← Κύπρος

ΜΙΧΑΗΛ ν. K & M (FAMAGUSTA) DEVELOPERS LTD, τώρα Μετονομασθείσα σε K & M (FAMAGUSTA) DEVELOPERS AND CONSTRUCTIONS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1117/2

ΜΙΧΑΗΛ ν. K & M (FAMAGUSTA) DEVELOPERS LTD, τώρα Μετονομασθείσα σε K & M (FAMAGUSTA) DEVELOPERS AND CONSTRUCTIONS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1117/2010, 21/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:A49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (το οποίο συνεδριάζει στη Λάρνακα) ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1117/2010 Μεταξύ: XXXXX ΜΙΧΑΗΛ από τη Λευκωσία Ενάγων και 1. K & M (FAMAGUSTA) DEVELOPERS LTD, τώρα Μετονομασθείσα σε K & M (FAMAGUSTA) DEVELOPERS AND CONSTRUCTIONS LTD, δια του εκκαθαριστή της XXXXX ΑΝΔΡΕΟΥ εκ Λάρνακος 2. XXXXX ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Εναγόμενοι ------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------ Αίτηση ημερ.9/2/2018 για παραμερισμό της Απόφασης ημερ.30/6/2011 Ημερομηνία: 21 Αυγούστου 2018 Εμφανίσεις: Αιτητής/Εναγόμενος 2 εμφανίζεται αυτοπροσώπως. Για τον Ενάγοντα/Καθ' ου η αίτηση: κα Πηνελόπη Χαραλάμπους. Για Εναγόμενη 1/ Καθ' ης η Αίτηση : Ποσνακίδης για Κύπρο Ανδρέου. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Αιτούμενες Θεραπείες Με την υπό κρίση αίτηση ο Αιτητής/Εναγόμενος 2 επιζητεί την έκδοση των ακολούθων Διαταγμάτων: · Διάταγμα για ακύρωση και/ή παραμερισμό της Απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30/6/2011, η οποία εξεδόθη στην πιο πάνω αγωγή εναντίον του Εναγόμενου/Αιτητή και προς όφελος του Ενάγοντα στην απουσία του Αιτητή. · Διάταγμα για ακύρωση της όλης διαδικασίας για το λόγο ότι ο Αιτητής έχει καλή και ικανοποιητική υπεράσπιση. Νομική Βάση Αίτησης Η Αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.17, θ.10, Δ.33, θ.5, Δ.48, θθ.1-3, 9(
  2. h)και 11, Δ.64, θθ.1-2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Άρθρο 30

(3)(α)(β) του Συντάγματος καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και Δικαστική Πρακτική. Ένορκη Δήλωση Αίτησης Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2/Αιτητή, Διευθυντή της Εναγόμενης Εταιρείας υπ' αρ.1 κατά τον επίδικο χρόνο, στην οποία αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: § Ο Ενάγων έχει εγείρει την παρούσα αγωγή στις 4/10/2010 μέσω του δικηγορικού γραφείου Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου με Εναγόμενους την εταιρεία K & M (FAMAGUSTA) DEVELOPERS AND CONSTRUCTIONS LTD και τον Αιτητή προσωπικά ως Εναγόμενο
  1. § Με την παραλαβή της αγωγής αμέσως ο ενόρκως δηλών την παρέδωσε στο δικηγόρο Φαίδωνα Βαλιαντή, δίδοντας ρητές οδηγίες να καταχωρίσει εμφάνιση τόσο για την Εταιρεία όσο και για τον ίδιο προσωπικά, έχοντας υπογράψει τα σχετικά έντυπα διορισμού δικηγόρου. § Ο Ενάγων αιτήθηκε και εξεδόθη από το Δικαστήριο στις 4/10/2010 προσωρινό διάταγμα για απαγόρευση και παρεμπόδιση της Εναγόμενης 1 Εταιρείας της αποξένωσης του ακινήτου που ήτο και το επίδικο θέμα της αγωγής μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. § Στις 23/11/2010 κατόπιν ακρόασης το Δικαστήριο διέταξε όπως το εν λόγω διάταγμα καταστεί απόλυτο. § Ακολούθησε αίτηση από το δικηγορικό γραφείο του Ε. Ευσταθίου για έκδοση απόφασης η οποία ορίστηκε στις 15/3/
  2. Το Δικαστήριο διέταξε όπως η αίτηση επιδοθεί στον δικηγόρο των Εναγομένων κ. Βαλιαντή, ο οποίος και το παρέλαβε από την δικαστική επιδότη κα XXXXX Σταματάρη στις 10/3/2011 και η οποία στις 11/3/2011 κατεχώρισε την ένορκη δήλωσή της στον Πρωτοκολλητή. § Ο κ. Βαλιαντής, παρά το ότι είχε ρητές οδηγίες να εμφανίζεται στο Δικαστήριο και να υπερασπίζεται τα συμφέροντα τόσο της Εταιρείας Εναγόμενης 1 όσο και εκείνα του Εναγόμενου 2, δεν παρουσιάστηκε αδικαιολόγητα στις 15/3/2011 για να καταχωρίσει Υπεράσπιση και να δικαιολογήσει γιατί δεν έπρεπε να εκδοθεί απόφαση σε βάρος των Εναγομένων στη βάση του ότι ο Ενάγων δεν είχε τηρήσει τα συμφωνηθέντα και τις συμβατικές υποχρεώσεις με την Εταιρεία. § Παρά το γεγονός ότι ο κ. Βαλιαντής δεν είχε παρουσιαστεί στο Δικαστήριο στις 15/3/2011 το Δικαστήριο δεν εξέδωσε απόφαση, αλλά έδωσε την ευκαιρία στον κ. Βαλιαντή να παρουσιαστεί. Χωρίς, όμως, τελικώς ο κ. Βαλιαντής να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο παρά τις ενέργειες που έγιναν μέσω του Πρωτοκολλητείου. § Τελικώς το Δικαστήριο εξέδωσε στις 30/11/2011 την απόφασή του αφού ο κ. Βαλιαντής παρά το γεγονός ότι είχε δεόντως ειδοποιηθεί να εμφανιστεί αδικαιολόγητα δεν το έπραξε. § Η υπό αναφορά απόφαση του Δικαστηρίου δεν έχει κοινοποιηθεί στους Εναγόμενους με οποιονδήποτε τρόπο, ενώ ο κ. Βαλιαντής καθησύχαζε τον ενόρκως δηλούντα αναφορικά με την παρούσα υπόθεση ότι θα περνούσαν πολλά χρόνια να δικαστεί και ότι με αυτόν τον τρόπο θα υπήρχε ο χρόνος για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης. Επιπλέον, ο κ. Βαλιαντής είχε βεβαιώσει τον ενόρκως δηλούντα ότι το γραφείο Ευσταθίου δεν θα προχωρούσε ποτέ σε έκδοση απόφασης εις βάρος των Εναγομένων και ότι είχε αναλάβει την παρούσα υπόθεση για να βοηθήσει στην κατάληξη με την Εναγόμενη Εταιρεία σε μια συμβιβαστική λύση. § Ο Φ. Βαλιαντής ήταν δικηγόρος και γραμματέας των Εταιρειών των Εναγομένων από το έτος 2000 μέχρι το έτος
  3. Ο κ. Κ. Ευσταθίου μαζί με το γραφείο Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου ΔΕΠΕ ήταν από το 2010 μέχρι το 2012 δικηγόρος των Εναγομένων στις ποινικές υποθέσεις 1890/10 και 758/11 του Ε.Δ. Αμμοχώστου. § Αρχές Οκτωβρίου του 2010 το δικηγορικό γραφείο Ευσταθίου κίνησε εναντίον των Εναγομένων δύο αγωγές, την υπ' αρ. 2669/10 του Ε.Δ. Λάρνακας και την υπ' αρ. 1117/10 του Ε.Δ. Αμμοχώστου. Παρά το ότι ο ενόρκως δηλών μετά την παραλαβή των δύο αγωγών επισκέφθηκε το δικηγορικό γραφείο Ευσταθίου για να διακόψει τη συνεργασία μαζί του, ο κ. Κ. Ευσταθίου τον παρότρυνε να μην το κάνει, εξηγώντας του το λόγο που είχε κινήσει τις δύο αυτές αγωγές και λέγοντας του ότι σκοπός του ήταν να καταλήξει σε κάποια συμβιβαστική λύση με τους δύο Ενάγοντες. Επιπλέον, του είχε αναφέρει ότι ο κ. Φ. Βαλιαντής θα ήτο συνεργάτης δικηγόρος και θα εμφανίζετο στο πλαίσιο των δύο αυτών αγωγών. § Όπως ο ενόρκως δηλών αντιλήφθηκε εκ των υστέρων για τις δύο αυτές αγωγές το δικηγορικό γραφείο Ευσταθίου αιτήθηκε και πέτυχε την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, τα οποία και κατέστησαν απόλυτα. § Κατά τη διάρκεια του έτους 2011 ο κ. Κ. Ευσταθίου και γενικά το γραφείο Ευσταθίου είχε παρουσιαστεί μαζί με τους Εναγόμενους ενώπιον του Ε.Δ. Αμμοχώστου για τις πιο πάνω υποθέσεις. § Περί το τέλος του έτους 2011 ο ενόρκως δηλών αντιλήφθηκε ότι εξαπατήθηκε από τους Φ. Βαλιαντή και Κ. Ευσταθίου εφόσον εκδόθηκαν δύο αποφάσεις σε βάρος των Εναγομένων τόσο στην αγωγή υπ' αρ. 1117/10 του Ε.Δ. Αμμοχώστου, όσο και στην αγωγή 758/11 του Ε.Δ. Λευκωσίας και παρά τις αντίθετες υποσχέσεις που είχαν δοθεί. § Παρά τη ρήξη στις σχέσεις τους ο Κ. Ευσταθίου και το γραφείο του ως αντίδικος τους επέμενε να εμφανίζεται στις δύο πιο πάνω υποθέσεις, ενώ ο ενόρκως δηλών είχε αιτηθεί από το Δικαστήριο την διακοπή της αντιπροσώπευσης του δικηγόρου Κ. Ευσταθίου και του γραφείου του, καθώς επίσης και την όποια συνεργασία είχε με τον Φ. Βαλιαντή τόσο ο ενόρκως δηλών προσωπικά, όσο και οι εταιρείες του, εφόσον είχε αντιληφθεί την εξαπάτηση και συνομωσία του με το γραφείο Ευσταθίου με την έκδοση της απόφασης στην παρούσα αγωγή. § Ο ενόρκως δηλών προσωπικά δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος της συναλλαγής με τον Ενάγοντα στην παρούσα υπόθεση, αλλά η Εναγόμενη 1 Εταιρεία και ούτε ήταν ο ίδιος αξιωματούχος της τον επίδικο χρόνο. Κατά τον ουσιώδη χρόνο που η Εναγόμενη 1 και ο Ενάγων είχαν συνομολογήσει έγγραφη συμφωνία πώλησης ακινήτου στο έργο Famagusta Gardens αρ.32 στο Παραλίμνι, ο ενόρκως δηλών δεν ήταν αξιωματούχος της Εταιρείας και ούτε είχε υπογράψει και/ή εισπράξει οποιοδήποτε ποσό από τον Ενάγοντα για την πώληση οποιουδήποτε ακινήτου. Μοναδική διευθύντρια της Εναγόμενης 1 και άμεσα υπεύθυνη ήταν η κα XXXXX Αντωνίου. § Η απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30/6/2011 έχει εκδοθεί λόγω πλάνης και/ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου, λόγω αντιεπαγγελματικής εξαπάτησης του ενόρκως δηλούντα από τον δικηγόρο Φ. Βαλιαντή, ο οποίος συνωμότησε με το δικηγορικό γραφείο Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου για να μην παρουσιαστεί κατά τις ορισμένες από το Δικαστήριο ακροάσεις, αφήνοντας τον κ. Ευσταθίου να προχωρήσει στην απουσία των Εναγομένων. Ένσταση - Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση από τον Ενάγοντα η οποία βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.17, θ.10, Δ.26, θ.14, Δ.33, θ.15, Δ.48, θθ.4-7, Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στη Νομολογία καθώς και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Από πλευράς Εναγόμενης 1 δηλώθηκε εξ αρχής ότι δεν υπήρχε ένσταση. Στην Ένσταση του Ενάγοντα ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: · Η Αίτηση είναι αβάσιμη, παράτυπη και συνιστά λανθασμένο δικονομικό διάβημα. · Ο Εναγόμενος 2/Αιτητής δεν έχει καταδείξει οποιοδήποτε λόγο ούτε προέβαλε σοβαρή δικαιολογία για την καθυστέρηση του να αποταθεί στο Δικαστήριο για παραμερισμό της δικαστικής απόφασης.. · Οι προβαλλόμενες αιτιάσεις και/ή δικαιολογίες εν σχέσει με την καθυστέρηση του να καταχωρήσει και/ή προωθήσει την παρούσα διαδικασία δεν είναι αληθείς και/ή είναι προϊόν κακοπιστίας. · Ο Αιτητής δεν παρουσιάζει υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης ικανή να στηρίξει το αίτημά του για παραμερισμό της εναντίον του απόφασης. · Είναι ορθό και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης ο Ενάγων να εισπράξει το λαβείν του. · Η Αίτηση συνιστά προσπάθεια παρέλκυσης της δικαστικής διαδικασίας και γίνεται καταχρηστικώς. · Η Αίτηση καταχωρήθηκε για αλλότριους σκοπούς, αποτελεί προϊόν κακοπιστίας και στοχεύει στο να μην εισπράξει ο Ενάγων το λαβείν του. Ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα. Σε αυτήν αναφέρονται εν συνόψει τα ακόλουθα: ü Στις 4/10/2010 ο Ενάγων καταχώρισε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή μέσω Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, το οποίο επιδόθηκε στους Εναγόμενους στις 7/10/
  4. Ακολούθως, οι Εναγόμενοι εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο μέσω του δικηγόρου τους και στις 7/12/2010 καταχωρήθηκε η Έκθεση Απαίτησης. Έκτοτε, οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να καταχωρίσουν την Υπεράσπιση τους και ως εκ τούτου καταχωρήθηκε εκ μέρους του Ενάγοντα αίτηση για έκδοση απόφασης ημερομηνίας 21/2/
  5. Η αγωγή είχε επαναοριστεί στις 29/6/2010 για τρίτη φορά για απόδειξη καθότι οι Εναγόμενοι είχαν παραλείψει να καταχωρίσουν την Υπεράσπιση τους και εκδόθηκε η επίδικη απόφαση στις 30/6/
  6. ü Οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου περί συνομωσίας του δικηγορικού γραφείου Ευσταθίου με τον δικηγόρο των Εναγομένων απορρίπτονται ως ψευδείς και φύσει συκοφαντικοί. Οι συνήγοροι του Ενάγοντα έπραξαν ως ορίζει η κείμενη νομοθεσία και ο Κώδικας Δικηγορικής Δεοντολογίας. Οι δε καταγγελίες του Εναγόμενου 2 για διάπραξη αδικημάτων από μέρους των δικηγόρων του Ενάγοντα έχουν απορριφθεί από το Πειθαρχικό Συμβούλιο. ü Ο Εναγόμενος 2 εκπροσωπείτο καθ' ων χρόνο εκκρεμούσε η εναντίον του δικαστική διαδικασία από δικηγόρο της επιλογής του ο οποίος είχε την αποκλειστική ευθύνη του χειρισμού της υπόθεσής του. ü Οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να καταχωρίσουν την Υπεράσπιση τους παρόλο που οι δικηγόροι του Ενάγοντα συγκατατέθηκαν στο να επαναοριστεί η υπόθεση για δεύτερη φορά με σκοπό την απόδειξη της. ü Ο Αιτητής προσφεύγει στο Δικαστήριο κακόπιστα και με αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ενώ γνώριζε για την έκδοση της εναντίον του απόφασης τόσο από το γεγονός ότι εκπροσωπείτο σε όλα τα στάδια από δικηγόρο της δικής του επιλογής, όσο και από το γεγονός ότι είχε κοινοποιηθεί στον ίδιο, ενώ βρισκόταν έγκλειστος στις Κεντρικές Φυλακές, σχετική επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα ημερομηνίας 9/10/2014 με βάση την οποία πληροφορείτο για την εναντίον του εκδοθείσα απόφαση. Η εν λόγω επιστολή κοινοποιήθηκε στον Εναγόμενο 2 μέσω ιδιώτη επιδότη. Η δε, δικαστική απόφαση εγγράφη στα μητρώα του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας από 28/2/2012 και έκτοτε επιβαρύνει την προσωπική περιουσία του Εναγόμενου
  7. ü Το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης κοινοποιήθηκε και στον εκκαθαριστή της Εναγόμενης 1 ως η επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα ημερομηνίας 16/12/
  8. ü Ο Εναγόμενος 2, παρά το γεγονός ότι γνώριζε ότι έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον του, αποφάσισε, εφτά χρόνια μετά την έκδοσή της, να αποταθεί στο Δικαστήριο για παραμερισμό της. ü Ο Εναγόμενος 2 δεν προβάλλει βάσιμη υπεράσπιση αναφορικά με την ουσία της αγωγής. Ο Εναγόμενος 2 ήταν το πρόσωπο που εισέπραξε το τίμημα της συμφωνίας αγοράς κατοικίας την οποία ο Ενάγων συνήψε με την Εναγόμενη 1 την 1/12/2006 υπογράφοντας μάλιστα και τις σχετικές αποδείξεις. Παρουσίαζε καθόλα τα στάδια της μεταξύ τους συνεργασίας τον εαυτό του ως το "alter ego" της Εναγόμενης 1 παριστάνοντας στον Ενάγοντα δολίως και εσκεμμένως ότι η Εναγόμενη 1 ήταν ικανή και πρόθυμη να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της απέναντι του δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας, ενώ είχε, μεταγενέστερα, συνάψει συμφωνία για πώληση της εν λόγω κατοικίας σε τρίτο πρόσωπο. Ο Εναγόμενος 2 απέσπασε από τον Ενάγοντα με δόλιο τρόπο και απάτη το τίμημα της πώλησης παριστάνοντας του ψευδώς ότι η συμφωνία είχε κατατεθεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου, ενώ γνώριζε αφενός ότι αυτή ουδέποτε είχε κατατεθεί και αφετέρου ότι είχε πωληθεί εκ νέου σε τρίτο πρόσωπο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι αρχές που διέπουν την εξέταση Αιτήσεως για παραμερισμό απόφασης έχουν επανειλημμένα αναφερθεί στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ας σημειωθεί ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να παραμερίσει απόφαση δική του κάτω από τις πιο κάτω Διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: (α) Δ.17,θ.10[1] που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης. (β) Δ.26,θ.14[2] που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης. (γ) Δ.33,θ.5[3] που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης του Εναγόμενου να εμφανιστεί την ημέρα της δίκης. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Γιαννάκης Χρυσάνθου κ.α. ν. Mariala Construction Limited
(1996)1 A.A.Δ. 129, η Δ.33, θ.5 προσομοιάζει απόλυτα με τις πρόνοιες της Δ.17, θ.10 και της Δ.26, θ.14 και, επομένως, μπορούμε να αντλήσουμε καθοδήγηση και από τις αυθεντίες που βασίζονται γενικά στις πιο πάνω πρόνοιες. Το Δικαστήριο διατηρεί αναμφίβολα διακριτική ευχέρεια κατά την άσκηση του πλαισίου εξουσίας του με παράγοντες που σχετίζονται με την αιτιολόγηση της απουσίας του διαδίκου κατά την ημερομηνία που εξεδόθη η απόφαση στην απουσία του αφενός και με την ευρύτερη επίδειξη μιας καλής υπόθεσης από πλευράς του αφετέρου. Ως πρόσθετος γενικός παράγοντας είναι και η πιστοποίηση ότι ο διάδικος δεν επέδειξε εσκεμμένη αδιαφορία προς τη δικαστική διαδικασία, ούτε βέβαια και πρόθεση εγκατάλειψης της υπόθεσης του[4]. Στην Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204[5] τονίζεται η ανάγκη εξισορρόπησης των θεμελιακών για την απονομή της Δικαιοσύνης παραγόντων. Από τη μια της ανάγκης να κατοχυρώνεται αποτελεσματικά το δικαίωμα ενός διαδίκου να προβάλει τη θέση του και από την άλλη της ανάγκης διασφάλισης της άνευ προσκόμματος αποπεράτωσης της δίκης. Το πρωταρχικό κριτήριο είναι η αποκάλυψη από μέρους του Αιτητή καλής υπεράσπισης η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης ταυτόχρονα, όμως, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συμπεριφορά του Αιτητή και, αν αυτή είναι τέτοια ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης, θα αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Για το λόγο αυτό λαμβάνεται, επίσης, υπόψη από το Δικαστήριο ως μια επιπρόσθετη παράμετρος ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από τη μέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της Αίτησης καθώς και οι επεξηγήσεις που δίδονται γιατί αφέθηκε η υπόθεση να προχωρήσει στην έκδοση απόφασης χωρίς να καταχωρηθεί υπεράσπιση[6]. Ο Αιτητής θα πρέπει να καταδείξει στο Δικαστήριο σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψη του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο συνεπεία της οποίας λήφθηκε η εναντίον του απόφαση ως και το ότι επεδίωξε το επανάνοιγμα της υπόθεσης με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Όσον αφορά την προϋπόθεση να ικανοποιήσει ο Αιτητής το Δικαστήριο πως έχει επί της ουσίας της υπόθεσης εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την Υπεράσπιση. Αρκεί να εγείρει ο Αιτητής ότι έχει καλή υπεράσπιση, πράγμα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης[7]. Στην υπόθεση Παναγιώτης Ανδρέου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1596 ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πικής συμπύκνωσε τις αρχές που διέπουν αιτήσεις παραμερισμού στις ακόλουθες προτάσεις:- «(α) Η παράλειψη εμφάνισης ή υποβολής Υπεράσπισης πρέπει να εξηγηθεί όπως και η όποια καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. (β) Προϋπόθεση για τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης αποτελεί η αποκάλυψη συζητήσιμης Υπεράσπισης. (γ) Και όπου αποκαλύπτεται Υπεράσπιση η αίτηση δυνατόν να απορριφθεί, όταν η καθυστέρηση, στην κίνηση του μηχανισμού για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που να καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας.» ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Στην παρούσα υπόθεση τα ερωτήματα που εγείρονται προς εξέταση είναι τα ακόλουθα: I. Κατά πόσο ο Εναγόμενος έχει αποκαλύψει στοιχεία και λεπτομέρειες συζητήσιμης υπεράσπισης. II. Κατά πόσο ο Εναγόμενος έχει δώσει εύλογο και καλό λόγο για την παράλειψη του να καταχωρήσει Υπεράσπιση. III. Κατά πόσο ο Εναγόμενος προχώρησε άμεσα με την λήψη μέτρων για παραμερισμό της απόφασης μόλις έλαβε γνώση αυτής. Ιστορικό της παρούσας υπόθεσης Προτού εξετασθούν τα πιο πάνω ερωτήματα κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ συνοπτικά στο ιστορικό της μέχρι σήμερα διαδικασίας όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης. Στις 4/10/10 κατεχωρήθη από τον Ενάγοντα Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο ένταλμα. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση του Κλητηρίου ο Ενάγων καταχώρησε μονομερή Αίτηση για έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων εναντίον της Εναγόμενης 1 η οποία ορίστηκε την επομένη. Το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της Αίτησης την ενέκρινε εκδίδοντας μέρος των αιτούμενων Διαταγμάτων τα οποία και όρισε επιστρεπτέα στις 11/11/
  1. Στις 11/10/10 εμφανίστηκε ο δικηγόρος της Εναγόμενης 1 Φ. Βαλιαντής και η Αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 2/11/10 με δικαίωμα καταχώρησης ένστασης μέχρι τις 29/10/
  2. Ακολούθησε ο ορισμός της Αίτησης για οδηγίες στις 10/11/10, 23/11/10 και στις 23/11/10, στην παρουσία του Δικηγόρου της Εναγομένης 1, τα εκδοθέντα προσωρινά Διατάγματα κατέστησαν απόλυτα. Στις 7/12/10 κατεχωρήθη Έκθεση Απαίτησης και στις 21/2/11 Αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης η οποία ορίστηκε στις 15/3/
  3. Στις 15/3/11 και, αφού διεπιστώθη ότι υπήρξε επίδοση της Αίτησης στον Δικηγόρο των Εναγομένων 1 & 2 Φ. Βαλιαντή, το Δικαστήριο όρισε την Αγωγή για απόδειξη στις 19/4/11 δίδοντας παράλληλα χρόνο για Υπεράσπιση μέχρι τότε. Στις 19/4/11 εμφανίστηκε μόνο ο δικηγόρος του Αιτητή/Ενάγοντα και υπέβαλε αίτημα αναβολής της υπόθεσης για απόδειξη έχοντας προηγουμένως συνεννοηθεί με τον δικηγόρο των Εναγομένων. Το Δικαστήριο αποδεχόμενο το αίτημα όρισε εκ νέου την υπόθεση για απόδειξη στις 26/5/11 εκτός εάν στο ενδιάμεσο καταχωρείτο Υπεράσπιση. Στις 26/5/11 το Δικαστήριο απορρίπτοντας αίτημα του συνηγόρου του Ενάγοντα για αναβολή προχώρησε σε απόδειξη της υπόθεσης και επιφύλαξε την απόφαση του την οποία εξέδωσε στις 30/6/
  4. I. Κατά πόσο ο Εναγόμενος 2 έχει αποκαλύψει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση Εν πρώτοις θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο ο Αιτητής/Εναγόμενος 2 έχει αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Η αντιπαραβολή των δύο εκδοχών σε αιτήσεις παραμερισμού είναι, όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση Claire Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd (Αρ.1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 647, ορισμένες φορές αναπόφευκτη αλλά θα πρέπει να περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία για τη διακρίβωση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών και κατά πόσο υπάρχει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Η προκειμένη περίπτωση αφορά απαίτηση του Ενάγοντα για το ποσό των €85,301.05 στη βάση του ότι αυτό απεσπάσθη από τους Εναγόμενους δυνάμει ψευδών παραστάσεων και/ή δόλου. Συγκεκριμένα αποτέλεσε εκδοχή του Ενάγοντα ότι προχώρησε την 1/12/06 στην υπογραφή γραπτής συμφωνίας με την Εναγόμενη 1 εταιρεία, της οποίας ο Εναγόμενος 2 ήτο διευθυντής και/ή αντιπρόσωπος, για αγορά μεζονέτας την οποία θα ανήγειρε η Εναγόμενη 1 έναντι του τιμήματος των €93,973 αφού η Εναγομένη 1 μέσω του Εναγόμενου 2 παρέστησε στον Ενάγοντα ότι ήταν ικανή προς εκτέλεση της συμφωνίας και ότι δεν υφίστατο οποιοδήποτε κώλυμα προς εκτέλεση της. Ωστόσο η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να αποπερατώσει πλήρως την εν λόγω μεζονέτα εντός του καθορισθέντα χρόνου. Περαιτέρω περί το τέλος Ιουλίου του 2010 ο Ενάγων, κατόπιν σχετικής έρευνας στο Κτηματολόγιο Αμμοχώστου, διαπίστωσε ότι η μεζονέτα την οποία είχε αγοράσει δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας είχε πωληθεί σε τρίτο πρόσωπο στις 10/12/06 δυνάμει συμφωνίας η οποία κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου στις 22/12/
  1. Η εκδοχή του Αιτητή/Εναγόμενου 2 είναι ότι κατά τον χρόνο που η Εναγόμενη 1 και ο Ενάγων είχαν συνομολογήσει την γραπτή Συμφωνία Πώλησης Ακινήτου ο ίδιος δεν ήταν αξιωματούχος της εταιρείας και ούτε είχε υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο και/ή εισπράξει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό από τον Ενάγοντα για την πώληση οποιουδήποτε ακινήτου. Επιπλέον προβάλλει τη θέση ότι κατά το χρόνο πώλησης από την Εναγόμενη 1 του επίδικου ακινήτου η άμεσα υπεύθυνη και μοναδική διευθύντρια ήταν η ΧΧΧΧΧ Αντωνίου. Επιπλέον ισχυρίζεται ότι ο λόγος που τέθηκε το όνομα του στην αγωγή ήταν για να εκβιαστεί και να δώσει λύση στην απαίτηση του Ενάγοντα ενόψει του ότι κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής ο ίδιος ήταν πλέον Διευθυντής της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Όπως έχει νομολογηθεί το βάρος απόδειξης της ύπαρξης συζητήσιμης υπεράσπισης το έχει ο Αιτητής. Το αποδεικτικό αυτό βάρος εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών στοιχείων για την εκ πρώτης όψεως υπόθεση έστω και αν αυτή αμφισβητείται με την ένσταση. Η μαρτυρία λοιπόν που πρέπει να προσκομιστεί για το σκοπό αυτό από τον Αιτητή πρέπει να είναι υπό μορφή ένορκης δήλωσης ή άλλης έγγραφης μαρτυρίας που να επισυνάπτεται σε αυτήν, χωρίς προφορική μαρτυρία αλλά βεβαίως με δικαίωμα αντεξέτασης με βάση τη Δ.39 θ.
  2. Δεν απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης του. Είναι αρκετό να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επανεκδικασθεί η υπόθεση επί της ουσίας[8]. Ωστόσο γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν υποδηλούν την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης[9]. Όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση Ξενοφών ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793 η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από αυτή του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας[10] που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετείται χρήσιμος σκοπός επιλύσεως της διαφοράς των διαδίκων. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118, 2124[11]: «..Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται.» Έχοντας κατά νουν τα όσα ο Αιτητής/Εναγόμενος 2 προβάλλει όπου βασικά επικαλείται την μη εμπλοκή ή ανάμειξη του στην συνομολόγηση της γραπτής συμφωνίας του Ενάγοντα με την Εναγόμενη 1 εταιρεία και την μη ύπαρξη οποιασδήποτε συμβατικής σχέσης με τον Ενάγοντα θεωρώ ότι εγείρουν μια συζητήσιμη υπεράσπιση. Το ότι, βέβαια, ο Καθ΄ου η Αίτηση/Ενάγων τα απορρίπτει με βάση τα όσα αναφέρονται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση δεν είναι αρκετό για τους σκοπούς διαπίστωσης ύπαρξης εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης. Στο παρόν στάδιο εκείνο που αναζητείται είναι η παράθεση στοιχείων και γεγονότων που εγείρουν συζητήσιμη υπεράσπιση. Και αυτό έχει πράξει, κατά την κρίση μου, ο Αιτητής/ Εναγόμενος
  1. Ούτε, βέβαια, υπεισέρχεται στο στάδιο αυτό θέμα αξιολόγησης της μαρτυρίας που παρέθεσε ο εναγόμενος με την ένορκη δήλωσή του στα πλαίσια προώθησης της δικής του εκδοχής. II. Κατά πόσο έχει καταδειχθεί σοβαρός και εύλογος λόγος για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Ο Αιτητής θα πρέπει να καταδείξει στο Δικαστήριο σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψή του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο συνεπεία της οποίας λήφθηκε η εναντίον του απόφαση, ως και το ότι επεδίωξε το επανάνοιγμα της υπόθεσης με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Όπως ήδη αναφέρθηκε στο στάδιο που σκιαγραφήσαμε τη νομική πτυχή σε αιτήσεις αυτού του είδους η παράλειψη εμφάνισης πρέπει να εξηγηθεί όπως και η όποια καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Σε σχέση με αυτό το θέμα η εκδοχή του Αιτητή/Ενάγοντα είναι πως ενώ είχε δώσει στον δικηγόρο Φαίδωνα Βαλιαντή ρητές οδηγίες να εμφανιστεί και να υπερασπιστεί τόσο τα συμφέροντα της Εναγόμενης εταιρείας όσο και τα συμφέροντα του ιδίου του Εναγόμενου προσωπικά αδικαιολόγητα ο τελευταίος δεν παρουσιάστηκε στις 15/3/11 αλλά ούτε και σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη ημερομηνία πριν την έκδοση της απόφασης στις 30/6/11 για να καταχωρήσει Υπεράσπιση. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει και από το φάκελο του Δικαστηρίου, πριν την έκδοση της Απόφασης του Δικαστηρίου μεσολάβησαν δύο ημερομηνίες (19/4/11 και 26/5/11) κατά τις οποίες ο δικηγόρος του Ενάγοντα ζητούσε όπως η υπόθεση οριστεί για απόδειξη σε άλλη ημερομηνία λόγω συνεννόησης που είχε με τον δικηγόρο των Εναγομένων Φ. Βαλιαντή. Παρά το γεγονός ότι η πλευρά του Καθ΄ου η Αίτηση/Ενάγοντα αμφισβητεί τους ισχυρισμούς του Αιτητή Εναγόμενου 2 όσον αφορά τους λόγους για τη μη έγκαιρη καταχώρηση Υπεράσπισης στο Δικαστήριο, δεν μεσολάβησε, όπως θα μπορούσε να γίνει, αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα Αιτητή στη βάση της ένορκης δήλωσης που καταχώρησε. Η επισύναψη τηλεμηνύματος ημερ. 25/5/11 (Τεκμήριο Α στην Ένορκη Δήλωση της Ένστασης) των δικηγόρων του Καθ΄ου η Αίτηση/Ενάγοντα προς τους δικηγόρους που θα εμφανίζονταν εκ μέρους τους όπου αναφέρεται δεν θα υπήρχε ένταση να οριστεί η υπόθεση εκ νέου για απόδειξη κατόπιν συνεννόησης που είχαν με τον δικηγόρο Φ. Βαλιαντή (που εμφανίζετο για τους Εναγόμενους) για να καταχωρήσει Υπεράσπιση, δεν αναιρεί την εκδοχή του Αιτητή/Εναγόμενου 2 περί αδικαιολόγητης παράλειψης του εν λόγω δικηγόρου να εμφανιστεί στο Δικαστήριο και να καταχωρήσει Υπεράσπιση. Εν πάση δε περιπτώσει δεν εντοπίζω κανένα λόγο για να μην αποδεχθώ την βασιμότητα του λόγου που προβλήθηκε και της εξήγησης που δόθηκε για το πιο πάνω ζήτημα από μέρους του Αιτητή/Εναγόμενου
  2. ΙΙΙ. Κατά πόσο η Εναγόμενη 1 προχώρησε άμεσα με την λήψη μέτρων για παραμερισμό της απόφασης μόλις έλαβε γνώση αυτής Το επόμενο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι το κατά πόσο υπήρχε ή όχι αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Είναι νομολογημένο ότι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για παραμερισμό απόφασης αποτελεί επαρκή δικαιολογία για την απόρριψη της αίτησης. Επισημαίνω ότι ακόμη και εκεί όπου αποκαλύπτεται υπεράσπιση αλλά η συμπεριφορά του διάδικου είναι ενδεικτική αδιαφορίας για το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης ή τα δικαιώματα του αντιδίκου του, το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει εναντίον του την ευχέρεια και να απορρίψει το αίτημα να ακυρώσει την απόφαση. Σε ό,τι αφορά το υπό εξέταση ζήτημα τα πιο κάτω γεγονότα είναι, κατά την κρίση μου, σημαντικά: Ενώπιον του Δικαστηρίου ετέθη η επιστολή των Δικηγόρων του Ενάγοντα/Καθόυ η Αίτηση ημερ. 9/10/14 με την οποία πληροφορούσαν τον Αιτητή/Εναγόμενο 2 για την έκδοση της δικαστικής απόφασης στην παρούσα Αγωγή καλώντας τον ταυτόχρονα όπως καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Περαιτέρω πληροφορείτο ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης θα προχωρούσαν σε εκποίηση ακινήτων που βαρύνονταν με ΜΕΜΟ. Η πιο πάνω επιστολή επισυνάφθη ως Τεκμήριο στην ένορκη δήλωση της Αίτησης (Τεκμήριο 15) όσο και στην ένορκη δήλωση της Ένστασης (Τεκμήριο 8). Στο Τεκμήριο 8 της Ένστασης επισυνάπτεται, επίσης, και ένορκη δήλωση επίδοσης της ιδιωτικής επιδότου ΧΧΧΧΧ Σταματάρη σύμφωνα με την οποία η επιστολή ημερ. 9/10/14 επεδόθη στον Αιτητή/Εναγόμενο 2 μέσω της παράδοσης της στον ίδιο προσωπικά «έναντι της υπογραφής του». Στην ίδια την επιστολή υπάρχει στο πάνω μέρος αυτής η ακόλουθη χειρόγραφη σημείωση: «Λαμβάνω μόνο για τον ΧΧΧΧΧ Κυπριανού και όχι για την εταιρεία. Επίσης είμαι φυλακή και δεν νομίζω ότι υπό τις συνθήκες μπορείτε να πωλήσετε όποια ακίνητα μου». Επισημαίνεται εν προκειμένω ότι η παραλαβή της πιο πάνω επιστολής από τον Αιτητή/Εναγόμενο 2 δεν έχει αμφισβητηθεί στην παρούσα διαδικασία. Επιπλέον σημαντικό είναι και το Τεκμήριο 16 που επεσυνάφθη στην ένορκη δήλωση της Αίτησης και το οποίο αποτελεί επιστολή του Αιτητή ημερ.10/2/2013 η οποία απευθύνεται στον Γενικό Εισαγγελέα όπου ο Αιτητής/Εναγόμενος 2 προβαίνει σε καταγγελία των δικηγόρων Φαίδωνα Βαλιαντή, Κωστή Ευσταθίου και του δικηγορικού γραφείου Ευσταθίου για «αντιδεοντολογική, αντιεπαγγελματική εξαπάτηση». Στο πλαίσιο αυτής της επιστολής γίνεται αναφορά και στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή ως και στην ερήμην εκδοθείσα Απόφαση στις 30/6/11 ως ακολούθως: «Στην αγωγή με αριθμό 1117/2010 που κατεχωρήθηκε από Δικηγορικό γραφείο Ευστάθιου Ευσταθίου ο κ. Βαλιαντής εμφανίσθηκε μέχρι την 26ην Μαϊου
  3. Παρέλειψε όμως να εμφανιστεί στις επόμενες εμφανίσεις με αποτέλεσμα να εκδοθεί εις βάρος μου προσωπικά αλλά και της Εταιρείας απόφαση στις 30 Ιουνίου 2011». Οι δε αναφορές του Αιτητή/Εναγόμενου 2 ότι είχε λάβει υποσχέσεις από τους δικηγόρους Φαίδωνα Βαλιαντή και Κωστή Ευσταθίου ότι θα ακύρωναν ή/και θα ζητούσαν παραμερισμό της εν λόγω δικαστικής Απόφασης και να του δοθεί η ευκαιρία και ο χρόνος να καταχωρήσει την Υπεράσπιση του προηγήθηκαν, όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του Αιτητή/Εναγόμενου 2, της αποστολής της επιστολής καταγγελίας προς τον Γενικό Εισαγγελέα ημερ. 10/2/
  4. Μάλιστα, όπως ο ίδιος αναφέρει, είχε αντιληφθεί την «απάτη» σε βάρος τόσο της Εναγόμενης 1 εταιρείας όσο και σε βάρος του προσωπικά από το τέλος του 2011 οπόταν και επικοινώνησε με τους πιο πάνω δικηγόρους αναφορικά με την έκδοση της ερήμην απόφασης. Ενόψει δε του ότι έπαιρνε μόνο υποσχέσεις τις οποίες δεν τηρούσαν υποχρεώθηκε το 2012 να διακόψει αρχικά τη συνεργασία του με το δικηγορικό γραφείο Ευσταθίου και αργότερα με τον Φαίδωνα Βαλιαντή τον οποίο είχε ήδη αλλάξει από γραμματέα της Εναγόμενης 1 εταιρείας και όταν, όπως ισχυρίζεται ήταν «πλέον σίγουρος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας» ότι οι δύο δικηγόροι τον είχαν «εξαπατήσει» απετάθη στις 10/2/13 στον Γενικό Εισαγγελέα προβαίνοντας σε καταγγελία των πιο πάνω δικηγόρων. Οι παραγράφοι 37, 38, 39 και 40 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή/Εναγόμενου 2 είναι σχετικές και παρατίθενται πιο κάτω:
  5. Έχω αντιληφθεί την μεγάλη απάτη των δύο δικηγόρων μας εις βάρος της εναγόμενης 1 εταιρείας αλλά και εμένα προσωπικά τέλος του 2011 έχω επικοινωνήσει με τους δύο δικηγόρους τον κ./ Φ. Βαλιαντή και κ. Κ. Ευσταθίου και ο κάθε ένας έλεγε την δική του ιστορία για να αποποιηθούν την ευθύνη που τους αναλογούσε για την παράνομη έκδοση της υπό αναφορά απόφασης αποκρύβοντας από το Δικαστήριο την υπεράσπιση που έχω ως εναγόμενος της εν λόγω αγωγής.
  6. Οι δικηγόροι κ. Φ. Βαλιαντής και κ. Κ. Ευσταθίου μου είχαν υποσχεθεί ότι θα ακύρωναν ή/και θα ζητούσαν παραμερισμό της εν λόγω Δικαστικής Απόφασης και να μας δοθεί η ευκαιρία και χρόνος να καταχωρήσουμε την υπεράσπιση μας που δικαιούμαστε ως διάδικοι και να διεξαχθεί μία κανονική και Δίκαιη Δικαστική Διαδικασία που με τις παράνομες ενέργειες τους έχουν ανατρέψει την πορεία της.
  7. Έχω πολλές φορές επικοινωνήσει με τον κ. Κ. Ευσταθίου και το δικηγορικό του γραφείο αλλά ιδιαίτερα και με τον κ. Φ. Βαλιαντή ο οποίος όπως ανέφερα ήτο και ο γραμματέας της εταιρείας από την ίδρυση της που διαρκώς έπαιρνα μόνο υποσχέσεις τις οποίες δεν τηρούσαν, όπου υποχρεώθηκα το 2012 να διακόψω αρχικά την συνεργασία μας με το δικηγορικό γραφείο του κ. Κ. Ευσταθίου και αργότερα με τον κ. Φ. Βαλιαντή τον οποίο είχα ήδη αλλάξει από γραμματέα της Εναγόμενης 1 εταιρείας επειδή είχα αντιληφθεί ότι ο κ. Φ. Βαλιαντής μας έχει καταδολιεύσει σε σωρείαν άλλες υποθέσεις .
  8. Μετά όλων των πιο πάνω και όταν πλέον ήμουν σίγουρος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι οι δύο δικηγόροι με έχουν εξαπατήσει, στις 10/2/13 είχα αποταθεί στον Γενικό Εισαγγελέα κ. Πέτρο Κληρίδη ως Πρόεδρου του Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων για την όλη Δόλια, Αντιδεοντολογική, Αντιεπαγγελματική Εξαπάτηση από τους δικηγόρους κ. Φ. Βαλιαντή και κ. Κωστή Ευσταθίου καθώς και το δικηγορικό γραφείο Ε.Ευσταθίου, η καταγγελία μου σημειώνεται ως(τεκμ.18)................... (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην βάση των πιο πάνω δεδομένων διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής/Εναγόμενος 2 είχε τουλάχιστον από τις 10/2/13, που είναι η ημερομηνία της επιστολής που συνέταξε προς τον Γενικό Εισαγγελέα, υπόψη του για την εκδοθείσα σε βάρος του ερήμην απόφαση στην παρούσα Αγωγή ενώ στη συνέχεια του επεδόθη στις 15/10/14 επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα/Καθ΄ου η Αίτηση με την οποία εκ νέου πληροφορείτο για την εν λόγω Απόφαση. Είναι νομολογημένο ότι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για παραμερισμό απόφασης αποτελεί επαρκή δικαιολογία για την απόρριψη της αίτησης. Στην Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1Β Α.Α.Δ. 941 παρόλο που το Δικαστήριο είχε καταλήξει στο εύρημα ότι οι εφεσείοντες (εναγόμενοι) είχαν αποκαλύψει συζητήσιμη υπεράσπιση, εντούτοις απέρριψε την έφεση διότι θεώρησε ότι η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη των εναγομένων να εμφανιστούν και η αδικαιολόγητη καθυστέρησή τους να αποταθούν για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης μπορούσε βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη αιτήματος για παραμερισμό. Όπως έχει σχετικά πρόσφατα επαναληφθεί στην υπόθεση NTR Beach Diners Ltd κ.ά v. Adamou Construction And Maintenance Ltd ECLI:CY:AD:2018:A18, Πολιτική Έφεση αρ. 373/2012, ημερ. 15/1/2018 «αίτηση για παραμερισμό μπορεί να απορριφθεί, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. (Βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1Β Α.Α.Δ. 941)». Αφού επισημάνθηκε με παραπομπή στην υπόθεση NSM Democars Ltd κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A677, Πολ. Εφ. 121/2010, ημερ. 14/10/2015, ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση τονίστηκε ότι, παρά ταύτα, το Δικαστήριο δύναται να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση εάν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια ώστε να πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης. Κατά συνέπεια η αδικαιολόγητη καθυστέρηση για υποβολή αιτήματος παραμερισμού απόφασης μπορεί βάσιμα να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη του γιατί διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματα της θα αφήνονταν αιωρούμενα. Όσον αφορά το μέγεθος της καθυστέρησης και τη σημασία που ενέχει το Ανώτατο Δικαστήριο (στην πιο πάνω υπόθεση) υπέδειξε τα εξής: «Πρέπει συναφώς να ομιλούμε όχι απλώς για καθυστέρηση που θα μπορούσε να κριθεί, μέσα σε θεμιτά πλαίσια, δικαιολογημένη. Όσο δε μεγαλύτερη χρονικά είναι η καθυστέρηση, τόσο πιο εύκολα μπορούμε να ομιλούμε για αδιαφορία, η οποία, εξ ορισμού, προσλαμβάνει τη μορφή της περιφρόνησης στο δικαίωμα του άλλου αλλά και στην δικαστική διαδικασία, αυτή καθ΄εαυτή». Στην υπό εξέταση περίπτωση διαπιστώνεται ότι παρήλθαν 5 και πλέον έτη από την ημερομηνία που ο Αιτητής/Εναγόμενος 2 γνώριζε για την εκδοθείσα σε βάρος του ερήμην απόφαση και, παρά ταύτα, δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση για τη παράλειψη του να λάβει, σε προγενέστερο στάδιο, μέτρα προς παραμερισμό της εν λόγω απόφασης. Αν και ο ίδιος δεν το επικαλέστηκε, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο Αιτητής/Εναγόμενος 2 από κάποιο στάδιο και μετά ήτο κατάδικος στις φυλακές. Επ΄αυτού επισημαίνω απλώς ότι το γεγονός της φυλάκισης δεν θα μπορούσε εν πάση περιπτώσει να δικαιολογήσει την παράλειψη του να κινηθεί ενωρίτερα καταχωρώντας αίτηση παραμερισμού είτε ο ίδιος, όπως εξάλλου το έπραξε κατά το στάδιο που ήτο στις Φυλακές, είτε μέσω δικηγόρου στον οποίο θα μπορούσε να δώσει τις κατάλληλες οδηγίες. Ενώ δεν φάνηκε να έχει οποιοδήποτε πρόβλημα να λάβει τα αναγκαία μέτρα και να ενεργήσει σχετικά από πολύ ενωρίτερα δεν το έπραξε για ανεξήγητο λόγο. Και τούτο παρά το ότι είχε προ καιρού αποταθεί με επιστολή του στο Γενικό Εισαγγελέα προβάλλοντας τα παράπονα του για μεμπτή συμπεριφορά τόσο εναντίον του δικηγόρου του όσο και εναντίον των δικηγόρων του αντιδίκου του σε σχέση, ανάμεσα σε άλλα, και με την εκδοθείσα σε βάρος του απόφαση στην παρούσα Αγωγή. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26 «Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του». Έχοντας κατά νουν τις πιο πάνω αρχές και τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης καταλήγω ότι η αδιαφορία που ο Αιτητής/Εναγόμενος 2 επέδειξε μετά που έλαβε γνώση για την έκδοση της Απόφασης είναι υπέρμετρη και τέτοια ώστε να προσλαμβάνει τη μορφή της περιφρόνησης τόσο της δικαστικής διαδικασίας όσο και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Κατάληξη Στη βάση των πιο πάνω θεωρώ ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί προς την κατεύθυνση της απόρριψης της Αίτησης. Ως αποτέλεσμα η υπό κρίση Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής . Κατά συνέπεια τα έξοδα επιδικάζονται σε βάρος του Αιτητή/Εναγόμενου 2 και προς όφελος του Καθ΄ου η Αίτηση/Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............... Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." [2] "Any judgment by default whether under this Order or under any other of these rules may, in a proper case, be set aside by the Court upon such terms as costs or otherwise as the Court may think fit." [3] "Any judgment obtained where one party does not appear at the vial way in a proper case be set aside by the Court upon such terms as way seem fit upon an application made within fifteen days after the trial." [4]Δέστε Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine and Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκο Ντίσκο Λτδ ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 28, Day v. RAC Motoring Services Ltd
(1999)1 All E.R. 1007, Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118, Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, Salamis Shipping Services Ltd v. BATA (CYPRUS) LTD
(2004)1 Α.Α.Δ. 1767, Χριστάκης Πίττας ν. UNIGOODS TRADING COMPANY LTD
(2004)1 Α.Α.Δ. 1761 και Ευριδίκη Παπανικολάου ν. Κυριακής Κότσαπα
(2004)1 Α.Α.Δ. 1800 και SIBERIA AIR v. Βρασίδα Πουλλίκα
(2005)1 Α.Α.Δ. 893. [5] Δέστε και την υπόθεση Iason Travel Tours Ltd v. Passias Travel Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 402: «Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπ' όψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτησης. (Mine and Quarry Services Ltd v. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης πιο πάνω)». [6] Δέστε Mine and Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Έλενας Ιακώβου κ.α.
(2001)1(A) Α.Α.Δ. 457. [7] Δέστε Μαρία Λευκίδου ν. Άριστου Κανναουρίδη
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 528 [8] Δέστε Χρυσάνθου κ.ά. v. Mariala Construction Ltd,
(1996)(1Β) Α.Α.Δ. σελ. 1129. [9] Δέστε Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd
(1994)1 A.A.Δ.
  1. [10] Δέστε, μεταξύ άλλων, την υπόθεση Ζωή Νικολαίδου Ευσταθίου άλλως Ζωή Λάμπρου Νικολαίδη κ.ά v. Hellenic Bank Public Company Πολιτική Έφεση αρ.130/2012, ημερ. 10/10/
  2. [11] Δέστε, επίσης, Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείου Κ. Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(Β) Α.Α.Δ 1101, 1106. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.