← Κύπρος

Hanspeter Schmidl ν. Πασχάλη Γιαννή κ.α., Αρ.Αγωγής 625/2017, 23/4/2018

Hanspeter Schmidl ν. Πασχάλη Γιαννή κ.α., Αρ.Αγωγής 625/2017, 23/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:A31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής 625/2017 Μεταξύ: Hanspeter Schmidl Ενάγοντα και

  1. Πασχάλη Γιαννή
  2. PCP OIKOS PROPERTY INVESTMENTS & CONSTRUCTIONS GROUP LTD
  3. HSBC BANK PLC Εναγομένων Αίτηση ημερ. 14/11/2017 για προσωρινά Διατάγματα Ημερ.: 23 Απριλίου 2018 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: κ. Α. Γιωρκάζης με κα Μ. Γιωρκάτζη για Αντρέας Γιωρκάτζης ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενο 1/ Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Α. Πιττάτζης για Γιώργος Φ. Πιττάτζης ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 3/Καθ΄ής η Αίτηση: ουδεμία εμφάνιση ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με κλητήριο γενικά οπισθογραφημένο που ο Ενάγων καταχώρησε στις 14/11/17 αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 & 2 αλληλεγγύως και κεχωρισμένως τις ακόλουθες θεραπείες:
  4. Δήλωση και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου ότι το έγγραφο που υπογράφτηκε στις 08/08/2017 από τον Ενάγοντα και τον Εναγόμενο 1 στερείται οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος αφού υπογράφτηκε από τον Ενάγοντα υπό καθεστώς ψυχικής πίεσης και/ή η υπογραφή του Ενάγοντα επί του εν λόγω εγγράφου απεσπάσθει και/ή δόθηκε μετά από άσκηση ψυχικής πίεσης και/ή αθέμιτου επηρεασμού και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή είναι το αποτέλεσμα δόλου και/ή απάτης και/ή άλλως πως.
  5. Δήλωση και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου ότι τα ποσά που εμβάσθηκαν από τον Ενάγοντα στον τραπεζικό λογαριασμό του Εναγόμενου 1 που διατηρεί ή/και διατηρούσε με τους Εναγόμενους 3 και σήμερα συμποσούνται σε 600.055 Δολάρια Αμερικής και/ή το αντίστοιχο ποσό σε Ευρώ είναι περιουσιακό στοιχείο του Ενάγοντα και ο Εναγόμενος 1 και/ή οι Εναγόμενοι 2 ευθύνονται και/ή είναι υπόχρεοι να επιστρέφουν και/ή πληρώσουν και/ή καταβάλουν τούτο στον Ενάγοντα με τόκο 6% επί του ποσού των 600.055 Δολαρίων Αμερικής και/ή επί του αντίστοιχου ποσού σε Ευρώ από 26/06/2017 μέχρι τελείας εξοφλήσεως. καθότι το εν λόγω ποσό απεσπάσθει και/ή δόθηκε μετά από άσκηση ψυχικής πίεσης και/ή αθέμιτου επηρεασμού και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή είναι το αποτέλεσμα δόλου και/ή απάτης και/ή άλλως πως.
  6. Απόφαση του Δικαστηρίου υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1 και/ή 2 για το ποσό των 600.055 Δολαρίων Αμερικής και/ή το αντίστοιχο ποσό σε Ευρώ με τόκο 6% επί του ποσού των 600.055 Δολαρίων Αμερικής και/ή επί του αντίστοιχου ποσού σε Ευρώ από 26/06/2017 μέχρι τελείας εξοφλήσεως.
  7. Παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις για δόλο και/ή απάτη και/ή ψυχική πίεση και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή άλλως πως
  8. Διαζευκτικά αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων 1 και/ή 2 δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Μετά την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος ο Ενάγων καταχώρησε μονομερώς την υπό κρίση Αίτηση με την οποία ζητούσε προσωρινό Διάταγμα με το οποίο να παγοποιούνται τα χρήματα του Εναγόμενου 1 μέχρι ποσού 600.055 Δολαρίων Αμερικής και προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στον Εναγόμενο 1 να αποξενώσει και/ή επιβαρύνει ή άλλως διαθέσει χρήματα και/ή άλλα κινητά και/ή ακίνητα περιουσιακά στοιχεία του στην Κύπρο και στο Ηνωμένο Βασίλειο στο βαθμό που αυτή η διάθεση οδηγεί σε μείωση της περιουσίας του κάτω από το ποσό των 600.055 Δολαρίων Αμερικής. Το Δικαστήριο, αφού εξέτασε την Αίτηση, εξέδωσε τα ακόλουθα Προσωρινά Απαγορευτικά Διατάγματα: · Διάταγμα με το οποίο να παγοποιούνται και/ή δεσμεύονται τα χρήματα του Εναγόμενου 1 που βρίσκονται στην Κύπρο και στο Ηνωμένο Βασίλειο μέχρι του ποσού των 600.055 Δολλαρίων Αμερικής και ή το ισόποσο σε ευρώ. · Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στον Εναγόμενο 1 και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες και/ή εξουσιοδοτημένα άτομα που ενεργούν στο όνομα ή για λογαριασμό του ή στη βάση οδηγιών του, από του να: (α) Μεταφέρουν και/ή αποξενώσουν και/ επιβαρύνουν και/ή δωρίσουν και/ή με οποιοδήποτε τρόπο διαθέσουν οποιαδήποτε χρήματα, περιλαμβανομένων των ποσών που είναι κατατεθειμένα στον τραπεζικό λογαριασμό του Εναγόμενου 1, που διατηρεί με την HSBC Bank Plc με αρ. GB44MIDL40051577727230 στο Λονδίνο και/ή σε οποιοδήποτε άλλο τραπεζικό λογαριασμό του στην Κύπρο και στο Ηνωμένο Βασίλειο και/ή οποιαδήποτε άλλα κινητά περιλαμβανομένου του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΜΝΡ 953, ιδιοκτησίας του Εναγόμενου 1 και/ή ακίνητα περιουσιακά στοιχεία του στην Κύπρο στο βαθμό που αυτή η διάθεση οδηγεί σε μείωση της περιουσίας του κάτω από το ποσό των 600.055 Δολαρίων Αμερικής και/ή το ισόποσο ποσό σε ευρώ. (β) Με οποιοδήποτε τρόπο να διαθέσουν, διαχειριστούν, επιβαρύνουν, αποξενώσουν την αξία που έχουν τα κινητά και/ή ακίνητα περιουσιακά στοιχεία του Εναγόμενου 1 στην Κύπρο και στο Ηνωμένο Βασίλειο, κάτω από το πιο πάνω ποσό. Καθ΄ όσον αφορά την Εναγόμενη 3 εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα ως η παραγρ. Γ(ii), στη βάση του οποίου διατάχθηκε όπως προχωρήσει «στη δέσμευση όλων των χρημάτων μέχρι του ποσού 600.055 Δολαρίων Αμερικής ή το ισόποσο ποσό σε Ευρώ, που βρίσκονται κατατεθειμένα ή κρατούνται για λογαριασμό του Εναγόμενου 1 είτε απευθείας είτε μέσω οποιασδήποτε εταιρείας ή άλλου νομικού προσώπου που ανήκει ωφέλιμα ή ελέγχεται από αυτόν ή εμπιστεύματος προς όφελος του και όπως μη επιτρέψει τη μεταφορά οποιουδήποτε ποσού από αυτούς τους λογαριασμούς μέχρι περαιτέρω διαταγής του Δικαστηρίου.». Με την παρούσα διαδικασία επιζητείται από πλευράς Αιτητή η οριστικοποίηση των εκδοθέντων Διαταγμάτων, ενώ από πλευράς του Καθ΄ ου η Αίτηση 1 η ακύρωση τους. Επισημαίνεται ότι στις 22/12/17 η διαδικασία εναντίον της Εναγόμενης 2 διεκόπη μέσω καταχώρησης από τους δικηγόρους του Ενάγοντα στο φάκελο του Δικαστηρίου σχετικής ειδοποίησης. Η νομική βάση της Αίτησης είναι ουσιαστικά το Άρθρο 32 του Ν.14/60, τα Άρθρα 4-9 του Κεφ.6, οι αρχές του Κοινοδικαίου και Δικαίου της Επιείκειας καθώς και η εγγενής εξουσία του Δικαστηρίου. Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση Η Αίτηση υποστηρίχθηκε από Ένορκη Δήλωση του Παναγιώτη Γιωρκάτζη, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων του Ενάγοντα/Αιτητή. Ως λόγος που δεν έγινε από μέρους του Ενάγοντα η όμνυση της υποστηρικτικής Ενορκης Δήλωσης αναφέρεται ότι οφείλετο στο ότι αυτός πάσχει από κατά πλάκας σκλήρυνση η οποία έχει επηρεάσει τόσο τη σωματική όσο και τη διανοητική του κατάσταση, σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορούσε να προβεί στο πιο πάνω διάβημα. Στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση, όπως μπορώ να συνοψίσω, αναφέρονται τα εξής: · Ο Ενάγων γεννήθηκε στην Ελβετία και εργάστηκε εκεί σε αριθμό τραπεζών μέχρι και τον Ιανουάριο του
  9. · Το 2003 διαγνώστηκε ότι πάσχει από κατά πλάκας σκλήρυνση με αλλοιώσεις στη σπονδυλική στήλη και στον εγκέφαλο, και τον Δεκέμβριο του 2004 έχασε την αίσθηση στο δεξί του χέρι ενώ άρχισε να παρουσιάζει διανοητικά προβλήματα με αποτέλεσμα να κηρυχθεί επίσημα ανάπηρος και έκτοτε να λαμβάνει επίδομα αναπηρίας. Η εν λόγω κατάσταση της υγείας του τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την επαγγελματική του σταδιοδρομία τον Ιανουάριο του 2005 και έκτοτε δεν εργάζεται. · Από το 2013 ο Ενάγοντας άρχισε να επισκέπτεται την Κύπρο όπου διαμένει για 5 έως 6 μήνες το χρόνο σε απομονωμένη κατοικία στην Αγία Νάπα, θεωρώντας ότι αυτό τον βοηθά στην αποκατάσταση της υγείας και της ψυχολογίας του. · Το Φθινόπωρο του 2014 ο Ενάγων παρουσίασε σοβαρή υποτροπή, η οποία επηρεάζει την κρίση του και τον ανάγκασε να υποβληθεί σε συνεδρίες ψυχοθεραπείας. Η εν λόγω υποτροπή υποχώρησε το 2015 αφήνοντας του μόνιμα προβλήματα στην όραση και στην ισορροπία. · Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Κύπρο ο Ενάγων μέσω κοινού γνωστού γνωρίστηκε με τον Εναγόμενο 1 ο οποίος του παρουσιάστηκε ως Business Development Manager των Εναγομένων
  10. Παρά τη μικρή ηλικία του Εναγόμενου 1, μόλις 27 ετών, αυτός εμφανίστηκε στον Ενάγοντα ως ένας έμπειρος σύμβουλος επενδύσεων που είχε την υποστήριξη των εργοδοτών του Εναγομένων 2, ως και του συνταξιούχου πατέρα του τον οποίο παρουσίασε ως επιτυχημένο επιχειρηματία στον τομέα της ένδυσης στο Λονδίνο όπου ζούσαν πριν την εγκατάσταση τους στην Κύπρο. Επίσης ο Εναγόμενος 2 παρουσιάστηκε στον Ενάγοντα ως πρόσωπο με διασυνδέσεις τόσο στη Κύπρο όσο και στο Λονδίνο, αναφέροντας του ότι ήταν σε θέση να λαμβάνει εμπιστευτικές πληροφορίες σε σχέση με ακίνητα τα οποία αποκτήθηκαν από την Τράπεζα Κύπρου στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης δανειακών υποχρεώσεων πελατών της πριν αυτά δημοσιευθούν και προσφερθούν προς πώληση μέσω της Real Estate Management Unit (REMU) της Τράπεζας Κύπρου. Παρουσιάστηκε δε ότι ήταν σε θέση να αγοράσει τα ακίνητα αυτά σε τιμή πιο κάτω και από την τιμή αναγκαστικής πώλησης τους μέσω πλειστηριασμού, τα οποία μετά την απόκτηση τους θα πωλούνταν με καθαρό κέρδος τουλάχιστον 30%. · Μετά από επανειλημμένες συναντήσεις του Εναγόμενου 1 με τον Ενάγοντα μεταξύ των δύο δημιουργήθηκε φιλική σχέση. Ο Εναγόμενος 1 γνωρίζοντας την κατάσταση υγείας του Ενάγοντα εκμεταλλεύτηκε την πνευματική και συναισθηματική κατάσταση του τελευταίου, ο οποίος δημιούργησε μαζί του σχέση εξάρτησης και επίδειξης τυφλής εμπιστοσύνης. · Μέσα στο πιο πάνω πλαίσιο και στη βάση ψευδών υποσχέσεων του Εναγόμενου 1 προς τον Ενάγοντα για κέρδη πέραν του 30% ετησίως από επενδύσεις που θα γίνονταν από μέρους του Εναγόμενου 1 για λογαριασμό του Ενάγοντα, ο τελευταίος παρασύρθηκε και έμβασε στο λογαριασμό του Εναγόμενου 1 που διατηρούσε με την HSBC Bank Plc το συνολικό ποσό των 650.000 Δολαρίων Αμερικής μέσω τριών εμβασμάτων από το λογαριασμό του με την Credit Swiss ως ακολούθως: i. 525.000 Δολάρια Αμερικής στις 15.6.
  11. ii. 70.000 Δολάρια Αμερικής στις 26.6.2017 και iii. 55.000 Δολάρια Αμερικής στις 26.6.2017 από άλλο λογαριασμό του Ενάγοντα. · Στις 8/8/2017 ο Ενάγοντας, στηριζόμενος στις διαβεβαιώσεις του Εναγόμενου 1, υπέγραψε έγγραφο το οποίο υπαγορεύθηκε από τον Εναγόμενο 1, όπου γίνεται αναφορά στα πιο πάνω εμβάσματα τα οποία ο Ενάγοντας πραγματοποίησε προς τον Εναγόμενο 1, το οποίο αναφέρει ότι το ποσό θα χρησιμοποιείτο για επενδύσεις από τον Εναγόμενο 1 ενώ το κέρδος ή η ζημιά θα διαμοιράζετο μεταξύ τους εξίσου. Επιπλέον καταγράφετο ότι η εν λόγω συμφωνία θα μπορούσε να ακυρωθεί το ενωρίτερον μετά την παρέλευση 7 ετών. Διευκρινίζετο ότι σε περίπτωση που ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος 1 δεν θα ήταν οι επιτυχόντες πλειοδότες στον πλειστηριασμό που θα διεξάγετο στις 28/8/2017 στο Λονδίνο, τότε ο Εναγόμενος 1 θα επέστρεφε στον Ενάγοντα το ποσό των 50.000 Δολαρίων Αμερικής. · Παρά την αρχική ενημέρωση του Εναγόμενου 1 προς τον Ενάγοντα για τη θετική εξέλιξη του πλειστηριασμού στο Λονδίνο, εκ των υστέρων τον πληροφόρησε ότι δεν κατέστη δυνατή η απόκτηση ακίνητης ιδιοκτησίας, οπόταν και ο Ενάγοντας του ζήτησε να του επιστρέψει το ποσό των 50.000 Δολλαρίων Αμερικής κάτι που έγινε μετά παρέλευση αρκετών ημερών. · Όταν ο Ενάγοντας ζήτησε από τον Εναγόμενο την επιστροφή ολόκληρου του ποσού που είχε εμβάσει στο λογαριασμό του, του ανέφερε ότι θα του κόστιζε 200.000 Δολλάρια Αμερικής και ότι θα ήταν έτοιμος να του επιστρέψει το υπόλοιπο ποσό μόνο εάν τούτο θεωρείτο πληρωμή σε πλήρη απαλλαγή του από οποιαδήποτε αξίωση του Ενάγοντα. · Ο Ενάγοντας αφού επισκέφθηκε τους δικηγόρους του στις 30/10/2017 προχώρησε άμεσα στην ακύρωση πληρεξουσίου εγγράφου που είχε δώσει στον Εναγόμενο 1 στις 9/8/2017 και με το οποίο παρείχετο, μεταξύ άλλων, η δυνατότητα στον Εναγόμενο 1 να διαχειρίζεται την περιουσία του Ενάγοντα κατά το δοκούν και να επενδύει οποιοδήποτε ποσό χρημάτων του Ενάγοντα με επιτόκιο και εξασφαλίσεις κατά την απόλυτη κρίση του Εναγόμενου
  12. · Στις 3/11/2017 πραγματοποιήθηκε συνάντηση στα γραφεία των ελεγκτών Νikitas & Co Chartered Certified Accountants μεταξύ του Ενάγοντα, των δικηγόρων του και του Εναγόμενου 1 σε μια προσπάθεια επιστροφής του συνολικού ποσού που είχε εμβάσει στον Εναγόμενο
  13. Στην εν λόγω συνάντηση και ενόψει της εκφρασθείσας επιθυμίας του Ενάγοντα για επιστροφή του συνολικού ποσού που είχε εμβάσει στον Εναγόμενο 1 ο τελευταίος ζήτησε χρόνο για να συμβουλευτεί δικηγόρο. · Ακολούθησε στις 7/11/2017 ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ των δικηγόρων του Ενάγοντα και των δικηγόρων του Εναγομένου
  14. Μέσω της επιστολής των δικηγόρων του ο Εναγόμενος 1 αρνήθηκε ότι το πληρεξούσιο έγγραφο υπογράφτηκε ως αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων ή εξαναγκασμού και προεβλήθη ο ισχυρισμός ότι η συμφωνία ημερ. 8/8/17 αφορά συμφωνία συνεργασίας. Ένσταση - Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία βασίζεται στη Δ.48, θθ. 4-8 και Δ.25, θθ. 1-5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: § Η Αίτηση είναι νομικά αβάσιμη § Δεν υποστηρίζεται από αποδεκτή μαρτυρία § Έχουν αποκρυβεί στην ένορκη δήλωση ουσιώδη δεδομένα και πληροφορίες § Δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα προς όφελος του Ενάγοντα γιατί η επίδικη συμφωνία δεν τερματίστηκε § Δεν αποδείχτηκε ανεπανόρθωτη ζημιά. Ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1 στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω τα εξής: · Ενώ ο Ενάγων έχει κάποια προβλήματα υγείας αυτά δεν είναι τέτοιας σοβαρότητας που να δικαιολογούν απόκλιση από τον κανόνα ότι οι δικηγόροι δεν πρέπει να προβαίνουν σε ένορκες δηλώσεις. Ο Ενάγων είχε καθημερινή επικοινωνία με τον Εναγόμενο και ουδέποτε διεφάνη ότι είχε πρόβλημα αντίληψης. Έχει δε σώας τας φρένας, πλήρη διαύγεια και γνωρίζει πολύ καλά τι κάνει. Αν και πάσχει από κατάθλιψη σε καμία περίπτωση αυτή η κατάσταση τον καθιστούσε πρόσωπο που δεν μπορούσε να αντιληφθεί τη σοβαρότητα των πράξεων του. · Καθ΄όλη την περίοδο που είχε επικοινωνία με τον Εναγόμενο 1 ο τελευταίος του περιέγραφε συνευρέσεις που είχε με γυναίκες και για οδήγηση αυτοκινήτων μεγάλου κυβισμού. (Επισυνάπτονται ως Τεκμήρια Α και Β αποσπάσματα μηνυμάτων που ο Ενάγων του έστελνε στο κινητό μέσω του προγράμματος WhatsApp ως και σχετικές φωτογραφίες). · Η οικογένεια του Εναγόμενου 1 διατηρεί επιχείρηση ειδών ένδυσης με εργοστάσια στη Μέση Ανατολή και δίκτυο προώθησης του στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο Ενάγων πέρασε αρκετά χρόνια στο Βιετνάμ όπου διατηρούν εργοστάσια παραγωγής. Μεταγενέστερα εργάστηκε για μερικά χρόνια ως συνεργάτης εταιρείας παροχής συναλλάγματος και συμβουλευτικών υπηρεσιών σε επενδυτές στο Λονδίνο. Στον Εναγόμενο 1 ανατέθηκε η ευθύνη της προσπάθειας επέκτασης στην Κύπρο και στο πλαίσιο αυτής γνωρίστηκε με τους Εναγόμενους 2 που ασχολούνται στον τομέα ακινήτων και ανέλαβε σύμβουλος ανάπτυξης της επιχείρησης. Προέρχεται από ευκατάστατη οικογένεια και ουδέποτε είχε την ανάγκη χρημάτων ή την εκμετάλλευση οποιουδήποτε. · Το πληρεξούσιο που υπέγραψε ο Ενάγων ετοιμάστηκε από δικηγόρο για να εκπροσωπεί ο Εναγόμενος 1 τον Ενάγοντα σε διαφορά που ο τελευταίος είχε με ιδιοκτήτη γυμναστηρίου. · Στο πλαίσιο της γνωριμίας τους συζητήθηκε το ενδεχόμενο διενέργειας κάποιων επενδύσεων. Λόγω του ότι ο Εναγόμενος δεν είχε μεγάλα κεφάλαια να συνεισφέρει στο επίπεδο που εισηγείτο ο Ενάγων ο τελευταίος πρότεινε στον Εναγόμενο 1 να χρηματοδοτήσει τις επενδύσεις που θα γίνονταν και σε περίπτωση ζημιάς θα επιβαρύνονταν και οι δύο το κόστος εξ ημισείας ενώ σε περίπτωση κέρδους θα μοιράζονταν το κέρδος. Απέκρυψε δε ο ενάγων ότι ο ίδιος πίεζε τον Εναγόμενο 1 να ανοίξει λογαριασμό για να του κάνει έμβασμα πολύ πριν υπογραφεί η όποια συμφωνία μεταξύ τους. · Απέκρυψε ο Ενάγων ότι ο Εναγόμενος 1 του είχε κάνει διάφορες εισηγήσεις και προτάσεις για σκοπούς επένδυσης. Ο Ενάγων δεν αποδέχετο επενδύσεις με «χαμηλό» κέρδος αλλά ενδιαφερόταν για επενδύσεις που θα του απέφεραν τουλάχιστον 17% κέρδος ανά έτος και για αυτό ο Εναγόμενος 1 του πρότεινε δημοπρασίες ακινήτων στο Λονδίνο. · Με από αρκετές παρακινήσεις του Εναγόμενου προς τον Ενάγοντα για να υπογράψουν μια συμφωνία που να καθορίζει το πλαίσιο της συνεργασίας τους ο Ενάγων του απέστειλε στις 6/8/17 ηλεκτρονικό μήνυμα στο οποίο ο ίδιος έγραψε τις παραμέτρους τις οποίες εισηγείτο να συμφωνήσουν. · Μετά την αποστολή αυτού του e-mail οι δύο τους συναντήθηκαν και αφού επεξεργάστηκαν το εν λόγω έγγραφο το υπέγραψαν και κατόπιν κάποιων συζητήσεων κατέληξαν στο τελικό κείμενο το οποίο και υπέγραψαν στις 8/8/
  15. · Μετά την υπογραφή της συμφωνίας ο Εναγόμενος 1 ξεκίνησε να εργάζεται πυρετωδώς για την υποβολή διαφόρων εισηγήσεων ή και την συμμετοχή σε διάφορες επενδύσεις για σκοπούς απόδοσης κέρδους. Στο πλαίσιο αυτό ο Εναγόμενος 1 μετέβη στο Λονδίνο και συμμετείχε σε δημοπρασία πώλησης ακινήτων. Όμως οι τιμές στις οποίες πωλήθηκαν τα ακίνητα ήταν ψηλές και ασύμφορες. Εφόσον δεν αγοράστηκαν τα ακίνητα ο Εναγόμενος 1 επέστρεψε στον Ενάγοντα το ποσό των 50.000 δολαρίων ως ήταν η συμφωνία τους. · Παράλληλα ο Εναγόμενος 1 αποτάθηκε και σε προγραμματιστή ηλεκτρονικών προγραμμάτων για προετοιμασία λογισμικού/προγράμμματος (application) για ακίνητα κάτι που δεν υπάρχει στην αγορά και ο Εναγόμενος 1 θεωρούσε ότι θα απέφερε σημαντικά κέρδη. · Περί τα τέλη Οκτωβρίου του 2017 ο Ενάγοντας κατά παράβαση των όσων είχαν συμφωνηθεί ήθελε να του επιστρέψει τα χρήματα του πίσω. · Ο Ενάγων απέκρυψε ότι περί τις 2/11/17 είχαν καταλήξει να του επιστρέψει ο Εναγόμενος ποσό 400.000 και ότι συμφώνησαν να δώσει ο Εναγόμενος οδηγίες σε δικηγόρο για ετοιμασία σχετικού εγγράφου. Είναι δε για αυτό που οι δικηγόροι του Εναγόμενου 1 απέστειλαν στους δικηγόρους του Ενάγοντα την επιστολή Τεκμήριο 7 στην Αίτηση. Νομική Πτυχή Προτού προχωρήσω να εξετάσω τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων έχουν αναφερθεί με εμπεριστατωμένο και άκρως βοηθητικό τρόπο για το Δικαστήριο τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές αγορεύσεις τους θεωρώ κατάλληλο στάδιο να συνοψίσω τη νομική πτυχή που διέπει Αιτήσεις για Προσωρινά Διατάγματα. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων Διαταγμάτων.[2] Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32

(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. Το Στοιχείο του Κατεπείγοντος Πριν το Δικαστήριο εξετάσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης ενός διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Ν.14/60 θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το διάταγμα που έχει εκδώσει μονομερώς πράγμα το οποίο σημαίνει ότι θα πρέπει να είχε καταδειχθεί ενώπιον του το επείγον της έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος. Έχουν εδώ εφαρμογή οι πρόνοιες του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ.6. Όπως έχει νομολογηθεί το υπαρκτό του στοιχείου του κατ' επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στο μονομερές στάδιο της Αίτησης ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός. Ο Αιτητής θα πρέπει στο στάδιο εκείνο να δείξει το κατεπείγον της αίτησης ώστε να δικαιολογείται η μονομερής εξέταση της και να παρακαμφθεί ο κανόνας της φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα της άλλης πλευράς να ακουστεί πριν την έκδοση του διατάγματος. Το Άρθρο 9
(1)του ΚΕΦ.6 έχει εφαρμογή εξαιρετικώς και μόνο προκειμένου περί επειγουσών ή άλλων ειδικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος ex parte. Παραπέμπω σχετικά στην Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 Α.Α.Δ 1475[6], η οποία αναφέρεται και στις υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453 και Resola v. Χρήστου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1179:- "Το επείγον, όπως παρατηρείται στην υπόθεση Resola (ανωτέρω), αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικώς η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» Η πιο πάνω ανάγκη διατυπώνεται με διαφορετικά, αλλά με την ίδια ουσία, λόγια στην υπόθεση Vuitton (ανωτέρω) όπου παρατηρείται ότι:- «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφ΄ όσο παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουσθεί». Μέσα στο ίδιο πνεύμα κινείται και η επισήμανση που έγινε στις υποθέσεις In Re Stavros Hotel Appartments Ltd,
(1994)1 Α.Α.Δ 836, 841 και In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 861, 864, ότι δηλαδή το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6. Στην υπόθεση Χ"Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1(A) A.A.Δ 203, 207 ο Δικαστής Πικής έθεσε το θέμα ως εξής:- "... Η αδράνεια του εφεσείοντος να ζητήσει θεραπεία μόλις τα κρίσιμα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση του αναιρεί το κατεπείγον του αιτήματος. Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα. κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί Λόγοι, συνυφασμένοι με την πεμπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλουν την παροχή ευκαιρίας ακρόασης στον αντίδικο, πριν το Δικαστήριο επιληφθεί θέματος που επηρεάζει τα δικαιώματα ή τα κατά ώμο συμφέροντα του. Η παροχή θεραπείας ερήμην του αντίδικου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο μπορεί να αναζητηθεί μόνο, εφόσον εξ αντικειμένου δεν παρέχεται άλλο μέσο προστασίας των δικαιωμάτων του αιτούντος.» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Επίσης στην υπόθεση Αμβροσιάδου ν. Coward
(2013)1 A.A.Δ. 78, τονίστηκε ότι παροχή θεραπείας χωρίς να ακουστεί η πλευρά εναντίον της οποίας αυτή στρέφεται, δικαιολογείται σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου η ανάγκη είναι τόσο επείγουσα ώστε να μην παρέχεται χρόνος για ειδοποίηση της άλλης πλευράς χωρίς να διακινδυνεύεται η όλη εξασφάλιση η οποία επιδιώκεται. Στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη τα όσα προέκυψαν περί τις αρχές Νοεμβρίου του 2017 μετά τη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 3/11/17 και την αλληλογραφία που αντηλλάγη μεταξύ των δύο πλευρών με τελευταία την επιστολή των δικηγόρων του Εναγόμενου 1 ημερ. 10/11/17, δηλαδή 4 ημέρες πριν την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, θεωρώ ότι πληρείτο το στοιχείο του κατεπείγοντος. Συγκεκριμένα διαπιστώνεται ότι μόλις τα κρίσιμα γεγονότα περιήλθαν στη γνώση του Αιτητή/Ενάγοντα δεν έχει επιδειχθεί οποιαδήποτε αδράνεια ή καθυστέρηση από πλευράς του στο να ζητήσει θεραπεία. Μη Αποκάλυψη Ουσιωδών Γεγονότων Ο Εναγόμενος 1/Καθ΄ου η Αίτηση μεταξύ των διαφόρων λόγων που επικαλείται για σκοπούς ακύρωσης των Προσωρινών Διαταγμάτων που εκδόθηκαν στην παρούσα υπόθεση είναι αυτός που αφορά την από πλευράς του Ενάγοντα/Αιτητή μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων στο στάδιο που αιτείτο την έκδοση των Διαταγμάτων μονομερώς. Μάλιστα οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν ένα από τους κύριους άξονες των θέσεων του. Είναι θεμελιωμένο ότι το Δικαστήριο μπορεί με βάση αυτό και μόνο το λόγο και χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού Διατάγματος να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι κατά το στάδιο της έκδοσης του δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων η οποία ενδεχομένως να επηρέασε το Δικαστήριο. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς (ex parte) συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί[7]. Οι μονομερείς αιτήσεις είναι αιτήσεις υψίστης πίστεως (ubberima fides) εφόσον κρίνονται έξω από το κανονικό πλαίσιο της δίκης και οι κανόνες πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα. Η ύψιστη πίστη η οποία διέπει κάθε μονομερή αίτηση επιβάλλει στους αιτητές να παρουσιάσουν κατά τρόπο ξεκάθαρο το φάσμα του συνόλου των γεγονότων. Η ορθή διάσταση της υποχρέωσης πλήρους αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις, αναπτύχθηκε από τον Πική, Π., δίδοντας την απόφαση της Ολομέλειας στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd,
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, 601-602[8]: "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου ..... .................. Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. ..... Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής". Στην υπόθεση εκείνη παρασιώπηση στην ένορκη δήλωση ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας για παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο του Ισραήλ, έστω και αν επισυνάφθηκε για άλλο σκοπό, κρίθηκε ότι έπληττε καίρια το εκδοθέν διάταγμα για επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 τονίστηκε ότι η φύση της διαδικασίας μονομερούς αίτησης λόγω του στοιχείου της υψίστης πίστεως (uberrima fides) επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Έτσι το καθήκον του Ενάγοντα είναι να αποκαλύψει όλα τα γεγονότα τα οποία εύλογα μπορούσαν να ληφθούν ή θα λαμβάνονταν υπόψη από το Δικαστή όταν αποφάσιζε κατά πόσο θα εγκρίνει την Αίτηση[9]. Στην υπόθεση Larissa (αρ. 2) (πιο πάνω) αναφέρθηκε με επιδοκιμασία η ακόλουθη περικοπή από την αγγλική υπόθεση Castelli v. Cook
(1849)7 Hare, 89, 94[10] σε ελληνική μετάφραση: «Ένας Ενάγοντας που αποτείνεται με μονομερή αίτηση συμβάλλεται (καθώς έχει διατυπωθεί) με το Δικαστήριο ότι θα θέσει την όλη υπόθεση με πλήρη και δίκαιο τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου. Αν παραλείψει να το πράξει, και όταν το άλλο μέρος αποταθεί για ακύρωση του διατάγματος το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι έχει αποκρυβεί οποιοδήποτε ουσιαστικό γεγονός ή δεν έχει υποβληθεί με τον ορθό τρόπο, στον Ενάγοντα θα ειπωθεί ότι το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει την ουσία, και ότι εφόσον έχει παραβεί την σύμβαση του για επίδειξη καλής πίστης, το διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί.» Οι αρχές που διέπουν το θέμα της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων συνοψίσθηκαν στην υπόθεση Bloczek Limited v. Vianova Holding Limited
(2013)1 Α.Α.Δ. 1460 ως ακολούθως: «Είναι θεμελιωμένη αρχή του δικαίου της επιεικείας ότι η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή, την υποχρέωση αποκάλυψης στο δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, εκείνων δηλαδή που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Τέτοιες αιτήσεις είναι υψίστης πίστεως και γι' αυτό ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει εις γνώσιν του δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή οποιαδήποτε γεγονότα θα εγνώριζε αν ασκούσε εύλογη επιμέλεια, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο (τον αντίδικο του) και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιωδών γεγονότων ενώπιον του δικαστηρίου, σε μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του δικαστηρίου και το δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να ακυρώσει ένα, μονομερώς εκδοθέν, παρεμπίπτον διάταγμα, για το λόγο της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, χωρίς καν να εξετάσει την ουσία της αίτησης. Επομένως τέτοιο θέμα, όταν εγείρεται, εξετάζεται κατά προτεραιότητα. Το τί συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό... Η αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων συναρτάται με την ύψιστη καλή πίστη που ο αιτητής πρέπει να επιδείξει ερχόμενος στο δικαστήριο και ζητώντας θεραπεία σύμφωνα με το δίκαιο της επιεικείας....». Στη βάση των πιο πάνω θεμελιωμένων και πάγιων αρχών καθίσταται επιβεβλημένη η εξέταση προκαταρκτικά των ισχυρισμών του Εναγόμενου 1/Καθ΄ου η Αίτηση περί μη αποκάλυψης και/ή απόκρυψης. Το ζήτημα αυτό θα εξετασθεί στη βάση των πιο κάτω θεματικών ενοτήτων. Ι. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες δόθηκε το πληρεξούσιο έγγραφο Στην Ένορκη Δήλωση της Αίτησης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι στις 9/8/2017 ο Ενάγων είχε δώσει στον Εναγόμενο 1 πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο παρείχε στον Εναγόμενο 1 τη δυνατότητα να διαχειρίζεται την περιουσία του Ενάγοντα κατά το δοκούν, να επενδύει οποιοδήποτε ποσό χρημάτων με επιτόκιο και εξασφαλίσεις κατά την απόλυτη κρίση του Εναγόμενου 1 (Τεκμήριο 4). Eνόψει της παραπομπής στο Τεκμήριο 7, που αποτελεί επιστολή των δικηγόρων του Εναγόμενου 1 απευθυνόμενη προς τον Ενάγοντα με κοινοποίηση στους δικηγόρους του, όπου απορρίπτεται ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι το πληρεξούσιο υπεγράφη κατόπιν ψευδών παραστάσεων και εξαναγκασμού[11], συνάγεται - παρόλο που αυτό δεν προβάλλεται ρητά στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα - ότι τέτοιος είναι ο ισχυρισμός του Ενάγοντα σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δόθηκε το εν λόγω πληρεξούσιο. Επί του ζητήματος των συνθηκών η εκδοχή που προβλήθηκε από μέρους του Εναγόμενου 1 ήταν ότι βασικά αυτό ετοιμάστηκε από δικηγόρο για να εκπροσωπεί ο Εναγόμενος 1 τον Ενάγοντα σε διαφορά που ο τελευταίος είχε με ιδιοκτήτη γυμναστηρίου. Συγκεκριμένα, ενόψει του ότι είχε προβεί σε κάποια επένδυση σε γυμναστήριο στο Παραλίμνι έχοντας κάποιες μετοχές και επίσης έχοντας προμηθεύσει τον ιδιοκτήτη του γυμναστηρίου με κάποιο μηχάνημα, ο Ενάγοντας ανέθεσε στον Εναγόμενο 1 να τον εκπροσωπήσει για να βρεθεί μια διευθέτηση και ο ιδιοκτήτης του γυμναστηρίου να του επιστρέψει κάποια χρήματα. Σχετικά είναι αφενός τα όσα καταγράφονται στο Τεκμήριο Δ και αφορούν γραπτές συνομιλίες που είχε ο Εναγόμενος 1 με τον Ενάγοντα σε επικοινωνία στο κινητό τηλεφώνο μέσω του προγράμματος WhatsApp αναφορικά με την ετοιμασία του εν λόγω πληρεξουσίου[12] και αφετέρου το Τεκμήριο Ε που αφορά σε βεβαίωση δικηγόρου ο οποίος εξηγεί το πλαίσιο οδηγιών που είχε για την ετοιμασία του εν λόγω πληρεξουσίου και το σκοπό χρήσης του. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 1 που αφορούν αυτό το ζήτημα και καταγράφονται, μεταξύ άλλων, στις παραγρ. 17 και 18 της Ένορκης Δήλωσης του όπως και τα πιο πάνω Τεκμήρια τα οποία ο Εναγόμενος επεσύναψε στην ένορκη δήλωση του δεν έχουν αμφισβητηθεί μέσω της αντεξέτασης, ούτε αντικρούστηκαν με άλλη ικανοποιητική, για σκοπούς της Αίτησης, μαρτυρία από τον Ενάγοντα/Αιτητή ο οποίος έχει και το σχετικό βάρος στην έκταση που η παρούσα ενδιάμεση διαδικασία αφορά. Κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου η εντύπωση που αποκομίζει ένας σε σχέση με το πληρεξούσιο έγγραφο, με βάση τα όσα έθεσε ο Ενάγων ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το στάδιο υποβολής της μονομερούς Αίτησης, είναι ότι και αυτό το έγγραφο, όπως δηλαδή και το έγγραφο της επίδικης Συμφωνίας συνεργασίας, εξασφαλίστηκε κάτω από συνθήκες εξαναγκασμού και ψευδών παραστάσεων από μέρους του Εναγόμενου 1 προς τον Ενάγοντα, ενώ ταυτόχρονα αφήνεται να νοηθεί η ύπαρξη διασύνδεσης μεταξύ της επίδικης Συμφωνίας και του εν λόγω πληρεξουσίου. Μάλιστα ενώ, όπως ήδη επισημάνθηκε, δεν προβάλλεται ρητά ο ισχυρισμός αυτός στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα, οι αναφορές στις ενέργειες των δικηγόρων του για άμεση ακύρωση του πληρεξουσίου όπως και στο περιεχόμενο του αλλά και η παραπομπή στο Τεκμήριο 5 και ειδικότερα στο δεύτερο έγγραφο[13] που επισυνάπτεται στο εν λόγω Τεκμήριο αυτή την εντύπωση δίδουν. Δεν είναι, όμως, τέτοια η εικόνα η οποία προκύπτει από τα πιο πάνω τεκμήρια που επισυνάφθηκαν στην Ένσταση και τα οποία, επαναλαμβάνω, δεν αμφισβητήθηκαν. Ενώ, καθόσον αφορά τις γραπτές συνομιλίες που είχαν ο Ενάγων και ο Εναγόμενος 1 σε επικοινωνία στο κινητό μέσω του προγράμματος WhatsApp και οι οποίες σχετίζονταν με την ετοιμασία του εν λόγω πληρεξουσίου, όπως αυτές εμφαίνονται στο ο Τεκμήριο Δ, ουδέποτε αποκαλύφθηκαν από τον Ενάγοντα, ούτε κρίθηκαν αναγκαίες να αποκαλυφθούν, κατά το στάδιο που αυτός μονομερώς προσέφυγε στο Δικαστήριο, για να δώσει στη συνέχεια τη δική του εκδοχή. II. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η επίδικη συμφωνία συνεργασίας Η εκδοχή του Ενάγοντα είναι ότι ο Εναγόμενος εκμεταλλευόμενος την πνευματική και συναισθηματική κατάσταση του Ενάγοντα και κατόπιν ψευδών υποσχέσεων για εξασφάλιση κερδών πέραν του 30% ετησίως από επενδύσεις, τον έπεισε και ο Ενάγοντας του έμβασε στο λογαριασμό του τα ποσά που αναφέρονται[14]. Η εκδοχή του Εναγόμενου ήταν ότι στο πλαίσιο της γνωριμίας του με τον Ενάγοντα συζήτησαν το ενδεχόμενο διενέργειας κάποιων επενδύσεων και ότι ήταν ο Ενάγοντας που του είχε προτείνει να χρηματοδοτήσει τις επενδύσεις που θα γίνονταν και σε περίπτωση ζημιάς ή κέρδους να επιβαρυνθούν στην πρώτη περίπτωση και να διαμοιραστούν στη δεύτερη περίπτωση το ποσό που θα προέκυπτε εξ ημισείας. Επιπλέον ότι ήταν ο Ενάγων ο οποίος πίεζε τον Εναγόμενο 1 να ανοίξει λογαριασμό στον οποίο ο Ενάγων θα του έκαμνε έμβασμα πολύ πριν να υπογραφεί η επίδικη Συμφωνία[15]. Όσον αφορά το τελευταίο, σχετική είναι η γραπτή συνομιλία που ο Εναγόμενος 1 είχε με τον Ενάγοντα, όπως εμφαίνεται στο Τεκμήριο Ζ, όπου προκύπτει ότι ο Ενάγων είναι αυτός ο οποίος ζητά τα στοιχεία του τραπεζικού λογαριασμού του Εναγόμενου 1. Οι αναφορές από μέρους του Ενάγοντα (προς τον Εναγόμενο 1) "I need your hsbc account details for USD" στις 7/6/2017 και "Don't forget USD account details" στις 9/6/2017 είναι σχετικές. Περαιτέρω, καθ΄ όσον αφορά τις συζητήσεις που προηγήθηκαν της σύναψης της επίδικης Συμφωνίας, σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στη γραπτή συνομιλία μεταξύ του Ενάγοντα και Εναγόμενου, που περιέχεται στο Τεκμήριο Η, και ειδικότερα η αναφορά του Ενάγοντα ότι ενδιαφερόταν για επενδύσεις οι οποίες θα απέφεραν τουλάχιστον 17% κέρδος ανά έτος ("About what you said the other day.....Returns of 25% are easy to achieve. My target investment return is 17% p.a. equal to double the investment every 5 years"). Μάλιστα στη θέση του Εναγόμενου 1 που ακολουθεί της πιο πάνω αναφοράς, ότι ήταν γι΄ αυτό που πρότεινε απόκτηση γης στο Λονδίνο, ήτοι για υψηλή απόδοση κέρδους ("The only reason i even suggested it was in order to reach our main goal of obtaining the land in london which would have returns of 30-40%"), η ανταπόκριση του Ενάγοντα ήταν να λεχθεί στον Εναγόμενο να προχωρήσει με κάτι τέτοιο, αν ήταν αναγκαίο ("If it's necessary to get it, do it"). Ακόμη πιο σημαντικό, όμως, είναι το Τεκμήριο Θ που αποτελεί ηλεκτρονικό μήνυμα (e-mail) του Ενάγοντα ημερ. 6/8/2017 προς τον Εναγόμενο 1, στο οποίο ο ίδιος ο Ενάγων καταγράφει τις βασικές παραμέτρους που εισηγείτο για να καταλήξουν στη Συμφωνία επένδυσης (Investment agreement) ζητώντας από τον Εναγόμενο 1 την επιβεβαίωση του[16]. Υπενθυμίζεται στο σημείο αυτό ο ισχυρισμός εκ μέρους του Ενάγοντα, όπως καταγράφεται στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, σύμφωνα με το οποίο το έγγραφο το οποίο υπέγραψε στις 8/8/2017 είχε υπαγορευθεί από τον Εναγόμενο 1[17]. Επιπλέον δεν μπορεί να παραβλεφθεί και το Τεκμήριο Ι στην Ένσταση, που αποτελεί έγγραφο στο οποίο φαίνεται να υπάρχουν χειρόγραφες αλλαγές και σημειώσεις επί του ηλεκτρονικού μηνύματος (e-mail) που είχε αποστείλει ο Ενάγων στον Εναγόμενο 1 σύμφωνα με το Τεκμήριο Θ, όπως και υπογραφές τόσο του Ενάγοντα όσο και του Εναγόμενου 1 στο κάτω μέρος του εν λόγω εγγράφου. Για να προκύψει στη συνέχεια το τελικό κείμενο της επίδικης συμφωνίας που υπεγράφη στις 8/8/2017 (Τεκμήριο Κ). Τα πιο πάνω Τεκμήρια τα οποία δεν έχουν καθ΄ οιοδήποτε τρόπο αντικρουσθεί ή αμφισβητηθεί από την πλευρά του Ενάγοντα, αναμφίβολα δίδουν μια άλλη εικόνα σε σχέση με ό,τι προηγήθηκε της υπογραφής της επίδικης συμφωνίας. Για να το θέσω πιο καθαρά, λέγω ότι η μη αναφορά και μη αποκάλυψη από τους Ενάγοντες των πιο πάνω στοιχείων και η παρουσίαση των γεγονότων με τρόπο που να δίνει μια εικόνα ουσιωδώς διαφορετική, συνιστά σοβαρή παρασπονδία σε σχέση με το καθήκον που είχε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά με την Αίτηση ουσιώδη γεγονότα. Η εντύπωση δε που δόθηκε με όσα ο Ενάγων έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου στο μονομερές στάδιο ήταν ότι η επίδικη Συμφωνία, αφού υπαγορεύθηκε από τον Εναγόμενο 1, ο Ενάγων απλώς την υπέγραψε, ήτοι χωρίς οποιαδήποτε προηγούμενη συζήτηση ή και διαπραγμάτευση. Δεν είναι, όμως, τέτοια η εικόνα η οποία προκύπτει από τα πιο πάνω Τεκμήρια που επισυνάφθηκαν στην Ένσταση και τα οποία, επαναλαμβάνω, αν και δεν αμφισβητήθηκαν, ουδέποτε αποκαλύφθηκαν από τον Ενάγοντα κατά το στάδιο που προσέφυγε στο Δικαστήριο μονομερώς καταχωρώντας την υπό κρίση Αίτηση. ΙΙΙ. Γεγονότα που έλαβαν χώρα τέλη Οκτωβρίου και αρχές Νοεμβρίου Αποτέλεσε ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι είχε ζητήσει από τον Εναγόμενο να του επιστραφεί ολόκληρο το ποσό που εμβάστηκε στο λογαριασμό του τελευταίου και ότι ο Εναγόμενος 1 του ανέφερε ότι θα ήταν έτοιμος να επιστρέψει το ποσό των $400.000 δολαρίων σε πλήρη απαλλαγή οποιασδήποτε ευθύνης και προς διευθέτηση της όποιας αξίωσης του Ενάγοντα[18]. Η πλευρά του Εναγόμενου 1, όμως, αναφέρει ότι ο Ενάγοντας περί τα τέλη Οκτωβρίου του 2017 βασικά επιζητούσε μόνο τη διαφοροποίηση των όρων της επίδικης Συμφωνίας με την επιστροφή ενός ποσού χρημάτων και τη συνέχιση της ισχύος της Συμφωνίας[19]. Όσον αφορά τον εν λόγω ισχυρισμό σχετική είναι η γραπτή συνομιλία που ο Ενάγοντας είχε με τον Εναγόμενο 1, όπως εμφαίνεται στο Τεκμήριο Ζ, όπου προκύπτει ότι ο Ενάγων βασικά εισηγείτο κάποιες αλλαγές στη Συμφωνία, όπως διαφοροποίηση του επιμερισμού του κέρδους που οι δύο τους θα λάμβαναν από ποσοστό 50% - 50% σε ποσοστό 75% προς όφελος του και 25% προς όφελος του Εναγόμενου χωρίς, ωστόσο, διαφοροποίηση του επιμερισμού του ποσοστού της ζημιάς η οποία θα παρέμενε στη βάση του 50%-50%. Παρατίθεται πιο κάτω μέρος της εν λόγω γραπτής συνομιλίας μεταξύ των δύο ημερ. 23/10/17: Ενάγων "What about I take out 125 K, rest 525 stays in. We change the parameters to 9 years, Still 50/50 on loss but 75 to 25 f'or you on profits?" Εναγόμενος 1 "This is a whole different agreement " Ενάγων "I look on a way that will be profitable for us all and trying to up hold my commitment to invest with you. Take this please also in consideration". Εναγόμενος 1 "This is all making my position very volatile" Ενάγων "I believe in you. Just need some cash on the side" Εναγόμενος 1 "Because once a agree to something Once I agree I stick to it and make plans" Ενάγων "So if I take out the 100 we agreed and leave everything else the same Make it 8 years instead" Αποτέλεσε, επίσης, ισχυρισμό του Εναγόμενου 1 ότι απεκρύβη πως στις 2/11/17 είχαν καταλήξει με τον Ενάγοντα να του επιστρέψει ο Εναγόμενος 1 ποσό 400.000 δολαρίων και να δώσει ο Εναγόμενος 1 οδηγίες σε δικηγόρο να ετοιμάσει για τον σκοπό αυτό έγγραφα. Γίνεται δε αναφορά στην επιστολή των δικηγόρων του Εναγόμενου 1 που απέστειλαν στον Ενάγοντα, Τεκμήριο 7 στην Αίτηση, και στη γραπτή συνομιλία που είχε με τον Ενάγοντα στις 2/11/17 ως εμφαίνεται στο Τεκμήριο Ξ. Η εν λόγω γραπτή συνομιλία έχει ως εξής: Εναγόμενος 1 "I have asked him to prepare all document and signing as you mentioned" Ενάγων "Everything on your cost and marios as well as we agreed" Εναγόμενος 1 "Ok i will pay the lawyer tomorrow who will do this for us and marios" Ενάγων "Thanks mate" Ενάγων "So after I sign I receive USD 400000 by no later than nov 10, 2017 in my Swiss Bank Account" Εναγόμενος 1 "After you sign the agreement i will give instructions to my bank to transfer 400,000 USD to your account" (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Όσον αφορά την επιστολή των δικηγόρων του Εναγόμενου 1, Τεκμήριο 7 στην Αίτηση, σε αυτή γίνεται αναφορά σε συμφωνία που έγινε, κατόπιν αιτήματος του Ενάγοντα, για επιστροφή σε αυτόν από τον Εναγόμενο 1 του ποσού των 400.000 δολαρίων Αμερικής η οποία (συμφωνία) θα επενεργούσε ως πλήρης διευθέτηση στην προκύψασα διαφορά[20]. Στην ίδια επιστολή και, στη βάση των πιο πάνω, ζητείτο όπως ο Ενάγων ενημερώσει τους δικηγόρους του Εναγόμενου 1 για τον τραπεζικό λογαριασμό του στον οποίο ο Εναγόμενος 1 θα έμβαζε το ποσό των 400.000 δολαρίων Αμερικής[21]. Και εδώ, όπως και προηγουμένως, τα πιο πάνω Τεκμήρια, τα οποία δεν έχουν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αντικρουσθεί ή αμφισβητηθεί από την πλευρά του Ενάγοντα, αναμφίβολα δίδουν μια άλλη εικόνα σε σχέση με ό,τι ακολούθησε της υπογραφής της επίδικης Συμφωνίας. Η μη αναφορά και μη αποκάλυψη από τους Ενάγοντες των πιο πάνω στοιχείων και η παρουσίαση των γεγονότων με τρόπο που να δίνει μια εικόνα ουσιωδώς διαφορετική, συνιστά σοβαρή παράλειψη σε σχέση με το καθήκον που είχαν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά με την Αίτηση ουσιώδη γεγονότα. Η εντύπωση δε που δόθηκε με όσα ο Ενάγων έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου στο μονομερές στάδιο ήταν ότι ο Ενάγων είχε ζήτησε από τον Εναγόμενο 1 να του επιστρέψει ολόκληρο το ποσό που είχε εμβαστεί στο λογαριασμό του Εναγομένου 1, και όχι μόνο το ποσό των 400.000 δολαρίων Αμερικής, και ότι ο Εναγόμενος 1, εκμεταλλευόμενος την κατάσταση του Ενάγοντα, του είπε ότι θα ήταν έτοιμος να του επιστρέψει το ποσό των 400.000 δολαρίων Αμερικής σε πλήρη απαλλαγή οποιασδήποτε ευθύνης και σε διευθέτηση της οποιασδήποτε αξίωσης του Ενάγοντα. Η υποχρέωση στον Αιτητή που προσφεύγει στο Δικαστήριο ζητώντας, μονομερώς, θεραπεία είναι να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία το Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει υπόψη του συμπεριλαμβανομένων και ζητημάτων που ο Αιτητής θεωρεί αναμενόμενο να εγερθούν ή να προβληθούν από τον αντίδικο του, είτε σε σχέση με τη ουσιαστική απαίτηση, είτε σε σχέση με το αίτημα για προσωρινή θεραπεία[22]. Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι η αρχή της μη αποκάλυψης τυγχάνει εφαρμογής όχι μόνο στις περιπτώσεις που ένας Αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα, αλλά και όταν αυτά εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλιπής ή παραπλανητικός, ανεξάρτητα αν αυτό γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Να πω και κάτι τελευταίο. Το ότι το Δικαστήριο πιθανόν να είχε εκδώσει τα αιτούμενα προσωρινά Διατάγματα ακόμη και αν τα πλήρη γεγονότα είχαν αποκαλυφθεί δεν έχει σημασία. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Injunctions του David Bean, 10η έκδοση, στη σελ. 125, παρά. 7.46: "The fact that the judge might well have made the same order even if the full facts had been disclosed is beside the point...". Επισημαίνεται ότι με τα όσα καταγράφηκαν ανωτέρω το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης στην ουσία της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς. Όλες οι αναφορές που γίνονται πιο πάνω έγιναν για να καταδειχθεί το ουσιώδες των γεγονότων το οποίο εξετάζεται υπό το φως των δεδομένων της υπόθεσης και τα οποία γεγονότα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν τέθηκαν ενώπιον του. Και τούτο προς το σκοπό επισήμανσης της υποχρέωσης που είχε η πλευρά του Ενάγοντα/Αιτητή να θέσει όλο το φάσμα αυτών των γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το στάδιο που προσέφυγε σ΄ αυτό μoνομερώς, κατά τρόπο δίκαιο για να αξιολογηθεί και σταθμιστεί η επίδραση τους στην κρίση για έκδοση ή μη στην απουσία της άλλης πλευράς, των αιτουμένων Διαταγμάτων. Έχω την πεποίθηση ότι τα μη αποκαλυφθέντα από τον Ενάγοντα γεγονότα, στοιχεία και/ή τεκμήρια και, επίσης, ο γενικότερος τρόπος παρουσίασης όλων των στοιχείων ήσαν τέτοια που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Ενάγων παρέλειψε να επιτελέσει σε ουσιώδη βαθμό την υποχρέωση του για αποκάλυψη γεγονότων με πλήρη, ειλικρινή και δίκαιο τρόπο έτσι ώστε να μπορούσε το Δικαστήριο στο στάδιο που εξέταζε τη μονομερή του Αίτηση να προβληματιστεί κατάλληλα και να ασκήσει ορθά και δίκαια τη διακριτική του ευχέρεια. Περαιτέρω η όλη συμπεριφορά του Ενάγοντα/Αιτητή δεν συνάδει για τους λόγους που ήδη αναλύθηκαν ανωτέρω με το επίπεδο καλής πίστης που αναμένεται και επιβάλλεται σε διαδικασίες όπως η υπό εξέταση οι οποίες έχουν τις καταβολές τους και στηρίζονται στο Δίκαιο της Επιείκειας. Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας Αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης[23]. Αυτό διότι, επαναλαμβάνω, ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο Δίκαιο της Επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υφίστης πίστεως. ("uberrima fides").[24] ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων στις οποίες έχω προβεί και οι οποίες αφορούν και αναφέρονται σε αποτυχία του Ενάγοντα να εκπληρώσει το καθήκον της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων και να προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων ζητημάτων που είχαν εγερθεί και αφορούν την εξέταση της ουσίας και, ειδικότερα, της ικανοποίησης ή μη των προϋποθέσεων για έκδοση συντηρητικών Διαταγμάτων. Ως αποτέλεσμα η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται και τα εκδοθέντα προσωρινά Διατάγματα ακυρώνονται στην ολότητα τους. Η πιο πάνω κατάληξη επηρεάζει και σφραγίζει την τύχη και του αιτούμενου υπό στοιχείο (Β) Διατάγματος το οποίο, όπως ορθώς έχει επισημανθεί από τους δικηγόρους του Ενάγοντα, είναι επικουρικό (ancillary) διάταγμα για υποβοήθηση ενός διατάγματος παγοποίησης. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω κανένα λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, κατά συνέπεια, αυτά επιδικάζονται σε βάρος του Ενάγοντα/Αιτητή και προς όφελος του Εναγόμενου 1 /Καθ' ου η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] * M Δέστε Decades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσ ά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. 2 Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εται ρεία Α στι κ ών Λ εω φ ορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseosv. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R.303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενί δη ς ν. Ζεμενί δο υ
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσ ολά κη ν. Στυλι ανί δη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζην τί λη ς ν. Ανδρ έου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Ά κη ς (Μετ α φο ρές Δε μά των) Εξ π ρές Λτ δ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, Δη μ οκ ρα τί α τη ς Σλοβενί ας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802. [5] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Ά κη ς άλλω ς Γρηγό ρη ς Ν. Γρηγορί ου κ. α. ν. Χρι στι άν α Στ αύρ ου Χρι στ οφ όρ ου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [6] Δέστε Αναστασία Κιτρομιλίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1Α.Α.Δ. 1165 και Κώστας Καλογήρου ν. C.C.F. CREDIT CAPITAL FINANCE LTD
(2005)1 Α.Α.Δ. 1237, Τσιαντής ν. Hellenic Bank (Investment) Ltd,
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ 2029. [7] Δέστε Louis Vuitton v. Δέρμ οσ α κ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453,
  1. [8] Δέστε, επίσης, και την σχετικά πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση Commerzbank Auslandbanken Holding A.G. κ. ά v. Adeona Holdings Limited Πολιτική Έφεση αρ. Ε 6/2014 ημερ. 27/2/
  2. [9] Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Vasilyeva v. Φοβερού κ.ά
(2011)1 Α.Α.Δ. 1672 (σελ. 1676): «Η διαπίστωση απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση διατάγματος που εκδόθηκε με μονομερή αίτηση με αποτέλεσμα το διάταγμα να καθίσταται ακυρωτέο. Η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να υπάρχει σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επιδρά καταλυτικά ανεξαρτήτως από την ύπαρξη πρόθεσης εξαπάτησης του δικαστηρίου ή αν έγινε καλόπιστα. Σε κάθε περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό και η μη αποκάλυψη συναρτάται με τις εξ αντικειμένου συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου». [10] «Α plaintiff applying ex parte comes (as it has been expressed) under a contract with the Court that he will state the whole case fully and fairly to the Court. If he fails to do that, and the Court finds, when the other party applies to dissolve the injunction, that any material fact has been suppressed or not properly brought forward, the plaintiff is told that the Court will not decide on the merits, and that, as he has broken faith with the Court, the injunction must go.» [11] Δέστε Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση της Αίτησης: "My above client rejects your allegations that the Power of Attorney was signed under false pretenses and or inducement On the contrary, the power of attorney was signed and duly attested as proof of your willingness to grant to him such powers. Furthermore there are numerous messages exchanged by both you and my client, which clearly prove your true intentions." [12] Ενάγων: Chris Adamou Health and Fitness Ltd. is a corporation. I am a 25% shareholder. According to Cypriot Laws is my legal right to see in to the books and receive a dividend on any money the company makes. The CEO is the person that in front of the law is the person that has to provide it and in case anything is not according to the law, has to take responsibility for it in the District Court. Corporate World. You wanted it, act accordingly. Lets see if you got what it takes to BE a CEO Ενάγων: Good morning cuz, hope you are well. Thought about Chris case, I want to give you a power of attorney for the time being. Also sent you a mail to recap our deal. Have a great Day. Will call you later Εναγόμενος: Morning cuz. Ok ill read through it and discuss it later. Enjoy your day :) (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) [13] "I demand that you Pascalis Yianni provide me within 24 hours from the service of this Revocation of the Power of Attorney with details of how and when you have used the powers thereby conferred and where the amount of 650.000 USD transferred to you is held." [14] Δέστε ιδιαίτερα τις παραγρ. 17 και 18 της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα. [15] Δέστε παράγρ. 19 της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου
  1. [16] From: Hanspeter Schmidl <pete@bluewin.ch> Sent: 06 August 2017 05:26 To: Paschalis Subject: Investment agreement Hi Paschalis, Lets recap our agreement as follows I, Hanspeter Schmidl, transferred you a total of USD 650055.-- (Tranche A USD 525Ό00.-- on 15.6.17, Tranche B USD 70'000.- 26.6.17, Tranche C USD 55Ό55.- on 26.6.17) to your Account with Barclays Bank, London. This amount shall be used for Investments by you where as the Profit or Loss is shared 50/50 between the two of us. This agreement can be canceled after 3 years the earliest. Should we not win the Auction for the property you mentioned on August 28,
  2. USD 55055.-- shall be returned to me. Please confirm Mit freundlichen Grussen Hp. Schmidl [17] Δέστε παραγρ. 21 ένορκης δήλωσης Παναγιώτη Γιωρκάτζη όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι «την 08/08/2017 ο Ενάγοντας στηριζόμενος στις διαβεβαιώσεις του Εναγόμενου 1 υπέγραψε έγγραφο το οποίο υπαγορεύθηκε από τον Εναγόμενο 1 όπου γίνεται αναφορά στα πιο πάνω εμβάσματα τα οποία ο Ενάγοντας πραγματοποίησε προς τον Εναγόμενο 1.». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) [18] Δέστε παραγρ. 27 της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα. [19] Δέστε παραγρ. 28 της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα. [20] "Despite the fact that you have a written and binding agreement, I have been informed by my client, that you requested to limit the amount of your claim by $200,000, and you reimbursed with the amount of $400,000 in full settlement. Although your request was, and is, in violation of your agreement, my client taking into account your personal circumstances, has already agreed to this". (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) [21] "Taking into consideration all the aforementioned, please specify the bank account in which my client shall transfer the amount of $400,000." (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) [22] Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Injunction του David Bean 10η έκδοση στη σελ. 83, παρα. 5.21: "A statement in support of an application for an injunction should contain a clear and concise statement of the following: (a) the facts relied on for the claim; (b) if the application is made without notice, the reasons for giving none: (c) all material facts of which the court should be aware, including any answer asserted by the defendant (or which he is thought likely to assert) either to the substantive claim or to the claim for interim relief, and any facts known to the applicant which might lead the court not to grant relief without notice." (δική μου υπογράμμιση για σκοπούς έμφασης) [23] Δέστε και την απόφαση Κυριάκου κ.α v. Πραξούλα Αντωνιάδου Κυριάκου Πολιτική Έφεση αρ. Ε301/2016, ημερ. 26/9/
  3. Στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής σχετικά: «Υπήρξε, συνεπώς, απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων η οποία δεν αντιμετωπίστηκε από το Δικαστήριο αν και ήταν τέτοιας φύσεως που, νοουμένου ότι η διαδικασία άρχισε χωρίς ειδοποίηση και μέρος του διατάγματος δόθηκε ex parte, θα έπρεπε να οδηγήσει σε άρνηση του Δικαστηρίου να ακούσει περαιτέρω την πλευρά της εφεσίβλητης (Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Η επιβεβλημένη πορεία θα ήταν να ακυρώσει τα διατάγματα και αυτή θα είναι η κατάληξη της παρούσας έφεσης.» [24] Δέστε και την απόφαση Ιερά Μητρόπολη Πάφου και Aristo Developers Ltd
(2011)1Α.Α.Δ. 1377 (απόφαση πλειοψηφίας που δόθηκε από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Στ. Ναθαναήλ). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.