← Κύπρος

ΧΡΥ.ΣΩ.ΜΑ. (ΞΥΛΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ) ΛΤΔ. ν. ΑΡΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Αρ. Αγωγής: 206/15, 28/2/2018

ΧΡΥ.ΣΩ.ΜΑ. (ΞΥΛΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ) ΛΤΔ. ν. ΑΡΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, Αρ. Αγωγής: 206/15, 28/2/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:A18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ Ενώπιον: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 206/15 Μεταξύ: ΧΡΥ.ΣΩ.ΜΑ. (ΞΥΛΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ) ΛΤΔ. Εναγόντων -και- ΑΡΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, από τη Λευκωσία. Εναγομένου Ημερομηνία: 28/2/

  1. Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: O κ. Α. Χατζηχριστοδούλου για Α. Χατζηχριστοδούλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε Για τον Εναγόμενο: Η κα Θ. Κημήτρη για Μ.Χ.Μυλωνάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα-εταιρεία (στο εξής «η ενάγουσα») αξιώνει από τον εναγόμενο το ποσό των €1.000,85, ως οφειλόμενο υπολειπόμενο, δυνάμει ξυλουργικών εργασιών που εκτέλεσε στην εξοχική κατοικία του εναγόμενου στην περιοχή Πρωταρά, στο Παραλίμνι. Η παρούσα υπόθεση διέπεται από τις πρόνοιες της νέας Διαταγής 30 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας εφόσον το αξιούμενο ποσό δεν υπερβαίνει τις €3.
  2. Οι αγωγές αυτές εμπίπτουν στον κατάλογο «ταχείας εκδίκασης» ως ορίζονται από την πιο πάνω Διαταγή και εκδικάζονται συνοπτικά. Α) ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ ΘΕΣΗ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ Η ενάγουσα ασχολείται με ξυλουργικές εργασίες και εδρεύει στην Δερύνεια της Επαρχίας Αμμοχώστου. Από τον Μάιο του 2011 μέχρι και τον Αύγουστο του 2011, η ενάγουσα παρείχε στον εναγόμενο ξυλουργικές και επαγγελματικές υπηρεσίες και τηρούσε προς τον σκοπό αυτό σχετικό λογαριασμό, τον οποίο χρέωνε ανάλογα με τις εργασίες που προσέφερε στον εναγόμενο. Στον εν λόγω λογαριασμό επίσης πίστωνε και τις πληρωμές στις οποίες προέβαινε ο τελευταίος. Για τις εν λόγω ξυλουργικές εργασίες η ενάγουσα είχε εκδώσει τα τιμολόγια με αριθμό 00629, ημερομηνίας 16.7.2011, για το ποσό των €20.695,40 και το τιμολόγιο με αριθμό 00636, ημερομηνίας 5.11.2011, για το ποσό των €1.406,
  3. Ο εναγόμενος κατέβαλε το συνολικό ποσό των €21.100, έναντι του συνολικού οφειλόμενου ποσού των €22.101,85 (αφού προστεθούν τα ποσά των δύο πιο πάνω τιμολογίων), με αποτέλεσμα να παραμείνει υπόλοιπο το ποσό των €1.001,
  4. Η ενάγουσα κάλεσε τον εναγόμενο, μέσω επιστολής των δικηγόρων της, να εξοφλήσει το πιο πάνω υπόλοιπο, το οποίο μέχρι και σήμερα παραμένει ανεξόφλητο. Β) ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΚΑΙ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Ο εναγόμενος, μέσω της υπεράσπισης του, παραδέχεται το γεγονός ότι δυνάμει προφορικής συμφωνίας, η οποία έγινε κατά ή περί τον Μάιο του 2011, μεταξύ του ίδιου και της ενάγουσας, ανέθεσε στην τελευταία να διεξάγει στην κατοικία της συζύγου του, ξυλουργικές εργασίες αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος των €20.
  5. Ο εναγόμενος ουδέποτε αποδέχθηκε και/ή συμφώνησε το τιμολόγιο με αριθμό
  6. Κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των εργασιών παρατηρήθηκαν ότι υπήρξαν εκ μέρους της ενάγουσας λάθη, κακοτεχνίες καθώς και ατέλειες, σε σχέση με τις εκτελεσθείσες εργασίες (βλέπε παράγραφο 7(α)-(η) της Έκθεσης Υπεράσπισης). Το γεγονός αυτό αναφέρθηκε στην ενάγουσα και ο εναγόμενος την κάλεσε όπως προβεί άμεσα στις ανάλογες διορθώσεις, πλην όμως η ενάγουσα παράλειψε μέχρι σήμερα να το πράξει. Το κόστος αποκατάστασης τους ανέρχεται στο ποσό των €
  7. Περί τον Ιούλιο και Αύγουστο η ενάγουσα, στην παρουσία του εναγόμενου, αποδέχθηκε την ύπαρξη των κακοτεχνιών, και συμφωνήθηκε με την ενάγουσα ότι θα προέβαινε στις σχετικές επιδιορθώσεις, χωρίς καμία περαιτέρω χρέωση, και ότι θα διεκπεραίωνε όλες τις εργασίες για το συνολικό ποσό των €21.
  8. Είναι η θέση του εναγόμενου ότι δεν οφείλει κανένα ποσό στην ενάγουσα καθότι έχει εξοφλήσει όλες τις εκτελεσθείσες εργασίες. Εξαιτίας των ελαττωματικών εργασιών, ο εναγόμενος υπέστη ζημιά €500, την οποία και ανταπαιτεί από την ενάγουσα. Γ) ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΚΑΙ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΣΤΗΝ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Η ενάγουσα, εις απάντηση, πέραν των όσων επαναλαμβάνει ανωτέρω, ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι εργασίες που εκτέλεσε ήταν επιμελείς, χωρίς κανένα ελάττωμα. Ουδέποτε επίσης ο εναγόμενος της ανάφερε ότι οι εκ μέρους της εκτελεσθείσες εργασίες παρουσίασαν το οποιοδήποτε πρόβλημα. Συνεπώς, ουδέποτε συμφώνησε με τον εναγόμενο για οποιεσδήποτε επιδιορθώσεις και αντικαταστάσεις. Δ) ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ως έχω αναφέρει, η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στην διαδικασία της «ταχείας εκδίκασης» και η ακρόαση της διεξήχθη με βάση την νέα Διαταγή 30

(6)στη βάση γραπτής μαρτυρίας, ως προνοεί η νέα Διαταγή, που αμφότεροι διάδικοι προσκόμισαν υπό τη μορφή ένορκης δήλωσης στα πλαίσια προώθησης των εκατέρωθεν εκδοχών τους, κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου. Σημειώνω ότι δεν εξασκήθηκε, από οποιονδήποτε διάδικο, το δικαίωμα αντεξέτασης σε μάρτυρα και/ή προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας, τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (β) μέχρι (ε) του Κανονισμού 7 της νέας Διαταγής
  1. Εκ μέρους της ενάγουσας κατέθεσε έγγραφη μαρτυρία, υπό τύπο ένορκης δήλωσης, ο Λούκας Χ΄Θωμά, διευθυντής της, ενώ ο εναγόμενος προέβη ο ίδιος σε σχετική ένορκη δήλωση. Η αγωγή και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν μαζί. Ένορκη Δήλωση Λούκα Χ΄Θωμά. Σύμφωνα με τα όσα υποστηρίζει ενόρκως ο εν λόγω μάρτυρας, η ενάγουσα ασχολείται με ξυλουργικές εργασίες και διατηρεί εργοστάσιο στην Δερύνεια από το έτος
  2. Ο εναγόμενος έχει εξοχική κατοικία στην περιοχή Πρωταρά στο Παραλίμνι, και μετά από σχετική προσφορά που του υποβλήθηκε τον Μάιο του 2011 συμφωνήθηκε όπως η ενάγουσα εκτελέσει διάφορες ξυλουργικές εργασίες στην εξοχική του κατοικία. Με βάση τη συμφωνία αυτή, η ενάγουσα, για την περίοδο μεταξύ Μάιου του 2011 και Αυγούστου του 2011, προχώρησε στην εκτέλεση ξυλουργικών εργασιών, με βάση τις εντολές του εναγόμενου. Κατά την εκτέλεση των εργασιών χρησιμοποιήθηκαν καλής ποιότητας υλικά και η εργασία που επιτελέσθη ήταν επιμελής. Τον Αύγουστο του 2011 ολοκληρώθηκαν οι εργασίες και ο εναγόμενος τις βρήκε πλήρως ικανοποιητικές. Δυνάμει των πιο πάνω εργασιών εκδόθηκαν τα τιμολόγια με αριθμό 00629 για το ποσό των €20.696,40 (Τεκμήριο Γ) και το τιμολόγιο με αριθμό 00636 για το ποσό των €1.406,45 (Τεκμήριο Δ). Τα πρωτότυπα των τιμολογίων δόθηκαν στον εναγόμενο. Έναντι των πιο πάνω εργασιών, ο εναγόμενος κατέβαλε διάφορα ποσά, ως φαίνεται και από την κατάσταση λογαριασμού που διατηρούσε η ενάγουσα (Τεκμήριο Ε), με αποτέλεσμα να παραμένει οφειλόμενο ποσό ύψους €1.001,
  3. Η ενάγουσα κάλεσε επανειλημμένα τον εναγόμενο να ξοφλήσει το ως άνω ποσό, πλην όμως ο εναγόμενος παραλείπει. Προς τον σκοπό αυτό στάλθηκε από τους συνηγόρους της ενάγουσας σχετική επιστολή (Τεκμήριο ΣΤ). Οι ισχυρισμοί του εναγόμενου για ελαττωματικές από την ενάγουσα εργασίες και ή κακοτεχνίες είναι αβάσιμοι και ουδέποτε ο εναγόμενος τους ανάφερε ότι αντιμετωπίζει το οποιοδήποτε πρόβλημα. Ένορκη Δήλωση Άρη Ιωαννίδη. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ενόρκως ότι συμφώνησε με την ενάγουσα όπως αυτή διεξάγει εργασίες στην κατοικία της συζύγου του στον Πρωταρά, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος των €20.
  4. Πουθενά δεν αναφέρεται, τόσο στην έκθεση απαίτησης, όσο και στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας, ότι ο ίδιος είχε αποδεχθεί ή συμφώνησε την έκδοση και το περιεχόμενο του τιμολογίου με αριθμό
  5. Ουδέποτε ο ίδιος συμφώνησε για περαιτέρω εργασίες, πέραν των συμφωνημένων, και είναι η θέση του ότι το τιμολόγιο με αριθμό 00636 αποτελεί εκ των υστέρων 'κατασκευάσματα' της ενάγουσας και 'κρυφές χρεώσεις', τις οποίες ουδέποτε συμφώνησε και γνώριζε. Κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των εργασιών, διαπιστώθηκε η ύπαρξη ελαττωμάτων και κακοτεχνιών στις εκτελεσθείσες εργασίες. Η ενάγουσα, περί τον Ιούλιο και Αύγουστο του 2011, κατά την επιτόπια επιθεώρηση των εργασιών, αποδέχθηκε τις κακοτεχνίες και τις παραλείψεις της και του υποσχέθηκε ότι θα προέβαινε στις επιδιορθώσεις το συντομότερο δυνατό, χωρίς καμία περαιτέρω χρέωση και ότι θα ολοκλήρωναν όλες τις περαιτέρω ξυλουργικές εργασίες για το συνολικό ποσό των €21.
  6. Η ενάγουσα παρέλειψε να πράξει το ο,τιδήποτε. Σήμερα δεν οφείλεται κανένα ποσό στην ενάγουσα καθότι αυτή έχει εξοφληθεί. Εξαιτίας των παραλείψεων και των κακοτεχνιών και προς αποκατάσταση και επιδιόρθωση τους, ο ίδιος θα υποστεί απώλεια και ζημιά ανερχόμενη στο ποσό των €
  7. Ε) ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η εκδίκαση των υποθέσεων που εμπίπτουν στον κατάλογο «ταχείας εκδίκασης», παρουσιάζουν την εξής ιδιαιτερότητα. Λόγω του ότι η προσαχθείσα μαρτυρία που προσκομίζεται στο Δικαστήριο γίνεται μέσω ενόρκων δηλώσεων, είναι εύκολα αντιληπτό ότι το Δικαστήριο στερείται της δυνατότητας να παρακολουθήσει ζωντανά τους μάρτυρες που καταθέτουν ενώπιον του. Αναμφίβολα το στοιχείο αυτό υποβοηθά το Δικαστήριο να εκτιμήσει και να αξιολογήσει καλύτερα την μαρτυρία κάθε ενός προσώπου που παρουσιάζεται ενώπιον του. Στην απουσία αυτού του στοιχείου, το Δικαστήριο θα αρκεστεί και θα περιοριστεί, εξετάζοντας την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα, με την αντιπαραβολή των θέσεων κάθε εκάστης πλευράς με την λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική, την συνοχή της και την λογική εκδοχή της. Αποτελεί καλά εδραιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα στοιχειοθετούν τα επίδικα θέματα και καθορίζουν τις παραμέτρους της δίκης (Sevegep Ltd. v. United Sea Transport
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729, 732 και Safarino v. Σταυρινού
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059, 1063) Στην υπόθεση Ομήρου Όμηρος Σάββα ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, λέχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και με βάση τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Στην προγενέστερη υπόθεση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, λέχθηκε επίσης ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή. Επομένως συνάγεται ότι καθοριστικοί παράγοντες για την κρίση του Δικαστηρίου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων είναι η δύναμη και η πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκομίστηκε. Λαμβάνεται επίσης υπόψη η αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η συνοχή της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό καθώς και η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος. Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, ώστε με αυτά ως δεδομένο να εξετάσει το Δικαστήριο στη συνέχεια, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται (Wynne v. Mavronicola
(2009)1 A.A.Δ. 1138). Περαιτέρω στην εν λόγω υπόθεση λέχθηκε ότι: «Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης. Συνήθως θέμα αξιοπιστίας εγείρεται όταν υπάρχουν δύο διϊστάμενες εκδοχές και το δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει μια από τις δύο (βλ. R.C.K. Sports Ltd. v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 Α.Α.Δ. 1074, στη σελ. 1084).» Αποτελεί επίσης σταθερή θέση της νομολογίας μας ότι τα Δικαστήρια θα πρέπει να διακρίνουν την αξιοπιστία των μαρτύρων και του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό. Μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει στην πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Η αποτίμηση της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα δεν μετράται με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, αλλά με την κρίση του Δικαστηρίου για το αξιόπιστο της μαρτυρίας του. Aπίθανη, κατά τη συνήθη ροή των πραγμάτων εκδοχή, γίνεται παραδεκτή, εφόσον ο μάρτυρας κρίνεται αξιόπιστος· και αντίθετα, εκδοχή πιθανολογούμενη ως ορθή απορρίπτεται, εφόσον ο μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος (βλ. Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, Popovic Slopoden Miorege v. Oubranvka Radivojenik
(1998)1 Α.Α.Δ. 1162). H διάκριση μεταξύ αξιοπιστίας και βάρους της απόδειξης ανάγεται στη λογική των πραγμάτων και τις εγγενείς διαφορές μεταξύ αξιοπιστίας μαρτύρων και του αποδεικτικού βάρους που φέρει ο διάδικος που προβάλλει μια εκδοχή. Στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα v. Χ"Νέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41, σελ. 45, το Δικαστήριο αποτυπώνει περιεκτικά τη διάκριση μεταξύ αξιοπιστίας και βάρους της απόδειξης. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Οφείλουμε πρώτα να αποσαφηνίσουμε το θέμα σύμπλεξης της αξιοπιστίας των μαρτύρων με το βάρος απόδειξης που έθιξε ο δικηγόρος της Τράπεζας ως θέματος που επηρεάζει την εγκυρότητα της απόφασης. Κατά τη νομολογία αυτό είναι ανεπίτρεπτο και οπωσδήποτε οδηγεί σε ακύρωση της ετυμηγορίας του δικαστηρίου. Η υποχρέωση του ενάγοντα ή αιτητή σε κάθε δοσμένη υπόθεση να αποσείσει την ευθύνη που αφορά στο βάρος απόδειξης γεννιέται εφόσον το δικαστήριο διαπιστώνει καταρχήν ότι η μαρτυρία που προσκόμισε ο διάδικος που φέρει το βάρος έχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας και μπορεί να αποτελέσει το έρεισμα για τα ευρήματα του δικαστηρίου." Αποτελεί επίσης πάγια νομολογιακή αρχή ότι σε πολιτικές υποθέσεις ο Ενάγων έχει το γενικό βάρος (burden of proof) να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επιβεβαιωθεί, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1295, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Οι πιο πάνω αρχές επιβεβαιώθηκαν και στην μεταγενέστερη υπόθεση Demil Imports Exports Ltd v. Ζήνων
(2011)1 Α.Α.Δ. 462. Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει όμως να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του Ενάγοντος και δεν μεταφέρεται. Το ειδικό βάρος απόδειξης (evidential burden) υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το Δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Σε τέτοια περίπτωση, το βάρος μετατοπίζεται πίσω στους ενάγοντες να απαντήσουν ικανοποιητικά και να αποσείσουν το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που δημιουργήθηκε (Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Καθοδηγούμενος από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές προχωρώ στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η μαρτυρία που η Ενάγουσα παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου στο σύνολό της, από άποψης ποιότητας και πειστικότητας, είναι θετική. Η εντύπωση που έχω αποκομίσει από τον μάρτυρα της ενάγουσας είναι ότι παρουσίασε στο Δικαστήριο με αντικειμενικότητα τα όσα ο ίδιος γνωρίζει, χωρίς διάθεση να παρουσιάσει γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η δε εκδοχή του είναι λογική, έχει συνοχή και φαίνεται να είναι αληθοφανής, σε συνδυασμό βεβαίως με τις θέσεις του εναγομένου, τις οποίες ουδόλως και αποδέχομαι ως αναφέρω αμέσως κατωτέρω. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του υποστηρίζεται δε και ενισχύεται και από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Το γεγονός ότι η ενάγουσα με τον εναγόμενο συμφώνησε όπως η πρώτη εκτελέσει διάφορες ξυλουργικές εργασίες μεταξύ του μηνός Μαΐου του 2011 μέχρι τον Αύγουστο το 2011, είναι αποδεκτό από τον εναγόμενο. Δυνάμει των πιο πάνω εργασιών η ενάγουσα εξέδωσε δυο τιμολόγια, ημερομηνίας 16/7/2011 και 5/11/2011 αντιστοίχως, για το συνολικό ποσό των €22.101,85 (Τεκμήρια Γ και Δ). Στα εν λόγω τιμολόγια επεξηγούνται με λεπτομέρεια οι εργασίες που είχαν εκτελεσθεί στην εξοχική κατοικία του εναγομένου, το κόστος κάθε ξεχωριστής εργασίας καθώς και η ποσότητα της εργασίας που επιτελέσθηκε. Έναντι των πιο πάνω τιμολογίων ο εναγόμενος κατέβαλε κατά περιόδους διάφορα ποσά, ως εμφαίνεται και από την σχετική κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο Ε) που διατηρεί η ενάγουσα, συνολικού ύψους €21.100, με αποτέλεσμα να παραμείνει υπόλοιπο το ποσό των €1.001,
  1. Η ενάγουσα οχλούσε τον εναγόμενο για την εξόφληση του. Απόδειξη επί τούτου αποτελεί και η επιστολή που απέστειλαν οι δικηγόροι της (Τεκμήριο Στ) προς τον εναγόμενο, για την οποία ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε απάντηση. Η ενάγουσα παρουσίασε μία πλήρως ολοκληρωμένη και τεκμηριωμένη εικόνα για το βάσιμο του αγώγιμου δικαιώματος της έναντι του εναγομένου. Η ενάγουσα προσκόμισε, ως όφειλε, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία επί των οποίων βασίζει την αξίωση της. Από την άλλη πλευρά ο εναγόμενος προβάλει μια γενική, αόριστη και ασαφή εκδοχή με στόχο και σκοπό, ως προκύπτει, να αποποιηθεί την ευθύνη που έχει για καταβολή του υπόλοιπου οφειλόμενου ποσού. Στην κατάληξη μου αυτή συνέβαλε το κάτωθι σκεπτικό που προκύπτει μέσα από τις θέσεις που ο ίδιος προώθησε, τόσο μέσα από τη μαρτυρία που κατέθεσε, όσο και μέσα από τις δικογραφημένες θέσεις του. Από προσεκτική μελέτη αυτών, η μαρτυρία του εναγομένου και η εκδοχή του, ουδόλως με πείθει για την γνησιότητα της, την καλοπιστία και την αληθοφάνεια της. Καταρχάς προκύπτουν μεταξύ της δικογραφημένης θέσης του και της ένορκης του δήλωσης, κάποιες ουσιώδεις αντιφάσεις που δεν μπορούν να παραγνωρισθούν από το Δικαστήριο. Για παράδειγμα, ενώ στην Έκθεση Υπεράσπισης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο ίδιος ουδέποτε αποδέχθηκε και ουδέποτε έλαβε γνώση του τιμολογίου με αριθμό 00636 (Τεκμήριο Δ), στην ένορκη δήλωση του, αντιθέτως, αναφέρει ότι το τιμολόγιο αυτό αποτελεί εκ των υστέρων 'κρυφές χρεώσεις' της ενάγουσας, γεγονός το οποίο αποτελεί, κατά την γνώμη μου, έμμεση παραδοχή της ύπαρξης του αλλά και της γνώσης αυτού. Επίσης στην ένορκη του δήλωση, σε αντιδιαστολή με την δικογραφημένη θέση του, προβάλει τον ισχυρισμό ότι το ποσό των €21.000 που συμφώνησε εκ των υστέρων με την ενάγουσα, το έχει καταβάλει άμεσα. Ανατρέχοντας όμως στην κατάσταση του Τεκμηρίου Ε (κατάσταση λογαριασμού εναγομένου που διατηρεί η ενάγουσα), προκύπτει όμως ότι το συνολικό ποσό που ο εναγόμενος κατέβαλε, δεν είναι καταρχάς €21.000 αλλά €21.
  2. Προκύπτει περαιτέρω από την εν λόγω κατάσταση λογαριασμού, ότι αυτό δεν κατεβλήθη άμεσα, αλλά σε διάφορα χρονικά διαστήματα και με τμηματικές καταβολές. Περαιτέρω, κάποιες αναφορές του εναγομένου έχουν παραμείνει ατεκμηρίωτες και αόριστες, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην είναι σε θέση να τις υιοθετήσει. Επίσης κάποιες άλλες θέσεις του αντιστρατεύονται την κοινή λογική και διαψεύδονται από την ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθείσα μαρτυρία. Επαναλαμβάνω το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν αρνείται το γεγονός ότι συμφώνησε με την ενάγουσα όπως του διεξάγει ξυλουργικές εργασίες στην εξοχική του κατοικία και ότι αυτή εκτέλεσε τις συμφωνηθείσες εργασίες. Διαφοροποιείται όμως η δική του εκδοχή, από την εκδοχή της ενάγουσας, ως προς το ότι συμφώνησε με την ενάγουσα ότι το συνολικό κόστος εργασίας θα ανέρχετο στο ποσό των € 20.695,00 και ότι ουδέποτε ο ίδιος αποδέχθηκε το τιμολόγιο με αριθμό 00636 για το ποσό των €1.406,
  3. Περαιτέρω, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι οι εργασίες που η ενάγουσα εκτέλεσε ήταν ατελείς και ελαττωματικές. Συνεπεία αυτών, το κόστος αποκατάστασης τους ανέρχεται στο ποσό των €500, μετά από εμπεριστατωμένη έκθεση που ετοίμασε ο αρχιτέκτονας του. Τέλος είναι η θέση του ότι η ενάγουσα συμφώνησε να αποκαταστήσει τις ζημιές χωρίς καμία περαιτέρω χρέωση και ότι θα ολοκλήρωνε τις συμφωνημένες εργασίες για το συνολικό ποσό των €21.
  4. Ξεκινώντας και σχολιάζοντας τον τελευταίο προβαλλόμενο ισχυρισμό, ότι δηλαδή συμφωνήθηκε με την ενάγουσα να ολοκληρώσει τις εργασίες για το ποσό των €21.000, παρατηρώ ότι αυτή και πάλι διαψεύδεται από το ίδιο το Τεκμήριο Ε. Ως προκύπτει, ο ίδιος κατέβαλε μεγαλύτερο από το συμφωνηθέν ποσό, έστω και αν κατέβαλε μόνον €100 περισσότερα. Μάλιστα, τα ποσά αυτά καταβλήθηκαν μετά που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι διαπίστωσε ελαττώματα και κακοτεχνίες. Δημιουργείται ευλόγως το ερώτημα πώς μπορεί από την μια να επικαλείται ότι η ενάγουσα εκτέλεσε πλημμελώς τις εργασίες της και από την άλλη να συνέχιζε να την αποπληρώνει; Η λογική επιτάσσει ότι κάποιος ο οποίος ισχυρίζεται πλημμελείς εργασίες δεν θα συνέχιζε να αποπληρώνει κανονικά το πρόσωπο το οποίο ευθύνεται γι΄ αυτές. Τον Αύγουστο του 2011 σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του εναγομένου διαπιστώθηκαν οι κακοτεχνίες. Όπως όμως προκύπτει από το ίδιο το Τεκμήριο Ε, που ουδέποτε αμφισβητήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο από τον εναγόμενο, διαπιστώνεται ότι ο εναγόμενος κατέβαλε πληρωμές στις 3/8/11, 19/8/11, 11/9/11, 17/10/11, 5/11/11, 2/3/12 και 10/4/
  5. Περαιτέρω, δημιουργείται και πάλι το εύλογο ερώτημα πώς μπορεί να είναι ο ισχυρισμός του ότι ο ίδιος έχει συμφωνήσει με νέα ουσιαστικά συμφωνία με την ενάγουσα να καταβάλει το ποσό των €21.000 και να έχει ο ίδιος καταβάλει το ποσό των €21.
  6. Οι πιο πάνω θέσεις του με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν είναι αληθείς και στερούνται οποιασδήποτε λογικής. Ακόμη πιο εύλογο είναι το ερώτημα πώς μπορεί ο ίδιος ο εναγόμενος να ισχυρίζεται ότι δεν αποδέχθηκε την έκδοση του τιμολογίου 00636, ουδέποτε έλαβε γνώση αυτού και ουδέποτε συμφώνησε με αυτό, και από την άλλη, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο Ε, να κατέβαλε προς την ενάγουσα ακόμα 3 τμηματικές δόσεις προς εξόφληση του υπολοίπου του, και πιο συγκεκριμένα κατέβαλε, μετά την έκδοση του εν λόγω τιμολογίου, το ποσό των €1.000 στις 6/12/2011, το ποσό των €2.000 στις 2/3/12 και το ποσό των €600 στις 20/4/
  7. Δεν μου διαφεύγει επίσης το γεγονός ότι όταν ο εναγόμενος στις 10/4/12 κατέβαλε το ποσό των €600, που ήταν και η τελευταία του πληρωμή προς την ενάγουσα, κατέβαλε μεγαλύτερο ποσό από την αξία του 1ου τιμολογίου και μεγαλύτερο ποσό από την κατ' ισχυρισμό νέα συμφωνία με την ενάγουσα. Τα πιο πάνω δεδομένα και η όλη συμπεριφορά του εναγομένου, με οδηγούν στο αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα ότι ο ίδιος αποδέχθηκε την έκδοση του 2ου τιμολογίου και έλαβε γνώση αυτού και πλήρωσε μάλιστα μέρος του. Σε σχέση τέλος με τον ισχυρισμό του εναγόμενου ότι οι εργασίες που η ενάγουσα εκτέλεσε ήταν ελαττωματικές και ελλείπεις, επιθυμώ να αναφέρω καταρχάς ότι το γεγονός αυτό δεν δίνει αυτομάτως έρεισμα στον εναγόμενο να μην τηρήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, δηλαδή την μη καταβολή του υπολοίπου ποσού προς την ενάγουσα. Κατά δεύτερο, όφειλε ο εναγόμενος να αποδείξει τις εν λόγω κακοτεχνίες που σύμφωνα με τις θέσεις του υπήρξαν κατά την εκτέλεση των εργασιών εκ μέρους της ενάγουσας. Ο εναγόμενος, σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις του, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ο αρχιτέκτονας του ετοίμασε λεπτομερή έκθεση σε σχέση με αυτές, καθώς και το κόστος αποκατάστασης τους, επιφυλάσσοντας μάλιστα το δικαίωμα του να την καταθέσει στο Δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο. Και ενώ θα ανέμενε κανείς εύλογα να την καταθέσει μέσα στα πλαίσια της ένορκης του δήλωσης, εντούτοις επανέλαβε γενικά και αόριστα τις ίδιες θέσεις χωρίς να επισυνάψει το ο,τιδήποτε, με αποτέλεσμα οι ισχυρισμοί του να παραμείνουν απλοί ισχυρισμοί, σε συσχετισμό βεβαίως με την όλη του πιο πάνω συμπεριφορά την οποία και έχω περιγράψει. Όπως δε υποδεικνύεται στην υπόθεση Χαράλαμπος Χαραλάμπους v. Decostone Ltd
(2010)1Β Α.Α.Δ. 747, στη σελίδα 752 «... η διακρίβωση ύπαρξης προβλημάτων ή αδυναμιών σε ένα έργο που ανέλαβε να κατασκευάσει ένας διάδικος δεν δημιουργεί, χωρίς άλλο, θέμα κακοτεχνιών και δεν εξουδετερώνει ή μειώνει την υποχρέωση εκείνου που εγείρει θέμα ευθύνης να στοιχειοθετήσει την αμέλεια που καταλογίζει στο διάδικο ή την ύπαρξη και παράβαση συμβατικού όρου στο πλαίσιο εκτέλεσης της σύμβασης». Προκύπτει ότι από τη στιγμή που η ενάγουσα έχει αμφισβητήσει τις θέσεις του περί πλημμελών εργασιών, οι ισχυρισμοί του εναγομένου παρέμειναν γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι. Ο ίδιος είχε το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του αυτών και ευσεβάστως αναφέρω ότι δεν το έχει αποσείσει. Υπενθυμίζω εδώ τον κανόνα ότι στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου, να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες και η παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους ισοδυναμεί με αποδοχή της (Κ. Λ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1(Γ) A.A.Δ. 1527, Αdidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 και ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΚΩΣΤΡΙΚΗ ν. 4 ΜΟΤΙΟN AUTOMOTIVES LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 226/2014, 10/7/2015). Αυτή η παράλειψη θεωρώ ότι ενεργοποιεί τις παγίως νομολογημένες αρχές σε σχέση με το πώς αποσείεται το βάρος απόδειξης που φέρει ένας διάδικος, αλλά και το πώς επενεργεί στην αξιολόγηση της μαρτυρίας η παράλειψη αντεξέτασης. Εδώ κρίνεται αναγκαία η παράθεση των αναφορών από τον λόγο στην υπόθεση Frederickou Schools Co (ανωτέρω). Το ακόλουθο απόσπασμα είναι σχετικό: «Εκκινώντας από αυτό το τελευταίο, θα ήταν χρήσιμο ένα σύντομο σχόλιο. Η αντεξέταση των μαρτύρων είναι σημαντικό όπλο στη διεξαγωγή μιας δίκης. Από τη δικανική σκοπιά - και όχι την ηθική που στόχος είναι βασικά η εύρεση της αλήθειας και η αποκάλυψη του ψεύδους - πρωταρχικό αντικείμενο της είναι η αποδυνάμωση ή εκμηδένιση των δηλώσεων ενός μάρτυρα κατά την κύρια εξέταση, που στηρίζουν ή βοηθούν την υπόθεση του αντιδίκου. Είναι σχετική η ρήση του Lord Hanworth, M.R., την οποία αναφέρει, επιδοκιμάζοντας την, ο Sankey L.C., στην υπόθεση Mechanical and General Inventions Co. Ltd. -ν-Lehwess v. Austin and the Austin Motor Co. [1935] A.C. 346 στη σελ. 359: "Cross-examination is a powerful and valuable weapon for the purpose of testing the veracity of a witness and the accuracy and completeness of his story." Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα.» Ο πιο πάνω βασικός κανόνας απόδειξης δεν ατονεί επειδή η δίκη διεξήχθη στη βάση έγγραφης μαρτυρίας, αφού το μόνο που άλλαξε η «νέα Δ.30», είναι την διαδικασία και όχι το ουσιαστικό δίκαιο απόδειξης. Ούτε βέβαια πρόκειται για εκδίκαση ενδιάμεσης αίτησης, όπου εφαρμόζονται οι πρόνοιες της Δ.48, και το Δικαστήριο, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς και χωρίς να προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας για να καταλήξει σε ευρήματα, περιορίζεται σε μια αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας για να διαπιστώσει κατά πόσο, από αντιπαραβολή της έγγραφης μαρτυρίας, αποδεικνύεται στην όψη της και μόνο. Εδώ πρόκειται για την ακρόαση της ουσίας της διαφοράς και η αποδεικτική αξία της προσκομισθείσας μαρτυρίας, εξετάζεται υπό τους συνήθεις κανόνες απόδειξης, με γνώμονα το σχετικό βάρος απόδειξης που ο κάθε διάδικος φέρει στους ώμους του. Όλα τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με την εκδοχή που ο εναγόμενος προβάλει και την οποία απορρίπτω στην ολότητά της, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, καθιστούν την απαίτηση της ενάγουσας γνήσια και αληθινή, γι' αυτό αποδέχομαι την εκδοχή της όπως αυτή περιγράφεται και περιλαμβάνεται στην έγγραφη μαρτυρία που κατέθεσε στο Δικαστήριο. Με δεδομένη πλέον την θετική εκτίμηση της μαρτυρίας της ενάγουσας, προχωρώ να αξιολογήσω την αποδεκτή μαρτυρία που προσκομίσθηκε, δηλαδή κατά πόσο τα γεγονότα που έγιναν αποδεκτά δικαιολογούν τις απαιτήσεις της ενάγουσας. Εξυπακούεται ότι, με βάση τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές που έχω παραθέσει, η ανταπαίτηση του εναγομένου απορρίπτεται, εφόσον δεν υπάρχει αποδεκτή αξιόπιστη μαρτυρία σε σχέση με αυτήν. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2011)1Β Α.Α.Δ. 1422, λέχθηκε ότι αφού διαπιστωθεί ότι η μαρτυρία που προσκόμισε ο διάδικος, ο οποίος φέρει το βάρος απόδειξης, έχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας, μπορεί το Δικαστήριο να προχωρήσει στα επόμενα στάδια που αφορούν στο βάρος και στο επίπεδο απόδειξης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Όπως προκύπτει, η αξίωση της ενάγουσας στηρίζεται σε οφειλόμενο χρέος από την μη καταβολή των εκδοθέντων τιμολογίων, που εκδόθηκαν κατόπιν εκτέλεσης ξυλουργικών εργασιών στην εξοχική κατοικία του εναγόμενου. Στην υπόθεση Palatino Developments Ltd v. Telectronics Communication Limited
(2002)1 A.A.Δ. 962, επιβεβαιώθηκε σε παραπομπή στα νομικά συγγράμματα Chitty on Contracts, 24th edition p.739 και Phipson on Evidence 12th edition p.1878, το γεγονός ότι τα τιμολόγια αφ΄εαυτών δεν έχουν αποδεικτική δύναμη και σημασία, ούτε προβάλλονται σαν τέτοια. Υπάρχουν για να συνεκτιμηθούν στο σύνολο της μαρτυρίας και συνεκτιμούνται με το σύνολο της μαρτυρίας στην υπόθεση. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώθηκε και στην μεταγενέστερη υπόθεση Demil Imports Exports Ltd (ανωτέρω). Επίσης, η παρουσίαση τιμολογίου δεν είναι από μόνη της επαρκής για να στοιχειοθετήσει μία οφειλή, εκτός αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι αποδεικνύεται ως γεγονός η ύπαρξη συμφωνίας που να αποτελεί τη βάση οφειλής. Στην υπόθεση Θεοδώρου Θεόδωρος v. Χριστάκη Χ. Αντωνίου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1492, λέχθηκε ότι: «Το τιμολόγιο δε συνιστά μαρτυρία για την εργασία η οποία έγινε, αλλά σημείωση γι'αυτή, η οποία συναρτάται με τη γνώση του γράφοντος γι'αυτά που κατέγραψε. Ως φαίνεται, το Δικαστήριο εξίσωσε το τιμολόγιο, με συμφωνία, από την οποία απορρέει η υποχρέωση για την οφειλή.» Ακόμα και στην περίπτωση που τα τιμολόγια δε φέρουν υπογραφή του παραλήπτη, όπως συμβαίνει και στην προκειμένη περίπτωση, αυτά δύναται να θεωρηθούν ως έγκυρα, εάν το Δικαστήριο, με αναφορά στη μαρτυρία, κρίνει ότι αυτά παραδόθηκαν στον παραλήπτη και αντιστοιχούν στην αξία των πωληθέντων εμπορευμάτων (Χριστοδούλου v. Mocassino Shoes Ltd
(2006)1(A) Α.Α.Δ. 294). Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω υπόθεση: «το γεγονός ότι μόνο ένα από τα τιμολόγια είναι υπογεγραμμένα από την ίδια, ενώ πολλά δεν φέρουν την υπογραφή, δεν βλέπουμε πως επηρεάζει το τελικό αποτέλεσμα. Ας μη ξεχνούμε ότι η εκδοχή των εφεσιβλήτων έγινε αποδεκτή». Από την αποδεκτή μαρτυρία της ενάγουσας, ως έχω προαναφέρει ανωτέρω, αυτά έχουν παραδοθεί στον εναγόμενο, έλαβε γνώση αυτών, και μάλιστα έχει καταβάλει και μέρος τους. Αντιστοιχούν δε στην αξία των εκτελεσθείσων εργασιών όπως τα ίδια επιμαρτυρούν. Αποδέχομαι τα εν λόγω τιμολόγια και ως αληθή προς το περιεχόμενο τους. Για το γεγονός ότι αποτελούν αντίγραφα, δόθηκε επαρκής αιτολογία από την ενάγουσα, η οποία έχει παραμείνει αναντίλεκτη από τον εναγόμενο, ότι τα πρωτότυπα παραδόθηκαν σε αυτόν. Δόθηκε ικανός λόγος και τέθηκε το υπόβαθρο ενώπιον του Δικαστηρίου για να κατατεθεί από πλευράς ενάγουσας δευτερογενής μαρτυρία (Χριστόπουλος v. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 1713). ΚΑΤΑΛΗΞΗ Θεωρώ ότι η ενάγουσα παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου ικανή και θετική μαρτυρία ώστε να ικανοποιήσει το νομικό βάρος που είχε στους ώμους της σε σχέση με την αξίωση της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η Αγωγή της Ενάγουσας εναντίον του Εναγομένου επιτυγχάνει. Συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €1.001,85 πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, ήτοι από την 9/3/15, μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, χωρίς έξοδα. (Υπ.) ....................................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.