← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. M.M.A.F. Estates Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 726/10, 3/4/2018

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. M.M.A.F. Estates Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 726/10, 3/4/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:A28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 726/10 ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγοντες και

  1. M.M.A.F. Estates Ltd
  2. XXXXX Ξενή
  3. XXXXX Μάρκου
  4. XXXXX Φώτη, σύζυγος XXXXX Μουτσουρή
  5. XXXXX Φώτη, σύζυγος XXXXX Μιχαήλ
  6. XXXXX Μουτσουρής Εναγόμενοι και Επί τοις αφορώσι τον Περί Παρεμποδίσεως Δολίων Μεταβιβάσεων Νόμον Κεφ. 62 και των άρθρων 91(Α) - (Δ) του Κεφ. 6 Επί τοις αφορώσι την αίτησιν της ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Αιτητές και
  7. XXXXX Μάρκου
  8. XXXXX Μάρκου Καθ΄ ων η Αίτηση Αίτηση Ημερομηνίας 12.12.17 Ημερομηνία: 3.4.
  9. Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κα Ε. Ανδρέου για Αντώνης Ανδρέου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Ν. Νικολάου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες-Αιτητές μετά την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης στην πιο πάνω αγωγή, καταχώρησαν στις 12.12.17 τρεις αιτήσεις κατά των Εναγομένων - Καθ΄ ων η αίτηση 2, 3 και 4 ισχυριζόμενοι ότι αυτοί προέβησαν το 2010 σε δια δωρεάς μεταβιβάσεις ακίνητης περιουσίας τους στα παιδιά τους με σκοπό να παρεμποδίσουν τους εξ αποφάσεως πιστωτές τους να εξασφαλίσουν το λαβείν τους. Παράλληλα, την ίδια ημέρα, στις 12.12.17, οι Ενάγοντες - Αιτητές αιτήθηκαν και πέτυχαν με μονομερείς αιτήσεις την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία εμποδίζεται από τους νέους ιδιοκτήτες των ακινήτων η περαιτέρω μεταβίβαση και/ή διάθεση και/ή αποξένωση και/ή επιβάρυνση της μεταβιβασθείσας ακίνητης περιουσίας, προτού ολοκληρωθεί η ακρόαση της κυρίως αίτησης. Και στα τρία εκδοθέντα μονομερώς διατάγματα, οι Καθ΄ ων η αίτηση - εγγεγραμμένοι σήμερα ιδιοκτήτες των μεταβιβασθέντων δια δωρεάς ακινήτων το 2010, καταχώρησαν ενστάσεις επιδιώκοντας την ακύρωση τους, την εξακολούθηση των οποίων θα εξετάσω ξεχωριστά, όπως ξεχωριστά καταχωρήθηκαν οι 3 αιτήσεις αφού τα γεγονότα είναι διαφορετικά. Στην εξακολούθηση της ισχύος του εκδοθέντως μονομερώς διατάγματος καταχώρησαν ένσταση, τόσο ο Εναγόμενος 3 (Καθ΄ ου η αίτηση1) όσο και ο Καθ΄ ου η αίτηση
  10. Η υπό εξέταση αίτηση αφορά τον Καθ΄ ου η αίτηση 2 αφού το διάταγμα ημερ. 12.12.17 εξεδόθη κατά του Καθ΄ ου η Αίτηση 2, σημερινού ιδιοκτήτη των ακινήτων, και αφορά μόνο τον Καθ΄ ου η αίτηση
  11. Παράτυπα έχει καταχωρηθεί κοινή ένσταση από τους Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2, χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε επεξήγηση με ποιόν τρόπο επηρεάζεται οποιοδήποτε συμφέρον του Καθ΄ ου η αίτηση 1 (ο οποίος μεταβίβασε δια δωρεάς στο γιο του τα ακίνητα) από το υπό εξέταση διάταγμα που εκδόθηκε εναντίον του Καθ΄ ου η αίτηση
  12. Πέραν τούτου, η ένσταση του Καθ΄ ου η αίτηση 2 δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε ένορκη δήλωση του και ούτε και στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η αίτηση 1 γίνεται αναφορά ότι έχει εξουσιοδοτηθεί από τον Καθ΄ ου η αίτηση 2 να προβεί εκ μέρους του στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Ούτε και η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η αίτηση 2 με την οποία να δηλώνει ότι υιοθετεί το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Καθ΄ ου η αίτηση 1 για σκοπούς υποστήριξης της ένστασης του. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι η ένσταση του Καθ΄ ου η αίτηση 1 που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ίδιου δεν μπορεί με κανένα τρόπο να οδηγήσει στην ακύρωση του διατάγματος αφού αυτός στερείται locus standi στην υπό εξέταση ενδιάμεση διαδικασία, και δεύτερον η ειδοποίηση ένστασης του Καθ΄ ου η αίτηση 2 δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε ένορκη δήλωση του και κατ΄ επέκταση οι καταγραμμένοι σε αυτή λόγοι ένστασης δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε γεγονότα. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι οι λόγοι ένστασης που προβάλλονται στην ειδοποίηση ένστασης του Καθ΄ ου η αίτηση 2 παρέμειναν ατεκμηρίωτοι και αβάσιμοι και ως εκ τούτου η μη νομότυπα καταχωρηθείσα ένσταση του Καθ΄ ου η αίτηση 2 θα πρέπει να αγνοηθεί. Σε ότι αφορά την ένσταση του Καθ΄ ου η αίτηση 1, αφού δεν προκύπτει η ύπαρξη οποιουδήποτε έννομου συμφέροντος του και δεν προκύπτει από την ένορκη μαρτυρία του επηρεασμός οποιουδήποτε συμφέροντος του συνεπεία της έκδοσης του απαγορευτικού διατάγματος που εκδόθηκε εναντίον του Καθ΄ ου η αίτηση 2, επίσης θα πρέπει να αγνοηθεί. Ανεξάρτητα από την μη ύπαρξη ουσιαστικά ένστασης στην εξακολούθηση της ισχύος του διατάγματος, θα εξετάσω τους λόγους που προβάλλουν οι Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 για ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Δεν θα ασχοληθώ με λόγους απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων από τους Αιτητές τους οποίους επικαλείται ο Καθ΄ ου η αίτηση
  13. Οι αιτήσεις δόλιας μεταβίβασης δεν σχετίζονται με την εκδοθείσα απόφαση, είναι αυθύπαρκτες και έχει αποκοπεί ο ομφάλιος λώρος που τις συνέδεε με την προηγηθείσα δικαστική διαδικασία και την έκδοση δικαστικής απόφασης. Κατά συνέπεια δεν εγείρεται θέμα αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων που αφορούν την προηγούμενη αντιδικία και το ιστορικό της διαφοράς. Η δημιουργηθείσα τάση των Καθ΄ ων η αίτηση να ενίστανται στην εξακολούθηση της ισχύος εκδοθέντων μονομερώς διαταγμάτων για λόγους μη αποκάλυψης, έχει σχολιαστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο σε πρόσφατες αποφάσεις του. Όπως τονίστηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Commerzbank Auslandbanken Holding AG κ.α. ν. Adeona Holdings Limited, Πολ. Έφεση Ε6/2014, ημερ. 27.2.15: "Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες. Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας (βλ. Brink´s-Mat Elcombe, ανωτέρω)." Όσα αναφέρουν οι Καθ΄ ων η αίτηση ως προς τα γεγονότα που δήθεν απέκρυψαν οι Αιτητές (είτε γίνεται ρητή αναφορά σε αυτά και/ή στα τεκμήρια που επισύναψαν), αυτά δεν είναι ουσιώδη και δεν θα επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου αφού αφορούν τα γεγονότα της μακρόχρονης δικαστικής διαδικασίας μεταξύ των διαδίκων. Όσον αφορά το κατ΄ επείγον που επίσης επικαλείται ο Καθ΄ ου η αίτηση 1 είναι εκ των ων ουκ άνευ η δέσμευση της μεταβιβασθείσας ακίνητης περιουσίας σε περίπτωση καταχώρησης αίτησης δόλιας μεταβίβασης, ο δε χρόνος που διέρρευσε μέχρι την καταχώρηση της αίτησης, δεν πρέπει να υπολογίζεται από την έκδοση της απόφασης αλλά από τη λήψη γνώσης του Αιτητή για τις μεταβιβάσεις και αυτός ο χρόνος δεν είναι μεγάλος για να ακυρωθεί το διάταγμα λόγω της μη ύπαρξης του δικαιοδοτικού αυτού όρου. Σε αιτήσεις για ακύρωση δόλιας μεταβίβασης δυνάμει δωρεάς από γονέα σε τέκνο, οι Καθ΄ ων η αίτηση φέρουν το βάρος απόδειξης ότι οι μεταβιβάσεις έγιναν καλόπιστα. Συγκεκριμένα, το άρθρο 3

(1)του Κεφ. 62 προνοεί ότι σε οποιαδήποτε αίτηση στη βάση των διατάξεων του Κεφ. 62 για ακύρωση μεταβίβασης που έγινε σε τέκνο δυνάμει δωρεάς όπως στην παρούσα περίπτωση, το βάρος απόδειξης ότι αυτή η μεταβίβαση έγινε καλή τη πίστει και δεν έγινε με πρόθεση να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει τους πιστωτές του το έχει ο δικαιοπάροχος στην περίπτωση αυτή ο Καθ΄ ου η αίτηση 1 και το πρόσωπο στο οποίο έγινε η εν λόγω μεταβίβαση (Καθ΄ ου η αίτηση 2). Παράλληλα δυνάμει του άρθρου 91Α
(1)και
(2)του Κεφ. 6 η μεταβίβαση περιουσίας από γονέα σε παιδί δυνάμει δωρεάς τεκμαίρεται, μέχρις απόδειξης του αντιθέτου, ότι έγινε με σκοπό την καταδολίευση του εξ αποφάσεως πιστωτή, ανεξαρτήτως εάν έγινε πριν ή μετά την καταχώρηση της αγωγής δυνάμει της οποίας εκδόθηκε απόφαση την εκτέλεση της οποίας επιδιώκει ο εξ αποφάσεως πιστωτής. Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες, ο εξ αποφάσεως πιστωτής που αιτείται ενδιάμεση θεραπεία μη αποξένωσης των επίδικων ακινήτων για τα οποία ζητεί με την κυρίως αίτηση του ακύρωση της μεταβίβασης τους ως δόλιας, εκείνο που έχει να δείξει στο Δικαστήριο για να ικανοποιηθούν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση της κυρίως αίτησης, που θα συνεπάγεται και ότι δικαιούται σε θεραπεία, είναι: 1. Ύπαρξη και οφειλή του εξ αποφάσεως χρέους, ήτοι δηλαδή είναι εξ αποφάσεως πιστωτής. 2. Μεταβίβαση της ακίνητης ιδιοκτησίας σε χρόνο που αποκαλύπτεται το ενδεχόμενο οι μεταβιβάσεις να έγιναν δόλια, δηλαδή σε χρόνο που υπάρχει η οφειλή. 3. Οι μεταβιβάσεις να έγιναν χωρίς αντάλλαγμα σε συγγενικά πρόσωπα που καθορίζονται στο άρθρο 3
(1)του Κεφ. 62 και που φέρουν το βάρος απόδειξης ότι οι μεταβιβάσεις έγιναν καλόπιστα. Λαμβάνοντας υπόψη τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα σε ότι αφορά το χρόνο των μεταβιβάσεων, ήτοι στις 18.3.10 και 30.6.10, αφού προηγουμένως και συγκεκριμένα στις 9.6.10 καταχωρήθηκε και η παρούσα αγωγή, δηλαδή μετά την ταχυδρόμηση των επιστολών ημερ. 23.2.10 τερματισμού του λογαριασμού δανείου εφ΄ όσον το επίδικο χρέος δεν εξυπηρετείτο, του τρόπου μεταβίβασης (δυνάμει δωρεάς) και τη σχέση του δωρεοπάροχου και δωρεοδόχου (πατέρας-παιδί), θεωρώ ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 που προνοούν για την ύπαρξη καλής βάσης της κυρίως αίτησης για ακύρωση δόλιας μεταβίβασης στη βάση των σχετικών προνοιών του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 με καλές προοπτικές επιτυχίας της αίτησης με την έννοια ότι οι Αιτητές αποκαλύπτουν σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανόν να δικαιούνται στην επιδιωκόμενη θεραπεία. Ο Καθ΄ ου η αίτηση 1 στις παραγράφους 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14 της ένορκης δήλωσης του, προβάλλει άσχετους με την υπό εξέταση διαδικασία ισχυρισμούς και είναι φανερό ότι στην ουσία επιζητείται στα πλαίσια της εξέτασης της ισχύος του εκδοθέντως μονομερώς διατάγματος, η εξέταση και τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της κυρίως αίτησης και ιδιαίτερα το κατά πόσο οι μεταβιβάσεις έγιναν ή όχι καλόπιστα και όχι με σκοπό να εμποδιστούν οι εξ αποφάσεως πιστωτές (Αιτητές) να εισπράξουν το λαβείν τους. Στην απόφαση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 2015, στη σελίδα 2041 αναφέρονται τα εξής: "Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση." Επίσης στην υπόθεση Πουργουρίδης κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 201, στην σελίδα 207 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στις εφεσείουσες να δείξουν ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557, η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Σύμφωνα με την Odysseos (πιο πάνω) στη σελίδα 569 η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60, απαιτεί από τις εφεσείουσες να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας." Στην Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 253, στις σελίδες 257-258 αναφέρεται ότι: "Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Slade J. στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Wafers and others
(1976)3 All E R 417 (σελ. 430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας." Στη βάση της πιο πάνω νομολογίας, τα όσα αναφέρουν οι Καθ΄ ων η αίτηση στην ένσταση τους και ιδιαίτερα το περιεχόμενο των εκτιμήσεων που έχουν επισυνάψει στην ένσταση τους, πέραν του ότι δεν αποτελούν μαρτυρία που να δείχνει την μη ύπαρξη των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60 και ιδιαίτερα την έλλειψη ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, θεωρώ ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν αποτελούν καν θέμα προς εξέταση στα πλαίσια εκδίκασης του ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος. Ούτε και μπορούν να ληφθούν υπόψη για το κατά πόσο υπάρχει ή όχι σοβαρό θέμα προς εκδίκαση. Τα ίδια ισχύουν και για τους κατ΄ ισχυρισμό λόγους που προβάλλει ο Καθ΄ ου η αίτηση 1, οι οποίοι την οδήγησαν να προβεί στις μεταβιβάσεις. Η κυρίως αίτηση αφορά ακύρωση δόλιων μεταβιβάσεων ακινήτων και με την υπό εξέταση αίτηση ζητείται η διατήρηση του status quo (δηλαδή να μην γίνει περαιτέρω αποξένωση των ακινήτων) μέχρι την τελική εκδίκαση της εν λόγω αίτησης. Περαιτέρω σημειώνω ότι ακόμα και εάν ληφθούν υπόψη οι εκτιμήσεις Τεκμήρια 4 και 5 της ένστασης, παρατηρώ ότι λανθασμένα γίνεται αναφορά στην αγοραία αξία των ενυπόθηκων ακινήτων για να υποστηριχθεί και πάλι λανθασμένα ο ισχυρισμός ότι η αξία αυτών εξασφαλίζει τα δια των υποθηκών εξ αποφάσεως χρέη όπως αυτά προκύπτουν δυνάμει των δικαστικών αποφάσεων στην αγωγή αρ. 726/10 και αγωγή αρ. 727/10 (Τεκμήρια 1 και 6 της αίτησης). Συνεπώς, η εισήγηση των Καθ΄ ων η αίτηση ότι τα εξ αποφάσεως χρέη είναι πλήρως εξασφαλισμένα από τα ενυπόθηκα ακίνητα δεν είναι ορθή και είναι παραπλανητική. Περαιτέρω δεν λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 3 - Καθ΄ ου η αίτηση 1 είναι υπόχρεος να πληρώσει τη συνολική εξ αποφάσεως οφειλή αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τους υπόλοιπους Εναγόμενους και όχι μόνο μέρος αυτής. Οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν εγείρουν οποιοδήποτε άλλο λόγο ένστασης σε ότι αφορά την τρίτη προϋπόθεση για την έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60. Ούτε και αμφισβητούν το γεγονός ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα δυνατόν τα ακίνητα να αποξενωθούν ή επιβαρυνθούν με αποτέλεσμα να καταστεί η κυρίως αίτηση, είτε μερικώς, είτε ολικώς, άνευ αντικειμένου όπως εισηγούνται οι Αιτητές με τις παραγράφους 24 και 25 της ένορκης δήλωσης του κ. XXXXX Στυλιανού που συνοδεύει την υπό εκδίκαση αίτηση. Οι Καθ΄ ων η αίτηση προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι επειδή τα ακίνητα δεν αποξενώθηκαν από το 2010 μέχρι σήμερα δεν προκύπτει κίνδυνος αποξένωσης. Όπως έχει τονιστεί επανειλημμένως από τη σχετική νομολογία, δεν είναι αναγκαίο να προσκομιστεί μαρτυρία για την πρόθεση αποξένωσης. Στην Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 ΑΑΔ 1237 τονίστηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "Η εισήγηση ότι η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής, δικαιολογείται κατ' εξαίρεση και ασκείται με φειδώ - (βλ. Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1759) - μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους. Το σύνολο, όμως, των στοιχείων, που είχε ενώπιόν του το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας, μεταξύ των οποίων και το ύψος της ισχυριζόμενης οφειλής, δικαιολογούσαν την κατάληξη. Το γεγονός ότι το ακίνητο ήταν υποθηκευμένο δε διαφοροποιούσε το ζήτημα, ούτε απέκλειε τον κίνδυνο αποξένωσης, όπως εισηγήθηκε ο εφεσείων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά διαπίστωσε στην απόφασή του ότι ο εφεσείων, για τον κίνδυνο να παρεμποδιστεί η ικανοποίηση μελλοντικής απόφασης, δεν έδωσε οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με την κατοχή άλλης περιουσίας. Ότι το ακίνητο ήταν υποθηκευμένο, από μόνο του, δεν εξουδετέρωνε την πρόθεση αποξένωσης." Περαιτέρω στην C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ»
(2001)1(Β) ΑΑΔ 785, στις σελίδες 789-790 τονίστηκαν τα ακόλουθα: "Ακούσαμε τις δυο πλευρές και καταλήγουμε πως επιβάλλεται να παρέμβουμε. Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μή ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. (Βλ. Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελ. 525). Έχουμε υπόψη την Κυριάκος Παναγιώτου ν. Σταυρινής Κολλάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1306. Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση αποξένωσης αλλά αυτή ήταν η μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα. Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοΐζου Π. στην Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα "ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μή μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων". Τα ίδια και στην Tσιολάκκη και άλλη (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική Δ., όπως ήταν τότε, στη σελίδα 785, εκείνο που απαιτείται είναι "η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος". Κατ΄ αναλογία, η θέση του Καθ΄ ου η αίτηση 1 ότι το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί διότι δεν προκύπτει κίνδυνος αποξένωσης είναι αντίθετο με την πιο πάνω αναφερόμενη νομολογία. Το επιχείρημα ότι η περιουσία δεν αποξενώθηκε ενώ δεν εκκρεμούσε οποιαδήποτε διαδικασία ακύρωσης της μεταβίβασης των ακινήτων δεν βοηθά την θέση των Καθ΄ ων η αίτηση. Λαμβάνοντας υπόψη ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 και υπό το φως των γεγονότων όπως προκύπτουν από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του κ. Στυλιανού, θεωρώ ότι είναι εύλογο και δίκαιο όπως το διάταγμα ημερ. 12.12.17 που εκδόθηκε εναντίον του Καθ΄ ου η αίτηση 2 καταστεί απόλυτο αφού το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ των Αιτητών. Σε ό,τι αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) AAΔ.788, στη σελ. 795: "Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν 'εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα. Στην National Bank of Jamaica Ltd v. Olint Corp Ltd
(2009)1 WLR 1405, 1409 αναφέρεται ότι ο σκοπός ενός ενδιάμεσου διατάγματος είναι να βελτιώσει τις πιθανότητες του Δικαστηρίου να απονέμει δικαιοσύνη μετά την εκδίκαση της ουσίας κατά τη δίκη. Επομένως, κατά το ενδιάμεσο στάδιο, το Δικαστήριο πρέπει να εκτιμήσει κατά πόσο η έκδοση ή μη του διατάγματος είναι πιο πιθανό να δημιουργήσει ένα δίκαιο αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ακολουθήσει την πορεία εκείνη που φαίνεται πως θα προκαλέσει τη λιγότερο μη αθεράπευτη δυσχέρεια στη μια ή την άλλη πλευρά. Το τι επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση είναι η εξέταση, βάσει των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης, των πιθανών συνεπειών της έκδοσης ή μη του διατάγματος. Εν κατακλείδι θεωρώ ότι συντρέχουν και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 για την οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος, αφού θα είναι αδύνατο σε μεταγενέστερο στάδιο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε περίπτωση αποξένωσης της περιουσίας από τον δωρεοπάροχο και κατά συνέπεια και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς προς όφελος του Αιτητή. Ως εκ τούτου το διάταγμα καθίσταται απόλυτο με έξοδα προς όφελος των Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............. Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.