← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. G.M.P. MIRROR HOMES LTD κ.α., Αγωγή αρ.: 850/2011, 2/11/2018

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. G.M.P. MIRROR HOMES LTD κ.α., Αγωγή αρ.: 850/2011, 2/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:A63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 850/2011 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας Και

  1. G.M.P. MIRROR HOMES LTD, από το Παραλίμνι
  2. XXXXX ΧΑΤΖΗΣΟΛΩΜΗΣ, από το Παραλίμνι
  3. XXXXX ΜΕΤΑΞΑΣ, από το Παραλίμνι
  4. XXXXX ΜΕΤΑΞΑΣ, από το Παραλίμνι Εναγόμενων -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 2 Νοεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα: κα Μιχαήλ για Αντώνης Ανδρέου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγόμενους: κ. Δημητρίου για κ. Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνη Α Π Ο Φ Α Σ Η
  5. Η ενάγουσα αξιώνει από τους εναγόμενους 2, 3 και 4, όπως περιορίστηκε στο στάδιο των αγορεύσεων, το ποσό των €177.031,95 με τόκο 5,044% από 23.1.2009 μέχρι 21.3.2011 και ακολούθως με τόκο 7,044%. Επισημαίνεται ότι η αγωγή εναντίον της εναγόμενης 1 διακόπηκε.
  6. Στην έκθεση απαίτησης, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι την 16.1.2008 συνομολογήθηκε συμφωνία δανείου μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1 και για περαιτέρω εξασφάλιση η τελευταία παραχώρησε την υποθήκη με αρ. Υ293/08 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού ως επίσης οι εναγόμενοι 2 και 3 και 4 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της εναγόμενης
  7. Η τελευταία παρέλειψε να τηρήσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις και έτσι η ενάγουσα τερμάτισε την πιο πάνω συμφωνία και αξιώνει το πιο πάνω ποσό.
  8. Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 αποδέχονται ότι συνομολογήθηκε η πιο πάνω συμφωνία δανείου και ότι εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 που απορρέουν απ' αυτό, πλην όμως ισχυρίζονται ότι οι όροι της συμφωνίας είναι καταχρηστικοί και κατ' επέκταση άκυροι. Περαιτέρω προβάλλουν ότι η επίδικη συμφωνία εγγύησης είναι άκυρη καθότι η ενάγουσα παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες των άρθρων 5, 12

(1)και 12
(2)του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος (Ν.197
(1)/2013), τα οποία επιβάλλουν στην ενάγουσα τράπεζα να αποκαλύψει στους εγγυητές, μεταξύ άλλων, το ποσό του δανείου, τις δόσεις, το ποσοστό του τόκου, την ύπαρξη συνεγγυητών, το ύψος της εγγύησης ως επίσης και γραπτή δήλωση του πρωτοφειλέτη σχετικά με τα περιουσιακά του στοιχεία. Περαιτέρω δε ως προβάλλουν, η τράπεζα παρέλειψε να ενημερώσει γραπτώς τους εγγυητές για κάθε καθυστερημένη δόση πέραν των τριών τουλάχιστον δόσεων. Επιπρόσθετα οι εναγόμενοι 2, 3 και 4, μεταξύ άλλων, αρνούνται το οφειλόμενο υπόλοιπο, και ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται τις αιτούμενες θεραπείες και έτσι αξιώνουν απόρριψη της αγωγής. Επίσης αξιώνουν ανταπαιτητικώς, δήλωση του Δικαστηρίου ότι η επίδικη συμφωνία δανείου, η εγγύηση και η υποθήκη που παραχώρησε η εναγόμενη 1 είναι άκυρη.
  1. Η ενάγουσα για στοιχειοθέτηση της απαίτησης της κάλεσε συνολικά τρεις μάρτυρες, τους Μ. Σωφρονίου, Α. Σπανάχη και Δ. Αντωνιάδη ενώ από την άλλη πλευρά έδωσε μαρτυρία ο κ. Μ. Ιερόπουλος. Ο κ. Μ. Σωφρονίου ήταν το πρόσωπο το οποίο είχε στην κατοχή του τον φάκελο της τράπεζας και τα σχετικά έγγραφα αναφορικά με το επίδικο δάνειο ως επίσης ετοίμασε και καταστάσεις λογαριασμών. Ο δε κ. Δ. Αντωνιάδης ήταν το πρόσωπο το οποίο ετοίμασε σχετικές επιστολές με τις οποίες ενημερώνονταν οι εναγόμενοι για τις καθυστερήσεις ως επίσης ετοίμασε και την επιστολή τερματισμού. Ο δε κ. Α. Σπανάχης ήταν ο υπάλληλος της τράπεζας ο οποίος είχε εμπλοκή στη χορήγηση των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε από την ενάγουσα έχει ως ακολούθως: (α) Η εναγόμενη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη και κατά τον ουσιώδη χρόνο, διευθυντές αυτής ήταν οι εναγόμενοι 2 και 3 και μέτοχοι τα πιο πάνω πρόσωπα ως επίσης και ο εναγόμενος 4 (βλ. Τεκ. 17). Ο κ. Α. Σπανάχη στη μαρτυρία του ανέφερε ότι το αίτημα τους για χρηματοδότηση της εναγόμενης 1 από την τράπεζα για την αγορά κτήματος εγκρίθηκε, αφού συμφωνήθηκαν οι όροι και μεταξύ άλλων, τα πιο πάνω πρόσωπα, ως μέτοχοι, θα εγγυούνταν τις υποχρεώσεις της. Επισήμανε ότι δηλώνεται τους πελάτες το ποσό του δανείου, της δόσης, το επιτόκιο, η διάρκεια του δανείου ως επίσης και οι εξασφαλίσεις. Το Διοικητικό Συμβούλιο της πιο πάνω εταιρείας αποφάσισε να αποδεχθεί τις εγκριθείσες διευκολύνσεις από μέρους της ενάγουσας και εξουσιοδότησε τους εναγόμενους 2 και 3 να υπογράψουν κάθε αναγκαίο έγγραφο σε σχέση με την παραχώρηση των πιο πάνω (βλ. Τεκ. 3 και 1 αντίστοιχα). Αντεξεταζόμενος ο κ. Α. Σπανάχης δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κατά πόσο ενημέρωσαν γραπτώς τον εναγόμενο 4, ως ήταν υποχρέωση της ενάγουσας με βάση τον πιο πάνω Νόμο, πλην όμως δήλωσε ότι ενημερώθηκε προφορικά. Παρέδωσαν στους εναγόμενους την συμφωνία δανείου στην οποία είναι ενσωματωμένο το εγγυητήριο έγγραφο και αφού το μελέτησαν το υπέγραψαν. (β) Έτσι στις 16.1.2008 καταρτίστηκε συμφωνία δανείου (βλ. Τεκ. 2) μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1 για το ποσό των €256.294.-. Η πιο πάνω συμφωνία υπογράφηκε για λογαριασμό της εναγόμενης 1 από τους διευθυντές αυτής, εναγόμενους 2 και
  2. Για εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου, η εναγόμενη 1 παραχώρησε προς όφελος της ενάγουσας την υποθήκη με αρ. Υ293/08 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού (βλ. Τεκ. 6) και περαιτέρω οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά την πληρωμή του πιο πάνω δανείου πλέον τόκους και έξοδα (βλ. Τεκ. 2). Στις 23.1.2008 ολόκληρο το ποσό του δανείου μεταφέρθηκε σε τρεχούμενο λογαριασμό της εναγόμενης 1 (βλ. Τεκ. 5 και Τεκ. 15). Η πιο πάνω συμφωνία προνοούσε, μεταξύ άλλων, ότι εκτός εάν η τράπεζα ζητήσει άμεση εξόφληση, το δάνειο θα αποπληρωνόταν με 60 μηνιαίες δόσεις από €5.115,70 η κάθε μία. Η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα την 23.2.2008 και οι υπόλοιπες την 23η ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι τελικής εξόφλησης την 23.1.
  3. Το δάνειο θα χρεωνόταν με έξι μηνών Euribor προσαυξημένο κατά 2,750%. Κατά την υπογραφή της συμφωνίας το Euribor ήταν 4,703% και έτσι το συνολικό επιτόκιο ανήλθε σε 7,453%. Ο δε τόκος θα κεφαλαιοποιείτο κάθε έξι μήνες και ειδικότερα την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Η εν λόγω συμφωνία ρητά διαλάμβανε ότι η τράπεζα δικαιούται, κατά την κρίση της, να μεταβάλλει, μεταξύ άλλων, το βασικό επιτόκιο, το περιθώριο και η μεταβολή αυτή θα ήταν δεσμευτική για την εναγόμενη η οποία θα λάμβανε γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή με σχετική ειδοποίηση κατά την κρίση της τράπεζας. Ακολούθως στις 27.10.2009 καταρτίστηκε τροποποιητική συμφωνία με την οποία η περίοδος αποπληρωμής του δανείου παρατάθηκε για περίοδο 21 μηνών και ο τρόπος αποπληρωμής διαφοροποιήθηκε σε €2.500 μηνιαίως από 23.11.2009 μέχρι 23.10.2011 και ακολούθως €5.000 από 23.11.2011 μέχρι 23.10.
  4. Οι εναγόμενοι 1 - 4 υπέγραψαν την πιο πάνω συμφωνία (βλ. Τεκ. 4). (γ) Η ενάγουσα με επιστολές της ημερομηνίας 26.1.2009 και 24.4.2009 που απέστειλε στην εναγόμενη 1, την ενημέρωνε, για την αύξηση του επιτοκίου (βλ. Τεκ. 9 και 10 αντίστοιχα). Παρουσιάστηκε κατάλογος των αυξομειώσεων του επιτοκίου Euribor από 7.1.2008 μέχρι 21.3.2011 (βλ. Τεκ. 11) και κατάλογος προμηθειών και χρεώσεων της τράπεζας (βλ. Τεκ. 12). Περαιτέρω η τράπεζα με ανακοινώσεις της, οι οποίες δημοσιεύτηκαν στον ημερήσιο τύπο, ανακοίνωσε την μεταβολή των επιτοκίων, όπως περιγράφονται σε αυτές (βλ. Τεκ. 13 και 16). (δ) Η εναγόμενη 1 δεν συμμορφώθηκε με τους όρους αποπληρωμής του δανείου, όπως περιγράφονται πιο πάνω και έτσι στις 25.2.2011 αποστάληκαν επιστολές σε όλους τους εναγόμενους με τις οποίες τους ενημέρωναν ότι υπήρχαν καθυστερημένες δόσεις οι οποίες ανέρχονταν τότε στο συνολικό ποσό των €25.464,92 και τους καλούσαν όπως εντός 21 ημερών από τη λήψη της επιστολής εξοφλήσουν το πιο πάνω ποσό (βλ. Τεκ. 7). Οι εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν και έτσι η ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 21.3.2011 που αποστάληκε σε όλους τους εναγόμενους τερμάτισε την επίδικη συμφωνία και αξίωσε την καταβολή ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου (βλ. Τεκ. 8). Οι πιο πάνω επιστολές συντάχθηκαν και υπογράφηκαν από τον κ. Δ. Αντωνιάδη ο οποίος στη μαρτυρία του επεσήμανε, μεταξύ άλλων, ότι ταχυδρομήθηκαν από τον αρμόδιο υπάλληλο της τράπεζας την επόμενη εργάσιμη ημέρα που αναγράφεται στην επιστολή και δεν επιστράφηκαν. Οι εναγόμενοι παρέλειψαν να εξοφλήσουν το υπόλοιπο του επίδικου δανείου με αποτέλεσμα να καταχωριστεί η παρούσα αγωγή. (ε) Ο κ. Μ. Σωφρονίου ετοίμασε σχετικό πιστοποιητικό και κατάσταση λογαριασμού του επίδικου δανείου για την περίοδο από 23.1.2008 μέχρι 30.6.2011 (βλ. Τεκ. 14). Επίσης ετοίμασε και αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, σε σχέση με το πιο πάνω δάνειο, για την περίοδο από 1.1.2011 μέχρι 5.10.
  5. Στην τελευταία κατάσταση δεν υφίσταται οποιαδήποτε χρέωση παρά μόνο οι κεφαλαιοποιήσεις του τόκου κάθε χρόνο (βλ. Τεκ. 14). Το υπόλοιπο του δανείου κατά την 21.3.2011, ημερομηνία τερματισμού, ήταν €205.523,
  6. Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 κάλεσαν ως μάρτυρα τον κ. Μ. Ιερόπουλο, σύμβουλο αφερεγγυότητας. Στη μαρτυρία του, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι σπούδασε λογιστική, τραπεζικά και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στη διοίκηση επιχειρήσεων. Αρχικά εργάστηκε στη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Στροβόλου και ακολούθως στην Τράπεζα Societé General ως σύμβουλος δανείων. Στη συνέχεια εργοδοτήθηκε στην Τράπεζα Πειραιώς από την οποία αποχώρησε τον Οκτώβριο του 2015 και έκτοτε είναι σύμβουλος αφερεγγυότητας. Παρουσίασε στο Δικαστήριο τις διακυμάνσεις του euribor για την περίοδο από 23.1.2008 μέχρι 25.7.2017 (βλ. Τεκ. 18). Αναγνώρισε ότι το επιτόκιο της τράπεζας τόσο κατά την 23.7.2008 (7,90%) όσο και κατά την 23.1.2009 (5,14%) ήταν ορθό πλην όμως το επιτόκιο κατά την 23.7.2009 ύψους 6,43% και κατά την 23.1.2010 ύψους 6,22% ήταν λανθασμένο καθότι, ως ανέφερε, το euribor κατά τις συγκεκριμένες ημερομηνίες ήταν 1,175% και 0,965% αντίστοιχα. Επίσης δήλωσε ότι το επιτόκιο κατά την 23.1.2010 έπρεπε να ήταν 3,71% και όχι 6,22% και κατά την 23.7.2010 έπρεπε να ήταν 3,88% και όχι 6,38%. Αντεξεταζόμενος όμως ανέφερε κατά τους πιο πάνω υπολογισμούς του έλαβε υπόψιν το εκάστοτε euribor και την προσαύξηση ύψους 2,75%. Δεν γνώριζε όμως κατά πόσο μεταβλήθηκε η πιο πάνω προσαύξηση και σε τέτοια περίπτωση, όπως αναγνώρισε, η θέση του θα ήταν διαφορετική.
  7. Αγορεύοντας η ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας εισηγήθηκε ότι η τελευταία έχει επιτύχει να αποδείξει την απαίτηση της στον απαιτούμενο βαθμό και συνακόλουθα δικαιολογείται η έκδοση απόφασης, όπως περιορίστηκε, για το ποσό των €177.031,95 πλέον τόκους και έξοδα ενώ αντιθέτως η ανταπαίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόμενων 2, 3 και 4 ο οποίος επεσήμανε, μεταξύ άλλων, ότι η ενάγουσα δεν έχει επιτύχει να αποδείξει την απαίτηση της καθότι η αναθεωρημένη κατάσταση λογαριασμού δεν συνάδει με το τραπεζικό βιβλίο και δεν έγινε με βάση αυτό ως επίσης δεν παρουσιάστηκε ολοκληρωμένη κατάσταση λογαριασμού μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία λειτουργούσε η Λαϊκή Τράπεζα, καθιστώντας το οποιοδήποτε ποσό που αναφέρονται στις καταστάσεις λογαριασμού επισφαλή. Σε αυτό το στάδιο επισημάνθηκε ότι η συμφωνία δανείου καταρτίστηκε με την ενάγουσα Τράπεζα Κύπρου και όχι με την Λαϊκή Τράπεζα. Ο δε επίδικος αμφισβητούμενος λογαριασμός, ως εισηγήθηκε, χρεωνόταν με τόκο μεγαλύτερο από ότι θα έπρεπε. Περαιτέρω δε αγορεύοντας, ανέφερε ότι η εγγύηση του εναγόμενου 4 είναι άκυρη υπό τις περιστάσεις καθότι η ενάγουσα δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις της ως πιστωτής με βάση τον περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο του 2003 (Ν. 197
(1)/2003) και ειδικότερα δεν παραδόθηκε σ' αυτόν επιστολή στην οποία να αποκαλύπτονται και να καταγράφονται, το ποσό του δανείου, της κάθε δόσης αποπληρωμής, το ποσοστό του τόκου που χρεώνεται δυνάμει της συμφωνίας δανείου, τα ονόματα των συνεγγυητών και το ύψος της εγγύησης τους ως επίσης και γραπτή δήλωση του προτειθέμενου πρωτοφειλέτη σχετικά με όλα τα περιουσιακά του στοιχεία και γενικότερα τα στοιχεία που καθορίζονται στο άρθρο 5 του πιο πάνω Νόμου. Ήταν η θέση του ότι η πιο πάνω παράλειψη της τράπεζας καθιστά εξ υπαρχής άκυρη την εγγύηση του εναγόμενου
  1. Μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είναι σε θέση να αξιολογήσει τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων τη λογικότητα της εκδοχής τους, την αμεσότητα και ευθύτητα των απαντήσεων τους, αλλά και γενικότερα την όλη παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αντιφάσεις σε μικρολεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν με την έννοια ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2Α ΑΑΔ 612 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). 8.1 Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι επιβεβλημένη για την εξαγωγή των απαραίτητων συμπερασμάτων. Η μαρτυρία δεν χρήζει επανάληψης. Επισημαίνεται ότι οι μάρτυρες που κλήθηκαν από μέρους της ενάγουσας, κ. Μ. Σωφρονίου, Α. Σπανάχη και Δ. Αντωνιάδη έκαναν καλή εντύπωση. Δεν περιέπεσαν σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία τους καθ' οιονδήποτε τρόπο. Ήταν συνεπείς και σταθεροί στις απαντήσεις τους και παρουσίασαν τα γεγονότα όπως τα γνώριζαν. Ήταν μάρτυρες της αλήθειας και συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία τους. 8.2 Ο κ. Μ. Ιερόπουλος, σύμβουλος αφερεγγυότητας, ο οποίος κλήθηκε από τους εναγόμενους 2, 3 και 4, στη μαρτυρία του μεταξύ άλλων επεσήμανε ότι το επιτόκιο σε συγκεκριμένες ημερομηνίες ήταν λανθασμένο και ειδικότερα κατά την 23.7.2009, 23.1.2010 και 23.7.2010. Επεσήμανε ότι κατά τους υπολογισμούς του έλαβε υπόψιν του, το euribor κατά τις πιο πάνω συγκεκριμένες ημερομηνίες και την προσαύξηση ύψους 2,75%. Δεν γνώριζε όμως κατά πόσο μεταβλήθηκε η πιο πάνω προσαύξηση και δήλωσε ότι σε τέτοια περίπτωση η θέση του θα ήταν διαφορετική. Ο Νόμος ρητά ορίζει ότι κάθε σύμβουλος αφερεγγυότητας υπόκειται σε κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας, οι οποίοι καλύπτουν τουλάχιστον την ιδιότητα του ως προστάτη του δημοσίου συμφέροντος, την ακεραιότητα και την αντικειμενικότητα του καθώς και την επαγγελματική του ικανότητα και δέουσα επιμέλεια (βλ. άρθρο 16 του περί Συμβούλων Αφερεγγυότητας Νόμος του 2015 Ν. 64
(1)/15). Στην προκείμενη περίπτωση χωρίς να επιδείξει την δέουσα επιμέλεια στα πλαίσια της επαγγελματικής του δεοντολογίας δεν έλαβε υπόψιν του ότι το επιτόκιο ήταν μεταβλητό και έλαβε υπόψη ως σταθερή την προσαύξηση ύψους 2,75%. Όφειλε να εξέταζε κατά πόσο μεταβλήθηκε η πιο πάνω προσαύξηση πριν εξαγάγει το συμπέρασμα του ότι το επιτόκιο κατά τις πιο πάνω ημερομηνίες ήταν λανθασμένο. Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης επεσήμανε ότι το επιτόκιο ήταν λανθασμένο και κατά την αντεξέταση του δήλωσε ότι η θέση του θα ήταν διαφορετική στην περίπτωση που μεταβλήθηκε η πιο πάνω προσαύξηση. Έτσι η πιο πάνω θέση του, για τους λόγους που εξηγούνται, δεν γίνεται αποδεκτή. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω η μαρτυρία του ουσιαστικά εστιάστηκε στο να παρουσιάσει σχετικό κατάλογο αναφορικά με τις διακυμάνσεις του euribor για την περίοδο από 23.1.2008 μέχρι 25.7.2007. 9. Εισήγηση σε σχέση με το κύρος της σύμβασης εγγύησης που παραχώρησε η εναγόμενη 4. Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόμενων εισηγήθηκε ότι η εγγύηση του εναγόμενου 4 είναι άκυρη υπό τις περιστάσεις καθότι η ενάγουσα δεν συμμορφώθηκε με νομοθετικές πρόνοιες και ειδικότερα με τον περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος του 2003 (Ν.197
(1)/03). Ο πιο πάνω Νόμος εφαρμόζεται αναφορικά με συμβάσεις εγγύησης στις περιπτώσεις που ο εγγυητής είναι φυσικό πρόσωπο το οποίο με τη σύμβαση εγγύησης εγγυάται σε πιστωτή να εκπληρώσει την υπόσχεση ή υποχρέωση αποπληρωμής ολόκληρου ή μέρους του ποσού του δανείου. Ο πιο πάνω Νόμος δεν εφαρμόζεται αναφορικά με συμβάσεις εγγύησης στις περιπτώσεις που ο πρωτοφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο και ο εγγυητής κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης εγγύησης τελούσε υπό την ιδιότητα του διοικητικού συμβούλου του πρωτοφειλέτη (βλ. άρθρο 3
(1)του πιο πάνω Νόμου). Στην προκείμενη περίπτωση η εναγόμενη 1 είναι νομικό πρόσωπο και συνήψε σύμβαση δανείου με την ενάγουσα τράπεζα, όπως με λεπτομέρεια περιγράφεται πιο πάνω. Οι δε εναγόμενοι 2, 3 και 4 εγγυήθηκαν, αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά, την πληρωμή του πιο πάνω δανείου, πλέον τόκους και άλλα έξοδα. Οι εναγόμενοι 2 και 3 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν διευθυντές της εναγόμενης 1 (βλ. Τεκ. 3 και Τεκ. 17). Ο δε εναγόμενος 4 δεν ήταν διοικητικός σύμβουλος αλλά ήταν μέτοχος της εναγόμενης
  1. Έτσι οι πρόνοιες του πιο πάνω Νόμου δεν έχουν εφαρμογή σε σχέση με τους εναγόμενους 2 και 3 αφού κατά τον χρόνο της σύμβασης τελούσαν υπό την ιδιότητα των διοικητικών συμβούλων της προωτοφειλέτη ενώ αντιθέτως έχει εφαρμογή αναφορικά με τον εναγόμενο
  2. Το άρθρο 5 του πιο πάνω Νόμου ρητά προνοεί ότι, προτού ο προτιθέμενος εγγυητής υπογράψει σύμβαση εγγύησης σε σχέση με την παραχώρηση δανείου για ποσό πέραν των ΛΚ5.000.- ο προτιθέμενος πιστωτής παραδίδει στον προτιθέμενο εγγυητή επιστολή στην οποία να αποκαλύπτονται, μεταξύ άλλων, το ποσό του δανείου, το επιτόκιο, το ποσό της κάθε δόσης, το ποσοστό του τόκου που χρεώνεται σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη ως επίσης και γραπτή δήλωση του προτιθέμενου πρωτοφειλέτη σχετικά με όλα τα περιουσιακά του στοιχεία. Στην προκείμενη περίπτωση προκύπτει ότι η ενάγουσα-τράπεζα δεν έχει παραδώσει επιστολή στον εναγόμενο 4 σε σχέση με τα όσα απαιτούνται από το άρθρο 5 του Νόμου πλην όμως έχει παραδώσει την επίδικη συμφωνία και αφού την μελέτησαν τότε την υπέγραψαν. Ο εναγόμενος 4 αλλά και οι υπόλοιποι πριν την υπογραφή της εγγύησης γνώριζαν το ποσό του δανείου που παραχωρήθηκε, τα επιτόκια και οποιαδήποτε άλλη ρύθμιση σε σχέση με τον τόκο, τον τρόπο και τον χρόνο αποπληρωμής της συνολικής οφειλής από την πρωτοφειλέτη, το ποσό κάθε δόσης αποπληρωμής και ημερομηνία, το ποσοστό του τόκου που χρεώνεται σε περίπτωση υπερημερίας του πρωτοφειλέτη στην αποπληρωμή του δανείου ή αθέτησης της υποχρέωσης του να το αποπληρώσει κατά τα διαλαμβανόμενα στη συμφωνία, την ύπαρξη συνεγγυητών και τα στοιχεία τους και γενικότερα γνώριζαν τους όρους της επίδικης συμφωνίας δανείου, αφού το εγγυητήριο είναι ενσωματωμένο σε αυτήν. Περαιτέρω, σύμφωνα με την μαρτυρία του κ. Α. Σπανάχη, γνώριζαν τους όρους αυτής αφού ενημερώθηκαν προφορικά και όπως έχει ήδη επισημανθεί παραδόθηκαν σε όλους τους εναγόμενους η συμφωνία δανείου, στην οποία είναι ενσωματωμένο το εγγυητήριο έγγραφο και αφού το μελέτησαν το υπέγραψαν. Επίσης ο εναγόμενος 4 ως μέτοχος της εναγόμενης 1 γνώριζε τα περιουσιακά της στοιχεία, περιλαμβανομένων των λεπτομερειών, τυχόν επιβαρύνσεων της περιουσίας της που θα ίσχυαν με την σύναψη της συμφωνίας δανείου. Ο εναγόμενος 4, με την ελεύθερη βούληση του, εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της εναγόμενης
  3. Η παράλειψη της ενάγουσας να παραδώσει επιστολή σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 5 δεν είναι ικανά, για τους λόγους που εξηγούνται, να πλήξουν επί ποινή ακυρότητας την σύμβαση εγγύησης (βλ. Τεκμ. 2). Δεν είναι η περίπτωση όπου υφίσταται παράνομη σύμβαση και έτσι το Δικαστήριο θα αρνηθεί θεραπεία (βλ. Ιωάννου κ.ά. ν Μουσκάλλη κ.ά.
(1997)1Γ ΑΑΔ 1595). Περαιτέρω ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης 2 εισηγήθηκε ότι η ενάγουσα παρέλειψε να ενημερώσει την εναγόμενη 2 με επιστολή για την καθυστέρηση καταβολής τουλάχιστον τριών δόσεων από τον εναγόμενο 1. Ο πιστωτής σε κάθε σύμβαση εγγύησης, υποχρεούται να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς τον εγγυητή με επιστολή για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων ή αθέτηση από τον πρωτοφειλέτη οποιασδήποτε άλλης υπόσχεσης ή υποχρέωσης του δυνάμει της συμφωνίας δανείου ή άρση ή μεταβολή οποιασδήποτε επιβάρυνσης που τέθηκε στην περιουσία του προς όφελος του πιστωτή για τους σκοπούς της συμφωνίας δανείου (βλ. άρθρο 12
(1)του πιο πάνω Νόμου). Παράλειψη εκτέλεσης από τον πιστωτή οποιασδήποτε υποχρέωσης που του επιβάλλεται κατά τα διαλαμβανόμενα στα εδάφια 1 και 2 του άρθρου 12 θεωρείται παράλειψη τέλεσης πράξης από τις υποχρεώσεις του πιστωτή προς τον εγγυητή στα πλαίσια της έννοιας του άρθρου 97 του περί Συμβάσεων Νόμου και απαλλάσσει τον εγγυητή που συνεπεία αυτής παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη (βλ. άρθρο 12
(3)(α) του πιο πάνω Νόμου). Η συμφωνία δανείου ημερ. 16.1.2008 προνοούσε τον τρόπο αποπληρωμής όπως με λεπτομέρεια εκτίθεται πιο πάνω. Περαιτέρω παρείχε το δικαίωμα στην ενάγουσα να απαιτήσει σε οποιαδήποτε στιγμή την αποπληρωμή του δανείου ή οποιουδήποτε υπολοίπου αυτού, οπότε καθίστατο αμέσως πληρωτέο και απαιτητό (βλ. Τεκ. 2). Η ενάγουσα με επιστολές της ημερομηνίας 25.2.2011 ενημέρωνε τόσο την εναγόμενη 1 όσο και τους εναγόμενους 2, 3 και 4, εγγυητές, ότι υφίστανται καθυστερήσεις οι οποίες τότε ανέρχονταν στο ποσό των €25.464,92 και τους καλούσε όπως καταβάλουν τις καθυστερημένες δόσεις εντός 21 ημερών (βλ. Τεκ. 7). Οι εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν και έτσι η ενάγουσα με επιστολές της ημερομηνίας 21.3.2011, που απέστειλε σε όλους τους εναγόμενους, τερμάτισε την επίδικη συμφωνία και κατέστησε απαιτητό ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου (βλ. Τεκ. 8). Περαιτέρω ακόμη και στην περίπτωση που θεωρηθεί παράλειψη εκτέλεσης οποιασδήποτε υποχρέωσης από τον πιστωτή δεν εντοπίζεται οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι συνεπεία αυτής παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση των εγγυητών από την πρωτοφειλέτη, ως ρητά προνοεί το άρθρο 12
(3)(α) του πιο πάνω Νόμου και το άρθρο 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  1. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν παραβλάφθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα των εγγυητών. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, οι σχετικές εισηγήσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγόμενων δεν βρίσκουν σύμφωνο το Δικαστήριο και συνακόλουθα απορρίπτονται.
  2. Εισήγηση ότι ο επίδικος λογαριασμός χρεώθηκε με επιτόκιο μεγαλύτερο, κατά παράβαση της συμφωνίας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου εισηγήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις εντοπίζεται η επιβολή μεγαλύτερου επιτοκίου από το συμφωνηθέν και ειδικότερα (α) στις 23.1.2009 το επιτόκιο θα έπρεπε να ήταν 5,044% ενώ η ενάγουσα επέβαλε επιτόκιο ύψους 5,14% (β) στις 23.7.2009 το συνολικό επιτόκιο θα έπρεπε να ήταν 6,425% ενώ η ενάγουσα επέβαλε επιτόκιο ύψους 6,5% και τέλος (γ) στις 23.1.2011 επέβαλε επιτόκιο 6,51% αντί 6,38%. Η συμφωνία δανείου (Τεκμ.2) ρητά προνοεί ότι το δάνειο θα χρεώνεται «με τόκο προς ποσοστό επιτοκίου έξι μηνών euribor προσαυξημένο κατά 2,750%». Κατά την υπογραφή της συμφωνίας το euribor ήταν 4,703%, η δε προσαύξηση ήταν 2,750%, ήτοι το συνολικό επιτόκιο ανερχόταν σε 7,453%. Περαιτέρω ρητά προνοείται ότι η ενάγουσα κατά την κρίση της δύναται να μεταβάλλει, μεταξύ άλλων, οποτεδήποτε το βασικό επιτόκιο, το περιθώριο και η αλλαγή αυτή θα είναι δεσμευτική για τον χρεώστη ο οποίος θα λαμβάνει γνώση με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή με ειδοποίηση με τον προσφορότερο κατά την κρίση της τράπεζας τρόπο και θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ειδοποίησης. Επίσης διαλαμβάνεται ότι στην περίπτωση που δεν πληρωθεί οποιοδήποτε ποσό την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέο ο χρεώστης θα πληρώνει τόκο υπερημερίας και το ποσοστό θα ορίζεται από την τράπεζα και θα κοινοποιείται στον χρεώστη. Στις 26.1.2009 η ενάγουσα με επιστολή της κοινοποιούσε στην εναγόμενη ότι μεταβάλλεται η προσαύξηση από 2,75% σε 4,25% και το ενδεικτικό νέο συνολικό επιτόκιο ανερχόταν σε 6,59% (βλ. Τεκ. 9). Περαιτέρω στις 24.4.2009 η ενάγουσα με σχετική επιστολή της (βλ. Τεκ. 10) ενημέρωνε την εναγόμενη ότι αυξάνεται κατά 1% το περιθώριο. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι ο μάρτυρας που κλήθηκε από τους ίδιους τους εναγόμενους ρητά ανέφερε ότι το επιτόκιο που επέβαλε η τράπεζα στις 23.1.2009 ύψους 5,14% ήταν ορθό. Περαιτέρω κατά την 23.7.2009, όπως έχει ήδη επισημανθεί, η προσαύξηση μεταβλήθηκε από 2,75% σε 5,25% πλέον το euribor το οποίο τότε ήταν 1,175%, ήτοι σύνολο 6,425%. Δεν προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμών (βλ. Τεκ. 14) ότι ο επίδικος λογαριασμός κατά την πιο πάνω ημερομηνία χρεωνόταν με τόκο 6,5%, ως εισηγήθηκε ο συνήγορος του εναγόμενου. Αναφορικά με την επιβολή τόκου κατά την 23.1.2011 ήταν η θέση του συνηγόρου του ενάγοντα ότι επιβλήθηκε επιτόκιο 6,51% αντί 6,38%. Το euribor κατά την πιο πάνω ημερομηνία ανερχόταν σε 1,277% πλέον 5,25% προσαύξηση, ήτοι σύνολο 6,527%. Η ενάγουσα χρέωσε τον επίδικο λογαριασμό κατά την πιο πάνω ημερομηνία με τόκο 6,5060%, δηλαδή με χαμηλότερο επιτόκιο. Όπως έχει νομολογηθεί, επαφίεται στα συμβαλλόμενα μέρη να καθορίσουν το ύψος του επιτοκίου (βλ. Κόμπου ν. Universal Bank Ltd
(2009)1Α Α.Α.Δ. 194) και έτσι έπραξαν στην προκείμενη περίπτωση. Το άρθρο 3 του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος (Ν.160(Ι)/99)επιβάλλει στα πιστωτικά ιδρύματα να ενημερώνουν, μεταξύ άλλων, κάθε οφειλέτη με τον οποίο συνάπτουν σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης το βασικό επιτόκιο, τον τρόπο που θα υπολογίζεται, να παρέχουν σ΄ αυτόν λεπτομέρειες για τυχόν άλλες χρεώσεις ως επίσης να τον ενημερώνουν με γραπτή ειδοποίηση για τυχόν αλλαγή στο βασικό επιτόκιο. Στην προκείμενη περίπτωση οι διάδικοι συμφώνησαν το επιτόκιο και η ενάγουσα με γραπτές ειδοποιήσεις της ενημέρωσε τους οφειλέτες για τις σχετικές μεταβολές του επιτοκίου. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω η ευπαίδευτη συνήγορος της ενάγουσας στο στάδιο των αγορεύσεων περιόρισε τον τόκο από 5,14% σε 5,044% από 23.1.2009 μέχρι 21.3.2011 (ημερομηνία τερματισμού) και ακολούθως με τόκο 7,44% στον οποίο συμπεριλαμβάνεται και 2% τόκος υπερημερίας. Η συμφωνία ρητά διαλάμβανε ότι αν οποιοδήποτε ποσό καθίσταται πληρωτέο, ο χρεώστης θα πληρώνει τόκο υπερημερίας και το ποσοστό του θα ορίζεται από την τράπεζα και θα κοινοποιείται σε αυτόν. Με τις πιο πάνω επιστολές η ενάγουσα ενημέρωνε τους εναγόμενους ότι ο λογαριασμός του επίδικου δανείου θα χρεώνεται με τόκο υπερημερίας μεγαλύτερο του 2% πλην όμως στο στάδιο των αγορεύσεων περιορίστηκε στο πιο πάνω ποσοστό (2%), η επιβολή του οποίου δεν απαγορεύεται από τον Νόμο (βλ. άρθρο 3
(1)(ια) του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του
  1. Έτσι για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, η σχετική εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόμενων 2, 3 και 4 δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται.
  2. Εισήγηση ότι η ενάγουσα δεν έχει αποδείξει το υπόλοιπο του επίδικου δανείου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόμενων 2, 3 και 4 αμφισβήτησε το υπόλοιπο του δανείου. Όπως έχει νομολογηθεί η τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησής της. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή, τότε δικαιούται σε απόφαση (Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1ΑΑΔ 1858). Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (βλ. Barry Wynne v David Costaki Mavronicola, ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα
(2009)1Β ΑΑΔ 1138) (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ και Γιώργος Οικονόμου, Πολ.Έφ. 335/09, ημερ. 17.10.14). Στην προκείμενη περίπτωση οι καταστάσεις λογαριασμών (βλ. Τεκμ. 14) είναι αναλυτικές και δείχνουν τις χρεοπιστώσεις και τον τόκο ως επίσης έχουν επεξηγηθεί με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια από τον κ. Μ. Σωφρονίου. Έτσι η παρούσα διαφοροποιείται από τις υποθέσεις Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Σταυρινού
(2005)1 ΑΑΔ 1390, Γρηγορίου ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 ΑΑΔ
  1. Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 δικαιωματικά δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με το υπόλοιπο του λογαριασμού. Δεν διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της ενάγουσας. Στην προκείμενη περίπτωση η κατάσταση λογαριασμού που παρουσιάστηκε (βλ. Τεκ. 14) είναι αναλυτική και αρχίζει από την 23.1.2008 μέχρι 30.6.
  2. Κατ' εκείνη την ημέρα (23.1.2008) μεταφέρθηκε σε τρεχούμενο λογαριασμό της εναγόμενης 1 ολόκληρο το ποσό του δανείου (βλ. Τεκ. 5, 14 και 15). Περαιτέρω παρουσιάστηκε και αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού για την περίοδο από 1.1.2011 μέχρι 5.10.2017 (βλ. Τεκ. 14) στην οποία δεν υφίσταται οποιαδήποτε χρέωση παρά μόνο οι κεφαλαιοποιήσεις του τόκου. Στην προκείμενη περίπτωση με βάση τα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ικανά να καταδείξουν ότι κατά την 1.1.2009 το υπόλοιπο του δανείου ήταν €216.742,
  3. Ακολούθως σε δώδεκα περιπτώσεις μεταξύ των ημερομηνιών 23.1.2009 μέχρι 6.9.2010 καταβλήθηκαν διάφορα ποσά τα οποία ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €39.711,60.-. Η συνήγορος της ενάγουσας στο στάδιο των αγορεύσεων περιόρισε την απαίτηση της στο ποσό των €177.031,95 με τόκο 5,044% από 23.1.2009 μέχρι 21.3.2011, ημερομηνία τερματισμού και ακολούθως με τόκο 7,044%. Επεσήμανε ότι υφίσταται μια άτοκη περίοδος από 23.1.2009 που ήταν η πρώτη περίπτωση που πιστώθηκε ο λογαριασμός του δανείου μέχρι την 6.9.2010, τελευταία ημερομηνία κατά την οποία πιστώθηκε ο πιο πάνω λογαριασμός και όπως διευκρίνισε είναι προς το συμφέρον των εναγόμενων. Έτσι στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα έχει επιτύχει να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται στο ποσό των €177.031,35 με τόκο 5,044% από 23.1.2009 μέχρι 21.3.2011 και ακολούθως με τόκο 7,044% μέχρι εξόφλησης. Το πιο πάνω ποσό προέρχεται αφού αφαιρεθεί το ποσό των €39.711,60 που καταβλήθηκε από το ποσό των €216.742,95, όπως περιγράφεται πιο πάνω. Για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται.
  4. Εισήγηση ότι δεν υπήρξε τερματισμός και ότι το χρέος δεν κατέστη απαιτητό. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου στις 16.1.2008 καταρτίστηκε συμφωνία δανείου μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1 για το ποσό των €256.294.- (βλ. Τεκ. 2) και οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της (βλ. Τεκ. 2). Η εναγόμενη 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις συμβατικές της υποχρεώσεις και ειδικότερα δεν κατέβαλλε τις μηνιαίες δόσεις ως όφειλε. Με βάση τη συμφωνία δανείου η ενάγουσα μπορούσε να την τερματίσει και ν΄ αξιώσει την πληρωμή ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού. Η ενάγουσα στις 25.2.2011 με επιστολές της, που απέστειλε ταχυδρομικώς στους εναγόμενους 1 - 4 (βλ. Τεκ. 7) στις διευθύνσεις που αναφέρονται στην επίδικη συμφωνία, αρχικά τους καλούσε όπως εντός 21 ημερών από την λήψη της εξοφλήσουν τις καθυστερημένες δόσεις οι οποίες τότε ανέρχονταν στο ποσό των €25.464,
  5. Οι εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν και έτσι με επιστολές της ημερομηνίας 21.3.2011, οι οποίες απεστάληκαν στις πιο πάνω διευθύνσεις, τερμάτισε την πιο πάνω συμφωνία και αξίωσε την καταβολή ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού (βλ. Τεκ. 8). Όλες οι πιο πάνω επιστολές, όπως έχει ήδη επισημανθεί, στάληκαν στους εναγόμενους στις διευθύνσεις που περιγράφονται στην επίδικη συμφωνία και δεν επιστράφηκαν. Οι εναγόμενοι 2 - 4 δεν γνωστοποίησαν στην ενάγουσα οποιαδήποτε αλλαγή στη διεύθυνση τους. Όπως έχει ήδη νομολογηθεί, η μη επιστροφή επιστολής η οποία αποστέλλεται κανονικά συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι έχει παραδοθεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν, δηλ. τον εναγόμενο (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.ά. Πολ. Έφεση 163/2006/ημερ. 5.5.2009). Στην υπόθεση Barclays Bank PLC v. JGL (Constructions) Ltd κ.ά.
(2000)1 Γ ΑΑΔ 1726, αποφασίστηκε ότι η αποστολή των επιστολών τερματισμού στις διευθύνσεις που ανεγράφοντο επί των ενοικιαγορών συνιστούσε νόμιμο τερματισμό τους (βλ. Alpha Bank Cyprus Ltd v Arena Motor Show Ltd κ.ά., Πολ.Έφ. 84/09, ημερ. 2.10.15 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Στην υπόθεση Ανδρέου ν. P.& D. Crystal Line Co. Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 1521, αναφέρθηκε ότι επιστολή η οποία φέρει την ορθή διεύθυνση και η οποία στάληκε και δεν επιστράφηκε ως ανεπίδοτη θεωρήθηκε ότι ειδοποιήθηκε ο εφεσείων για την ημερομηνία ακρόασης. Στην προκείμενη περίπτωση οι επιστολές στάληκαν στους εναγόμενους 2 - 4 και δεν επιστράφηκαν ως ανεπίδοτες. Τα πιο πάνω γεγονότα όπως με λεπτομέρεια εκτίθενται καθιστούν υπό τις περιστάσεις νομότυπο τον τερματισμό. Και κάτι ακόμη εξίσου σημαντικό. Και έτσι να μην είχαν τα πράγματα, που δεν συμβαίνει, δηλ. να μην είχαν αποσταλεί ή παραληφθεί οι επιστολές τερματισμού στις διευθύνσεις των εναγόμενων, η καταχώριση της αγωγής συνιστά επαρκή τερματισμό της επίδικης συμφωνίας δανείου και απαίτησης πληρωμής του οφειλόμενου ποσού (βλ. Κυριάκου ν. Χρυσοστόμου
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 2029). Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται.
  1. Στην παρούσα υπόθεση με βάση όλα τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι στις 16.1.2008 συνομολογήθηκε συμφωνία δανείου μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1 (βλ. Τεκ. 2) με τους όρους που εμφαίνονται σ΄ αυτήν. Για περαιτέρω εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου την ίδια ημέρα οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 (βλ. Τεκ. 2). Περαιτέρω η εναγόμενη 1 παραχώρησε προς όφελος της ενάγουσας την υποθήκη με αρ. Υ293/08 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού (βλ. Τεκ. 6). Η εναγόμενη 1 κατά παράβαση της πιο πάνω συμφωνίας δεν κατέβαλλε τις μηνιαίες δόσεις ως όφειλε. Έτσι η ενάγουσα τερμάτισε την επίδικη συμφωνία και αξίωσε το οφειλόμενο ποσό το οποίο, όπως έχει ήδη επεξηγηθεί, ανέρχεται στο ποσό των €177.031,35 με τόκο 5,044% από 23.1.2009 μέχρι 21.3.2011 και ακολούθως με τόκο 7,044% μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους.
  2. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω η ενάγουσα έχει επιτύχει να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την απαίτηση της ενώ αντιθέτως για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω η Ανταπαίτηση των εναγόμενων 2 - 4 είναι έκθετη σε απόρριψη.
  3. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 2, 3 και 4, αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά, για το ποσό των €177.031,35 με τόκο 5,044% από 23.1.2009 μέχρι 21.3.2011 και ακολούθως με τόκο 7,044% μέχρι εξόφλησης και κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα, έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγόμενων 2, 3 και 4 ως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται όμως ότι ένα σετ εξόδων θα καταβληθεί. Αναφορικά με την Ανταπαίτηση, καμιά διαταγή ως προς τα έξοδα αφού τόσο η Απαίτηση όσο και η Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. (Υπ.) .............................. Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΗΓ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Final Αναφορά: Τράπεζα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.