← Κύπρος

P.G.S. ELECTRICAL SUPPLIES LIMITED ν. ΗΛΕΚΤΡΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΜΑΡΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΗ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής? 850/16, 16/3/2018

P.G.S. ELECTRICAL SUPPLIES LIMITED ν. ΗΛΕΚΤΡΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΜΑΡΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΗ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής? 850/16, 16/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:A25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιονː Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγήςː 850/16 Μεταξύː P.G.S. ELECTRICAL SUPPLIES LIMITED Ενάγουσας -και-

  1. ΗΛΕΚΤΡΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΜΑΡΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΗ ΛΤΔ, Η.Ε. 185186
  2. ΜΑΡΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΗ, Α.Τ. 757125 Εναγομένων 16 Μαρτίου, 2018 Εμφανίσειςː Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ Χρ. Στρόππος, για ΧΑΡΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 1 και 2 - καθ' ων η αίτηση: κα Σπυρούλλα Χριστοδούλου - Γεωργίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με αίτηση της Ενάγουσας - Αιτήτριας, ημερομηνίας 12.6.2017 για έκδοση συνοπτικής απόφασης Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Εναγομένων, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, το ποσό των €5,820.31, περιλαμβανομένου ΦΠΑ, ως ποσό οφειλόμενο ως αντάλλαγμα για πώληση προϊόντων ή/και συμφωνίας ή/και στη βάση τιμολογίων ή/και ως υπόλοιπο τιμολογίων ή/και παραδεδειγμένου ή/και εκκαθαρισμένου λογαριασμού ή/και άλλως πως και ως πιο κάτω αναλυτικά αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης, πλέον τόκο 9% από την ημερομηνία που έπεται 90 ημέρες από την ημέρα έκδοσης έκαστου τιμολογίου μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα και ΦΠΑ. Με την υπό κρίση αίτηση, η Ενάγουσα - Αιτήτρια αιτείται «Α. Συνοπτική απόφαση εναντίον των Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 ως η αξίωση της Ενάγουσας στην Έκθεση Απαίτησης. Β. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης πλέον Φ.Π.Α.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.18, θ.θ. 1 - 9 και Δ.48, θ.θ. 1 - 4, 9, ως και επί της πρακτικής και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του κ. Αντρέα Πρωτοπαπά, από το Παραλίμνι, ημερ. 12.6.2017 (στο εξής «η αρχική Ε/Δ»). Ο ενόρκως δηλών, κ. Αντρέας Πρωτοπαπά, δηλώνει τα εξής꞉
  3. «Είμαι ο Οικονομικός Διευθυντής της Ενάγουσας (η «Αιτήτρια») και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτή vα προβώ στηv παρούσα ένορκο δήλωση.
  4. Έχω προσωπική και θετική γvώση τωv γεγονότων της υπόθεσης την οποία εκθέτω κατωτέρω ως εκ του γεγονότος ότι, κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, κατείχα τη θέση του Οικονομικού Διευθυντή της Αιτήτριας και ήμουν και είμαι υπεύθυνος για την ετοιμασία, εποπτεία και τον έλεγχο των ανεξόφλητων τιμολογίων των πελατών της Αιτήτριας καθώς επίσης και ετοιμασία καταστάσεων λογαριασμών αναφορικά με τα προβληματικά και ανεξόφλητα τιμολόγια. Επίσης, είμαι υπεύθυνος να φροντίζω για την κατοχή και φύλαξη όλων των σχετικών εγγράφων και έχω την ευθύνη της παρακολούθησης των εκδοθέντων από την Αιτήτρια τιμολογίων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα ανεξόφλητα τιμολόγια της Εναγόμενης/Καθ' ης η Αίτηση (η «Καθ' ης η Αίτηση 1») στα οποία αναφέρομαι στη συνέχεια. Περαιτέρω αναφέρω ότι εξακολουθώ να κατέχω τη θέση του Οικονομικού Διευθυντή της Αιτήτριας.
  5. Για τους σκοπούς της παρούσας ένορκης δήλωσης, επαναλαμβάνω και υιoθετώ ως αληθή, ακριβή και ορθά όλα τα γεγονότα που περιέχοvται στην Έκθεση Απαίτησης που καταχωρίσθηκε εκ μέρους της Αιτήτριας στην πιο πάνω αναφερόμενη αγωγή. Β. Ιστορικό
  6. Η Αιτήτρια είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα την Αμμόχωστο και ασχολείται με τις πωλήσεις φωτιστικών, λαμπτήρων, ηλεκτρικών ειδών και άλλων συναφών αγαθών και υπηρεσιών.
  7. Η Καθ' ης η Αίτηση 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λευκωσία και ασχολείται με την ηλεκτρολογία και την παροχή υπηρεσιών ηλεκτρολογίας και ήταν πελάτιδα της Αιτήτριας.
  8. Ο Εναγόμενος 2 (ο «Καθ' ου η Αίτηση 2») είναι εκ των διευθυντών της Καθ' ης η Αίτηση 1 και αποτελεί το πρόσωπο το οποίο εκπροσωπούσε την Καθ' ης η Αίτηση 1 στις δοσοληψίες της με την Αιτήτρια.
  9. Περί το 2013, η Αιτήτρια συμφώνησε να πωλεί στην Καθ' ης η Αίτηση 1 και να παραδίδει στις εγκαταστάσεις του προϊόντα της ειδικότητας της. Προς τούτο, έχω στην κατοχή μου και καταθέτω αντίγραφο Συμφωνίας για Συνεργασία μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση, το οποίο φέρει την σφραγίδα της Καθ' ης η Αίτηση 1 και είναι υπογεγραμμένο από τον Καθ' ου η Αίτηση 2, ημερομηνίας 10/06/2013 το οποίο καταθέτω ως Τεκμήριο
  10. Ήταν ρητοί ή/και εξυπακουόμενοι όροι της ρηθείσας συμφωνίας ότι: 8.1 Η πληρωμή της συμφωνηθείσας αμοιβής της Ενάγουσας από την Καθ' ης η Αίτηση 1 θα γινόταν επί πιστώσει και η περίοδος πίστωσης θα ανέρχεται σε 90 ημέρες από την ημερομηνία έκδοσης έκαστου τιμολογίου μέχρι εξόφλησης. 8.2 Η Αιτήτρια θα δύνατο να πωλήσει και παραδώσει στην Καθ' ης η Αίτηση 1 αγαθά της ειδικότητας της και τοις μετρητοίς. 8.3 Το χρηματικό όριο πίστωσης που θα δίδετο από την Αιτήτρια στην Καθ' ης η Αίτηση 1 , θα ανέρχετο στο ποσό των €3,
  11. 8.4 Σε περίπτωση αποκλίσεων από τα συμφωνηθέντα χρονικά ή χρηματικά πλαίσια από την Καθ' ης η Αίτηση 1, ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό θα ήταν άμεσα απαιτητό και ληξιπρόθεσμο. 8.5 Η Καθ' ης η Αίτηση 1 σε περίπτωση απόκλισης από τα συμφωνηθέντα χρονικά όρια θα κατέβαλε τόκο προς 9% από την ημερομηνία που έπεται 90 ημέρες από την έκδοση έκαστου τιμολογίου μέχρι εξόφλησης.
  12. Βάσει της εν λόγω συμφωνίας και μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε ότι για την πώληση των προϊόντων η Αιτήτρια θα δικαιούτο εύλογη και δίκαια και συμφωνηθείσα αμοιβή με βάση τους συνήθεις όρους πώλησης των προϊόντων της, που εφάρμοζε κατά τον ουσιώδη χρόνο και θα τηρούσε σχετικό λογαριασμό στον οποίο θα τηρούντο οι χρεώσεις και πιστώσεις.
  13. Για το σκοπό αυτό, η Αιτήτρια θα εξέδιδε σχετικά τιμολόγια τα οποία θα ήταν πληρωτέα εντός 90 ημερών και σε περίπτωση δε που τα σχετικά τιμολόγια δεν εξοφλούντο, τότε θα προέκυπτε τόκος υπερημερίας ανερχόμενος σε 9%. Επίσης, η Αιτήτρια θα εξέδιδε σχετικά τιμολόγια τα οποία ήταν πληρωτέα τοις μετρητοίς και την ίδια ημέρα κατά την οποία εκδίδονταν, τα οποία εξοφλούντο αυθημερόν και θα τηρούσε σχετικό λογαριασμό στον οποίο θα τηρούντο οι χρεώσεις και πιστώσεις.
  14. Καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας της με την Καθ' ης η Αίτηση 1, η Αιτήτρια πώλησε και παρέδωσε τα συμφωνηθέντα προϊόντα στην Καθ' ης η Αίτηση 1 και η Καθ' ης η Αίτηση 1 αποδέχθηκε την πώληση των προϊόντων ανεπιφύλακτα και χωρίς διαμαρτυρία. Για όλες τις πωλήσεις των προϊόντων της Αιτήτριας, εκδόθηκαν σχετικά τιμολόγια τα οποία απεστάλησαν στην Καθ' ης η Αίτηση 1 κατά την ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκαν.
  15. Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 εγγυήθηκε προσωπικά και αλληλέγγυα με τον Καθ' ης η Αίτηση 1, οποιοδήποτε εκκρεμή υπόλοιπο της Καθ' ης η Αίτηση 1 καθώς και την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού ήθελε καταστεί οφειλόμενο και πληρωτέο σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα. Η συμφωνία εγγύησης βρίσκεται ενσωματωμένη στο Τεκμήριο
  16. Ενώ η συνεργασία της Αιτήτριας με την Καθ' ης η Αίτηση 1 αρχικά ήταν ομαλή, κάποια στιγμή, η Καθ' ης η Αίτηση 1 ξεκίνησε να καθυστερεί στην εξόφληση των σχετικών τιμολογίων, με αποτέλεσμα να συσσωρευθεί οφειλόμενο υπόλοιπο. Η Αιτήτρια, επανειλημμένως επεσήμανε στους Καθ' ων η Αίτηση 1 ότι υπήρχαν καθυστερήσεις στις πληρωμές και ότι δεν υπήρχε μεγάλη δυνατότητα πίστωσης, αλλά ουδέποτε υπήρξε ανταπόκριση για πλήρη εξόφληση του υπολοίπου από τους Καθ' ων η Αίτηση.
  17. Με βάση τα πιο πάνω αλλά και με όσα θα αναφέρω στη συνέχεια, η Αιτήτρια διέκοψε τη συνεργασία της με τους Καθ' ων η Αίτηση περί τον Ιούλιο του
  18. Γ. Το οφειλόμενο υπόλοιπο
  19. Από τη θέση μου ως Οικονομικός Διευθυντής της Αιτήτριας, έχω αναλάβει την παρακολούθηση των ανεξόφλητων τιμολογίων της Καθ' ης η Αίτηση 1, αντίγραφα των οποίων έχω στην κατοχή μου και υπό τον έλεγχο και φύλαξη μου. Επίσης έχω στην κατοχή μου σχετική κατάσταση λογαριασμού της Αιτήτριας, στην οποία αναγράφονται με λεπτομέρεια οι αριθμοί όλων των ανεξόφλητων τιμολογίων εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση 1 καθώς επίσης και τα ακριβή ποσά που αντιστοιχούν σε αυτά.
  20. Αναφορικά με τα προϊόντα που η Αιτήτρια πώλησε και παρέδωσε στην Καθ' ης η Αίτηση 1, η Αιτήτρια, εξέδωσε διάφορα τιμολόγια, συμπεριλαμβανομένων και των ακόλουθων τιμολογίων τα οποία παραμένουν ανεξόφλητα μέχρι σήμερα. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 2 δέσμη των ανεξόφλητων τιμολογίων της Αιτήτριας: 16.1 Τιμολόγιο με αριθμό 8808055064 ημερομηνίας 23/07/2014 για το ποσό των €545.
  21. 16.2 Τιμολόγιο με αριθμό 8808055067 ημερομηνίας 23/07/2014 για το ποσό των €43.
  22. 16.3 Τιμολόγιο με αριθμό 8808055092 ημερομηνίας 23/07/2014 για το ποσό των €195.
  23. 16.4 Τιμολόγιο με αριθμό 8808055102 ημερομηνίας 25/07/2014 για το ποσό των €4.
  24. 16.5 Τιμολόγιο με αριθμό 8808055110 ημερομηνίας 25/07/2014 για το ποσό των €3.
  25. 16.6 Τιμολόγιο με αριθμό 6606026147 ημερομηνίας 29/07/2014 για το ποσό των €51.
  26. 16.7 Τιμολόγιο με αριθμό 6606026220 ημερομηνίας 01/08/2014 για το ποσό των €1,955.
  27. 16.8 Τιμολόγιο με αριθμό 6606026313 ημερομηνίας 08/08/2014 για το ποσό των €497.
  28. 16.9 Τιμολόγιο με αριθμό 6606026332 ημερομηνίας 11/08/2014 για το ποσό των €72.
  29. 16.10 Τιμολόγιο με αριθμό 1001020053 ημερομηνίας 19/08/2014 για το ποσό των €37.
  30. 16.11 Τιμολόγιο με αριθμό 1001020074 ημερομηνίας 20/08/2014 για το ποσό των €97.
  31. 16.12 Τιμολόγιο με αριθμό 1001020079 ημερομηνίας 20/08/2014 για το ποσό των €137.
  32. 16.13 Τιμολόγιο με αριθμό 1001020085 ημερομηνίας 21/08/2014 για το ποσό των €16.
  33. 16.14 Τιμολόγιο με αριθμό 6606026401 ημερομηνίας 26/08/2014 για το ποσό των €1,049.
  34. 16.15 Τιμολόγιο με αριθμό 6606027031 ημερομηνίας 02/10/2014 για το ποσό των €95.
  35. 16.16 Τιμολόγιο με αριθμό 6606027032 ημερομηνίας 02/10/2014 για το ποσό των €227.
  36. 16.17 Τιμολόγιο με αριθμό 6606027296 ημερομηνίας 16/10/2014 για το ποσό των €205.
  37. 16.18 Τιμολόγιο με αριθμό 6606028448 ημερομηνίας 15/12/2014 για το ποσό των €68.
  38. 16.19 Τιμολόγιο με αριθμό 6606029020 ημερομηνίας 20/01/2015 για το ποσό των €206.
  39. 16.20 Τιμολόγιο με αριθμό 6606029068 ημερομηνίας 22/01/2015 για το ποσό των €32.
  40. 16.21 Τιμολόγιο με αριθμό 6606029522 ημερομηνίας 05/02/2015 για το ποσό των €344.
  41. 16.22 Τιμολόγιο με αριθμό 6606029789 ημερομηνίας 13/02/2015 για το ποσό των €464.
  42. Περαιτέρω αναφέρω ότι σε σχέση με το πρώτο ανεξόφλητο τιμολόγιο με αριθμό 8808055064 ημερομηνίας 23/07/2014 συνολικού ποσού €545,86 όπως προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού της Αιτήτριας, την οποία επισυνάπτω ως Τεκμήριο 3, μέρος του ποσού και συγκεκριμένα το ποσό των €530,12 έχει αφαιρεθεί από το συνολικό ποσό των €545,86 που αναγράφεται στο τιμολόγιο, καθώς λογιστικά το εν λόγω ποσό θεωρείται ότι έχει καταβληθεί από την Καθ' ης η Αίτηση 1 λόγω προηγούμενης πληρωμής και επομένως από το συγκεκριμένο τιμολόγιο εξακολουθεί να παραμένει οφειλόμενο μόνο το ποσό των €15,
  43. Σημειώνω ότι η κατάσταση λογαριασμού αντικατοπτρίζει το λογαριασμό της Καθ' ης η Αίτηση 1 από την έναρξη μέχρι το τερματισμό της συνεργασίας της με την Αιτήτρια.
  44. Τα σχετικά ανεξόφλητα τιμολόγια που εξέδωσε η Αιτήτρια, δεόντως παραλήφθηκαν και υπογράφηκαν από εκπροσώπους της Καθ' ης η Αίτηση 1 και συγκεκριμένα από τον Καθ' ου η Αίτηση 2, ήταν δε πληρωτέα εντός 90 ημερών από την έκδοση τους. Σημειώνεται δε ότι τα τιμολόγια αναφέρουν ότι καθυστερημένες πληρωμές θα χρεώνονταν με 9% ετήσιο τόκο από την Αιτήτρια. Στην προκειμένη περίπτωση, η Αιτήτρια, δεν υπολόγισε και δεν έχει χρεώσει οποιοδήποτε ποσό ως τόκο επί των επίδικων τιμολογίων.
  45. Σε συνάρτηση με τα ανωτέρω, σημειώνω ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 συμφώνησε και επιβεβαίωσε ότι ο λογαριασμός της προς την Αιτήτρια στις 30/12/2015 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €6,120.00 υπογράφοντας σχετική βεβαίωση υπολοίπου στις 30/12/
  46. Βεβαίωση υπολοίπου ημερομηνίας 30/12/2015, έχω στην κατοχή μου και επισυνάπτω ως Τεκμήριο
  47. Ως εκ τούτου, δεικνύεται ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 γνώριζε την ύπαρξη του οφειλόμενου υπολοίπου καθώς και το ύψος αυτού, με το οποίο συμφωνούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπογράφοντας την πιο πάνω βεβαίωση. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 4, η Καθ' ης η Αίτηση δια του Καθ' ου η Αίτηση 2 υποσχέθηκαν την αποπληρωμή της οφειλής από 30/1/2016 και κάθε 1η ημέρα μήνα δυνάμει καταβολής €100 έκαστης, ωστόσο αθέτησαν την υπόσχεση τους και παραμένει μέχρι σήμερα οφειλόμενο το ποσό των €5920,
  48. Σημειώνω ότι κατέβαλαν δύο δόσεις τον Απρίλιο και Μάιο του 2016 των €100, συνεπεία των συνεχών οχλήσεων από την Αιτήτρια.
  49. Επίσης, η Καθ' ης η Αίτηση 1 κατά την εμπορική συνεργασία της με την Αιτήτρια εξέδωσε επιταγή για αποπληρωμή μέρους των ανεξόφλητων τιμολογίων, συνολικού ύψους €1,000.
  50. Παρ' όλα αυτά η εν λόγω επιταγή που εξεδόθη, ουδέποτε τιμήθηκε, με αποτέλεσμα το πιο πάνω συνολικό ποσό να εξακολουθεί να οφείλεται στην Αιτήτρια. Το εν λόγω ποσό έχει προστεθεί και αποτελεί μέρος του τελικού υπολοίπου. Συγκεκριμένα, εξέδωσε την επιταγή, υπ' αριθμό 46633344 για το ποσό των €1,000.00 επ' ονόματι της Αιτήτριας, η οποία κατατέθηκε στην Ελληνική Τράπεζα και επιστράφηκε χωρίς να τιμηθεί με την δικαιολογία «να παρουσιαστεί ξανά - ανεπαρκή υπόλοιπα» και σχετική σφραγίδα τέθηκε στο σώμα της επιταγής. Αντίγραφο της επιταγής επισυνάπτω ως Τεκμήριο
  51. Αξίζει να επισημανθεί ότι κανένα ποσό δεν έχει καταβληθεί προς εξόφληση της εν λόγω επιταγής.
  52. Σημειώνεται επίσης ότι η συνεννόηση της Αιτήτριας με τους Καθ' ων η Αίτηση πάντοτε ήταν ότι το ποσό των επιταγών που παραδίδονταν από τους Καθ' ων η Αίτηση και νοουμένου ότι οι επιταγές θα τιμούνταν, θα αφαιρείτο από το οφειλόμενο υπόλοιπο, ενώ σε περίπτωση που οι επιταγές επιστρέφονταν ακάλυπτες η Αιτήτρια θα χρέωνε εκ νέου τον λογαριασμό του τους Καθ' ων η Αίτηση με τα αντίστοιχα ποσά των επιταγών. Ως η συνεννόηση με τους Καθ' ων η Αίτηση η πιο πάνω επιταγή επιστράφηκε ατίμητη και ακάλυπτη και ως εκ τούτου, η Αιτήτρια προχώρησε στην αντίστοιχη χρέωση στον λογαριασμό των Καθ' ων η Αίτηση, με αποτέλεσμα σήμερα να υπάρχει το εν λόγω υπόλοιπο. Δ. Κατάληξη
  53. Στη βάση των ανωτέρω γεγονότων και εξ όσων πιστεύω, είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί απόφαση ως η αξίωση της Αιτήτριας καθώς η Καθ' ης η Αίτηση 1 και ο Καθ' ου η Αίτηση 2 καμία απολύτως υπεράσπιση δεν έχουν στην παρούσα υπόθεση. Περαιτέρω, η τυχόν καταχώριση υπεράσπισης θα προκαλέσει μόνον καθυστέρηση στην έκδοση δικαστικής απόφασης και στην απονομή δικαιοσύνης.
  54. Επιπρόσθετα, το εν λόγω χρέος υφίσταται και εξακολουθεί να παραμένει απαιτητό, αν και η Καθ' ης η Αίτηση 1 και ο Καθ' ου η Αίτηση 2 κλήθηκαν επανειλημμένα να εξοφλήσουν το χρέος.
  55. Ενόψει όλων των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω, καθώς επίσης και στην Έκθεση Απαίτησης, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετώ, η Καθ' ης η Αίτηση 1 και ο Καθ' ου η Αίτηση 2 καμία απολύτως υπεράσπιση έχουν εις την ως άνω αγωγή και είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες. . (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Οι Καθ' ων η αίτηση ενίστανται στην εν λόγω αίτηση. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, θ.θ. 1 - 4, 7, 8, 9, Δ.18 θ.θ.1 - 3 και 9, Δ.27 θ.θ. 1- 3, Δ.39, Δ.59 και Δ.64, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Αμθρωπίνων Δικαιωμάτων, στη νομολογία και στη γενική και συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η ένσταση παρατίθενται αυτούσιοι:
  56. «Η ενάγουσα δεν έχει καταδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που επιτάσσουν οι θεσµοί Πολιτικής Δικονοµίας και ή η Δ.48 για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγοµένων.
  57. Οι εναγόµενοι έχει καλή και καλόπιστη Υπεράσπιση και δεν χρωστούν οτιδήποτε στους ενάγοντες.
  58. Διαζευκτικά του ανωτέρω λόγου αρ. 2 το ποσό το οποίο απαιτείται µε την αγωγή είναι διογκωµένο και ή δεν ανταποκρίνεται στη πραγµατικότητα και ή αποτελεί προϊόν αυθαίρετων υπολογισµών της Ενάγουσας.
  59. Η Αίτηση της Ενάγουσας είναι Νόµο και ουσία αβάσιµη και ή τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα και στοιχεία δεν συνηγορούν στην έκδοση συνοπτικής απόφασης.
  60. Η Αίτηση της Ενάγουσας είναι καταχρηστική και ή κακόπιστη και ή αποτελεί προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης.
  61. Η Αγωγή της Ενάγουσας είναι καταχρηστική και ή γίνεται σε µια προσπάθεια αυθαιρέτου και παράνοµου πλουτισµού και δεν Νοµιµοποιείται στην έγερση της παρούσας αγωγής.
  62. Οι Ενάγοντες δεν αποκάλυψαν όλα τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης στην Ένορκο Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση.
  63. Η Αίτηση της Ενάγουσας αντιβαίνει του δικαιώµατος ακρόασης κατά παράβαση του Αρθρου 30 του Συντάγµατος και του Αρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύµβασης Δικαιωµάτων του Ανθρώπου επειδή τυχόν έγκριση της αίτησης θα έχει ως αποτέλεσµα την στέρηση του δικαιώµατος ακροάσεως των Εναγοµένων και ή του δικαιώµατος τους σε δίκαιη δίκη και ή πρόσβαση στο Δικαστήριο και ή του δικαιώµατος των Εναγοµένων να προβάλουν υπεράσπιση τους.
  64. Ο ενόρκως δηλών ο οποίος συνοδεύει την Αίτηση έγινε αντικανονική και ή έγινε από αναρµόδιο άτοµο και ή άτοµο χωρίς προσωπική γνώση και θετική γνώση των γεγονότων και ή το αρµόδιο άτοµο για να κατέχει τα τεκµήρια τα οποία καταθέτει.». Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα ένσταση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του κ. Μάριου Παντελή, ημερ. 13.12.
  65. Παραθέτω αυτούσια την Ε/Δ του꞉
  66. Είµαι ο εναγόµενος αρ. 2 και διευθυντής της εναγόµενης αρ. 1 εις την υπό τον ως άνω αριθµό και τίτλο αγωγή - καθ' ου η αίτηση στην παρούσα αίτηση. Γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα της ως άνω υπόθεσης είµαι δεόντως εξουσιοδοτηµένος από την εναγοµένη - καθ' ης η αίτηση αρ. 1 να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση και µπορώ να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση.
  67. Εκτός όπου δηλώνω το αντίθετο βεβαιώνω ότι έχω προσωπική γνώση των γεγονότων οποία αναφέροµαι. Όσον αφορά σε γεγονότα τα οποία δεν γνωρίζω προσωπικά, αποκαλύπτω στην παρούσα την πηγή των πληροφοριών µου.
  68. Εχω διαβάσει το περιεχόµενο της αίτησης και την ένορκο δήλωση των Εναγόντων που την συνοδεύει, µε τα οποία διαφωνώ στο σύνολο τους εκτός όπου ρητά προβαίνω σε παραδοχή του ή δηλώνω το αντίθετο.
  69. Αγνοώ και συνεπώς αρνούµαι το περιεχόµενο της εισαγωγής της ενόρκου δηλώσεως του Κου Ανδρέα Πρωτοπαπά που αναφέρεται στις παραγράφους αρ. 1,2 και 3 της Εισαγωγής στην ένορκη αυτού δήλωση.
  70. Από το Ιστορικό της ενόρκου δηλώσεως των αιτητών παραδέχοµαι µόνο το περιεχόµενο των παραγράφων αρ. 4 και 5 και 6 αυτών
  71. Απορρίπτω και ή αρνούµαι το περιεχόµενο των λοιπών ισχυρισµών των παραγράφων 6, 7, 8, 10, 11, 12, 13 και 14 της ενόρκου δηλώσεως των Εναγόντων στο µέρος Β Ιστορικό.
  72. Πρώτα από όλα φαίνεται να υπάρχει αµφιβολία για το ποσό που οι ίδιοι οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι τους οφείλω. 7.
  73. Στα συνηµµένα τιµολόγια των εναγόντων υπάρχει σοβαρή διαφορά στα ποσά τα οποία ζητούν από αυτά τα οποία ισχυρίζονται µε τις ισχυριζόµενες καταστάσεις λογαριασµών τους. 7.
  74. Στα ισχυριζόµενα τιµολόγια τα οποία επικαλούνται οι ενάγοντες και τη σχετική Τήρηση λογαριασµού αντιπαραβάλλοντας τα φαίνεται καθαρά ότι όχι µόνο υπάρχουν τιµολόγια εξοφληµένα αλλά και τιµολόγια τα οποία δεν έχουν γίνει αποδεχτά από τους ενάγοντες και δεν τα έχουν υπογράψει δεόντως.
  75. Το περιεχόµενο του µέρους Γ µε τίτλο Οφειλόµενο υπόλοιπο δεν µπορεί να γίνει αποδεχτό καθ' ότι από το τεκµήριο αρ. 1 το οποίο οι ίδιοι οι ενάγοντες έχουν καταθέσει στην αίτηση και την συνοδεύουσα αυτή ένορκη δήλωση φαίνεται να διαψεύδει τους ιδίους καθ ότι το ποσό το οποίο ισχυρίζονται ότι τους οφείλεται δεν ισχύει. 8.
  76. Ολα τα αναφερόµενα τιµολόγια δεν είναι δεόντως αποδεκτά και υπογεγραµµένα και δεν ως εκ τούτου δεν µπορούν να γίνουν αποδεκτά. 8.
  77. Σειρά δε τιµολογίων τα οποία επικαλούνται οι ενάγοντες στην ένορκη τους δήλωση δεν έχουν γίνει αποδεκτά και δεν έχουν υπογραφή από τους εναγοµένους- καθ' ων η αίτηση. 8.
  78. Εις την συνηµµένη κατάσταση λογαριασµού φαίνεται ότι αρκετά τιµολόγια Που ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι οφείλονται έχουν διευθετηθεί και εξοφληθεί. Τα ισχυριζόµενα τιµολόγια δεν έχουν παραληφθεί από εµένα και ούτε έχουν Γίνει αποδεκτά από εµένα δεόντως.
  79. Είναι δε περαιτέρω ισχυρισµός µας τόσο εµένα προσωπικά όσο και των εναγοµένων αρ. 1 ότι δεν οφείλεται κανένα ποσό προς του ενάγοντες καθ' ότι οιονδήποτε ποσό έχει διευθετηθεί και εξοφληθεί.
  80. Οι ισχυρισµοί των εναγόντων ότι υπάρχει συµφωνία µεταξύ των εναγόντων και της εναγοµένης αρ.Ι για συνεργασία είναι αναληθείς και ή ανυπόστατη και ή άκυρη.
  81. Η ισχυριζόµενη συµφωνία δεν έχει συναφθεί µε τους ενάγοντες παράτυπα και ή η συµφωνία αυτή είναι άκυρη και ή ακυρώσιµη.
  82. ---.
  83. Οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να ζητούν πληρωμή οποιουδήποτε ποσού για τον λόγο ότι καμία Νόμιμη συμφωνία δεν έχει συναφθεί μεταξύ των διαδίκων και/ή είναι άκυρη και ή ακυρώσιμη.
  84. Ως εκ των ανωτέρω απορρίπτω κατηγορηµατικά το περιεχόµενο όλων των παραγράφων για οφειλόµενο ποσό ήτοι τις παραγράφους αρ. 15 µέχρι και 21 της ένορκης δήλωση των εναγόντων.
  85. Το περιεχόµενο της Κατάληξης των εναγόντων δεν γίνεται αποδεκτό και αιτούµαστε την απόρριψη της τόσο της αιτήσεως όσο και της αγωγής.
  86. Τα τιµολόγια των εναγόντων δεν φέρουν την υπογραφή των εναγόντων.
  87. Η κατάσταση λογαριασµού των εναγόντων έχει κατασκευαστεί από τους ιδίους τους ενάγοντες και δεν φέρει υπογραφή µου, αλλά απλώς επαναλαµβάνει το περιεχόµενο των τιµολογίων, άρα δεν αποτελεί ανεξάρτητη µαρτυρία.
  88. Δεν υπάρχει σαφής αποδοχή οιουδήποτε συγκεκριµένου οφειλοµένου ποσού. Ως εκ τούτου οι ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει µε την σαφήνεια που χρειάζεται εάν οφείλεται ποσό και πιο ποσό είναι αυτό.
  89. Εν πάση δε περιπτώσει, και άνευ βλάβης της υπεράσπιση µ είναι ότι δεν οφείλεται οτιδήποτε ποσό το οποίο αιτούνται οι ενάγοντες.
  90. Εχουµε διαπιστώσει, αλλά και όπως µας ενηµερώνει η δικηγόρος µας Κα Σπυρούλα Χριστοδούλου- Γεωργίου τυχόν έγκριση της αίτησης των Εναγόντων παραβιάζει το δικαίωµα µου και των εναγοµένων αρ. 1 σε δίκαιη δίκη καθότι µας αποστερείται το δικαίωµα να παρουσιάσουµε ενώπιον του Δικαστηρίου τις θέσεις µας αλλά και να αµφισβητήσουµε την αλήθεια του περιεχοµένου των ισχυρισµών των Εναγόντων.
  91. Εχουµε διαπιστώσει ότι ο Κος Ανδρέας Πρωτοπαπάς, ο οποίος προβαίνει στην ένορκο δήλωση εκ µέρους των Εναγόντων δεν φαίνεται να έχει συνεχώς θετική και προσωπική γνώση των γεγονότων αλλά και ούτε αναφέρει το πως όλα τα στοιχεία τα οποία καταθέτει έχουν περιέλθει στην κατοχή του ούτε όµως την πηγή των πληροφοριών του. Σε αυτά τα πλαίσια καλείται το σεβαστό Δικαστήριο να απορρίψει την ένορκη Δήλωση.
  92. Πιστεύω ότι η έγκριση της Αίτηση θα πλήξει το Δικαίωµα των εναγοµένων να παρουσιάσουν την υπεράσπιση τους στο Δικαστήριο αλλά και οικονοµικά συµφέροντα λόγο του γεγονότος ότι θα κληθούν να πληρώσουν ποσά τα οποία ουδέποτε όφειλαν και οφείλουν σήµερα.
  93. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αιτούμαστε την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος των εναγόντων». Επισημαίνω ότι δεν υπήρξε αίτημα από πλευράς των συνηγόρων για αντεξέταση των ομνυόντων επί του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεών τους. Ολοκληρώθηκε η ακρόαση με τις γραπτές αγορεύσεις των δύο συνηγόρων, τις οποίες μελέτησα με προσοχή και θα αποφανθώ αναφορικά με τα εκατέρωθεν επιχειρήματα, αφού προηγουμένως αναλύσω τη νομική πτυχή της αίτησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι προϋποθέσεις για την έκδοση απόφασης με συνοπτική διαδικασία καθορίζονται στη Δ.18, θ.
  94. Συγκεκριμένα, η Δ.18 έχει ως ακολούθως: «Όπου ο Εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Διάταξη 2 Κανονισμός 6, ο Ενάγων μπορεί σε ένορκη δήλωση που θα κάμει ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί και να πιστοποιήσει τα γεγονότα και να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται και να αναφέρει ότι από ό,τι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης με ή χωρίς ενοίκιο ή για παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση και τα έξοδα και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του Ενάγοντα, εκτός εάν ο Εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης.». Στην απόφαση, ημερομηνίας 4.9.2013, στην Πολιτική Έφεση αρ. 27/2010, Sensus Gymnasium Ltd, κ.α. ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, το Ανώτατο Δικαστήριο υπενθύμισε τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται σε αιτήσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης δυνάμει της πιο πάνω διάταξης Δ.18, θ.
  95. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμαː «Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον Εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεσή του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν Ιωάννου

(1966)1 ΑΑΔ 265, Spyros Stavrinides v Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance Co. Ltd v Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v Abdul Aziz Tlais
(1991)1 AAD 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Rck Sports v Persona Advertising Ltd
(1996)1 AAD 1074, Subotic v Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν Environvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Sigma Radio TV Ltd v Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, Νεάρχου κ.α. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818). Τα κριτήρια που θα πρέπει, σύμφωνα με τη Δ.18, θ.1(α), να πληρούνται είναι τα ακόλουθαː
  1. Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο
  2. Ο Εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση, και
  3. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα ως και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνεται ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Ενάγοντας είναι νομικό πρόσωπο, τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο πρόσωπο που εργοδοτεί, το οποίο όμως, να μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι από πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει (βλ. Spyros Stavrinides, σελ. 136 - 138 και Αθηνούλας Δημητρίου σελ. 790 - 794, ανωτέρω). Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο που πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή ώστε να του δοθεί δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης (βλ. CYEMS CO. LTD v Central Co-Operative Industries Co. Ltd
(1982)1 CLR 897 και Hermes Insurance Co. Ltd, ανωτέρω). Ο εναγόμενος μπορεί να πράξει τούτο είτε με ένορκη δήλωση είτε, με άδεια του Δικαστηρίου, με προφορική μαρτυρία (βλ. Δ.18, θ.3(α)).». Όσον αφορά την προϋπόθεση αρ. 3 ανωτέρω, κρίνω κατάλληλο να σημειώσω ότι εκείνο που απαιτείται να αποδειχθεί στο πλαίσιο της Δ.18, θ.1 είναι ότι ο ομνύων έχει «θετική» και όχι απαραιτήτως «προσωπική» γνώση των γεγονότων. Για το τί η νομολογία αναγνωρίζει ως «θετική γνώση» παραπέμπω στις αποφάσεις στις υποθέσεις Αθηνούλας Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου
(1997)1Β Α.Α.Δ 782, 792 και συγκεκριμένα την αναφορά στην υπόθεση Pathe Freres Cinema Limited v. United Electric Theatres Limited
(1914)3 Κ.Β.1253). Υποδεικνύεται εδώ ότι, στην περίπτωση νομικών προσώπων, ο όρος «θετική γνώση» τυγχάνει λογικής ερμηνείας και όχι αυστηρής σε βαθμό που να δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες και παράλογα αποτελέσματα (βλ. Marketrends v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1Α Α.Α.Δ.223 ). Όπου οι Ενάγοντες είναι νομικό πρόσωπο είναι λογικό και αποδεκτό η ένορκη δήλωση να γίνεται από φυσικό πρόσωπο που είναι υπάλληλός τους (βλ., μεταξύ άλλων, την Spyros Stavrinides v Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, σελ. 136 - 138, την προμνησθείσα απόφαση Αθηνούλας Δημητρίου σελ. 790 - 794,). Όσον αφορά το βάρος που έχει να ικανοποιήσει ο Εναγόμενος για να αποκτήσει το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους, επισημαίνω ότι, όπως έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408 και πιο πρόσφατα στην απόφαση ημερ. 14.11.2011 στην Πολιτική Έφεση 322/2008, J& M Loizides Agencies Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, αυτό δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση, διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του. Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: «The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. A mere general denial that the defendant is indebted will not suffice (Wallingford v. Mutual Society
(1880), 5 App. Cas., per Lord Blackburn, at p. 704: Re General Rail, Syndicate, Whitsley´s Case,
(1900)1 Ch., per Lindley, M.R., at p. 369; Anon.,
(1875)W.N. 249, per Quain, J., at p. 250), unless the grounds on which the defendant relies as showing that he is not indebted are stated (ibid.)......................................................................................................... If the defence relied on is fraud the affidavit should state the particulars of the fraud (Wellingford v. Mutual Society
(1880), 5 App. Cas. 685). A mere vague general allegation of fraud is useless (ibid). Similarly, if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.». Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα. Στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Μαρία Γεώργαινα Λευκίδου ν Άριστου Καναουρίδη, Πολ. Έφ.10015, αποφαση ημερ. 26/4/99. Υπεράσπιση που είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστά συζητήσιμη ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας. (βλ. Ανδρέας Ιωάννου και Το Σκάφος «Veronika» Αγωγή Ναυτοδικείου 6302, απόφαση ημερ. 16/4/03, K.C.P. Commission Agents & Importers LTd v Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415). ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ - ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Δεδομένης της πιο πάνω ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης, προχωρώ να εξετάσω αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων 1 και
  1. Παρατηρώ ότι οι πρώτες δύο προϋποθέσεις πληρούνται, εφόσον το κλητήριο ένταλμα είναι όντως ειδικά οπισθογραφημένο και έχει καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης από τους Εναγόμενους 1 και 2 στις 24.4.
  2. Αμφισβητείται από τους Εναγόμενους η τήρηση της τρίτης προϋπόθεσης. Ισχυρίζονται (βλ. το λόγο ένστασης 9 και τα σημεία 10 έως 12 της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου τους), ότι ο κ. Ανδρέας Πρωτοπαπάς, δεν έχει προσωπική και θετική γνώση των γεγονότων για τα οποία ορκίστηκε. Τούτο διότι, ως εξηγεί η συνήγορος των Εναγομένων - · Ο κ. Πρωτοπαπάς δεν αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του πότε εργοδοτήθηκε στους Ενάγοντες - Αιτητές, όπως επίσης δεν αναφέρει αν ήταν παρών στην έκδοση των τιμολογίων και συμφωνιών ή/και κατά την υπογραφή αυτών. · Η Συμφωνία Συνεργασίας που παρουσίασε ο κ. Πρωτοπαπάς ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωσή του δεν φέρεται να υπογράφηκε από τον κ. Πρωτοπαπά, αλλά από κάποιον κ. Κώστα Λουκά. Κρίνω ότι, το υπόβαθρο που έθεσε ο κ. Πρωτοπαπάς στην παρα. 2 της ένορκης δήλωσής του είναι ικανοποιητικό ώστε να αποδείξει την πηγή γνώσης του για τα γεγονότα. Περαιτέρω, για τους λόγους που θα γίνουν καλύτερα αντιληπτοί στη συνέχεια της παρούσας απόφασης, όπου αναλύω τη βάση της αγωγής που προωθήθηκε, όπως το αντιλαμβάνομαι, από την Ενάγουσα, δεν έχει καθόλου σημασία το αν τα τιμολόγια ήταν ή δεν ήταν υπογραμμένα ή αν αμφισβητούνται τα ποσά τους, εφόσον, από τη μια, τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική αξία και από την άλλη, εδώ η Ενάγουσα προωθεί τη βάση αγωγής του εκκαθαρισμένου λογαριασμού κα συνεπώς δεν έχει το βάρος να αποδείξει κάθε ένα επιμέρους τιμολόγιο που εξέδωσε και το οποίο ενδεχομένως να αναφέρεται στην κατάσταση λογαριασμού. Επομένως, το βάρος μετατίθεται στους ώμους των Εναγομένων να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως καλή ή καλόπιστη υπεράσπιση ή/και ότι υφίστανται γεγονότα ικανά ν' αποκαλύψουν τέτοια υπέράσπιση. Επί της ουσίας της αγωγής, η συνήγορος των Εναγομένων προωθεί την εισήγηση ότι αποκαλύπτεται καλή και καλόπιστη υπεράσπιση εκ μέρους των Εναγομένων διότι, ως η θέση τους꞉ · Οι ενάγοντες δεν έχουν παρουσιάσει καµία συµφωνία µε την οποία οι διάδικοι συµφωνούν για την πώληση και παράδοση προϊόντων της ειδικότητας της. · Τα τιµολόγια τα οποία επικαλούνται οι ενάγοντες δεν έχουν εκδοθεί από την ενάγουσα εταιρεία και δεν φέρουν την υπογραφή και σφραγίδα των εναγοµένων. Τα πλείστα αναφέρουν ως δικαιούχους κάποιων ισχυριζόµενων τιµολογίων το τους PGS Lighting - Electrical χωρίς σαφή ένδειξη σε για ποιους αφορά. · Ο ενόρκως δηλών προχωρεί και περιγράφει τους όρους µια συµφωνίας η οποία όπως φαίνεται και από το ίδιο αυτού τεκµήριο αρ. 1 δεν έχει συναφθεί µεταξύ των εναγόντων και των εναγοµένων αλλά αφορά κατάσταση ανοίγµατος λογαριασµού µεταξύ της PGS Lighting - Electrical και εναγοµένων - καθ' ων η αίτηση αρ.
  3. Ο ενόρκως δηλών δεν εξηγεί σε κανένα σηµείο της ένορκη; αυτού δήλωσης τι είναι το PGS Lighting - Electrical και τι Νοµική υπόσταση έχει (επωνυµία, συνεταιρισµός ή εταιρεία) ούτε και τι σχέση µπορεί να έχει µε τους ενάγοντες. · Αναφορικά µε την παράγραφο αρ. 12 της ένορκης δήλωσης ότι ο εναγόµενος αρ. 2 εγγυήθηκε προσωπικά τους εναγοµένους αρ. 1 δεν µπορεί να είναι αποδεκτό γιατί η οποιαδήποτε υπογραφή δεν αφορά προσωπική εγγύηση αλλά υπογραφή για την εταιρεία - καθ' ών η αίτηση αρ.
  4. · Διαζευκτικά, το ποσό το οποίο απαιτείται µε την αγωγή είναι διογκωµένο και ή δεν ανταποκρίνεται στην πραγµατικότητα και ή αποτελεί προϊόν αυθαίρετων υπολογισµών της Ενάγουσας. · Η κατάσταση λογαριασµού την οποία επικαλούνται οι ενάγοντες έχει κατασκευαστεί από τους ιδίους τους ενάγοντες και δεν φέρει την υπογραφή των εναγοµένων αρ. 1 και 2 αλλά απλά επαναλαµβάνει στο µεγαλύτερο µέρος τους τα ισχυριζόµενα τιµολόγια. Αντιπαραβάλλοντας τα δε είναι ξεκάθαρο ότι πολλά από αυτά έχουν πληρωθεί ενώ στην ένορκη δήλωση αναφέρονται ότι οφείλονται. · Δεν υπάρχει σαφής αποδοχή οποιουδήποτε συγκεκριµένου οφειλοµένου ποσού από τους Καθ' ων η αίτηση. Έχω μελετήσει με προσοχή τα ως άνω επιχειρήματα. Τοποθετούμαι πιο κάτω. Κατ' αρχάς, παρατηρώ ότι ο ισχυρισμός ότι η αρχική συμφωνία συμφωνία συνεργασίας δεν ανταποκρίνεται στη συμφωνία συναλλαγών που δικογραφείται στην παρα. 4 της Έκθεσης Απαίτησης, διότι αναγράφεται σε αυτήν το όνομα της Εναγομένης 1 και κάποιας PGS Lighting - Electrical αντί της Ενάγουσας και πάλιν δεν αποτελεί εκ πρώτης όψεως καλή και καλόπιστη γραμμή υπεράσπισης, αφού στην όψη του και οφθαλμοφανώς το Τεκμήριο 1 δηλώνει (πάνω δεξιά) το όνομα της Ενάγουσας PGS ELECTRICAL SUPPLIES LTD και στο κάτω μέρος φέρει τα στοιχεία διεύθυνσης και επικοινωνίας με αυτήν. Ομοίως στο πάνω μέρος της σελ. 2 της εν λόγω συμφωνίας αναγράφεται με έντονα γράμματα ότι «Η πιστωτική πολιτική ισχύει για αγορές εκ μέρους πελατών επί πιστώσει (καλούμενοι ως οι Πελάτες επί πιστώσει) από τις εταιρείες PGS ELECTRICAL SUPPLIES LTD ή/και [...] μέσω ενός λογαριασμού για κάθε εταιρεία (καλούμενοι ως λογαριασμοί πίστωσης)». Συνεπώς, η χρήση του λογότυπου PGS Lighting - Electrical επί του Τεκμηρίου 1 δεν φαίνεται να αφαιρεί από τη σαφήνεια με την οποία προσδιορίζεται η Ενάγουσα εταιρεία ως η συναλλασσόμενη με τον πελάτη. Για να αποφανθώ αναφορικά με το αν οι Εναγόμενοι έχουν αποδείξει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, θα πρέπει αναπόφευκτα να αναφερθώ στις βάσεις αγωγής που δικογράφησε η Ενάγουσα. Είναι γνωστή η αρχή ότι ένας διάδικος δικαιούται σ΄ οποιαδήποτε θεραπεία δίδει ο νόμος, με την προϋπόθεση πως τα αναγκαία γεγονότα που εξάγουν το νομικό αυτό αποτέλεσμα είναι δικογραφημένα (Demil Co. Ltd v. A. Panayides Contracting Ltd
(2008)1 ΑΑΔ 661). Η βάση αγωγής που δικογραφεί η Ενάγουσα στην παρα. 11 της Έκθεσης Απαίτησής της και την οποία προώθησε μέσω του ομνύοντος κ. Πρωτοπαπά, είναι εκείνη του εκκαθαρισμένου λογαριασμού σε ό,τι αφορά το υπόλοιπο του λογαριασμού ημερ. 30.12.2015, το οποίο ως δικογραφείται συμφωνήθηκε γραπτώς από την Εναγόμενη ότι ανέρχεται στο ποσό των €6.120,00σ. Είναι εν σχέση προς αυτή τη βάση αγωγής που ο ομνύων, κ. Πρωτοπαπάς, παρουσίασε το Τεκμήριο 4 ως αποδεικτικό στοιχείο του συμφωνηθέντος υπολοίπου του λογαριασμού. Και τούτο το υπόλοιπο συνάδει, ως παρατηρώ, και με την κατάσταση λογαριασμού που κατατέθηκε από τον κ. Πρωτοπαπά ως Τεκμήριο 3. Το Τεκμήριο 4, το οποίο τιτλοφορείται «Δήλωση Αναγνώρισης και Εγγύησης Χρέους», αναφέρει τα εξής꞉ «Εμείς οι κάτωθι υπογεγραμμένοι (όνομα εταιρείας) ΗΛΕΚΤΡΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΜΑΡΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΗ ΛΤΔ, με αριθμό εγγραφής Η.Ε. 185186, από (διεύθυνση) ΙΘΑΚΗΣ 2 ΓΕΡΙ (ο «Οφειλέτης»), με το παρόν αναγνωρίζουμε και αποδεχόμαστε ότι είμαστε ειλικρινείς και νομίμως υπόχρεοι στην PGS ELECTRICAL SUPPLIES LTD με αριθμό εγγραφής 23391, από το Παραλίμνι (η «Εταιρεία») για το ποσό των €6.120 (ολογράφως) έξι χιλιάδες εκατόν είκοσι (ευρώ) («το Χρεωστικό υπόλοιπο»), το οποίο αφορά οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει συμφωνίας και ως υπόλοιπο τιμολογίων και κατάστασης λογαριασμού. Το Χρεωστικό υπόλοιπο φέρει τόκο από την ημερομηνία υπογραφής του παρόντος μέχρι εξόφλησης προς 9% ετησίως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Με την παρούσα δήλωσή μας αποδεχόμαστε ότι το χρεωστικό υπόλοιπο, πλέον τόκοι, ως ανωτέρω αναφέρεται είναι απαιτητό και ληξιπρόθεσμο από μας προς την Εταιρεία και ότι οφείλουμε το Χρεωστικό υπόλοιπο στην Εταιρεία. Προς τούτο εγγυούμαστε προσωπικά, αλληλεγγύως ή/και κεχωρισμένως με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, να προβούμε σε πληρωμή και πλήρη εξόφληση του ανωτέρω Χρεωστικού υπολοίπου πλέον τόκοι μέχρι εξόφλησης. Περαιτέρω αποδεχόμαστε και εγγυούμαστε προσωπικά, αλληλεγγύως ή/και κεχωρισμένως με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, να προβούμε σε πληρωμή του ανωτέρω χρεωστικού υπολοίπου, πλέον τόκων, δια μηνιαίων καταβολών προς €100- (ευρώ) έκαστη, της πρώτης αρχομένης την (ημερομηνία) 30.1.2016 και έκαστης επόμενης την 1η εργάσιμη ημέρα εκάστου μήνα μέχρι εξόφλησης. Σε περίπτωση που αμελήσουμε ή παραλείψουμε ή αρνηθούμε να πληρώσουμε οποιαδήποτε δόση, εν όλω ή εν μέρει, κατά την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέα, τότε ολόκληρο το ποσό πλέον τόκους θα καθίσταται άμεσα και άνευ ειδοποίησης ληξιπρόθεσμο, απαιτητό και πληρωτέο. Περαιτέρω, συμφωνούμε ότι σε σχέση με οποιαδήποτε διαφορά προκύψει αναφορικά ή σε σχέση με την παρούσα δήλωση αναγνώρισης χρέους, αρμόδιο για να εκδικάσει αυτή θα είναι αποκλειστικά το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας. Υπογράφηκε στην Λευκωσία στις 30.12.15 Ο ΟΦΕΙΛΕΤΗΣ (υπογραφή) ΜΑΡΤΥΡΕΣ Όνομα Όνομα ΑΔΤ ΑΔΤ (υπογραφή) (υπογραφή) Όπως επεξηγήθηκε στην πρόσφατη απόφαση, ημερ. 6.12.2017, του του Ανωτάτου Δικαστηρίου από τον Έντιμο Δικαστή Α. Λιάτσο, στην Πολιτική Έφεση 205/2012, Ανδρόνικου Κουρουκλάρη ν Ανδρέα Κωνσταντίνου - «Ο εκκαθαρισμένος λογαριασμός αποτελεί αυτοτελές αγώγιμο δικαίωμα, γνωστό στο αγγλικό δίκαιο ως account stated, που εδράζεται στην ανάληψη υποχρέωσης από τον οφειλέτη για αποπληρωμή του υπολοίπου (Ττόκου ν. Σεργίου
(1993)1 ΑΑΔ 60). Όπως συνοψίζεται σχετικά επί του προκειμένου στην Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Νταϊγκ Κο Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 610, 615: «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τί συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση.» Υπο το φως της πιο πάνω νομικής πτυχής της αξίωσης της Ενάγουσας που εδράζεται, μεταξύ άλλων, στο αυτοτελές αγώγιμο δικαίωμα δυνάμει συμφωνίας εκκαθαρισμένου λογαριασμού, προχωρώ και σημειώνω ότι꞉ Το Τεκμήριο 4 ανωτέρω δεν αφήνει περιθώριο για να εγερθεί καλόπιστα ως καλή υπεράσπιση ο ισχυρισμός ότι δεν συμφωνήθηκε σαφώς ή /και σαφές χρηματικό ποσό ως οφειλόμενο από τους Εναγόμενους αρ.
  1. Η συμφωνία που περιέχεται στο Τεκμήριο 4 επενεργεί ως νέα σύμβαση μεταξύ της Εναγομένης 1 και της Ενάγουσας, επομένως τυχόν νομικά ελαττώματα της συμφωνίας ως το Τεκμήριο 1 που παρουσίασε ο ομνύων, κ. Πρωτοπαπάς, δεν θα μπορούσαν να προβληθούν ως λόγοι καλής και καλόπιστης υπεράσπισης προς κατάρριψη της βάσης αγωγής που εδράζεται στον εκκαθαρισμό λογαριασμό δυνάμει του Τεκμηρίου
  2. Περαιτέρω, δεδομένου του εκκαθαρισμένου, ως συμφωνημένου, υπολοίπου λογαριασμού, ουδεμία υπεράσπιση δύναται καλόπιστα να εγερθεί στη βάση αμφισβήτησης οποιωνδήποτ επιμέρους χρεοπιστώσεων του λογαριασμού ή/και τιμολογίων που αναφέρονται σε αυτόν (βλ. Τεκμήριο 3) μέχρι την ημερομηνία σύναψης της εν λόγω συμφωνίας ως το Τεκμήριο 4, ήτοι μέχρι τις 30.12.
  3. Τα μόνα στοιχεία που θα μπορούσαν να αμφισβητηθούν είναι οι προσθαφαιρέσεις που έγιναν μετά τις 30.12.2015 σε σχέση με το συμφωνηθέν υπόλοιπο λογαριασμού, όπως τις περιγράφει ο ομνύων κ. Πρωτοπαπάς στις παρα. 19 έως 21 της ένορκης δήλωσής του. Ωστόσο, παρατηρώ ότι αυτές δεν αμφισβητήθηκαν ή/και δεν συσχετίζονται με τη γραμμή υπεράσπισης που η συνήγορος των Εναγομένων εισηγείται ότι θα προωθήσουν οι Εναγόμενοι αν τους δοθεί η άδεια από το Δικαστήριο. Η μόνη γραμμή υπεράσπισης, από αυτές που εισηγείται η κα Χριστοδούλου, που μπορεί καλόπιστα να εγερθεί, είναι ότι το Τεκμήριο 4, παρά την αναφορά στον τίτλο του σε εγγύηση, εντούτοις δεν φαίνεται να δημιουργεί με την απαραίτητη σαφήνεια σύμβαση εγγύησης μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένου
  4. Δηλαδή ο Εναγόμενος 2 δεν φαίνεται στην όψη του Τεκμηρίου 4 να συμβάλλεται με την Ενάγουσα για την ανάληψη ευθύνης εγγύησης του συγκεκριμένου ποσού. Το μόνο πρόσωπο που φαίνεται να υπογράφει τη συμφωνία που περιέχει το Τεκμήριο 4 είναι «ο Οφειλέτης», που ορίζεται πιο πάνω ως η Εναγόμενη 1 εταιρεία. Συνεπώς, η μοναδική υπογραφή, ακόμη και αν ανήκει στον Εναγόμενο 2, εντούτοις φαίνεται να τέθηκε εκ μέρους της Εναγόμενης 1, που ρητά αναφέρεται ως το συμβαλλόμενο μέρος - ως ο Οφειλέτης. Δεν τέθηκε υπό την προσωπική του ιδιότητα. Πάντως, το γεγονός ότι η υπογραφή επί του Τεκμηρίου 4 δεν συνοδεύεται από σφραγίδα της εταιρείας, δεν αποτελεί καλό λόγο υπεράσπισης ή/και αμφισβήτησης της δεσμευτικότητας του Τεκμηρίου 4 έναντι της Εναγομένης
  5. Εξηγώ. Δεν είναι για όλες τις συμφωνίες που συνάπτει μια εταιρεία που απαιτείται να επικυρώνονται με σφραγίδα της εταιρείας. Για οποιαδήποτε συμφωνία ένας ιδιώτης μπορεί να συμβληθεί γραπτώς στη βάση της υπογραφής του, το ίδιο ισχύει και για εταιρεία. Παραπέμπω, συναφώς, στο άρθρο 33 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113꞉ «33.-
(1)Συμβάσεις εκ μέρους εταιρείας δύναται να γίνουν ως ακολούθως- (α) σύμβαση η οποία αν γινόταν μεταξύ ιδιωτών προσώπων ο νόμος θα απαιτούσε να γίνει γραπτώς, και αν γινόταν σύμφωνα με το Αγγλικό Δίκαιο θα απαιτούσε να φέρει σφραγίδα, δύναται να γίνει απόεταιρεία γραπτώς και είτε να φέρει την κοινή σφραγίδα της εταιρείας είτε όχι· (β) σύμβαση η οποία αν γινόταν από πρόσωπα ιδιώτες ο νόμος θα απαιτούσε να γίνει γραπτώς και να υπογράφεται από τα μέρη που βαρύνονται από τη σύμβαση, δύναται να γίνει εκ μέρους της εταιρείαςγραπτώς και να υπογραφτεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που ενεργεί μετά από ρητή ή σιωπηρή εξουσιοδότηση της εταιρείας (γ) σύμβαση η οποία αν γινόταν από πρόσωπα ιδιώτες θα ήταν νομικά έγκυρη και αν ακόμα γινόταν μόνο προφορικά και όχι γραπτώς δύναται να γίνει προφορικά εκ μέρους της εταιρείας από οποιοδήποτεπρόσωπο που ενεργεί με βάση ρητή ή σιωπηρή εξουσιοδότηση της. [...]
(2)Σύμβαση που γίνεται σύμφωνα με το άρθρο αυτό έχει νομικό αποτέλεσμα και δεσμεύει την εταιρεία και τους διαδόχους της και όλα τα άλλα μέρη της.
(3)[...].». Στον Palmer's Company Law, 20th Edition, London, Stevens & Sons Limited, 1959, σελ. 231, 232 αναφέρονται τα εξής αναφορικά με το Αγγλικό Δίκαιο σε ό,τι αφορά την αναγκαιότητα ή μη σύναψης σύμβασης από εταιρεία με εναπόθεση της σφραγίδας της σε αυτήν: «Provided that the contract is made inter partes, a company can, in general, contract in the same form as an individual. Where according to English law, a contract has to be under seal, the company's common seal has to be affixed (s. 32
(1)(a)). Where writing is required of an individual, the company by its agents may make the contract in writing signed by a person acting under its authority (s. 32
(1)(b)), and where an individual is capable of contracting orally, the company acting by its duly authorised agents, may likewise do so (s. 32
(1)(c). [.] A company is not required to contract under seal in all circumstances but where in the case of an individual a seal is requisite, it is requisite in the case of a company. Thus, to convey freehold property, and to assign or surrender freehold property, or to give a power of attorney, a seal is requisite. A seal is further required for some instruments in order to obtain certain statutory advantages, e.g., in the case of a certificate of title to shares (s.81), in the case of a share warrant (s.83
(1)), and in the Law of Property Act 1925, various statutory incidents are annexed to deeds.» Τέλος, συκεχυμένη είναι η εικόνα και σε ό,τι αφορά την ιδιότητα υπό την οποία υπέγραψε ο Εναγόμενος 2 το Τεκμήριο
  1. Εν πάση περιπτώσει, παρατηρώ ότι η ευθύνη του Εναγομένου 2 ως εγγυητή δυνάμει της αρχικής συμφωνίας ως το Τεκμήριο 1, να καλύψει οποιοδήποτε υπόλοιπο ήθελε αφήσει εκκρεμές ο Χρεώστης, όπου χρεώστης ορίζεται εκεί ότι είναι η Εναγόμενη 1, υφίσταται, όπως ρητά αναφέρει το Τεκμήριο 1, «σε περίπτωση αφερεγγυότητας του χρεώστη». Δεν έχει δικογραφηθεί από πλευράς Ενάγουσας στην Έκθεση Απαίτησης τέτοιος ισχυρισμός περί αφερεγγυότητας της Εναγομένης 1 που είναι ο Χρεώστης. Άλλο το να αρνείται μια εταιρεία να αποπληρώσει ένα χρέος επειδή το αμφισβητεί και άλλο είναι το να μην έχει τη φερεγγυότητα για να το αποπληρώσει. Επομένως, δεν είναι ξεκάθαρη η ευθύνη ή/και υποχρέωση του Εναγομένου 2 έναντι της Ενάγουσας. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί σε ό,τι αφορά την Εναγόμενη 1, καλή και καλόπιστη υπεράσπιση στην απαίτηση της Ενάγουσας. Η αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης αρ.1 εγκρίνεται για το ποσό των €5.820,31σ. πλέον τόκο 9% επί του ποσού αυτού από 6.10.2016 μέχρι εξόφλησης (βλ. παρα.10 της Έκθεσης Απαίτησης), πλέον τα δικηγορικά έξοδα της αγωγής (περιλαμβανομένων των ½ εξόδων της υπό κρίση αίτησης), ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Απορρίπτεται, όμως, η αίτηση για συνοπτική απόφαση εναντίον του Εναγομένου 2, αφού έχει εκ πρώτης όψεως αποδειχθεί ότι αυτός δεν υπέγραψε υπό την προσωπική του ιδιότητα τη συμφωνία εκκαθαρισμένου υπολοίπου λογαριασμού ως το Τεκμήριο 4 και είναι συζητήσιμο το κατά πόσον φέρει ευθύνη δυνάμει της αρχικής Συμφωνίας ως το Τεκμήριο
  2. Τα έξοδα της αίτησης σε ό,τι αφορά τον Εναγόμενο 2, επιδικάζονται κατά ½ υπέρ του και εναντίον της Ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ο λόγος που επιμερίζω τα έξοδα κατά τον πιο πάνω τρόπο έγκειται στο ότι καταχωρήθηκε μία κοινή Ειδοποίηση Ένστασης και μία κοινή αγόρευση εκ μέρους της συνηγόρου τους, όπως και οι εμφανίσεις ήταν κοινές. (υπ.)................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.