← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LIMITED ν. MC MULLAN κ.α., Αρ. Αγ.1009/2009, 9/8/2018

ALPHA BANK CYPRUS LIMITED ν. MC MULLAN κ.α., Αρ. Αγ.1009/2009, 9/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:A47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγ.1009/2009 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LIMITED Ενάγοντες και

  1. XXXXX MC MULLAN
  2. XXXXX MC MULLAN 3.GIOVANI DEVELOPERS LIMITED Εναγομένων Ημερομηνία: 9 Αυγούστου, 2018 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: Ο κ. Α. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ Για τους Εναγομένους 3: Ο κ. Α. Λάντος για Αδάμος Λάντος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ A Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες είναι τραπεζικός οργανισμός ο οποίος λειτουργεί σύμφωνα με τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας (Τεκμ. 13) και καθ' όλον τον ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο διεξήγαγαν και διεξάγουν και σήμερα τραπεζικές εργασίες σε όλη την Κύπρο. Καταχώρησαν την παρούσα αγωγή εναντίον των εναγομένων στις 22.10.2009 σε Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (Ο.2 r.1). Οι εναγόμενοι 1 και 2 ήταν κάτοικοι εξωτερικού, γεγονός που προκάλεσε καθυστέρηση στη διαδικασία καθώς θα έπρεπε να τους επιδοθούν τα δικόγραφα στην πατρίδα τους. Εναντίον τους εν τέλει εκδόθηκε απόφαση στις 4.04.2013 όταν, παρόλο ότι τους επιδόθηκε δεόντως η αγωγή, δεν καταχώρησαν Σημείωμα Εμφανίσεως. Ακολούθησαν σε σχέση με τους εναγομένους 3 αιτήματα για τροποποίηση της Υπεράσπισης τους με την προσθήκη και Ανταπαίτησης ακόμα και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στις 29.01.2015 τα οποία συνέβαλαν με τη σειρά τους στην καθυστέρηση. Εν τέλει, τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν στην 8.01.
  3. Καθ' όλη την εκκρεμοδικία, ακόμα και μετά που άρχισε η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης, διεξάγονταν διαβουλεύσεις μεταξύ των μερών για φιλική διευθέτηση της υπόθεσης, οι οποίες στο τέλος δεν ευοδώθηκαν. Η ακροαματική διαδικασία τελικά ολοκληρώθηκε με τις αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων στις 9.03.2018 οπότε και επιφυλάχθηκε η απόφαση. ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ: Σύμφωνα με τους βασικούς δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων, στις 21.01.2008 στο Παραλίμνι, μετά από αίτηση των εναγομένων 1 και 2, τους παραχώρησαν στεγαστικό δάνειο ύψους 215.000 Ελβετικών Φράγκων και/ή το ισάξιο τους σε Ευρώ, το οποίο θα αποπληρωνόταν σύμφωνα με τους όρους που προνοούσε η συμφωνία με 180 μηνιαίες δόσεις και εφόσον γινόταν απαιτητό σε πρώτη ζήτηση. Το δάνειο θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα αποτελείται κάθε φορά από το καθοριζόμενο Libor 1 (ενός) μηνός στις ημερομηνίες που καθορίζεται από την Τράπεζα κάθε φορά πλέον 1,75% περιθώριο. Το ως άνω περιθώριο με επιστολή των εναγόντων προς τους εναγομένους 1 και 2 με ημερομηνία 05.08.2009 μετατράπηκε και καθορίστηκε στο 3,50% πέραν του 1 μηνός Libor. Ο τόκος θα υπολογιζόταν επί ημερησίων χρεωστικών υπολοίπων και για υπολογισμό του τόκου οι μήνες θα λογαριάζονταν προς όσες ημέρες έχει ο κάθε μήνας, αλλά για να βρεθεί ο τόκος θα λαμβάνεται εάν διαιρεθεί το εμπορικό έτος που αποτελείται από τις 360 ημέρες (εμπορικό έτος). Οι ενάγοντες - τράπεζα είχαν το δικαίωμα να μεταβάλλουν (είτε να αυξάνουν είτε να μειώνουν κατά την κρίση τους το βασικό επιτόκιο οποτεδήποτε μέσα στα πλαίσια της Νομοθεσίας των Νομισματικών και Πιστωτικών Κανόνων που ίσχυαν κάθε φορά, τις συνθήκες αγοράς και την αξία του χρήματος μεταξύ άλλων. Οι εναγόμενοι 1 και 2 προς περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση πληρωμής του οφειλόμενου ποσού, την 21.01.2008 δυνάμει Γραπτής Συμφωνίας εκχώρησαν εν γνώσει των εναγομένων 3 οι οποίοι προσυπέγραψαν το σχετικό εκχωρητήριο όλα τα δικαιώματα τους που απέρρεαν από το Πωλητήριο Έγγραφο ημερ. 21.12.2007 μεταξύ των εναγομένων 1 και 2 και των εναγομένων
  4. Ήταν περαιτέρω όρος της μεταξύ των συμβαλλομένων συμφωνίας ότι σε περίπτωση παράβασης από τους εναγομένους 1 και 2 των υποχρεώσεων τους προς τους ενάγοντες, οι τελευταίοι να έχουν το απόλυτο αποκλειστικό και ανέκκλητο δικαίωμα και /ή εξουσία να ακυρώσουν το Πωλητήριο Έγγραφο ημερ. 21.12.2007 και /ή οποιοδήποτε Πωλητήριο και να αποσύρουν από το αρμόδιο Κτηματολόγιο οποιαδήποτε έγγραφα και να ελευθερώσουν το πωληθέν διαμέρισμα. Οι ενάγοντες διατηρούσαν το δικαίωμα να πωλήσουν το ως άνω διαμέρισμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο για οποιοδήποτε ποσό. Σε σχέση με ό,τι ενδιαφέρει την παρούσα απόφαση που αφορά τους εναγομένους 3 στην παρ. 7 της Έκθεσης Απαίτησης οι ενάγοντες αναφέρουν: «Οι εναγόμενοι 3 κατά ή περί την 23.1.2008 δι' εγγράφου επιστολής τους προς τους ενάγοντες ηγγυήθηκαν κεχωρισμένως και αλληλεγγύως μετά των εναγομένων 1 και 2 όλες τις υποχρεώσεις των εναγομένων 1 και 2 προς τους ενάγοντες, παρούσες ή μελλοντικές, για ποσό μέχρι 215,000,00 Ελβετικά Φράγκα και /ή το ισάξιο σε Ευρώ και το οποίο ήθελε καταστεί πληρωτέο προς τους ενάγοντες πλέον τόκους, προμήθειες, επιβαρύνσεις και οιαδήποτε άλλα τραπεζικά, δικηγορικά και δικαστικά έξοδα. Πλήρης αναφορά στους όρους της εν λόγω εγγράφου επιστολής θα γίνουν κατά την δικάσιμο.» Στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους οι εναγόμενοι 3 ενώ αρνούνται ισχυρισμούς που προβάλλονται από τους ενάγοντες στην Έκθεση Απαιτήσεως τους και ειδικότερα αυτούς των παρ. 2,3 και
  5. Ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες δεν τήρησαν την υπό της Κεντρικής Τράπεζας εγκύκλιο σε σχέση με την παραχώρηση δανείων, ότι δεν άσκησαν επιμελώς τα καθήκοντα των κατά την αξιολόγηση του δανείου σε σχέση με το αξιόχρεο των εναγομένων 1 και 2, ότι η Σύμβαση Δανείου ήταν εξ υπαρχής άκυρη και /ή παράνομη γιατί παραβίαζε την Οδηγίες 2005/29ΕΚ, ότι η Σύμβαση Δανείου ήταν εξ υπαρχής άκυρη ως παράνομη ένεκα παραβιάσεων του περί Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ) Νόμου του 2002 (Ν. 148

(1)/02), ότι η Σύμβαση Δανείου ήταν εξ υπαρχής άκυρη ως παράνομη ένεκα παραβίασης του περί Διακίνησης Κεφαλαίων Νόμου του 2013 (Ν. 115(Ι)/2003), ότι η Σύμβαση Δανείου ήταν εξ υπαρχής άκυρη, καθότι οι όροι της συγκρούονται με τον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτική Σύμβαση Νόμο (Ν. 93(Ι)1986), ότι η Σύμβαση Δανείου έγινε σε ξένο νόμισμα, δηλαδή άλλο νόμισμα από το νόμισμα της Κύπρου και ήταν εξ υπαρχής άκυρη, καθότι τα δάνεια σε συνάλλαγμα εμπεριέχουν παράγωγα προϊόντα συνδυασμένα με συναλλαγματική ισοτιμία, ότι η Σύμβαση Δανείου σε Ελβετικά Φράγκα εμπεριέχει και μια δεύτερη Σύμβαση παράγωγου (SWAP), η οποία μετατρέπει την Σύμβαση Δανείου σε επενδυτικό προϊόν και ότι η Σύμβαση Δανείου σε Ελβετικά Φράγκα σε σχέση με το επιτόκιο ήταν εξ υπαρχής άκυρη. Οι εναγόμενοι 3 σε σχέση με τη Συμφωνία Εκχώρησης, το περιεχόμενο της οποίας παραδέχονται ότι έλαβαν γνώση, προβάλλουν τη θέση ότι οι ενάγοντες ανάλαβαν και σχετική υποχρέωση, έτσι ώστε το Πωλητήριο Έγγραφο να διατηρηθεί σε ισχύ για να μπορεί να ικανοποιηθούν οι αξιώσεις τους. Σε σχέση με το Έγγραφο Εγγύησης που υπέγραψαν οι εναγόμενοι 3 απαντούν προβάλλοντας τους ακόλουθους ισχυρισμούς: Ότι οι εναγόμενοι 3 δεν ανέλαβαν να εξοφλήσουν το δάνειο των εναγομένων 1 και 2 σε περίπτωση που δεν το πλήρωναν, αλλά υπέγραψαν το σχετικό έγγραφο με σκοπό την έκδοση του τίτλου ιδιοκτησίας. Ότι από το Έγγραφο Εγγύησης που υπεγράφη μεταξύ των μερών δεν προκύπτουν σαφώς οι προθέσεις των μερών ή/και η Σύμβαση Εγγύησης δεν υποδηλώνει τις πραγματικές προθέσεις των μερών ή/και η Σύμβαση Εγγύησης είναι μια ειδική (specific) εγγύηση. Οι εναγόμενοι 3 θα ισχυριστούν ότι στο Έγγραφο Εγγύησης δεν καθορίζεται ο χρόνος εντός του οποίου υποχρεούνται να εκδώσουν ξεχωριστό τίτλο για το διαμέρισμα που οι εναγόμενοι 1 και 2 αγόρασαν από αυτούς προκειμένου να γίνει η μεταβίβαση στο όνομα των εναγομένων 1 και 2 και να εγγραφεί υποθήκη προς όφελος των εναγόντων, ώστε οι ενάγοντες πριν καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή είχαν υποχρέωση να κάνουν ουσιώδη το χρόνο, παράλειψη η οποία καθιστά την αγωγή πρόωρη. Άνευ βλάβης της ανωτέρω Υπεράσπισης τους, οι εναγόμενοι 3 ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η Σύμβαση Εγγύησης τελούσε υπό αίρεση για μελλοντικό γεγονός για την τέλεση του οποίου οι ενάγοντες παρέλειψαν να δώσουν εύλογο χρονικό περιθώριο. Οι εναγόμενοι 3 θα ισχυριστούν ότι οι ενάγοντες κωλύονται εξ υποσχέσεως ή/ και εκ της συμπεριφοράς τους ή /και βάση των αρχών της επιείκειας να εγείρουν την παρούσα αγωγή και να αξιώνουν ως η απαίτηση τους. Επαναλαμβάνουν ότι οποιοσδήποτε αντίθετος ισχυρισμός προφορικός ή γραπτός με την από μέρους τους υπογραφείσα Σύμβαση Εγγύησης έχει εξασφαλιστεί από τους ενάγοντες με πλάνη ή /και απάτη ή /και ψευδείς παραστάσεις ή/ και δόλο εκ μέρους των εναγόντων και δεν ανταποκρίνεται στη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, αφού σκοπός της εγγύησης ήταν απλά και μόνο η υποχρέωση έκδοσης τίτλου ιδιοκτησίας του ακινήτου για σκοπούς εξασφάλισης του δανείου και όχι η παραχωρηθείσα εγγύηση από μέρους τους, όπως, ισχυρίζονται καταγράφεται στη Σύμβαση Εγγύησης. Οι εναγόμενοι 3 ισχυρίζονται ότι η Σύμβαση Εγγύησης ήταν εξ υπαρχής άκυρη και /ή παράνομη γιατί παραβίαζε την οδηγία 2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαΐου 2005 για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά και για την τροποποίηση της Οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των Οδηγιών 97/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ 2002/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ.2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (Οδηγία για τις αθέμιτες «εμπορικές πρακτικές» δυνάμει των οποίων οι αθέμιτες εμπορικές πρακτικές απαγορεύονται. Ότι η Σύμβαση Εγγύησης ήταν εξ υπαρχής άκυρη ένεκα παράβασης του Περί Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ) Νόμου του 2002 (Ν. 148(Ι)/02). Η Σύμβαση Εγγύησης ήταν εξ υπαρχής άκυρη καθότι συγκρούεται με τον Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτική Σύμβαση Νόμο (Ν. 93(Ι)1986). Ότι η Σύμβαση Εγγύησης έγινε σε ξένο νόμισμα, δηλαδή άλλο νόμισμα από το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και ήταν εξ υπαρχής άκυρη, καθότι τα δάνεια σε συνάλλαγμα εμπεριέχουν παράγωγα προϊόντα συνδυασμένα με συναλλαγματική ισοτιμία. Ως εκ τούτου είναι η θέση των εναγομένων 3 ότι θα έπρεπε να ισχύσουν οι κανόνες και οι προϋποθέσεις του Νόμου Περί Επενδυτικών Προϊόντων (MIDIF) και όχι αυτοί των Στεγαστικών Δανείων. Τέλος, οι εναγόμενοι 3 αρνούνται τις αξιώσεις των εναγόντων και προβάλλουν ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων εκτός εάν οι ενάγοντες απαλλάξουν πλήρως τους εναγομένους 3 από την εγγύηση. Οι εναγόμενοι 3 πέραν της επανάληψης και υιοθέτησης των ισχυρισμών που προβάλλουν στην υπεράσπιση τους για τους σκοπούς της Ανταπαίτησης τους αξιώνουν διαφόρων μορφών δηλώσεις που αποσκοπούν στην υιοθέτηση των θέσεων τους ότι οι ενάγοντες παραβίασαν διάφορες νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις και Ευρωπαϊκές Οδηγίες. Με την απάντηση τους οι ενάγοντες στην Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης των εναγομένων 3 και Υπεράσπιση στην Τροποποιημένη Ανταπαίτηση τους, αποδίδουν τα όσα οι εναγόμενοι 3 ισχυρίζονται ως προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων για να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους προς τους ενάγοντες που απορρέουν από τη σύμβαση εγγύησης την οποία υπέγραψαν η οποία είναι έγκυρη, νόμιμη, ισχυρή και δεσμευτική. Αρνούνται ένα προς ένα τους ισχυρισμούς των εναγομένων 3 και ισχυρίζονται ότι οι πράξεις και ενέργειες τους ήταν νόμιμες και σύμφωνες με τους όρους των συμφωνιών και επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς τους της Έκθεσης Απαιτήσεως. Περαιτέρω, οι ενάγοντες απορρίπτουν και αρνούνται όσα οι εναγόμενοι 3 ισχυρίζονται στην Ανταπαίτηση τους και λέγουν ότι ήταν οι εναγόμενοι 3 που είχαν προωθήσει τους εναγόμενους 1 και 2 στους ενάγοντες για να τους δανειοδοτήσουν και ότι όλοι οι όροι της επίδικης συμφωνίας είναι νόμιμοι, έγκυροι, ισχυροί και δεσμευτικοί και έτσι το ποσό που αξιώνεται όπως αναγράφεται στην Έκθεση Απαιτήσεως παραμένει οφειλόμενο νόμιμα και κανονικά και ως εκ τούτου απορρίπτουν τις θεραπείες των εναγομένων 3 ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμες και αστήρικτες. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Για να αποδείξουν την απαίτηση τους οι ενάγοντες κάλεσαν δύο μάρτυρες, τον κ. XXXXX Αζά (Μ.Ε.1) και την κα XXXXX Λαγούδη (Μ.Ε.2). Για την Υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι 3 κάλεσαν ως μάρτυρα τους τον κ. XXXXX Κούσουλο (Μ.Υ.1), Λειτουργό της Κεντρικής Τράπεζας. Κατά τη διάρκεια της παράθεσης της μαρτυρίας κατατέθηκαν είτε από κοινού και για την αλήθεια του περιεχομένου τους είτε χωρίς αποδοχή του περιεχομένου τους και με επιφύλαξη αντεξέτασης επί του περιεχομένου τους 16 έγγραφα που σχετίζονται με την υπόθεση και σημειώθηκαν ως τεκμήρια. Σε αυτά θα γίνει επίσης αναφορά στη συνέχεια στο κατάλληλο σημείο όπου και θα αξιολογηθούν. Ο κ. XXXXX Αζά (Μ.Ε.1), του οποίου η Γραπτή Δήλωση σημειώθηκε ως Έγγραφο Α, δήλωσε ότι είναι υπάλληλος των εναγόντων και ότι υπηρετεί σε κατάστημα τους στην Λάρνακα. Δήλωσε ότι στα πλαίσια των καθηκόντων του είχε στην κατοχή του τη Συμφωνία Στεγαστικού Δανείου ημερομηνίας 21.1.2008 (Τεκμ. 1), η οποία καταρτίστηκε με τους εναγομένους 1 και
  1. Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας οι ενάγοντες άνοιξαν στο όνομα των εναγομένων 1 και 2 τον λογαριασμό με αριθμό XXXXX549-1 (Τεκμ. 2), ο οποίος την 1.07.2009 παρουσίαζε υπόλοιπο εκ 223.621,00 Ελβετικά Φράγκα και ή το ισάξιο σε ευρώ σε βάρος των εναγομένων 1 και 2 πλέον τόκους προς 1 μηνός Libor πλέον περιθώριο 3,50% και τόκο υπερημερίας 5% ετησίως από 1.07.2009 πλέον συσσωρευμένους τόκους ύψους 1.343,86 Ελβετικά Φράγκα και ή το ισάξιο σε ευρώ από 1.07.2009 μέχρι 5.08.
  2. Το κυμαινόμενο επιτόκιο δυνάμει της συμφωνίας (Τεκμ. 1) αποτελείτο από το κάθε φορά καθοριζόμενο Libor 1 μηνός πλέον 1,75% περιθώριο. Με την επιστολή της ενάγουσας με ημερομηνία 5.08.2009 (Τεκμ. 3), το ως άνω περιθώριο μετατράπηκε και καθορίστηκε σε 3,50% πέραν του ενός μηνός Libor. Οι καταστάσεις λογαριασμού αποτελούν μέρος του αρχείου της Τράπεζας και Τραπεζικό Βιβλίο και προς τούτο κατάθεσε σχετικό πιστοποιητικό ως Τεκμ. 4, επιβεβαίωσε ότι έχει συγκρίνει και ελέγξει προσωπικά το Τεκμ. 2 μαζί με τα πρωτότυπα που φυλάσσονται στον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή των εναγόντων. Όπως φαίνεται στο Τεκμ. 2 οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν τήρησαν τους όρους της συμφωνίας (Τεκμ. 1), και γι' αυτό οι ενάγοντες τερμάτισαν την λειτουργία του ως άνω λογαριασμού με επιστολή τους με ημερομηνία 5.08.2009 (Τεκμ. 3), η οποία στάλθηκε στους εναγομένους στην τελευταία γνωστή τους διεύθυνση και δεν επεστράφη ως ανεπίδοτη. Με αυτή πληροφορούσαν τους εναγομένους για την αλλαγή του επιτοκίου και την κεφαλαιοποίηση του την 30.
  3. και 31.
  4. κάθε χρόνου και κάλεσαν τους εναγομένους να εξοφλήσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο για 223.621,00 Ελβετικά Φράγκα και ή το ισάξιο σε ευρώ πλέον τόκους προς 1 μηνός Libor πλέον περιθώριο 3,50% και τόκο υπερημερίας 5% ετησίως από 1.07.2009 πλέον συσσωρευμένους τόκους ύψους 1.343,86 Ελβετικά Φράγκα και ή το ισάξιο σε ευρώ από 1.07.2009 μέχρι 5.08.2009 τα οποία κατέστησαν πληρωτέα και απαιτητά, πλην όμως, όπως φαίνεται και στο Τεκμ. 2 μέχρι σήμερα εξακολουθούν να οφείλουν τα ως άνω ποσά αφού δεν κατέβαλαν οτιδήποτε έναντι αυτών. Ο μάρτυς δηλώνει στη Γραπτή Δήλωση του ότι η επίδικη συμφωνία εξ όσων γνωρίζει είναι νόμιμη, έχει καταρτισθεί κανονικά, έχει υπογραφεί ενώπιον μαρτύρων και ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τους εναγομένους, οι οποίοι από το 2008 λειτουργούσαν και χρησιμοποιούσαν τον επίδικο λογαριασμό όπως φαίνεται και στο Τεκμ.
  5. Οι εναγόμενοι 1 και 2 προς εξασφάλιση της πληρωμής του ως άνω οφειλομένου ποσού την 21.01.2008 δυνάμει γραπτής συμφωνίας Τεκμ. 5, εκχώρησαν τα δικαιώματα τους που απορρέουν από το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 21.12.2007 (Τεκμ. 6), μεταξύ των εναγομένων 1 και 2 και των εναγομένων 3 και ως εκ τούτου οι ενάγοντες αξιώνουν διατάγματα για ακύρωση του πωλητηρίου και απόσυρση του από το κτηματολόγιο και διάταγμα για πώληση του ακινήτου. Αναφερόμενος στην εμπλοκή των εναγομένων 3, ανέφερε ότι αυτοί την 23.01.2008 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις των εναγομένων 1 και 2 υπογράφοντας τη συμφωνία εγγύησης και κάλυψης ημερ. 23.01.2008 (Τεκμ. 7). Ουδέποτε έγινε άλλη παράλληλη συμφωνία πλην από τη συμφωνία εγγύησης (Τεκμ. 7), και αυτή η εγγύηση είναι κανονική και συνήθης εγγύηση, η οποία όμως τερματίζεται εάν μετά την έκδοση χωριστών τίτλων ιδιοκτησίας για το επίδικο διαμέρισμα αυτό μεταβιβαστεί στους εναγόμενους και εγγραφεί υποθήκη προς όφελος των εναγόντων για ποσό ίσο με το 110% των υποχρεώσεων των εναγομένων 1 και
  6. Αυτές οι προϋποθέσεις όμως στην προκείμενη περίπτωση δεν έχουν εκπληρωθεί. Ο μάρτυς διαφωνώντας με θέση που προβάλλουν οι εναγόμενοι 3 στην υπεράσπιση τους, ανέφερε ότι δεν συμφωνεί ότι η εκχώρηση αποτελεί και μεταφορά των υποχρεώσεων των εναγομένων 1 και 2 στους ενάγοντες γιατί η εκχώρηση αποτελεί εκχώρηση δικαιωμάτων ως εξασφάλιση της οφειλής των εναγομένων 1 και 2 όπως ρητά αναφέρεται στη Συμφωνία Εκχώρησης (Τεκμ. 5) και αναγνωρίζεται και από τη σχετική Νομοθεσία τον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο. Οι εναγόμενοι 1 και 2 ήταν πελάτες των εναγομένων 3, αυτοί τους παρουσίασαν στους ενάγοντες, γνώριζαν την οικονομική τους κατάσταση και οι ενάγοντες έλαβαν όλα τα αναγκαία στοιχεία για την οικονομική κατάσταση των εναγομένων 1 και
  7. Οι ενάγοντες, ανέφερε, δεν έχουν παραβεί οποιανδήποτε υποχρέωση τους προς τους εναγομένους
  8. Ο μάρτυς δηλώνει περαιτέρω ότι γνωρίζει, κάτι που επιβεβαιώνεται και από το Τεκμ. 2 ότι οι εναγόμενοι έλαβαν τα χρήματα που αξιώνουν, τα χρησιμοποίησαν, έλαβαν το όφελος τους, τα οφείλουν στους ενάγοντες, ουδέποτε οι ενάγοντες τους τα χάρισαν και οι εναγόμενοι αρνούνται να τους τα επιστρέψουν. Για όλους τους ανωτέρω λόγους οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγομένων 3 απόφαση για 223.621,00 Ελβετικά Φράγκα και ή το ισάξιο σε ευρώ πλέον τόκους προς 1 μηνός Libor πλέον περιθώριο 3,50 % και τόκο υπερημερίας 5% ετησίως από 1.7.2009 πλέον συσσωρευμένους τόκους ύψους 1.343,86 Ελβετικά Φράγκα και ή το ισάξιο σε ευρω από 1.07.2009 μέχρι 5.8.2009 κεφαλαιοποιούμενο δύο φορές τον χρόνο την 30.6 και 31.
  9. κάθε χρόνου. Ο μάρτυς κατάθεσε την επιστολή που στάλθηκε στους εναγομένους 3 ως Τεκμ. 8 και με αυτή τους κοινοποίησαν ότι έχουν τερματίσει τη συμφωνία τους με τους εναγομένους 1 και 2 και ότι τους καθιστούσαν και αυτούς υπεύθυνους για το παρουσιαζόμενο υπόλοιπο του δανείου. Ανέφερε ότι τα έγγραφα που κατάθεσε ως τεκμήρια περιήλθαν στην κατοχή του λόγω της ιδιότητας του στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών των εναγόντων. Ο ίδιος εφόσον δεν ήταν εμπλεκόμενος, δεν γνωρίζει τις συνθήκες κατάρτισης της συμφωνίας. Ο κ. XXXXX Αζάς (Μ.Ε.1), στην αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν είχε άλλα έγγραφα στην κατοχή του και ως εκ τούτου ούτε την αίτηση που υπέβαλαν οι εναγόμενοι 1 και 2 για έγκριση της δανειοδότησης τους στις 21.01.
  10. Παρόλο ότι ήταν ο ίδιος που είχε εκτυπώσει την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 2), παραδέχθηκε ότι δεν είχε σχέση με τη διαμόρφωση της. Εξήγησε ότι η ένδειξη επί του Tεκμ. 2 «S.Order - FROM A 100» σημαίνει την πληρωμή κάποιων ποσών από άλλον λογαριασμό με πάγια τραπεζική εντολή. Σε σχέση με χρεώσεις που εμφαίνονται στον λογαριασμό, ανέφερε ότι υπάρχουν κάποιες χρεώσεις πέραν των τόκων όπως χρεώσεις για πληρωμή ασφαλειών που αφορούσαν το ακίνητο, χρεώσεις που γίνονταν κάθε χρόνο και ήταν, όπως ανέφερε, προς όφελος των εναγομένων 1 και 2, εμφαίνονταν επίσης τόκοι καθυστερήσεων. Παραδέχθηκε ότι τοκίζονταν στη συνέχεια και αυτά τα ποσά και χρεώνονταν στον επίδικο λογαριασμό. Η κα XXXXX Λαγούδη (Μ.Ε. 2), εργαζόταν κατά τον επίδικο χρόνο ως λειτουργός εξυπηρέτησης στους ενάγοντες στην Επαρχία Αμμοχώστου στο Τμήμα Στεγαστικών Δανείων Ξένων Υπηκόων. Στη δική της Γραπτή Δήλωση (Έγγραφο Β), δήλωσε ότι στα πλαίσια των καθηκόντων της μαζί με άλλους συναδέλφους της χειρίστηκε τη δανειοδότηση προς τους εναγομένους και έτσι γνώριζε προσωπικά τα γεγονότα. Εξήγησε ότι το δάνειο παραχωρήθηκε στους εναγομένους 1 και 2 τους οποίους τους παρουσίασαν οι εναγόμενοι 3 οι οποίοι ήταν και είναι γνωστοί επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και είχαν συμφωνήσει στην πώληση ενός διαμερίσματος όπως φαίνεται στο Τεκμ. 6 το οποίο εκχωρήθηκε στους ενάγοντες με βάση το Τεκμ.
  11. Εξέτασαν την οικονομική κατάσταση των εναγομένων 1 και 2 και πήραν όλα τα αναγκαία στοιχεία για την αξιολόγηση της οικονομικής τους κατάστασης. Οι εναγόμενοι 1 και 2 είχαν ζητήσει οι ίδιοι όπως το δάνειο να ήταν σε Ελβετικά Φράγκα και αφού τους εξήγησαν πλήρως τους συναλλαγματικούς κινδύνους και αφού τους ανέφεραν ότι τους κατανόησαν, γιατί και αυτούς τα εισοδήματα τους ήταν σε ξένο συνάλλαγμα δηλαδή σε Στερλίνες, ζήτησαν την δανειοδότηση τους σε Ελβετικά Φράγκα και υπέγραψαν και σχετική δήλωση. Οι ενάγοντες κατέβαλαν στους εναγομένους 3 το ποσό του δανείου οι οποίοι τους είχαν υπογράψει τη συμφωνία εγγύησης και κάλυψης (Τεκμ. 7). Με επιστολή του (Τεκμ. 8), είχαν αξιώσει από τους εναγομένους 3 την καταβολή του ποσού που όφειλαν πλέον τους τόκους του εφόσον οι πρωτοφειλέτες δεν κατέβαλλαν τις δόσεις τους και για τούτο είχαν τερματίσει την λειτουργία των λογαριασμών τους και υπέβαλαν απαίτηση σε αυτούς να αποπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους. Οι εναγόμενοι 1 και 2 παρά το ότι τους επιδόθηκε η αγωγή δεν εμφανίστηκαν και ούτε αμφισβήτησαν τις αξιώσεις των εναγόντων αποδεχόμενοι στην ουσία τις θέσεις και την απαίτηση των εναγόντων. Αναγνώρισε τις επιστολές (Τεκμ. 3 και 8) και τις υπογραφές που αυτές φέρουν και ισχυρίστηκε ότι αυτές στάλθηκαν από τους ενάγοντες στους εναγομένους και ότι αυτές ουδέποτε επεστράφησαν γιατί εάν επιστρέφονταν θα τις τοποθετούσαν στο φάκελο του πελάτη, κάτι που δεν έγινε στην προκείμενη περίπτωση. Για όλα τα πιο πάνω αξιώνει εκ μέρους των εναγόντων απόφαση εναντίον των εναγομένων 3 ως η απαίτηση τους. Κατάθεσε ως Τεκμ. 10 έντυπα με τα οικονομικά στοιχεία των εναγομένων 1 και 2 και τις δηλώσεις τους για τη σύναψη του δανείου τους σε Ελβετικό Φράγκο ως Τεκμ.
  12. Κατάθεσε επίσης την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου των εναγομένων 3 για την παροχή εγγύησης για τη δανειοδότηση πελατών της (Τεκμ. 12), Βεβαίωση της Κεντρικής Τράπεζας ότι οι ενάγοντες λειτουργούν ως τραπεζικό ίδρυμα κάτω από τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις της Κυπριακής Δημοκρατίας ως Τεκμ. 13 και ως Τεκμ. 14 και 15 έντυπα των εναγόντων με στοιχεία της εναγομένων 3 προς αξιολόγηση τους τιτλοφορούμενα ως «σύστημα διαβάθμισης πιστούχων» σύμφωνα με τα οποία οι εναγόμενοι 3 κατατάσσονταν στην βαθμίδα Α 2 που είναι όπως εξήγησε η μάρτυρας η 2η καλύτερη κατηγορία για σκοπούς δανειοδότησης. Κατά την αντεξέταση της κας XXXXX Λαγούδη (Μ.Ε. 2), προέκυψε ότι αυτή εργαζόταν στους ενάγοντες από το 2000 και ότι από το 2008 εργαζόταν στο Τμήμα Στεγαστικών Δανείων. Έχει σπουδάσει Διοίκηση Επιχειρήσεων σε πανεπιστήμιο του Λονδίνου με μαθήματα λογιστικής και μάρκετινγκ. Ανέφερε ότι εργαζόταν πάντοτε στο τμήμα χορηγήσεων δανείων της τράπεζας και ότι ασχολείτο και με τις χορηγήσεις δανείων σε ξένο νόμισμα και ως προς τούτο είχε παρακολουθήσει σχετικά σεμινάρια που διοργάνωνε η τράπεζα όχι μόνο με εσωτερικούς αλλά και με εξωτερικούς συνεργάτες της. Εξήγησε ότι στο Τμήμα που εργαζόταν συνεργάζονταν μεταξύ τους οι συνάδελφοι της και δεν είχαν ξεχωριστούς πελάτες ο καθένας. Για παράδειγμα ανέφερε ότι στην προκείμενη περίπτωση μπορεί να είχε μαζέψει αυτή τα στοιχεία των πελατών τους - των εναγομένων 1 και 2 - αλλά στη συνέχεια να τα επεξεργάστηκε συνάδελφος της. Παραδέχθηκε ότι στο Τεκμ. 10 αναγράφονται τα στοιχεία που είχε δώσει ο πελάτης τους. Ανεξάρτητα από που και από ποιόν συμπληρώθηκε το έντυπο αυτό επρόκειτο για στοιχεία που παρείχε ο πελάτης ο οποίος το υπέγραφε και υπέβαλλε στην τράπεζα. Η μάρτυς αναγνώρισε τις υπογραφές συναδέλφων της που υπέγραψαν ως μάρτυρες στα Τεκμ. 5 και
  13. Παρόλο ότι γνώριζε τη διαδικασία που ακολουθούσε η Τράπεζα για μια τέτοια δανειοδότηση, την οποία και εξήγησε, εντούτοις δεν αναγνώρισε σε έγγραφα που αφορούσαν την επίδικη συμφωνία δική της υπογραφή. Ανέφερε στη συνέχεια ότι στην αίτηση τους οι πελάτες έκαναν αναφορά και σε ποιο νόμισμα ήθελαν να δανειστούν και στην προκείμενη περίπτωση ζήτησαν συγκεκριμένο νόμισμα στο οποίο ήθελαν να δανειστούν που ήταν το Ελβετικό Φράγκο. Η μάρτυς εξήγησε περαιτέρω ότι οι πελάτες κατά την επίδικη χρονική περίοδο πήγαιναν στην τράπεζα και ήταν ήδη ενήμεροι από τις εταιρείες ανάπτυξης γης για τη δυνατότητα τους να δανειστούν και σε ξένο νόμισμα ανάλογα με το πως τους συνέφερε. Ανέφερε ότι ούτε η ίδια ούτε και κανένας συνάδελφος της είχε συστήσει ποτέ σε κανένα πελάτη να πάρει δάνειο σε Ελβετικά Φράγκα. Πελάτες των εναγομένων 3 είχαν δανειστεί από ό,τι ήξερε σε Ελβετικά Φράγκα και από άλλες τράπεζες με τις οποίες συνεργάζονταν. Η εγγύηση Τεκμ. 7, την οποία υπέγραψαν οι εναγόμενοι 3 ήταν σε Ελβετικά Φράγκα. Γνώριζε τους συναδέλφους της που επιμαρτύρησαν την υπογραφή εκ μέρους των εναγομένων
  14. Εξήγησε ότι δεν υπάρχει έγγραφο που να δίδεται στον εγγυητή ενός δανείου όπου να εξηγείται σε αυτόν ο συναλλαγματικός κίνδυνος του δανεισμού σε ξένο νόμισμα. Ο εγγυητής έχει υποχρέωση να καταβάλει το ποσό της εγγύησης του αν φτάσει σε εκείνο το σημείο στο νόμισμα στο οποίο έγινε η δανειοδότηση. Η ίδια δεν θυμόταν να είχε δει τον κ. Τζιοβάνη που ήταν ο διευθυντής των εναγομένων 3 να πηγαίνει στην Τράπεζα και να υπογράφει την σύμβαση εγγύησης. Η τράπεζα, ανέφερε, δεν διέθετε οποιοδήποτε προϊόν που να ασφάλιζε την αγορά ή πώληση ξένων νομισμάτων. Ανέφερε ότι από ό,τι θυμόταν οι πρωτοφειλέτες αρχικά πλήρωναν τις δόσεις του δανείου τους. Δεν γνώριζε αν το διαμέρισμα το οποίο είχαν αγοράσει από τους εναγομένους 3 έχει αποπερατωθεί. Όταν υποδείχθηκε στη μάρτυρα εγκύκλιος της Κεντρικής Τράπεζας που απευθυνόταν στις εμπορικές τράπεζες και αφορούσε τον δανεισμό σε ξένο νόμισμα, η μάρτυς ανέφερε ότι δεν την είχε ξαναδεί. Η μάρτυς δεν θυμόταν αν είχε δει ή συνομιλήσει ποτέ με τους πρωτοφειλέτες του δανείου. Το δάνειο κατά το χρόνο που είχε χορηγηθεί είχε παραμείνει στο Τμήμα της για παρακολούθηση καθώς αυτή ήταν η διαδικασία που ακολουθούσε τότε η τράπεζα. Ήταν δε αυτή που είχε διαπιστώσει πριν την έγερση της αγωγής ότι υπήρχαν καθυστερήσεις πληρωμής των δόσεων. Είχε μιλήσει η ίδια προφορικά τόσο με τους πρωτοφειλέτες όσο και με την εγγυήτρια για το ζήτημα, όπως ήταν η πρακτική που ακολουθούσαν στην τράπεζα τους, πριν προχωρήσουν σε τερματισμό της συμφωνίας. Οι πρωτοφειλέτες δεν επέδειξαν συνεργασία για ρύθμιση του δανείου και γι' αυτό οι ενάγοντες προχώρησαν στον τερματισμό της συμφωνίας τους. Επανέλαβε ότι το δάνειο εφόσον δόθηκε σε ξένο νόμισμα θα έπρεπε να αποπληρωθεί σε αυτό. Στη σύμβαση από ό,τι γνώριζε φαινόταν ο συναλλαγματικός κίνδυνος αλλά δεν ήξερε αν αυτός φαινόταν και στη σύμβαση εγγύησης. Ο κ. XXXXX Κούσουλος (Μ.Υ.1), ανέφερε ότι εργάζεται στην Κεντρική Τράπεζα Κύπρου από τον Μάρτιο
  15. Εξήγησε ότι η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ρυθμίζει την δημοσιονομική πολιτική του Κράτους και ότι έχει την ευθύνη της εποπτείας των εμπορικών τραπεζών. Παρουσίασε την εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας για τον δανεισμό σε ξένο νόμισμα με ημερομηνία 11.10.2006 η οποία σημειώθηκε ως Τεκμ.
  16. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυς ανέφερε ότι οι ενάγοντες είναι αδειοδοτημένοι από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου να ασκούν εργασίες εμπορικής τράπεζας, μεταξύ των οποίων και παροχής δανείων σε ξένο νόμισμα. Σε ερώτηση κατά πόσο το περιεχόμενο του Τεκμ. 11, που είναι η δήλωση των πρωτοφειλετών ότι τους εξηγήθηκαν οι συνέπειες λήψης δανείου σε Ελβετικό Φράγκο, συνάδει με την ως άνω εγκύκλιο, ανέφερε ότι δεν συμπεριλαμβάνονταν σε αυτή αριθμητικά παραδείγματα, παραδέχθηκε όμως στη συνέχεια ότι πουθενά δεν αναφέρεται στην εγκύκλιο ότι το αριθμητικό παράδειγμα θα πρέπει να αναφέρεται στη δήλωση που υπογράφουν οι δανειολήπτες. ΓΕΝΙΚΑ ΠΕΡΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες που κατάθεσαν για τους διαδίκους στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Παρακολούθησα τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν, το καλό μνημονικό τους και γενικά τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρος (βλ. C&A Pelekanos Assoc.Ltd v. Πελεκάνου,
(1999)1 ΑΑΔ σελ. 1273, στις σελ. 1280 -1281). Για τον τρόπο αντίκρισης μιας μαρτυρίας έχω περαιτέρω υπόψη μου τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 ΑΑΔ 506, ότι δηλαδή η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρος πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Λαμβάνω επίσης υπόψη τα όσα έχουν λεχθεί από τον έντιμο κ. Σ. Ναθαναήλ, Δ. πάνω στο ίδιο ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαπή Λτδ v. Πολυβίου,
(2009)1 ΑΑΔ 339 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Έχει υποδειχθεί κατ' επανάληψη ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (Αντωνίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Η αξιολόγηση μιας μαρτυρίας είναι λεπτό και δύσκολο έργο και το Δικαστήριο θα πρέπει να δίνει πάντοτε επαρκείς λόγους για την αποδοχή ή απόρριψη αυτής, με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Έχει εξηγηθεί στη Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.,
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, ότι:«... πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατό να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από τη δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ' ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής.» Στην υπόθεση Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.,
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νουν καθ' όλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης, ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και των μαρτύρων τους. Η προσπάθεια μου θα διαλαμβάνει περαιτέρω τη σύγκριση και αντιπαραβολή της προφορικής μαρτυρίας, τις παραδοχές και αρνήσεις των μαρτύρων σε συσχετισμό με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, την οποία έχω εξετάσει και μελετήσει με προσοχή, και σε συσχετισμό ασφαλώς με το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων (βλ. Phipsonon Evidence 14η έκδοση
(1990)Παρ. 12 - 20 και Λάρκου κ.α. v. Παναγή,
(1996)1 ΑΑΔ 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 ΑΑΔ 447). Στη διεργασία διάπλασης ευρημάτων γεγονότων, έλαβα υπόψη μου επιπρόσθετα την ύπαρξη ή παράλειψη αντεξέτασης σε ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας με γνώμονα το γενικό κανόνα ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρος είτε σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του είτε σε σχέση με ισχυρισμούς που εκπηγάζουν από τη δικογραφία, ισοδυναμεί κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις με αποδοχή τους (βλ. Aloupou and another v. HjiGeorghiou and Another and the Attorney General of the Republic
(1984)CLR 475). Δεν θα πρέπει επίσης να διαφεύγει της προσοχής, ότι η απουσία αντεξέτασης δυνατό να μην αποσείσει, αφ' εαυτής, το όποιο βάρος απόδειξης που έχει η κάθε πλευρά να αποσείσε σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα (βλ. Πιττάλη κ.ά. v. Ianira Enterprises Ltd κ.α.,
(1997)1 ΑΑΔ 814). Τέλος, θα λάβω υπόψη μου τις επισημάνσεις που έγιναν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων κατά τις τελικές τους αγορεύσεις όπου ανάλυσαν τη μαρτυρία, κατά τον τρόπο βέβαια που η κάθε πλευρά την αντιλήφθηκε, και τις θέσεις ή απόψεις τους επί της νομικής πτυχής της υπόθεσης και την ερμηνεία που η κάθε πλευρά προσέδωσε σε αυτή. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νουν αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος να προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας όπου χρειαστεί θα αναφερθώ εκ νέου στις πιο πάνω όπως και σε άλλες ασφαλώς νομολογιακές αρχές και αυθεντίες. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ: Αποδέχομαι τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα πρέπει να πω ότι μου προκάλεσαν την εντύπωση ειλικρινών ανθρώπων και δεν είχαν κανένα λόγο να μην πουν την αλήθεια ενώπιον του Δικαστηρίου ή να παραποιήσουν την αλήθεια. Η παραδοχή τους ότι δεν γνώριζαν διάφορα γεγονότα που ξέφευγαν από την γνώση τους ως εκ της ιδιότητας τους ή της εμπλοκής που είχαν σε αυτά για τα οποία ερωτήθηκαν ήταν χαρακτηριστική και αυτό δείχνει τα ειλικρινή και γνήσια ελατήρια με τα οποία προσήλθαν για να καταθέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία τους για την εξαγωγή των αναγκαίων κατά τα άλλα συμπερασμάτων μου. Η μαρτυρία τους ως επί το πλείστο βασιζόταν σε έγγραφη μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναμφισβήτητη. Η αντεξέταση των μαρτύρων τόσο αυτών που κατάθεσαν για τους ενάγοντες όσο και αυτού που παρουσίασε η Υπεράσπιση δεν αποσκοπούσε, όπως αντιλήφθηκα, στο να αναδειχθεί η αναλήθεια των όσων κατέθεσαν στο Δικαστήριο αλλά τους υποβλήθηκαν κατά βάση διευκρινιστικού τύπου ερωτήσεις. Η νομική αντίληψη τους και η ερμηνεία των εγγράφων ή αναφορών σε αυτά δεν είναι ζήτημα προς αξιολόγηση ούτε και είναι θέμα που θα εξαχθεί από μαρτυρία τους οι οποίοι είναι και έτσι εκλαμβάνονται ως μάρτυρες επί γεγονότων και μόνον. Ακόμα και αυτή που προσφέρθηκε από τον Μ.Υ. η οποία αφορούσε την Εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, της οποίας το περιεχόμενο, με την κατάθεση της ως τεκμηρίου, βρίσκεται πλέον ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ενέχει πλέον οποιαδήποτε αξία. Στην υπόθεση Κρητικού v. Π. Γ. Παυλίδης Enterprises Ltd
(2002)1 AAΔ 969 και στην υπόθεση Ζερβός v. Hellenic Bank Public Company Ltd,
(2013)1 AAΔ 2357 τονίστηκε η ανάγκη ανάλυσης της μαρτυρίας κατά τρόπο που να εστιάζεται σε εκείνα τα θέματα που έχουν άμεση σχέση με τα επίδικά ζητήματα, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στις σωστές τους διαστάσεις και να επιλύονται πάνω σε αιτιολογημένη βάση. Επομένως, θα προχωρήσω στη συνέχεια στην ανάλυση της μαρτυρίας που δόθηκε και όπου χρειαστεί θα εκθέτω την κρίση μου επί αυτής με την εξαγωγή ανάλογων ευρημάτων. Είναι γεγονός ότι οι μάρτυρες της πλευράς των εναγόντων αντεξετάστηκαν πολύ περιορισμένα, όχι όμως κατά την άποψη μου και άστοχα από πλευράς του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγομένων 3, εφόσον η αντεξέταση τους εστιαζόταν σε συγκεκριμένα θέματα τα οποία ήθελε να διευκρινιστούν προς ανάδειξη των προβαλλόμενων θέσεων της Υπεράσπισης. Διέκρινα ενόψει της γενικότερης υπερασπιστικής γραμμής ότι όπου θα έπρεπε να είχαν ερωτηθεί οι μάρτυρες για να διευκρινιστούν κάποια θέματα ή όπου έπρεπε να τους υποβληθεί η θέση της Υπεράσπισης επί αυτών για να τη σχολιάσουν ότι αυτό έγινε, ανάλογα ασφαλώς με το τι ο καθένας κλήθηκε για να καταθέσει για όσα ενέπιπταν εντός του πεδίου της γνώσης τους. Σε σχέση με την εισήγηση της πλευράς των εναγόντων επί του προκειμένου, ότι τάχα η μαρτυρία τους παρέμεινε στην ουσία της αναντίλεκτη, αν και δεν με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο στη βάση των όσων αμέσως πιο πάνω ανέφερα, εντούτοις παρατηρώ τα ακόλουθα παραπέμποντας σε σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του κ. Τ.Θ. Οικονόμου, Α.Ε.Δ. όπως ήταν τότε, στην Αγ. 1057/2004 του Ε.Δ. Λάρνακας Σάββας Μ. Πίριλλος Λτδ v. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου με ημερομηνία 9.01.2008 ότι: «Το καθήκον του Δικαστηρίου να αξιολογεί τη μαρτυρία δεν ατονεί υπό την έννοια ότι οφείλει να αποδεχθεί οπωσδήποτε οποιουσδήποτε ισχυρισμούς επειδή έμειναν χωρίς αντεξέταση και επειδή δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία. Όταν μάλιστα από το σύνολο των περιστατικών προκύπτει ότι η παράλειψη της άλλης πλευράς δεν μπορεί να εκληφθεί ως παραδοχή.» Η απουσία αντεξέτασης δυνατό να μην αποσείει, αφ' εαυτής το όποιο βάρος απόδειξης υπέχουν οι διάδικοι σε σχέση με τα επίδικα ή σχετικά με αυτά γεγονότα (βλ. Πιττάλης κ.α. v. ΙΑΝΙRA Enterprises Ltd κ. ά,
(1997)1(Β) ΑΑΔ σελ. 814, βλ. ακόμα Τ. Ηλιάδη Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 220-221 και Phipson On Evidence παρ. 12-13). Η πλευρά δε των εναγομένων 3 δεν είχε καμιά υποχρέωση να προσκομίσει μαρτυρία για να αποδείξουν τον νόμο στον οποίο εδραζόταν κατ' ουσία η υπεράσπιση τους. Ο νόμος αυταπόδειχτος και δεν επιδέχεται την προσαγωγή μαρτυρίας σύμφωνα με το σύγγραμμα «Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ» σελ. 61 επ. Έκδοση του 1983 του Γιώργου Π. Κακογιάννη. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι είχαν την καλοσύνη να μου προσκομίσουν γραπτά κείμενα των αγορεύσεων τους στις οποίες, εκτός από την ανάλυση της δοθείσας μαρτυρίας στην οποία προβαίνουν, με παρέπεμψαν και σε σχετική επί των θιγομένων θεμάτων νομολογία και αυθεντίες. Τις μελέτησα και λαμβάνω υπόψη μου τις επισημάνσεις τους οι οποίες ήταν αρκούντως υποβοηθητικές στο έργο μου. Όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει θα γίνει ειδικότερη αναφορά σε αυτές. ΟΙ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ - ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Οι ενάγοντες προς απόδειξη των αξιώσεων τους όφειλαν να αποδείξουν: (α) τη νομότυπη υπογραφή των συμφωνιών και της εγγύησης και (β) το υπόλοιπο του λογαριασμού. Από εκεί και πέρα το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους των εναγομένων για να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. 1. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ,
(2009)1 (Α) ΑΑΔ 479). Στη σελ. 493 της απόφασης αυτής αναφέρονται τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζοντας τη μαρτυρία που είχε παρουσιαστεί είχε αποφανθεί ότι η αξίωση της εφεσείουσας τράπεζας με βάση το περιεχόμενο της σχετικής συμφωνίας δεν μπορούσε να επιτύχει. Η εφεσείουσα τράπεζα αμφισβητεί την ορθότητα του πιο πάνω πρωτόδικου συμπεράσματος και ισχυρίζεται ότι από τη μαρτυρία που είχε παρουσιαστεί, η αξίωση της θα μπορούσε να είχε γίνει αποδεκτή. Η πιο πάνω εισήγηση είναι ορθή. Η εφεσείουσα τράπεζα απέδειξε τη νομότυπη υπογραφή της συμφωνίας (Τ.1), την σύναψη της συμφωνίας εγγύησης (Τ.8) και το υπόλοιπο του λογαριασμού με την κατάθεση των Τεκμηρίων 9 και 11. Οι καταστάσεις του λογαριασμού (Τ.9 και 11), μαζί με την πιστοποίηση του αρμόδιου Λειτουργού της εφεσείουσας τράπεζας, ότι αυτά αποτελούσαν απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας, συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων (Άρθρο 22 του Κεφ. 9 όπως έχει τροποποιηθεί). Από τη στιγμή που τα πιο πάνω έγγραφα έγιναν εκ συμφώνου αποδεκτά το περιεχόμενό τους συνιστούσε ικανοποιητική μαρτυρία που μπορούσε να οδηγήσει σε απόδειξη των ισχυρισμών της εφεσείουσας τράπεζας. Έτσι το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους των εφεσίβλητων για να αποδείξουν την μη ύπαρξη των καταχωρίσεων και/ή την καταχώριση λανθασμένων καταχωρίσεων προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους. Οι εφεσίβλητοι απέτυχαν να αντικρούσουν την πιο πάνω μαρτυρία. Στην ουσία υπήρξε αντιστροφή του βάρους απόδειξης από το Δικαστήριο.» Οι ενάγοντες με την παρουσίαση του Εγγράφου Συμφωνίας Στεγαστικού Δανείου (Τεκμ. 1), του Εγγράφου Εγγυήσεως (Τεκμ. 7), τις επιστολές τερματισμού του (Τεκμ. 3 και 8), κατάσταση του επίδικου λογαριασμού (Τεκμ. 2) όπως και του πιστοποιητικού δυνάμει του άρθρου 35
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 (Τεκμ. 4) και οι αναφορές του κ. XXXXX Αζά (Μ.Ε.1) σε αυτές προς συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Άρθρου 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 κατά τρόπο που τις καθιστούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτή, τη Συμφωνία Εκχώρησης (Τεκμ. 5), το Πωλητήριο Έγγραφο (Τεκμ. 6) και την απόφαση για τους εναγομένους 1 και 2 (Τεκμ. 9) έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν σημειώνω χωρίς ένσταση και το περιεχόμενο τους δεν αμφισβητήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο, κρίνω ότι έχουν αποσείσει το όποιο βάρος είχαν προς απόδειξη των ισχυρισμών και τελικά των αξιώσεων τους. Επομένως το βάρος απόδειξης ανεστράφη και όφειλαν οι εναγόμενοι 3 να παρουσιάσουν τέτοια μαρτυρία προς απόδειξη των δικών τους ισχυρισμών (βλ. Παναγιώτης Ζερβός v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Π.Ε. 340/2009 ημερ. 21.11.2013) την οποία όμως παρέλειψαν να παρουσιάσουν και ως εκ τούτου η σχετική μαρτυρία των εναγόντων παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη. Βέβαια επί μέρους σχολιασμός των ως άνω θα γίνει και στη συνέχεια. Στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας βρίσκω ότι η σύναψη της συμφωνίας παροχής στεγαστικού δανείου μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1 και 2, της συμφωνίας εγγύησης εκ μέρους των εναγομένων 3, η συμφωνία εκχώρησης του επίδικου διαμερίσματος την οποία υπέγραψαν οι εναγόμενοι 1 και 2 και προσυπέγραψαν οι εναγόμενοι 3 - κάτι που αποδεικνύει την γνώση τους γι' αυτή -, ο τερματισμός της συμφωνίας δανείου και η κοινοποίηση του και ενημέρωση προς τούτο και των εναγομένων 3 λόγω της μη συμμόρφωσης των εναγομένων 1 και 2 με τους όρους καταβολής του υπόλοιπου του δανείου όπως έχει καταδειχθεί από την κατάθεση του λογαριασμού (Τεκμ. 2) που είχε ανοιχθεί προς αυτόν τον σκοπό και το περιεχόμενο όλων αυτών των εγγράφων που αποδεικνύουν τα ανωτέρω, καθίστανται εφόσον δεν υπήρξε αμφισβήτηση τους και ευρήματα μου. Οι εναγόμενοι 3 αρνούνται γενικά τις αξιώσεις των εναγόντων. Οι βασικοί τους ισχυρισμοί επί των οποίων βασίζουν την Υπεράσπιση τους συνίστανται στους ακόλουθους: (α) Οι ενάγοντες ως τραπεζικό ίδρυμα δεν άσκησαν επιμελώς τα καθήκοντα τους κατά την αξιολόγηση του δανείου, (β) η εγγύηση τους αφορούσε μόνο την έκδοση τίτλου, (γ) υπήρχε άλλη παράλληλη συμφωνία, (δ) η Συμφωνία Εκχώρησης δημιουργεί υποχρέωση στους ενάγοντες - τράπεζα για πληρωμή οποιουδήποτε τυχόν οφειλόμενου ποσού. Η ευθύνη των εναγομένων 3 έναντι των εναγόντων δημιουργήθηκε με τη σύναψη του Εγγράφου Εγγυήσεως (Τεκμ. 7), η οποία δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι καταρτίστηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Στην υπόθεση Αρ. Αγ. 1480/2013 Ε.Δ. Λάρνακας Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Fiordaliso Trading Ltd, ημερ. 28.08.2015 του κ. Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. στη σελ. 12 της απόφασης του αναφέρει: «Για να είναι ο εγγυητής υπόχρεος να καταβάλει το χρέος και συνεπώς, να μπορεί προς τούτο να εναχθεί, πρέπει να τηρούνται δύο προϋποθέσεις: (α) Το χρέος πρέπει να έχει καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη, να έχει δηλαδή ο πρωτοφειλέτης υποχρέωση για την αποπληρωμή του, και (β) να έχει υποβληθεί αξίωση αποπληρωμής από το δανειστή προς τον εγγυητή εάν υφίσταται τέτοια πρόνοια στη συμφωνία εγγύησης.» Όπως και στην πιο πάνω υπόθεση έτσι και στην παρούσα ανατρέχοντας στο περιεχόμενο του Εγγράφου Εγγυήσεως διαπιστώνω ότι δεν υφίσταται η ως άνω υπό (β) πρόνοια. Αντίθετα και εδώ αναφέρεται ότι οι εγγυητές συμφωνούν ότι θα έχουν πλήρη ευθύνη προς την τράπεζα για το ποσό του δανείου ως να ήταν πρωτοφειλέτες. Οι εναγόμενοι 3 καταλογίζουν στους ενάγοντες αμελή άσκηση των καθηκόντων τους κατά την αξιολόγηση της χρηματοπιστωτικής ικανότητας των εναγομένων 1 και 2 για να τους παράσχουν το δάνειο. Ήταν όμως αυτοί που είχαν συστήσει και παρουσιάσει τους εναγομένους 1 και 2 στους ενάγοντες ως συμβληθέντες μαζί τους για την αγορά ενός διαμερίσματος με συμφωνία που ήδη είχαν συνάψει στις 21.12.2007 (Τεκμ. 6) και είχαν προεισπράξει ποσό €51.528,04σ. ήδη από 5. 11. 2007 (βλ. όρο 4(
  1. b)Τεκμ. 6), και ήταν ένα μήνα αργότερα ήτοι στις 21.01.2008 που οι ενάγοντες παραχώρησαν το δάνειο σε αυτούς αφού ασφαλώς τους έδωσαν τα αναγκαία στοιχεία όπως εμφαίνονται στην αίτηση τους για την παραχώρηση ενυπόθηκου δανείου (Τεκμ. 10) τιτλοφορούμενο ως ¨Mortgage Loan Application - Non Residents¨ και στη βάση ακριβώς αυτής της πληροφόρησης που είχαν προέβησαν σε αξιολόγηση και έγκριση τους εφόσον κρίθηκαν ικανοποιητικά, όπως ανέφερε στη μαρτυρία της η κα XXXXX Λαγούδη (Μ.Ε.2). Επομένως, σύμφωνα και με όσα ανέφερε ο κ. XXXXX Αζάς (Μ.Ε. 1) επί του ιδίου θέματος, δεν βρίσκω ότι οι ενάγοντες έχουν παραβεί οποιανδήποτε υποχρέωση που είχαν έναντι των εναγομένων 3. Η κα XXXXX Λαγούδη (Μ.Ε.2 κατάθεσε τα σχετικά έγγραφα - τεκμήρια που αφορούσαν τόσο την περιουσιακή κατάσταση των εναγομένων 1 και 2 (Τεκμ. 10), αλλά και αυτή των ιδίων των εναγομένων 3 (Τεκμ. 14 και 15), όσο και την εισοδηματική τους δυνατότητα. Το ζήτημα αυτό διαπραγματεύτηκε στην υπόθεση Παναγιώτου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A501, Πολ. Έφεση Αρ. 276/2009 ημερ. 9.07.2014 ο Πρόεδρος του Α.Δ. κ. Μ. Νικολάτος ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: « . Υπ' αυτές τις περιστάσεις, δεν θεωρούμε, ότι υπήρχε υποχρέωση της εφεσίβλητης τράπεζας να αποκαλύψει στον εφεσείοντα οποιαδήποτε ουσιαστικά περιστατικά ή πληροφορίες για την πρωτοφειλέτιδα.» Επομένως η αξιολόγηση των δανειοληπτών ήταν απόλυτη ευθύνη των εναγόντων οι οποίοι στη βάση των κριτηρίων που ακολουθούν και νοουμένου ότι το επίδικο διαμέρισμα θα υποθηκευόταν έκριναν ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 πληρούσαν τα κριτήρια για τη δανειοδότηση τους. Σε σχέση με την Υπεράσπιση των εναγομένων 3, ότι η εγγύηση που είχαν παράσχει αφορούσε την εγγύηση εκ μέρους τους ότι θα εξέδιδαν τίτλο για το αγορασθέν από τις εναγόμενες 1 και 2 διαμέρισμα και όχι το οποιοδήποτε υπόλοιπο του λογαριασμού τους, έγινε εκτεταμένη ανάλυση και αναφορά - ερμηνεία του όρου 23 του Εγγράφου Εγγυήσεως (Τεκμ. 7) από τον ευπαίδευτο συνήγορο Υπεράσπισης. Παραθέτω τον όρο 23 για τη σημασία που ενέχει στα όσα θα συζητηθούν στη συνέχεια: «Ανεξάρτητα από τα όσα αναφέρονται ανωτέρω στο παρόν έγγραφο, μετά την έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας για το Διαμέρισμα αρ.XXXXX στο μπλοκ Ε στο συγκρότημα «XXXXX» το οποίο ανεγείρεται στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/6XXXXX8, Φ/Σχ -/2-291-380, Τμήμα 6, Τεμ.1XXXXX7, Παραλίμνι, Αμμόχωστος στο όνομα του/ της XXXXX MCMULLAN (Αρ. Διαβ.XXXXX9872) και XXXXX MCMULLAN (Αρ. Διαβ. XXXXX4167) (που στη συνέχεια θα αναφέρονται από κοινού « ο Αγοραστής»), την μεταβίβαση του/ς στο όνομα του Αγοραστή και την εγγραφή υποθήκης προς όφελος της Τραπέζης ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Πρωτοφειλέτη με την Τράπεζα, η παρούσα εγγύηση μου θα τερματισθεί. Η υποθήκη η οποία θα εγγραφεί θα είναι για ποσό ίσο με 110%, πλέον τόκων, των υποχρεώσεων του Πρωτοφειλέτη με την Τράπεζα κατά την ημερομηνία εγγραφής της υποθήκης ή για τέτοιο άλλο ποσό το οποίο θα υποδείξει η Τράπεζα.» Στην ως άνω ερμηνεία που δίδει στον όρο 23 η πλευρά των εναγομένων 3 οι ενάγοντες διά του κ. XXXXX Αζά (Μ.Ε.1) απαντούν ότι ο ως άνω όρος δεν συνιστά παράλληλη συμφωνία αλλά είναι μέρος της Συμφωνίας Εγγύησης που έχουν παράσχει οι εναγόμενοι 3 προς όφελος των εναγομένων 1 και 2. Η εγγύηση αυτή είναι κανονική και συνήθης εγγύηση, η οποία τερματίζεται εάν μετά την έκδοση χωριστών τίτλων ιδιοκτησίας για το επίδικο διαμέρισμα αυτό μεταβιβαστεί στους εναγομένους και εγγραφεί υποθήκη προς όφελος των εναγόντων για ποσό ίσο με το 110% των υποχρεώσεων των εναγομένων 1 και 2. Παρατηρώ ότι η Υπεράσπιση δεν υπέβαλε στους μάρτυρες των εναγόντων ότι εκπληρώθηκαν οι πιο πάνω όροι για να δικαιούνταν απαλλαγή τους από τις υπόλοιπες υποχρεώσεως τους που τους βαραίνουν σύμφωνα με τους όρους 1 - 22 του Εγγράφου Εγγυήσεως τους (Τεκμ. 7). Ούτε ως είχαν υποχρέωση, σύμφωνα με τη νομολογία μας, την οποία παρέθεσα πιο πάνω, παρουσίασαν σχετική μαρτυρία ότι εξέδωσαν χωριστό τίτλο για το ως άνω διαμέρισμα και άρα θα μπορούσαν να ενεργοποιηθούν οι διατάξεις του όρου 23. Ούτε και ως εκ του λόγου ότι δεν καθορίζεται επί του Εγγράφου Εγγυήσεως ο χρόνος έκδοσης τίτλου μπορεί να εκληφθεί η αγωγή ως πρόωρη. Στην προκείμενη περίπτωση έχουμε παραβίαση της συμφωνίας παροχής στεγαστικού δανείου από τις εναγόμενες 1 και 2 με τη μη καταβολή των συμφωνηθέντων δόσεων τους όπως εμφαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού του (Τεκμ.2) και αυτό δεν αμφισβητήθηκε ούτε και από τις ίδιες εφόσον δεν προέβαλαν Υπεράσπιση και άφησαν να εκδοθεί απόφαση εναντίον τους, δεν έχουμε μαρτυρία για την έκδοση τίτλου η οποία θα ενεργοποιούσε τις υπόλοιπες πρόνοιες του όρου 23 με πρωτοβουλία αντιλαμβάνομαι των εναγομένων 3 και αυτή την υποχρέωση τους την εξαγάγω ως αναπόδραστο συμπέρασμα από τους όρους του Εγγράφου Πωλήσεως (Τεκμ. 6) και η οποία δεν μπορεί να αμφισβητηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο. Επομένως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υποχρέωση έκδοσης τίτλου είχαν οι εναγόμενοι 3 στη βάση και των όρων του Πωλητηρίου Εγγράφου (Τεκμ. 6) όροι 16 (
  2. a)(b). Ούτε παρουσιάστηκε μαρτυρία εκ μέρους των εναγομένων 3 ότι έχουν εκπληρώσει τον ως άνω όρο της συμφωνίας τους. Επομένως, οι σχετικές αιτιάσεις που προβάλλουν οι εναγόμενοι 3 ότι οι υποχρεώσεις τους εξαντλούνταν στην έκδοση τίτλου δεν έχουν έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης εφόσον είχαν τέτοια υποχρέωση «immediately after completion of development» όπως καθορίζεται στον όρο 16 (
  3. b)του Τεκμ.6. Καταλήγω, απορρίπτοντας την σχετική επιχειρηματολογία επί του θέματος από πλευράς του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγομένων 3, ότι οι σχετικές αιτιάσεις που προβλήθηκαν από την Υπεράσπιση δεν έχουν έρεισμα ούτε στη μαρτυρία αλλά ούτε και η ερμηνεία της Σύμβασης Εγγύησης και ειδικότερα του όρου 23 αλλά ούτε και η νομική αντίκριση του ζητήματος διαφοροποιεί την όποια εικόνα και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Παρόμοια αντίκριση είχε το ίδιο ζήτημα, αν και τα γεγονότα της υπόθεσης εκείνης διέφεραν ως προς το ότι ήδη υπήρχε τίτλος κατά τη σύναψη της σύμβασης εγγύησης, στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Ebrahim Manafzadeh Asadi κ.ά., Αρ. Αγ. 3148/2009 Ε.Δ. Λάρνακας απόφαση που εκδόθηκε από τον αδελφό Δικαστή κ. Ν. Γερολέμου Α.Ε.Δ., στην οποία είχε αναπτυχθεί παρόμοια επιχειρηματολογία για τον ίδιο ακριβώς όρο 23 της Σύμβασης Εγγύησης εφόσον και εκεί ήταν οι ίδιοι οι ενάγοντες. Σημειώνω τα ακόλουθα σημαντικά από την ως άνω απόφαση τα οποία και υιοθετούνται ως προς την ουσία τους και για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης μου: «Αποτίναξη όμως του βάρους της εγγύησης της Εναγόμενης 2 και της απαλλαγής από αυτή μπορούσε να επέλθει μόνο με την συντέλεση και των τριών γεγονότων. Η συμπερίληψη μάλιστα της υποθήκης προς όφελος της Ενάγουσας δεν είναι τυχαία, αφού η Ενάγουσα έδινε δάνειο σε ένα πρόσωπο το οποίο της παρουσίαζε η Εναγομένη 2 ως αγοραστή ενός διαμερίσματος που ανέγειρε η ίδια, που δεν πρόσφερε το πρόσωπο αυτό καμία εξασφάλιση για το δάνειο που λάμβανε και ουσιαστικά εξυπηρετείτο η Εναγόμενη 2 με την πώληση του ανεγερθέντος διαμερίσματος εκ μέρους της. Η συμπερίληψη δηλαδή στον όρο 23 της σύμβασης εγγύησης της υποθήκης του διαμερίσματος προς όφελος της Ενάγουσας ήταν το αντιστάθμισμα στην ανύπαρκτη εξασφάλιση από τον Εναγόμενο 1 του δανείου που λάμβανε από την Ενάγουσα για να μη δύναται από τη μια η Εναγομένη 2 να το μεταβιβάσει στον Εναγόμενο 1 και η Ενάγουσα να παρέμενε χωρίς καμία εξασφάλιση και από την άλλη η μη υλοποίηση του όρου 23 να καθιστά υπεύθυνη για το όποιο χρεωστικό υπόλοιπο την Εναγομένη 2, που σε τελική ανάλυση αυτή βοηθείτο από την Ενάγουσα για την πώληση του διαμερίσματος στον Εναγόμενο 1 ο οποίος τίποτε δεν πρόσφερε στην Ενάγουσα για εξασφάλιση όταν λάμβανε το δάνειο.» Και στη συνέχεια της ίδιας απόφασης: «Η πρακτική της ταυτόχρονης μεταβίβασης και υποθήκευσης ακινήτου που ακολουθείτο σε όλες τις όμοιες περιπτώσεις από την Ενάγουσα και Εναγομένη 2 δεν αλλοιώνει και δεν αφαιρεί οτιδήποτε από τις πιο πάνω διαπιστώσεις και αναφορές για το ζήτημα που απασχόλησε το Δικαστήριο αλλά απεναντίας ενδυναμώνει την αναγνώριση του βάρους που επιφορτίστηκε η Εναγόμενη 2 από τον όρο 23 της σύμβασης εγγύησης προκειμένου να απαλλαγεί από αυτή. Καθίσταται έτσι φανερό ότι η Εναγόμενη 2 δεν μπορεί να απαλλαγεί της εγγύησης της και οι διάφορες αιτιάσεις που πρόβαλε απορρίπτονται.» Παρόμοια με τα ως άνω ο κ. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. αντίκρισε και τα γεγονότα της υπόθεσης Αρ. Αγ. 708/2010 Ε.Δ. Αμμοχώστου Τράπεζα Κύπρου v. Otley Caine Owen κ.ά. ημερ. 30.11.2015 όπου και πάλι εξέδωσε απόφαση εναντίον των εγγυητών απορρίπτοντας όλες τις παρόμοιες αιτιάσεις που προβλήθηκαν και εκεί, σκεπτικό το οποίο και υιοθετείται και για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης μου. Παραθέτω το καταληκτικό του σκεπτικού του ως προς τη σημαντικότητα του: «Άλλωστε ποιο νόημα θα είχε η εγγύηση για την Ενάγουσα αν η εγγύηση της Εναγομένης 3 ήταν μόνο για την έκδοση του τίτλου της κατοικίας, που όπως είπε ο Μ είναι επαγγελματική υποχρέωση της Εναγομένης 3, όπως εισηγείται η Υπεράσπιση, αφού από μόνη της η έκδοση του τίτλου δεν θα είχε να προσφέρει τίποτε στην Ενάγουσα. Μόνο με την υλοποίηση και των τριών πιο πάνω γεγονότων και δη της υποθήκευσης του ξεχωριστού τίτλου της κατοικίας αποκτούσε σημασία το περιεχόμενο του όρου 21 του Τεκμηρίου 8 για την Ενάγουσα, αφού έτσι θα μπορούσε να το πωλήσει και να ικανοποιήσει ολόκληρη ή μέρος της οφειλής προς αυτή. Η περαιτέρω δε προϋπόθεση απαλλαγής της Εναγομένης 3 πέραν των πιο πάνω και μείωσης του υπολοίπου του δανείου στο 70% της αγοραίας αξίας του ακινήτου επιβεβαιώνει και ενισχύει τη θέση της Ενάγουσας ότι επρόκειτο για εγγύηση του δανείου της Ενάγουσας προς τους Εναγομένους 1 και 2.» Στη βάση των ανωτέρω και της μαρτυρίας που προσκομίστηκε κρίνω ότι οι ισχυρισμοί των εναγομένων 3 παρέμειναν χωρίς υποστήριξη και ούτε υπήρξε αντεξέταση των μαρτύρων των εναγόντων επί αυτών, ως εκ τούτου σύμφωνα με τη νομολογία μας θεωρούνται ως εγκαταλειφθέντες (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. v. ACUAC INC.,
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1527 όπου στις σελ. 1540,41 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Εκκινώντας από αυτό το τελευταίο, θα ήταν χρήσιμο ένα σύντομο σχόλιο. Η αντεξέταση των μαρτύρων είναι σημαντικό όπλο στη διεξαγωγή μιας δίκης. Από τη δικανική σκοπιά - και όχι την ηθική που στόχος είναι βασικά η εύρεση της αλήθειας και η αποκάλυψη του ψεύδους - πρωταρχικό αντικείμενο της είναι η αποδυνάμωση ή εκμηδένιση των δηλώσεων ενός μάρτυρα κατά την κύρια εξέταση, που στηρίζουν ή βοηθούν την υπόθεση του αντιδίκου. Είναι σχετική η ρήση του Lord Hanworth, M.R. την οποία αναφέρει, επιδοκιμάζοντας την, ο Sankey L.C. στην υπόθεση Merchanical and General Investions Co. Ltd and Lehwess v. Austin and the Austin Motor Co. [1935] A.C.346 sth σελ. 359: "Cross - examination is a powerful and valuable weapon for the purpose of testing the veracity of a witness and the accuracy and completeness of his story" Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα.» Στην πρόσφατη υπόθεση OCEAN REEF PROPERTIES LTD, MΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ P & P PHILIPPOU PROPERTIES LTD v. JAMES ALAN KERR COLVILLE κ.ά., Πολ. Έφεση Αρ. 203/2010 ημερομηνίας 11. 05. 2015 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με τη νομολογία, παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας ισοδυναμεί κατά κανόνα με παραδοχή (βλ. A.C.T. Taxtiles v. Sodhiatis
(1986)1 CLR 80, Aloupou and Anather v. Hadjigeorghiou and Another
(1984)1 CLR 475, Κούρρης v. Παπαδόπουλου
(1998)1 ΑΑΔ 1147, Ντάγκλας v. Ντάγκλας
(2010)1 ΑΑΔ 128)» Θα επικεντρωθώ στη συνέχεια σε επιμέρους Υπερασπίσεις που προβλήθηκαν από πλευράς των εναγομένων 3 και αφού εξετάσω τη μαρτυρία που δόθηκε για κάθε επί μέρους ζήτημα όπως και τη νομική της διάσταση θα προχωρήσω στην εξαγωγή των ανάλογων συμπερασμάτων μου. Η πλευρά των εναγομένων 3 προβάλλει ως Υπεράσπιση της τη μη τήρηση εκ μέρους των εναγόντων συγκεκριμένης Εγκυκλίου της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου. Ας δούμε όμως ποια ήταν η μαρτυρία πάνω στο ζήτημα αυτό και αν πράγματι υπήρξε παράβαση της από πλευράς των εναγόντων. Υποδείχθηκε στην κα XXXXX Λαγούδη κατά την αντεξέταση της κάποια Εγκύκλιος της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, όπως αναφέρθηκε, η οποία όμως δεν αναγνωρίστηκε και έτσι το ζήτημα παρέμεινε ως εκεί. Δεν υποβλήθηκε οποιαδήποτε ερώτηση για αυτή την εγκύκλιο και δεν ζητήθηκε ούτε καν η καταχώρηση της ως τεκμηρίου προς αναγνώριση. Η Υπεράσπιση όμως κάλεσε λειτουργό της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου τον κ. XXXXX Κούσουλο (Μ.Υ.). Ο κ. Κούσουλος σε ερώτηση αν υπήρξε συμμόρφωση των εναγόντων με την εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου (Τεκμ. 16) με θέμα ¨Δανεισμός σε ξένο νόμισμα¨ όταν του υποδείχθηκε το Τεκμ. 11 που ήταν η Δήλωση που υπέγραψαν οι εναγόμενοι 1 και 2 ανέφερε ότι το μόνο που απουσίαζε ήταν το αριθμητικό παράδειγμα και σε ερώτηση κατά την αντεξέταση του που αναφέρεται στην Εγκύκλιο ότι θα πρέπει να αναγράφεται το αριθμητικό παράδειγμα στη δήλωση ανέφερε ότι πράγματι δεν αναφερόταν κάτι τέτοιο. Καταγράφω όμως αυτολεξεί την 1η ενέργεια στην οποία θα πρέπει να προβαίνουν οι τράπεζες πριν προχωρήσουν σε παραχώρηση δανεισμού σε ξένο νόμισμα : «
  1. Οι πελάτες πρέπει να τυγχάνουν λεπτομερούς ενημέρωσης για το συναλλαγματικό και επιτοκιακό κίνδυνο που εμπερικλείει ο δανεισμός σε ξένο νόμισμα σε αντίθεση με το δανεισμό σε Κυπριακή Λίρα. Η ενημέρωση αυτή πρέπει, οπωσδήποτε, να συνοδεύεται από ξεχωριστά αριθμητικά παραδείγματα τα οποία να επεξηγούν πως θα επηρεαστεί η δόση του δανείου, από τυχόν αύξηση στο επιτόκιο κατά 1%, και αλλαγή στη συναλλαγματική ισοτιμία κατά 5%, προς την κατεύθυνση που είναι σε βάρος του δανειζόμενου. Μετά την εν λόγω ενημέρωση, αν ο δανειζόμενος, ανεπηρέαστος αποφασίσει να προχωρήσει σε δανεισμό σε ξένο νόμισμα, θα πρέπει να υπογράψει την επισυνημμένη δήλωση, η οποία θα φυλάσσεται από την τράπεζα.» Πράγματι στην ως άνω εγκύκλιο (Τεκμ. 16) επισυνάπτεται και υπόδειγμα της δήλωσης όπου αναγράφεται και το ως άνω αριθμητικό παράδειγμα. Η σχετική δήλωση την οποία υπέγραψαν οι εναγόμενοι 1 και 2 πράγματι δεν περιέχει το ως άνω αριθμητικό παράδειγμα. Δεν υποβλήθηκε όμως στην κα XXXXX Λαγούδη (Μ.Ε.2) ότι δεν δόθηκε προφορικά αυτό το παράδειγμα ή οποιαδήποτε άλλα όταν αυτή δήλωσε ότι: «Οι εναγόμενοι 1 και 2 ζήτησαν οι ίδιοι το δάνειο να ήτο σε Ελβετικά Φράγκα και αφού τους εξηγήσαμε πλήρως τους συναλλαγματικούς κινδύνους και αφού μας ανέφεραν ότι τους κατανόησαν γιατί και αυτούς τα εισοδήματα τους θα ήταν σε ξένο συνάλλαγμα δηλαδή Στερλίνες ζήτησαν τη δανειοδότηση σε Ελβετικά Φράγκα και υπέγραψαν τη σχετική δήλωση την οποία παρουσίασε ως Τεκμ. 11» Σημειώνω ότι η ως άνω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε στον ως άνω ισχυρισμό της ούτε και της υποβλήθηκε οτιδήποτε διαφορετικό από όσα δήλωσε. Τουναντίον σημειώνω και από τη δήλωση των εναγομένων 1 και 2 ότι: «Despite the above mentioned dangers I decided to proceed with the implementation of the loan in Swiss Franc.» Οι εναγόμενοι 1 και 2, επαναλαμβάνω, δεν προέβαλαν καμιά υπεράσπιση και επομένως δεν αιτιώνται την ακύρωση της δανειοδότησης τους σε Ελβετικά Φράγκα διότι δεν επεξηγήθηκαν σε αυτούς οι ως άνω κίνδυνοι που προτάσσει η Εγκύκλιος της Κεντρικής Τράπεζας. Δεν υποβλήθηκε σε οποιονδήποτε μάρτυρα ότι όφειλαν οι ενάγοντες ή είχαν την υποχρέωση, την ίδια ενημέρωση για τους ως άνω κινδύνους να την είχαν κάνει και στους εναγομένους
  2. Η κα Έ. Λαγούδη είχε ερωτηθεί αν είχε υπόψη της αν είχε γίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση τέτοια ενημέρωση και η ίδια ανέφερε ότι δεν υπάρχει σχετικό έντυπο για τους εγγυητές. Ανέφερε δε στη συνέχεια ότι γνώριζε ότι οι εναγόμενοι 3 είχαν συνάψει και άλλες τέτοιες Εγγυήσεις σε ξένο νόμισμα. Επιπλέον οι εναγόμενοι 3 γνώριζαν όταν υπέγραφαν το Έγγραφο Εγγυήσεως (Τεκμ. 7), ότι θα εγγυόνταν ένα δάνειο σε Ελβετικά Φράγκα και αυτό από το αναμφισβήτητο γεγονός ότι αυτό ήταν το νόμισμα που αναγραφόταν και επί του Εγγράφου Εγγυήσεως. Από την άλλη, οι εναγόμενοι, δεν μπορούν να αιτιώνται άγνοια των κινδύνων που ενείχε μια τέτοια δανειοδότηση εφόσον οι ίδιοι δηλώνουν στην παρ. 21 του Τεκμ. 7 δηλώνουν τα ακόλουθα: «Δηλώνω ότι μου εξηγήθηκε και κατανοώ πλήρως το δικαίωμα μου όπως συμβουλευτώ δικηγόρο της επιλογής μου, για τις πρόνοιες του παρόντος εγγράφου και ότι είχα την ευκαιρία να τον συμβουλευτώ. Περαιτέρω δηλώνω ότι μελέτησα και κατανόησα πλήρως τις πρόνοιες αυτές και ελεύθερα και εθελούσια συμβάλλομαι και υπογράφω το παρόν έγγραφο εν γνώσει των όσων προνοεί.» Εξάλλου οι εναγόμενοι 3 ως εγγυητές δεν έχουν καταδείξει με μαρτυρία ή έστω να παραπέμψουν σε νομοθετική ή άλλη πρόνοια για την υποχρέωση των εναγόντων να τους ενημερώσουν για τους οποιουσδήποτε κινδύνους εγκυμονούσε μια δανειοδότηση σε ξένο νόμισμα. Πέραν όμως των πιο πάνω, επισημαίνω ότι οι εναγόμενοι 3 δεν έχουν παρουσιάσει οποιανδήποτε μαρτυρία όπου να καταδεικνύουν ποια είναι η ζημιά που τους τους έχει προκληθεί ή προκαλείται συνεπεία της παροχής εκ μέρους τους εγγύησης για τη δανειοδότηση δύο πελατών τους στους οποίους πώλησαν διαμέρισμα σε Ελβετικά Φράγκα, χρήματα τα οποία δεν αρνήθηκαν ότι εισέπραξαν οι ίδιοι προς εξόφληση του επίδικου διαμερίσματος. Επομένως ούτε και σε αυτή την Υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι 3 δεν έχουν δίκαιο και απορρίπτεται για τους πιο πάνω λόγους. Σε σχέση όμως με το ζήτημα αυτό είναι σχετικά τα ακόλουθα που λέχθηκαν στην υπόθεση Συρίμη v. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ ,
(2010)1Β ΑΑΔ 1131: «Δεν συμφωνούμε με τον τρόπο που ο πρωτόδικος δικαστής προσέγγισε τη μαρτυρία του Λειτουργού της Κεντρικής Τράπεζας, Μ.Ε.
  1. Η ερμηνεία που έδωσε το δικαστήριο δεν ήταν ορθή. Όπως επισημαίνεται από το δικηγόρο του Εφεσίβλητου, οι Εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας αποσκοπούσαν στο να παράσχουν υποδείξεις προς τις Τράπεζες και άλλους οργανισμούς που υπόκεινται στον έλεγχο της, για τον καλύτερο τρόπο χειρισμού διαφόρων θεμάτων ώστε οι ενέργειες τους να συνάδουν με την ευρύτερη δημοσιοοικονομική πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας και του κράτους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τυχόν παραβίαση της θα οδηγούσε αυτόματα σε ακύρωση οποιασδήποτε συμβατικής πράξης που προκύπτει ως αποτέλεσμα τυχόν παραβάσεως της Εγκυκλίου. Τέτοιου είδους παραβάσεις, αποτελούν εσωτερικό θέμα μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και των Εμπορικών Τραπεζών και συχνά επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις στις Τράπεζες από την Κεντρική Τράπεζα, για παραβιάσεις όρων των Εγκυκλίων. Αν το περιεχόμενο της Εγκυκλίου σκοπούσε να θέσει ρητή απαγόρευση, αυτό θα μπορούσε να συμβεί με νομοθετική ρύθμιση.» Τα ως άνω κρίνω απαντούν σε όσες αιτιάσεις προέβαλαν οι εναγόμενοι 3 υπό τη μορφή Υπερασπίσεων όπως είναι ισχυρισμοί περί πλάνης/ απάτης και ψευδών παραστάσεων από μέρους των εναγόντων που δεν έχουν αποδειχθεί και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Ούτε οι περί της αθέμιτης εμπορικής πρακτικής επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές ισχυρισμοί δεν έχουν καταδειχθεί με μαρτυρία ούτε καν αντεξετάστηκαν οι μάρτυρες των εναγόντων σε αυτά. Ούτε οι ισχυρισμοί περί καταναλωτικών ρητρών ή παράβασης Οδηγίας του ΕΚ για αθέμιτες εμπορικές πρακτικές εκ μέρους των εναγόντων οι οποίοι αν αφορούν το γεγονός ότι δεν επεξηγήθηκαν οι συναλλαγματικοί κίνδυνοι από ενέχει μια δανειοδότηση σε ξένο νόμισμα και στους εγγυητές, δηλαδή τους εναγομένους
  2. Φαίνεται ότι διαφεύγει της προσοχής ότι η κα XXXXX Λαγούδη (Μ.Ε.2) ανέφερε ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 από μόνοι τους αιτήθηκαν να δανειοδοτηθούν σε Ελβετικά Φράγκα και το έκαναν ακόμα και μετά που τους εξηγήθηκαν οι όποιοι κίνδυνοι της επιλογής τους και προς τούτο υπέγραψαν σχετική δήλωση (Τεκμ.11). Οι δε εναγόμενοι 3 δεν ήταν η πρώτη φορά που προέβαιναν σε εγγύηση πελατών τους που δανείζονταν σε ξένο νόμισμα και ασφαλώς δεν ήταν «μέρος της συμφωνίας δανείου» μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1 και 2 όπως επιθυμούν τώρα να παρουσιάζονται. Στο Έγγραφο Εγγυήσεως (Τεκμ. 7) ρητά και με σαφήνεια αναφέρεται ότι η δανειοδότηση είχε γίνει σε Ελβετικά Φράγκα και εντούτοις αυτοί και αφού είχαν την δυνατότητα επιπρόσθετα να λάβουν νομική συμβουλή προχώρησαν με την υπογραφή του. Ούτε και υπήρξε μαρτυρία από πλευράς Υπεράσπισης όπως διατείνεται ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων 3 στη γραπτή του αγόρευση (σελ. 17) ότι: «Η τράπεζα παραπλανητικά παρουσίαζε τη δανειοδότηση σε Ελβετικά Φράγκα ως κάτι πολύ ακουστικό!, ότι όσοι δανείζονται σε Ελβετικό Φράγκο ήταν οι ευνοούμενοι της Τράπεζας, γιατί θα είχαν όφελος στο επιτόκιο.» Γίνεται εισήγηση (σελ. 19 της αγόρευσης) ότι υπάρχει σύγκρουση του όρου 23 με τους υπόλοιπους 22 όρους της Σύμβασης Εγγύησης. Με όλο το σεβασμό προς την άποψη του ευπαιδεύτου συνηγόρου, δεν ασπάζομαι τη θέση του και την ερμηνεία που αυτός δίδει σε αυτόν τον όρο. Η προσεκτική του μελέτη καταδεικνύει ότι δεν συνιστά ούτε αίρεση ούτε και τίθεται υπό μορφή αίρεσης, όπως παρουσιάζεται σε άλλο σημείο της αγόρευσης, αλλά είναι ένας αυτοτελής όρος ο οποίος ξεκινά με τη φράση «Ανεξάρτητα από όσα αναφέρονται ανωτέρω στο παρόν έγγραφο», για την εκπλήρωση των διαφόρων προϋποθέσεων η οποία θα απάλλασσε τους εναγόμενους 3 από την ευθύνη τους. Το βάρος δε ήταν σε αυτούς να αποδείξουν ότι τον έχουν εκπληρώσει, κάτι για το οποίο, όπως αναλύθηκε και πιο πάνω, ούτε καν προσπάθεια δεν έγινε από πλευράς της Υπεράσπισης. Υπάρχει μόνο η αναφορά στην αγόρευση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 έλαβαν κατοχή του επίδικου διαμερίσματος. Σε σχέση με το πρόωρο της αγωγής καθώς δεν κατέστη ο χρόνος ουσιώδης σε σχέση πάντα με τον όρο 23 της Σύμβασης Εγγύησης, δεν χρειάζεται να ειπωθεί οτιδήποτε πέραν των όσων λέχθηκαν στην υπόθεση στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων 3 την Latifundia Properties Ltd v. Ψακή κ.ά.
(2003)1 ΑΑΔ 670 όπου επιβεβαιώθηκε ο γενικός κανόνας ότι ο χρόνος αποπληρωμής μιας υποχρέωσης δεν είναι κατά κανόνα ουσιώδης, εκτός εάν τα μέρη αποφασίσουν διαφορετικά. Ακόμα και όπου ο χρόνος με βάση τους όρους μιας σύμβασης δεν καθίσταται ουσιώδης, το ένα εκ των μερών μπορεί να καταστήσει το χρόνο ουσιώδη, αν διατείνεται ότι έχουν παραβιαστεί οι όροι της σύμβασης. Μα εδώ είχαμε τις επιστολές τερματισμού που απευθύνθηκε στους εναγομένους 1 και 2 με προειδοποίηση συμμόρφωσης εντός καθορισμένου χρόνου (Τεκμ. 3) όπως και η σχετική ενημέρωση που έτυχαν και οι εναγόμενοι 3 (Τεκμ. 8) περί του τερματισμού της Σύμβασης Δανείου και της πληροφόρησης τους ότι το υπόλοιπο του δανείου είχε καταστεί πληρωτέο από αυτούς ως εγγυητές του. Οι επιστολές δεν επιστράφηκαν κατά την κα Έ. Λαγούδη πίσω στην τράπεζα, δεν της υποβλήθηκε το αντίθετο αλλά ούτε και υπήρξε αμφισβήτηση τους. Επομένως το επιχείρημα παραμένει μετέωρο. Θα έλεγα ότι η όλη επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε επί των πιο πάνω θεμάτων αλλά και άλλων από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων 3 μόνο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον παρουσιάζουν ενόψει του βάρους που είχαν να παρουσιάσουν σχετική μαρτυρία και δεν το έκαναν, υπενθυμίζω τα περί αντιστροφής του βάρους απόδειξης. Περαιτέρω θα έλεγα ότι χωρίς να γίνεται παραπομπή σε οποιανδήποτε αυθεντία ή νομολογία επί του θέματος δεν μπορεί να εναποτίθενται στο Δικαστήριο διάφορα ερωτήματα ή απορίες ή γνώμες για να αποφανθεί αυτό αφού ενδιατρίψει σε αυτά όπως έγινε για διάφορα ζητήματα εδώ. Το Δικαστήριο στα πλαίσια του αντιπαραθετικού συστήματος απονομής της δικαιοσύνης που ισχύει στη χώρα μας δεν ενεργεί αυτεπάγγελτα, όπως ήταν η εισήγηση, καθώς δεν πρόκειται για ζητήματα που επηρεάζουν το δημόσιο συμφέρον. Εξάλλου, είναι γνωστή η νομολογιακή αρχή ότι δεν μπορεί να εισάγεται μαρτυρία με τις αγορεύσεις. Το Δικαστήριο περιορίζεται αυστηρά στα επίδικα θέματα και όσα από αυτά έτυχαν προβολής και αντιπαράθεσης στο στίβο της ακροαματικής διαδικασίας. Τέλος, δεν αντιλαμβάνομαι πως επηρεάζεται η επίδικη Σύμβαση Εκχώρησης με τη μεταγενέστερη της σύναψης της, εισαγωγή νομοθετικής διάταξης [Άρθρο 11 στον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεσης) Νόμο (Ν. 81(Ι)/2011)]. Διερωτώμαι δε γιατί να μη μπορούν να διεκδικήσουν τα αιτούμενα διατάγματα οι ενάγοντες και εναντίον των εναγομένων 3, όπως ήδη τα έχουν εξασφαλίσει και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 όπως αυτά τα αξιώνουν στο παρακλητικό της Έκθεσης Απαιτήσεως τους. Οι ισχυρισμοί περί αόριστης Σύμβασης Εκχώρησης και ως εκ τούτου εξ υπαρχής άκυρης, αυτοαναιρούνται από την ίδια την επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε για να την καταδείξει. Απλή δε ανάγνωση της δεν συνηγορεί σε κάτι τέτοιο. Η σχετική επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε επί τούτου και η σχετική εισήγηση, δεν μπορεί να τύχει θετικής αντίκρισης και απορρίπτεται. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, της νομικής πτυχής που διέπει τα διάφορα θέματα που τέθηκαν και συζητήθηκαν και των συμπερασμάτων μου για κάθε ένα από αυτά καταλήγω ότι οι ενάγοντες απέδειξαν την απαίτηση τους και εναντίον των εναγομένων 3 και επομένως θα εκδώσω απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 3 για το υπόλοιπο ποσό του επίδικου δανείου όπως αυτό αξιώνεται δηλαδή για 223.621,00 Ελβετικά Φράγκα και ή το ισάξιο σε Ευρώ πλέον τόκους προς 1 μηνός Libor πλέον περιθώριο 3,50% από 1.07.2009 μέχρι εξοφλήσεως όπως ήταν τα συμφωνηθέντα (βλ. Κόμπου v. Universal Bank Ltd
(2009)1(A)AAΔ.194 και διαμορφώθηκε μετά την επιστολή τερματισμού (Τεκμ. 3), πλέον συσσωρευμένους τόκους ύψους 1.343,86 Ελβετικά Φράγκα και ή το ισάξιο σε ευρώ που όπως κρίνω είναι δίκαιο όπως υπολογιστεί στην ισοτιμία που ίσχυε κατά το χρόνο τερματισμού της συμφωνίας δανείου ήτοι την 5.08.2009 από 1.07.2009 μέχρι 5.08.2009 (ημερομηνία τερματισμού), με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές το χρόνο ήτοι την 30.06 και 31.12. κάθε χρόνου. Με τα ως άνω είναι κατανοητό ότι δεν επιδικάζω οποιοδήποτε ποσοστό τόκου υπερημερίας εφόσον οι ενάγοντες ως είχαν υποχρέωση με βάση τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών θεμάτων Νόμο του 1999 (160(Ι)/1999) όπως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια δεν απέδειξαν ότι ως πιστωτικό ίδρυμα που είχε το βάρος απόδειξης, δικαιούται οποιοδήποτε ποσοστό τόκου υπερημερίας το οποίο αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά. Παραθέτω σε αυτό το σημείο τις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες: 3 (1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά: Νοείται ότι, σε περίπτωση μη απόδειξης των πιο πάνω από το πιστωτικό ίδρυμα, πρόσωπο το οποίο έχει καταβάλει τόκο υπερημερίας δύναται να διεκδικήσει αποζημιώσεις για το ποσό που έχει καταβάλει και το πιστωτικό ίδρυμα έχει την υποχρέωση να αποκαταστήσει το όφελος που προσπορίστηκε ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από τη χρέωση αυτή. Δεν έχω κανέναν λόγο να μην εκδώσω επιπλέον εναντίον των εναγομένων 3, τα διατάγματα τα οποία αξιώνουν οι ενάγοντες με το παρακλητικό της Έκθεσης Απαιτήσεως τους υπό τα στοιχεία Β και Δ τα οποία εκδόθηκαν και εναντίον των εναγομένων 1 και 2, ως των αντισυμβαλλόμενων τους στο Πωλητήριο Έγγραφο (Τεκμ. 6) όταν μάλιστα τα δικαιώματα που απέρρεαν από αυτό είχαν εκχωρηθεί από τους εναγομένους 1 και 2 στους ενάγοντες εν γνώσει των εναγομένων 3 οι οποίοι και προσυπέγραψαν το Εκχωρητήριο Έγγραφο (Τεκμ. 5), κατά τρόπο που να διασφαλιστούν τα ουσιαστικά δικαιώματα των εναγόντων που απορρέουν από τη συμφωνία παροχής σε αυτούς του στεγαστικού δανείου τους όρους του οποίου παραβίασαν. Η σχετική επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε εκ μέρους της Υπεράσπισης σε σχέση με την εγκυρότητα της Σύμβασης Εκχώρησης με όλο το σεβασμό δεν διαφοροποιεί καθόλου τις αμοιβαίες υποχρεώσεις που συμφωνήθηκαν. Η ουσία της ως άνω συμφωνίας εμπερικλείεται στον όρο 7 όπου παρέχεται το δικαίωμα στους ενάγοντες να διεκδικήσουν την εγγραφή του ακινήτου επ' ονόματι τους σε περίπτωση που οι υποχρεώσεις που εξασφαλίζονται με το έγγραφο αυτό καταστούν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές. Η Σύμβαση Εκχώρησης είναι σαφής και συγκεκριμένη και θέτει δικαιώματα και υποχρεώσεις και δεν μπορεί να κριθεί ως αόριστη και εξ υπαρχής άκυρη. Επομένως εκδίδονται τα ακόλουθα διατάγματα: Α. Απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται ότι οι ενάγοντες έχουν δικαίωμα να ακυρώσουν τον πωλητήριο έγγραφο ημερ. 21.12.2007 και να το αποσύρουν από το Κτηματολόγιο. Β. Απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται ότι οι ενάγοντες έχουν το δικαίωμα όπως πωλήσουν και/ή διαθέσουν και/ή υποθηκεύσουν το διαμέρισμα αρ. XXXXX, Block E, «XXXXX» επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/6XXXXX8, Φ/Σχ. 2-291-380, τεμάχιο 1XXXXX7, παλαιό τεμάχιο 3XXXXX3, στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου και/ή τα δικαιώματα τους που απορρέουν από το Πωλητήριο έγγραφο ημερ. 21.12.2007 προς οιονδήποτε πρόσωπο και σε οιανδήποτε τιμή για εξασφάλιση και/ή έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας και τα ευρήματα μου καταλήγω ότι η Ανταπαίτηση με την οποία επιδιωκόταν η έκδοση διαφόρων μορφών αναγνωριστικών αποφάσεων υπέρ των εναγομένων 3 δεν έχει έρεισμα και ως εκ τούτου απορρίπτεται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Καταλήγω επομένως ότι, οι ενάγοντες απέδειξαν την υπόθεση τους και τις αξιώσεις τους εναντίον και των εναγομένων 3 με τον πιο πάνω περιορισμό ως προς τον τόκο υπερημερίας στο βαθμό και στο επίπεδο που εξετάζεται σε αστικής φύσης υποθέσεις αυτόν του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 3 ως ακολούθως: Α) Απόφαση για το ποσό των 223.621,00 Ελβετικών Φράγκων και/ή το ισάξιο σε Ευρώ κατά την ισοτιμία που ίσχυε κατά το χρόνο τερματισμού ήτοι την 5.8.2009 πλέον τόκους προς 1 μηνός LIBOR πλέον περιθώριο 3,50% από 1.7.2009 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον συσσωρευμένους τόκους ύψους 1.343,86 Ελβετικά Φράγκα και/ή το ισάξιο σε Ευρώ από 1.7.2009 μέχρι 5.8.2009 του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30/6 και 31/12 κάθε χρόνου. Β) Απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται ότι οι ενάγοντες έχουν δικαίωμα να ακυρώσουν τον πωλητήριο έγγραφο ημερ. 21.12.2007 και να το αποσύρουν από το Κτηματολόγιο. Γ. Απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται ότι οι ενάγοντες έχουν το δικαίωμα όπως πωλήσουν και/ή διαθέσουν και/ή υποθηκεύσουν το διαμέρισμα αρ. XXXXX, Block E, «XXXXX» επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/6XXXXX8, Φ/Σχ. 2-291-380, τεμάχιο 1XXXXX7, παλαιό τεμάχιο 3XXXXX3, στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου και/ή τα δικαιώματα τους που απορρέουν από το Πωλητήριο έγγραφο ημερ. 21.12.2007 προς οιονδήποτε πρόσωπο και σε οιανδήποτε τιμή για εξασφάλιση και/ή έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και θα είναι υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 3 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι όπου αυτά έχουν ζητηθεί, υπολογιστεί και εγκριθεί κατά τον υπολογισμό και έγκριση των εξόδων σύμφωνα με τη διαταγή που εκδόθηκε κατά την έκδοση της απόφασης εναντίον των εναγομένων 1 και 2 και συμπίπτουν ή είναι κοινά με αυτά που αφορούν τους εναγομένους 3, αυτά θα εισπραχθούν μόνο μια φορά. Επιδικάζονται επίσης έξοδα ως προς την Ανταπαίτηση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 3 με τη διευκρίνηση όπως όσα είναι κοινά με τα έξοδα που έχουν επιδικασθεί στην αγωγή να είναι ένα σετ εξόδων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ( Υπ.)........... Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.