← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Nicola Suzan Watts κ.α., Αρ. Αγωγής: 618/2012, 20/4/2018

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Nicola Suzan Watts κ.α., Αρ. Αγωγής: 618/2012, 20/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:A30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 618/2012 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Ενάγουσα -και-

  1. Nicola Suzan Watts
  2. OFF PLAN DEVELOPMENTS CYPRUS LTD Εναγομένων 20 Απριλίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Γ. Μαλέκου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο 1: κ. Μάντης για Mantis & Athinodorou LLC (για ν΄ ακούσει απόφαση ο κ. Κ. Παπαλλής) ΑΠΟΦΑΣΗ
  3. Η ενάγουσα αξιώνει από την εναγόμενη 1, μεταξύ άλλων, το συνολικό ποσό των CHF 326.709,43 πλέον τόκους και κεφαλαιοποίηση των τόκων την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνο ως επίσης και απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι η ενάγουσα έχει επισέλθει δικαιούχος όλων των δικαιωμάτων της εναγόμενης 1 που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 1.2.07 που καταρτίστηκε μεταξύ των εναγομένων 1 και
  4. Επισημαίνεται ότι την 1.12.04 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της εναγόμενης 2 για το πιο πάνω ποσό πλέον τόκους ως επίσης εκδόθηκε και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης με αρ. Υ26/
  5. Στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται ότι την 17.1.18 καταρτίστηκε συμφωνία δανείου μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1 για το ποσό των CHF 298.000.- το οποίο θα ήταν πληρωτέο με 165 μηνιαίες δόσεις. Για εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου, η εναγόμενη 2 παραχώρησε την υποθήκη με αρ. Υ26/08 και η εναγόμενη 1 εκχώρησε στην ενάγουσα όλα τα δικαιώματα της που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 1.2.07 που καταρτίστηκε μεταξύ των εναγομένων 1 και 2 στα πλαίσια του οποίου αγόρασε μίαν έπαυλη στο συγκρότημα Sotira Limni Villas. Τα πιο πάνω έγγραφα υπογράφηκαν από πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της. Περαιτέρω η εναγόμενη 1 με άλλο πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο υπόγραψε η ίδια, εξουσιοδότησε την ενάγουσα να προβαίνει σε συγκεκριμένες πράξεις. Επισημαίνεται ότι κατά παράβαση της συμφωνίας το δάνειο δεικνύει το πιο πάνω υπόλοιπο πλέον τόκους. Έτσι η ενάγουσα με επιστολή της ημερ. 30.4.12 τερμάτισε τη συμφωνία και αξιώνει την καταβολή του πιο πάνω ποσού.
  6. Η εναγόμενη στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της αρνείται στην ολότητα τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και περαιτέρω προβάλλει ότι ουδέποτε υπέγραψε οποιαδήποτε συμφωνία με την ενάγουσα και δεν εξουσιοδότησε οποιοδήποτε πρόσωπο να υπογράψει εκ μέρους της, τις πιο πάνω συμφωνίες. Αξιώνει δε ανταπαιτητικώς αποζημιώσεις για δυσφήμηση και για κατάχρηση διαδικασίας.
  7. Η ενάγουσα προς στοιχειοθέτηση της Απαίτησης κάλεσε συνολικά τρεις μάρτυρες, τους Π. Αζά, Σ. Άδωνη και Α. Χηράτου, υπάλληλοι της ενάγουσας. 5.1 Ο κ. Π. Αζάς, ήταν το πρόσωπο που είχε στην κατοχή του τα έγγραφα της παρούσας υπόθεσης ως επίσης ετοίμασε και την κατάσταση λογαριασμού του επίδικου δανείου. Στη μαρτυρία του, μεταξύ άλλων, επισήμανε ότι την 15.11.07 η εναγόμενη με έγγραφο ημερ. 15.11.07 διόρισε ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της τον κ.Σ. Ανδρέου (βλ. Τεκ.5), με το οποίο τον εξουσιοδότησε μεταξύ άλλων, να αιτείται δάνειο, να συμφωνεί τους όρους και να συνάπτει δάνειο για οποιοδήποτε ποσό για λογαριασμό της. Ακολούθως την 17.1.08 καταρτίστηκε συμφωνία δανείου μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1 για το ποσό των CHF 298.000.- (βλ. Τεκ.1), η οποία υπογράφηκε από τον Σ. Ανδρέου για λογαριασμό της εναγομένης
  8. 5.2 Η εν λόγω συμφωνία διελάμβανε μεταξύ άλλων, ότι το δάνειο θα ήταν αποπληρωτέο σε πρώτη ζήτηση. Εφόσον δεν υπήρχε οποιαδήποτε απαίτηση τότε το δάνειο θα ήταν αποπληρωτέο με 165 μηνιαίες δόσεις ως ακολούθως: (α) 60 μηνιαίες δόσεις εκ CHF 1.152,53 (β) 60 μηνιαίες δόσεις εκ CHF 1.506,72 (γ) 44 μηνιαίες δόσεις εκ CHF 1.675,66 (δ) η τελευταία δόση θα ήταν τέτοιου ποσού που θα εξοφλείτο πλήρως το υπόλοιπο του δανείου συμπεριλαμβανομένων του κεφαλαίου, των τόκων και οποιωνδήποτε άλλων εξόδων. Η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα ένα μήνα μετά την ημερομηνία απόσυρσης του συνολικού ποσού του δανείου ή δύο χρόνια μετά την ημερομηνία απόσυρσης οποιουδήποτε μέρους του δάνειου. Κάθε επόμενη δόση θα ήταν πληρωτέα ένα μήνα μετά την ημερομηνία της αμέσως προηγούμενης δόσης μέχρι την πλήρη και τελική εξόφληση. 5.3 Το δάνειο θα χρεωνόταν κατά την ημερομηνία της κάθε αναπροσαρμογής με τόκο ο οποίος θα υπολογιζόταν επί ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων με επιτόκιο ενός μηνός Libor το οποίο θα ισχύει κάθε φορά προσαυξημένο κατά 1,75% ετησίως στις αντίστοιχες ημερομηνίες αναπροσαρμογής οι οποίες θα αποφασίζονταν από την Τράπεζα. Περαιτέρω η ενάγουσα είχε το δικαίωμα να μεταβάλλει το βασικό επιτόκιο, το περιθώριο του ποσού υπερημερίας (βλ. Τεκμ.1 §7). 5.4 Για περαιτέρω εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου, η εναγόμενη 2 παραχώρησε προς όφελος της ενάγουσας την υποθήκη αρ. Υ26/08 (βλ. Τεκ.2) ως επίσης η εναγόμενη 1 με έγγραφη συμφωνία ημερ. 14.1.08 (βλ. Τεκ.3) εκχώρησε στην ενάγουσα τα δικαίωμα της που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 1.2.07 (βλ. Τεκ.4) που καταρτίστηκε μεταξύ των εναγομένων 1 και 2, με το οποίο αγόρασε μιαν έπαυλη. Επισημαίνεται ότι η πιο πάνω συμφωνία δανείου (βλ. Τεκ.1) ως επίσης και το έγγραφο εκχώρησης (βλ. Τεκ.3) υπογράφηκαν από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της. 5.5 Η εναγόμενη 1 δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 15.11.07, το οποίο υπέγραψε η ίδια (βλ. Τεκ.6), εξουσιοδότησε την ενάγουσα να προβαίνει, μεταξύ άλλων, σε όλες τις αναγκαίες διαδικασίες και να υπογράφει οποιοδήποτε έγγραφο ή δήλωση για λογαριασμό της στην αρμόδια αρχή με σκοπό την ειδική εκτέλεση οποιασδήποτε συμφωνίας που σχετίζεται με την αγορά ακίνητης ιδιοκτησίας στην Κύπρο ως επίσης να εμφανίζεται στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο και να υπογράφει οποιαδήποτε έγγραφα τα οποία είναι αναγκαία για την ακύρωση οποιουδήποτε αγοραπωλητηρίου εγγράφου, την εξασφάλιση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας και να εγγράφει υποθήκη για οποιοδήποτε ποσό ως εξασφάλιση για δάνειο. Περαιτέρω ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της εναγόμενης 1 την 14.1.08 υπέγραψε δήλωση (βλ. Τεκ.13) ότι πληροφορήθηκε για τον κίνδυνο ισοτιμίας του συναλλάγματος και ως αναφέρεται προχώρησε στη σύναψη δανείου σε ελβετικά φράγκα. Περαιτέρω δε, την ίδια ημέρα δήλωσε ότι θα αποδεχόταν την επίδοση κλητηρίου σε περίπτωση αγωγής αναφορικά με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν (βλ. Τεκ.12). Το εν λόγω έγγραφο υπογράφηκε από τον πληρεξούσιο. 5.6 Αναφέρει ότι η ενάγουσα παραχώρησε στην εναγόμενη το πιο πάνω δάνειο το οποίο κατά παράβαση της συμφωνίας δεικνύει οφειλόμενο υπόλοιπο εκ CHF 321.744,70 πλέον τόκους. Η ενάγουσα με επιστολές της ημερ. 19.1.10 και 18.8.11 ενημέρωσε την εναγόμενη 1 για την αλλαγή του επιτοκίου (βλ. Τεκ.8 και 9) ως επίσης με την τελευταία της ζητούσε να διευθετήσει τις καθυστερήσεις εντός 10 ημερών διαφορετικά θα λάμβανε δικαστικά μέτρα εναντίον της. Περαιτέρω με επιστολή της ημερ. 19.9.11 (βλ. Τεκ.10) ζητούσε από την εναγόμενη να καταβάλει όλες τις καθυστερημένες δόσεις, σε αντίθετη δε περίπτωση θα τερμάτιζε τη συμφωνία. Η εναγόμενη παρέλειψε να συμμορφωθεί και έτσι η ενάγουσα με επιστολή της ημερ. 30.4.12 τερμάτισε την επίδικη συμφωνία (βλ. Τεκ.11). Ο κ. Π. Αζάς δεν ήταν το πρόσωπο που απέστειλε τις επιστολές πλην όμως επισήμανε ότι υπάρχει σύστημα αποστολής επιστολών και όταν μία επιστολή δεν επιστραφεί θεωρείται ότι έχει παραληφθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, ως ανέφερε, από το φάκελο δεν φαίνεται να επιστράφηκαν επιστολές. 5.7 Παρουσίασε κατάσταση λογαριασμού του δανείου για την περίοδο από 17.1.08 - 31.12.14 στην οποία αναφέρονται οι χρεοπιστώσεις και το υπόλοιπο. Το υπόλοιπο του δανείου κατά την 30.4.12 ανερχόταν στο ποσό των CHF 326.942,90 (βλ. Τεκ.7). Αντεξεταζόμενος ο κ. Π. Αζάς επανέλαβε ότι δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών. Ήταν όμως το πρόσωπο το οποίο είχε στην κατοχή του τα έγγραφα και ετοίμασε την πιο πάνω κατάσταση λογαριασμού.
  9. Ο κ. Σ. Άδωνη, μετά από έρευνα στο αρχείο της ενάγουσας εντόπισε αντίγραφο του διαβατηρίου της εναγόμενης 1 (βλ. Τεκ.14). Επισήμανε ότι στη συμφωνία δανείου ημερ. 14.1.18 (βλ. Τεκ.1) και στη συμφωνία εκχώρησης της ίδιας ημέρας (βλ. Τεκ.3) αναφέρεται ως διεύθυνση της εναγόμενης η 31 Raven Mells Road, Wilmslow, Cheshire, SK9 6HL, U.K.. Η επιστολή ημερ. 19.1.10 (βλ. Τεκμ.8) αποστάληκε στην πιο πάνω διεύθυνση της εναγόμενης πλην όμως οι άλλες επιστολές (βλ. Τεκ.9, 10 και 11) αποστάληκαν στη διεύθυνση 31 Ravenswood Road, Wilmslow Cheshire, SK9 6HL, U.K.. Ο δε λόγος που στάληκαν στην τελευταία διεύθυνση ήταν διότι η εναγόμενη 1 με ηλεκτρονικό μήνυμα της ημερ. 13.3.11 ζητούσε όπως έγγραφα αποσταλούν σ΄ αυτήν στην πιο πάνω διεύθυνση (βλ. Τεκ.15) ως επίσης σε λογαριασμό της εναγόμενης αναγράφεται η πιο πάνω διεύθυνση (βλ. Τεκ.16). Παρουσίασε στο Δικαστήριο αποδείξεις αποστολής συστημένων επιστολών ημερ. 25.8.11 και 2.5.12 προς τους εναγόμενους 1 και 2 (βλ. Τεκ.17 και 18). Ανέφερε δε ότι οι πιο πάνω επιστολές παραλήφθηκαν από την εναγόμενη 1 καθότι δεν επιστράφηκαν στην Τράπεζα.
  10. Ο κ. Α. Χηράτου, υπάλληλος της ενάγουσας, ενεπλάκη στο επίδικο δάνειο μετά που παραχωρήθηκε. Σε σχέση με τη διαδικασία του επίδικου δανείου, το οποίο ήταν σε ελβετικά φράγκα, επισήμανε ότι όταν εγκρίνεται δάνειο, αυτό χρεώνεται με ολόκληρο το ποσό και το ισάξιο σε τοπικό νόμισμα πιστώνεται σε ένα εσωτερικό λογαριασμό (escrow account). Όταν ο πελάτης επιθυμεί εκταμίευση μέρος του δανείου προς τον πωλητή του ακινήτου, η Τράπεζα προχωρεί με χρέωση του εσωτερικού λογαριασμού και πληρωμή προς τον πωλητή. Ο εν λόγω εσωτερικός λογαριασμός φέρει πιστωτικό επιτόκιο το ίδιο με το επιτόκιο του δανείου. Έτσι οποιοδήποτε ποσό μη εκταμιευμένο στον εσωτερικό λογαριασμό επωφελείται με τόκο ενώ ταυτόχρονα το δάνειο χρεώνεται με τον ίδιο τόκο. Στην προκείμενη περίπτωση παραχωρήθηκε το επίδικο δάνειο στην εναγόμενη 1 και ανοίχθηκε εσωτερικός λογαριασμός στις 17.1.08 (βλ. Τεκ.20). Το δάνειο χρεώθηκε με ολόκληρο το ποσό που παραχωρήθηκε σ΄ αυτήν ήτοι CHF 298.000.- (βλ. Τεκ. 7 και 19) και την ίδια ημέρα πιστώθηκε στον εσωτερικό λογαριασμό (escrow account) το ποσό των €182.538,75, το οποίο αντιστοιχούσε στα πιο πάνω ελβετικά φράγκα, χρησιμοποιώντας την ισοτιμία της εν λόγω ημερομηνίας. Κάθε φορά που η εναγόμενη 1 επιθυμούσε εκταμίευση μέρος του δανείου, για πληρωμές στην εναγόμενη 2, το συγκεκριμένο ποσό μεταφερόταν από τον εσωτερικό λογαριασμό (escrow account) προς τον καταθετικό λογαριασμό της εναγόμενης 1 (Alpha 100) (βλ. Τεκ.22). Ανέφερε ότι όλες οι μεταφορές που έγιναν εμφαίνονται στις καταστάσεις λογαριασμών που παρουσιάστηκαν (βλ. Τεκ.19, 20 και 22) ως επίσης και στα έντυπα μεταφοράς (βλ. Τεκ.21 και 23). Περαιτέρω στη μαρτυρία του επισήμανε ότι μετά από έρευνα στο αρχείο της ενάγουσας εντόπισε ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ της εναγόμενης 1 και της ενάγουσας (βλ. Τεκ.24) ως επίσης και ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο η εναγόμενη 1 εξουσιοδότησε συγκεκριμένους δικηγόρους για να διαπραγματευθούν με την Τράπεζα σε σχέση με το δάνειο της (βλ. Τεκ.25). Ανέφερε ότι ο ίδιος την 20.1.11 απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στην εναγόμενη με το οποίο της ζητούσε τη διεύθυνση της με σκοπό να της αποστείλει τροποποιημένα έγγραφα σε σχέση με το ενυπόθηκο δάνειο της. Η εναγόμενη 1 με ηλεκτρονικό της μήνυμα, της ίδιας ημέρας απάντησε, αναφέροντας ότι δεν έχει διαθέσιμο τηλεομοιότυπο και θα μπορούσαν να της τα στείλουν είτε με e-mail είτε με ταχυδρομείο και περαιτέρω τους ευχαρίστησε για τη συνεργασία και ότι δεν έχει οποιαδήποτε ζητήματα με αυτούς αλλά με τη σύμβαση που έγινε με την εναγόμενη
  11. Η εναγόμενη 1, δικαιωματικά δεν έδωσε μαρτυρία και κάλεσε ως μάρτυρες την κα Γ. Νικολάου και τον κ. Α. Παναγιώτου.
  12. Η κα Γ. Νικολάου είναι δικηγόρος και εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο Mantis & Athinodorou LLC. Ανέφερε ότι η εναγόμενη 1 είναι μητέρα τριών ανηλίκων παιδιών, ηλικίας κάτω των 15 ετών και έτσι δεν ήταν δυνατό να εγκαταλείψει την οικογένεια της και να μεταβεί στην Κύπρο για να δώσει μαρτυρία σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Έτσι παρουσιάστηκε η ίδια κατόπιν εξουσιοδότησης της εναγόμενης 1 (βλ. Τεκ.31). Ανέφερε δε ότι συνομίλησε δύο φορές με αυτή στο τηλέφωνο και της επεξήγησε τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Είχε στην κατοχή της, τη δήλωση της εναγόμενης 1, την οποία παρουσίασε στο Δικαστήριο (βλ. Τεκ.32). Η εναγόμενη 1 της ανέφερε ότι ουδέποτε εξουσιοδότησε τον κ. Σ. Ανδρέου για να ενεργεί ως αντιπρόσωπος της και ουδέποτε είτε η ίδια είτε αντιπρόσωπος της υπέγραψε συμβόλαιο για την αγορά ακίνητης ιδιοκτησίας από την εταιρεία Off Plan Developments Cyprus Ltd. Ως της ανέφερε, δεν βρισκόταν στην Κύπρο τα έτη 2006 - 2008, δεν υπέγραψε το πληρεξούσιο ημερ. 15.11.07 και δεν εξουσιοδότησε οποιονδήποτε για να προβεί σε δάνειο. Αναφορικά δε με το αντίγραφο του διαβατηρίου της και την κατάσταση λογαριασμού που παρουσιάστηκαν, επισήμανε ότι, ως της ανέφερε η εναγόμενη 1, ουδέποτε απέστειλε στην ενάγουσα τα πιο πάνω έγγραφα. Περαιτέρω δε η εναγόμενη 1 δεν είχε οποιαδήποτε ηλεκτρονική αλληλογραφία με την Τράπεζα και δεν υπέγραψε οποιοδήποτε πληρεξούσιο με το οποίο να εξουσιοδοτούσε δικηγόρο να διαπραγματευθεί με την Τράπεζα. Αντεξεταζόμενη επιβεβαίωσε ότι τα όσα δήλωσε είναι αυτά που της ανέφερε η εναγόμενη 1 και μίλησε μαζί της επειδή της το ζήτησαν. 10.1 Ο κ. Ανδρέας Παναγιώτου είναι ειδικός δικαστικός γραφολόγος. Εκπαιδεύτηκε τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό και διετέλεσε υπεύθυνος του εργαστηρίου γραφολογίας της αστυνομίας Κύπρου από το 1988 - 2004 και διευθυντής της υπηρεσίας εγκληματολογικών ερευνών μέχρι το Σεπτέμβριο του 2004 όπου μετατέθηκε στο τμήμα μελετών και ανάπτυξης. Στις 22.7.1988 διορίστηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο ως εμπειρογνώμονας δικαστικός γραφολόγος. Εξέτασε σωρεία υποθέσεων. Το 2008 αφυπηρέτησε και έκτοτε ίδρυσε το δικό του γραφολογικό εργαστήριο. 10.2 Στις 4.5.16 παρέλαβε από το δικηγόρο Ν. Μάντη έγχρωμες φωτοτυπίες άδειας οδηγού και αγγλικού διαβατηρίου και 10 τεμάχια χάρτου με δείγματα υπογραφής που αποδίδονται στην Susan Nicola Watts. Ακολούθως στις 7.6.16 με εντολή του πιο πάνω δικηγόρου επισκέφθηκε το Πρωτοκολλητείο Αμμοχώστου και στην παρουσία Πρωτοκολλητή εξέτασε (α) φωτοτυπία συμφωνίας πώλησης ημερ. 1.2.07 με αμφισβητούμενη υπογραφή στη σελ. 10 και (β) φωτοτυπίες δύο πληρεξουσίων εγγράφων ημερ. 15.11.07 με αμφισβητούμενη υπογραφή στη σελίδα
  13. Προέβη σε εξέταση για να διαπιστώσει κατά πόσο οι αμφισβητούμενες υπογραφές στα πιο πάνω έγγραφα είναι γνήσιες ή όχι οι υπογραφές της Susan Nicola Watts. Ετοίμασε σχετική έκθεση την οποία παρουσίασε (βλ. Τεκ.26). Επισημαίνει σ΄ αυτήν ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές είναι φωτοτυπίες και σ΄ αυτές τις περιπτώσεις η εκφορά θετικής γνώμης δεν μπορεί να είναι απόλυτη. Από την αντιπαραβολή των αμφισβητούμενων υπογραφών με τα αντίστοιχα δείγματα που αποδίδονται στο πιο πάνω πρόσωπο διαπιστώθηκαν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους και ειδικότερα μεταξύ άλλων, στην γενική εμφάνιση, στη μορφή και τον τρόπο σχηματισμού των γραμμάτων, στη δομή και τον τρόπο σχηματισμού των γραμμάτων, στις ανεξάρτητες γραφικές κινήσεις, στην κλήση, στο ύψος, στην έκταση που καταλαμβάνει το γραμμικό μόρφωμα στις αμφισβητούμενες γραφές καθώς και ο τρόπος που τελειώνει το τελικό ανασήκωμα του γραφικού μέσου ενώ στα δείγματα το γραμμικό μόρφωμα καταλαμβάνει τη μισή απόσταση και ο τρόπος που τελειώνει φανερώνει ισχυρή γραφική πίεση και στιγμιαίο σταμάτημα. Αναφέρει δε ότι η εκφορά γνώμης γίνεται πάντοτε με επιφύλαξη ότι η έρευνα έγινε από φωτοτυπία και δυνατό το συμπέρασμα να αλλάξει εάν η έρευνα γίνει από το πρωτότυπο. Έτσι με βάση τα πιο πάνω στοιχεία και την επιφύλαξη επισημαίνει ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές διαφέρουν από τις γνήσιες υπογραφές της Susan Nicola Watts, έχουν χαραχθεί με απομίμηση της υπογραφής της από άλλο πρόσωπο το οποίο γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσιο δείγμα της υπογραφής της και έτσι οι υπογραφές αυτές δεν είναι γνήσιες. Αντεξεταζόμενος αναγνώρισε ότι είναι βασική προϋπόθεση η εξέταση του πρωτοτύπου εγγράφου καθότι σ΄ αυτό αποτυπώνονται με ευκρίνεια οι λεπτομέρειες και δεν υφίσταται αλλοίωση των γραφολογικών χαρακτηριστικών. Επισήμανε ότι μπορεί να γίνει εξέταση φωτοτυπιών όταν συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις και ειδικότερα να είναι καλής και ευκρινούς εκτύπωσης, να διακρίνονται τα δομικά γραφολογικά στοιχεία, να υφίστανται συμβατικά δείγματα χειρόγραφης γραφής και υπογραφών σε ανύποπτο χρόνο και αν είναι δυνατό πλησιέστερα στα αμφισβητούμενα έγγραφα. Αρχικά αντεξεταζόμενος επισήμανε ότι δεν βρήκε στο φάκελο του Δικαστηρίου τα πρωτότυπα έγγραφα. Όταν η υπόθεση ορίστηκε σε μεταγενέστερη ημερομηνία με σκοπό να ολοκληρωθεί η μαρτυρία του ανέφερε ότι εξέτασε τα πρωτότυπα την 9.12.16 αναφέροντας «.. έχω καταλήξει στα συμπεράσματα τα οποία φέρουν οποιαδήποτε αμφιβολία». Ακολούθως δήλωσε ότι ήταν βέβαιος για το αποτέλεσμα του. Αναγνώρισε ότι η πίεση δεν μπορεί να διαπιστωθεί από την φωτοτυπία και παρά ταύτα στην έκθεση του αναφέρει ότι οι υπογραφές στα δείγματα τα οποία σημειώνεται ότι ήταν αντίγραφα φανερώνουν ισχυρή γραφική πίεση και στιγμιαίο σταμάτημα (βλ. Τεκμ.26 σελ.11). Περαιτέρω δεν γνώριζε το χρόνο λήψης δειγμάτων και δεν είχε την ευκαιρία να πάρει τα δείγματα όπως έπρεπε σύμφωνα με τις διαδικασίες όπως χαρακτηριστικά δήλωσε. Όταν ρωτήθηκε ότι οι υπογραφές που τέθηκαν σε ανύποπτο χρόνο δεν είναι καλής ποιότητας και ότι τα 10 δείγματα λήφθηκαν με τρόπο λανθασμένο αυτός ανέφερε ότι προέβηκε στην εργασία η οποία ήταν αναγκαία υπό τις περιστάσεις. Δήλωσε ότι με επιφύλαξη έχει εξετάσει αυτή την περίπτωση και κατέληξε στο συμπέρασμα. Αναγνώρισε ότι το αποτέλεσμα μιας γραφολογικής εξέτασης μπορεί να είναι θετικό, αρνητικό, απλή υποψία και καμία εκφορά γνώμης. Όταν ρωτήθηκε σε ποια εκ των περιπτώσεων κατατάσσει το αποτέλεσμα του αυτός δήλωσε ότι πρόκειται για φωτοτυπίες και δεν το κατατάσσει σε οποιοδήποτε από τα αποτελέσματα αφού δεν μπορεί να εκφραστεί απόλυτα γνώμη. Το Δικαστήριο θα επανέλθει στη μαρτυρία του συγκεκριμένο προσώπου κατά το στάδιο της αξιολόγησης.
  14. Αγορεύοντας η ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας, εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε από μέρους της είναι αξιόπιστη σε αντίθεση με την μαρτυρία που προσκομίστηκε από την άλλη πλευρά και περαιτέρω το Δικαστήριο δεν πρέπει να προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία της δικηγόρου κας Γ. Νικολάου η οποία κλήθηκε από την εναγομένη
  15. Επισήμανε δε ότι η ενάγουσα έχει επιτύχει να αποδείξει την απαίτηση της εναντίον της εναγομένης
  16. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της εναγομένης 1, ο οποίος επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι δεν υφίσταται αποδεκτή μαρτυρία ότι τα πληρεξούσια έγγραφα είναι έγκυρα και περαιτέρω δεν έχει προσκομιστεί αποδεκτή μαρτυρία από μέρους της ενάγουσας που να καταδεικνύει ότι συνομολογήθηκε η επίδικη συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης
  17. Μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είναι σε θέση να αξιολογήσει τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων τη λογικότητα της εκδοχής τους, την αμεσότητα και ευθύτητα των απαντήσεων τους, αλλά και γενικότερα την όλη παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αντιφάσεις σε μικρολεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν με την έννοια ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας

(2004)2Α ΑΑΔ 612 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες).
  1. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι επιβεβλημένη για την εξαγωγή των απαραίτητων συμπερασμάτων. Κατ΄ αρχήν οι μάρτυρες που κλήθηκαν από μέρους της ενάγουσας οι κ. Π. Αζάς, Σ. Άδωνη και Α. Χηράτου, δεν περιέπεσαν σε οποιαδήποτε αντίφαση ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία τους καθοιονδήποτε τρόπο. Ήταν συνεπείς και σταθεροί στις απαντήσεις τους και παρέθεταν τα γεγονότα όπως αυτοί τα γνώριζαν. Ήταν μάρτυρες της αλήθειας.
  2. Η μαρτυρία της δικηγόρου κας Γ. Νικολάου έχει ήδη εκτεθεί πιο πάνω. Παρέθεσε γεγονότα ως της τα ανέφερε η εναγομένη 1, η οποία ως δήλωσε, δεν ήταν δυνατό να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία ενόψει του γεγονότος ότι είναι μητέρα τριών ανηλίκων παιδιών, ηλικίας κάτω των 15 ετών και δεν μπορούσε να εγκαταλείψει την οικογένεια της. Η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής (βλ. άρθρο 24 του Περί Απόδειξης Νόμου). Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη μεταξύ άλλων, κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος που έχει προσαγάγει την μαρτυρία να έχει κλητεύσει ως μάρτυρα στην διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση, κατά πόσο οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε οποιοδήποτε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα, κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες προσάγεται η εξ ακοής μαρτυρία, φαίνεται ότι δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της μαρτυρίας ή γίνεται προσπάθεια παρεμπόδισης της ορθής αξιολόγησης της βαρύτητας της μαρτυρίας, κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε (βλ. άρθρο 27
(1)
(2)
(3)του πιο πάνω Νόμου). Στην προκείμενη περίπτωση η εναγομένη 1, δικαιωματικά επέλεξε να μην δώσει μαρτυρία η ίδια και να καλέσει ως μάρτυρα την κα Γ. Νικολάου η οποία παρέθεσε τα γεγονότα ως της τα ανέφερε η εναγομένη
  1. Κατ΄ αρχήν επισημαίνεται ότι τα όσα αναφέρθηκαν για την μη παρουσία της εναγομένης 1 στο Δικαστήριο ως εκτίθεται πιο πάνω δεν αποτελούν λόγο. Δεν καταδεικνύεται καθοιονδήποτε τρόπο ότι η εναγομένη 1 αδυνατούσε να μεταβεί στην Κύπρο για να δώσει μαρτυρία. Και κάτι άλλο εξίσου σημαντικό. Και έτσι να είχαν τα πράγματα όπως τα περιέγραψε η κα Γ. Νικολάου, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, η εναγομένη 1 δεν υπέβαλε οποιονδήποτε αίτημα να δώσει μαρτυρία μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 36Α του περί Απόδειξης Νόμου. Επέλεξε για ουσιώδη ζητήματα να προσκομίσει εξ ακοής μαρτυρία και να αποφύγει με αυτό τον τρόπο την βάσανο της αντεξέτασης σε αποφασιστικής φύσης γεγονότα. Εύκολο θα ήταν σε κάθε περίπτωση, χωρίς αποχρώντα λόγο, ο κάθε διάδικος να προσκομίζει εξ ακοής μαρτυρία για να αποφεύγει την βάσανο της αντεξέτασης επί ουσιαστικών και αποφασιστικών ζητημάτων. Η εναγόμενη 1 θα μπορούσε να προσφέρει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε ως επίσης είχε κίνητρο να παραποιήσει γεγονότα με σκοπό να απαλλαγεί οποιασδήποτε ευθύνης. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω το Δικαστήριο δεν προσδίδει οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία της κας Γ. Νικολάου.
  2. Αναφορικά με την μαρτυρία του κ. Α. Παναγιώτου, ειδικού δικαστικού γραφολόγου, κατ΄ αρχήν επισημαίνεται ότι με βάση την εκπαίδευση, προσόντα και εμπειρία του όπως την περιέγραψε κρίνεται ως εμπειρογνώμονας. Εξάλλου στο στάδιο της αντεξέτασης δεν αμφισβητήθηκαν τα προσόντα και η εμπειρογνωμοσύνη του συγκεκριμένου προσώπου. Στην μαρτυρία του ανέφερε μεταξύ άλλων, ότι προέβη σε εξέταση για να διαπιστώσει κατά πόσο οι αμφισβητούμενες υπογραφές στην συμφωνία πώλησης ημερ. 1.2.07 και σε δύο πληρεξούσια έγγραφα είναι γνήσιες ή όχι υπογραφές της Susan Nicola Watts. Ετοίμασε σχετική έκθεση (βλ. Τεκ. 26) με την οποία κατέληξε ότι υφίστανται σημαντικές διαφορές μεταξύ των αμφισβητούμενων υπογραφών και των δειγμάτων που αποδίδονται στο πιο πάνω πρόσωπο και κατά την γνώμη του οι αμφισβητούμενες υπογραφές δεν είναι γνήσιες υπογραφές της με την δεοντολογική επιφύλαξη εξέτασης των πρωτοτύπων αμφισβητούμενων υπογραφών. Κατ΄ αρχήν επισημαίνεται ότι ο εν λόγω μάρτυρας αρχικά εξέτασε αντίγραφα του πωλητηρίου εγγράφου και των δύο πληρεξουσίων. Στην μαρτυρία του αναγνώρισε ότι στις περιπτώσεις φωτοτυπιών η εκφορά απόλυτης γνώμης δεν είναι δυνατή γιατί δεν αποτυπώνονται με ευκρίνεια όλες οι λεπτομέρειες και άλλα γραφολογικά χαρακτηριστικά που είναι απαραίτητα για σκοπούς σύγκρισης. Ο λόγος που αρχικά δεν εξέτασε τα πρωτότυπα έγγραφα στα οποία υπήρχαν οι αμφισβητούμενες υπογραφές ήταν διότι δεν τα εντόπισε στο φάκελο του Δικαστηρίου. Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης του, του επιδείχθηκαν τα πρωτότυπα των πληρεξουσίων εγγράφων που βρίσκονταν στο φάκελο του Δικαστηρίου. Όταν ρωτήθηκε σχετικά ποια είναι η κατάληξη του ενόψει της επιθεώρησης που προέβηκε στο Δικαστήριο αυτός απάντησε «. βλέποντας το έγγραφο αυτό, δεν μπορώ να καθορίσω πιο κάτω την πορεία της εξέτασης μου διότι απλώς το είδα μια ματιά, δεν μπορούσα να το εξετάσω επισταμένα για να καταλήξω, φαίνεται όμως ότι εκείνο το οποίο έχω στην κατοχή μου είναι πιστό αντίγραφο εκείνου του τεκμηρίου». Παρά ταύτα όμως, στην αμέσως επόμενη απάντηση του ανέφερε ότι δεν είναι γνήσιες οι υπογραφές της παρόλο ότι είναι φωτοτυπίες ενώ στην έκθεση του κατέληξε ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές δεν είναι γνήσιες υπογραφές της με την επιφύλαξη εξέτασης των πρωτοτύπων. Όταν η υπόθεση ορίστηκε σε μεταγενέστερη ημερομηνία με σκοπό να ολοκληρωθεί η αντεξέταση του, ανέφερε ότι στις 9.12.16 τα εξέτασε αναφέροντας «. έχω καταλήξει στα συμπεράσματα τα οποία φέρουν οποιαδήποτε αμφιβολία». Σε μεταγενέστερη ερώτηση ότι δεν έχει πλήρη βεβαιότητα ως προς το αποτέλεσμα αυτός απάντησε «Έχω». Από την μια δήλωνε ότι δεν είναι βέβαιος για το αποτέλεσμα του και από την άλλη ανέφερε ότι υφίσταται βεβαιότητα. Η μαρτυρία του ήταν νεφελώδης και χαρακτηριζόταν από παλινδρομήσεις επί ουσιωδών ζητημάτων. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το αποτέλεσμα μιας εξέτασης από δικαστικό γραφολόγο μπορεί να είναι θετικό, αρνητικό, απλή υποψία και τέλος η μη εκφορά γνώμης. Παρά ταύτα όμως, την προκείμενη περίπτωση δεν την κατέτασσε σε ένα από τα πιο πάνω αποτελέσματα που καθόρισε ο ίδιος αλλά την κατέτασσε στην περίπτωση που πρόκειται για φωτοτυπίες. Όταν δεν μπορεί να εκφράσει με απόλυτο τρόπο τη γνώμη του, ευλόγως γεννάται το ερώτημα γιατί δεν την κατέταξε στη μη εκφορά γνώμης. Αναγνώρισε ότι η πίεση δεν μπορεί να αναγνωριστεί σε φωτοτυπία. Τα δείγματα άδειας οδηγού και διαβατήριο είναι φωτοτυπίες, σ΄ αντίθεση με τα άλλα. Παρά ταύτα όμως στην έκθεση του αναφέρεται «Στις υπογραφές δείγματα το γραμμικό μόρφωμα καταλαμβάνει περίπου τη μισή απόσταση και ο τρόπος που τελειώνει φανερώνει ισχυρή πίεση και στιγμιαίο σταμάτημα». (βλ. Τεκμ.26 σελ.11) Αναφερόμενος στον τρόπο λήψης των δειγμάτων επισήμανε ότι το κάθε δείγμα πρέπει να δίδεται σε ξεχωριστό χαρτί και να αποκρύπτεται όταν δίνεται το επόμενο. Σ΄ αυτή την περίπτωση ως δήλωσε, όταν υπέγραφε έβλεπε τις τέσσερεις προηγούμενες υπογραφές αφού η κάθε σελίδα του δείγματος έχει πέντε υπογραφές, αναγνωρίζοντας ότι ο τρόπος λήψης των δειγμάτων ήταν λανθασμένος υπό τις περιστάσεις. Παρά ταύτα όμως εξήγαγε το πιο πάνω συμπέρασμα. Πέραν δε τούτου στην μαρτυρία του ανέφερε ότι τα δείγματα υπογραφής ανύποπτου χρόνου έχουν μεγαλύτερη γραφολογική αξία από άλλα δείγματα γιατί κατά το χρόνο που δόθηκαν δεν ήταν δυνατό να υπήρχε υπόνοια για δόλια προαίρεση με σκοπό να αμφισβητηθούν εκ των υστέρων (βλ. σελ. 7 του Τεκ. 26). Στην προκείμενη περίπτωση η άδεια οδηγού και το διαβατήριο που δόθηκαν σ΄ αυτόν ήταν αντίγραφα και φέρουν ημερομηνία 2.2.16 και 24.1.06, αντίστοιχα. Τα πιο πάνω δεν είναι πλησιόχρονα προς τα αμφισβητούμενα έγγραφα. Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν ικανοποιήθηκε και αυτή η προϋπόθεση αυτός απάντησε «Έτσι αναφέρεται.» αναγνωρίζοντας με αυτό τον τρόπο ότι τα δύο πιο πάνω δείγματα δεν είναι πλησιόχρονα με τις αμφισβητούμενες υπογραφές. Περαιτέρω δεν γνώριζε τον χρόνο λήψης των άλλων δειγμάτων. Στην προκείμενη περίπτωση δεν τηρήθηκαν όλα εκείνα τα εχέγγυα που ο ίδιος ανέφερε, ώστε να καταλήξει σε ένα αντικειμενικά ορθό πόρισμα. Όταν τέθηκε σ΄ αυτόν ότι οι δύο υπογραφές που τέθησαν σε ανύποπτο χρόνο δεν είναι καλής ποιότητας αφού πρόκειται για φωτοτυπίες και ότι τα υπόλοιπα 10 δείγματα υπογραφών επί χάρτου λήφθηκαν με τρόπο λανθασμένο αυτός ανέφερε ότι προέβη σε εργασία η οποία ήταν υπό τις περιστάσεις αναγκαία. Όταν δε του υποβλήθηκε ότι η κατάληξη του θα πρέπει να θεωρηθεί ως μια απλή υποψία και τίποτα περισσότερο αυτός ανέφερε «Το έχω εκφράσει ως επιφύλαξη, με επιφύλαξη έχω εξετάσει αυτή την περίπτωση και έχω καταλήξει σ΄ αυτό το συμπέρασμα». Όταν δε ρωτήθηκε κατά πόσο συμφωνεί ότι η επιφύλαξη σημαίνει υποψία αυτός απάντησε «Όχι εγώ δεν μπορώ να το καθορίσω υποψία, λέω ότι η επιφύλαξη είναι ότι δεν είναι γνήσιες υπογραφές». Από την μια είχε επιφύλαξη ως προς το αποτέλεσμα του, από την άλλη υφίστατο βεβαιότητα και ακολούθως και πάλι είχε επιφύλαξη. Η μαρτυρία του δεν χαρακτηρίζεται από την καθαρότητα που θα πρέπει να έχει η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα. Η όλη η μαρτυρία του ήταν νεφελώδης και χαρακτηριζόταν από παλινδρομήσεις. Δεν απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που υποβάλλοντο στο στάδιο της αντεξέτασης. Η μαρτυρία του κατ΄ελάχιστον κατατάσσεται ως μη πειστική και συνακόλουθα το Δικαστήριο δεν την αποδέχεται.
  3. Στην συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο η ενάγουσα με βάσει το ισοζύγιο των πιθανοτήτων έχει επιτύχει να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό, ότι συνομολογήθηκε συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης
  4. Στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα με βάση την μαρτυρία η οποία προσκόμισε ισχυρίζεται: (α) ότι την 1.2.07 καταρτίστηκε συμφωνία (βλ. Τεκ.4) με την οποία η εναγομένη 1 αγόρασε από την εναγομένη 2 μια κατοικία για το ποσό των ΛΚ126.000.- πλέον ΦΠΑ (β) στην συνέχεια την 15.11.07 η εναγομένη 1 εξουσιοδότησε τον κ. Σ. Ανδρέου (βλ. Τεκ. 5) μεταξύ άλλων να αιτείται και να συνάπτει δάνειο για οποιοδήποτε ποσό για λογαριασμό της, (γ) ακολούθως την 17.1.08 καταρτίστηκε συμφωνία δανείου μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1 (βλ. Τεκ.1) η οποία υπογράφηκε από τον πιο πάνω πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της και τέλος, (δ) η εναγομένη 1 υπέγραψε η ίδια πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο εξουσιοδότησε την ενάγουσα μεταξύ άλλων να προβαίνει στις ενέργειες που περιγράφονται σ΄ αυτό (βλ. Τεκ. 6). Στην υπό κρίση περίπτωση το πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 15.11.07 (βλ. Τεκ. 6) υπογράφηκε από την ίδια την εναγομένη 1 και σε αυτό υπάρχει σχετική πιστοποίηση της υπογραφής της από πρόεδρο κοινότητας. Επίσης και στο άλλο πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 15.11.07 (βλ. Τεκ. 5) με το οποίο εξουσιοδότησε τον κ. Σ. Ανδρέου να συνάπτει δάνεια για λογαριασμό της, επίσης υφίσταται σχετική πιστοποίηση της υπογραφής της από το ίδιο πρόσωπο. Πέραν των πιο πάνω, υπήρξε ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης 1 (βλ. Τεκμ.15 και 24). Με ηλεκτρονικό μήνυμα της, ημερ. 17.6.10 ζητούσε να της αποσταλούν λεπτομέρειες για την υποθήκη και περαιτέρω ζητούσε να πληροφορηθεί πόσο χρήματα οφείλει σε αυτή ως επίσης και τους όρους της υποθήκης. Επίσης με ηλεκτρονικό μήνυμα της ημερ. 24.6.10 ζητούσε να πληροφορηθεί το ύψος του δανείου σε ευρώ ή αγγλικές λίρες και ζητούσε όπως μη αποδεσμεύσουν άλλα χρήματα στον επιχειρηματία γης. Στην συνέχεια με ηλεκτρονικό μήνυμα της ημερ. 23.8.10 ζητούσε από την ενάγουσα να καταβάλει στην εναγομένη 2 την τελευταία πληρωμή ενόψει του γεγονότος ότι πληροφορήθηκε ότι η κατοικία είχε πλήρως αποπερατωθεί και ήταν έτοιμη για παράδοση. Επίσης ο κ. Α. Χηράτου αντάλλαξε ηλεκτρονικά μηνύματα με την εναγομένη
  5. Περαιτέρω παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο αντίγραφο του διαβατηρίου της εναγομένης 1 (βλ. Τεκ.14) και ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο της εναγομένης 1, ημερ. 11.10.10 (βλ. Τεκ. 25) με το οποίο εξουσιοδοτούσε συγκεκριμένους δικηγόρους να διαπραγματευτούν το δάνειο της με την ενάγουσα. Ακολούθως ως προκύπτει από την ηλεκτρονική αλληλογραφία (ημερ. 18.11.10, 26.11.10, 23.12.10) οι δικηγόροι που εξουσιοδότησε η εναγομένη 1 με το πιο πάνω πληρεξούσιο έκαναν συγκεκριμένες προτάσεις στην τράπεζα για διευθέτηση του δανείου. Δεν έχει καταδειχθεί καθοιονδήποτε τρόπο ότι τα ηλεκτρονικά μηνύματα που παρουσιάστηκαν είναι κατασκευάσματα της τράπεζας όπως υπέβαλε ο συνήγορος της εναγομένης. Δεν υφίσταται αποδεκτή μαρτυρία που να υποστηρίζει την θέση του συνηγόρου της εναγομένης. Από το σύνολο των πιο πάνω γεγονότων προκύπτει ότι την 17.1.08 καταρτίστηκε η πιο πάνω συμφωνία δανείου (βλ. Τεκ.1) μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης 1 με τους όρους που αναφέρονται σ΄ αυτή και συνακόλουθα η περί του αντιθέτου εισήγηση του συνηγόρου της εναγομένης 1 απορρίπτεται.
  6. Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο η ενάγουσα έχει επιτύχει να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό το υπόλοιπο του επίδικου δανείου. Όπως έχει νομολογηθεί, η τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησής της. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή, τότε δικαιούται σε απόφαση (Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1ΑΑΔ 1858). Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (βλ. Barry Wynne v David Costaki Mavronicola, ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα
(2009)1Β ΑΑΔ 1138), (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ και Γιώργος Οικονόμου, Πολ.Έφ. 335/09, ημερ. 17.10.14). Στην προκείμενη περίπτωση παραχωρήθηκε το επίδικο δάνειο στην εναγόμενη 1 και χρεώθηκε ο λογαριασμός της (βλ. Τεκ.7 και 19). Περαιτέρω ανοίχθηκαν άλλοι δύο λογαριασμοί στο όνομα της εναγόμενης 1 και ειδικότερα ο εσωτερικός λογαριασμός (escrow account) (βλ. Τεκ.20) και ο καταθετικός λογαριασμός (Alpha 100) (βλ. Τεκ.22). Στις 17.1.08 πιστώθηκε στον εσωτερικό λογαριασμό (escrow account) το ποσό των €182.538,75 το οποίο αντιστοιχούσε στο ποσό του δανείου. Κάθε φορά που η εναγόμενη 1 επιθυμούσε εκταμίευση μέρους του δανείου για πληρωμές στην εναγόμενη 2, το συγκεκριμένο ποσό μεταφερόταν από τον εσωτερικό λογαριασμό (escrow account) προς τον καταθετικό λογαριασμό της εναγόμενης 1 (Alpha 100). Οι πιο πάνω καταστάσεις λογαριασμών που παρουσιάστηκαν (βλ.Τεκ.7, 19, 20 και 22) αρχίζουν από την ημερομηνία που παραχωρήθηκε το δάνειο και είναι αναλυτικές. Περαιτέρω παρουσιάστηκαν και τα έντυπα μεταφοράς χρημάτων (βλ. Τεκ.21 και 23). Με βάση την κατάσταση λογαριασμού του δανείου (βλ. Τεκ.7 και 19) το οφειλόμενο ποσό κατά την 30.4.12 ήταν CHF 326.942,90. Έτσι η παρούσα διαφοροποιείται από τις υποθέσεις Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Σταυρινού
(2005)1 ΑΑΔ 1390, Γρηγορίου ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 ΑΑΔ
  1. H εναγόμενη 1 δικαιωματικά δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με το υπόλοιπο του λογαριασμού. Στην προκείμενη περίπτωση τα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ικανά να καταδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό ότι το οφειλόμενο ποσό δυνάμει της συμφωνίας δανείου κατά την 30.4.12 ήταν CHF 326.942,
  2. Με την Έκθεση Απαίτησης η ενάγουσα αξιώνει το ποσό των CHF 321.744,70 πλέον CHF 4.964,73 συσσωρευμένους τόκους ήτοι σύνολο CHF 326.709,
  3. Στην προκείμενη περίπτωση την 17.1.08 καταρτίστηκε συμφωνία δανείου μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1 (βλ. Τεκ.1) για το ποσό των CHF298.000.- με τους όρους που αναφέρονται σ΄ αυτήν. Η εν λόγω συμφωνία διελάμβανε μεταξύ άλλων, ότι το δάνειο ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση και εφόσον δεν υπήρχε οποιαδήποτε απαίτηση τότε θα αποπληρωνόταν με 165 μηνιαίες δόσεις ως ακολούθως: (α) 60 μηνιαίες δόσεις εκ CHF1.152,53 (β) 60 μηνιαίες δόσεις εκ CHF1.506,72 (γ) 44 μηνιαίες δόσεις εκ CHF1.675,66 (δ) η τελευταία δόση θα ήταν τέτοιου ποσού που θα εξοφλείτο πλήρως το υπόλοιπο του δανείου συμπεριλαμβανομένων του κεφαλαίου, των τόκων και οποιωνδήποτε άλλων εξόδων. Η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα ένα μήνα μετά την ημερομηνία απόσυρσης του συνολικού ποσού του δανείου ή δύο χρόνια μετά την ημερομηνία απόσυρσης οποιουδήποτε μέρους του δάνειου. Κάθε επόμενη δόση θα ήταν πληρωτέα ένα μήνα μετά την ημερομηνία της αμέσως προηγούμενης δόσης μέχρι την πλήρη και τελική εξόφληση. Στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα όπως έχει ήδη αναφερθεί ζήτησε από την εναγόμενη με επιστολή της ημερ. 30.4.12 (βλ. Τεκ.11) την πληρωμή του πιο πάνω δανείου. Πέραν δε τούτου, την 18.1.08 καταβλήθηκε στον επιχειρηματία ανάπτυξης γης το ποσό των €74.272,90 (βλ. Τεκ.22) αφού προηγουμένως έγινε σχετική μεταφορά από τον εσωτερικό λογαριασμό (escrow account) (βλ. Τεκ.20) στον καταθετικό λογαριασμό (Alpha 100) της εναγόμενης
  4. Με βάση τις πρόνοιες της συμφωνίας (βλ. Τεκ.1) η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα ένα μήνα μετά την ημερομηνία απόσυρσης του συνολικού ποσού του δανείου ή δύο χρόνια μετά την ημερομηνία απόσυρσης οποιουδήποτε μέρους του δάνειου. Κάθε επόμενη δόση θα ήταν πληρωτέα ένα μήνα μετά την ημερομηνία της αμέσως προηγούμενης δόσης μέχρι την πλήρη και τελική εξόφληση. Στην προκείμενη περίπτωση η εναγόμενη 1 κατά παράβαση της πιο πάνω συμφωνίας δεν κατέβαλε ως όφειλε τη μηνιαία δόση δύο χρόνια μετά την ημερομηνία απόσυρσης (18.1.08) μέρους του δανείου. Για πρώτη φορά πιστώθηκε στο λογαριασμό του δανείου της εναγόμενης 1 το ποσό των CHF1.152,93 την 26.5.
  5. Έτσι η εναγόμενη 1 παρέβη την πιο πάνω συμφωνία και το ποσό του δανείου κατέστη απαιτητό.
  6. Όπως έχει νομολογηθεί, επαφίεται στα συμβαλλόμενα μέρη να καθορίσουν το ύψος του επιτοκίου (βλ. Κόμπου ν Universal Bank Ltd
(2009)1Α ΑΑΔ 194) και έτσι έπραξαν στην προκείμενη περίπτωση. Το άρθρο 3 του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος (Ν.160(Ι)/99)επιβάλλει στα πιστωτικά ιδρύματα να ενημερώνουν, μεταξύ άλλων, με γραπτή ειδοποίηση κάθε οφειλέτη με τον οποίο συνάπτουν σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης, για τυχόν αλλαγή στο βασικό επιτόκιο. Στην προκείμενη περίπτωση οι διάδικοι συμφώνησαν το επιτόκιο και περαιτέρω η ενάγουσα είχε το δικαίωμα να το μεταβάλλει (βλ. Τεκμ.1 §7). Η ενάγουσα με γραπτή ειδοποίηση της, ημερ. 19.1.10 (βλ. Τεκ.8) η οποία αποστάληκε στη διεύθυνση που αναγράφεται στη συμφωνία δανείου ενημέρωσε την εναγόμενη 1 ότι το επιτόκιο του δανείου μεταβάλλεται και το χρεωστικό του υπόλοιπο θα χρεώνεται με επιτόκιο ενός μηνός Libor και προσαύξηση προς 3,8433%. Η ενάγουσα αξιώνει τόκο ενός μηνός Libor με προσαύξηση προς 3,84%, τόκο υπερημερίας προς 5,35% από 30.4.12 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος (Ν.160(Ι)/99)απαγορεύει την επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των 2 εκατοστιαίων μονάδων (βλ. άρθρο 3(1α)), με την εξαίρεση που καθορίζεται στο άρθρο 3(1β) του Νόμου. Στην προκείμενη περίπτωση δεν δικαιολογείται η επιδίκαση τόκου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων. Δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να δικαιολογεί την επιδίκαση τόκου υπερημερίας πέραν του 2% αφού δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία από μέρους της ενάγουσας ότι η επιβολή αυξημένου τόκου αντιπροσωπεύει την πραγματική της ζημιά. 20. Στην προκείμενη περίπτωση την 17.1.08 καταρτίστηκε συμφωνία δανείου μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1 για το ποσό των CHF 298.000.- (βλ. Τεκ.1). Όπως έχει ήδη επισημανθεί η εναγόμενη 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις συμβατικές της υποχρεώσεις και ειδικότερα δεν κατέβαλλε τις μηνιαίες δόσεις ως όφειλε. Περαιτέρω με βάση τη συμφωνία δανείου η ενάγουσα μπορούσε να απαιτήσει την πληρωμή ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού. Η ενάγουσα με επιστολές της ημερ. 18.8.11 και 19.9.11, που απέστειλε ταχυδρομικώς στην εναγόμενη 1 (βλ. Τεκ.9 και 10) ζητούσε από αυτήν να καταβάλει τις καθυστερημένες δόσεις του δανείου. Η εναγόμενη 1 δεν συμμορφώθηκε και έτσι η ενάγουσα με επιστολή της ημερ. 30.4.12 (βλ. Τεκ.11) τερμάτισε την επίδικη συμφωνία. Η επιστολή ημερ. 19.1.10 (βλ. Τεκ.8) αποστάληκε στη διεύθυνση της εναγόμενης 1 που αναγράφεται στη συμφωνία δανείου (βλ. Τεκ.1) ενώ οι άλλες επιστολές (βλ. Τεκ.9, 10 και 11) αποστάληκαν στη διεύθυνση που έδωσε η εναγόμενη 1 στην ενάγουσα με ηλεκτρονικό μήνυμα της ημερ. 13.3.11 (βλ. Τεκ.15). Παρουσιάστηκε δε στο Δικαστήριο απόδειξη για κατάθεση συστημένου αντικειμένου στην εναγόμενη 1 (βλ. Τεκ.18). Όλες οι επιστολές που στάληκαν στην εναγόμενη 1 δεν επιστράφηκαν. Όπως έχει ήδη νομολογηθεί, η μη επιστροφή επιστολής η οποία αποστέλλεται κανονικά συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι έχει παραδοθεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν, δηλ. τον εναγόμενο (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.ά. Πολ. Έφεση 163/2006/ημερ. 5.5.2009). Στην υπόθεση Barclays Bank PLC v. JGL (Constructions) Ltd κ.ά.
(2000)1 Γ ΑΑΔ 1726, αποφασίστηκε ότι η αποστολή των επιστολών τερματισμού στις διευθύνσεις που ανεγράφοντο επί των ενοικιαγορών συνιστούσε νόμιμο τερματισμό τους (βλ. Alpha Bank Cyprus Ltd v Arena Motor Show Ltd κ.ά., Πολ.Έφ. 84/09, ημερ. 2.10.15 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Στην υπόθεση Ανδρέου ν. P.& D. Crystal Line Co. Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 1521, αναφέρθηκε ότι επιστολή η οποία φέρει την ορθή διεύθυνση και η οποία στάληκε και δεν επιστράφηκε ως ανεπίδοτη θεωρήθηκε ότι ειδοποιήθηκε ο εφεσείων για την ημερομηνία ακρόασης. Στην προκείμενη περίπτωση οι επιστολές στάληκαν στην εναγόμενη 1 και δεν επιστράφηκαν ως ανεπίδοτες. Τα πιο πάνω γεγονότα όπως με λεπτομέρεια εκτίθενται καθιστούν υπό τις περιστάσεις νομότυπο τον τερματισμό. Και κάτι ακόμη εξίσου σημαντικό. Και έτσι να μην είχαν τα πράγματα, που δεν συμβαίνει, δηλ. να μην είχαν αποσταλεί ή παραληφθεί οι επιστολές τερματισμού στη διεύθυνση της εναγόμενης 1, η καταχώριση της αγωγής συνιστά επαρκή τερματισμό της επίδικης συμφωνίας δανείου και απαίτησης πληρωμής του οφειλόμενου ποσού (βλ. Κυριάκου ν Χρυσοστόμου
(2004)1Γ ΑΑΔ 2029). Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται.
  1. Το οφειλόμενο ποσό δυνάμει της συμφωνίας δανείου κατά την 30.4.12, ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας, ήταν CHF 326.942,90 πλην όμως με την Έκθεση Απαίτησης η ενάγουσα αξιώνει το ποσό των CHF 321.744,70 πλέον CHF 4.964,73 συσσωρευμένους τόκους ήτοι σύνολο CHF 326.709,43 και έτσι δικαιολογείται η επιδίκαση του ποσού που επιζητείται με την Έκθεση Απαίτησης με τόκο ενός μηνός Libor όπως ήταν κατά την 30.4.12, ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας, πλέον τόκο 3,84% ετησίως και τόκο υπερημερίας προς 2% από 30.4.12 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση των τόκων την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους.
  2. Η εναγόμενη 1 αξιώνει ανταπαιτητικώς από την ενάγουσα αποζημιώσεις για δυσφήμιση και κατάχρηση διαδικασίας. Καμία μαρτυρία υφίσταται που να θεμελιώνει την Ανταπαίτηση της και ειδικότερα δεν υφίσταται οποιοδήποτε πλέγμα γεγονότων που να καταδεικνύει δυσφήμιση ή και κατάχρηση από μέρους της ενάγουσας. Αντιθέτως η ενάγουσα δικαιωματικά με τα μέσα που της παρέχει ο Νόμος αξίωσε απόφαση εναντίον της εναγόμενης 1 και όπως έχει ήδη επισημανθεί έχει επιτύχει να αποδείξει την απαίτηση της εναντίον της εναγόμενης 1 στον απαιτούμενο βαθμό. Έτσι η Ανταπαίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη.
  3. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης 1 αλληλέγγυα και ή ξεχωριστά με την εναγόμενη 2 για το ποσό των CHF 326.709,43 με τόκο ενός μηνός Libor, όπως ήταν κατά την 30.4.12 πλέον τόκο 3,84% ετησίως πλέον τόκο υπερημερίας προς 2% από 30.4.12 μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση των τόκων την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Περαιτέρω εκδίδεται απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται ότι η ενάγουσα είναι αποκλειστική δικαιούχος όλων των δικαιωμάτων της εναγόμενης 1 που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 1.2.07 που καταρτίστηκε μεταξύ των εναγομένων 1 και 2 και ειδικότερα δύναται να ακυρώσει το πιο πάνω πωλητήριο έγγραφο, να το αποσύρει από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου, ως επίσης έχει δικαίωμα κατοχής και πώλησης του ακινήτου. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης 1 ως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα καταβληθεί μέχρι του ποσού που επιδικάστηκε εναντίον της εναγόμενης
  4. Αναφορικά με την Ανταπαίτηση, καμιά διαταγή ως προς τα έξοδα αφού τόσο η απαίτηση όσο και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Υπ.): ....... Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. ./ΕΑ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Τελική/τράπεζα - δάνειο Subject: Final/trapeza - danio cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.