← Κύπρος

TRIUMPH ESTATES LIMITED ν. ΑΛΕΞΗ ΣΑΒΒΑ, Αρ. Αγωγής: 63/2010, 26/3/2018

TRIUMPH ESTATES LIMITED ν. ΑΛΕΞΗ ΣΑΒΒΑ, Αρ. Αγωγής: 63/2010, 26/3/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:A27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ Ενώπιον: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 63/2010 Μεταξύ: TRIUMPH ESTATES LIMITED Ενάγουσα -και- ΑΛΕΞΗ ΣΑΒΒΑ Εναγομένου -και- ΑΝΩΤΕΡΗ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΑΡΝΑΚΑΣ-ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ κα ΜΑΡΙΝΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΚΑΙ/Η ΑΛΛΟ ΑΡΜΟΔΙΟ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΑΡΝΑΚΑΣ-ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Μεσεγγυούχος Μονομερής Αίτηση από τον Αλέξη Σάββα, Εναγόμενο-Αιτητή. (για έκδοση εντάλματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου(writ of attachment) ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 26/3/

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Εναγόμενο-Αιτητή: Ο κ. Πέτρος Μιχαήλ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα μονομερή αίτηση ο εναγόμενος-αιτητής (στο εξής καλούμενος «ο αιτητής») αιτείται από το Δικαστήριο τα ακόλουθα διατάγματα: Α. Την έκδοση εντάλματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου (writ of attachment), δηλαδή της Ανώτερης Πρωτοκολλητού του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας-Αμμοχώστου, για το ποσό των €4.559,- έξοδα της παρούσας αγωγής συμπεριλαμβανομένων των εξόδων σύνταξης της απόφασης ημερομηνίας 5.6.2014 με τόκο προς 5,5% ετησίως επί του ποσού των €4.531 από 27.1.2010 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α. επί του ποσού €4.526, τα οποία οφείλονται από την ενάγουσα στον αιτητή δυνάμει εκδοθείσας απόφασης ημερομηνίας 5.6.
  2. Β. Την έκδοση εντάλματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου (writ of attachment), δηλαδή της Ανώτερης Πρωτοκολλητού του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας-Αμμοχώστου για το ποσό των €3.058 έξοδα της αίτησης έρευνας ημερομηνίας 15.5.2015, πλέον Φ.Π.Α. επί του ποσού των €3.025 πλέον το ποσό των €49 έξοδα του διατάγματος. Γ. Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η Ανώτερη Πρωτοκολλητής να καταβάλει αμέσως από την επίδοση του διατάγματος στον εναγόμενο τα ποσά που αναφέρονται στις παραγράφους Α και Β. Η αίτηση έχει ως νομική βάση τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 14, 15 και 73-91(ι), τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.22, Δ.43, Δ.48, θ.θ.1-9, Δ.55 και Δ.64, τα άρθρα 31, 32 και 41 του Νόμου 14/60, το Κοινοδίκαιο (Common Law), τις αρχές της Επιείκειας (Equity), καθώς και την Πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η παρούσα αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του αιτητή. Σύμφωνα με τα όσα υποστηρίζει ο ομνύοντας, στις 5.6.2014 έχει εκδοθεί διάταγμα με το οποίο, μεταξύ άλλων, διατάσσετο η ενάγουσα να του καταβάλει τα έξοδα της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής (Τεκμήριο 1). Μέχρι σήμερα η ενάγουσα δεν του έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, παρόλο που εξεδόθη διάταγμα καταβολής του εξ΄αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις στις 31.5.2017 (Τεκμήριο 2). Στις 6.5.2016, με οδηγίες του συνηγόρου του, μετέβηκε ο ίδιος στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας-Αμμοχώστου και κατέβαλε στο Λογιστήριο το ποσό των €11.966,40, προς ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντα στην πιο πάνω αγωγή. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 3 αντίγραφο της απόδειξης που έλαβε από το Δικαστήριο και ως Τεκμήρια 4 και 5 αντίγραφο του Τύπου 14 και 15 που εκδόθηκε από το Πρωτοκολλητείο. Στις 11.5.2016 ο συνήγορος του απέστειλε επιστολή (Τεκμήριο 6), προς τους δικηγόρους της ενάγουσας, ενημερώνοντας την για την καταβολή του πιο πάνω ποσού, αλλά η ενάγουσα μέχρι σήμερα δεν έχει λάβει το ποσό αυτό, το οποίο παραμένει στα χέρια του μεσεγγυούχου και το οποίο αποτελεί οφειλή προς την ενάγουσα. Η ενάγουσα έναντι της απόφασης ημερομηνίας 5.6.2014 καταχώρησε έφεση με αριθμό 259/14 η οποία εκκρεμεί. Η πιο πάνω απόφαση δεν αναστάληκε, εφόσον η ενάγουσα δεν εξασφάλισε οποιοδήποτε σχετικό διάταγμα. Δεδομένου ότι η ενάγουσα δεν κατέβαλε κανένα ποσό, και ούτε φαίνεται να έχει πρόθεση να πράξει κάτι τέτοιο, είναι δίκαιο όπως εκδοθούν τα πιο πάνω διατάγματα εναντίον του μεσεγγυούχου, προς ικανοποίησης της απόφασης ως προς τα έξοδα. Το Δικαστήριο, όταν ήταν ορισμένη για πρώτη φορά η παρούσα αίτηση, αφού εξέφρασε τους προβληματισμούς του στον ευπαίδευτο συνήγορο του αιτητή, ζήτησε χρόνο να μελετήσει το περιεχόμενο της αίτησης ώστε να διαπιστώσει κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Και τούτο γιατί από μία απλή ανάγνωση των γεγονότων, εκ πρώτης όψεως, διαφάνηκε ότι αυτά παρουσιάζουν μία ιδιαίτερη ιδιομορφία και θα έλεγα ότι είναι κάπως καινοφανή. Όπως προκύπτει ο αιτητής ζητεί την έκδοση εντάλματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου (writ of attachment) έναντι της πληρωμής που κατάθεσε ο ίδιος στο Δικαστήριο (payment into Court), με βάση την Δ.22 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, προς ικανοποίησης της απόφασης που εκδόθηκε υπέρ της ενάγουσας. Μάλιστα η κατάθεση ποσού χρημάτων στο Δικαστήριο, όπως συνάγεται, έχει γίνει δύο χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης. Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων, το πρώτο ζήτημα που με απασχόλησε είναι κατά πόσο είναι επιτρεπτό με βάση την Δ.22 να κατατεθεί ποσό στο Δικαστήριο από τον Εναγόμενο προς τον Ενάγοντα μετά την έκδοση της απόφασης. Ακολούθως το δεύτερο ζήτημα το οποίο με απασχόλησε, το οποίο είναι βαρύνουσας σημασίας ως προς την τύχη της παρούσας αίτησης, είναι αν για το ποσό αυτό που βρίσκεται κατατεθειμένο στο Δικαστήριο μπορεί να εξασφαλισθεί από τον εξ' αποφάσεως πιστωτή μονομερές διάταγμα (garnishee order nisi), το οποίο απευθύνεται στον μεσεγγυούχο, που στην προκειμένη περίπτωση είναι ο Πρωτοκολλητής. Οι πιο πάνω προβληματισμοί του Δικαστηρίου τέθησαν υπόψιν του ευπαίδευτου συνηγόρου του αιτητή. Σε σχέση με το πρώτο ζήτημα ήταν η εισήγηση του ότι με βάση την ερμηνεία της Δ.22 επιτρέπεται η κατάθεση ποσού στο Δικαστήριο σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας ακόμα και μετά την έκδοση της απόφασης. Προς υποστήριξη των θέσεων του παράπεμψε το Δικαστήριο στην αγγλική αυθεντία Mills v Duckworth

(1938)1 All E.R. Σε σχέση με το δεύτερο ζήτημα ανάφερε ότι το εν λόγω ποσό, που βρίσκεται κατατεθειμένο στο Δικαστήριο υπόκειται σε κατάσχεση εφόσον στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν όλες οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση των σχετικών ενταλμάτων έκδοσης κατάσχεσης. Τα δύο ζητήματα είναι αλληλένδετα εφόσον από την στιγμή που το Δικαστήριο αποφανθεί, εν τέλει, ότι ο αιτητής δεν δικαιούται να καταθέσει οποιοδήποτε ποσό μετά την έκδοση σχετικής απόφασης η παρούσα αίτηση καθίσταται αυτομάτως άνευ αντικειμένου. Και τούτο γιατί μία από τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος, ως εξηγώ κατωτέρω, για την έκδοση μονομερούς διατάγματος (garnishee order nisi) είναι ο πιστωτής, που στην προκειμένη περίπτωση είναι η ενάγουσα, να έχει συμφέρον ('beneficially interested') επί του πιο πάνω ποσού. Σε σχέση με το 1ο ζήτημα και του κατά πόσο επιτρέπεται η κατάθεση ποσού μετά την έκδοση απόφασης σημειώνω τα ακόλουθα: Η Δ.22 προβλέπει τα ακόλουθα: «1
(1)Σε οιανδήποτε αγωγή για χρέος ή αποζημιώσεις ο Εναγόμενος μπορεί οιανδήποτε στιγμή κατόπιν ειδοποίησης στον Ενάγοντα να καταθέσει στο Δικαστήριο πόσόν χρημάτων για ικανοποίηση της απαίτησης ή (όπου υπάρχουν πολλές αιτίες αγωγής ενωμένες σε μία αγωγή)για ικανοποίηση μιάς ή περισσοτέρων αιτιών αγωγής, νοουμένου ότι με υπεράσπιση που θα αναφέρει προσφορά πριν την έγερση αγωγής το ποσόν των χρημάτων που υπάρχει ισχυρισμός ότι προτάθηκε πρέπει να καταβληθεί στο Δικαστήριο» Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Παναγιώτης Κυριάκου ν. Ανδρέα Αυγουστίνου Πιλόττου, Πολιτική Έφεση Αριθμός 98/2012, ημερομηνίας 14/3/2018 ο έντιμος Δικαστής κ. Ναθαναήλ ανάλυσε την φιλοσοφία και τον σκοπό της πιο πάνω Διαταγής. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Εξετάζοντας το ζήτημα που προέκυψε, είναι γνωστό ότι η Δ.22 αφορά γενικώς τη διαδικασία πληρωμής της απαίτησης επί Δικαστηρίω σε μια προσπάθεια αναχαίτισης της περαιτέρω πορείας της δίκης, ή συντόμευσης της, θέτοντας τον ενάγοντα προ των ευθυνών του σε περίπτωση που εγείρει αγωγή με το να τεθεί προ του διλήμματος κατά πόσο να δεχθεί ή όχι την πληρωμή την οποία προσφέρει ο εναγόμενος. Όπως αναφέρεται στον Odgers' Principles of Pleading and Practice 21η έκδ. σελ. 233, ένας εναγόμενος ο οποίος δεν έχει στην ουσία υπεράσπιση, ορθά πράττει εάν πληρώσει χρήματα στο Δικαστήριο το συντομότερο δυνατό σε οποιοδήποτε στάδιο μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφανίσεως και πριν την έκδοση απόφασης. Το δικαίωμα αυτό θεωρείται πολύτιμο για την προστασία των εναγομένων γενικώς εφόσον στοχεύει στην πράξη να διασφαλίσει ότι ο ενάγων δεν θα συνεχίζει καταπιεστικά μια αγωγή εναντίον ενός εναγομένου, ο οποίος αποδέχεται την αξίωση και την απαίτηση του. Αυτό, διότι ο κανόνας είναι ότι το Δικαστήριο, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια επί των εξόδων, θα διατάξει τον ενάγοντα που επιμένει να συνεχίσει την αγωγή, αλλά στο τέλος δεν καταφέρνει να λάβει περισσότερα από το ποσό που έχει καταθέσει ο εναγόμενος, να καταβάλει όλα τα έξοδα και των δύο πλευρών που δημιουργούνται μετά την πληρωμή επί Δικαστηρίω. Ιδιαίτερα χρήσιμη αποδεικνύεται η καταβολή ενός ποσού στο Δικαστήριο από τον εναγόμενο σε υποθέσεις δυστυχημάτων, όπου η αξίωση μεταφέρει απαίτηση για ειδικές ζημιές, αλλά και γενικές αποζημιώσεις, ούτως ώστε ο ζήλος ενός ενάγοντα να ανακτήσει ενδεχομένως μεγάλα ποσά αποζημιώσεων περιορίζεται από την κίνηση του εναγομένου να προσφέρει ένα ουσιαστικό ποσό στον ενάγοντα, ο οποίος ενδεχομένως δεν θα επιθυμεί να λάβει τον κίνδυνο να προχωρεί με την αγωγή και να εκτεθεί στην πληρωμή όλων των εξόδων μετά την προσφορά. Η πληρωμή επί Δικαστηρίω είναι μια προσπάθεια να επιτευχθεί συμβιβασμός και, αυστηρώς ομιλούντες, δεν αποτελεί υπεράσπιση. Η πληρωμή αυτή ήταν άγνωστη στο κοινοδίκαιο και είναι εξ ολοκλήρου νομοθετικό δημιούργημα. Αρχίζοντας από το 1834, η πληρωμή επί Δικαστηρίω έγινε δεκτή σε αγωγές επί συμβάσεων, μετά, το 1843, επεκτάθηκε σε αγωγές δυσφήμισης από εφημερίδα και το 1852 επετράπη και σε ορισμένες αγωγές αστικών δικαιωμάτων. Το 1875 επετράπη η πληρωμή να κατατίθεται σε όλες τις αγωγές αναφορικά με χρέη ή αποζημιώσεις και είναι επιτρεπτή είτε ο εναγόμενος αποδέχεται, είτε αρνείται ευθύνη. Η πληρωμή επί Δικαστηρίω έχει χαρακτηριστεί από τον Devlin L.J. στην A. Martin French v. Kingswood Hill Ltd
(1961)Q.B. 96 ως «. simply an offer to dispose of the claim on terms». Με την αποδοχή του προσφερθέντος ποσού, η διαφορά επιλύεται ως να λύετο με συμβιβασμό, πλην όμως δεν δημιουργεί δεδικασμένο, ούτε και υποδεικνύει αποδοχή ευθύνης. Η προσφορά μεταφέρεται στους τίτλω διαδόχους ή εκχωρητές του εναγομένου (Toprak Emerji Sanayi AS v. Sale Tilney Technology Plc
(1994)1 W.L.R. 840), ενώ θεωρείται όχι ως συμβατική διευθέτηση, αλλά ως ένα εντελώς διαδικαστικό θέμα, (Cumper v. Pothecary
(1994)2 K.B. 58). Λόγω της διαχρονικής αξίας της χρήσης της δυνατότητας προσφοράς πληρωμής στο Δικαστήριο, η όλη φιλοσοφία διατηρήθηκε στους νέους Αγγλικούς Θεσμούς με το Part 36 Offers to Settle and Payments into Court, όπου η διαδικασία επεκτάθηκε και επεξηγήθηκε περαιτέρω, ενώ ρητώς θεσμοθετήθηκε και το ζήτημα των εξόδων, (δέστε Civil Procedure, Volume 1, The White Book Service 2006 Part 36.20 και 36.21, σελ. 995-998). Ο βασικός τρόπος αντιμετώπισης του θέματος παραμένει ο ίδιος, (Factortame v. Secretary of State
(2002)EWCA Civ 22)». (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Όπως συνάγεται σκοπός και φιλοσοφία της πιο πάνω Διαταγής είναι η επίτευξη συμβιβασμού στην περίπτωση βεβαίως που ο εναγόμενος αποδέχεται την αξίωση του ενάγοντα σε μία προσπάθεια του να αποφευχθεί η δίκη επί της ουσίας της με άμεσο συνεπακόλουθο την εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων. Στο νομικό σύγγραμμα Odgers' Principles of Pleading and Practice 21η έκδ. σελ. 233, στο οποίο γίνεται αναφορά στην πιο πάνω απόφαση, αναφέρεται ότι «A defendant who has no defence should pay money into court. This he can do at any stage of the action after appearance, and before the judgment or summing-up begins, but the earlier the better». (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) Στο 'The Supreme Court Practice' 1976, Σελίδα 369 αναφέρεται ότι πληρωμή προς το Δικαστήριο μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο μετά την καταχώρηση εμφάνισης και πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Προβλέπεται όμως και κατάθεση πληρωμής στο Δικαστήριο ή ακόμη και αύξηση του ποσού, που ήδη κατατέθηκε πριν την έναρξη της δίκης, ακόμη και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Αποδοχή της πληρωμής από τον ενάγοντα μπορεί να γίνει αποδεκτή πριν την έκδοση της απόφασης. Περαιτέρω στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, Vol.9 3rd edition, παράγραφο 523 αναφέρεται ότι: 'A defendant in an action may at any time before judgment pay money into Court in satisfaction of the claim'. (έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου δική μου). Από την παράθεση της πιο πάνω Διαταγής, της νομολογίας και των νομικών συγγραμμάτων είμαι της άποψης ότι με βάση την Δ.22 δεν παρέχεται η δικονομική δυνατότητα σε ένα εναγόμενο να καταθέσει πληρωμή στο Δικαστήριο, μετά την έκδοση απόφασης εναντίον του. Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτητής προχώρησε με κατάθεση ποσού στο Δικαστήριο μετά την έκδοση απόφασης και μάλιστα αφού παρήλθε χρονικό διάστημα δύο χρονών από την έκδοση της. Τυχόν αποδοχή της θέσης του ευπαίδευτου συνήγορου, ότι πληρωμή στο Δικαστήριο με βάση την Δ.22 μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο, ακόμη και μετά την έκδοση απόφασης, θεωρώ ότι θα αντιστρατεύετο την φιλοσοφία και τον σκοπό της πιο πάνω Διάταξης, αλλά και της ερμηνείας της που έτυχε από την νομολογία. Δημιουργείται εύλογα το ερώτημα πως κατάθεση ποσού, μετά την έκδοση απόφασης, βοηθά στην επίτευξη συμβιβασμού από την στιγμή που ήδη έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση. Προσθέτω περαιτέρω ότι δεν είναι διόλου τυχαίο το γεγονός ότι στην εν λόγω Διαταγή χρησιμοποιείται η φράση ΄για ικανοποίηση της απαίτησης' αντί της φράσης για 'ικανοποίηση της εκδοθείσας απόφασης'. Η χρήση της φράσης αυτής δεικνύει κατά τη γνώμη μου, την ύπαρξη εκκρεμούσης απαίτησης που δεν συμπεριλαμβάνει βεβαίως και την εκδοθείσα απόφαση. Ανατρέχοντας, περαιτέρω, στο Τύπο 14 'Ειδοποίηση πληρωμής στο Δικαστήριο' (Τεκμήριο 4) διαπιστώνω ότι σε αυτό αναγράφεται ότι το ποσό που κατατέθηκε «είναι αρκετό να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα». Συνεπάγεται επομένως ότι το ίδιο το λεκτικό της σχετικής ειδοποίησης μιλά ξεκάθαρα, κατά την γνώμη μου, για την ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντα πριν την έκδοση της δικαστικής απόφασης. Για το λόγο αυτό γίνεται χρήση της λέξης «αρκετό». Σε αντίθετη περίπτωση δεν θα γινόταν χρήση αυτής της λέξης εφόσον το ποσό που επιδικάσθηκε με βάση την απόφαση είναι καθορισμένο. Σε σχέση με την υπόθεση Mills v Duckworth (ανωτέρω), στην οποία με παράπεμψε ο συνήγορος του αιτητή προς υποστήριξη της θέσης του ότι παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να προχωρήσει με πληρωμή στο Δικαστήριο στη βάση της Δ.22 ακόμη και μετά την έκδοση απόφασης, διαπιστώνω ότι δεν μπορεί να εξαχθεί τέτοιο συμπέρασμα μέσα από το περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης. Στην εν λόγω υπόθεση οι ενάγοντες σε αγωγή για αποζημιώσεις που αφορούσαν αμέλεια εξασφάλισαν απόφαση υπέρ τους. Έλαβαν το ποσό που τους επιδικάσθηκε, με βάση την εκδοθείσα απόφαση, από το ποσό το οποίο κατάθεσε ο εναγόμενος στο Δικαστήριο. Ακολούθως οι ενάγοντες καταχώρησαν έφεση έναντι της πρωτόδικης απόφασης, αμφισβητώντας το ποσό που τους είχε επιδικαστεί, αξιώνοντας μεγαλύτερες αποζημιώσεις. Παρά το γεγονός ότι δεν διευκρινίζεται από το λεκτικό της εν λόγω απόφασης, πότε ακριβώς έγινε η κατάθεση του ποσού στο Δικαστήριο, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι αυτή έγινε πριν την έκδοση της σχετικής απόφασης. Και τούτο γιατί όπως αναφέρεται στην εν λόγω υπόθεση: 'The judge awarded a small sum. There having been a large sum of money paid into Court (paid in quite recently), counsel for the defendant agreed with counsel for the plaintiffs that they should have costs, including the costs of the trial because of the late date at which the money had been paid in, and there was the one point of any importance to be attached to the difference in that the costs would have been if they got all the costs and what they would have been had they got only the costs up to the date of payment in, which probably would have given them all the costs of preparing the briefs'. Όπως μπορεί να συναχθεί από το πιο πάνω απόσπασμα η κατάθεση ποσού προς το Δικαστήριο δεν κατατέθηκε μετά την έκδοση απόφασης αλλά πριν την έκδοση της. Και τούτο γιατί δεν υπήρχε κανένας λόγος, εφόσον επιδικάσθηκε από το Δικαστήριο μικρό ποσό αποζημίωσης προς τους ενάγοντες, ο εναγόμενος να προχώρησε στην κατάθεση πολύ μεγάλου χρηματικού ποσού, μετά την έκδοση απόφασης. Καταλήγω επομένως στο συμπέρασμα ότι δεν παρέχετο η δικονομική δυνατότητα στον αιτητή να προχωρήσει με την κατάθεση ποσού στο Δικαστήριο με βάση τον μηχανισμό της Δ.22, μετά την έκδοση της απόφασης υπέρ της ενάγουσας. Η ενάγουσα ως συνάγεται δεν το έλαβε λόγω του ότι προφανώς καταχώρησε Έφεση η οποία και εκκρεμεί. Συνάγεται ότι η ενάγουσα δεν μπορεί να είναι δικαιούχος του ποσού αυτού και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να εκδοθεί ένταλμα κατάσχεσης του με σκοπό να ικανοποιηθεί η απαίτηση του αιτητή που έχει έναντι της ενάγουσας. Συνάγεται προφανώς ότι το Λογιστήριο του Πρωτοκολλητείου αποδέχθηκε την κατάθεση του εν λόγω ποσού εκ παραδρομής και έξω από τα πλαίσια της Δ.22. Το πως όμως μπορεί να διορθωθεί η παρατυπία αυτή δεν είναι θέμα του παρόντος Δικαστηρίου και δεν είναι ζήτημα το οποίο θα πρέπει να επιλυθεί στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Εδώ προκύπτει και το εξής παράδοξο. Ο αιτητής επιθυμεί την έκδοση εντάλματος κατάσχεσης σε ποσό που ο ίδιος κατάθεσε στο Δικαστήριο, προς ικανοποίηση της απόφασης, και που ταυτόχρονα επιθυμεί την κατάσχεση του για ικανοποίηση της δικής του απαίτησης έναντι της ενάγουσας. Υπό τις περιστάσεις αυτές και για τους λόγους που έχω παραθέσει θεωρώ ότι η αίτηση δεν έχει αντικείμενο και συνεπώς υπόκειται σε απόρριψη. Πέραν του πιο πάνω γεγονότος εν πάση περίπτωσή θα απέρριπτα την αίτηση και για τον λόγο ότι δεν μπορεί στην προκειμένη περίπτωση να εκδοθεί ένταλμα κατάσχεσης (writ of attachment) σε ποσά τα οποία βρίσκονται κατατεθειμένα στο Δικαστήριο. Προτού παραθέσω το σκεπτικό του Δικαστηρίου θεωρώ ορθό να παραθέσω με συντομία την νομική πτυχή και την διαδικασία που διέπει την έκδοση εντάλματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου. Σύμφωνα με το άρθρο 14
(1)(δ) του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, η κατάσχεση εις χείρας τρίτου είναι μια από τις μεθόδους εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων. Η διαδικασία που προδιαγράφεται στα άρθρα 73 και 74 της Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 πρόκειται για διαδικασία εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Νοείται ότι εφόσον πρόκειται για διαδικασία εκτέλεσης Δικαστικής απόφασης. το γεγονός ότι το ποσό οφείλεται δεν μπορεί να αμφισβητηθεί στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Κεφ. 6, εξ' αποφάσεως πιστωτής, 'είναι πρόσωπο που δικαιούται να εκτελέσει μία Δικαστική Απόφαση' και εξ'αποφάσεως οφειλέτης 'είναι πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί Δικαστική Απόφαση'. Όπως προδιαγράφεται στο άρθρο 73, ο εξ' αποφάσεως πιστωτής αποτείνεται πρώτα μονομερώς για να ζητήσει όπως η περιουσία (nisi order), στην οποία ο εξ' αποφάσεως οφειλέτης έχει συμφέρον κατασχεθεί με ένταλμα. Οι προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιου εντάλματος προδιαγράφονται ρητώς στο άρθρο 73 ως ακολούθως:
  1. Ότι ο αιτητής είναι εξ' αποφάσεως πιστωτής.
  2. Ότι η περιουσία που κατάσχεται με το ένταλμα είναι περιουσία στην οποία ο εξ' αποφάσεως οφειλέτης είχε συμφέρον μόνος ή από κοινού.
  3. Ότι αυτή η περιουσία βρίσκεται εις χείρας του τρίτου προσώπου η πρόκειται να περιέλθουν εις χείρας του τρίτου προσώπου μεσεγγυούχου πριν την άρση του εντάλματος κατάσχεσής που έχει εκδοθεί μονομερώς. Στη συνέχεια αφού ικανοποιηθεί το Δικαστήριο για τα πιο πάνω, εκδίδεται το ένταλμα και αυτή η περιουσία γίνεται ασφάλεια στα χέρια του μεσεγγυούχου προς ικανοποίηση του εκ δικαστικής απόφασης πιστωτή. Σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο ένταλμα μόνο σε σχέση με περιουσία στην οποία ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης έχει συμφέρον (beneficially interested). Οτιδήποτε βρίσκεται στα χέρια του μεσεγγυούχου και/ή οποιοδήποτε χρέος που οφείλει ο μεσεγγυούχος στον εξ'αποφάσεως οφειλέτη συνιστά εξασφάλιση για την αποπληρωμή του εξ'αποφάσεως οφειλέτη. Είναι γι'αυτό το λόγο που προβλέπεται η τιμωρία του μεσεγγυούχου στην περίπτωση που πληρωσει τον εξ'αποφάσεως οφειλέτη μετά την επίδοση του εντάλματος κατάσχεσης (writ of attachment). Επισημαίνεται βέβαια ότι ακόμα και εάν πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις το Δικαστήριο εξακολουθεί να διατηρεί διακριτική ευχέρεια σε σχέση με το ζήτημα της οριστικοποίησης του διατάγματος και αποφασίζει το ζήτημα αυτό αφού λάβει υπόψη του το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο δεν είναι ορθό να προχωρήσει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του διατάγματος, στην περίπτωση όπου, μεταξύ άλλων, διαπιστώνεται ότι τρίτο πρόσωπο έχει συμφέρον ή επιβάρυνση ή δικαιώματα στο υπό κατάσχεση χρέος. Στην υπόθεση Τρικωμίτες Κυριάκος και Νικόλας Λτδ v Αρτέμιδος Τουμαζή και Άλλου
(2013)1 Α.Α.Δ 754 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα: «Ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπει στο ΜΕΡΟΣ VII, ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΜΕ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΡΙΤΟΥ, Άρθρα 73, 74 και 78, τ' ακόλουθα: Ένταλμα κατάσχεσης κινητών ή χρεών στα χέρια τρίτου.
  1. Ανεξάρτητα από τις πρόνοιες των Άρθρων 82 και 87 του Μέρους VIII, όταν ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρο (is beneficially interested) σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, ασφάλειες για ποσό χρημάτων, αγαθά ή άλλη κινητή ιδιοκτησία που τελούν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο τρίτου προσώπου στη Δημοκρατία ή όταν το τρίτο αυτό πρόσωπο είναι οφειλέτης του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους δύναται να εκδοθεί σε οποιοδήποτε χρόνο μετά τη δικαστική απόφαση με αίτηση του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, ένταλμα κατάσχεσης στα χέρια τρίτου με το οποίο το τρίτο αυτό πρόσωπο να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και εξεταστεί σχετικά με την ιδιοκτησία που έχει στα χέρια του και η οποία αναφέρεται στο ένταλμα, και με το οποίο διατάσσεται να μην παραιτηθεί εν τω μεταξύ από τη φύλαξη αυτής. Το ένταλμα δεσμεύει την ιδιοκτησία του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους η οποία είναι στα χέρια του άλλου αυτού προσώπου για την ικανοποίηση του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους κατά τον τρόπο που αναφέρεται πιο κάτω. Επίδοση και συνέπειες του εντάλματος.
  2. Το ένταλμα επιδίδεται στο πρόσωπο το οποίο διατάσσεται με αυτό να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και από το χρόνο επίδοσης του εντάλματος σε αυτό, όλα τα ποσά χρημάτων, ασφάλειες για χρήματα, αγαθά και κινητή ιδιοκτησία, επί των οποίων ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει δικαίωμα (is beneficially entitled) είτε μόνος είτε από κοινού με άλλους, και τα οποία κατά την επίδοση του εντάλματος ή σε οποιοδήποτε χρόνο πριν από την άρση του, βρίσκονται ή δυνατό να περιέλθουν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο του προσώπου που διατάσσεται να εμφανιστεί, και όλα τα χρέη τα οποία οφείλονται ή καθίστανται οφειλόμενα από αυτό προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους κατά τον πιο πάνω χρόνο ή κατά τη διάρκεια αυτού, καθίστανται στην έκταση που ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον επί αυτών και υπό την επιφύλαξη οποιουδήποτε καλή τη πίστη προηγούμενου τίτλου, δικαιώματος επίσχεσης ή επιβάρυνσης επί αυτών, ασφάλειες στα χέρια του για ικανοποίηση της απαίτησης του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή. Διάθεση της ιδιοκτησίας που κατασχέθηκε.
  3. Το Δικαστήριο αφού ακούσει τα πρόσωπα που δυνατό να θεωρήσει ως ενδιαφερόμενα ή αφού ειδοποιήσει αυτά να παραστούν, δύναται να διατάξει όπως οποιοδήποτε μέρος της ιδιοκτησίας που κατασχέθηκε στα χέρια τρίτου, το οποίο συνίσταται από χρήματα και τραπεζογραμμάτια ή επαρκές μέρος αυτών, πληρωθεί στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή ή όπως πωληθεί κάποιο μέρος που δεν συνίσταται από χρήματα ή τραπεζογραμμάτια, στο μέτρο κατά το οποίο θεωρείται αναγκαίο για ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης, και τα χρήματα από την πώληση ή επαρκές μέρος αυτών διατεθούν για ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης και όπως το ένταλμα αρθεί ή δυναται να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ως ήθελε κρίνει δίκαιο και εκδίδει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τα έξοδα που προέκυψαν από την έκδοση του εντάλματος, ως ήθελε κρίνει ορθό.» Στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε και πολύ ορθά ότι η πρώτη προϋπόθεση του Άρθρου 73 ικανοποιείται, ότι δηλαδή «οι αιτητές (εφεσείοντες) είναι εξ αποφάσεως πιστωτές δυνάμει απόφασης». Η δεύτερη προϋπόθεση που προχώρησε και εξέτασε το πρωτόδικο δικαστήριο ήταν κατά πόσο υπήρχε «σχέση πιστωτή και οφειλέτη μεταξύ του εξ αποφάσεως οφειλέτη (εφεσίβλητης/εναγομένης 1) και μεσεγγυούχων (εφεσιβλήτων/μεσεγγυούχων) Ακολουθώντας τα όσα αποφασίστηκαν στη Hirschhorn v. Evans (άνω) ότι δηλαδή σε περίπτωση κοινού λογαριασμού δυο προσώπων η Τράπεζα οφείλει τα χρήματα και στους δυο από κοινού, κατέληξε ότι δεν υπήρχε σχέση πιστωτή οφειλέτη μεταξύ των δυο ως άνω. Διέφυγε όμως του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η εφαρμογή του Άρθρου 73 δεν περιορίζεται μόνο στην πιο πάνω περίπτωση. Το Άρθρο 73 εφαρμόζεται και στην περίπτωση όπου «ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον (is beneficially interested) σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ... που τελούν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο τρίτου προσώπου στη Δημοκρατία...» Στη Rossides v. Tossoun C.L.R. Vol. VIII 43, 45 o Βertram J. αναφέρει ότι η νομοθεσία που αφορά την κατάσχεση εις χείρας τρίτου προέρχεται από την Διαταγή XLV των English Supreme Court Rules η οποία με τη σειρά της προέρχεται από ορισμένα άρθρα του Common Law Procedure Act
  4. Υπάρχει όμως μια σοβαρή διαφορά. Η αγγλική διαταγή αναφέρεται μόνο σε «μεσεγγύηση χρεών» και αφίεται ιδιοκτησία, οποιασδήποτε άλλης μορφής να εξασφαλίζεται με το σύνηθες ένταλμα εκτέλεσης. Ο Κύπριος νομοθέτης επέκτεινε αυτό το σύστημα σε μεγαλύτερη έκταση ώστε να είναι επιτρεπτή η μεσεγγύηση και σε άλλα είδη ιδιοκτησίας (property). Στην Carna Plants Ltd. v. Masalcha Brothers Ltd. κ.ά.
(1990)1 A.Α.Δ. 28, 32, την οποία να σημειωθεί μνημονεύει το πρωτόδικο δικαστήριο στην απόφαση του, λέχθηκε ότι: «Το Άρθρο 73 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου δεν περιορίζει σε αντίθεση με την αγγλική νομοθεσία την έκδοση διατάγματος μεσεγγύησης σε χρέη. Επεκτείνει τη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να εκδόσει διάταγμα σε σχέση και με άλλες μορφές δικαιωμάτων, σε αγαθά, σε χρήματα και εγγυήσεις («securities") για χρηματικά ποσά. Η πρώτη προϋπόθεση που πρέπει να ικανοποιηθεί για την έκδοση διατάγματος αφορά το συμφέρον του εξ αποφάσεως χρεώστη στο αντικείμενο της μεσεγγύησης. Ο νόμος ορίζει (Άρθρο 73) ότι πρέπει να είναι ο δικαιούχος του αντικειμένου - "beneficially interested". Ο αγγλικός όρος "beneficially interested" είναι ευρύτερος από τον αντίστοιχο ελληνικό «δικαιούχος».» Θεωρώ χρήσιμη, για την κατανόηση της διαδικασίας που περιγράφεται στα ανωτέρω άρθρα του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, την παραπομπή στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 17, σελίδες 331 και 332, όπου, με αναφορά στη RSC Ord.49 ("Garnishee Proceedings"), επεξηγείται ότι η διαδικασία κατάσχεσης εις χείρας τρίτου διαλαμβάνει δυο στάδιαː (α) Το πρώτο στάδιο (αφορά στην εξασφάλιση από τον εξ' αποφάσεως πιστωτή μονομερούς διατάγματος (garnishee order nisi), το οποίο απευθύνεται στον μεσεγγυούχο και τον καλεί να εμφανιστεί κατά την ημερομηνία και ώρα κατά την οποία θα εξεταστεί το ζήτημα, ενώ στο μεταξύ διατάζεται να μην αποξενώσει το ποσό το οποίο αναφέρεται στο διάταγμα. (β) Κατά το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας εξετάζεται κατά πόσον η περίπτωση είναι τέτοια ώστε ο μεσεγγυούχος να διαταχθεί να πληρώσει το ποσό το οποίο δεσμεύθηκε στον εξ' αποφάσεως πιστωτή προς ικανοποίηση του εξ' αποφάσεως χρέους και των εξόδων. Στο ίδιο σύγγραμμα στην σελίδα 325 αναφέρεται ότι: «
  1. Nature of garnishee proceedings Garnishee proceedings are a process of enforcing a money judgment by the seizure or attachment of the debts due or accruing due to the judgment debtor which form part of his property available in execution. It is thus a species of execution upon debts, for which the ordinary methods of execution are inapplicable. By this process the court has power to order a third person to pay direct to the judgment creditor the debt due or accruing due from him to the judgment debtor, or as much of it as may be sufficient to satisfy the amount of the judgment and the costs of the garnishee proceedings. For this purpose, the third person who is indebted to the judgment debtor is called the garnishee, the requisite proceedings are known as garnishee proceedings, and the order to attach the debt due or accruing due form the garnishee is called a garnishee order.».
  2. What debts are attachable. In general, all debts due or accruing due from any person, excluding the Crown, to the judgment debtor, whether they are legal or equitable, may be attached. To be capable of attachment there must be in existence, at the date the attachment becomes operative, something which the law recognizes as a debt, and not merely something which may or may not become a debt. Thus, where the existence of a debt depends upon the performance of a condition, there is no attachable debt until the condition has been duly performed. Even an existing right under which something is accruing which will probably become a debt at some future date is not sufficient, notwithstanding that the amount to become due is capable of being calculated with precision. As soon, however, as the debt has arisen, it can be attached. So long as there is a debt in existence it is not necessary that it should be immediately payable. Thus, where an existing debt is payable by future instalments, the garnishee order may be made to become operative as and when each instalment becomes due. Επανερχόμενος τώρα στο ζήτημα ότι σε σχέση με την κατάθεση ποσού που βρίσκεται κατατεθειμένο στο Δικαστήριο δεν παρέχεται δικονομική δυνατότητα να εκδοθεί ένταλμα κατάσχεσης του σημειώνω ότι, παρά την σχετική έρευνα μου, δεν εντόπισα οποιαδήποτε Κυπριακή νομολογία επί του θέματος η οποία θα ήταν καθοδηγητική. Άντλησα όμως καθοδήγηση από τα ακόλουθα συγγράμματα ώστε να ασκήσω τη δικαστική μου κρίση. Στο 'The Supreme Court Practice' 197, Σελίδα 770-771 κάτω από την επικεφαλίδα 'Cases where there is no attachable debt' στην υποπαράγραφο 11 αναφέρεται ότι: «Money paid into Court-The proper method nowadays of getting money standing in Court to the credit of the judgment debtor is by a charging order (Brereton v Edwards
(1888), 21 Q.B.D 488, C.A)» Επίσης στο Halsbury's Laws of England 3rd Edition, Vol.9 paragraph 710 αναφέρεται ότι: 'A judgment creditor is not entitled to take garnishee proceedings in respect of money standing to the credit of the judgment debtor in a Country Court but he may apply to the judge on notice for an order that the money, or so much as may be necessary to satisfy the judgment debt and costs, may be paid to him'. Επίσης στο Halsbury's Laws of England 5th Edition, Vol.12A paragraph 1411 αναφέρονται επίσης τα εξής σχετικά: «Money in Court. A third party debt order may not be made in respect of money standing to the credit of the judgment debtor in Court. Application may be made for an alternative order which is dicussed elsewhere in this titlte» Στην παράγραφο 1422 επίσης προβάλλονται τα ακόλουθα: «If money is standing to the credit of the judgment debtor in ourt, the judgment creditor may not apply for a thirde party debt order in respect of that money, but he may apply for an order that the money ib court, or so much of it as sufficient to satisfy the judgment o order and the costs of the application be paid to him» Ανατρέχοντας περαιτέρω στον Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο του 1992 (Ν. 31(I)/1992) παρατηρώ τα ακόλουθα: «Επιβαρυντικά διατάγματα 3.-
(1)Όταν κατόπιν απόφασης ή διατάγματος Δικαστηρίου πρόσωπο καλείται να πληρώσει χρηματικό ποσό (οφειλέτης) σε άλλο πρόσωπο (πιστωτή), τότε, προς το σκοπό εκτέλεσης της απόφασης ή του διατάγματος, το Δικαστήριο, με βάση τις διατάξεις του Νόμου αυτού, δύναται να εκδώσει διάταγμα (το οποίο θα αναφέρεται ως επιβαρυντικό διάταγμα), με το οποίο επιβάλλει επιβάρυνση σε οποιοδήποτε συμφέρον, το οποίο ο εξ αποφάσεως οφειλέτης έχει επί περιουσιακών στοιχείων για τα οποία ο Νόμος αυτός εφαρμόζεται και τα οποία καθορίζονται στο διάταγμα, με σκοπό την εξασφάλιση πληρωμής του οφειλόμενου ποσού. .Περιουσιακά στοιχεία για τα οποία εκδίδεται το διάταγμα 4.-
(1)Τηρουμένων των προνοιών του εδαφίου
(3)επιβάρυνση δύναται να επιβληθεί με την έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος μόνο σε οποιοδήποτε συμφέρον που κατέχει ο οφειλέτης ως δικαιούχος σε περιουσιακά στοιχεία του είδους που αναφέρονται στο εδάφιο
(2).
(2)Τα περιουσιακά στοιχεία που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)είναι- (α) Τα ακόλουθα ομόλογα: (
  1. i)Κυβερνητικά ομόλογα, (
  2. ii)ομόλογα οποιουδήποτε νομικού προσώπου το οποίο συστάθηκε στη Δημοκρατία της Κύπρου, (iii) ομόλογα νομικού προσώπου το οποίο συστάθηκε εκτός της Δημοκρατίας της Κύπρου και τα οποία είναι ομόλογα εγγεγραμμένα σε μητρώο που τηρείται εντός της Δημοκρατίας. (β) Μερίδιο σε εμπίστευμα μονάδων για το οποίο τηρείται μητρώο των μεριδιούχων οπουδήποτε εντός της Δημοκρατίας~ (γ) καταθέσεις σε Δικαστήριο (Funds in Court)». (έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου) Συνάγεται επομένως από τα πιο πάνω ότι δεν μπορεί να εκδοθεί ένταλμα κατάσχεσης σε ποσό που είναι κατατεθειμένο στο Δικαστήριο, όπως συμβαίνει ακριβώς και στην προκειμένη περίπτωση, μέσω της διαδικασίας των άρθρων 73,74 και 78 που προβλέπεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ.6. Για το ποσό αυτό το οποίο βρίσκεται κατατεθειμένο στο Δικαστήριο η πρέπουσα διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθηθεί είναι μέσω του μηχανισμού που προβλέπεται από τον περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο, με την έκδοση δηλαδή επιβαρυντικού διατάγματος. Το κατά πόσο συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις έκδοσης τέτοιου διατάγματος δεν είναι θέμα που θα εξεταστεί με την παρούσα αίτηση. Για τους λόγους που έχω καταγράψει ανωτέρω αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και συνεπώς απορρίπτεται χωρίς έξοδα. (Υπ.) ....................................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.