← Κύπρος

AQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LIMITED κ.α. ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής 295/18, 31/5/2018

AQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LIMITED κ.α. ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής 295/18, 31/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:A37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 295/18

  1. AQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LIMITED
  2. XXXXX ΠΑΝΑΓΗΣ Ενάγοντες και
  3. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED
  4. XXXXX ΦΙΛΙΠΠΟΥ Εναγόμενοι Αίτηση Ημερομηνίας 12.4.2018 Ημερομηνία: 31.5.2018 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Μ. Βορκάς και κ. Α. Αργυριάδης για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ και Σωτήρη Πίττα & Σία ΔΕΠΕ. Για την Εναγόμενη 1 - Καθ΄ ης η αίτηση: κ. Ν. Κυπραίος για Λ. Παπαφιλίππου & Σία. Για τον Εναγόμενο 2 - Καθ΄ ου η αίτηση: κ. Β. Λοΐζου για Αντώνης Ανδρέου και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η H υπό διαχείριση Ενάγουσα 1 Εταιρεία και ο διευθυντής της Ενάγων 2 καταχώρησαν στις 12.4.18 εναντίον των ομολογιούχων (Εναγόμενων 1) και του διαχειριστή - παραλήπτη της (Εναγόμενου 2) την παρούσα αγωγή επιδιώκοντας τις ακόλουθες θεραπείες: "A. Απόφαση και/ή Διάταγμα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι δεν δικαιούνται να εκποιήσουν και/ή να πωλήσουν και/ή να αποξενώσουν ενυπόθηκα ακίνητα της Ενάγουσας Αρ. 1, με άλλο τρόπο από αυτόν που προνοείται εις τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο αρ. 9/65, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί. Β. Απόφαση και/ή Διάταγμα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου που να αποτρέπει τους Εναγόμενους από του να προωθήσουν οιανδήποτε διαδικασία άλλη από αυτή που προβλέπεται εις τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου αρ. 9/65, όπως αυτός τροποποιήθηκε, με σκοπό την εκποίηση και/ή πώληση και/ή αποξένωση οιουδήποτε ενυπόθηκου ακινήτου της Ενάγουσας Αρ.
  5. Γ. Απόφαση και/ή Διάταγμα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου η οποία να αναστέλλει και/ή να παραμερίζει και/ή να ακυρώνει οιαδήποτε διαδικασία έχουν ξεκινήσει και/ή θα ξεκινήσουν οι Εναγόμενοι, με σκοπό την εκποίηση και/ή πώληση και/ή αποξένωση οιουδήποτε ενυπόθηκου ακινήτου της Ενάγουσας Αρ. 1, η οποία διαδικασία είναι αντίθετη με τον τρόπο που ορίζει ο Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου αρ. 9/65, όπως αυτός τροποποιήθηκε. Δ. Απόφαση και/ή Διάταγμα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου η οποία να αναστέλλει και/ή να παραμερίζει και/ή να ακυρώνει τη διαδικασία πώλησης από τον Εναγόμενο αρ. 2, του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/1XXXXX0, Φ/Σχ. 0/2-290-373, τεμάχιο 4XXXXX3, Αγία Νάπα, Αμμόχωστος, ιδιοκτησίας της Ενάγουσας
  6. Ε. Ειδικές και/ή Γενικές και/ή Τιμωρητικές και/ή Παραδειγματικές Αποζημιώσεις συνεπεία παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων και/ή συμβατικών καθηκόντων και/ή συνεπεία αμέλειας από τον Εναγόμενο αρ. 2 και/ή από τους Εναγόμενους. Στ. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την αντικατάσταση του Εναγόμενου 2, από τη θέση του Παραλήπτη/Διαχειριστή της Ενάγουσας, και την αντικατάστασή του από άλλο κατάλληλο πρόσωπο." Την ίδια ημέρα (12.4.18) οι Ενάγοντες εξασφάλισαν μετά από μονομερή αίτηση που συνοδευόταν από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 2 Γιάννη Παναγή, το υπό στοιχείο Δ ανωτέρω διάταγμα με το οποίο αναστέλλετο και/ή παραμερίζετο και/ή ακυρώνετο η διαδικασία ιδιωτικής πώλησης του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/1XXXXX0 Φ/Σχ 0/2-290-373 τεμάχιο 4XXXXX3 Αγία Νάπα Αμμόχωστος μέχρι πέρατος της παρούσης αιτήσεως. Στην εξακολούθηση της ισχύος του εκδοθέντος μονομερώς διατάγματος, όπως επίσης και στην έκδοση των υπόλοιπων αιτούμενων διαταγμάτων της μονομερούς αίτησης, των οποίων διετάχθη επίδοση, έφεραν ένσταση οι Εναγόμενοι - Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2, οι οποίοι καταχώρησαν ξεχωριστές ενστάσεις. Στην ένσταση της η Εναγόμενη 1 (Ελληνική Τράπεζα) η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Λιβέρδου, υπαλλήλου της εταιρείας APS Servicing Cyprus Ltd (η οποία διαχειρίζεται τους μη εξυπηρετούμενους λογαριασμούς της Εναγόμενης 1 Τράπεζας) προβάλλει τους ακόλουθους 7 λόγους ένστασης: "
  7. Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60και/ή νομολογία για την έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων και ειδικότερα: 1.1.Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, 1.2.Δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε πιθανότητες επιτυχίας της Αγωγής των Εναγόντων/Αιτητών, 1.
  8. Οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν θα υποστούν καμιά και/ή καμιά ανεπανόρθωτη βλάβη ή ζημιά από τη μη έκδοση του υπό κρίση Διατάγματος και/ή δεν έχει καταδειχθεί ότι εάν δεν εκδοθεί το υπό κρίση Διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
  9. Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν προσήλθαν με καθαρά τα χέρια στο Δικαστήριο όπως επιτάσσουν οι αρχές του Δικαίου της Επιείκειας (equity) και/ή με δίκαιο τρόπο και/ή κωλύονται ως εκ της συμπεριφοράς τους από του να ισχυρίζονται και να αξιώνουν ως η Αίτηση.
  10. Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα και/ή δεν έχει αποκαλυφθεί αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης/Καθ΄ ης η Αίτηση
  11. Η Αίτηση των Εναγόντων/Αιτητών είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή η νομική της βάση πάσχει και/ή δεν είναι πλήρης και/ή είναι ελλιπής και/ή στερείται νομικού ερείσματος και/η οι Αιτητές δεν έχουν το απαιτούμενο Locus Standi.
  12. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει υπέρ της Εναγόμενης/καθ΄ ης η Αίτηση
  13. Οι Ενάγοντες/Αιτητές παρέλειψαν να προβούν σε πλήρη, αληθινή και ουσιαστική αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και/ή εγγράφων που αφορούν άμεσα την παρούσα υπόθεση και ήταν στην γνώση τους ή όφειλαν να είναι στην γνώση τους.
  14. Η Αίτηση ως επίσης και η Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει είναι γενική και αόριστη και/ή η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση δεν παρουσιάζει ικανοποιητική και/ή καθόλου μαρτυρία προς απόδειξη των συστατικών στοιχείων για την έκδοση του υπό κρίση Διατάγματος." Ο Εναγόμενος 2 προβάλλει με την ένσταση του τους ακόλουθους 15 λόγους ένστασης οι οποίοι εξειδικεύονται με ένορκη δήλωση του ίδιου του Εναγόμενου 2 που συνοδεύει την ένσταση. "
  15. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και αστήρικτη.
  16. Δεν δικαιολογείτο η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.
  17. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση/οριστικοποίηση του αιτούμενου Διατάγματος. 3.
  18. Δεν αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. 3.
  19. Δεν υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο επιτυχίας των Εναγόντων. 3.
  20. Δεν είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
  21. Δεν παρατίθενται στοιχεία και τεκμήρια που να δικαιολογούν την οριστικοποίηση του αιτούμενου Διατάγματος.
  22. Δεν παρατίθενται στοιχεία και τεκμήρια που να δικαιολογούν το κατεπείγον για την έκδοση/οριστικοποίηση του Διατάγματος.
  23. Οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
  24. Η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική.
  25. Η αίτηση καταχωρήθηκε για αλλότριους σκοπούς.
  26. Δεν είναι δίκαιη και πρόσφορη (εύλογη) η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.
  27. Ο Αιτητής δεν προβαίνει σε πλήρη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και στοιχείων που να δικαιολογούν την έκδοση/οριστικοποίηση του αιτούμενου Διατάγματος.
  28. Δεν θα προκληθεί καμία ζημιά στον αιτητή με την μη έκδοση/οριστικοποίηση του αιτούμενου Διατάγματος.
  29. Δεν έχουν παρατεθεί επαρκή ή οποιαδήποτε στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση/οριστικοποίηση του αιτούμενου Διατάγματος.
  30. Η αγωγή και η αίτηση είναι πρόωρες και καταχρηστικές.
  31. Η υπό διαχείριση Ενάγουσα 1 εταιρεία δεν μπορεί να εγείρει και να προωθεί την παρούσα αγωγή και αίτηση και να διορίζει δικηγόρο μετά το διορισμό Παραλήπτη Διαχειριστή.
  32. Ο Ενάγοντας 2 κανένα βάσιμο αγώγιμο δικαίωμα έχει εναντίον των εναγομένων." Εγείρονται δια των ενστάσεων δύο θεμελιακά θέματα που πρέπει να αποσαφηνιστούν για να διαφανεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις και η δυνατότητα έκδοσης ή μη των λοιπών αιτούμενων διαταγμάτων. (α) Η νομιμοποίηση καταχώρησης της παρούσας αγωγής από την υπό διαχείριση εταιρεία και τον Διευθυντή της κατά των ομολογιούχων και του διορισθέντος απ΄ αυτούς διαχειριστή-παραλήπτη και (β) Η δυνατότητα και ο τρόπος πώλησης ενυπόθηκης ακίνητης περιουσίας της υπό διαχείριση εταιρείας από τον διαχειριστή-παραλήπτη. Ο Εναγόμενος 2 διορίστηκε παραλήπτης-διαχειριστής της Ενάγουσας 1 στις 9.12.14 δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερ. 3.2.
  33. Προηγούμενα και συγκεκριμένα στις 13.10.14 τον Εναγόμενο 2 είχε διορίσει ως διαχειριστή-παραλήπτη της Ενάγουσας 1 Εταιρείας στις 13.10.14 η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερ. 24.11.
  34. Ακολούθησαν δικαστικές διαδικασίες από τον διαχειριστή-παραλήπτη εναντίον της Ενάγουσας 1 για την απρόσκοπτη πρόσβαση του στα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας και της Ενάγουσας Εταιρείας που αμφισβητούσε το διορισμό του διαχειριστή-παραλήπτη. Το 2017 δυνάμει των προνοιών του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (όπως τροποποιήθηκε) η Εναγόμενη 1 ως ενυπόθηκος δανειστής επιχείρησε την δια δημοσία πλειστηριασμού πώληση του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου αποστέλλοντας τις ειδοποιήσεις που προβλέπονται στο τροποποιηθέν άρθρο 44 του Νόμου και τις όποιες ο Ενάγων 2 ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έλαβε. Προς αντιμετώπιση της δημιουργηθείσας κατάστασης οι Ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή 371/17 επιδιώκοντας σχετικά διατάγματα αναστολής και/ή ακύρωσης της αρξάμενης διαδικασίας εκποίησης του ενυπόθηκου επίδικου ακινήτου και το ίδιο έπραξαν και με την αίτηση-έφεση 53/17 την οποία απέσυραν στις 14.7.17 αφού οι Εναγόμενοι 1 ακύρωσαν τον προγραμματισμένο πλειστηριασμό με δικαίωμα να "επανέλθουν με νέα διαδικασία. Να ξεκινήσουν από την αρχή." όπως φαίνεται στο σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου. Προφανώς εννοώντας να αρχίσουν εκ νέου τη δυνάμει του Νόμου διαδικασία της δια δημοσίου πλειστηριασμού πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Η παρούσα είναι η δεύτερη προσπάθεια του διαχειριστή-παραλήπτη πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Δεν επιλέγηκε αυτήν τη φορά η διαδικασία που προβλέπεται στο μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/65 αλλά η δημοσίευση στην εφημερίδα "Φιλελεύθερος" της πρόθεσης πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου με τελευταία μέρα υποβολής προσφορών την 12.4.
  35. Η Εναγόμενη 1 Τράπεζα που ενεργούσε προηγουμένως για την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου δια δημοσίου πλειστηριασμού ακινήτου ως ενυπόθηκος δανειστής στην παρούσα διαδικασία ενεργεί ως ομολογιούχος δια του διορισθέντος από την ίδια διαχειριστή-παραλήπτη και επιλέγει την πώληση του ακινήτου όχι δυνάμει των προνοιών του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου, αλλά με δημοσίευμα στον τύπο αποδεχόμενη προσφορές με πρόθεση η ίδια η τράπεζα να αγοράσει το ακίνητο. Το πρώτο θεμελιακό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο έχει δικαίωμα η εταιρεία και ο διευθυντής της, καταχώρησης της παρούσας αγωγής. Είναι γνωστό ότι οι διευθυντές υπό διαχείριση εταιρειών διατηρούν κατάλοιπο εξουσίας και μπορούν να προωθήσουν διαδικασία για να αμφισβητήσουν την εγκυρότητα του διορισμού του παραλήπτη (Hawkesbury Development Co Ltd v. Landmark Finance Pty Ltd

(1969)92 WN (N.S.W) 199. Παράλληλα οι παραλήπτες-διαχειριστές δεν μπορούν να ενεργούν αυθαίρετα, αλλά δεσμεύονται από το Νόμο και έχουν θέσμιο καθήκον επιμέλειας προς όλους και ιδιαίτερα τους εξασφαλισμένους προνομιούχους πιστωτές της εταιρείας και υπόκεινται σε κυρώσεις σε περίπτωση που δεν διεκπεραιώνουν τα καθήκοντα τους με τον δέοντα τρόπο (βλ. άρθρα 89, 300, 334-344 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και Capital Cameras Ltd v. Harold Lines Ltd and others (National Westminster Bank plc intervening)
(1991)3 All E.R. 389). Η θέση του κ. Βορκά ότι οι διευθυντές υπό διαχείριση εταιρείας νομιμοποιούνται να εγείρουν αγωγή κατά του διαχειριστή-παραλήπτη που κάνει αντικανονική χρήση των εξουσιών του επιβεβαιώνεται από τα πιο κάτω συγγράμματα στα οποία με παρέπεμψε. Στο σύγγραμμα Minority Shareholders, Law, Practice and Procedure, fourth edition, στην παράγραφο 3.142, σελίδα 78 αναφέρονται: "Where the company is in receivership, a derivative claim is not available to enable the shareholders to bring proceedings against the receiver in respect of the improper discharge of his duties: Watts v. Midland Bank plc. This is because there is no reason in principle why the court should not allow the company to sue the receiver in respect of an improper use of his powers. It should also appear that if the debenture pursuant to which the receiver was appointed empowered him to bring proceedings against third parties, no derivative claim would be permitted in relation to those parties." Επίσης στο σύγγραμμα Principles of Corporate Insolvency Law (fourth edition) του Roy Goode στην παράγραφο 10.39 κάτω από τον τίτλο "Actions against the receiver", αναφέρεται: "Where the proposed defendant is the receiver himself, then plainly it is the company acting through its directors that has the right to institute proceedings. If the position was otherwise, the company would be in practice be left remediless, and common sense indicates that the company must have a remedy against a receiver who acts improperly". Η αγγλική αυθεντία Watts and another v. Midland Bank plc and other
(1986)BCLC 15, στην οποία αναφέρονται και τα δύο πιο πάνω συγγράμματα, αναφέρει κατά λέξη: "Although a company in receivership could not interfere with the receiver in the proper exercise of his powers, a company could maintain an action against a receiver for the improper discharge of his duties. Accordingly, as Ebrite could have commenced the present action against the receivers, there was no justification for allowing the derivative action as the plaintiffs as directors and majority shareholders of Ebrite could have procured the company to bring the action on its own behalf. Also, even if the derivative action had not been misconceived, this was not an appropriate case in which an indemnity order as to costs should be granted. An indemnity should only be allowed where the proposed action would be for the benefit of a company's shareholders, but as Ebrite was hopelessly insolvent there could be no such benefit in the present case and the only persons who could benefit from the action were the plaintiffs as guarantors and potential purchasers of the leasehold interest. In addition this was not a case in which Ebrite as plaintiff could obtain an interlocutory injunction to prevent a sale." Επιβεβαιώνεται από τα πιο πάνω συγγράμματα και την αυθεντία Watts and another (ανωτέρω), ότι η Ενάγουσα 1 έχει δικαίωμα να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή εναντίον του Εναγόμενου 2 και των Εναγομένων γενικότερα, για τις πράξεις και τις παραλείψεις τους, αναφορικά με την αντικανονική άσκηση των εξουσιών του διαχειριστή-παραλήπτη (βλ. ανωτέρω Principles of Corporate Insolvency Law στο οποίο ουσιαστικά κατοχυρώνεται το δικαίωμα της εταιρείας να κινηθεί εναντίον του διαχειριστή-παραλήπτη "who acts improperly"). Το ίδιο ισχύει και για τον Ενάγοντα 2, ο οποίος είναι προσωπικά και απεριόριστα εγγυητής όλων των δανειακών διευκολύνσεων της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα 1. Κατά συνέπεια και ο Εναγόμενος 2 νομιμοποιείται στην έγερση της αγωγής, σε περίπτωση που ο Εναγόμενος 2 (παραλήπτης-διαχειριστής της Ενάγουσας 1) επικαλείται και χρησιμοποιεί εξουσίες που δεν έχει, προς βλάβη και των δύο Εναγόντων. Επομένως, ο ισχυρισμός των Εναγομένων, ότι η Ενάγουσα 1 δεν έχει φωνή ούτε δικαιούται να ακουστεί, σχετικά με τις ισχυριζόμενες μη νόμιμες πράξεις του Εναγόμενου 2, είναι λανθασμένη. Η Ενάγουσα σύμφωνα με τα πιο πάνω έχει δικαίωμα να στραφεί τόσο εναντίον του παραλήπτη-διαχειριστή, όσο και εναντίον της Εναγόμενης 1 τράπεζας, εφ΄ όσον καταδειχθεί ότι ο διαχειριστής-παραλήπτης ενεργεί κατά την άσκηση των καθηκόντων του αντικανονικά (acts improperly). Το δεύτερο θεμελιακό ερώτημα που καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο είναι το κατά πόσο η επιχειρούμενη πώληση της ενυπόθηκης επίδικης περιουσίας με τον τρόπο που αυτή επιχειρείται, συνιστά αντικανονική και έκνομη άσκηση των εξουσιών του διαχειριστή-παραλήπτη Εναγόμενου 2 που δίδει το δικαίωμα στην υπό διαχείριση εταιρεία να κινηθεί εναντίον του. Σε περίπτωση που η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι θετική τότε ισχυροποιείται η θέση ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται να στραφούν με αγωγή εναντίον των ομολογιούχων και του διορισθέντος απ΄ αυτούς διαχειριστή-Παραλήπτη για αντικανονική άσκηση των καθηκόντων του (improper use of his duties). Το ομόλογο επιβάρυνσης (Τεκμήριο 1 στην αίτηση) αναφέρει στην παράγραφο 9 ότι ο παραλήπτης-διαχειριστής μπορεί να πωλεί περιουσία της Ενάγουσας 1 Εταιρείας χωρίς να αναφέρει με ποιο τρόπο αυτός μπορεί να το πράττει. Το ακίνητο στην παρούσα περίπτωση είναι υποθηκευμένο. Εκποίηση του μπορεί να επιτευχθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/65 είτε δια δημοσίου πλειστηριασμού από τον ενυπόθηκο δανειστή, είτε μέσω του Κτηματολογίου. Η επιβάρυνση η οποία δημιουργείται από ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης, όπως το ομόλογο στη συγκεκριμένη περίπτωση, διέπεται από τις αρχές της επιείκειας ("is only equitable") (βλ. Kerr & Hunter on Receivers and Administrators). Στο σύγγραμμα The Law Relating to Receivers and Managers, του Hubert Picarda, εκδ. 1984, σελ. 185, αναφέρονται τα ακόλουθα: "The appointment of a receiver and manager crystallises the floating charge and perfects the equitable assignment of the assets subject to the charge. In other words after the appointment the charged assets belong in equity to the debenture holder or holders". Στο Halsbury's Laws of England, 5th edition vol. 15, 2009, σελ. 559-560: "When a floating charge becomes fixed: crystallisation. If the company ceases its business.. οr if a receiver is appointed, the security becomes a fixed charge. .. Effect of floating charge becoming fixed. When a floating security upon all the property or assets of the company becomes fixed, it constitutes a charge upon all the property or assets then belonging to the company. It has priority over any subsequent equitable charges and over unsecured creditor's". Σε συνάφεια με τα ανωτέρω, η αρχή της επιείκειας ακολουθεί το Νόμο. Στην Mavrovouniotis v. Nicolaidou (V14) 1 CLR 272 επαναβεβαιώθηκε η πιο πάνω αρχή του αγγλικού δικαίου ότι "η επιείκεια πάντοτε ακολουθεί το Νόμο" όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Assuming even that the equitable principles of the English Law can apply, the law, as laid down in the articles mentioned, should not have been ignored, upon the well-known principle of the English Law: «Equity always follows the Law»". Σχετική είναι και η απόφαση στην Πολ. Έφεση 239/10 ημερ. 18.2.16 Ανδρέας Λέσσεπς κ.α. ν. Χρυσάνθης Σάββα Θεοφάνους κ.α. όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει: "Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 29
(1)(γ) του Ν.14/1960 το κοινοδίκαιο (common law) και οι αρχές της επιείκειας (equity) είναι μέρος του δικαίου μας. Όπως, όμως, έχει και νομολογιακά επιβεβαιωθεί, η επίκληση του κοινοδικαίου και των αρχών της επιείκειας δεν είναι επιτρεπτή όπου ο δικός μας, κυπριακός, νόμος προβλέπει ρύθμιση επί συγκεκριμένου ζητήματος (Χριστοφίδη ν. Κοτζαναστάση
(1993)1 ΑΑΔ 718, Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 ΑΑΔ 1077). Κατά συνέπεια από τη στιγμή που η Εναγόμενη 1 τράπεζα, υποθήκευσε το Ακίνητο, τόσο πριν όσο και μετά την υπογραφή του ομολόγου και εν πάση περιπτώσει πριν το διορισμό του παραλήπτη-διαχειριστή, αυτή δεν μπορεί να επικαλείται το ομόλογο, αν αυτή επιθυμεί την πώληση του ακινήτου. Το γεγονός ότι το ομόλογο αποκρυσταλλώθηκε τον Δεκέμβρη του 2014 και της Τράπεζας Κύπρου τον Οκτώβριο του 2014, επιβεβαιώνει ότι η επιβάρυνση και επομένως και τα δικαιώματα του παραλήπτη-διαχειριστή Εναγόμενου 2 (σύμφωνα με το ομόλογο), περιορίζονται στα ακίνητα που έχει προτεραιότητα το ομόλογο, στα οποία σίγουρα δεν συμπεριλαμβάνεται το ενυπόθηκο ακίνητο του οποίου επιχειρείται η πώληση με τον τρόπο που αυτή επιχειρείται. Οι εξουσίες του Εναγόμενου 2 διαχειριστή-παραλήπτη πηγάζουν από τις αρχές της επιείκειας, και δεν υπάρχει νομοθετικό πλαίσιο που να ορίζει τις εξουσίες του. Το άρθρο 337 του Κεφ. 113, δεν αναφέρεται σε καμία περίπτωση στο τι συμβαίνει στο ότι αφορά ασάφεια ως προς τις εξουσίες του διαχειριστή-παραλήπτη σε ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης όταν ο διορισμός του γίνεται εκτός Δικαστηρίου. Ο διαχειριστής-παραλήπτης μπορεί να πωλεί ακίνητη περιουσία της εταιρείας αλλά ποια ακίνητη περιουσία της εταιρείας μπορεί να πωλεί και με ποιο τρόπο όταν υπάρχει ειδικός νόμος που καθορίζει τον τρόπο εκποίησης υποθήκης. Το πιο πάνω άρθρο αναφέρει ότι ο παραλήπτης-διαχειριστής μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο για να λάβει οδηγίες. 337.-
(1)Παραλήπτης ή διαχειριστής της περιουσίας εταιρείας που διορίζεται με βάση τις εξουσίες που περιέχονται σε οποιοδήποτε έγγραφο δύναται να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για οδηγίες σχετικά με οποιοδήποτε θέμα που εγείρεται αναφορικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του, και σε οποιαδήποτε τέτοια αίτηση το Δικαστήριο δύναται να δώσει τέτοιες οδηγίες, ή δύναται να εκδώσει τέτοια διαταγή που να δηλώνει τα δικαιώματα προσώπων ενώπιον του Δικαστηρίου ή διαφορετικά, όπως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο.
(2)Παραλήπτης ή διαχειριστής της περιουσίας εταιρείας που διορίζεται όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, είναι, στην ίδια έκταση όπως αν είχε διοριστεί με διάταγμα Δικαστηρίου, προσωπικά υπεύθυνος για οποιαδήποτε σύμβαση που έγινε από αυτόν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, εκτός αν η σύμβαση προβλέπει διαφορετικά, και δικαιούται σχετικά με την ευθύνη εκείνη σε αποζημίωση από το ενεργητικό αλλά καμιά διάταξη στο εδάφιο αυτό δεν εκλαμβάνεται ότι περιορίζει οποιοδήποτε δικαίωμα αποζημίωσης που θα είχε αυτός ανεξάρτητα από το εδάφιο αυτό, ή ότι περιορίζει οποιαδήποτε ευθύνη από συμβάσεις που έγιναν χωρίς εξουσιοδότηση ή ότι παρέχει οποιοδήποτε δικαίωμα σε αποζημίωση σχετικά με εκείνη την ευθύνη. Αυτό που επομένως πρέπει να μελετηθεί, είναι κατά πόσο μπορεί ο παραλήπτης να επικαλεστεί τις εξουσίες που του δίδει το ομόλογο σύμφωνα με τις αρχές της επιείκειας μεταξύ των οποίων στον όρο 9 της πώλησης ακίνητης περιουσίας. Ο διαχειριστής-παραλήπτης επικαλούμενος τις αρχές της επιείκειας προσπαθεί να πωλήσει το ακίνητο με προσφορές κατόπιν δημοσίευσης σε καθημερινή εφημερίδα. Όμως σύμφωνα με την απόφαση Ανδρέας Λέσσεπς κ.α. (ανωτέρω) "η επίκληση του κοινοδικαίου και των αρχών της επιείκειας δεν είναι επιτρεπτή όπου ο δικός μας, κυπριακός, νόμος προβλέπει ειδική ρύθμιση επί συγκεκριμένου ζητήματος." Ο νόμος πρέπει να εφαρμοστεί και επομένως πρέπει να ακολουθηθεί η «σοφή» πορεία που ορίζει ο νόμος για την εκποίηση του ακινήτου μέσω του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν. 9/65γιατί μόνο μέσα από αυτήν την πορεία διασφαλίζονται τα συμφέροντα της υπό διαχείριση εταιρείας, των εγγυητών της αλλά και των εξασφαλισμένων προνομιούχων πιστωτών της. Αυτή είναι η ορθή πορεία αναφέρει ρητά ο Κυπριακός νόμος δια την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων και δεν μπορεί κάποιος να τον παρακάμψει επικαλούμενος τις αρχές της επιείκειας. Επιγραμματικά, ο Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος 9/65, τα κυριότερα σημεία: "Αι υποθήκαι ασφάλεια υφισταμένης, μελλούσης ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως. Εγγυήσεις 22.
(1)Υποθήκη δύναται να συσταθή ως ασφάλεια δια την εκπλήρωσιν υφισταμένης, μελλούσης, ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως, περιλαμβανομένης και υποχρεώσεως αφορώσης εις χρηματικόν τι ποσόν καταβλητέον διά δόσεων ή εις το υπόλοιπον τρέχοντος λογαριασμού.
(2)Οσάκις συνιστάται υποθήκη προς εξασφάλισιν μελλούσης ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως ή περιοδικών πληρωμών ή υπολοίπου τρέχοντος λογαριασμού, υφίσταται δικαίωμα προτεραιότητος, ως προνοείται εν άρθροις 23 και 30, καθ΄ όσον αφορά ολόκληρος το εκάστοτε οφειλόμενον δυνάμει της υποθήκης ποσόν, από της ημερομηνίας καθ΄ ην το ακίνητον βαρύνεται διά ταύτης δυνάμει των διατάξεων του ως είρηται άρθρου 23.
(3)Την πληρωμήν του εξασφαλιζομένου δι΄ υποθήκης ποσού δύναται να εγγυηθή οιονδήποτε πρόσωπον. Συνέπειαι υποθήκης 23.—
(1)Άφ ' ότου ήθελε γίνει αποδεκτή δήλωσις υποθήκης, το ακίνητον εφ΄ ου συνέστη η υποθήκη και εφόσον διαρκεί αυτή βαρύνεται διά της πληρωμής του διά ταύτης εξασφαλιζομένου ποσού, κατά προτεραιότητα έναντι πάσης ετέρας οφειλής και υποχρεώσεως του ενυποθήκου οφειλέτου ή του εκάστοτε κυρίου αυτού, εξαιρουμένων των οφειλών των εξασφαλιζομένων δια προηγουμένης δηλώσεως υποθήκης επί του αυτού ακινήτου ως και πάσης επιβαρύνσεως ήτις δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύι νόμου ικανοποιείται κατά προτεραιότητα έναντι οιασδήποτε ετέρας επιβαρύνσεως ή εμπράγματου βάρους:" Σύμφωνα με το Αγγλικό Δίκαιο, αφού στην Κύπρο δεν υπάρχει νομοθετικό πλαίσιο αναφορικά με τις εξουσίες παραλήπτη-διαχειριστή που διορίζεται με βάση ομόλογο, ο παραλήπτης-διαχειριστής δεν έχει δικαίωμα να πωλήσει περιουσία της εταιρείας σε περίπτωση που το πρόσωπο που τον διόρισε έχει εξασφάλιση η οποία έχει προτεραιότητα. Σχετικό είναι το άρθρο 43
(2)του Insolvency Act 1986: 43. Power to dispose of charged property, etc.E+W
(1)Where, on an application by the administrative receiver, the court is satisfied that the disposal (with or without other assets) of any relevant property which is subject to a security would be likely to promote a more advantageous realisation of the company's assets than would otherwise be effected, the court may by order authorise the administrative receiver to dispose of the property as if it were not subject to the security.
(2)Subsection
(1)does not apply in the case of any security held by the person by or on whose behalf the administrative receiver was appointed, or of any security to which a security so held has priority.
(3)It shall be a condition of an order under this section that— (a)the net proceeds of the disposal, and (b)where those proceeds are less than such amount as may be determined by the court to be the net amount which would be realised on a sale of the property in the open market by a willing vendor, such sums as may be required to make good the deficiency, shall be applied towards discharging the sums secured by the security.
(4)Where a condition imposed in pursuance of subsection
(3)relates to two or more securities, that condition shall require the net proceeds of the disposal and, where paragraph (b) of that subsection applies, the sums mentioned in that paragraph to be applied towards discharging the sums secured by those securities in the order of their priorities.
(5)A copy of an order under this section shall, within 14 days of the making of the order, be sent by the administrative receiver to the registrar of companies.
(6)If the administrative receiver without reasonable excuse fails to comply with subsection
(5), he is liable to a fine and, for continued contravention, to a daily default fine.
(7)In this section "relevant property", in relation to the administrative receiver, means the property of which he is or, but for the appointment of some other person as the receiver of part of the company's property, would be the receiver or manager. Οι Εναγόμενοι και κάθε ένας από αυτούς προωθούν μια παράνομη διαδικασία, η οποία δεν πληροί το γράμμα του νόμου και τις προϋποθέσεις που θέτει αυτός δια την πώληση οποιουδήποτε ενυπόθηκου ακινήτου. Σε αυτή την περίπτωση ελλείπουν εκείνες οι ασφαλιστικές δικλίδες ότι το ακίνητο θα πωληθεί στην πραγματική τιμή. Επομένως θα μείνει μεγαλύτερο υπόλοιπο στο δάνειο που εξασφαλίζεται με την υποθήκη, και το οποίο θα πρέπει να καλυφθεί από την υπό διαχείριση εταιρεία και τους εγγυητές της. Όπως διαλαμβάνεται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο Ν.9/65, ο εγγυητής Ενάγων 2 (και άλλοι εγγυητές αλλά και η Ενάγουσα 1), έχουν δικαίωμα στη διαδικασία εκποίησης του ακινήτου σύμφωνα με τον Νόμο 9/65, αφού μπορεί να λάβουν γνώση της διαδικασίας εκποίησης και να ενστούν με αίτηση-έφεση ή εν πάση περιπτώσει να προβούν στις δικές τους εκτιμήσεις για την αξία του ενυπόθηκου ακινήτου. Μέσα από τις πρόνοιες του Νόμου οι οποίες επιβάλλουν όπως αυτή ακολουθηθεί αναγκαστικά σε περίπτωση πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου, διασφαλίζονται τα συμφέροντα των ενυπόθηκων δανειστών, των εγγυητών τους αλλά και των υπόλοιπων εξασφαλισμένων προνομιούχων πιστωτών κατά προτεραιότητα. Εάν η πώληση διενεργείτο μέσω της ασφαλούς διαδικασίας εκποίησης της υποθήκης δια δημοσίου πλειστηριασμού, τότε η Εναγόμενη 1 δεν θα είχε άμεση ενημέρωση της εκτιμητέας αξίας του ακινήτου, ούτε και βέβαια των υπόλοιπων προσφορών. Με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε έχει πλήρη εικόνα των προσφορών προτού η ίδια υποβάλει την δική της προσφορά για την αγορά του ενυπόθηκου ακινήτου. Δεν είναι όμως επιτρεπτό η Εναγόμενη 1 να προωθεί καταχρηστικά τη διαδικασία της ιδιωτικής πώλησης δια προσφορών για να αγοράσει το ακίνητο σε προνομιακή και πιθανώς όχι την πραγματική τιμή, κατά παρέκκλιση των προνοιών του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου Ν.9/65. Με τον τρόπο που επιλέγηκε επηρεάζονται τα δικαιώματα του ενυπόθηκου οφειλέτη τα οποία κατοχυρώνονται μέσα από τις πρόνοιες του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου Ν.9/65τα οποία οι Εναγόμενοι παρακάμπτουν χρησιμοποιώντας τη διαδικασία της πώλησης δια προσφορών με σκοπό την αγορά του ενυπόθηκου ακινήτου από τους ίδιους σε εξευτελιστική και/ή εν πάση περιπτώσει μη πραγματική τιμή. Αφού έχουν απαντηθεί τα δύο ουσιαστικά ερωτήματα και έχει καταδειχθεί ότι οι Ενάγοντες δεν είναι δυνατό να μένουν χωρίς θεραπεία (remedyless) σε περίπτωση αντικανονικής άσκησης των καθηκόντων του διαχειριστή-παραλήπτη θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60για την οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος και/ή την έκδοση των υπόλοιπων διαταγμάτων τα οποία οι Ενάγοντες-Αιτητές εξαιτούνται με τη μονομερή αίτηση. Όσον αφορά την πρώτη και τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 είναι αρκετό να καταδειχθεί πιθανότητα ύπαρξης ουσιαστικού δικαιώματος για το οποίο πιθανότατα ο Αιτητής δικαιούται σε θεραπεία. Στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium co Ltd κ.α.
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 2015, στη σελίδα 2041 υιοθετείται η επί του προκειμένου Αγγλική νομολογία όπως εκφράζεται στο σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση, παρ. 621 (σε μετάφραση του Ανωτάτου): "Συζητήσιμη υπόθεση. .......... Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση................................... ... Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 είναι ότι εκτός εάν εκδοθεί ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο καθώς υπάρχει "πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση της απόφασης" (βλ. Φετοκάκης ν. Χριστοφή κ.α.
(2006)1 ΑΑΔ 800). Σύμφωνα με τη νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων, η Τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 τεκμηριώνεται όταν αποδειχθεί ότι υπάρχει κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί ηπεριουσία του Εναγομένου, ανεξαρτήτως της πρόθεσης του Εναγομένου (βλ. Phasarias C (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785). Το Ανώτατο Δικαστήριο προέβη σε εκτενή ανάλυση σε σχέση με την πλήρωση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 σε διατάγματα τύπου Mareva, στην απόφαση Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Ltd κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 1301, όπου μεταξύ άλλων αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Στην Αγγλία είναι καλώς θεμελιωμένο ότι διάταγμα τύπου Mareva χορηγείται σε σχέση με απειλούμενη εξαφάνιση περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας (Intraco Ltd v. Notis Shipping Corporation [1981] 2 Lloyd΄s Rep. 256, Ashtiani v. Kashi [1986] 3 W.L.R. 647). Στην Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The) [1983] 1 W.L.R. 1412, 1422 λέχθηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολο της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. Στην PCW (Underwriting Agencies) Ltd v. Dixon (PS) [1983] 2 Lloyd΄s Rep. 197, 201 λέχθηκε ότι ανκαι ο ενάγων δεν χρειάζεται να αποδείξει άνομη πρόθεση το δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του ότι: «Σκοπός της δικαιοδοσίας δεν είναι η εξασφάλιση προτεραιότητας για τον ενάγοντα, ακόμη λιγότερο, να τιμωρήσει τον εναγόμενο για ισχυριζόμενα παραπτώματα του. Ο μοναδικός σκοπός ή δικαιολογία για το διάταγμα τύπου Mareva είναι να αποτρέψει την απόσπαση με απάτη του προϊόντος της αγωγής των εναγόντων σε περίπτωση επιτυχίας της, είτε με το να μεταφέρει ο εναγόμενος τα περιουσιακά του στοιχεία στο εξωτερικό ή με το να τα εξαφανίσει εντός της δικαιοδοσίας.»" Ενώ στην C. Phasarias (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο είπε, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 του Κεφ. 6, τα ακόλουθα: "Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μή ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. (Βλ. Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελ. 525). Έχουμε υπόψη την Κυριάκος Παναγιώτου ν. Σταυρινής Κολλάτου
(1999)1 Α.Α.Δ.
  1. Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση αποξένωσης αλλά αυτή ήταν η μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα. Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοΐζου Π. στην Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα "ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μή μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων". Τα ίδια και στην Tσιολάκκη και άλλη (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική Δ., όπως ήταν τότε, στη σελίδα 785, εκείνο που απαιτείται είναι "η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος". Εφόσον οι διευθυντές εταιρείας διατηρούν κατάλοιπο εξουσίας σε περίπτωση διορισμού διαχειριστή-παραλήπτη και έχω ήδη αποφασίσει ότι έχουν δικαίωμα να εγείρουν αγωγή σε περίπτωση - όπως η παρούσα - αντικανονικής άσκησης των καθηκόντων του διαχειριστή-παραλήπτη εναντίον του θεωρώ ότι συντρέχουν σωρευτικά και οι 3 προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
  2. Οι Αιτητές έχουν παρουσιάσει σοβαρές ενδείξεις ύπαρξης ενός δικαιώματος τους από το οποίο μπορούν να εξασφαλίσουν τις θεραπείες που επιδιώκουν, ενώ αν αφεθεί να προχωρήσει η διαδικασία της πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου με τον τρόπο που επιχειρείται θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, διότι η μη έκδοση αυτών, θα καταστήσει την αγωγή των Εναγόντων, μάταιη και άνευ αντικειμένου. Η ζημιά που τυχόν θα υποστούν οι Ενάγοντες από τον τερματισμό της ισχύος του διατάγματος, θα είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη από το όφελος που επιχειρούν να προσποριστούν οι Εναγόμενοι από αυτόν τον τερματισμό και μη αναστρέψιμη. Σε περίπτωση που αφεθούν στην αρξάμενη διαδικασία πώλησης, οι Εναγόμενοι θα πωλήσουν με συνοπτικές διαδικασίες το ενυπόθηκο ακίνητο και χωρίς καμία επίβλεψη, έλεγχο, χωρίς επιφυλασσόμενη τιμή, παραγνωρίζοντας τα όποια δικαιώματα των Εναγόντων που κατοχυρώνονται από τον Ν.9/65 και τα οποία παραβλάπτονται ανεπανόρθωτα. Όσον αφορά τον δικαιοδοτικό όρο του κατεπείγοντος, υπήρχαν ειδικές περιστάσεις, που δικαιολογούσαν τη χορήγηση του διατάγματος μονομερώς, λόγω της μη αναμενόμενης συμπεριφοράς των Εναγομένων, οι οποίοι αναμένετο να επιχειρήσουν την πώληση σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.9/65, όπως περιγράφεται στην ένορκη δήλωση Παναγή. Το στοιχείο του κατεπείγοντος υπήρχε διότι ο Εναγόμενος 2 ανακάλυψε μόλις την προηγούμενη μέρα, ότι οι Εναγόμενοι επιχειρούν να πωλήσουν με αθέμιτα μέσα το ενυπόθηκο ακίνητο της Ενάγουσας
  3. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, το εκδοθέν διάταγμα (υπό στοιχείο Δ) οριστικοποιείται και καθίσταται απόλυτο και παράλληλα εκδίδονται τα διατάγματα Α, Β και Γ που απαγορεύουν την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με τον τρόπο που επιχειρείται και/ή ακυρώνουν και/ή αναστέλλουν την αρξάμενη διαδικασία της πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου με τον τρόπο που αυτή επιχειρείται χωρίς τη χρήση των προνοιών του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου Ν.9/65όπως τροποποιήθηκε. Τα έξοδα είναι εις βάρος των Καθ΄ ων η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.