στις απαντήσεις του και σε καμιά περίπτωση δεν αμφιταλαντεύτηκε όταν του υποβλήθηκε επίμονα ότι η εναγομένη 3 δεν υπέγραψε ενώπιον του. Περιέγραψε την εναγόμενη εμφανισιακά χωρίς να του υποβληθεί ότι δεν ήταν έτσι η εμφάνιση της. Επέδειξε σταθερότητα στη μαρτυρία του η οποία με οδηγεί στην αποδοχή της χωρίς κανένα ενδοιασμό. Παρατηρώ ότι οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 διά του δικογράφου της υπεράσπισης τους αρνούνται ότι στις 07.04.2008 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 προς τους ενάγοντες και θέτουν ως διαζευκτική υπεράσπιση ότι εάν το έγγραφο εγγύησης υπογράφηκε, τότε αυτό είναι εικονικό και/ή ακυρώσιμο και/ή υπογράφηκε κάτω υπό συνθήκες ψυχικής πίεσης. Είναι φανερόν ότι οι εναγόμενοι με την πιο πάνω γραμμή αντεξέτασης του κ. Π. Κουμή (Μ.Ε.2), εγκατέλειψαν τη γραμμή υπεράσπισης περί υπογραφής ενός εικονικού και/ή ακυρώσιμου εγγράφου εγγύησης και περιόρισαν την υπεράσπισή τους στον ισχυρισμό ότι το έγγραφο εγγύησης δεν υπογράφηκε από την εναγομένη
  38. Υπεράσπιση όμως η οποία δεν έχει έρεισμα με την αποδοχή της μαρτυρίας του κ. Π. Κουμή (Μ.Ε.2) και την αποδοχή του γεγονότος ότι η εναγομένη 3 υπέγραψε ενώπιον του, στο κατάστημα της τράπεζας του οποίου ήταν ο διευθυντής και ότι αυτό έγινε μετά που της εξήγησε τι θα υπέγραφε και τη σημασία της υπογραφής της και ότι είχε καταλάβει ότι αυτή αντιλαμβανόταν τι υπέγραφε κάτι που δεν ήταν αποτρεπτικό λόγω της πάθησης της. Η κα Χρυσούλα Πυρίλλη (Μ.Ε.3), είναι επίσης υπάλληλος των εναγόντων της οποίας η κυρίως εξέταση καταγράφηκε υπό μορφή Γραπτής Δήλωσης (Έγγραφο Γ). Ανέφερε ότι κατά την υπογραφή στις 7.04.2008 κάποιων από τα επίδικα έγγραφα ήταν παρούσα και ότι στις 07.04.2008 είδε τον εναγόμενο 2 να θέτει την υπογραφή του εκ μέρους της εναγομένης 1 στη συμφωνία ημερομηνίας 07.04.2008 (Τεκμ. 2), και στην επιστολή έγκρισης πιστωτικών διευκολύνσεων της ίδιας ημερομηνίας (Τεκμ.1). Περαιτέρω, την ίδια ημερομηνία είδε τους εναγομένους 2 και 4 να θέτουν τις υπογραφές τους στο εγγυητήριο έγγραφο ημερομηνίας 07.04.2008 (Τεκμ. 9). Είδε επίσης τον εναγόμενο 2 να θέτει την υπογραφή του εκ μέρους της εναγομένης 3, δυνάμει πληρεξουσίων εγγράφων ημερομηνίας 08.04.2008, στη σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου ημερομηνίας 11.04.2008 και στο έγγραφο υποθήκης της ίδιας ημερομηνίας αναφορικά με την υποθήκη Υ 828/2008 (Τεκμ. 10 και 11) ως επίσης και στη σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου ημερομηνίας 11.04.2008 και στο έγγραφο υποθήκης ημερομηνίας 11.04.2008 αναφορικά με την υποθήκη Υ 829/2008 (Τεκμ. 13 και 14). Η μάρτυς κατάθεσε επίσης αντίγραφα των Ειδικών Πληρεξουσίων Εγγράφων ημερομηνίας 08.04.2008 ως Τεκμ. 21Α και 21Β. Τα πρωτότυπα τους, όπως εξήγησε, βρίσκονται κατατεθειμένα στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου. Ανέφερε ότι έθεσε την υπογραφή της ως μάρτυρας υπογραφής στη συμφωνία της 07.04.2008 (Τεκμ. 2), στο εγγυητήριο έγγραφο ίδιας ημερομηνίας (Τεκμ. 9), στη σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου ημερομηνίας 11.04.2008 και στο έγγραφο υποθήκης ίδιας ημερομηνίας αναφορικά με την υποθήκη Υ 828/2008 (Τεκμ. 10 και 11), ως επίσης και στη σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου ημερομηνίας 11.04.2008 και στο έγγραφο υποθήκης ίδιας ημερομηνίας αναφορικά με την υποθήκη Υ 829/2008 (Τεκμ. 13 και 14). Στη μάρτυρα υποδείχθηκαν και αναγνώρισε τα Τεκμ. 1, 2, 9, 10, 11, 13 και 14 όπως και τις υπογραφές των εναγομένων 2 και 4 και τις δικές της υπογραφές σε αυτά. Η μάρτυς στην αντεξέταση της παραδέχθηκε ότι δεν γνωρίζει την εναγομένη
  39. Σε σχέση με την προσωπική της εμπλοκή στα δάνεια, ανέφερε ότι ήταν στο Τμήμα που ετοιμάσθηκαν τα έγγραφα του δανείου. Το δάνειο που παραχωρήθηκε ήταν στην εναγομένη 1 εταιρεία. Εξήγησε ότι η συμφωνία (Τεκμ. 2) δεν αναφέρεται σε ποσό. Σε σχέση με το Τεκμ. 1, η μάρτυς, όταν ερωτήθηκε αν είχε ετοιμαστεί από την ίδια, ανέφερε ότι βγαίνει απόφαση με τους όρους με βάση τα συμφωνηθέντα μεταξύ της Τράπεζας και του πελάτη. Ανέφερε ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός ήταν για €100.000= και το δάνειο για €500.000=. Η ημερομηνία 07.04.2008 είναι η ημερομηνία υπογραφής ενώ εξ όσων γνωρίζει οι εξασφαλίσεις που δόθηκαν ήταν υποθήκες και προσωπικές εγγυήσεις. Επανέλαβε ότι ενώπιον της υπέγραψαν οι εναγόμενοι 2 και 4 και γνώριζε ότι λόγω κινητικού προβλήματος της εναγομένης 3 αυτή πήγε και υπέγραψε σε άλλο κατάστημα την ίδια ημέρα. Τα έγγραφα τα μετέφερε υπάλληλος των εναγόντων στο άλλο κατάστημα. Σε σχέση με τα έγγραφα υποθήκης (Τεκμ. 10 και 11), εξήγησε ότι αφορούν εγγραφή υποθήκης για κτήμα στο Λιοπέτρι. Η υποθήκη, ανέφερε ότι εξασφαλίζει και τις δύο παραχωρηθείσες διευκολύνσεις ενώ ο εναγόμενος 2 υπέγραψε ως πληρεξούσιος στη βάσει του Τεκμ. 21Α. Εξήγησε ότι είναι η Τράπεζα που παίρνει το πληρεξούσιο στο Κτηματολόγιο και ότι αυτό ετοιμάζεται από την Τράπεζα καθότι πρέπει να είναι συγκεκριμένο για να γίνει αποδεκτό. Στη συνέχεια ανέφερε ότι μόλις ετοιμάστηκε το σχετικό πληρεξούσιο δόθηκε στον εναγόμενο
  40. Ανέφερε ότι γνώριζαν από συνάδελφο τους τον κ. Μιχάλη Σιαντάνη και τον σύζυγο της εναγομένης 3 ότι αυτή είχε κινητικό πρόβλημα και γι' αυτό διευθετήθηκε η μετάβαση και υπογραφή της σε άλλο κατάστημα καθώς αυτή δεν μπορούσε να μεταβεί στο κατάστημα τους. Η μάρτυς ανέφερε ότι όσον αφορά τα έγγραφα υποθήκης η υποθήκη για τις €300.000 μπήκε στις 11.04.2008 και την ίδια ημερομηνία μπήκε και η άλλη για το ποσό των €450.000=. Επισήμανε ότι τα υπόλοιπα έγγραφα υπογράφτηκαν στις 07.04.2008 ενώ μετά από 4 ημέρες υπογράφτηκαν τα έγγραφα υποθήκης γιατί η Τράπεζα ανέμενε το πληρεξούσιο. Σε ερώτηση για ποιο λόγο μπήκαν 2 υποθήκες, απάντησε ότι δεν γνωρίζει και ότι ήταν το τμήμα εγγράφων που ετοίμαζε τα έγγραφα με βάση την απόφαση της Τράπεζας. Η μάρτυς ανέφερε ότι οι υποθήκες υπογράφτηκαν από την εναγομένη 3 μέσω πληρεξουσίων και ότι η εγγύηση (Τεκμ. 9), αφορά το ποσό των €120.000= πλέον τόκους, τραπεζικά δικαιώματα και έξοδα. Το εν λόγω έγγραφο δεν είχε υπογραφτεί από την εναγομένη 3 ενώπιον της και γι' αυτό δεν γνώριζε λεπτομέρειες της υπογραφής της. Γνώριζε ότι οι υπογραφές της εναγομένης 3 στα πληρεξούσια έγγραφα πιστοποιήθηκαν από Κοινοτάρχη. Υποβλήθηκε στη μάρτυρα ότι όλοι γνώριζαν ότι η εναγομένη 3 δεν μπορούσε να υπογράψει και δεν υπέγραψε και αυτή ανέφερε ότι δεν γνωρίζει την κυρία και δεν μπορεί να πάρει θέση. Σε υποβολή ότι ακριβώς επειδή δεν τη γνώριζε, θα έπρεπε να είχε πάει η ίδια η εναγομένη 3 να υπογράψει, ανέφερε ότι αυτή υπέγραψε εκεί που έπρεπε και εκεί που βόλευε την ίδια. Παραδέχθηκε ότι δεν είχε επικοινωνήσει μαζί με την εναγομένη
  41. Αρνήθηκε υποβολή ότι τα έγγραφα υποθήκης και το έγγραφο εγγυήσεως είναι παράνομα σε σχέση με την εναγομένη 3 επιμένοντας ότι κατά την άποψη της ακολουθήθηκε η σωστή διαδικασία. Τέλος, σε υποβολή ότι έχουν άλλα πληρεξούσια απάντησε ότι η ίδια δεν γνωρίζει. Η κα Χρ. Πυρίλλη (Μ.Ε.3), μου προκάλεσε εντύπωση ειλικρινούς μάρτυρος και σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της δεν υπέπεσε σε οποιανδήποτε αντίφαση. Για όσα ερωτήθηκε και δεν γνώριζε προσωπικά όπως ήταν η υπογραφή της εναγομένης 3 επί του εγγυητηρίου και των πληρεξουσίων εγγράφων, απάντησε ότι δεν γνώριζε. Για όσα όμως γνώριζε προσωπικά ήταν κατά την άποψη μου σαφής, σταθερή στις απαντήσεις της εμπεριστατωμένη και πειστική τόσο κατά την κυρίως εξέταση της όσο και κατά την αντεξέταση της και αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Ειδικότερα, κατά την κυρίως εξέτασης της, αναγνώρισε τις υπογραφές που έθεσε η ίδια ως μάρτυρας υπογραφών αλλά και τις υπογραφές του εναγομένου 2, που υπέγραψε προσωπικά αλλά και εκ μέρους της εναγομένης 1, ως επίσης και τις υπογραφές της εναγομένης 4 στα τεκμήρια που αναγνώρισε και είναι κατατεθειμένα ενώπιον του Δικαστηρίου. Η μάρτυς εξήγησε τη διαδικασία που ακολουθείται στο Κτηματολόγιο για την εγγραφή μιας υποθήκης και ότι εν προκειμένω, ενόψει του ότι η εναγομένη 3 δεν μπορούσε να μεταβεί στο αρμόδιο Κτηματολόγιο λόγω του κινητικού προβλήματος που αντιμετώπιζε, θα έπρεπε να προσκομισθεί πληρεξούσιο έγγραφο, πιστοποιημένο από Κοινοτάρχη και ότι αυτός ήταν και ο λόγος που τα έγγραφα υποθήκης υπογράφτηκαν 4 ημέρες μετά την υπογραφή των υπολοίπων εγγράφων. Υποβλήθηκε στη μάρτυρα κατά την αντεξέταση της ότι τα πληρεξούσια έγγραφα δεν υπογράφτηκαν από την εναγομένη 3, πλην όμως αυτή η υποβολή έρχεται σε ευθεία σύγκρουση και σε αντίφαση με το δικογραφημένο ισχυρισμό της εναγομένης 3 ότι το πληρεξούσιο έγγραφο είναι άκυρο και/ή ακυρώσιμο και/ή ανακλήθηκε και/ή δεν ήταν το δέον. Συνεπώς, η υποβολή του ισχυρισμού μέσω της αντεξέτασης ότι τα πληρεξούσια έγγραφα δεν υπογράφτηκαν θα πρέπει να αγνοηθεί, καθότι δεν συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης. Αξιολογώντας τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής θα πρέπει να επισημανθεί ότι δεν αμφισβητήθηκαν καθόλου από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων οι υπογραφές που έθεσαν οι εναγόμενοι 1, 2 και 4 επί των Τεκμ. 1, 2, 9, 10, 11, 13 και
  42. Ο κ. Νίκος Νικολάου (Μ.Ε.4) είναι επίσης υπάλληλος των εναγόντων. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Δ). Ο μάρτυς κατάθεσε ως Τεκμ. 25 τον κατάλογο διακυμάνσεων του Euribor από τις 25.02.2008 μέχρι τις 30.03.
  43. Ο μάρτυς έκανε αναφορά στο Ομόλογο Επιβάρυνσης το οποίο την 15.04.2008 εξέδωσε και κατέθεσε στην Τράπεζα - ενάγοντες η εναγομένη 1 για το ποσό των €50.000=, με το οποίο επιβάρυνε ολόκληρη την επιχείρηση και όλη την περιουσία της εναγομένης 1 κάθε μορφής και οπουδήποτε βρίσκεται, παρούσα και μέλλουσα, συμπεριλαμβανομένων και του μη κληθέντος κεφαλαίου και της φήμης και πελατείας της εταιρείας προς εξασφάλιση της Τράπεζας για όλες τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 προς την Τράπεζα, είτε αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, άμεσες ή έμμεσες, είτε έχουν καταστεί ή πιθανό να καταστούν απαιτητές και είτε είναι προσωπικές ή κοινές με άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε ποσών τα οποία οφείλονται σήμερα από την εναγομένη
  44. Η εν λόγω επιβάρυνση εγγράφηκε στις 21.04.2008 με βάση το άρθρο 90 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  45. Ο μάρτυς κατάθεσε αντίγραφο του ως άνω Ομολόγου ως Τεκμ. 22, αντίγραφο του Πιστοποιητικού Έγγραφης Επιβάρυνσης ημερομηνίας 05.05.2008 ως Τεκμ. 23 και έρευνα από την ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών για την εναγόμενη 1 ως Τεκμ.
  46. Δήλωσε περαιτέρω ότι οι ενάγοντες επιφυλάσσουν τα δικαιώματα τους έναντι του ως άνω ομολόγου. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυς σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι οι Διευθυντές της εναγομένης 1 τον Απρίλιο του 2008 σύμφωνα με το Τεκμ. 24 ήταν ο εναγόμενος 2 και γραμματέας της η εναγομένη
  47. Ερωτηθείς για το εάν τα έγγραφα υπογράφονται από τον διευθυντή και τον γραμματέα απάντησε ότι αυτά υπογράφονται από τον διευθυντή αλλά δεν γνωρίζει εάν νομικά χρειάζεται να υπογράψει και ο γραμματέας. Εξήγησε ότι το Τεκμ. 25 δείχνει τις διακυμάνσεις του επιτοκίου. Ανέφερε περαιτέρω ότι η 25.02.2008 είναι η ημερομηνία που ξεκινά ο κατάλογος και ότι το συνολικό επιτόκιο, το οποίο χρεωνόταν φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ.19). Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι η πρώτη ανάληψη είναι €523 και το Euribor ήταν 6,747% και συνέχισε λέγοντας ότι εάν δούμε το Τεκμ. 25 2 ημέρες πριν τις 11.04.2008 το Euribor ήταν 4,747% και με την προσθήκη της προσαύξησης ανήλθε σε 6,747%. Ανέφερε δε, κατόπιν σχετικών ερωτήσεων, ότι τυχαία ο κατάλογος διακυμάνσεων ξεκινά στις 25.02.2008 και τελειώνει στις 30.03.
  48. Περαιτέρω, ανέφερε ότι κάθε 6 μήνες γινόταν η αλλαγή στο επιτόκιο καθότι το επιτόκιο ήταν Euribor 6 μηνών. Τέλος, ερωτηθείς για το ποιος το ετοίμασε ανέφερε ότι ήταν ο κ. Μ. Σωφρονίου (Μ.Ε.1) και ότι ο ίδιος το έχει δει αλλά δεν το έχει μελετήσει. Βρίσκω ότι ο κ. Ν. Νικολάου (Μ.Ε.4), ήταν ειλικρινής μάρτυρας και η μαρτυρία του περιστράφηκε κυρίως γύρω από διευκρινιστικές ερωτήσεις και σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του δεν έδειξε ότι αμφιταλαντεύεται ως προς τις θέσεις του. Για ό,τι δεν γνώριζε προσωπικά το ανέφερε με ευθύτητα και χωρίς αυτό να μειώνει καθ' οιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του. Ο μάρτυς γνώριζε το περιεχόμενο και τη σημασία των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου. Με σχετική αναφορά του στα Τεκμ. 19 και 25 εξήγησε για το ακριβές ύψος του επιτοκίου με το οποίο χρεωνόταν ο επίδικος λογαριασμός όταν το επιτόκιο που ίσχυε ήταν Euribor 6 μηνών. Σε αυτό το σημείο παρατηρώ ότι ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγομένων δεν αμφισβήτησε το περιεχόμενο του Τεκμ.
  49. Αποδέχομαι στο σύνολο της τη μαρτυρία του. Ο κ. Μιχάλης Σιαντάνης (Μ.Ε.5), υπάλληλος επίσης των εναγόντων υιοθέτησε και αυτός το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Ε). Ανέφερε ότι από το έτος 2005 μέχρι και το 2011 εργαζόταν ως Banker στο υποκατάστημα των εναγόντων Business Center στο Παραλίμνι με κύρια αρμοδιότητα την εξέταση και αξιολόγηση των αιτημάτων πελατών για τη λήψη χρηματοδοτήσεων. Κατά τον επίδικο χρόνο μεταξύ των αιτημάτων που είχε αξιολογήσει ήταν και η παραχώρηση, μεταξύ άλλων, επιχειρηματικού τρεχούμενου λογαριασμού με όριο €100.000= προς την εναγομένη 1, όπου κατόπιν θετικών συστάσεων του και μετά από απόφαση που λήφθηκε από τα κεντρικά γραφεία των εναγόντων στην Λευκωσία εγκρίθηκε η αίτηση της εναγομένης 1 και ότι στις 07.04.2008 ο εναγόμενος 2 εκ μέρους της υπέγραψε στην παρουσία του την επιστολή έγκρισης πιστωτικών διευκολύνσεων ημερομηνίας 07.04.2008 (Τεκμ. 1) και τη συμφωνία ημερομηνίας 07.04.2008 (Τεκμ.2). Αναφορικά με την εναγομένη 3 και τις συνθήκες υπογραφής εκ μέρους της του εγγυητήριου (Τεκμ. 9), ανέφερε ότι στις 07.04.2008 είχε τηλεφωνήσει στον κ. Παναγιώτη Κουμή, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν διευθυντής στο υποκατάστημα των εναγόντων στη Δερύνεια και του είχε ζητήσει όπως αναλάβει την υπογραφή του εγγράφου εγγυήσεως από την ίδια την εναγομένη 3 στην παρουσία του, καθότι εξ όσων τον είχαν ενημερώσει αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και βρισκόταν σε αναπηρικό καροτσάκι και στο συγκεκριμένο υποκατάστημα η πρόσβαση ήταν εύκολη καθώς είναι στο ισόγειο. Την ίδια ημερομηνία, η εναγομένη 3 εξουσιοδότησε, δυνάμει πληρεξουσίων εγγράφων, τα οποία εξ όσων έχει πληροφορηθεί έχουν κατατεθεί ως Τεκμ. 21Α και 21Β, τον εναγόμενο 2 όπως παρουσιασθεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου και υπογράψει κάθε αναγκαίο έγγραφο για την υποθήκευση των επίδικων ακινήτων προς όφελος των εναγόντων. Ο μάρτυς ανέφερε ότι κατά την υποθήκευση ενός ακινήτου είναι απαραίτητη στο Κτηματολόγιο η παρουσία είτε του ίδιου του ενυπόθηκου οφειλέτη είτε του αντιπροσώπου που έχει διορίσει ο εκάστοτε ενυπόθηκος οφειλέτης δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου. Στην προκείμενη περίπτωση η εναγομένη 3, λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, δεν μπορούσε να μεταβεί η ίδια προσωπικά στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου και γι' αυτό εξουσιοδότησε το σύζυγο της τον εναγόμενο 2 όπως παρουσιασθεί εκεί και υπογράψει κάθε αναγκαίο έγγραφο για την υποθήκευση των επίδικων ακινήτων προς όφελος των εναγόντων. Περαιτέρω, στις 18.02.2009 επανεγκρίθηκε το υφιστάμενο όριο των €100.000= στον τρεχούμενο λογαριασμό της εναγομένης 1 με αρ. λογαριασμού 0475-11-001648 ενώ υπήρξε και προσωρινή αύξηση του ορίου του ρηθέντος τρεχούμενου λογαριασμού από €100.000= σε €110.000= μέχρι τις 17.08.
  50. Προς το σκοπό αυτό, στις 20.02.2009 ο εναγόμενος 2 υπέγραψε εκ μέρους της εναγομένης 1 στην παρουσία του την επιστολή έγκρισης πιστωτικών διευκολύνσεων ημερομηνίας 20.02.2009 (Τεκμ. 4) και την επιστολή ημερομηνίας 20.02.2009 (Τεκμ. 6), τη συμφωνία ημερομηνίας 20.02.2009 (Τεκμ. 5). Ο μάρτυς αναγνώρισε τα Τεκμ. 1, 2, 4, 5, 6, 9, 21Α και 21Β και περαιτέρω υπέδειξε τις μονογραφές και την υπογραφή που έθεσε ο εναγόμενος 2 προσωπικά στο Τεκμ. 2, ως επίσης και την υπογραφή που έθεσε ο εναγόμενος 2 εκ μέρους της εναγομένης 1 στο Τεκμ. 4 αλλά και την μονογραφή και υπογραφή του τελευταίου στο Τεκμ.
  51. Τέλος, υπέδειξε και την υπογραφή που έθεσε ο ίδιος στο Τεκμ.
  52. Ο κ. Μ. Σιαντάνης (Μ.Ε. 5) κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι κατάγεται από την Ξυλοφάγου και ότι γνωρίζει την οικογένεια των εναγομένων από το 2008 που υπέβαλαν αίτηση για παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων. Για το εάν υπήρχε συνεργασία πριν από το 2008, ο μάρτυς ανέφερε ότι υπήρχε μια μικρή συνεργασία στο κατάστημα στη Δερύνεια αλλά όχι στο κατάστημα που εργαζόταν ο ίδιος. Σε ερώτηση για το ποιος υπέγραψε τα Τεκμ. 1 και 2, ανέφερε ότι ήταν ο εναγόμενος 2 και ότι δεν υπάρχει η δική του υπογραφή επ' αυτών. Ανέφερε ότι στα πλαίσια των καθηκόντων του είχε ασχοληθεί με το αίτημα της εναγομένης 1 και αναφορικά με το τι εξασφαλίσεις υπήρχαν, ανέφερε ότι υπήρχαν 2 υποθήκες επί 2 ακινήτων της εναγομένης
  53. Περαιτέρω, ανέφερε ότι αξιολόγησε τη συγκεκριμένη αίτηση αλλά την εναγομένη 3 δεν την γνώρισε προσωπικά. Σε ερώτηση εάν ζήτησε από την εναγομένη 3 να πάει ενώπιον του, ο μάρτυς απάντησε ότι δεν ήταν απαραίτητο αυτό. Επιπρόσθετα, ερωτήθηκε εάν ο ίδιος αξιολόγησε τις δυνατότητες αποπληρωμής του δανείου και απάντησε καταφατικά. Αναφορικά με το τι εξασφαλίσεις είχαν, επανέλαβε ότι είχαν τις υποθήκες της εναγομένης 3, ενώ σε σχέση με το χειρισμό αυτό από πλευράς της Τράπεζας, απάντησε ότι δεν είχαν μπει στη διαδικασία για το ποιου προσώπου ήταν η εξασφάλιση και ότι εν προκειμένω υπάρχει πληρεξούσιο, με το οποίο εξουσιοδοτούσε και παρείχε την άδεια ουσιαστικά για να υποθηκευτούν τα ακίνητα της και ότι προφανώς η πράξη έγινε μέσω του πληρεξουσίου της. Επέμεινε ότι η εναγομένη 3 είχε μεταβεί στο κατάστημα της τράπεζας στην Δερύνεια επειδή βρισκόταν σε αναπηρική καρέκλα και εκεί ήταν εύκολη η πρόσβαση της. Γνώριζε ότι το πρόβλημα υγείας της εναγομένης 3 ήταν σκλήρυνση κατά πλάκας. Του υποβλήθηκε τότε ότι δεν ήταν σε θέση να υπογράψει και ο μάρτυς απάντησε ότι δεν το δέχεται αυτό καθώς η εναγομένη 3 υπέγραψε ενώπιον συναδέλφου του, ο οποίος μπορεί να κληθεί στο Δικαστήριο. Σε σχέση με το Τεκμ. 9 που του υποδείχθηκε ανέφερε ότι βλέπει την υπογραφή της εναγομένης 3 επ' αυτού ενώ για το εάν υπάρχουν άλλα έγγραφα με την υπογραφή της, ο ίδιος απάντησε καταφατικά και ανέφερε τα πληρεξούσια. Του υποβλήθηκε τότε ότι η υπογραφή αυτή δεν είναι της εναγομένης 3 και ο μάρτυς απάντησε ότι δεν μπορεί να ξέρει καθότι δεν υπέγραψε ενώπιον του αλλά ενώπιον συναδέλφων του. Σε ερώτηση γιατί αφού η εναγομένη μετέβη στην τράπεζα για υπογραφή δεν μετέβη και στο κτηματολόγιο, ανέφερε ότι το εγγυητήριο θα έπρεπε να υπογραφεί από την ίδια ενώ στο Κτηματολόγιο είναι σύνηθες να παρουσιάζεται άλλος έχοντας πληρεξούσιο. Ο μάρτυς ρωτήθηκε περαιτέρω εάν αποκλείεται από εγγυητής κάποιος ο οποίος δεν προσέρχεται προσωπικά στην Τράπεζα και απάντησε καταφατικά. Σε σχέση με τα πληρεξούσια, ανέφερε ότι τα είδε όταν υπογράφτηκαν τα συμβόλαια ενώ σε ερώτηση που του τέθηκε για το εάν είδε πρώτα τα πληρεξούσια και μετά υπογράφτηκαν τα συμβόλαια, ο μάρτυς ανέφερε ότι το Τεκμ. 1 είναι η απόφαση της Τράπεζας, η οποία κοινοποιήθηκε στον εναγόμενο 2 και ο οποίος την αποδέχτηκε ενώ το Τεκμ. 2 αφορά τη συμφωνία για τον τρεχούμενο λογαριασμό και όπως ανέφερε είναι το έγγραφο, το οποίο συμπληρώνει το Τεκμ.
  54. Ανέφερε ότι τα πληρεξούσια τα είδε όταν είχαν συμπληρωθεί τα έγγραφα κάποιες ημέρες πριν πάνε στο Κτηματολόγιο. Ανέφερε ότι η δουλειά η δική του ήταν η αξιολόγηση και η έγκριση και ήταν ευθύνη του να προχωρήσουν με την έκδοση των συμβολαίων. Όμως, ανέφερε, η ετοιμασία και η υπογραφή δεν ήταν δική του δουλειά και γι' αυτό το λόγο δεν υπάρχει μαρτυρία του στα εν λόγω έγγραφα (Τεκμ. 1 και 2). Ανέφερε ότι είχε εντοπίσει τις υπογραφές του εναγομένου 2 και η ευθύνη του σταματά εκεί, ενώ όσον αφορά τα πληρεξούσια, υπάρχουν υπογραφές συναδέλφων του. Αναφορικά με τα πληρεξούσια έγγραφα και ειδικότερα πότε τα είδε και εάν ήταν πριν την υπογραφή των Τεκμ. 1 και 2, ο μάρτυς ανέφερε ότι πρώτα υπογράφτηκαν τα συμβόλαια και στη συνέχεια ενημερώθηκε για τις εξασφαλίσεις και τους έφεραν τα πληρεξούσια. Ερωτώμενος στη συνέχεια για τα Τεκμ. 4, 5 και 6 και εάν αυτά αφορούν συμφωνίες που έγιναν το 2009, ο μάρτυς ανέφερε ότι αυτά αφορούν μεταγενέστερο αίτημα των εναγόντων. Σε ερώτηση του για το εάν έγινε γνωστοποίηση προς την εναγομένη 3, ανέφερε ότι από τα τεκμήρια δεν φαίνεται να υπάρχει ενημέρωση προς την εναγομένη 3 χωρίς όμως να αποκλείει να είχε ενημερωθεί με συγκεκριμένη επιστολή. Ανέφερε ότι οι υφιστάμενες υποχρεώσεις παρέμειναν ενώ για το εάν χρησιμοποιήθηκαν τα ίδια πληρεξούσια για τις υποθήκες, απάντησε ότι δεν υπήρχε ανάγκη για νέα υποθήκη. Αρνήθηκε υποβολή ότι η εναγομένη 3 ουδέποτε εμφανίστηκε για να υπογράψει το έγγραφο εγγυήσεως και ο μάρτυς ανέφερε ότι θεωρεί ότι η ίδια παρουσιάσθηκε και υπέγραψε. Περαιτέρω όταν του υποβλήθηκε ότι το 2009 η εναγομένη 3 δεν υπέγραψε ως εγγυήτρια και ότι δεν της κοινοποιήθηκε τίποτα για την τροποποίηση, απάντησε ότι χρησιμοποιήθηκαν οι υφιστάμενες εξασφαλίσεις. Του υποβλήθηκε επίσης ότι λόγω των σοβαρών προβλημάτων υγείας που είχε η εναγομένη 3 σε πολύ προχωρημένο στάδιο δεν ήταν ικανή να υπογράψει, ο μάρτυς απάντησε ότι οι υποθήκες μπήκαν νομότυπα με την συγκατάθεση και τη γνώση της ιδιοκτήτριας και από τη στιγμή που μετέβη και υπέγραψε ενώπιον συναδέλφου του θεωρεί ότι όλα ήταν εντός των πλαισίων. Σε ερώτηση για το εάν υπάρχει έγγραφο για την τροποποίηση, ο μάρτυς απάντησε ότι μπορεί να υπάρχει και ότι είθισται να στέλνουν στους ενδιαφερόμενους ενημερωτική επιστολή αλλά τη δεδομένη στιγμή δεν την είχε στην κατοχή του. Ο μάρτυς κρίνω ότι ήταν ειλικρινής ενώπιον του Δικαστηρίου. Όσα ανέφερε προέρχονταν από προσωπική του γνώση αλλά και απορρέουν από τα έγγραφα - τεκμήρια. Ο μάρτυς αυτός γνώριζε την ουσία της υπόθεσης καθώς ήταν ο τραπεζικός υπάλληλος ο οποίος είχε ασχοληθεί και αξιολογήσει το αίτημα της εναγομένης 1 για την παραχώρηση δανειοδοτικού ορίου και το άνοιγμα του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού, ως επίσης και τις δυνατότητες αποπληρωμής του. Ο μάρτυς έδινε σαφείς απαντήσεις σε όποια ερωτήματα του τέθηκαν και ήταν σταθερός και συνεπής σε όλα όσα ανέφερε. Ήταν σε θέση να δώσει πλήρεις εξηγήσεις αναφορικά με την ανάγκη ενός προσώπου να παρουσιασθεί στην Τράπεζα για την υπογραφή ενός εγγυητήριου εγγράφου κάτι που δεν απαιτείται να γίνει σε περίπτωση υποθήκευσης ενός ακινήτου αφού όπως ανέφερε, είναι δυνατή η εγγραφή μίας υποθήκης με την παρουσίαση στο Κτηματολόγιο πιστοποιημένου πληρεξουσίου εγγράφου που παρέχει ο ιδιοκτήτης. Οι όποιες ερωτήσεις του υποβλήθηκαν και υποβολές κατά την αντεξέταση του θα πρέπει να αντικρισθούν κάτω από την οπτική γωνία της ειλικρινούς του παραδοχής ότι δεν γνώριζε την εναγομένη
  55. Δεν είχε, κρίνω, υποχρέωση μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του να επιδιώξει να έχει προσωπική επαφή μαζί της. Τον αρκούσαν τα υπόλοιπα που όπως ανέφερε κινήθηκαν εντός των πλαισίων. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Η κα Μαργαρίτα Ιωάννου (Μ.Ε.6), είναι επίσης υπάλληλος των εναγόντων. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής της δήλωσης (Έγγραφο Στ.). Ανέφερε ότι κατά την υπογραφή κάποιων από τα επίδικα έγγραφα ήταν παρούσα. Ανέφερε ότι στις 20.02.2009 είδε τον εναγόμενο 2 να θέτει την υπογραφή του εκ μέρους της εναγομένης 1 στην επιστολή έγκρισης πιστωτικών διευκολύνσεων ημερομηνίας 20.02.2009 (Τεκμ. 4) και στη συμφωνία ημερομηνίας 20.02.2009 (Τεκμ. 5). Περαιτέρω την ίδια ημερομηνία ανέφερε ότι είδε τον εναγόμενο 2 εκ μέρους της εναγομένης 1 και τους εναγομένους 2 και 4 προσωπικά να θέτουν την υπογραφή τους στον Κατάλογο Προμηθειών και Χρεώσεων ημερομηνίας 20.02.2009 (Τεκμ.8). Ανέφερε ότι έθεσε την υπογραφή της ως μάρτυρας υπογραφής στη συμφωνία ημερομηνίας 20.02.2009 (Τεκμ. 5) και στον Κατάλογο Προμηθειών και Χρεώσεων ημερομηνίας 20.02.2009 (Τεκμ. 8). Αναγνώρισε τις υπογραφές των εναγομένων 2 και 4 όπως και τις δικές της υπογραφές στα Τεκμ. 5 και
  56. Κατά την αντεξέταση της δέχθηκε ότι είναι μόνο μάρτυρας υπογραφών καθώς εργαζόταν στο Τμήμα Εκτελέσεων. Ανέφερε ότι δεν γνώριζε την εναγομένη 3 ούτε και κάτι σε σχέση με αυτή. Η κα Μ. Ιωάννου (Μ.Ε. 6), κρίνω ότι ήταν μάρτυς της αλήθειας και ουσιαστικά η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε και την δέχομαι στην ολότητα της. Δέχομαι ότι υπήρξε μάρτυρας υπογραφών στα Τεκμ. 5 και 8 αλλά και για τις υπογραφές του εναγομένου 2, που έθεσε είτε προσωπικά είτε και εκ μέρους της εναγομένης 1, ως επίσης και τις υπογραφές της εναγομένης 4 στα Τεκμ. 4, 5 και 8, τα οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο. Ο κ. Δήμος Αντωνιάδης (Μ.Ε. 7), επίσης υπάλληλος των εναγόντων υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Ζ). Κατάθεσε ως Τεκμ. 26 αντίγραφο της κατάστασης παραληφθέντων επιστολών για αποστολή με συστημένο ταχυδρομείο προς τους εναγομένους 1, 2, 3 και
  57. Το τμήμα εκτελέσεων στη Λάρνακα στο οποίο εργάζεται είναι αρμόδιο για την ετοιμασία και αποστολή προειδοποιητικών επιστολών και επιστολών τερματισμού προς στους πρωτοφειλέτες, εγγυητές και ενυπόθηκους οφειλέτες. Στις 22.11.2010 ήταν ένα από τα δύο πρόσωπα που υπέγραψαν από μέρους των εναγόντων τις προειδοποιητικές επιστολές ημερομηνίας 22.11.2010 προς τους εναγομένους 1, 2, 3 και 4 (Τεκμ. 17). Αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολούθησε για την αποστολή τους με την αναγραφή της διεύθυνσης των εναγομένων στους φακέλους που τοποθετήθηκαν οι επιστολές που απευθύνονταν στον καθένα. Ανέφερε ότι παρέδωσε τους τέσσερις φακέλους στον υπεύθυνο του τμήματος αλληλογραφίας, ο οποίος είναι το πρόσωπο που ταχυδρομούσε τις επιστολές. Παρόμοια στις 14.12.2010 ήταν ένα εκ των δύο προσώπων που υπέγραψαν εκ μέρους των εναγόντων τις επιστολές τερματισμού ημερομηνίας 14.12.2010 προς τους εναγομένους 1, 2, 3 και 4 (Τεκμ. 18). Εξήγησε τη διαδικασία που ήταν παρόμοια όπως και πιο πάνω που ακολουθήθηκε για την αποστολή τους στους παραλήπτες τους. Οι προειδοποιητικές επιστολές ημερομηνίας 22.11.2010 απεστάλησαν με συστημένο ταχυδρομείο προς τους εναγομένους 1,2, 3 και
  58. Κατέθεσε ως Τεκμ. 26 αντίγραφο της κατάστασης παραληφθέντων επιστολών για αποστολή με συστημένο ταχυδρομείο ημερομηνίας 24.11.
  59. Η κατάσταση αυτή, που είναι σύνηθες για τους ενάγοντες έγγραφο, έχει γίνει κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των εναγόντων και βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο των εναγόντων. Έχει συγκρίνει το ως άνω αντίγραφο της κατάστασης παραληφθέντων επιστολών για αποστολή με συστημένο ταχυδρομείο ημερομηνίας 24.11.2010 με την πρωτότυπη κατάσταση παραληφθέντων επιστολών για αποστολή με συστημένο ταχυδρομείο ημερομηνίας 24.11.2010 που διατηρείται στο τμήμα αλληλογραφίας των εναγόντων και έχει διαπιστώσει ότι είναι ορθή. Η πρωτότυπη κατάσταση παραληφθέντων επιστολών για αποστολή με συστημένο ταχυδρομείο ημερομηνίας 24.11.2010 τηρείται στο αρχείο του τμήματος αλληλογραφίας καθώς αφορά και άλλους πελάτες των εναγόντων, εκτός από τους εναγομένους. Οι επιστολές τερματισμού ημερομηνίας 14.12.2010 αποστάληκαν στις διευθύνσεις όλων των εναγομένων με συνηθισμένο ταχυδρομείο. Εάν οποιαδήποτε επιστολή δεν παραδιδόταν στον παραλήπτη θα επιστρεφόταν από το ταχυδρομείο στο τμήμα αλληλογραφίας και στη συνέχεια θα παραδιδόταν στον ίδιο στο τμήμα εκτελέσεως. Εξέτασε τους φακέλους όλων των εναγομένων και δεν υπάρχει καμία επιστροφή επιστολής. Αναγνώρισε τα Τεκμ. 17, 18 και 26 ενώ υπέδειξε επί των Τεκμ. 17 και 18 τις υπογραφές του. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι οι επιστολές στάλθηκαν στις διευθύνσεις που αναφέρονται επί των συμφωνιών τις οποίες υπέγραψαν οι πελάτες. Σε ερώτηση του δε για το εάν είδε τη συμφωνία, απάντησε καταφατικά και περαιτέρω ανέφερε ότι για να παραχωρηθεί μια διευκόλυνση θα πρέπει μια συμφωνία να υπογραφεί από όλα τα μέρη. Επέμεινε ότι οι επιστολές (Τεκμ. 17 και 18) αποστάληκαν στις διευθύνσεις των παραληπτών τους. Ανέφερε ότι δεν ήταν παρών στο ταχυδρομείο αλλά αφ' ης στιγμής δεν επιστράφηκαν οι επιστολές, σημαίνει ότι παραδόθηκαν. Περαιτέρω, ο μάρτυς ανέφερε ότι έλεγξε τους φακέλους που τηρούνται για την υπόθεση και δεν υπάρχει καμία επιστροφή επιστολής. Του υποβλήθηκε σε σχέση με το περιεχόμενο των Τεκμ. 17 και 18 ότι τα υπόλοιπα που αναφέρονται σ' αυτές είναι λανθασμένα και ο ίδιος απάντησε ότι αναφορικά με τα ποσά υπάρχουν στοιχεία που επιβεβαιώνουν την ορθότητα των όσων αναφέρονται. Όταν υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι οι επιστολές δεν στάλθηκαν ο μάρτυς ανέφερε ότι υπάρχει το Τεκμ. 26 αναφορικά με τις επιστολές του Τεκμ. 17, το οποίο επιβεβαιώνει ότι οι επιστολές στάλθηκαν. Σε σχέση με το περιεχόμενο των επιστολών ανέφερε ότι γι' αυτό γνωρίζουν οι συνάδελφοι του που τις συντάσσουν. Ο κ. Δ. Αντωνιάδης (Μ.Ε.7), κρίνω ότι ήταν ειλικρινής μάρτυρας και απαντούσε με ευθύτητα σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Σημαντικό στοιχείο της κατάθεσης του είναι ότι οι επιστολές που αποστάληκαν και απευθύνονταν στους εναγόμενους δεν επιστράφηκαν πίσω ως μη παραληφθείσες. Η αμφισβήτηση των υπολοίπων των λογαριασμών που αναφέρονται στις επιστολές, μέσω υποβολής σε αυτόν τον μάρτυρα, ο οποίος ανέφερε ότι δεν ήταν ειδικός για να αναφερθεί για το περιεχόμενο αυτών παρέμεινε γενική και αόριστη. Η κα Δήμητρα Νεοφύτου (Μ.Υ.1), είναι η εναγόμενη
  60. Η γραπτή δήλωση της σημειώθηκε ως Έγγραφο Η και την υιοθέτησε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναφέρει σε αυτή ότι τον Απρίλιο του 2008 σύναψε με τους ενάγοντες τη συμφωνία εγγυήσεως ημερομηνίας 07.04.2008 δια της οποίας εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1, δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 07.04.2008, για το ποσό των €120.000=, πλέον τόκους, τραπεζικά δικαιώματα και δικηγορικά έξοδα. Αναφέρει ότι δεν της ανακοινώθηκε ως εγγυήτρια οποιαδήποτε άλλη μεταγενέστερη συμφωνία δανείου της εταιρείας και ούτε ζήτησαν την άδεια της ή την ρώτησαν εάν επιθυμούσε να εγγυηθεί οποιαδήποτε άλλη συμφωνία δανείου ή τροποποιητική των αρχικών συμφωνιών συμφωνία. Ανέφερε ότι σύμφωνα με νομική συμβουλή που έλαβε, η ενέργεια της Τράπεζας να χρησιμοποιήσει την αρχική εγγύηση της και για άλλες τροποποιητικές συμφωνίες, ακυρώνει την εγγύηση που είχε υπογράψει αρχικά (Τεκμ. 9). Αναφορικά με τον Κατάλογο Προμηθειών και Χρεώσεων των εναγόντων για Προσωπικούς και Εμπορικούς Λογαριασμούς (Τεκμ. 8), η μάρτυς αναγνώρισε ότι έθεσε την υπογραφή της σ' αυτό και επιπροσθέτως ανέφερε ότι ούτε αυτό της εξηγήθηκε από τους ενάγοντες και ούτε της ανέφεραν το περιεχόμενο του και τι περιλαμβάνει ενώ παραδέχθηκε ότι υπέγραψε το Τεκμ. 3 ως γραμματέας της εταιρείας. Περαιτέρω, η μάρτυς ανέφερε ότι τα Τεκμ. 3 και 9 είχαν ετοιμαστεί από την Τράπεζα και η τελευταία είχε θέσει τις εξασφαλίσεις που απαιτούσε για να δοθεί το δάνειο, ως αυτό περιγράφεται στο Τεκμ.
  61. Σε σχέση με τη μητέρα της, την εναγομένη 3, ανέφερε ότι είχε απαιτηθεί από την Τράπεζα όπως το όνομα της αναγραφεί στα Τεκμ. 3, 9, 10, 11, 13 και 14 καθότι ήταν η ιδιοκτήτρια των ενυπόθηκων ακινήτων. Περαιτέρω, αναφέρει ότι εξ όσων θυμάται εκείνη την περίοδο είχε αναφερθεί στην Τράπεζα ότι η μητέρα της ήταν βαριά άρρωστη και ότι δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον και δεν μπορούσε να μετακινηθεί και της ανέφεραν ότι η αναγραφή του ονόματος της στα ως άνω τεκμήρια ήταν ένα τυπικό θέμα για να μπορέσει να χορηγηθεί το δάνειο. Ανέφερε περαιτέρω ότι όταν επισκέφθηκε το υποκατάστημα των εναγόντων στη Δερύνεια για να υπογράψει, ο υπάλληλος της Τράπεζας της έδωσε απλά το έγγραφο για να υπογράψει χωρίς να της εξηγήσει σε καμία περίπτωση τους όρους της συμφωνίας. Το μόνο, το οποίο της αναφέρθηκε ήταν το ποσό της εγγύησης. Επίσης, ανέφερε ότι παρόλο που ζήτησε αντίγραφο του εν λόγω εγγράφου, δεν της δόθηκε. Ανέφερε ότι είχε αρκετούς ενδοιασμούς για να υπογράψει το έγγραφο εγγυήσεως και να εγγυηθεί την εναγομένη 1 για το ποσό των €120.000=, που της είχε ζητηθεί, αλλά στο υποκατάστημα που πήγε, οι τραπεζικοί υπάλληλοι ήταν πολύ φιλικοί και της παρουσίασαν το έγγραφο ως κάτι τυπικό, χωρίς έννομες συνέπειες σε βάρος της. Δεν της εξήγησαν το περιεχόμενο του εγγράφου, τους όρους, τη νομική σημασία και τις συνέπειες που θα είχε γι' αυτήν η υπογραφή μία τέτοιας σύμβασης. Αντιθέτως, πίστεψε, μετά από τις διαβεβαιώσεις που έλαβε, ότι η υπογραφή της στο έγγραφο εγγυήσεως ήταν κάτι εντελώς τυπικό. Ουδέποτε πληροφορήθηκε από τους ενάγοντες ότι ο λογαριασμός της εναγομένης 1 παρουσίαζε καθυστερήσεις και ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε επιστολή που αφορά την παρούσα αγωγή αλλά ούτε και τις ισχυριζόμενες επιστολές ημερομηνίας 02.11.2010, 22.11.2010, 14.12.2010 και ουδέποτε έλαβε την επιστολή τερματισμού. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι ουδέποτε της αναφέρθηκε το επιτόκιο της συμφωνίας που υπέγραψε, δεν ενημερώθηκε για την αλλαγή ή αύξηση του επιτοκίου και γενικά δεν είχε καμία ενημέρωση σχετικά με ζητήματα που αφορούν την αγωγή. Ισχυρίστηκε ότι δεν οφείλει το ποσό που αξιώνεται, το οποίο, κατόπιν νομικής συμβουλής που δέχθηκε, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, έγιναν υπερχρεώσεις και παράνομοι ανατοκισμοί ενώ σ' αυτό περιλαμβάνονται υπερβολικοί και παράνομοι τόκοι και έχουν χρεωθεί ποσά χωρίς συμφωνία και εξουσιοδότηση. Τέλος, αναφέρει, σε σχέση με την εναγομένη 3, ότι εξ όσων θυμάται η μητέρα της ουδέποτε υπέγραψε οποιαδήποτε συμφωνία με τους ενάγοντες και ούτε υπέγραψε το έγγραφο εγγυήσεως (Τεκμ. 9), ούτε και μπορούσε η εναγομένη 3 να υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο εκείνη την περίοδο, ούτε μπορούσε να μετακινηθεί, ούτε είχε επικοινωνία με το περιβάλλον και ούτε μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί τους κανονικά αφού η μητέρα της αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας, ήτοι σοβαρή και προχωρημένου βαθμού σκλήρυνση κατά πλάκας και ενόψει όλων των ανωτέρω αιτήθηκε από το Δικαστήριο την απόρριψη της αγωγής. Περαιτέρω σε προφορικές ερωτήσεις σε σχέση με την παράγραφο 11 της γραπτής της δήλωσης, για την κατάσταση υγείας της εναγομένης 3 ανέφερε ότι είναι άρρωστη από το
  62. Γνώριζε την υπογραφή της εναγομένης 3 και όταν της υποδείχθηκε το Τεκμ. 9 ανέφερε ότι δεν ήταν η υπογραφή της μητέρας της. Η μάρτυς επέμεινε κατά την αντεξέταση της ότι δεν ενημερώθηκε για οποιαδήποτε τροποποιητική συμφωνία. Σε ερώτηση για το εάν επιμένει ότι δεν ενημερώθηκε, απάντησε ότι εξ όσων θυμάται, ως εγγυήτρια, δεν ενημερώθηκε. Όταν της υποδείχθηκε από την ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόντων το Τεκμ. 7 και ερωτήθηκε εάν αναγνωρίζει την υπογραφή και τη μονογραφή της σε αυτό ανάφερε ότι τις αναγνώριζε. Ερωτήθηκε εάν στα Πρακτικά συνεδρίας (Τεκμ.7) γίνεται αναφορά σε διευκολύνσεις ή τροποποιήσεις απάντησε και πάλι καταφατικά. Της τέθηκε στη συνέχεια ότι τα πρακτικά φέρουν την υπογραφή της και ανέφερε ότι τα υπέγραψε χωρίς να τα διαβάσει. Περαιτέρω, της υποβλήθηκε ότι γνώριζε για την τροποποίηση που έλαβε χώρα δυνάμει του Τεκμ. 4, ανέφερε ότι πρέπει να τα υπέγραψε χωρίς να τα διαβάσει. Παραδέχθηκε ότι και στο Τεκμ. 8 έθεσε την υπογραφή της στις 20.02.2009 που είναι η ημερομηνία σύναψης της τροποποιητικής συμφωνίας, ανέφερε όμως και πάλι ότι δεν θυμόταν ότι έγινε αυτή η ανανέωση και ότι τώρα που το είδε το δέχεται. Αναφορικά με το που υπογράφτηκε το Τεκμ. 9, η κ. Δ. Νεοφύτου ανέφερε ότι δεν θυμάται και ότι νομίζει ότι είναι στη Δερύνεια και όταν της υποβλήθηκε ότι υπέγραψε στο Παραλίμνι όπου πράγματι υπέγραψε δέχθηκε τη σχετική υποβολή με δισταγμό. Στη συνέχεια ερωτήθηκε για τη διεύθυνση διαμονής της και ανέφερε τη διεύθυνση Αγίου Ανδρέα
  63. Ερωτώμενη εάν η διεύθυνση αυτή ισχύει μέχρι και σήμερα αποκρίθηκε καταφατικά ενώ σε ερώτηση για το εάν παρέλαβε τις επιστολές ανέφερε ότι εξ όσων θυμάται δεν τις παρέλαβε. Ακολούθως, η κα Δ. Νεοφύτου ερωτήθηκε εάν γνώριζε ότι έδωσε εγγύηση για τον τρεχούμενο λογαριασμό και απάντησε καταφατικά ενώ όταν ρωτήθηκε εάν γνώριζε τι σημαίνει να είσαι εγγυητής, ανέφερε ότι γενικά γνώριζε αλλά δεν διάβασε το έγγραφο εγγυήσεως. Τέλος, την τέθηκε ότι ουδείς της αποστέρησε το δικαίωμα να λάβει νομική συμβουλή και η ίδια συμφώνησε. Στη συνέχεια υποδείχθηκαν στην κ. Δ. Νεοφύτου από την ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων τα Τεκμ. 10, 11, 13 και 14 και της ζητήθηκε όπως δει την υπογραφή του εναγομένου 2, η οποία ετέθη σε αυτά. Ακολούθως ερωτήθηκε η κ. Δ. Νεοφύτου εάν αναγνωρίζει την υπογραφή του εναγομένου 2 και η ίδια απάντησε ότι αναφορικά με τα αρχικά (μονογραφές) δεν μπορεί να πει αλλά η υπογραφή που υπάρχει σ' όλα τα έγγραφα ότι είναι αυτή του εναγομένου
  64. Κατόπιν τούτου, της τέθηκε ότι ο πατέρας της εναγόμενος 2, υπέγραψε τα ως άνω τεκμήρια δυνάμει των πληρεξουσίων Τεκμ. 21Α και 21Β, τα οποία αφού της τα υπέδειξε, της υπέβαλε ότι αυτά είναι τα πληρεξούσια με τα οποία υπογράφθηκαν τα έγγραφα υποθήκης. Τότε η κ. Δ. Νεοφύτου απάντησε ότι δεν της φαίνεται να είναι η υπογραφή της εναγομένης
  65. Συνέχισε δε, λέγοντας ότι η μητέρα της, η εναγόμενη 3, υπογράφει ολογράφως αλλά δεν ξέρει εάν άλλαξε η υπογραφή της λόγω των προβλημάτων υγείας που έχει. Ακολούθως, της υποβλήθηκε ότι η υπογραφή που υπάρχει στα πληρεξούσια, ως επίσης και στο έγγραφο εγγύησης είναι της μητέρας της, της εναγομένης 3 απάντησε ότι δεν νομίζει η εναγομένη 3 να ήταν σε θέση να υπογράψει. Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν ξέρει εάν υπέγραψε η εναγομένη 3 καθότι υπογράφει ολογράφως και δεν της φαίνεται να είναι αυτή η υπογραφή της. Στη συνέχεια και με σχετική αναφορά της συνηγόρου των εναγόντων στο Τεκμ. 3 υποβλήθηκε στην κα Δ. Νεοφύτου ότι η ίδια γνώριζε ποιες θα ήταν οι εξασφαλίσεις. Συνέχισε δε η ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων με σχετική αναφορά στην σελίδα 3 του Τεκμ. 3 ότι για την παραχώρηση του δανειοδοτικού ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό απαιτείτο η παραχώρηση 2 υποθηκών και εγγύησης και ότι αυτό το γνώριζε και η κ. Δ. Νεοφύτου αλλά και οι γονείς της, εναγόμενοι 2 και
  66. Η κ. Δ. Νεοφύτου απάντησε τότε ότι η μητέρα της, η εναγομένη 3, δεν νομίζει να το γνώριζε γιατί δεν θυμάται πως ήταν τότε η κατάσταση της υγείας της. Τέλος, η κα Δ. Νεοφύτου ρωτήθηκε εάν συμφωνεί ότι η αναγραφή του ονόματος της εναγομένης 3 δεν ήταν απλά ένα τυπικό θέμα και η κα Δ. Νεοφύτου απάντησε ότι ήταν τυπικό υπό την έννοια ότι απαιτείτο απλά η υπογραφή της ή ότι δεν είχε νομική συνέπεια. Ερωτήθηκε τότε η κα Δ. Νεοφύτου υπό ποια έννοια και απάντησε και υπό τις δύο έννοιες. Η μάρτυς κα Δ. Νεοφύτου (Μ.Υ.1), σύμφωνα με την πιο πάνω μαρτυρία της την οποία έχω καταγράψει αναλυτικά, ήταν φανερό ότι απαντούσε αόριστα και με υπεκφυγές, κάτι που καθιστά τη μαρτυρία της μη ειλικρινή. Πέραν αυτού υπέπεσε και σε αρκετές και σοβαρές όπως αναδύονται από τα πιο πάνω αντιφάσεις. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της, η κα Δ. Νεοφύτου ανέφερε ότι δεν της ανακοινώθηκε οποιαδήποτε μεταγενέστερη συμφωνία και ούτε της ζητήθηκε η άδεια ή ερωτήθηκε για το εάν επιθυμεί να εγγυηθεί οποιαδήποτε άλλη συμφωνία. Κατά την αντεξέταση της όμως και αφού της υποδείχθηκαν τα Τεκμ. 7 και 8, αναγνώρισε την υπογραφή της σε αυτά και ανέφερε ότι δεν θυμόταν ότι είχε γίνει αυτή η ανανέωση αλλά αφού είδε τα εν λόγω τεκμήρια την δεν μπορούσε πλέον παρά να τα αποδεχτεί. Αναφορικά με το έγγραφο εγγυήσεως κατά την κυρίως εξέταση της, είχε αναφέρει ότι δεν της είχαν εξηγηθεί, μεταξύ άλλων, οι όροι και οι συνέπειες που θα είχε η υπογραφή από την ιδία ενός τέτοιου εγγράφου αλλά στα πλαίσια της αντεξέτασης της ανέφερε ότι γνωρίζει γενικά τι σημαίνει να είναι κάποιος εγγυητής. Αναφορικά δε με το ότι δεν της εξηγήθηκε από τους ενάγοντες η νομική σημασία ενός τέτοιου εγγράφου, η κα Δ. Νεοφύτου συμφώνησε με την ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων ότι ουδείς της αποστέρησε το δικαίωμα να λάβει νομική συμβουλή. Σε σχέση με τις επιστολές και τη διεύθυνση που αναγράφεται επ' αυτών, η κα Δ. Νεοφύτου ανέφερε ότι μέχρι και σήμερα η διεύθυνση διαμονής της είναι αυτή, η οποία αναφέρεται επί των επιστολών που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως τεκμήρια από τον κ. Μ. Σωφρονίου (Μ.Ε.1). Η κα Δ. Νεοφύτου αναγνώρισε την υπογραφή του πατέρα της, εναγομένου 2 στα Τεκμ.10, 11, 13 και
  67. Αναφορικά με την υπογραφή της εναγομένης 3 επί του επίδικου εγγράφου εγγυήσεως και των πληρεξουσίων, η κα Δ. Νεοφύτου κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι δεν της φαίνεται να είναι η υπογραφή της εναγομένης 3, αλλά δεν ήξερε εάν η εναγομένη 3 είχε αλλάξει την υπογραφή της λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε. Σε κατοπινό στάδιο της αντεξέτασης της ανέφερε ότι δεν θυμάται πως ήταν η κατάσταση της υγείας της εναγομένης 3 κατά τον επίδικο χρόνο υπογραφής. Οι εν λόγω αναφορές της κας Δ. Νεοφύτου κατά την αντεξέταση της έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα όσα ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση της και συγκεκριμένα ότι εξ όσων θυμάται η μητέρα της ουδέποτε υπέγραψε οποιαδήποτε συμφωνία με τους ενάγοντες και ούτε υπέγραψε το έγγραφο εγγυήσεως (Τεκμ. 9) και ούτε μπορούσε η εναγομένη 3 να υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο εκείνη την περίοδο, ούτε μπορούσε να μετακινηθεί, ούτε είχε επικοινωνία με το περιβάλλον και ούτε μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί τους κανονικά αφού η μητέρα της αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας. Πέραν των ως άνω, η κα Δ. Νεοφύτου στο τέλος της αντεξέτασης της φαίνεται να αποδέχεται το γεγονός της υπογραφής των επιδίκων εγγράφων από την εναγομένη 3, αφού ανέφερε ότι απαιτείτο η υπογραφή της επί των εγγράφων και ότι συνεπώς δεν ήταν ένα απλό τυπικό θέμα η αναγραφή του ονόματός της. Στη βάση όλων των πιο πάνω κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής καθώς δεν υπήρξε σταθερή στις απαντήσεις της και ήταν φανερά αντιφατική. Ο κ. Χριστάκης Κκολού (Μ.Υ.2) στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του κατάθεσε διάφορα ιατρικά πιστοποιητικά που αφορούν την εναγομένη
  68. Συγκεκριμένα κατέθεσε την ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 24.04.2001 της Δρος Ε. Ηρακλέους από το Ιατρικό Διαγνωστικό Κέντρο Άγιος Θέρισσος ως Τεκμ. 27(Α), την ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 19.06.2006 του Ιατρού/Ειδικού Νευρολόγου Δρος Μάριου Παντζαρή από το Ινστιτούτο Νευρολογίας & Γενετικής Κύπρου ως Τεκμ. 27(Β), τις ιατρικές βεβαιώσεις ημερομηνίας 30.10.2015 και 03.05.2016 της Ιατρού/Νευρολόγου Ελένης Λεωνίδου από το Ινστιτούτο Νευρολογίας & Γενετικής Κύπρου ως Τεκμ. 27(Γ) και 27 (Δ). Ο μάρτυς κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ο εναγόμενος 2 είναι πεθερός του, η εναγομένη 3 πεθερά του ενώ η εναγομένη 4 είναι η σύζυγος του με την οποία παντρεύτηκε στις 22.09.
  69. Περαιτέρω, ανέφερε, σε σχέση με την εναγομένη 3, ότι από το 2001 πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας και η κατάσταση της επιδεινώθηκε από το 2008 και από τότε δεν καταλαβαίνει και δεν έχει επαφή με το περιβάλλον. Για το εάν έχει οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με τα όσα δήλωσε, ανέφερε ότι έχει στοιχεία από γιατρούς, τα οποία είναι αποδείξεις του Νοσοκομείου. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι δεν είναι ειδικός/επιστήμονας και δεν μπορεί να καταθέσει για την κατάσταση της υγείας της εναγομένης 3 και απάντησε ότι δεν είναι ειδικός αλλά βλέποντας την τότε και τώρα καταλαβαίνει ότι αυτή δεν είναι καλά. Όταν του υποβλήθηκε η θέση των εναγόντων ότι αυτά δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα δεν απάντησε. Δεν μπορώ να προσδώσω καμιά αξία στη μαρτυρία του κ. Χρ. Κκολού (Μ.Υ.2), καθώς αυτός προσήλθε για να καταθέσει για την κατάσταση της υγείας της καταθέτοντας διάφορες ιατρικές βεβαιώσεις τις οποίες όμως δεν μπορούσε να εξηγήσει και για το μόνο που είχε προσωπική γνώση ήταν η γνώμη του ότι η κατάσταση της πεθεράς του της εναγομένης 3 ότι χειροτέρευσε μετά το
  70. Γεγονός παραμένει ότι για όσα κατάθεσε δεν ήταν ειδικός, τα πιστοποιητικά που παρουσίασε δεν προέρχονταν από τον ίδιο ούτε και μπορούσε να τα ερμηνεύσει και αυτοί που τα υπέγραψαν δεν παρουσιάστηκαν ως μάρτυρες, πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία για την οποία δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση γιατί παρουσιάστηκε κατ' αυτόν τον ελλιπή τρόπο και επομένως καμιά βαρύτητα δεν μπορεί να της αποδοθεί. Η προσπάθεια του ήταν φανερό ότι αποσκοπούσε στο να βοηθήσει τα στενά συγγενικά του πρόσωπα στην αγωγή που αντιμετωπίζουν. Θα πρέπει όμως να επισημανθεί ότι δεν δικογραφείται στην Υπεράσπιση ως λόγος ακύρωσης των επιδίκων εγγράφων η έλλειψη δικαιοπρακτικής ικανότητας της εναγομένης 3 λόγω της κατάστασης της υγείας της και ούτε γίνεται αναφορά στην κακή κατάσταση της υγείας της εναγομένης 3 κατά τον επίδικο χρόνο και ότι μάλιστα η κατάσταση της υγείας της δεν της επέτρεπε να θέτει την υπογραφή της επί εγγράφων και να αντιλαμβάνεται τι υπέγραφε. Συνεπώς, οι αναφορές των Μ.Υ.1 και 2 αναφορικά με την κακή κατάσταση της υγείας της εναγομένης 3 και η υποβολή θέσεων και ερωτημάτων στους μάρτυρες των εναγόντων σε σχέση με την κατάσταση της υγείας της εναγομένης 3 λόγω μη δικογράφησης δεν μπορούν να ληφθούν υπ' όψιν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Πέραν όμως της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας όπου γενική θεώρηση της με οδηγεί στην αποδοχή αυτής των εναγόντων και απόρριψης αυτής των εναγομένων, στη συνέχεια θα με απασχολήσουν διάφορα επί μέρους ζητήματα τα οποία προέβαλαν οι εναγόμενοι ως υπερασπιστική γραμμή. (α) Προέβαλαν τον ισχυρισμό της μη υπογραφής των επίδικων εγγράφων από τους εναγομένους ή/και την υπογραφή αυτών υπό συνθήκες ψευδών παραστάσεων ή/και ψυχικής πίεσης ή/και εξαναγκασμού ή/και με απάτη ή/και δόλο. Από τη μια οι εναγόμενοι προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι οι εναγόμενοι δεν υπέγραψαν τις επίδικες συμφωνίες, ενώ σε περίπτωση που αποδειχθεί η υπογραφή αυτών, προβάλλονται οι ισχυρισμοί ότι οι επίδικες συμφωνίες παραχώρησης δανειοδοτικού ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό υπογράφτηκαν από την εναγομένη 1 υπό συνθήκες ψυχικής πίεσης ή/και ότι η εναγομένη 1 εξαναγκάσθηκε να υπογράψει την συμφωνία ημερομηνίας 08.04.2008, διαφορετικά δεν θα της παραχωρούνταν οι διευκολύνσεις αυτές. Περαιτέρω και αναφορικά με το επίδικο έγγραφο εγγύησης ημερομηνίας 08.04.2008 οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 ισχυρίζονται ότι αυτή υπεγράφη κατόπιν ψευδών παραστάσεων ή/και ψυχικών πιέσεων των εναγόντων. Σε σχέση με τις επίδικες υποθήκες οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 ισχυρίζονται ότι οι εγγραφές τους είναι άκυρες ή/και ακυρώσιμες λόγω, μεταξύ άλλων, δόλου ή/και ψευδών παραστάσεων ή/και άσκησης αθέμιτης επιρροής ή/και άσκησης ψυχικής πίεσης. Είναι θεμελιωμένη αρχή ότι ένας διάδικος δικαιούται να προβάλει με το δικόγραφό του διαζευκτικούς ισχυρισμούς, αλλά οφείλει, κατά την ακροαματική διαδικασία, να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει (βλ. Λαϊκή Τράπεζα (Χρηματ.) Λτδ v. Χίνη

(1998)1 Α.Α.Δ. 818, Καστάνος κ.α v. Λαϊκή Κυπρ. Τράπεζα (Χρημ.) Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 1374 και Marfin Popular Bank Public Co Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(2012)1 Α.Α.Δ. 41). Εν προκειμένω είναι η θέση των εναγόντων στην αγόρευση των συνηγόρων τους ότι, η υπογραφή των επίδικων εγγράφων από τους εναγομένους 1, 2 και 4 κατέστη, κατά την ακροαματική διαδικασία, παραδεκτή ενώ η μόνη θέση που προωθήθηκε μέσω της ακροαματικής διαδικασίας είναι η μη υπογραφή του εγγράφου εγγύησης από την εναγομένη 3. Ως εκ τούτου, οι υπερασπιστικές θέσεις των εναγομένων περί υπογραφής των επιδίκων εγγράφων υπό συνθήκες ψευδών παραστάσεων ή/και ψυχικής πίεσης ή/και εξαναγκασμού ή/και με απάτη ή/και δόλο δεν προωθήθηκαν και έχουν εγκαταλειφθεί και επομένως παρέλκει η εξέταση τους. Προβλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ο μη δικογραφημένος ισχυρισμός περί μη υπογραφής των πληρεξουσίων εγγράφων που παρέσχε η εναγομένη 3 στον σύζυγο της για να τα χρησιμοποιήσει για τους σκοπούς της επίδικης παροχής δανειακών διευκολύνσεων. Προβλήθηκε ο ισχυρισμός περί άκυρου ή/και ακυρώσιμου πληρεξουσίου ή/και λόγω ανάκλησης του πληρεξουσίου ή/και λόγω του ότι δεν υπήρχε η δέουσα εξουσιοδότηση ή/και πληρεξουσιοδότηση για την εγγραφή των ισχυριζόμενων υποθηκών. Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 δια της υπερασπίσεως τους, ισχυρίζονται ότι οι επίδικες υποθήκες είναι άκυρες ή/και ακυρώσιμες λόγω άκυρου ή/και ακυρώσιμου πληρεξουσίου ή/και λόγω ανάκλησης του πληρεξουσίου ή/και λόγω του ότι δεν υπήρχε η δέουσα εξουσιοδότηση ή/και πληρεξουσιοδότηση για την εγγραφή των ισχυριζόμενων υποθηκών. Παρά τους ως άνω δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγομένων περί άκυρων πληρεξουσίων εγγράφων, οι εναγόμενοι στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, προώθησαν τη θέση ότι η εναγόμενη 3 δεν υπέγραψε τα πληρεξούσια έγγραφα (Τεκμ. 21Α και 21Β), θέση η οποία δεν δικογραφείται στην Υπεράσπιση τους. Είναι δε γνωστή η νομολογία μας σε σχέση με το ζήτημα της μη αποδοχής από το Δικαστήριο μη δικογραφημένης εκδοχής ενός διαδίκου. Στην υπόθεση Μελάς v. Κυριάκου,
(2003)1 Α.Α.Δ. 826 παρατίθενται τα ακόλουθα σχετικά: «Η σημασία της δικογραφίας τονίσθηκε στην υπόθεση Παπαγεωργίου v. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Πική μέσα στα πιο κάτω πλαίσια. Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανέφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180,(βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134), κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής. (βλ. επίσης Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 836 και Παφίτης και Άλλοι ν. Κουκουρή και άλλων
(1992)1 Α.Α.Δ. 1154).» Η ίδια γραμμή υιοθετήθηκε στην υπόθεση Ayia Napa Nissi Development Ltd κ. ά. ν. Παπαμιχαήλ,
(1992)1 Α.Α.Δ. 549, όπου τονίσθηκε ότι: «Το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των επίδικων θεμάτων, όπως φαίνονται με το κλείσιμο των εγγράφων προτάσεων, ή με την τροποποίηση τους πριν το τέλος της δίκης. Οι υποθέσεις αποφασίζονται με βάση τα γεγονότα που εγείρονται στα δικόγραφα. (Βλ. Eleni Panayiotou Iordanou v. Polycarpos Neophytou Anyftos (1959-1960) 24 C.L.R. 97, Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd.
(1971)1 C.L.R. 134, HjiPavlou v. Jinaro Terra
(1982)1 C.L.R. 433 και Demeco Co. v. Beckhoff
(1988)1 C.L.R. 82). Η Έκθεση Υπεράσπισης αποτελεί δικόγραφο στο οποίο προσδιορίζονται οι θέσεις του εναγομένου έναντι των διεκδικήσεων του ενάγοντος (βλ. Κυριακή Μαυρομιχάλη ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1996)1 Α.Α.Δ. 530) και το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίζει για ζητήματα που δεν αποτελούν μέρος της δικογραφίας (βλ. Βοσκού κ.ά. ν. Ζήνωνος
(2003)1 Α.Α.Δ. 695). Στην παρούσα περίπτωση έχουμε διαπιστώσει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν περιορίστηκε στην εξέταση των επίδικων θεμάτων όπως αυτά καθορίζονταν από τη σχετική δικογραφία, αλλά προχώρησε στην εξέταση και θεμάτων που δεν καλύπτονταν από το περιεχόμενο της Έκθεσης Υπεράσπισης κατά παράβαση των πιο πάνω αρχών που έχουμε αναφέρει. Στην πραγματικότητα δόθηκε η ευκαιρία στον εφεσίβλητο να προβάλει τους λόγους της υπεράσπισης του χωρίς να τους έχει προβάλει στην Έκθεση Υπεράσπισης του, πράγμα ανεπίτρεπτο στο αντιπαραθετικό μας σύστημα διεξαγωγής της δίκης. (Βλ. Christodoulou v. Sofroniou
(1987)1 C.L.R. 441).» Εφόσον ο ισχυρισμός των εναγομένων περί μη υπογραφής των πληρεξουσίων εγγράφων δεν δικογραφείται δεν μπορεί παρά να αγνοηθούν σχετικές αναφορές στην μαρτυρία που πρόσφερε η πλευρά των εναγομένων αλλά και οι σχετικές υποβολές που τέθηκαν στους μάρτυρες των εναγόντων. Ο δικογραφημένος ισχυρισμός περί άκυρου ή/και ακυρώσιμου πληρεξουσίου δεν προωθήθηκε και ως εκ τούτου εκλαμβάνεται ότι έχει εγκαταλειφθεί Προβλήθηκε ο ισχυρισμός περί της ακυρότητας των επίδικων εγγράφων υποθήκης λόγω μη τήρησης των ορθών και νόμιμων διαδικασιών για την εγγραφή των ισχυριζόμενων υποθηκών ή/και ότι οι ισχυριζόμενες υποθήκες έγιναν καθ' υπέρβαση εξουσιών ή/και χωρίς εξουσιοδότηση της εναγομένης 1 και ότι παραβλάφθηκαν κατάφωρα τα δικαιώματα της. Οι ισχυρισμοί αυτοί όμως δεν προωθήθηκαν στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας από πλευράς των εναγομένων και ως εκ τούτου θεωρούνται ότι έχουν εγκαταλειφθεί. Εν πάση δε περιπτώσει σημειώνεται ότι, με βάση τα Τεκμ. 10, 11, 13 και 14, που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, προκύπτει ότι τα ενυπόθηκα ακίνητα είναι ιδιοκτησίας της εναγομένης 3 και όχι της εναγομένης 1, και ως εκ τούτου σε καμία περίπτωση δεν θα ήτο δυνατό η εγγραφή αυτών να έλαβε χώρα καθ' υπέρβαση των εξουσιών της εναγομένης 1 ή/και χωρίς την εξουσιοδότηση της. Σε σχέση με τον ισχυρισμό των εναγομένων για τη μη υπογραφή του επίδικου εγγράφου εγγυήσεως από την εναγομένη 3, η μαρτυρία του κ. Π. Κουμή (Μ.Ε.2) την οποία αποδέχθηκα, θεωρώ ότι είναι καθοριστική. Η εναγομένη 3 υπέγραψε ενώπιον του και προς τούτο έθεσε και την υπογραφή του ως μάρτυρας της υπογραφής της επί του επίδικου εγγράφου εγγύησης. Στα πλαίσια δε της αντεξέτασης του ο κ. Π. Κουμής ήταν απόλυτα σταθερός και ευθύς στις απαντήσεις που έδινε ενώ ήταν σε θέση να περιγράψει την εναγομένη 3 εμφανισιακά, χωρίς να αμφισβητηθεί αυτό από το ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων. Ενισχυτικό στοιχείο της αξιοπιστίας της μαρτυρίας του ήταν το γεγονός ότι θυμόταν την εναγομένη 3 από το γεγονός ότι βρισκόταν σε αναπηρικό καροτσάκι και του είχε ζητηθεί όπως υπογράψει ενώπιον του από συνάδελφο του άλλου καταστήματος των εναγόντων καθώς βόλευε τη μετάβαση της στο κατάστημα της τράπεζας όπου εργαζόταν αυτός. Σχετική ήταν και η μαρτυρία του κ. Μιχ. Σιαντάνη (Μ.Ε.5) ο οποίος ανέφερε ότι για την υπογραφή ενός εγγράφου εγγύησης, είναι αναγκαίο όπως ο προτιθέμενος εγγυητής παρουσιασθεί προσωπικά ενώπιον υπαλλήλου της τράπεζας, σε διαφορετική περίπτωση αποκλείεται από εγγυητής. Η κ. Δ. Νεοφύτου (Μ.Υ.1) ανέφερε ότι εξ όσων θυμάται η μητέρα της, εναγομένη 3 δεν υπέγραψε το έγγραφο εγγυήσεως γιατί δεν μπορούσε να το υπογράψει λόγω της κατάστασης της υγείας της, ενώ όταν της υποδείχθηκε η υπογραφή της εναγομένης 3 στο επίδικο έγγραφο εγγυήσεως η μάρτυς κα Δ. Νεοφύτου αρνήθηκε ότι αυτή ήταν της μητέρας της. Στα πλαίσια όμως της αντεξέτασης της η κα Δ. Νεοφύτου δεν αρνήθηκε με την ίδια ευθύτητα που αρνείτο κατά την κυρίως εξέταση της την υπογραφή των εγγράφων από τη μητέρα της εναγομένη
  1. Συγκεκριμένα, στα πλαίσια της αντεξέτασης της η κ. Δ. Νεοφύτου ανέφερε ότι δεν νομίζει ότι είναι αυτή η υπογραφή της και σε αντίθεση με τα όσα ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι δεν θυμάται ποια ήταν η κατάσταση υγείας της εναγομένης 3 κατά το χρόνο υπογραφής των επίδικων εγγράφων. Η μαρτυρία της όμως έχει κριθεί πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της όπου έκρινα ότι δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτή. Βρίσκω ότι ο ισχυρισμός των εναγομένων για τη μη υπογραφή του επίδικου εγγράφου εγγυήσεως είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Οι εναγόμενοι υπέβαλαν τη θέση για τη μη συναίνεση τους ως προς τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας ημερομηνίας 20.02.2009 και εισηγήθηκαν την απαλλαγή των εναγομένων 2, 3 και 4 ως εγγυητών. Με την υπεράσπιση της η μεν εναγομένη 1 ισχυρίζεται ότι δεν δεσμεύεται από την ισχυριζόμενη συμφωνία ή/και συμπληρωματική συμφωνία ή/και το οποιοδήποτε υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού γιατί οι ενάγοντες μετέβαλαν τους όρους της συμφωνίας άνευ της συναινέσεως της εναγομένης 1 και οι ενάγοντες τέλεσαν πράξεις ασυμβίβαστες προς τα δικαιώματα της. Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 ισχυρίζονται ότι δεν τους δεσμεύει η συμπληρωματική συμφωνία και δηλώνουν ότι δεν έχουν καμία υποχρέωση γι' αυτή καθότι δεν ερωτήθηκαν από τους ενάγοντες και δεν έδωσαν τη συναίνεση τους και ως εκ τούτου αυτό τους απαλλάσσει και από τυχόν προηγούμενη δοθείσα εγγύηση και για την εναγομένη
  2. Σύμφωνα όμως με τα Τεκμ. 4, 5, 6 και 8, τα οποία κατατέθηκαν στο Δικαστήριο από τον κ. Μ. Σωφρονίου (Μ.Ε.1), προκύπτει ξεκάθαρα ότι τα εν λόγω έγγραφα υπογράφηκαν από τον εναγόμενο 2 διευθυντή της εναγομένης 1 και εκ μέρους της και ως εκ τούτου ο ισχυρισμός της εναγομένης 1 περί μη συναίνεσης της ιδίας δεν ευσταθεί. Για την υπογραφή των ρηθέντων εγγράφων, η εναγομένη 1 είχε προβεί σε συνεδρία του διοικητικού της συμβουλίου όπου τα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης 1, τα οποία είχαν συνταχθεί και κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως Τεκμ. 7, φέρουν τις υπογραφές του εναγομένου 2 και της εναγομένης 4, ήτοι του διευθυντή και της γραμματέως της εναγομένης 1 αντίστοιχα. Επιπροσθέτως, οι εναγόμενοι 2 και 4 έθεσαν τις υπογραφές τους και επί του Τεκμ. 8, το οποίο υπογράφτηκε την ίδια ημερομηνία που υπογράφτηκε και η επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 20.02.2009 (Τεκμ. 5). Η κα Μ. Ιωάννου (Μ.Ε.6), στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της, ανέφερε ότι είδε τον εναγόμενο 2 να θέτει την υπογραφή του εκ μέρους της εναγομένης 1 στα Τεκμ. 4 και 5 και περαιτέρω είδε τον εναγόμενο 2, προσωπικά αλλά και εκ μέρους της εναγομένης 1, ως επίσης και την εναγομένη 4 να θέτουν την υπογραφή τους στο Τεκμ.
  3. Η ίδια δε η κα Μ. Ιωάννου έθεσε την υπογραφή της ως μάρτυρας υπογραφών στα Τεκμ. 5 και
  4. Κατά την αντεξέταση της εναγομένης 4, η τελευταία αναγνώρισε τις υπογραφές που έθεσε επί των Τεκμ. 7 και 8 και εντέλει, βάσει αυτών, αποδέχθηκε ότι γνώριζε για την ύπαρξη της εν λόγω συμφωνίας. Με βάση δε όλα τα ανωτέρω ο δικογραφημένος ισχυρισμός των εναγομένων 2 και 4 για το ότι δεν συναίνεσαν στη σύναψη της επίδικης συμφωνίας ημερομηνίας 20.02.2009 και άρα θα πρέπει αν απαλλαγούν από τη δοθείσα εγγύηση δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4, δια της υπογραφής του επίδικου εγγράφου εγγυήσεως (Τεκμ. 9) εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 προς τους ενάγοντες. Το δε ποσό κεφαλαίου για το οποίο θα ευθύνονταν δεν θα υπερέβαινε το περιορισμένο ποσό των €120.000 πλέον τόκους, τραπεζικά δικαιώματα, δικηγορικά και άλλα έξοδα. Ως εκ τούτου και ενόψει του περιορισμένου ποσού της εγγύησης που είχαν παραχωρήσει οι εναγόμενοι 2, 3 και 4, το οποίο εν προκειμένω υπερέβαινε όχι μόνο το αρχικό ποσό του δανειοδοτικού ορίου αλλά και το ποσό της προσωρινής αύξησης του επίδικου λογαριασμού προς την εναγομένη 1, ουδεμία συγκατάθεση ή/και συναίνεση απαιτείτο να δοθεί από τους εναγομένους 2, 3 και
  5. Περαιτέρω, τα δικαιώματα των εναγομένων 2, 3 και 4 δεν παραβλάπτονται σε περίπτωση που δε ζητηθεί η συγκατάθεση τους και ούτε τίθενται οι τελευταίοι με οποιοδήποτε τρόπο σε δυσμενέστερη θέση αφ' ης στιγμής η ευθύνη τους περιορίζεται στο ποσό των €120.000= πλέον τόκους, τραπεζικά δικαιώματα, δικηγορικά και άλλα έξοδα. Σχετικός με το εν λόγω ζήτημα είναι ο όρος 5 του Τεκμ. 9, ο οποίος συμφωνήθηκε μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 2, 3 και 4 ο οποίος προνοεί τα ακόλουθα: «Συμφωνώ ότι η Τράπεζα θα έχει την εξουσία κατά την απόλυτη κρίση της, χωρίς άλλη συγκατάθεση από μένα και χωρίς να επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο η ευθύνη μου βάσει της ρηθείσας εγγύησης: (α) Να τερματίζει και/ή ελαττώνει και/ή αυξάνει και/ή τροποποιεί τις χρηματοδοτήσεις και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις που παρέχει προς τον Πρωτοφειλέτη. (β) Να δίδει προς τον Πρωτοφειλέτη παρατάσεις χρόνου για την εκτέλεση από αυτόν οποιασδήποτε υποχρέωσης του και/ή να απέχει από του να λαμβάνει οποιαδήποτε διαβήματα εναντίον του Πρωτοφειλέτη για είσπραξη των χρεών του. (γ) Να ανανεώνει γραμμάτια, συναλλαγματικές, ομόλογα ή άλλες διαπραγματεύσιμες αξίες του Πρωτοφειλέτη. (δ) Να συαναλλάσσεται, ανταλλάσσει, ακυρώνει, τροποποιεί ή απέχει από του να τελειοποιεί ή να θέτει σε εφαρμογή οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις ή άλλες εγγυήσεις ή δικαιώματα που η Τράπεζα έχει τώρα ή δυνατόν να έχει στο μέλλον από τον Πρωτοφειλέτη ή εναντίον του Πρωτοφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. (ε) Να προβαίνει σε συμβιβασμούς με τον Πρωτοφειλέτη ή με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή εγγυητή, (στ) να τροποποιεί σύμφωνα με την απόλυτη κρίση της και χωρίς τη δική μου συγκατάθεση τους όρους σύμφωνα με τους οποίους χορηγήθηκαν ή χορηγούνται προς τον Πρωτοφειλέτη οι τραπεζικές διευκολύνσεις ή οποιεσδήποτε εξ αυτών όπως επίσης και τους όρους όλων των εγγράφων που εκδόθηκαν ή/και υπογράφηκαν από την Τράπεζα σε σχέση με τις ρηθείσες τραπεζικές διευκολύνσεις συμπεριλαμβανομένων των όρων οποιωνδήποτε άλλων εγγράφων οποιασδήποτε φύσης.» Το συγκεκριμένο ζήτημα είχε απασχολήσει εμμέσως το Ανώτατο Δικαστήριο στην ECLI:CY:AD:2014:A8, Πολιτική Έφεση αρ. 200/2009, ημερομηνίας 09/01/2014, Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας v. Γερόλεμου Καπετάνιου άλλως Γερόλεμου Γεωργίου Καπετάνιου, όπου η Εφεσείουσα είχε αυξήσει το όριο τρεχούμενου λογαριασμού εταιρείας, παραχωρώντας της επιπρόσθετο ποσό Λ.Κ 15.000, χωρίς να δοθεί προηγούμενη ενημέρωση ή εξουσιοδότηση των εγγυητών και αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με την καλά καθιερωμένη αρχή δικαίου μεταβολή των όρων της κύριας Συμφωνίας η οποία δεν καλύπτεται από τη Συμφωνία Εγγύησης και ούτε τυγχάνει της έγκρισης του εγγυητή, νοουμένου πάντοτε ότι συνιστά ουσιώδη μεταβολή, απαλλάσσει τον εγγυητή πλήρως (Άρθρο 91 του Κεφ. 149). Σχετικά βεβαίως είναι πάντοτε τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και κυρίως οι όροι της υπό κρίση σύμβασης (Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Τ.E. & Sons Importing Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 180), η οποία πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά και προς όφελος του εγγυητή. Οι συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων μερών πρέπει να ερμηνεύονται όπως καθορίζει η νομολογία: συνολικά και με συμμετρικότητα ώστε να μη δημιουργείται δυσαρμονία στην εξήγησή τους: Epcov. Lartico
(1978)1 C.L.R.201, Saab and another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Εθνική Τράπεζα ν. Χατζηνέστορος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204, Archbold Investments Ltd κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ.
(2006)1 Α.Α.Δ.
  1. Στην υπόθεση Archbold, (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι «οι αυξήσεις χρεωστικού ορίου που παραχωρήθηκαν είναι στα πλαίσια εφαρμογής και λειτουργίας της συμφωνίας - Τεκμήριο 1, η οποία αποτελεί τη συμφωνία παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων σε τρεχούμενο λογαριασμό, χωρίς προκαθορισμένο ποσό και με κανένα τρόπο δεν επηρεάζουν την ευθύνη των εγγυητών.» Στην υπό εκδίκαση υπόθεση η ειδοποιός διαφορά με την πιο πάνω, βρίσκεται στο ότι οι τραπεζικές διευκολύνσεις παραχωρήθηκαν για συγκεκριμένο ποσό μέχρι του ποσού των Λ.Κ.5.
  2. Το πράγμα όμως δεν αλλάζει τη συλλογιστική που οφείλει να ακολουθείται στην υπό κρίση σχέση. Δεδομένου των όρων 16 και 17 της σύμβασης εγγύησης και της κάλυψης της αύξησης του ορίου του επίδικου λογαριασμού από τις εξασφαλίσεις του εναγόμενου 5, η ευθύνη των εγγυητών παρέμεινε ανεπηρέαστη και μέχρι του ποσού των Λ.Κ.5.000:
  3. Η εγγύησή μου αυτή θα είναι μια πρόσθετη εξασφάλιση και δεν επηρεάζει ή θα επηρεάζεται από υφιστάμενες ή μελλοντικές εξασφαλίσεις τις οποίες έχει ή θα έχει η Συνεργατική από τον Πρωτοφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα για τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη είτε αυτές είναι παρούσες, μέλλουσες ή ενδεχόμενες ή προσωπικές ή από κοινού με οποιοδήποτε πρόσωπο ή πρόσωπα.»
  4. Περαιτέρω και χωρίς επηρεασμό της ισχύος οποιασδήποτε από τις πιο πάνω πρόνοιες η Συνεργατική θα έχει το δικαίωμα οποιαδήποτε στιγμή και χωρίς να επηρεάζει την ισχύ της παρούσας εγγύησης και/ή την ευθύνη μου με βάση τη παρούσα εγγύηση να πράττει τα ακόλουθα: (α) Να τερματίζει και/ή ελαττώνει και/ή αυξάνει το παρεχόμενο δάνειο σε τρεχούμενο ή άλλο λογαριασμό, πίστωση, τραπεζική ή άλλου είδους πιστωτική διευκόλυνση προς τον Πρωτοφειλέτη. (β) Να δίνει προς τον Πρωτοφειλέτη παρατάσεις χρόνου για την εκτέλεση από αυτόν οποιασδήποτε υποχρέωσης.». Άλλωστε το ίδιο το Δικαστήριο, παραπέμποντας στον όρο 17, δέχεται ότι η εφεσείουσα διατηρούσε το δικαίωμα οποιαδήποτε στιγμή να αυξάνει το δάνειο ή άλλου είδους πιστωτική διευκόλυνση προς τον πρωτοφειλέτη, χωρίς να επηρεάζεται η ισχύς της εγγύησης και ότι η παράλειψή τους να εξασφαλίσουν τη συγκατάθεσή των εγγυητών δεν θα μπορούσε να παραβλάψει τα δικαιώματά τους, αλλά ούτε και θα μπορούσε να απαλλάξει τους εγγυητές. Όντως με την υπογραφή της Συμφωνίας Δέσμευσης εξασφαλιζόταν το επιπρόσθετο ποσό των Λ.Κ.15.000, αλλά και οι ίδιοι οι εγγυητές των οποίων η θέση δεν επηρεάστηκε προς το χειρότερο από την αύξηση του ορίου της εναγόμενης 1.» Στη βάση λοιπόν των ανωτέρω καταλήγω ότι ουδεμία υποχρέωση είχαν οι τελευταίοι για να λάβουν τη συγκατάθεση των εγγυητών, εναγομένων 2, 3 και 4 πριν την υπογραφή των Τεκμ. 4 και
  5. Ο κ. Χριστάκης Κκολού (Μ.Υ.2), κατά την κυρίως εξέταση του, κατέθεσε στο Δικαστήριο δέσμη ιατρικών εγγράφων, τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμ. 27(Α), 27(Β), 27(Γ) και 27(Δ). Η κατάθεση των ως άνω ιατρικών βεβαιώσεων αποσκοπούσαν στην απόδειξη του ισχυρισμού περί έλλειψης δικαιοπρακτικής ικανότητας της εναγομένης 3 κατά την υπογραφή εκ μέρους της του εγγυητήριου εγγράφου και των πληρεξουσίων εγγράφων. Όμως δεν υπάρχει δικογράφηση λόγου ακύρωσης των επιδίκων εγγράφων η έλλειψης δικαιοπρακτικής ικανότητας της εναγομένης 3 λόγω της κατάστασης της υγείας της και/ή ούτε γίνεται αναφορά στην κακή κατάσταση της υγείας της εναγομένης 3 κατά τον επίδικο χρόνο και ότι η κατάσταση της υγείας της δεν της επέτρεπε να θέτει την υπογραφή της επί εγγράφων. Συνεπώς, οι αναφορές των Μ.Υ.1 και 2 αναφορικά με την κακή κατάσταση της υγείας της εναγομένης 3 και η υποβολή θέσεων και ερωτημάτων στους μάρτυρες των εναγόντων σε σχέση με την κατάσταση της υγείας της εναγομένης 3 δεν μπορεί παρά να αγνοηθούν. Ακόμα και στη περίπτωση που θεωρείτο ότι οι εν λόγω αναφορές είναι δικογραφημένες, αυτές κατά τον τρόπο που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ως μαρτυρία δεν έχουν αποδεικτική αξία και/ή βαρύτητα για τους ακόλουθους λόγους: Προκύπτει ότι η δοθείσα από τον Μ.Υ.2 μαρτυρία και η κατάθεση στο Δικαστήριο των ως άνω Ιατρικών Πιστοποιητικών από αυτόν ο οποίος δεν είναι ιατρός/εμπειρογνώμονας και σε καμία περίπτωση το πρόσωπο που συνέταξε και εξέδωσε κάποιο από αυτά τα πιστοποιητικά εντάσσουν την εν λόγω μαρτυρία στην εξ ακοής μαρτυρία, αφού προσήγαγε τα ρηθέντα έγγραφα ως μαρτυρία για απόδειξη των όσων αναφέρονται επ' αυτών. Σύμφωνα και με τις πρόνοιες του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, η εξ ακοής μαρτυρία είναι αποδεκτή από το Δικαστήριο αλλά εναπόκειται στο τελευταίο να αξιολογήσει τη βαρύτητα που θα προσδώσει σε αυτή. Ειδικότερα, το ζήτημα της αξιολόγησης της βαρύτητας της εξ ακοής μαρτυρίας ρυθμίζεται από το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: 27.-
(1)Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας.
(2)Ειδικότερα, και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου
(1), το Δικαστήριο θα λαμβάνει υπόψη τα πιο κάτω: (α) Κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση· (β) το χρονικό διάστημα μεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος στο οποίο αυτή αναφέρεται· (γ) το βαθμό της εξ ακοής μαρτυρίας, δηλαδή κατά πόσο η μαρτυρία περιλαμβάνει εξ ακοής μαρτυρία πέραν του πρώτου βαθμού· (δ) κατά πόσο οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε οποιοδήποτε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα· (ε) κατά πόσο η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι· (στ) το πλαίσιο μέσα στο οποίο, ή οποιοσδήποτε σκοπός για τον οποίο έγινε η αρχική δήλωση· (ζ) κατά πόσο η εξ ακοής μαρτυρία είναι ουσιωδώς διαφορετική από την αρχική δήλωση· (η) κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες προσάγεται η εξ ακοής μαρτυρία, φαίνεται ότι δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της μαρτυρίας ή γίνεται προσπάθεια παρεμπόδισης της ορθής αξιολόγησης της βαρύτητας της μαρτυρίας.
  1. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το Δικαστήριο σε εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε.» Στη βάση επομένως της πιο πάνω νομοθετικής πρόνοιας, κατά την άποψη μου δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε αποδεικτική αξία στα εν λόγω τεκμήρια. Και αυτό καθώς ήταν εύλογο και εφικτό, οι εναγόμενοι να είχαν κλητεύσει ως μάρτυρες τους ιατρούς, οι οποίοι εξέδωσαν τα ρηθέντα έγγραφα. Σημειώνεται ότι οι ιατροί είναι πρόσωπα που ασκούν την ιατρική στην Κύπρο και ως εκ τούτου ήταν εφικτό να κλητευθούν και να δώσουν μαρτυρία οι ίδιοι προσωπικά. Από την άλλη η υπερασπιστική γραμμή που ακολουθήθηκε από την πλευρά των εναγομένων καθ' όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας (εάν ήθελε θεωρηθεί ότι η εν λόγω υπερασπιστική γραμμή ήταν δικογραφημένη) ήταν ότι η εναγομένη 3 δεν υπέγραψε κανένα εκ των επιδίκων εγγράφων καθότι δεν ήταν σε θέση να το κάνει λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε. Ως εκ τούτου, ήταν αναγκαίο να είχαν κλητευθεί τα συγκεκριμένα πρόσωπα στο Δικαστήριο. Πέραν όμως αυτών, το χρονικό διάστημα μεταξύ των αρχικών δηλώσεων και των γεγονότων στα οποία αυτά αναφέρονται σημειώνεται ότι κανένα από αυτά τα ιατρικά πιστοποιητικά δεν αφορά τον επίδικο χρόνο υπογραφής των εγγράφων και ως εκ τούτου κανένα ασφαλές συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί από αυτά. Το πλησιέστερο χρονικά στο χρόνο υπογραφής των επίδικων εγγράφων είναι το Τεκμ. 27(Β), το οποίο είναι ημερομηνίας 19.06.2006 και από το οποίο δεν προκύπτει ότι η εναγομένη 3 δεν είχε την ικανότητα να υπογράψει τα επίδικα έγγραφα και να αντιληφθεί τη σημασία τους. Στη βάση επομένως των ανωτέρω κρίνω ότι οι εναγόμενοι είχαν τη δυνατότητα και θα μπορούσαν να προσκομίσουν την καλύτερη δυνατή μαρτυρία, κλητεύοντας τους συγκεκριμένους ιατρούς ή άλλη ιατρική μαρτυρία, αλλά παρά ταύτα δεν το έπραξαν. Ως εκ τούτου καμιά βαρύτητα δεν μπορεί να δοθεί στα συγκεκριμένα τεκμήρια τα οποία και δεν λαμβάνονται υπ' όψιν. Σε σχέση με το ζήτημα του τερματισμού της επίδικης συμφωνίας οι ενάγοντες ισχυρίζονται στην έκθεση απαίτησης τους αλλά και σύμφωνα με την μαρτυρία του κ. Μ. Σωφρονίου (Μ.Ε.1) ότι τερμάτισαν τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού με τις επιστολές τους ημερομηνίας 14.12.2010 (Τεκμ. 18), λόγω μη συμμόρφωσης των εναγομένων στο περιεχόμενο των επιστολών ημερομηνίας 02.11.2010 και 22.11.2010 (Τεκμ. 16 και 17). Όσον αφορά τους εναγομένους 1, 2 και 3 οι επιστολές τερματισμού ημερομηνίας 14.12.2010 αποστάληκαν στη διεύθυνση Κωστή Παλαμά 17, 5320 Λιοπέτρι και όσον αφορά την εναγομένη 4 αποστάληκε στη διεύθυνση Αγίου Ανδρέα 30, 6320 Λιοπέτρι, οι οποίες είναι οι δοθείσες από τους εναγομένους 1, 2, 3 και 4 διευθύνσεις, ως αυτές αναγράφονται στα Τεκμ. 2, 5 και
  2. Στην ECLI:CY:AD:2015:A648, Πολιτική Έφεση 84/2009, ημερομηνίας 02.10.2015, Alpha Bank Cyprus Ltd, Εμπορευόμενοι ως Lombard Natwest Bank Ltd & Alpha Bank Ltd v. ARENA MOTOR SHOW LTD, δια του προσωρινού εκκαθαριστή τους Επίσημου Παραλήπτη κ.α, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από το Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Reissue, Τόμος 7
(1)σελ. 393, παρ. 882 αναφορικά με την απόδειξη ταχυδρόμησης μιας επιστολής: «
  1. Proof of posting.''The posting of a letter may be proved by the person who posted it, or by showing facts from which posting may be presumed. Thus, evidence of posting may be given by proving that a letter was delivered to an employee who in the ordinary course of business would have posted it, or that it was put into a box which was cleared every day by the postman." Σε ελεύθερη μετάφραση: «
  2. Απόδειξη ταχυδρόμησης. Η ταχυδρόμηση μίας επιστολής μπορεί να αποδειχθεί από το πρόσωπο που την ταχυδρόμησε ή καταδεικνύοντας γεγονότα από τα οποία η ταχυδρόμηση μπορεί να τεκμηριωθεί. Επομένως, μαρτυρία ταχυδρόμησης μπορεί να δοθεί αποδεικνύοντας ότι η επιστολή παραδόθηκε σ' ένα υπάλληλο, ο οποίος στη συνήθη πορεία της εργασίας του θα την είχε ταχυδρομήσει ή ότι τοποθετήθηκε σ' ένα κουτί από το οποίο τις παραλάμβανε καθημερινά ο ταχυδρόμος.» Σε περίπτωση δε που δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή των επιστολών τερματισμού στις διευθύνσεις που αναγράφονται επί της συμβάσεως επέφερε τον νόμιμο τερματισμό της επίδικης συμφωνίας (Βλ. Barclays Bank Plc κ.α v. J.G.L (Constr.) Ltd κ.α.
(2000)1 (Γ) ΑΑΔ 1726, 1733). Υπάρχει τεκμήριο, το οποίο εν προκειμένω θεωρούμε ότι δεν ανατράπηκε, ότι μία επιστολή ταχυδρομείου που αποδεικνύεται πως έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο έχει παραδοθεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (Βλ. Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R 9, 18 και Πιττάκα v. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1895, 1906-7). Σημειώνεται δε ότι η κα Δ. Νεοφύτου (Μ.Υ.1), στα πλαίσια της αντεξέτασης της, ανέφερε όταν ρωτήθηκε γι' αυτό ότι διεύθυνση διαμονής της μέχρι και σήμερα είναι η πιο πάνω αναφερόμενη διεύθυνση, η οποία είχε δοθεί στους ενάγοντες από την ίδια κατά το χρόνο υπογραφής των επίδικων εγγράφων. Προβλήθηκε ο ισχυρισμός από τους εναγομένους ότι ο επίδικος λογαριασμός περιλαμβάνει ποσά χρεωθέντα χωρίς συμφωνία ή/και εξουσιοδότηση ή/και χρεωθέντα αυθαίρετα ή/και περιλαμβάνει παράνομους ή/και υπερβολικούς τόκους ή/και έχουν χρεωθεί τόκοι πέραν των συμφωνηθέντων ή/και υπολογίστηκαν τόκοι επί των τόκων και άλλες αντικανονικές και παράνομες χρεώσεις ή/και μη δικαίωμα για κεφαλαιοποίηση οποιωνδήποτε χρεώσεων 2 φορές το χρόνο. Οι εναγόμενοι δια των υπερασπίσεων τους ισχυρίζονται ότι δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες και σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι οφείλουν, ισχυρίζονται ότι το ποσό που αξιώνεται είναι λανθασμένο καθότι περιλαμβάνει ποσά χρεωθέντα χωρίς συμφωνία ή/και εξουσιοδότηση ή/και χρεωθέντα αυθαίρετα ή/και περιλαμβάνει παράνομους ή/και υπερβολικούς τόκους ή/και έχουν χρεωθεί τόκοι πέραν των συμφωνηθέντων ή/και υπολογίστηκαν τόκοι επί των τόκων και άλλες αντικανονικές και παράνομες χρεώσεις ή/και δεν υπήρχε δικαίωμα για κεφαλαιοποίηση οποιωνδήποτε χρεώσεων 2 φορές το χρόνο. Ως έχει νομολογηθεί, οι χρεώσεις των τόκων πρέπει να είναι απότοκο των όρων των συμφωνιών δανείου. (Βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα v. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 479 και Θεοδώρου v. Hellenic Bank Ltd
(2012)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2059). Εν προκειμένω και σύμφωνα με τα Τεκμ. 1 και 2, είχε συμφωνηθεί αρχικά μεταξύ των μερών ότι ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός θα χρεωνόταν με 6 μηνών Euribor, το οποίο κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας ημερομηνίας 07.04.2008 (Τεκμ. 2), ανερχόταν σε 4,437%, προσαυξημένο προς 2,00% (περιθώριο), ήτοι συνολικό επιτόκιο εκ 6,437%. Επιπροσθέτως, είχε συμφωνηθεί μεταξύ των μερών ότι ο τόκος θα κεφαλαιοποιείτο κάθε 6 μήνες, την 30/06 και την 31/12 εκάστου έτους. Περαιτέρω και σύμφωνα με τα Τεκμ. 4 και 5, στις 20.02.2009 συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ότι ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο, το οποίο θα αποτελείτο από το βασικό επιτόκιο των εναγόντων, το οποίο κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας ημερομηνίας 20.02.2009 (Τεκμ. 5), ανερχόταν σε 5,25%, προσαυξημένο προς 2,00% (περιθώριο), ήτοι συνολικό επιτόκιο εκ 7,250% και με κεφαλαιοποίηση του τόκου κάθε 6 μήνες, την 30/06 και την 31/12 εκάστου έτους. Αναφορικά δε με τον τόκο υπερημερίας που επιβάλλεται στον επίδικο λογαριασμό υπάρχει η ακόλουθη πρόνοια στις συμφωνίες ημερομηνίας 07.04.2008 και 20.02.2009, ήτοι στα Τεκμ. 2 και 5 αντίστοιχα: «Αν οποιοδήποτε ποσό που καθίσταται πληρωτέο δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, δεν πληρωθεί την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέο, ο Χρεώστης θα πληρώνει τόκο υπερημερίας από την ημερομηνία που το ποσό κατέστη πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης του στην Τράπεζα. Το ποσοστό του τόκου υπερημερίας θα ορίζεται από την Τράπεζα και θα κοινοποιείται στον Χρεώστη και θα είναι ποσοστό ετησίως πέραν του ποσοστού επιτοκίου που κανονικά θα ίσχυε.» Περαιτέρω, στις 20.02.2009 οι εναγόμενοι δια της υπογραφής του Τεκμ. 8 συμφώνησαν ότι η υπέρβαση του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού θα επιβαρύνεται με τόκο υπερημερίας εκ 5,25%. Ανεξαρτήτως τούτου, είναι η θέση των εναγόντων ότι υπογραφή του Τεκμ. 8 από τους εναγομένους δεν ήτο αναγκαία ως προς το καθορισμό συγκεκριμένου ποσοστού τόκου υπερημερίας ενόψει του ακόλουθου όρου 9 του επίδικου εγγράφου εγγυήσεως, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα : «Συμφωνώ ότι η Τράπεζα θα έχει την εξουσία κατά την απόλυτη κρίση της, χωρίς άλλη συγκατάθεση από μένα και χωρίς να επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο η ευθύνη μου βάσει της ρηθείσας εγγύησης: (α) Να τερματίζει και/ή ελαττώνει και/ή αυξάνει και/ή τροποποιεί τις χρηματοδοτήσεις και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις που παρέχει προς τον Πρωτοφειλέτη. (β) Να δίδει προς τον Πρωτοφειλέτη παρατάσεις χρόνου για την εκτέλεση από αυτόν οποιασδήποτε υποχρέωσης του και/ή να απέχει από του να λαμβάνει οποιαδήποτε διαβήματα εναντίον του Πρωτοφειλέτη για είσπραξη των χρεών του. (γ) Να ανανεώνει γραμμάτια, συναλλαγματικές, ομόλογα ή άλλες διαπραγματεύσιμες αξίες του Πρωτοφειλέτη. (δ) Να συναλλάσσεται, ανταλλάσσει, ακυρώνει, τροποποιεί ή απέχει από του να τελειοποιεί ή να θέτει σε εφαρμογή οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις ή άλλες εγγυήσεις ή δικαιώματα που η Τράπεζα έχει τώρα ή δυνατόν να έχει στο μέλλον από τον Πρωτοφειλέτη ή εναντίον του Πρωτοφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. (ε) Να προβαίνει σε συμβιβασμούς με τον πρωτοφειλέτη ή με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή εγγυητή, (στ) να τροποποιεί σύμφωνα με την απόλυτη κρίση της και χωρίς τη δική μου συγκατάθεση τους όρους σύμφωνα με τους οποίους χορηγήθηκαν ή χορηγούνται προς τον Πρωτοφειλέτη οι τραπεζικές διευκολύνσεις ή οποιεσδήποτε εξ αυτών όπως επίσης και τους όρους όλων των εγγράφων που εκδόθηκαν ή/και υπογράφηκαν από την Τράπεζα σε σχέση με τις ρηθείσες τραπεζικές διευκολύνσεις συμπεριλαμβανομένων των όρων οποιωνδήποτε άλλων εγγράφων οποιασδήποτε φύσης.» Βάσει δε του ρηθέντος όρου του επίδικου εγγράφου εγγυήσεως, οι ενάγοντες είχαν το δικαίωμα, χωρίς να ενημερώσουν ή/και να λάβουν τη σχετική συγκατάθεση των εναγομένων, να καθορίσουν συγκεκριμένο ποσοστό τόκου υπερημερίας, με το οποίο θα επιβαρύνεται η όποια υπέρβαση στο επίδικο λογαριασμό. Περαιτέρω, δια των επιστολών ημερομηνίας 02.11.2010 και 22.11.2010 (Τεκμ. 16 και 17), οι εναγόμενοι είχαν ενημερωθεί ότι ο επίδικος λογαριασμός βρισκόταν σε υπέρβαση και μέχρι να ομαλοποιείτο, ο επίδικος λογαριασμός θα επιβαρυνόταν επιπρόσθετα με τόκο υπερημερίας προς 5,25% επί του ποσού της υπέρβασης. Δια των επιστολών δε τερματισμού ημερομηνίας 22.11.2010, οι εναγόμενοι ενημερώθηκαν ότι θα εξακολουθούσε να χρεώνεται στον επίδικο λογαριασμό τόκος σύμφωνα με τα ποσοστά, τα οποία ισχύουν για το λογαριασμό σας μέχρι την εξόφληση και επιπρόσθετα ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο αυτού θα επιβαρυνόταν με τόκο υπερημερίας 6,00%. Ως εκ τούτου, είναι η θέση των εναγόντων ότι έχει ρητώς συμφωνηθεί με τους εναγομένους ότι ο τόκος υπερημερίας θα ανερχόταν σε 5,25% και ο οποίος δια των επιστολών τερματισμού (Τεκμ. 18), ανήλθε σε 6,00%, δυνάμει των προνοιών των Τεκμ. 2 και 5. Ενόψει όμως των τροποποιήσεων που επήλθαν στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 έως 2015 και ειδικότερα στο άρθρο 3 αυτού, στο οποίο προβλέπεται ότι η επιβολή τόκου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται, οι ενάγοντες περιόρισαν τον τόκο υπερημερίας που αξιώνουν από 6,00% σε 2,00% από την ημερομηνία τερματισμού του επίδικου λογαριασμού, ήτοι στις 14.12.2010. Προς το σκοπό αυτό, οι ενάγοντες δια αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως μέρος του Τεκμ. 19, περιόρισαν το επιτόκιο σε σχέση με τον τόκο υπερημερίας σε 2,00%. Αναφορικά με την κατάθεση στο Δικαστήριο αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμών έχει νομολογηθεί ότι είναι έγγραφα βοηθητικά που καταρτίζονται για σκοπούς του δικαστικού αγώνα προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου και περιορισμό, εν προκειμένω, των επίδικων θεμάτων (Βλ. Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 (Β) Α.Α.Δ. 1238, 1246-48) Στην υπόθεση Ιωαννίδης κ.α v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A484, Πολιτική Έφεση 1/2010, ημερομηνίας 08.07.2014, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι οι Εφεσίβλητοι είχαν το δικαίωμα να χρεώνουν τόκο υπερημερίας εκ 3,00%, ο οποίος ορθά επιδικάστηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο, καθότι το ποσοστό αυτό προνοείτο ρητά στη σχετική συμφωνία. Παραθέτω πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα της απόφασης: «Οι Εφεσείοντες προβάλλουν ότι η συμφωνία ορθά ερμηνευόμενη δεν επέτρεπε στους Εφεσιβλήτους να χρεώνουν επιβάρυνση 3% επί του δανείου. Περαιτέρω, προβάλλουν ότι μια τέτοια επιβάρυνση αντίκειται στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999 (Ν. 160(Ι)/99), καθώς και στο άρθρο 73 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Τέλος θεωρούν ότι το πρωτόδικο δικαστήριο παρερμήνευσε τα αποφασισθέντα στη Νεάρχου κ.α. v. Eθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1Β ΑΑΔ 818. Ούτε αυτός ο λόγος έφεσης ευσταθεί. Το βασικό παράπονο των Εφεσειόντων απαντάται από την ίδια τη Συμφωνία ημερ. 12.8.2004 (Τεκμήριο 3) και συγκεκριμένα από τον όρο Δ΄ ο οποίος αφορά σε «Προμήθειες/Επιβαρύνσεις-Τραπεζικά Δικαιώματα». Η υποπαράγραφος (γ) του όρου Δ΄ προβλέπει ότι:-΄ «(γ) Σε περίπτωση τυχόν υπερβάσεων των παραχωρηθέντων ορίων ή καθυστέρησης πληρωμής υποχρεώσεων τακτής λήξεως θα υπάρξει πρόσθετη επιβάρυνση προς 3% (Τρία τοις εκατό) το χρόνο επί του ποσού της υπέρβασης ή του ληξιπρόθεσμου ποσού.» Επομένως είναι εντελώς ανεδαφικός ο ισχυρισμός ότι οι Εφεσίβλητοι δεν είχαν εξουσία να επιβάλουν μια τέτοια χρέωση. Έχουμε επίσης μελετήσει τον ισχυρισμό ότι παρερμηνεύθηκαν τα αποφασισθέντα σην υπόθεση Νεάρχου κ.α. v. Eθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ κ.α., ανωτέρω. Είναι ορθό ότι η υπόθεση αφορά σε συνοπτική απόφαση, αλλά στις σελίδες 828-829, το Εφετείο με αναφορά στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο, εξετάζει την επιβολή πρόσθετου επιτοκίου 3% το χρόνο χωρίς να δεχθεί ότι μια τέτοια χρέωση ήταν παράνομη, εφόσον καλυπτόταν από τις μεταξύ των μερών συμφωνίες. Είναι αυτή τη δυνατότητα χρέωσης πρόσθετου επιτοκίου υπό προϋποθέσεις που ήθελε το πρωτόδικο δικαστήριο να τονίσει με την αναφορά του στην υπόθεση Νεάρχου. Εξάλλου δεν υπήρχε οτιδήποτε άλλο που να συνδέει εκείνη την υπόθεση με την παρούσα. Όμως ακόμη και κρίνοντας λανθασμένη την αναφορά του Δικαστηρίου στη Νεάρχου, με κανένα τρόπο δεν θα αλλοιώνονταν τα μεταξύ των μερών ρητώς συμφωνηθέντα. Εν πάση περιπτώσει, ανεξαρτήτως από τη Νεάρχου, απόλυτα σχετική είναι η υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α., ανωτέρω, στην οποία μας παρέπεμψε η δικηγόρος των Εφεσιβλήτων.» Στην προκειμένη όμως περίπτωση, είχε ρητώς συμφωνηθεί αρχικά η επιβολή τόκου υπερημερίας προς 5,25%, ο οποίος, δια των επιστολών τερματισμού (Τεκμ. 18), ανήλθε σε 6,00% και ως εκ τούτου η διεκδίκηση τόκου υπερημερίας προς 2,00% συνιστά απλά περιορισμό του συμφωνηθέντος τόκου υπερημερίας ύψους 5,25% (ως αυτός συμφωνήθηκε κατά τη σύναψη της τροποποιητικής συμφωνίας). Ειδικότερα οι ενάγοντες εκπλήρωσαν την υποχρέωση που επιτάσσει το άρθρο 3
(1)στ του περί περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμοι του 1999 έως 2015, ήτοι δήλωσαν σαφώς στη σύμβαση πιστωτικών διευκολύνσεων και ενημέρωσαν τον οφειλέτη κατά τη διαπραγμάτευση της σύμβασης για το ύψος του επιτοκίου υπερημερίας. Με βάση όλα τα ανωτέρω, είναι η θέση των εναγόντων ότι οι τελευταίοι, πέραν του συμβατικού επιτοκίου, δικαιούνται σε τόκο υπερημερίας εκ 2,00% και επομένως το επιτόκιο του επίδικου λογαριασμού, το οποίο αξιώνουν, ανέρχεται σήμερα σε 9,25% και αποτελείται από το βασικό επιτόκιο εκ 5,25%, πλέον 2,00% προσαύξηση, πλέον 2,00% τόκο υπερημερίας και ισχύει από τις 14.12.2010, ημερομηνία τερματισμού του επίδικου λογαριασμού. Ο κ. Μ. Σωφρονίου (Μ.Ε.1) προς απόδειξη του οφειλόμενου υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού κατέθεσε στο Δικαστήριο κατάσταση του επίδικου λογαριασμού, η οποία σημειώθηκε ως Τεκμ. 19. Ανέφερε δε ότι οι ενάγοντες καθ' όλη την περίοδο εργασιών και λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού διατηρούν αρχείο τήρησης λογαριασμών για το κάθε πελάτη στους ηλεκτρονικούς τους υπολογιστές και σε κάθε λογαριασμό γινόταν και γίνεται συνεχής ενημέρωση και καταχώριση κάθε χρέωσης και πίστωσης που γίνεται και τον αφορά. Αναφορικά με την καταχώριση της κατάστασης λογαριασμού, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο σημείωσε ότι είναι σύνηθες για τους ενάγοντες έγγραφο, έχει γίνει κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των εναγόντων και βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο τους. Ανέφερε περαιτέρω ότι συνέκρινε την κατατεθείσα στο Δικαστήριο κατάσταση λογαριασμού με την κατάσταση λογαριασμού που διατηρείται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή των εναγόντων και η οποία αποτελεί απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου των εναγόντων και διαπίστωσε την ορθότητα αυτής. Το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9) διαλαμβάνει τα ακόλουθα σε σχέση με τα τραπεζικά βιβλία׃ 22.-
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.
(2)Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.
(3)Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είvαι oρθό. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση, από πρόσωπo τo oπoίo έλεγξε τo αvτίγραφo με τηv αρχική καταχώριση.
(4)Τραπεζίτης ή τραπεζικός υπάλληλoς δεv είvαι υπόχρεoς vα παρoυσιάσει oπoιoδήπoτε τραπεζικό βιβλίo, τo περιεχόμεvo τoυ oπoίoυ δύvαται vα απoδειχθεί δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, ή vα εμφαvισθεί ως μάρτυρας, για vα απoδείξει τα θέματα, τις συvαλλαγές και τoυς λoγαριασμoύς πoυ είvαι καταχωρισμέvoι σ' αυτό, παρά μόvo με δικαστικό διάταγμα, τo oπoίo εκδίδεται ειδικά για τo σκoπό αυτό.
(5)Κατόπιv αίτησης διαδίκoυ, δικαστήριo δύvαται vα εκδώσει διάταγμα, σύμφωvα με τo oπoίo vα επιτρέπεται σε διάδικo vα επιθεωρήσει και vα λάβει αvτίγραφα καταχωρίσεωv σε τραπεζικό βιβλίo για σκoπoύς της διαδικασίας. Διάταγμα δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ δύvαται vα εκδoθεί με κλήτευση ή μη της τράπεζας ή άλλoυ διαδίκoυ και επιδίδεται στηv τράπεζα τρεις ημέρες πριv από τηv ημέρα κατά τηv oπoία πρέπει vα υπάρξει συμμόρφωση με τo διάταγμα, εκτός αv τo δικαστήριo ήθελε διαφoρετικά διατάξει. Οι τραπεζικές αργίες, oι oπoίες oρίζovται στov περί Τραπεζικώv Αργιώv Νόμo, και τo άρθρo 65 τoυ περί Κεvτρικής Τραπέζης της Κύπρoυ Νόμoυ, εξαιρoύvται από τov υπoλoγισμό τoυ χρόvoυ δυvάμει τoυ παρόvτoς εδαφίoυ.
(6)Στo παρόv άρθρo- "τράπεζα" ή "τραπεζίτης" σημαίvει τράπεζα η oπoία έχει άδεια vα διεξάγει τραπεζική εργασία δυvάμει τoυ περί Τραπεζικώv Εργασιώv (Πρoσωριvoί Περιoρισμoί) Νόμoυ. "τραπεζικά βιβλία", oπoυδήπoτε απαvτάται, εκτός αv από τo κείμεvo πρoκύπτει διαφoρετική έvvoια, περιλαμβάvει καθoλικά, ημερoλόγια, ταμεία, λoγιστικά βιβλία και άλλα αρχεία χρησιμoπoιoύμεvα κατά τη συvήθη εργασία τράπεζας, είτε αυτά είvαι σε γραπτή μoρφή είτε φυλάσσovται σε μικρoταιvίες, μαγvητoταιvίες ή σε oπoιαδήπoτε άλλη μoρφή μηχαvικoύ ή ηλεκτρovικoύ μηχαvισμoύ αvάκτησης πληρoφoριώv. Στην προκείμενη περίπτωση κρίνω ότι με τη μαρτυρία του κ. Μ. Σωφρονίου (Μ.Ε.1), την οποία και αποδέχθηκα, η κατατεθείσα στο Δικαστήριο κατάσταση λογαριασμού αποτελεί αντίγραφο καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίο και αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρίσεων που αυτό εμπεριέχει σύμφωνα και με τις πρόνοιες του Άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9).

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.