← Κύπρος

ΜΙΜΗΣ Γ.ΙΩΑΚΕΙΜ ΛΤΔ ν. ΠΑΝΙΚΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Αρ. Αγωγής: 162/16, 28/2/2018

ΜΙΜΗΣ Γ.ΙΩΑΚΕΙΜ ΛΤΔ ν. ΠΑΝΙΚΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Αρ. Αγωγής: 162/16, 28/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:A17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ Ενώπιον: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 162/16 Μεταξύ: ΜΙΜΗΣ Γ.ΙΩΑΚΕΙΜ ΛΤΔ Εναγόντων -και- ΠΑΝΙΚΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Εναγομένου Ημερομηνία: 28/2/2018 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: Η κα. Θ. Σπετσιώτη για Αντώνης Κ. Καράς Δ.Ε.Π.Ε Για τον Εναγόμενο: Ο κ. Α. Τάσου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα-εταιρεία (στο εξής καλούμενη «η ενάγουσα») αξιώνει από τον εναγόμενο το ποσό των €550,00 ως οφειλόμενο ποσό δυνάμει συναλλαγματικής και/ή γραμματίου και/ή ένεκα χρέους. Η παρούσα υπόθεση διέπεται από τις πρόνοιες της νέας Διαταγής 30 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας εφόσον το αξιούμενο ποσό δεν υπερβαίνει τις €3.

  1. Οι αγωγές αυτές, με βάση την πιο πάνω Διαταγή, εμπίπτουν στον κατάλογο «ταχείας εκδίκασης» και εκδικάζονται συνοπτικά. Α) ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ ΘΕΣΗ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ Η ενάγουσα διατηρεί κατάστημα όπου πωλεί μεταξύ άλλων αντλίες, ηλεκτροτουρμπίνες, ηλεκτρογεννήτριες, χημικά προϊόντα, μπογιές και άλλα συναφή είδη. Ο εναγόμενος, στα πλαίσια συνεργασίας που είχε με την ενάγουσα από το 1996, αγόραζε από αυτήν εμπορεύματα. Το 2013 ο λογαριασμός του παρουσίαζε υπόλοιπο ύψους €740,
  2. Την 31/10/13 ο εναγόμενος έναντι νόμιμου ανταλλάγματος και προς αναγνώριση του χρέους του υπέγραψε συναλλαγματική και/ή γραμμάτιο για το ποσό των €550,00, πληρωτέο την 1/11/
  3. Η ενάγουσα κάλεσε πολλές φορές τον εναγόμενο να εξοφλήσει το χρέος του, πλην όμως αυτός παραλείπει παρά τις συνεχείς διαβεβαιώσεις του προς τούτο. Ως αποτέλεσμα το πιο πάνω ποσό εξακολουθεί να παραμείνει ανεξόφλητο. Β) ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Ο εναγόμενος, μέσω της υπεράσπισης του, παραδέχεται το γεγονός ότι είχε συνεργασία με την ενάγουσα. Δεν παραδέχεται το γεγονός όμως ότι ο λογαριασμός του παρουσίαζε οποιοδήποτε υπόλοιπο και ουδέποτε ο ίδιος υπέγραψε οποιαδήποτε συναλλαγματική ή γραμμάτιο αλλά και ουδέποτε αναγνώρισε ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα. Γ) ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως έχω αναφέρει η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στην διαδικασία της «ταχείας εκδίκασης» και η ακρόαση της διεξήχθη με βάση την νέα Διαταγή 30

(6)στη βάση γραπτής μαρτυρίας, ως προνοεί η νέα Διαταγή, που αμφότεροι διάδικοι προσκόμισαν υπό τη μορφή ένορκης δήλωσης στα πλαίσια προώθησης των εκατέρωθεν εκδοχών τους κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου. Σημειώνω ότι δεν εξασκήθηκε, από οποιονδήποτε διάδικο, το δικαίωμα αντεξέτασης σε μάρτυρα και/ή προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (β) μέχρι (ε) του Κανονισμού 7 της νέας Διαταγής
  1. Εκ μέρους της ενάγουσας προέβη σε ένορκη δήλωση ο Αδάμος Ιωακείμ, ένας εκ των διευθυντών της. Από την άλλη ο ίδιος ο εναγόμενος προέβη σε σχετική ένορκη δήλωση. Ένορκη Δήλωση Αδάμου Ιωακείμ Σύμφωνα με τα όσα υποστηρίζει ο εν λόγω μάρτυρας ενόρκως, η ενάγουσα από το 1996 είχε συνεργασία με τον εναγόμενο και κατόπιν μεταξύ τους συμφωνίας πώλησαν και παρέδωσαν στον εναγόμενο διάφορα εμπορεύματα. Στα πλαίσια αυτά η ενάγουσα εξέδωσε σχετικά τιμολόγια τα οποία παρέδωσε στο εναγόμενο σε κάθε μεταξύ τους συναλλαγή. Κατόπιν μεταξύ τους συμφωνίας η ενάγουσα, με σκοπό την διευκόλυνση του εναγομένου, προχώρησε στο άνοιγμα σχετικής κατάστασης λογαριασμού την οποία χρεοπίστωνε ανάλογα με τις μεταξύ τους συναλλαγές, δίδοντας του και σχετική πίστωση. Η σχετική κατάσταση λογαριασμού αποστέλλετο στον εναγόμενο ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Το 2013 η κατάσταση λογαριασμού του εναγομένου παρουσίαζε υπόλοιπο €740,51 (Τεκμήριο Α). Την 31/10/13 ο εναγόμενος έναντι νόμιμου ανταλλάγματος και προς αναγνώριση του χρέους του υπέγραψε συναλλαγματική (Τεκμήριο Β) για το ποσό των €550,00, πληρωτέο την 1/11/
  2. Εάν ο εναγόμενος δεν εξοφλούσε το πιο πάνω ποσό αυτό θα επιβαρύνετο με τόκο 9%. Παρά τις οχλήσεις της ενάγουσας ο εναγόμενος παραλείπει να εξοφλήσει το πιο πάνω ποσό. Ένορκη Δήλωση Πανίκου Χρίστου-Παναγιώτου Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ενόρκως ότι πράγματι είχε συνεργασία με την ενάγουσα, πλην όμως ο ίδιος ήταν πάντοτε συνεπής στις υποχρεώσεις του και ως εκ τούτου ο μεταξύ τους λογαριασμός δεν παρουσιάζει κανένα υπόλοιπο. Η ενάγουσα ποτέ δεν του εξέδωσε οποιοδήποτε τιμολόγιο αλλά ούτε και έχει στην κατοχή του τέτοιο. Η θέση του αυτή αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν προσκόμισε οποιοδήποτε τιμολόγιο προς απόδειξη της υπόθεσης της. Η σχετική κατάσταση λογαριασμού που παρουσιάσθηκε δεν γίνεται αποδεκτή εφόσον δεν φέρει την υπογραφή του και δεν παρουσιάζεται οποιαδήποτε μαρτυρία για το πως αυτή εκδόθηκε. Περαιτέρω ο ίδιος αρνείται ότι υπέγραψε οποιαδήποτε συναλλαγματική ή γραμμάτιο και ουδέποτε αναγνώρισε ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Η συναλλαγματική που παρουσιάσθηκε από την ενάγουσα είναι άκυρη καθότι δεν τηρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει ο περί Συναλλαγματικών Νόμος, Κεφ.262 εφόσον αυτή δεν φέρει την υπογραφή ούτε της ενάγουσας ούτε του ιδίου. Περαιτέρω αναφέρει ότι ο ίδιος ουδέποτε έχει αποδεχθεί την εν λόγω συναλλαγματική. Δ) ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ-ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η εκδίκαση των υποθέσεων που εμπίπτουν στον κατάλογο των υποθέσεων «ταχείας εκδίκασης» παρουσιάζουν την εξής ιδιαιτερότητα. Λόγω του ότι η προσαχθείσα μαρτυρία που προσκομίζεται στο Δικαστήριο γίνεται μέσω ενόρκων δηλώσεων, είναι αμέσως εύκολα αντιληπτό ότι το Δικαστήριο στερείται της δυνατότητας να παρακολουθήσει ζωντανά τους μάρτυρες που καταθέτουν ενώπιον του. Αναμφίβολα το γεγονός αυτό υποβοηθά το Δικαστήριο να εκτιμήσει και να αξιολογήσει καλύτερα την μαρτυρία έκαστου προσώπου που παρουσιάζεται ενώπιον του. Στην απουσία όμως αυτού του στοιχείου, το Δικαστήριο θα αρκεστεί και θα περιοριστεί, εξετάζοντας την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα, με την αντιπαραβολή των θέσεων κάθε έκαστης πλευράς με την λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική, την συνοχή της και την λογική εκδοχή της. Αποτελεί καλά εδραιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα στοιχειοθετούν τα επίδικα θέματα και καθορίζουν τις παραμέτρους της δίκης (Sevegep Ltd. v. United Sea Transport
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729, 732 και Safarino v. Σταυρινού
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059, 1063). Στην υπόθεση Ομήρου Όμηρος Σάββα ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 λέχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και με βάση τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Στην προγενέστερη υπόθεση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, λέχθηκε επίσης ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή. Επομένως συνάγεται ότι καθοριστικοί παράγοντες για την κρίση του Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων είναι η δύναμη και η πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκομίστηκε. Λαμβάνεται επίσης υπόψη η αληθοφάνεια της εκδοχής της και η συνοχή της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα ώστε με αυτά ως δεδομένο να εξετάσει το Δικαστήριο στη συνέχεια, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται (Wynne v. Mavronicola
(2009)1 A.A.Δ. 1138). Περαιτέρω στην εν λόγω υπόθεση λέχθηκε ότι: «Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης. Συνήθως θέμα αξιοπιστίας εγείρεται όταν υπάρχουν δύο διϊστάμενες εκδοχές και το δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει μια από τις δύο (βλ. R.C.K. Sports Ltd. v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 1074, στη σελ. 1084)». Αποτελεί επίσης σταθερή θέση της νομολογίας μας ότι τα Δικαστήρια θα πρέπει να διακρίνουν την αξιοπιστία των μαρτύρων και του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό και δεν αποδεικνύει τίποτε. Μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει στην πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Η αποτίμηση της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα δεν μετράται με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων αλλά, με την κρίση του Δικαστηρίου για το αξιόπιστο της μαρτυρίας του. Aπίθανη, κατά τη συνήθη ροή των πραγμάτων εκδοχή, γίνεται παραδεχτή, εφόσον ο μάρτυρας κρίνεται αξιόπιστος· και αντίθετα, εκδοχή πιθανολογούμενη ως ορθή απορρίπτεται, εφόσον ο μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος (Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614 και Miorage Popovic Slopodan v. Dubranvka Radivojenik
(1998)1 A.A.Δ. 1162). H διάκριση μεταξύ αξιοπιστίας και βάρους της απόδειξης ανάγεται στη λογική των πραγμάτων και τις εγγενείς διαφορές μεταξύ αξιοπιστίας μαρτύρων και του αποδεικτικού βάρους που φέρει ο διάδικος που προβάλλει μια εκδοχή. Στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα v. Χ"Νέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41, σελ. 45, το Δικαστήριο αποτυπώνει περιεκτικά τη διάκριση μεταξύ αξιοπιστίας και βάρους της απόδειξης. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Οφείλουμε πρώτα να αποσαφηνίσουμε το θέμα σύμπλεξης της αξιοπιστίας των μαρτύρων με το βάρος απόδειξης που έθιξε ο δικηγόρος της Τράπεζας ως θέματος που επηρεάζει την εγκυρότητα της απόφασης. Κατά τη νομολογία αυτό είναι ανεπίτρεπτο και οπωσδήποτε οδηγεί σε ακύρωση της ετυμηγορίας του δικαστηρίου. Η υποχρέωση του ενάγοντα ή αιτητή σε κάθε δοσμένη υπόθεση να αποσείσει την ευθύνη που αφορά στο βάρος απόδειξης γεννιέται εφόσον το δικαστήριο διαπιστώνει καταρχήν ότι η μαρτυρία που προσκόμισε ο διάδικος που φέρει το βάρος έχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας και μπορεί να αποτελέσει το έρεισμα για τα ευρήματα του δικαστηρίου.» Αποτελεί επίσης πάγια νομολογία αρχή ότι σε πολιτικές υπόθεσης ο Ενάγων έχει το γενικό βάρος ('burden of proof') να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επιβεβαιωθεί, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Οι πιο πάνω αρχές επιβεβαιώθηκαν και στην μεταγενέστερη υπόθεση Demil Imports Exports Ltd v. Ζήνων
(2011)1 Α.Α.Δ. 462. Ο κάθε διάδικος οφείλει βεβαίως να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία για να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του. Παράλειψη προσκόμισης τέτοιας μαρτυρίας μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε εξαγωγή σχετικών συμπερασμάτων. Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει όμως να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του Ενάγοντος και δεν μεταφέρεται. Το ειδικό βάρος απόδειξης ('evidential burden') υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Σε τέτοια περίπτωση, το βάρος μετατοπίζεται πίσω στους ενάγοντες να απαντήσουν ικανοποιητικά και να αποσείσουν το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε (Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Καθοδηγούμενος από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές προχωρώ στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η μαρτυρία που η ενάγουσα παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου στο σύνολο της από άποψης ποιότητας και πειστικότητας δεν είναι θετική, έχει ουσιαστικά κενά και ελλείψεις με αποτέλεσμα να δημιουργούνται σοβαρές αμφιβολίες και αναπάντητά ερωτήματα προς το Δικαστήριο με αποτέλεσμα η εκδοχή της να μην είναι πειστική. Και εξηγούμαι: Η ενάγουσα στα πλαίσια της συνεργασίας της με τον εναγόμενο, πώλησε και παράδωσε διάφορα προϊόντα της. Σύμφωνα με την εκδοχή της εξέδιδε και σχετικά τιμολόγια τα οποία και παρέδιδε στον εναγόμενο. Ουδέν τιμολόγιο έχει κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών της. Σημειώνω ότι ο εναγόμενος, μέσω της δικής του μαρτυρίας, αμφισβήτησε το γεγονός ότι έλαβε στην κατοχή του οποιοδήποτε τιμολόγιο που εξέδωσε η ενάγουσα. Περαιτέρω στα πλαίσια της συνεργασίας του η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι προχώρησε στο άνοιγμα σχετικής κατάστασης λογαριασμού (Τεκμήριο Α) την οποία και χρεωπίστωνε ανάλογα με τις μεταξύ τους συναλλαγές. Ο εναγόμενος, σύμφωνα και πάλι με την εκδοχή της, ενημερωνόταν για το εκάστοτε οφειλόμενο ποσό, και σε διάφορες ημερομηνίες πλήρωνε διάφορα ποσά. Όπως όμως διαπιστώνεται από την ίδια κατάσταση περιέχονται μόνο χρεώσεις χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε πίστωση εκ μέρους του εναγομένου. Ούτε και έχει παρουσιασθεί οποιαδήποτε προηγούμενη κατάσταση, αν υπάρχει βεβαίως, που να τεκμηριώνει έστω και κατ' ελάχιστο τους ισχυρισμούς της. Περαιτέρω, δεν δίδεται οποιαδήποτε πληροφόρηση προς το Δικαστήριο με ποιο τρόπο ο εναγόμενος ενημερώνεται για την σχετική κατάσταση. Δημιουργείται εύλογα επίσης το ερώτημα γιατί ενώ σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού, παρουσιάζεται υπόλοιπο ύψους €740,51 ο εναγόμενος προς αναγνώριση του χρέους του υπέγραψε συναλλαγματική για το ποσό των €550,00 μόνον. Ουδεμία και πάλι εξήγηση δίδεται από την ενάγουσα. Τέλος το κυριότερο σημείο που κατά τη γνώμη μου με οδηγεί στο αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι η εκδοχή της ενάγουσας περιέχει κενά είναι η ίδια η συναλλαγματική, (Τεκμήριο Β) (αφού ως τέτοια χαρακτηρίζεται από την ίδια την ενάγουσα μέσω της γραπτής μαρτυρίας της), που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας ο εναγόμενος υπέγραψε έναντι νόμιμου ανταλλάγματος. Στο σημείο αυτό θεωρώ ορθότερο να επισυνάψω αυτούσιο το σχετικό έγγραφο για σκοπούς ευκολότερης κατανόησης του σκεπτικού του Δικαστηρίου: «ΕΥΡΩ €550,00 ΕΝ Σωτήρα τη 31/10/2013 Την 1ην Νοεμβρίου 2014 πληρώσατε αντί της μόνης ταύτης Συναλλαγματικής εις την διαταγή της Εταιρείας ΜΙΜΗΣ Γ. ΙΩΑΚΕΙΜ ΛΤΔ, Τ.Δ. 33041, 5310 Παραλίμνι, το ποσό των Ευρώ Αξία ληφθείσα εις εμπορεύματα. Παρελθούσης της διορίας μου υποχρεούμαι εις την πληρωμή τόκου Προς 9% ετησίως. Εγγυώμαι αλληλεγγύως μετά του οφειλέτου την πληρωμή του ως άνω ποσού μετά των τόκων μέχρι τελείας εξοφλήσεως ....................... ....................... Προς τον κ. Πανίκκο Χρ. Παναγιώτου Χριστοφή Βασίλη 3, Ξυλοφάγου.» Προσεκτική μελέτη αυτής διαπιστώνω ότι αυτή δεν φέρει οποιαδήποτε υπογραφή ούτε του εναγομένου αλλά ούτε και της ίδιας της ενάγουσας. Απλά αναγράφεται το όνομα του εναγομένου μετά την λέξη «προς» και κατά την γνώμη μου η αναγραφή του ονόματος του εναγομένου, άγνωστο από ποιόν, δεν μπορεί βεβαίως να θεωρηθεί υπογραφή. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου το γεγονός ότι ο εναγόμενος αμφισβήτησε ότι η εν λόγω συναλλαγματική φέρει την υπογραφή του, γεγονός για το οποίο η ενάγουσα δεν απέσεισε το βάρος για ανατροπή του εν λόγω ισχυρισμού. Προκύπτει επομένως το βασικό και εύλογο ερώτημα. Πως ο εναγόμενος αναγνώρισε το χρέος του και υπέγραψε συναλλαγματική χωρίς αυτή να φέρει την δική του υπογραφή; Ούτε επίσης και δίδεται οποιοσδήποτε λόγος γιατί ενώπιον του Δικαστηρίου έχει κατατεθεί αντίγραφο της σχετικής συναλλαγής και/ή γραμματίου. Παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, αντίγραφο του πρωτοτύπου χωρίς να δοθεί ουδεμία εξήγηση από την ενάγουσα σε σχέση με το σημείο αυτό. Ενόψει οποιασδήποτε εξήγησης ικανοποιητικής θεωρώ πως δεν υπήρχε το υπόβαθρο για να κατατεθεί από πλευράς ενάγουσας δευτερογενής μαρτυρία (Χριστόπουλος v. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 1713). Τέλος η ενάγουσα αναφέρει ότι όχλησε τον εναγόμενο επανειλημμένως. Δεν κατατέθη όμως ούτε και μία επιστολή που να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς της. Άγνωστο πώς και με ποιόν τρόπο τον όχλησε. Ο εναγόμενος αμφισβήτησε το γεγονός της ύπαρξης οποιοδήποτε τιμολογίων καθώς και το γεγονός ότι ο ίδιος υπέγραψε οποιαδήποτε συναλλαγματική ή γραμμάτιο. Υπενθυμίζω εδώ τον κανόνα ότι στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου, να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες και η παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους ισοδυναμεί με αποδοχή της (Κ. Λ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1(Γ) A.A.Δ. 1527, Αdidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 και ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΚΩΣΤΡΙΚΗ ν. 4 ΜΟΤΙΟN AUTOMOTIVES LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 226/2014, 10/7/2015). Αυτή η παράλειψη θεωρώ ότι ενεργοποιεί τις παγίως νομολογημένες αρχές σε σχέση με το πώς αποσείεται το βάρος απόδειξης που φέρει ένας διάδικος, αλλά και το πώς επενεργεί στην αξιολόγηση της μαρτυρίας η παράλειψη αντεξέτασης. Εδώ κρίνεται αναγκαία η παράθεση των αναφορών από τον λόγο στην υπόθεση Frederickou School Co. Ltd κ.α. ν Acuac Inc.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1527. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι σχετικό: «Εκκινώντας από αυτό το τελευταίο, θα ήταν χρήσιμο ένα σύντομο σχόλιο. Η αντεξέταση των μαρτύρων είναι σημαντικό όπλο στη διεξαγωγή μιας δίκης. Από τη δικανική σκοπιά - και όχι την ηθική που στόχος είναι βασικά η εύρεση της αλήθειας και η αποκάλυψη του ψεύδους - πρωταρχικό αντικείμενο της είναι η αποδυνάμωση ή εκμηδένιση των δηλώσεων ενός μάρτυρα κατά την κύρια εξέταση, που στηρίζουν ή βοηθούν την υπόθεση του αντιδίκου. Είναι σχετική η ρήση του Lord Hanworth, M.R., την οποία αναφέρει, επιδοκιμάζοντας την, ο Sankey L.C., στην υπόθεση Mechanical and General Inventions Co. Ltd. -ν-Lehwess v. Austin and the Austin Motor Co. [1935] A.C. 346 στη σελ. 359: "Cross-examination is a powerful and valuable weapon for the purpose of testing the veracity of a witness and the accuracy and completeness of his story." Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα.» Ο πιο πάνω βασικός κανόνας απόδειξης, δεν ατονεί επειδή η δίκη διεξήχθη στη βάση έγγραφης μαρτυρίας, αφού το μόνο που άλλαξε η «νέα Δ.30», είναι την διαδικασία και όχι το ουσιαστικό δίκαιο απόδειξης. Ούτε βέβαια πρόκειται για εκδίκαση ενδιάμεσης αίτησης, όπου εφαρμόζονται οι πρόνοιες της Δ.48 και το Δικαστήριο, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς και χωρίς να προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας για να καταλήξει σε ευρήματα, περιορίζεται σε μια αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας για να διαπιστώσει κατά πόσο, από αντιπαραβολή της έγγραφης μαρτυρίας, αποδεικνύεται στην όψη της και μόνο. Εδώ πρόκειται για την ακρόαση της ουσίας της διαφοράς και η αποδεικτική αξία της προσκομισθείσας μαρτυρίας, εξετάζεται υπό τους συνήθεις κανόνες απόδειξης, με γνώμονα το σχετικό βάρος απόδειξης που ο κάθε διάδικος φέρει στους ώμους του. Όλα τα πιο πάνω σε συνδυασμό με την εκδοχή που ο εναγόμενος προβάλει και την οποία δεν μπορώ να απορρίψω για τους λόγους που παραθέτω ανωτέρω καθιστούν την απαίτηση της ενάγουσας να είναι ατεκμηρίωτη, να μην είναι πειστική αλλά και να περιέχει ουσιώδη κενά. Ξεκάθαρα δεν μπορώ να αποδεχθώ την μαρτυρία του διευθυντή της ενάγουσας ως αξιόπιστη για όλους τους λόγους που έχω παραθέσει ανωτέρω. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2011)1Β Α.Α.Δ. 1422, λέχθηκε ότι αφού διαπιστωθεί ότι η μαρτυρία που προσκόμισε ο διάδικος, ο οποίος φέρει το βάρος απόδειξης, έχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας μπορεί το δικαστήριο να προχωρήσει στα επόμενα στάδια που αφορούν στο βάρος και στο επίπεδο απόδειξης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Παρά το γεγονός ότι δεν έχω κρίνει ως αξιόπιστη την μοναδική μαρτυρία που έχει κατατεθεί εκ μέρους της ενάγουσας, εντούτοις θα προχωρήσω και με τον σχολιασμό της νομικής πτυχής της αξίωσης της. Όπως προκύπτει, με βάση τις δικογραφημένες θέσεις της, η αξίωση της ενάγουσας στηρίζεται σε διαζευκτικούς ισχυρισμούς. Mε βάση την Έκθεση Απαίτησης η ενάγουσα αξιώνει από τον εναγόμενο το ποσό των €550,00 δυνάμει συναλλαγματικής είτε δυνάμει γραμματίου είτε δυνάμει γραπτού ομολόγου είτε ένεκα χρέους. Σημειώνω ότι τόσο στην γραπτή μαρτυρία της ενάγουσας όσο και στην αγόρευση των συνηγόρων της προωθείται η θέση ότι το Τεκμήριο Β αποτελεί συναλλαγματική και δυνάμει αυτής αξιώνει το πιο πάνω ποσό. Ο χαρακτηρισμός ενός εγγράφου και οι νομικές συνέπειες που ενέχει αποτελεί θέμα του Δικαστηρίου και όχι θέμα περιγραφής ή χαρακτηρισμού από τον διάδικο. Περαιτέρω σύμφωνα με την νομολογία το αγώγιμο δικαίωμα συναρτάται με τα γεγονότα τα οποία το στοιχειοθετούν και όχι με τον χαρακτηρισμό που του αποδίδεται (Χρυσάνθου Ζήνωνας v. Χρυσούλλας Παγκρατίου
(1998)1 Α.Α.Δ 675). Θα εξετάσω την κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Το άρθρο 3
(1)του Περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ.262 διαλαμβάνει ότι: «Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφανίσει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή." To δε άρθρο 3
(2)διαλαμβάνει ότι: «Έγγραφο το οποίο δεν πληρεί τους όρους αυτούς, ή το οποίο διατάζει όπως γίνει οποιαδήποτε πράξη επιπρόσθετα προς την πληρωμή χρημάτων, δεν αποτελεί συναλλαγματική». Στην υπόθεση Poly G Knitwear Ltd ν. Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ως προσωρινού εκκαθαριστή της περιουσίας της εταιρείας Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (Loukos Trading Co. Ltd) και Άλλου,
(2007)1 Α.Α.Δ. 96, έγινε εκτενής ανάλυση για το τί θα πρέπει να περιέχει μία συναλλαγή ώστε να θεωρείται έγκυρη: «Στο άρθρο 3
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, όπως τροποποιήθηκε, αναγράφεται ότι συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει (δική μας η υπογράμμιση), η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφανίσει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή. Στη δεύτερη παράγραφο του προαναφερόμενου άρθρου 3 αναγράφεται πως έγγραφο που δε πληρεί τους προαναφερόμενους όρους ή το οποίο διατάζει όπως γίνει οποιαδήποτε πράξη επιπρόσθετα προς την πληρωμή χρημάτων, δεν αποτελεί συναλλαγματική. Στην υπόθεση Samoa Clothing Industry Ltd v. Ταμείου Προνοίας Εργατοϋπαλλήλων Βιομηχανίας Ειδών Ένδυσης και Υπόδησης Κύπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 2072, το Εφετείο τόνισε ότι η μόνη υπογραφή που απαιτείται σε μια συναλλαγματική είναι αυτή του εντολέα. Εφόσον η συναλλαγματική δεν εξοφληθεί με την παρουσίαση της ο ίδιος ο εντολέας είναι υπεύθυνος για την εξόφληση της ανάλογα με το περιεχόμενο της. Στην προκείμενη περίπτωση είναι προφανές πως ο εκδότης των προαναφερόμενων υποτιθέμενων συναλλαγματικών (τεκμηρίων 1-7), δηλαδή ο εντολέας ήταν η εφεσείουσα εταιρεία. Αποδέκτης ήταν η πρώτη εφεσίβλητη εταιρεία και εγγυητής ο δεύτερος εφεσίβλητος. Υπάρχουν υπογραφές της πρώτης εφεσίβλητης εταιρείας, ως αποδέκτη και του δεύτερου εφεσίβλητου, ως εγγυητή, όμως σε κανένα μέρος των εγγράφων αυτών δεν υπάρχει, όπως ορθά έκρινε το πρωτόδικο δικαστήριο, υπογραφή των εκδοτών, δηλαδή των εντολέων, δηλαδή της εφεσείουσας. Ως εκ τούτου τα προαναφερόμενα έγγραφα δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως έγκυρες συναλλαγματικές με την προαναφερόμενη έννοια του Νόμου και κατά συνέπεια και η εγγύηση του δευτέρου εφεσιβλήτου σ' αυτές δεν μπορούσε να είναι έγκυρη, όπως ορθά έκρινε και το πρωτόδικο δικαστήριο». Στην μεταγενέστερη υπόθεση Xριστοφορίδης Xριστόφορος ν. Xρυσόστομου Tσίτσιου, ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Aντώνη Σάββα Kωνσταντινίδη,
(2009)1 Α.Α.Δ. 1292, όπου τα γεγονότα της υπόθεσης προσομοιάζουν με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης εφόσον με την αγωγή της η Ενάγουσα-Εφεσίβλητη αξίωνε απόφαση εναντίον του Εφεσίβλητου-Εναγομένου, δυνάμει συναλλαγματικής, το Ανώτατο Δικαστήριο ανάτρεψε την πρωτόδικη απόφαση καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η κατατεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου συναλλαγματική δεν ήταν έγκυρη. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό σκεπτικό του Δικαστηρίου: «. Προκύπτει σαφώς από τα πιο πάνω, ότι, για να είναι έγκυρη η συναλλαγματική, πρέπει απαραίτητα να υπογράφεται από το πρόσωπο που την εκδίδει. Στην παρούσα περίπτωση, είναι φανερό από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιόν μας, πως δεν υπάρχει υπογραφή εκδότη στο έγγραφο. Παρόλο ότι δεν υπάρχει σαφής μαρτυρία για το ποιος την εξέδωσε, εντούτοις προκύπτει από την όλη μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και από το ίδιο το έγγραφο, ότι εκδότης ήταν το ίδιο πρόσωπο προς το οποίο θα επληρώνετο το ποσό των £15,000, δηλαδή ο αποβιώσας και πρώην εφεσίβλητος-ενάγων, Αντώνης Σάββα Κωνσταντινίδης. Εν όψει των πιο πάνω προνοιών του Νόμου και των γεγονότων αυτών, καθίσταται σαφές πως η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι εκδότης ήταν ο πρώην εναγόμενος 1 Φελλάς, είναι λανθασμένη, αφού σαφώς, όπως προκύπτει από το έγγραφο, ο Φελλάς ήταν το πρόσωπο προς το οποίο απευθυνόταν η εντολή να πληρώσει. Προφανώς ο εκδότης, ο εφεσίβλητος Κωνσταντινίδης, δεν είχε υπογράψει το έγγραφο. Ορθά η πρωτόδικος Δικαστής παρατηρεί στην απόφαση της ότι «σύμφωνα με το Άρθρο 3 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, δεν αποτελεί προϋπόθεση όπως η συναλλαγματική υπογραφεί από το άτομο προς όφελος του οποίου εκδίδεται, εκείνο που αποτελεί προϋπόθεση είναι όπως η συναλλαγματική υπογράφεται από 'το πρόσωπο που τη δίδει'». Παραγνωρίζει όμως ότι στην παρούσα περίπτωση εκδότης και άτομο προς όφελος του οποίου εκδόθηκε η «συναλλαγματική», ήταν το ίδιο πρόσωπο και δεν είναι με την ιδιότητά του ως το άτομο προς όφελος του οποίου εκδόθηκε που θα έπρεπε να την υπογράψει, αλλά υπό την ιδιότητά του ως πρόσωπο που τη δίδει. Σε όλες τις αυθεντίες που έχουν αναφερθεί ενώπιόν μας, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης στην οποία μας παρέπεμψε η συνήγορος του εφεσίβλητου, δηλαδή την Samoa Clothing Industry Ltd κ.ά. v. Ταμείου Προνοίας Εργατοϋπαλλήλων Βιομηχανίας Ειδών Ένδυσης και Υπόδησης Κύπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 2072 τονίζεται πως απαραίτητη είναι η υπογραφή του εκδότη/εντολέα». Μελετώντας το πιο πάνω έγγραφο δεν είναι ξεκάθαρο και δεν έχει διευκρινισθεί από την ενάγουσα και εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η εν λόγω συναλλαγματική φέρει την υπογραφή της ενάγουσας, ως εκδότης της συναλλαγματικής. Από προσεκτική μελέτη αυτού διαπιστώνω ότι στο σχετικό έγγραφο φαίνεται να υπάρχει μία υπογραφή ακριβώς πάνω στα Χαρτόσημα, χωρίς όμως να μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα σε ποιόν ανήκει η εν λόγω υπογραφή. Μελετώντας επίσης την ένορκη δήλωση του διευθυντή της ενάγουσας ουδέποτε προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι αυτή έχει υπογράψει την σχετική συναλλαγματική. Αναφέρεται απλά ότι μόνον ο εναγόμενος υπέγραψε την εν λόγω συναλλαγματική. Ούτε και τέτοιος ισχυρισμός προωθείται στην γραπτή αγόρευση των συνηγόρων της ενάγουσας. Παρατηρώντας επίσης την σχετική συναλλαγματική, περιέχεται το όνομα της ενάγουσας τυποποιημένο πάνω σε αυτό. Ούτε αυτό κατά την γνώμη μου μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι η υπογραφή της. Στο νομικό σύγγραμμα Χρ. Λουκά «Τραπεζική Επιταγή» Τόμος 1, 2η έκδοση 1997, Σελίδα 228, αναφέρεται κάτω από τον τίτλο «Υπογραφή επιταγής εταιρείας» ότι «Η τυπογραφημένη επωνυμία της εταιρείας που υπάρχει επί της επιταγής ή που τίθεται με σφραγίδα, δε συνιστά υπογραφή ή κατάλληλη υπογραφή της επιταγής, και, επομένως, δε θεωρείται πλήρης και κανονική επιταγή». Δεν διακρίνω οποιοδήποτε λόγο γιατί τα πιο πάνω λεχθέντα να μην ισχύουν και στην περίπτωση της συναλλαγματικής. Δεν παραγνωρίζω επίσης ότι η τραπεζική επιταγή, θεωρείται ένα είδος συναλλαγματικής οι πρόνοιες της οποίες διέπονται από τον περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.262 (άρθρα 73-82(Ζ)). Ενόψει των πιο πάνω αμφιβολιών δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι αυτή φέρει την υπογραφή του εκδότη της συναλλαγματικής, δηλαδή της Εφεσείουσας με αποτέλεσμα αυτή να μην μπορεί να θεωρηθεί έγκυρη συναλλαγματική. Περαιτέρω τα άρθρα 17
(1)και
(2)του ίδιου Νόμου διαλαμβάνουν ότι: Ορισμός και προϋποθέσεις αποδοχής 17.-
(1)Η αποδοχή συναλλαγματικής είναι η δήλωση της συγκατάθεσης του αποδέκτη στη διαταγή του εκδότη.
(2)Αποδοχή είναι άκυρη εκτός αν πληρεί τους ακόλουθους όρους, δηλαδή- (α) πρέπει να είναι γραμμένη επί της συναλλαγματικής και να είναι υπογραμμένη από τον πληρωτή. Η απλή υπογραφή του πληρωτή χωρίς επιπρόσθετες λέξεις είναι αρκετή~ (β) δεν πρέπει να εκφράζει ότι ο πληρωτής θα εκπληρώσει την υπόσχεση του με οποιονδήποτε άλλο τρόπο παρά μόνο με την πληρωμή χρημάτων. Όπως διαπιστώνεται στην εν λόγω συναλλαγματική, που αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου, αυτή δεν φέρει την υπογραφή του εναγομένου ως αποδέκτη. Υπάρχει αναγραμμένο το όνομα του εναγομένου με την διεύθυνση του. Κατά την γνώμη μου, ούτε αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί υπογραφή. Το γεγονός αυτό εξάλλου αμφισβητήθηκε από τον ίδιο τον εναγόμενο και η ενάγουσα δεν προέβη σε αντεξέταση του με σκοπό να αποδείξει τις δικές της θέσεις έχοντας στους ώμους της το βάρος απόδειξης. Από την στιγμή που στην επίδική συναλλαγή δεν υπάρχει η συγκατάθεση του εναγομένου ως αποδέκτη, με βάση τις πιο πάνω πρόνοιες και δεν είναι αναγραμμένη η αποδοχή του πάνω στην συναλλαγματική θεωρώ ότι και πάλι δεν μπορεί να αξιώνεται το εν λόγω ποσό από τον εναγόμενο στη βάση της συναλλαγματικής. Το Τεκμήριο Β με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 3
(1)του Περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ.262 δεν αποτελεί συναλλαγματική δεδομένου ότι δεν περιέχει οποιαδήποτε εντολή προς οποιοδήποτε πρόσωπο για καταβολή προς την ενάγουσα του ποσού που αναφέρεται σε αυτό. Επομένως από την στιγμή που αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η εν λόγω συναλλαγματική δεν φέρει ούτε την υπογραφή του εκδότη/εντολέα, δηλαδή της ενάγουσας, αλλά ούτε και υπάρχει η αποδοχή του εναγομένου, παραβιάζονται οι πιο πάνω πρόνοιες με αποτέλεσμα αυτή να μην θεωρείται συναλλαγματική εν τη εννοία του Νόμου. Ούτε το Τεκμήριο Β μπορεί να θεωρηθεί ως γραμμάτιο συνήθους τύπου και τούτο διότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  1. Το άρθρο 78 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149 προνοεί ότι : "Γραμμάτιο συνήθους τύπου" είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση. Το πρόσωπο που παρέχει την υπόσχεση καλείται "οφειλέτης χρέους" ενώ το πρόσωπο στο οποίο παρέχεται η υπόσχεση καλείται "πιστωτής. Συγκεκριμένα, σε αντίθεση με τις προϋποθέσεις του Νόμου, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι υπεγράφη στην παρουσία δύο τουλάχιστον μαρτύρων αλλά όπως αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου, ως έχω αναφέρει ανωτέρω, δεν φέρει την υπογραφή του εναγόμενου, που στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, είναι το πρόσωπο το οποίο παρείχε μέσω του εν λόγω γραμματίου γραπτή υπόσχεση για πληρωμή. Ούτε και το έγγραφο αυτό συμβαδίζει με τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου σε σχέση με τον τόκο εφόσον αναγράφεται σε αυτό ότι «Παρελθούσης της διορίας μου υποχρεούμαι εις την πληρωμή τόκου Προς 9% ετησίως ( διορία εννοείται μετά την 1/11/14). Προκύπτει συνεπώς ότι ο τόκος θα ήταν πληρωτέος μόνο σε περίπτωση μη εξόφλησης του γραμματίου όπως προνοείτο. Τούτο είναι σαφές από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Β ως έχει παρατεθεί ανωτέρω αλλά επιβεβαιώνεται και από το παρακλητικό της αγωγής όπου η ενάγουσα αξιώνει τόκο από τις 1.11.
  2. Δηλαδή εάν ο εναγόμενος κατέβαλλε το ποσό των €550,00 μέχρι την 14.11.2014 το γραμμάτιο θα εξοφλείτο χωρίς την καταβολή οποιουδήποτε τόκου. Αυτό σημαίνει ότι το γραμμάτιο δεν προνοούσε τόκο παρά μόνο στην περίπτωση παράλειψης εξόφλησης του. Στο άρθρο 78 γίνεται αφορά σε τόκο από την ημέρα της υπογραφής του γραμματίου και όχι από οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρόνο αφού προνοείται «πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο ... ποσού χρημάτων, πλέον τόκο ...». Στην προκειμένη περίπτωση το Τεκμήριο Β αφορούσε την πληρωμή σε ορισμένο χρόνο ποσού χρημάτων χωρίς τόκο. Μόνο εάν δεν πληρωνόταν το ποσό εντός του καθορισμένου χρόνου τότε αυτό θα έφερε τόκο. Ίδιο ζήτημα εξετάσθηκε στην υπόθεση στην Karagiorgis TechnoPro Ltd κ.α v. Μ.Α. ΚΤΗΜΑ ΜΑΚΕΝΖΥ LTD, Αγ. 3803/12 Ε.Δ. ΛΑΡΝΑΚΑΣ, όπου στην απόφαση του Προέδρου κ. Μαλαχτού, ημερομηνίας 7.1.16, λέχθηκαν τα ακόλουθα τα οποία με βρίσκουν σύμφωνο: «Δεν εναπόκειται στον πιστωτή να αναφέρει ότι η πρόνοια για τόκο αφορά σε δικό του ευεργέτημα το οποίο μπορεί να αποποιηθεί. Αν ήταν έτσι, θα μπορούσε με την ίδια λογική να υποστηρίξει ότι δεν θα επιθυμούσε να διεκδικήσει τα συναφή έξοδα σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων. Μπορεί βέβαια να συμβληθεί με όποιο τρόπο επιθυμεί, όμως το έγγραφο του δεν θα είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου. Στην προκειμένη περίπτωση οι Ενάγοντες συμφώνησαν ότι αν τους καταβάλλονταν οι αναφερόμενες δόσεις δεν θα δικαιούνταν σε τόκο.» Υπό το φως των πιο πάνω, η κατάληξη του Δικαστηρίου δεν μπορεί να είναι άλλη πλην του ότι το επίδικο γραμμάτιο δεν συμμορφώνεται με την πρόνοια του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.148, αναφορικά με τον τόκο και συνεπώς δεν είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου. Το γραμμάτιο συνήθους τύπου αποτελεί την υπέρτατη μορφή γραμματίου και ως τέτοιο προσφέρει πολλά πλεονεκτήματα στον δικαιούχο, για παράδειγμα, το περιεχόμενο του αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που αναφέρονται σ' αυτό, εξ΄ου και η ανάγκη να τηρούνται απόλυτα οι τυπικότητες του άρθρου 78 (Φουλή v. Μιχαήλ
(2005)1 Α.Α.Δ. 1144). Ομοίως, είναι πολύ περιορισμένες οι υπερασπίσεις που δύνανται να προβληθούν προς αντίκρουση ενός τέτοιου γραμματίου. Εξαντλούνται ουσιαστικά στον ισχυρισμό για μη υπογραφή του γραμματίου ή για υπογραφή υπό συνθήκες απάτης ή εξαναγκασμού (Πανίκος Α. Λεωνίδου κ.α ν. Δρ. Θρασύβουλου Σπυριδάκη). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 80 του Περί Συμβάσεων Νόμου, αποτελεί υπεράσπιση ότι η υπογραφή του οφειλέτη ή άλλου που υπέγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνέπεια εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη. Το Δικαστήριο, έχοντας μελετήσει πολύ προσεκτικά το Τεκμήριο Β, διαπιστώνει σε συνάρτηση με το άρθρο 78, ότι αυτό δεν αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου. Διότι δεν έχει όλα τα χαρακτηριστικά που θέλει ο Νόμος. Δεν περιέχει την υπογραφή του προσώπου που παρέχει την γραπτή υπόσχεση για πληρωμή, δηλαδή του εναγομένου, ούτε υπογράφεται περαιτέρω από δύο τουλάχιστον μάρτυρες αλλά ούτε και συμμορφώνεται με τον λεκτικό του πιο πάνω άρθρου αναφορικά με τον τόκο. Ως αποτέλεσμα τούτου η αξίωση που εδράζεται αποκλειστικά σε χρέος δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου δεν μπορεί να επιτύχει. Ούτε και πρόκειται για Γραμμάτιο υπό την έννοια του εδάφιο
(1)του άρθρου 83 του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262, το οποίο προβλέπει τα εξής: "
(1)Γραμμάτιο σε διαταγή είναι η χωρίς όρους γραπτή υπόσχεση που παρέχεται από έναν πρόσωπο σε άλλο υπογεγραμμένη από τον εκδότη ο οποίος υπόσχεται να πληρώσει, εν όψει ή σε ορισμένο προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο, ορισμένο ποσό χρημάτων σε ορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή ορισμένου προσώπου ή στον κομιστή». Το επίδικο γραμμάτιο δεν συγκεντρώνει όλα τα πιο πάνω χαρακτηριστικά εφόσον ως έχω προαναφέρει απουσιάζει η υπογραφή του εκδότη του, δηλαδή του εναγομένου (Χριστόφορος Χριστοφίδης (ανωτέρω). Σε σχέση με την αξίωση της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος οφείλει το ποσό ένεκα χρέους αντιλαμβάνομαι ότι η διαζευκτική αυτή αξίωση βασίζεται στην σχετική κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο Α). Μια όμως κατάσταση λογαριασμού δεν αποτελεί εξ ορισμού απόδειξη και των όσων καταχωρήθηκαν σ' αυτή - εκτός και εάν πρόκειται για εκκαθαρισμένο λογαριασμό (account stated). Τα γεγονότα που φέρεται να αναπαραγάγει, θα πρέπει να αποδειχθούν με μαρτυρία (A.l. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156, Marketrends Insurance Ltd v. Μιχαήλ κ.α, Πολ. Έφεση 11951, ημερ. 27.7.2006 και Ηρακλής Μιχαηλίδης v. Φάνος Ν. Επιφανίου Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 494). Με άλλα λόγια, οι εκάστοτε καταχωρήσεις στον λογαριασμό, δηλαδή οι κατά καιρούς χρεοπιστώσεις - ανεξαρτήτως είδους - καθίστανται επίδικες και θα πρέπει να αποδειχθούν μία προς μία, ούτως ώστε να διαφανεί στο τέλος, ότι, η εικόνα που εκπέμπει η κατάσταση λογαριασμού είναι αυθεντική και όχι παραποιημένη. Στην προκειμένη περίπτωση κάθε άλλο παρά έχει γίνει κάτι τέτοιο. Ο διευθυντής της ενάγουσας ουδέποτε εξήγησε προς το Δικαστήριο τις καταχωρήσεις στην σχετική κατάσταση λογαριασμού. Σημειώνω επίσης ότι ούτε η αναγνώριση χρέους ασφαλώς δεν αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής. Μπορεί απλώς να χρησιμοποιηθεί για την απόδειξη κάποιας άλλης αιτίας αγωγής (Ιγνατίου κ.α v. Λεμονάρη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1562). Σύμφωνα με την νομολογία, οι λογαριασμοί εμπορευομένου δεν αποτελούν, αφ' εαυτών, απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν. Αυτά, όπως και η ύπαρξης του ιδίου του λογαριασμού, πρέπει, σε περίπτωση αμφισβήτησης, προς ικανοποίηση του νομικού πρωταρχικού βάρους που φέρει ο ενάγοντας διάδικος («legal burden of proof» (Εμπορικά Ψυγεία Βόρειος Πόλος Λτδ ν. Φάρμας Ρένου Χ"Ιωάννου
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1358), να αποδειχθούν από αποδεκτή μαρτυρία. Αυτό σημαίνει, ότι, η κάθε ξεχωριστή καταχώριση (είτε πίστωσης, είτε χρέωσης) στον λογαριασμό, πρέπει να αποδεικνύεται θετικά, ούτως ώστε να επαληθεύεται η αυθεντικότητα και ακρίβεια τους ως προς το τελικό υπόλοιπο (Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ. ν. Γιαννούλλα Κυριάκου κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A314, Πολιτική Έφεση Αρ. 171/11, 29/06/2016, Κλεάνθης Κλεάνθους κ.α. ν. Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1344, Olympic Insurance Agencies Ltd v. Lexus Insurance Agencies Ltd κ.α.
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1440). Δεν ισχύουν τα ίδια, όταν η βάση της απαίτησης είναι παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) και όχι το χρέος, στην οποία περίπτωση, ο ενάγοντας διάδικος, δεν είναι υποχρεωμένος να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Όσον αφορά το θέμα του εκκαθαρισμένου λογαριασμού, στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης, υπό την ιδιότητά του ως εκκαθαριστής της υπό διάλυση εταιρείας Loukos Trading Co Ltd κ.ά. v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο Λτδ
(2005)1(A) Α.Α.Δ. 610, αναλύεται η έννοια του όρου: «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τι συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση.» Ο εναγόμενος αμφισβήτησε ότι έλαβε γνώση και ότι του παραδόθηκε η σχετική κατάσταση λογαριασμού αλλά και ότι έλαβε γνώση των σχετικών τιμολογίων που βάσει αυτών εκδόθηκε η σχετική κατάσταση λογαριασμού. Η θέση του αυτή και πάλι δεν αντικρούσθηκε από την πλευρά της ενάγουσας η οποία είχε το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της, ενόψει και της αμφισβήτησης του γεγονότος αυτού από τον εναγόμενο. Συνεπώς και η διαζευκτική αυτή αξίωση απορρίπτεται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους πιο πάνω λόγους, θεωρώ ότι η ενάγουσα δεν παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου ικανή και θετική μαρτυρία ώστε να ικανοποιήσει το νομικό βάρος που είχε στους ώμους της σε σχέση με την αξίωση της. Συνεπακόλουθα, η αγωγή εναντίον του εναγομένου απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του εναγομένου και εναντίον της ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ....................................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.