P.G.S. ELECTRICAL SUPPLIES LIMITED ν. O'BRIEN, ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ 325/2016, 19/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:A60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ 325/2016 ΜΕΤΑΞΥ꞉ P.G.S. ELECTRICAL SUPPLIES LIMITED ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ -και- XXXXX O'BRIEN ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Ημερομηνία: 19.10.2018 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Αναγνώστου με κ. Κασίνη, για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο: κ. Νικόλας Γ. Νικολάου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή (βλ. το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα, ημερ. 22.9.2016), η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου τα ακόλουθα: «Α. €2,137,57 περιλαμβανομένου ΦΠΑ, ως ποσό οφειλόμενο ως αντάλλαγμα για πώληση προϊόντων ή/και συμφωνίας ή/και στη βάση τιμολογίων ή/και ως υπόλοιπο τιμολογίων ή/και παραδεδεγμένου ή/και εκκαθαρισμένου λογαριασμού ή/και άλλως πως και ως πιο κάτω αναλυτικά αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης. Β. Τόκο 9% από την ημέρα που έπεται 60 ημέρες από την έκδοση έκαστου τιμολογίου μέχρι εξόφλησης. Γ. Έξoδα και Φ.Π.Α.» ΟΙ ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΘΕΙΣΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ Η δικογραφημένη εκδοχή της Ενάγουσας στην Έκθεση Απαίτησης έχει ως εξής꞉
- Η Ενάγουσα κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ως προς την παρούσα αγωγή ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νομίμως εγγεγραμμένη με έδρα την Αμμόχωστο, διατηρώντας καταστήματα παράλληλα και σε άλλες πόλεις, ασχολούμενη μεταξύ άλλων με πωλήσεις φωτιστικών ή/και λαμπτήρων ή/και ηλεκτρικά είδη ή/και συναφών αγαθών και υπηρεσιών ή/και παροχή ηλεκτρικών ή/και άλλων συναφών υπηρεσιών, διατηρούσε δε σχετικό κατάστημα στο Παραλίμνι.
- Ο Εvαγόμενος κατά πάντα ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν πελάτης της Ενάγουσας και διέμενε ή/και ασκούσε εργασία στην Αμμόχωστο ή/και εντός της επαρχίας Αμμοχώστου.
- Κατά ή περί το έτος 2004 ή/και προγενέστερα και εντός της επαρχίας Αμμοχώστου, η Ενάγουσα κατόπιv παρακλήσεως του Εvαγομένου συμφώνησε να εκτελέσει ή/και εκτέλεσε εργασίες της ειδικότητας της ή/και πώλησε ή/και παρέδωσε στον Εναγόμενο αγαθά της ειδικότητας της.
- Για τη πώληση των ως άνω αναφερόμενων προϊόντων η Ενάγουσα θα δικαιούταν εύλογη ή/και δίκαια ή/και συμφωνηθείσα αμοιβή με βάση τους συνήθεις όρους πώλησης των προϊόντων της, που εφάρμοζε ή/και προσέφερε κατά τον ουσιώδη χρόνο, προς τούτο θα εξέδιδε σχετικά τιμολόγια και θα τηρούσε σχετικό λογαριασμό στον οποίο θα τηρούντο οι ανάλογες χρεώσεις ή/και πιστώσεις. Η Ενάγουσα επιφυλάσσεται να αναφερθεί αναλυτικά στους όρους ή/και πρόνοιες της ρηθείσας συμφωνίας κατά τη δικάσιμο.
- Η Ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε τα συμφωνηθέντα προϊόντα στον Εναγόμενο, ο δε Εναγόμενος αποδέχτηκε την πώληση των προϊόντων ανεπιφύλακτα ή/και χωρίς διαμαρτυρία.
- Για τις πιο πάνω περιγραφόμενες πωλήσεις των προϊόντων τους, η Ενάγουσα εξέδωσε τιμολόγια τα οποία δεόντως απεστάλησαν ή/και παραδόθηκαν στον Εναγόμενο κατά ή περί την ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκαν, τηρούσαν δε σχετικούς λογαριασμούς στους οποίους καταχωρούνταν τα διάφορα τιμολόγια, πιστώσεις ή/και πληρωμές.
- Ήταν ρητός ή/και εξυπακουόμενος όρος ή/και όρος που απορρέει εκ του νόμου ότι η Ενάγουσα θα εκτελούσε ή/και εκτέλεσε εργασίες της ειδικότητας της ή/και θα πωλούσε ή/και θα παράδιδε στον Εναγόμενο αγαθά της ειδικότητας της εκδίδοντας τιμολόγια τοις μετρητοίς ή/και τιμολόγια επί πιστώσει.
- Ήταν ρητός ή/και εξυπακουόμενος όρος ή/και όρος που απορρέει εκ του νόμου ότι η Ενάγουσα θα εξέδιδε τιμολόγια επί πιστώσει, τα οποία σε περίπτωση που δεν εξοφλούνταν εντός 60 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης έκαστου τιμολογίου η Ενάγουσα θα δικαιούτο σε τόκο επί παντός οφειλόμενου υπολοίπου που δεν εξοφλείτο εντός 60 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης έκαστου τιμολογίου.
- Η Ενάγουσα εξέδωσε τιμολόγια τα οποία παραδόθηκαν ή/και στάλθηκαν στον Εναγόμενο κατά ή περί την ημερομηνία κατά την οποία αυτά εκδόθηκαν και ήταν πληρωτέα τοις μετρητοίς ή/και την ημέρα κατά την οποία αυτά εκδόθηκαν, τα οποία πληρώθηκαν ή/και εξοφλήθηκαν αυθημερόν.
- Η Ενάγουσα εξέδωσε τιμολόγια τα οποία παραδόθηκαν ή/και στάλθηκαν στον Εναγόμενο κατά ή περί την ημερομηνία κατά την οποία αυτά εκδόθηκαν για πληρωμή και τα οποία ήταν πληρωτέα εντός 60 ημερών από την ημέρα έκδοσης έκαστου τιμολογίου. Λεπτομέρειες Τιμολογίων Α/Α Αρ. Τιμολογίου Ημερομηνία έκδοσης Ποσό (€)
- 9109049222 17/03/2009 504.38
- 9109049327 19/03/2009 140.64
- 9109049392 20/03/2009 119.05
- 9109049393 20/03/2009 19.29
- 9109050654 09/04/2009 116.57
- 9109051079 15/04/2009 124.16
- 9109051145 16/04/2009 55.51
- 9109051253 17/04/2009 76.65
- 9109057350 22/04/2009 71.68
- 9109053231 20/05/2009 294.33
- 9109053335 21/05/2009 13.69
- 9109054032 01/06/2009 393.06
- 9109054150 02/06/2009 48.39
- 9109113247 11/04/2012 184.86
- 9109113320 12/04/2012 98.57 ΣΥΝΟΛΟ 2,2602,260.65
- Η Ενάγουσα τηρούσε σχετικό λογαριασμό, στον οποίο καταχωρούνταν τα διάφορα τιμολόγια, πιστώσεις ή/και πληρωμές. Κατά ή περί την 29/10/2015 ή/και μέχρι σήμερα, το υπόλοιπο του σχετικού λογαριασμού υπ' αριθμό 60000391, στον οποίο καταχωρούνταν τα διάφορα τιμολόγια, πιστώσεις ή/και πληρωμές, ανερχόταν σε €2137,57 περιλαμβανομένου Φ.Π.Α. Λεπτομερής ανάλυση του εν λόγω λογαριασμού θα προσκομιστεί στη δικάσιμο. Έκτοτε, ο Εναγόμενος δεν έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό έναντι του οφειλόμενου, ως εκ τούτου παραμένει υπόλοιπο τιμολογίων ή/και υπόλοιπο λογαριασμού στα βιβλία ή/και καταστάσεις της Ενάγουσας ποσό εκ €2137,57 πλέον τόκο 9 % από την ημερομηνία που έπεται 60 ημέρες από την έκδοση εκάστου τιμολογίου μέχρι εξόφλησης.
- Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ενάγουσας προφορικά ή/και γραπτώς, ο Εναγόμενος δεν έχει καταβάλει κανένα ποσό προς εξόφληση του ως άνω χρέους του και εξακολουθεί να οφείλει στην Ενάγουσα το ποσό των €2.137,57 μέχρι και σήμερα.
- Η Ενάγουσα λόγω της μη πληρωμής του ρηθέντος ποσού θα καταβάλει στους δικηγόρους τους Φ.Π.Α. 19% ή οποιοδήποτε άλλο ποσό απαιτεί η περί ΦΠΑ Νομοθεσία επί της αμοιβής τους και αξιώνουν το ούτω καταβληθησόμενο ποσό από τον Εναγόμενο.
- Για τους πιο πάνω λόγους η Ενάγουσα ήγειρε την παρούσα αγωγή και αξιώνει κατά του Εναγομένου ως ανωτέρω αναφέρεται.». Στην Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης που καταχωρήθηκε στις 6.10.2016, ο Εναγόμενος αρνείται την αξίωση των Εναγόντων και εξαιτείται απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος της Ενάγουσας. Παραδέχεται ο Εναγόμενος ότι η συνεργασία μεταξύ αυτού και της Ενάγουσας χρονολογείται από το 2004 και ισχυρίζεται ότι οι όποιες αγορές του από την Ενάγουσα ήταν ενυπόγραφες και γραπτές. Περαιτέρω, δηλώνει ρητά ότι τα τιμολόγια που εκδίδονταν επ' ονόματι του κατά τη διάρκεια της μεταξύ τους συνεργασίας και γίνονταν από τον ίδιο αποδεκτά, έχουν εξοφληθεί πλήρως και ουδέν ποσό υπολείπεται προς εξόφληση. Ο Εναγόμενος επιφυλάσσεται να προσκομίσει λεπτομέρειες κατά τη δικάσιμο, ενώ καλεί την Ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Είναι περαιτέρω θέση του Εναγόμενου ότι υπάρχουν πολλές ενδιάμεσες ή και μεταγενέστερες μεταξύ τους συναλλαγές, οι οποίες και έχουν διευθετηθεί και δεν μπορεί να υπάρχουν προγενέστερα υπόλοιπα του στην Ενάγουσα. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται επιπλέον ότι η παράγραφος 3 της Έκθεσης Απαίτησης είναι αντιφατικού περιεχομένου με την παράγραφο 10 της Έκθεσης Απαίτησης όπου γίνεται ισχυρισμός για υπόλοιπα από τιμολόγια του 2009 και
- Λέγει η πλευρά της Υπεράσπισης ότι είναι πραγματικά απορίας άξιο πως είναι δυνατόν η Ενάγουσα να ισχυρίζεται απλήρωτα τιμολόγια του Εναγόμενου από το Μάρτιο του 2009, για τρία και πλέον χρόνια να μην υπάρχει κίνηση του λογαριασμού του και το 2012 να συνεχίζει να εκδίδει τιμολόγια προς τον Εναγόμενο επί πιστώσει ενώ κατά τον ισχυρισμό της τα τιμολόγια του 2009 ήταν και παρέμειναν απλήρωτα. Έπειτα ο Εναγόμενος λέγει ότι κατά την περίοδο που υπήρξε πελάτης των Εναγόντων τηρούσε λογαριασμό μαζί τους και κατέβαλλε κάθε φορά έναντι του λογαριασμού του. Είναι περαιτέρω θέση του Εναγόμενου ότι ο λογαριασμός του στην Ενάγουσα κινείτο πάντοτε με μικρό υπόλοιπο το οποίο διευθετείτο σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα μέχρι την επόμενη συναλλαγή μαζί της. Αρνείται κατηγορηματικά ο Εναγόμενος το περιεχόμενο της παραγράφου 8 των λεπτομερειών της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας και είναι η θέση του ότι ουδέποτε συμφώνησε με την Ενάγουσα ρητά και/ή εξυπακουόμενα την επιβάρυνση των εκάστοτε εκδοθέντων τιμολογίων με οποιοδήποτε ποσοστό τόκου. Εξάλλου, είναι θέση του Εναγόμενου ότι ουδέποτε κατέβαλε τόκο σε πληρωμή τιμολογίου που εξέδωσε η Ενάγουσα επ' ονόματι του στα πλαίσια της μεταξύ τους συνεργασίας. Ως εκ τούτου, ο Εναγόμενος καλεί την Ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Αγνοεί και συνεπώς αρνείται ο Εναγόμενος την έκδοση και ύπαρξη απλήρωτων τιμολογίων με τους αριθμούς, ημερομηνίες και χρηματικά ποσά που καταγράφονται στο περιεχόμενο της παραγράφου 10 των λεπτομερειών της Έκθεσης Απαιτήσεως της Ενάγουσας. Τέλος, δηλώνει κατηγορηματικά ότι τα οποιαδήποτε τιμολόγια έχουν εκδοθεί από την Ενάγουσα και έγιναν αποδεκτά από τον Εναγόμενο έχουν πλήρως εξοφληθεί και ουδέν υπόλοιπο τιμολογίου οφείλεται σε αυτή. Ως εκ τούτου, είναι θέση του ότι ουδέν ποσό οφείλει στην Ενάγουσα και την καλεί σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Ο Εναγόμενος απορρίπτει κατηγορηματικά το περιεχόμενο της παραγράφου 12 των λεπτομερειών της Έκθεσης Απαιτήσεως των Εναγόντων. Δηλώνει εμφαντικά ότι ουδέποτε οχλήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο από την Ενάγουσα για καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού και δηλώνει περαιτέρω ότι για την εν λόγω απαίτηση της λαμβάνει γνώση πρώτη φορά με την επίδοση της παρούσας αγωγής. Είναι με έκπληξη του που έλαβε γνώση μέσα από την αγωγή της Ενάγουσας ότι αξιώνει υπόλοιπα που χρονολογούνται από τις αρχές του
- Τέλος, είναι η θέση του Εναγόμενου ότι η παρούσα αγωγή εναντίον του είναι αδικαιολόγητη και/ή ενοχλητική και/ή εκδικητική και ως εκ τούτου εξαιτείται από το Σεβαστό Δικαστήριο απόρριψη της με έξοδα σε βάρος της Ενάγουσας. Καταχωρήθηκε Απάντηση στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση του Εναγόμενου στις 7.10.
- Η Ενάγουσα αρνείται και απορρίπτει όλους μαζί και τον καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου, πλην όσων ισχυρισμών ρητά παραδέχεται στην Απάντηση. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου στην παράγραφο 5 της Ε/Υ είναι εντελώς ανεδαφικοί, αβάσιμοι, και ανυπόστατοι και προβάλλονται παντελώς κακόπιστα και εξυπηρετούν αλλότριο σκοπό ή/και ουδέποτε προβλήθηκαν στο παρελθόν ή/και εν πάση περιπτώσει προβάλλονται σε μια προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων ή/και αθέμιτης υπεκφυγής του Εναγόμενου από τις συμβατικές του υποχρεώσεις που νομίμως και οικειοθελώς ανέλαβε. Συνοψίζοντας, αποτελεί θέση της Ενάγουσας ότι: (α) η Ενάγουσα εξέδωσε και παρέδωσε στον Εναγόμενο τα τιμολόγια με τους αριθμούς, ημερομηνίες και χρηματικά ποσά ως αυτά εκτίθενται στην παράγραφο 10 της Έκθεσης Απαίτησης. (β) ουδέποτε ο Εναγόμενος εξόφλησε το υπόλοιπο τιμολογίων ή/και το υπόλοιπο λογαριασμού το οποίο εξακολουθεί να οφείλεται από τον Εναγόμενο. (γ) ουδέποτε ο Εναγόμενος πλήρωσε το υπόλοιπο τιμολογίων ή/και το υπόλοιπο λογαριασμού για τις υπηρεσίες ή/και τα προϊόντα τα οποία λάμβανε στο ακέραιο ή/και εντός εύλογου ή/και συμφωνηθέντος χρόνου από την Ενάγουσα. Η ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Δεδομένου ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε μετά την 1.1.2015 και η αξίωση της Ενάγουσας είναι σε κλίμακα κάτω των €3.000, η εκδίκασή της διεξήχθη τηρουμένων των προνοιών της νέας Δ.30 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Αρχικά, καταχωρήθηκαν γραπτές δηλώσεις των μαρτύρων εκατέρωθεν, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.30, θ.5
(1)
(2)
(5). Συγκεκριμένα, προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας κατέθεσαν ένορκες δηλώσεις, ημερ. 19.5.2017, ο κ. XXXXX Πρωτοπαπά, Οικονομικός Διευθυντής της Ενάγουσας (στο εξής «ο ΜΕ1») και ο κ. XXXXX Ζαχαρία, υπεύθυνος καταστήματος της Ενάγουσας στο Παραλίμνι (στο εξής «ο ΜΕ2»). Από πλευράς Υπεράσπισης, κατέθεσε ένορκη δήλωση, ημερ. 24.7.2017 ο ίδιος ο Εναγόμενος (στο εξής «ο ΜΥ1»). Στις 24.7.2017, η πλευρά του Εναγόμενου με γραπτή αίτηση ζήτησε την αντεξέταση του ΜΕ1 και εκδόθηκε εκ συμφώνου Διάταγμα αντεξέτασής του στις 19.9.
- Διεξήχθη η αντεξέταση ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου στις 7.11.
- Στις 20.11.2017 καταχωρήθηκε αίτηση από την Ενάγουσα για εισαγωγή προφορικής μαρτυρίας του κ. XXXXX Μακρή, σε σχέση με την υπογραφή του επίδικου τιμολογίου αρ. 910904922 ημερ. 17.3.2009 και του ΜΕ2 αναφορικά με την υπογραφή των επίδικων τιμολογίων και τις συναλλαγές του Εναγόμενου με την Ενάγουσα. Εκδόθηκε το σχετικό Διάταγμα του Δικαστηρίου στις 20.11.2017 και μετά από ορισμένες αναβολές για λόγους που καταγράφονται στα πρακτικά του Δικαστηρίου, η προφορική μαρτυρία του ΜΕ2 και του κ. XXXXX Μακρή (ΜΕ3) δόθηκε ενόρκως στις 23.3.
- Ολόκληρώθηκε η ακρόαση και ορίστηκε για τελικές αγορεύσεις στις 21.5.2018, ημερομηνία κατά την οποία οι συνήγοροι των διαδίκων εφοδίασαν πράγματι το Δικαστήριο με τις γραπτές τελικές αγορεύσεις τους. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ. Σκιαγραφώ τη δοθείσα μαρτυρία πιο κάτω. Η μαρτυρία του κ. XXXXX Πρωτοπαπά (ΜΕ1) Στην ένορκη δήλωση, ημερ. 19.5.2017, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι είναι ο Οικονομικός Διευθυντής της εταιρείας P.G.S. Electrical Supplies Limited, Ενάγουσας. Είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα για να δώσει μαρτυρία στην παρούσα αγωγή, και γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης. Για να αποδείξει ότι η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νομίμως εγγεγραμμένη με έδρα την Αμμόχωστο, ασχολούμενη μεταξύ άλλων με πωλήσεις φωτιστικών και ηλεκτρικών ειδών και παροχή ηλεκτρικών άλλων συναφών υπηρεσιών, ο Μ.Ε.1 κατέθεσε αποτελέσματα έρευνας του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, ημερομηνίας 18/5/2017 (βλ. Τεκμήριο 1 της Ε/Δ). Ήταν η θέση του Μ.Ε.1 ότι η Ενάγουσα διατηρεί κατάστημα στο Παραλίμνι, στο οποίο ο XXXXX O' Brien, Εναγόμενος, ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο πελάτης. Ο Εναγόμενος διέμενε στο Λιοπέτρι και ασκούσε εργασία στη επαρχία Αμμοχώστου. Ο ΜΕ1 τοποθέτησε περί το έτος 2004 τη χρονολογία σύναψης της επίδικης συμφωνίας πώλησης παράδοσης από την Ενάγουσα προς τον Εναγόμενο των προϊόντων της ειδικότητάς της. Ισχυρίστηκε ο ΜΕ1 ότι η Ενάγουσα εξέδιδε τιμολόγια, τα οποία ως η πάγια πρακτική της Ενάγουσας, παραλαμβάνονταν κατά την ημερομηνία έκδοσης τους από τον Εναγόμενο. Εκδίδονταν τιμολόγια τόσο τοις μετρητοίς όσο και επί πιστώσει. Ισχυρίστηκε ο Μ.Ε.1 ότι τα τιμολόγια επί πιστώσει δύναντο να εξοφληθούν από τον Εναγόμενο εντός 60 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του εκάστου τιμολογίου και σε περίπτωση που ο Εναγόμενος, παρέλειπε να εξοφλήσει το οφειλόμενο υπόλοιπο ως αυτό προέκυπτε από το εκάστοτε τιμολόγιο τότε, η Ενάγουσα δικαιούτο τόκο προς 9% επί του οφειλόμενου υπολοίπου. Τα σχετικά τιμολόγια έχουν υπογραφεί από τον Εναγόμενο, γεγονός που δεικνύει ότι αποδέχεται τους όρους ως αυτοί αναγράφονται στο σώμα των τιμολογίων. Σε σχέση με τα τιμολόγια επί τοις μετρητοίς εξοφλούνταν αυθημερόν κατά την πώληση των προϊόντων. Σε ευθυγράμμιση με την Έκθεση Απαίτησης, ο ΜΕ1 δήλωσε ενόρκως ότι επίδικα είναι, ως κατ΄ ισχυρισμόν ανεξόφλητα, δεκαπέντε
(15)τιμολόγια που ανέρχονται συνολικά στο ποσό των €2,260.65 αφού από πληρωμές που έλαβαν χώρα από τον Εναγόμενο το τιμολόγιο υπ' αριθμό 9109049222, εξοφλήθηκε μερικώς. Τα επίδικα αυτά τιμολόγια είναι, ως η θέση του ΜΕ1 δεόντως υπογεγραμμένα από τον εκδότη, καθώς και από τον παραλήπτη τους. Στην Ένορκη Δήλωσή του, ο Μ.Ε.1 επισύναψε αντίγραφο της δέσμης των επίδικων τιμολογίων (βλ. Τεκμήριο 2 της Ε/Δ). Περαιτέρω, ο ΜΕ1 εξήγησε ότι κατά πάγια πρακτική της Ενάγουσας εκδίδονταν τιμολόγια σε διπλότυπο χαρτί. Δηλαδή, κατά την έκδοση εκάστου τιμολογίου, το μέρος το οποίο παρουσιάζεται σε λευκό χαρτί, παραδόθηκε στον Εναγόμενο και το μέρος του διπλότυπου τιμολογίου το οποίο παρουσιάζεται σε κίτρινο χαρτί, παρέμεινε στο αρχείο της Ενάγουσας. Έτι εραιτέρω, ο ΜΕ1 διατύπωσε τη θέση στην ένορκη δήλωσή του ότι η Ενάγουσα τηρούσε σχετικό λογαριασμό, στον οποίο καταχωρούνταν τα διάφορα τιμολόγια, πιστώσεις και πληρωμές, υπ' αριθμό
- Ο Εναγόμενος κατέβαλλε ανά τακτά χρονικά διαστήματα κάποια ποσά έναντι του υπολοίπου του. Παράλληλα, λάμβανε προϊόντα με τιμολόγια τοις μετρητοίς. Η κατάσταση λογαριασμού που διατηρείτο δεν συμπεριλάμβανε οποιαδήποτε χρέωση σε σχέση με τον τόκο που αναφέρετο στο σώμα των τιμολογίων. Ως η πρακτική της Ενάγουσας, εκδίδετο μηνιαία κατάσταση λογαριασμού, η οποία αποστέλλετο στους οφειλέτες της, όπως και στον Εναγόμενο, ο οποίος ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για το περιεχόμενο της. Υπήρξαν επανειλημμένες οχλήσεις από υπαλλήλους και το Λογιστήριο της Ενάγουσας για την καταβολή του οφειλόμενου ποσού, ωστόσο ο Εναγόμενος αρνείτο ή/και παρέλειπε να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του. Ισχυρίστηκε ο Μ.Ε.1 ότι αυτός γνωρίζει, ως εκ της θέσεως του, ότι παρά τις υποσχέσεις του, ο Εναγόμενος δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό. Ήταν η θέση του Μ.Ε.1 ότι, συνεπακόλουθα, στάλθηκε επιστολή από την Ενάγουσα σε προγενέστερο στάδιο και περί το 2011 καθώς ο Εναγόμενος ξεκίνησε συστηματικά να παραλείπει την αποπληρωμή του οφειλόμενου ποσού που διατηρούσε στην Ενάγουσα. Σχετικό το Τεκμήριο 3 στην Ε/Δ του ΜΕ
- Το πρωτότυπο της επιστολής είχε αποσταλεί στον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος ουδέποτε επικοινώνησε με το λογιστήριο της Ενάγουσας ή υπάλληλο της εταιρείας αμφισβητώντας την επισυναπτόμενη κατάσταση λογαριασμού. Η συνεργασία μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου διακόπηκε, αφότου ο τελευταίος δεν συμμορφωνόταν με τις συμβατικές του υποχρεώσεις, ειδικότερα λόγω της παράλειψης του να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό. Η Ενάγουσα, λόγω παράλειψης πληρωμής του οφειλόμενου ποσού, προχώρησε στην καταχώριση της παρούσας αγωγής. Από την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αγωγής, κανένα ποσό δεν έχει καταβληθεί από τον Εναγόμενο. Ωστόσο, όπως διευκρίνισε ο ΜΕ1 η Ενάγουσα περιορίζει την απαίτηση της στο ποσό των €1,972.82 πλέον τόκο 9% από την ημέρα που έπεται 60 ημέρες από την έκδοση έκαστου τιμολογίου μέχρι εξόφλησης, πλέον έξοδα και Φ.Π.Α. και προς τούτο, επισυνάπτεται στην Ε/Δ του σχετική κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 05/05/2017 ως Τεκμήριο
- Στο στάδιο της αντεξέτασης του, ο ΜΕ1 ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: · Ότι αυτός είναι Οικονομικός Διευθυντής της Ενάγουσας από το 2005 και ερχόταν καθημερινά σε επαφή με τους πελάτες της εταιρείας. Είχε συναντήσει τον Εναγόμενο το 2015 όταν ο τελευταίος ήρθε στο γραφείο του να τον συναντήσει μετά από διάφορες οχλήσεις των Εναγόντων. Πέραν της συνάντησης αυτής, έβλεπε τον Εναγόμενο όταν επισκεπτόταν το υποκατάστημα των Εναγόντων. · Η συμφωνία που είχε η Ενάγουσα με τον Εναγόμενο για την πώληση προϊόντων έγινε προφορικά και χρονολογείται η συνομολόγησή της από το
- Παρόλο που ο Μ.Ε.1 δεν ήταν παρών όταν έγινε η προφορική συμφωνία, εντούτοις γνωρίζει για αυτήν λόγω της θέσης του ως λογιστής της εταιρείας καθώς και από εκείνα που πληροφορήθηκε από άλλους υπαλλήλους της Ενάγουσας που εργοδοτούνταν στην Ενάγουσα όταν έγινε η συμφωνία με τον Εναγόμενο. · Ο Μ.Ε.1 αναγνώρισε την υπογραφή που φαίνεται στο τιμολόγιο 49222, ημερομηνίας 17/03/2009, ως υπογραφή του XXXXX Μακρή. Όπως εξήγησε «Είναι χαρακτηριστική. Την ξέρω επειδή δούλεψε κοντά μας ο XXXXX Μακρή». Περαιτέρω ο Μ.Ε.1 ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που υπογράφει ο XXXXX Μακρής το εν λόγω τιμολόγιο είναι επειδή ο Μακρής βοηθούσε τον Εναγόμενο ο οποίος τον έστελνε να παραλαμβάνει προϊόντα από την Ενάγουσα. · Ζητήθηκε από τον Μ.Ε.1 να σχολιάσει το γεγονός ότι υπάρχουν τιμολόγια του 2009 και ακολούθως δύο μόνο τιμολόγια του 2012 (11.04.2012 και 12.04.2012). Ο Μ.Ε.1 παρατήρησε ότι ήταν απόφαση του Εναγομένου να μην είναι πελάτης της Ενάγουσας στο μεσοδιάστημα. Η Ενάγουσα τον αποδέχτηκε το 2012 ξανά ως πελάτη της, έχοντας πίστη ότι αν του επέτρεπε να κάνει νέες αγορές θα ξανάρχιζαν συνεργασία και θα πλήρωνε το παλαιότερο χρέος του. Ενδιάμεσα δηλαδή το 2010 και το 2011 ο Εναγόμενος έκανε πληρωμές κάποιων ποσών. Για να αποδείξει τούτο, ο Μ.Ε.1 έδειξε επί του Τεκμηρίου 4 που έγιναν στις 27.03.2010, στις 07.06.2010 και στις 09.07.
- Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι η Ενάγουσα δεν έχει απεριόριστη δύναμη να λέει σε έναν πελάτη «δεν σου δίνω νέα προϊόντα επειδή μου χρωστάς» και ότι «το μόνο που δέχομαι είναι να με πληρώνεις για προηγούμενες οφειλές». Εάν ο εναγόμενος ερχόταν και έλεγε στον ΜΕ1 «σου δίνω €500 αλλά θέλω να μου πωλήσεις νέα πράγματα», ο ΜΕ1 θα το επέτρεπε. · Σε σχέση με το Τεκμήριο 3, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ήταν ο ίδιος που ετοίμασε και ταχυδρόμησε την επιστολή προς τον Εναγόμενο. Αντεξεταζόμενος για το λόγο που στην επιστολή-τεκμήριο 3 αναγράφεται ημερομηνία 04.02.2011 ενώ στάλθηκε 03.02.2011, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι στις επιστολές συνήθως βάζει την ημερομηνία κατά την οποία προγραμματίζει να στείλει την επιστολή και στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να πάει την συγκεκριμένη ημέρα και για το λόγο αυτό φαίνεται η διαφορά της μιας ημέρας. Στην υποβολή ότι ο ΜΕ1 δεν απέστειλε την συγκεκριμένη επιστολή ο ΜΕ1 απάντησε ότι την έστειλε προσωπικά ο ίδιος. · Ο Μ.Ε.1 εξήγησε ότι ο λόγος που η αγωγή καταχωρήθηκε το 2016 είναι αφενός διότι τότε έγιναν αλλαγές που αφορούσαν στο ότι ο Έφορος Εταιρειών θα διέγραφε εταιρείες οι οποίες είχαν οφειλές για τα τέλη τους και αφετέρου επειδή εκείνη την χρονική περίοδο η Ενάγουσα εταιρεία είχε το οικονομικό κέρδος και άρα την ευχέρεια να οδηγήσει τις υποθέσεις της στο Δικαστήριο για να ζητήσει τα λεφτά της. Τέτοια ευχέρεια δεν είχε οικονομικά η Ενάγουσα προηγουμένως. Η μαρτυρία του κ. XXXXX Ζαχαρία (ΜΕ2) Στην ένορκη δήλωση, ημερ. 19.5.2017, ο ΜΕ2 ότι αυτός εργάζεται στην Ενάγουσα από το 2006 και είναι ο υπεύθυνος καταστήματος στο Παραλίμνι. Είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα να δώσει μαρτυρία, αφού γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα. Όπως δήλωσε ο ΜΕ2, περί το έτος 2004 συνάφθηκε συμφωνία πώλησης με τον Εναγόμενο για την πώληση και παράδοση προς αυτόν προϊόντων της ειδικότητας της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος ετύγχανε εξυπηρέτησης από τον ΜΕ2 προσωπικά κατά τις επισκέψεις του στο κατάστημα της Ενάγουσας στο Παραλίμνι για να αγοράσει προϊόντα. Η Ενάγουσα για τις πωλήσεις των προϊόντων της, εξέδιδε τιμολόγια τα οποία παραλαμβάνονταν κατά την ημερομηνία έκδοσης τους από τον Εναγόμενο, ο οποίος τα υπέγραφε. Κατά τις επισκέψεις που πραγματοποιούσε ανά τακτά διαστήματα ο Εναγόμενος στο κατάστημα στο Παραλίμνι, ο ίδιος ο ΜΕ2 προέβαινε σε επανειλημμένες προφορικές υποδείξεις προς τον Εναγόμενο με σκοπό την εξόφληση της οφειλής του έναντι της Ενάγουσας. Ήταν η θέση του ΜΕ2 ότι αυτός ανέφερε στον Εναγόμενο ότι μπορούσε να συνεχίζει να προμηθεύεται προϊόντα της επιθυμίας του, με τιμολόγια τοις μετρητοίς, αλλά θα έπρεπε να πραγματοποιεί και κάποιες πληρωμές έναντι του οφειλόμενου υπολοίπου, το οποίο δημιουργείτο από τις πωλήσεις επί πιστώσει, για να μη δημιουργηθεί πρόβλημα σε μεταγενέστερο στάδιο. Εξ όσων ο ΜΕ2 ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά την ημερομηνία καταχώρισης της Ε/Δ του, η οφειλή του Εναγόμενου προς την Ενάγουσα εξακολουθούσε να είναι εκκρεμούσα. Κληθείς από το συνήγορο της Ενάγουσας να δώσει δια ζώσης μαρτυρία, ο ΜΕ2 αναγνώρισε τα Τιμολόγια που επισυνάπτονται στην Ε/Δ του ΜΕ1 και κατέθεσε ως Έγγραφο Α τα πρωτότυπα των εν λόγω τιμολογίων, τα οποία είχε στην κατοχή του (από το διπλότυπο). Εξ αυτών, το τιμολόγιο 49222 ο Μ.Ε.2 αναγνώρισε ότι το υπογράφει ο κ. XXXXX Μακρής. Αναγνώρισε την υπογραφή του επειδή ο XXXXX Μακρής διατηρεί δική του μερίδα στο κατάστημα της Ενάγουσας τα τελευταία δέκα χρόνια ως πελάτης. Τα υπόλοιπα τιμολόγια που περιλαμβάνονται στο Έγγραφο Α υπογράφονται από τον ίδιο τον Εναγόμενο. Σε σχέση με τη διαδικασία έκδοσης των τιμολογίων, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι ο Εναγόμενος παράγγελνε τα προϊόντα που ήθελε, εκδίδονταν σχετικό τιμολόγιο, η σχετική χρέωση του οποίου καταχωρείτο στο Λογαριασμό του Εναγομενου και ακολούθως ο Εναγόμενος παραλάμβανε το τιμολόγιο υπογράφοντας την παραλαβή του. Ο Μ.Ε.2 αναγνώρισε την υπογραφή του Εναγόμενου στα επίδικα τιμολόγια (απαρίθμησε στο Δικαστήριο έντεκα εξ αυτών). Όταν προέκυψε το πρόβλημα με την άρνηση και/ή παράλειψη του Εναγόμενου να τα εξοφλήσει, το Λογιστήριο της Ενάγουσας και ο ίδιος ο ΜΕ2 προσωπικά όχλησαν επανειλημμένως τον Εναγομενο για την εξόφληση του Λογαριασμού του, είπε ότι θα περνούσε να πληρώσει, πλην όμως ο τελευταίος δεν ανταποκρίθηκε. Ο Εναγόμενος ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε στους Ενάγοντες ότι δεν οφείλει το υπόλοιπο του Λογαριασμού αλλά αντιθέτως αναγνώριζε την οφειλή του και υποσχόταν ότι θα διευθετούσε το χρέος του. Ενδεικτικό το γεγονός ότι το 2012 έκαμε πληρωμή περαιτέρω ποσού έναντι του λογαριασμού του. Ο Μ.Ε.2 εξήγησε ότι ο Εναγόμενος ήταν συνεργάτης με τον XXXXX Μακρή και ειδοποιούσε ο ίδιος ο Εναγόμενος την Ενάγουσα πότε θα πήγαινε ο κ. Μακρής για να παραλάβει προϊόντα για δουλειά στην οποία συνεργάζονταν και για την οποία θα χρεωνόταν ο ίδιος ο Εναγόμενος. Για παράδειγμα στις 17 Μαρτίου πήγε ο XXXXX Μακρής και στις 19 Μαρτίου, πήγε ο Εναγόμενος. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ2 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι: · Ο ίδιος εξυπηρετούσε τις πλείστες φορές τον Εναγόμενο, γι' αυτό και σε πολλά τιμολόγια που αναγνώρισε φαίνεται η υπογραφή του στο μέρος του εκδότη. Για όσα τιμολόγια δεν υπογράφει για τον εκδότη, ανέφερε ότι ήταν παρών στο υποκατάστημα των Εναγόντων (εφόσον είναι ο υπεύθυνος του υποκαταστήματος αυτού) και παρόλο που τον εξυπηρετούσε άλλος υπάλληλος των Εναγόντων, ήταν παρών κατά την έκδοση και υπογραφή των τιμολογίων που εκδίδονταν σε σχέση με προϊόντα της Ενάγουσας που πωλήθηκαν στον Εναγόμενο. · Αναγνώρισε τις υπογραφές του στα τιμολόγια που υπογράφει για τον εκδότη και, περαιτέρω, αναγνώρισε τόσο την υπογραφή του Εναγόμενου όσο και την υπογραφή του κ. XXXXX Μακρή επί του τιμολογίου
- · Σε σχέση με το τιμολόγιο 49222, τα προϊόντα που αναφέρονται σε αυτό παραλήφθηκαν από τον XXXXX Μακρή, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο συνεργάζονταν με τον Εναγόμενο. Διευκρίνισε ότι το εν λόγω τιμολόγιο εκδόθηκε επ' ονόματι του Εναγόμενου επειδή ο Εναγόμενος τον είχε ενημερώσει ότι θα περνούσε ο Π. Μακρής να παραλάβει για λογαριασμό του τα προϊόντα και του ζήτησε τα εν λόγω προϊόντα να χρεωθούν στο Λογαριασμό του. Η μαρτυρία του ΜΕ3 Ο κ. XXXXX Μακρής, κληθείς να δώσει δια ζώσης μαρτυρία, ανέφερε, στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του, ότι γνωρίζει τον Εναγόμενο πάνω από 15 χρόνια αφού είναι συγχωριανός του, καθώς και συνάδελφός του, ηλεκτρολόγος, με τον οποίο συνεργαζόταν. Ότι αυτός, δηλ. ο ΜΕ3, επισκεπτόταν συχνά το κατάστημα της Ενάγουσας αφού είναι και ο ίδιος πελάτης τους και προμηθεύεται υλικά από την Ενάγουσα. Υπέγραψε το τιμολόγιο 49222 εκ μέρους του Εναγόμενου, με τον οποίο συνεργάζονταν εκείνο τον καιρό, παραλαμβάνοντας εκ μέρους του τα προϊόντα που αναφέρονται στο εν λόγω τιμολόγιο κατ΄ εντολή του Εναγόμενου, τα οποία παρέδωσε μαζί με το τιμολόγιο στον Εναγόμενο. Είδε και αναγνώρισε ο Μ.Ε.3 την υπογραφή του ιδίου στο εν λόγω τιμολόγιο. Εξήγησε ότι αν το τιμολόγιο αφορούσε σε δική του, προσωπική αγορά, θα υπέγραφε στο δικό του όνομα και όχι σε τιμολόγιο εξ ονόματος του Εναγομένου. Στο στάδιο της αντεξέτασής του, ο ΜΕ3 ανέφερε ότι: · Μαζί με τον Εναγόμενο έκαμναν διαμερίσματα στην Αγία Νάπα. Ο Μ.Ε.3 δεν είχε υπαλληλική σχέση με τον Εναγόμενο. Παρά μόνο ήταν συνεργάτες. · Από τη συνεργασία που έχει και ο ίδιος με τους Ενάγοντες, γνωρίζει ότι για να παραλάβει κάποιος προϊόντα από τους Ενάγοντες εκ μέρους άλλου προσώπου πρέπει πρώτα να επικοινωνήσει ο πελάτης που θα πιστωθεί ο λογαριασμός του με τον αρμόδιο υπάλληλο της Ενάγουσας ο οποίος θα αναλάβει την παράδοση της παραγγελίας. Αυτό έγινε και σε αυτή την περίπτωση με τον Εναγόμενο, ο οποίος ενημέρωσε τους Ενάγοντες ότι θα επισκεπτόμουν το υποκατάστημα τους στο Παραλίμνι για να παραλάβει επί πιστώσει τα προϊόντα που περιγράφονται στο τιμολόγιο
- · Επιβεβαίωσε ότι το τιμολόγιο 49222 και τα προϊόντα που αναφέρονται σε αυτό τα παρέλαβε εκ μέρους του Εναγόμενου και όχι για τον ίδιο προσωπικά υποδεικνύοντας περαιτέρω αυτό που αναγράφεται πάνω αριστερά στο τιμολόγιο, που είναι το όνομα του Εναγόμενου σε σχέση με τον οποίο εκδόθηκε το εν λόγω τιμολόγιο από τους Ενάγοντες. Η μαρτυρία του Εναγόμενου. Στην ένορκη δήλωση, ημερ. 24.7.2017, η οποία κατατέθηκε ως η έγγραφη μαρτυρία του Εναγομένου και επί της οποίας δεν κλήθηκε για αντεξέταση, ο Εναγόμενος ανέφερε τα εξής꞉ Ότι αυτός γνωρίζει πολύ καλά την ελληνική γλώσσα και μπορεί να διαβάζει και να γράφει στα ελληνικά. Ότι είναι ηλεκτρολόγος και διεξάγει ηλεκτρολογικές και άλλες συναφείς εργασίες στην περιοχή Αμμοχώστου. Στα πλαίσια της εργασίας του είναι απαραίτητη η προμήθεια ηλεκτρικών ειδών και σχετικών πρώτων υλών και ένεκα τούτου για κάποιο χρονικό διάστημα προμηθευόταν ηλεκτρικά είδη από την Ενάγουσα. Συγκεκριμένα, η μεταξύ τους συνεργασία άρχισε κατά ή περί το έτος
- Η συνεργασία τους διήρκησε για αρκετά χρόνια, τουλάχιστον μέχρι και το έτος 2012 που ο Εναγόμενος μετέβαλε τη φύση της εργασίας του. Για τις αγορές των ηλεκτρικών ειδών ο Εναγόμενος μετέβαινε προσωπικά στο κατάστημα των Εναγόντων στο Παραλίμνι. Αυτός επέλεγε τα είδη και πρώτες ύλες και η Ενάγουσα εξέδιδε σχετικά τιμολόγια στα οποία καταγράφονταν οι αγορές του κάθε φορά. Τα εκάστοτε τιμολόγια που εκδίδονταν επ' ονόματι του, τα αποπλήρωνε είτε κατά την έκδοση τους, είτε εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από την έκδοση τους, καθότι η συνεργασία του με την Ενάγουσα ήταν στενή. Ουδέποτε παρέμεινε χρεωστικό υπόλοιπο επ' ονόματι του αναφορικά με τιμολόγια που εκδίδονταν για αγορές τις οποίες έκανεο Εναγόμενος προσωπικά για την εργασία του. Σχετικά προς τούτο, η Ενάγουσα διατηρούσε λογαριασμό επ' ονόματι του στο κατάστημα, στον οποίο γίνονταν οι διάφορες χρεώσεις κάθε φορά που αγόραζε επί πιστώσει Την εργασία του ως ηλεκτρολόγος ο Εναγόμενος την ασκούσε ανέκαθεν μόνος του προσωπικά, χωρίς υπαλλήλους ή και συνεργάτες και ως εκ τούτου όλες τις αγορές και προμήθειες ηλεκτρικών ειδών από καταστήματα και κατ' επέκταση και από την Ενάγουσα τις έκανε μόνος του προσωπικά. Ήταν η θέση του Εναγόμενου ότι, αν αυτός δεν πλήρωνε για τα επ' ονόματι του τιμολόγια, που ενδεχομένως εκκρεμούσαν προς εξόφληση, η Ενάγουσα δεν τον προμήθευε εκ νέου με προϊόντα της και ως εκ τούτου δεν εξέδιδαν επ' ονόματι του νέα τιμολόγια. Ουσιαστικά, στη δική του περίπτωση ήταν πρακτική της Ενάγουσας όπως διευθετούνταν και αποπληρώνονταν τιμολόγια που αφορούσαν προγενέστερες επ' ονόματί της συναλλαγές, που ενδεχομένως εκκρεμούσαν, και έπειτα συνέχιζαν να τον προμηθεύουν με νέα προϊόντα εκδίδοντας νέα τιμολόγια. Ως εκ τούτου, ουδέποτε παρέμειναν απλήρωτα τιμολόγια που εκδόθηκαν επ' ονόματι του. Είναι η θέση του Εναγόμενου ότι είναι παράλογο και απίθανο να υπάρχουν προγενέστερες οφειλές του προς την Ενάγουσα, ενώ δηλαδή ακόμα συνέχιζε η συνεργασία τους και συνέχιζε να τους κάνει πληρωμές. Τέλος, ο Εναγόμενος τόνισε ότι αυτός ουδέποτε συμφώνησε με την Ενάγουσα είτε ρητά είτε με οποιοδήποτε εξυπακουόμενο τρόπο την επιβάρυνση του με τόκο για ενδεχόμενο υπόλοιπο που εκκρεμούσε επ' ονόματι του στο κατάστημα. Ουδέποτε έθεσαν υπόψιν μου την χρέωση τόκου, ενώ αυτός ουδέποτε πλήρωσε οποιαδήποτε επιβάρυνση ως τόκο επί προηγούμενων τιμολογίων που εξοφλούσε. Εξάλλου, καθ' όλη τη διάρκεια της μεταξύ τους συνεργασίας, εάν υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο, αυτό ήταν μικρό υπόλοιπο και περιορισμένο και αυτό το υπόλοιπο ο Εναγόμενος το διευθετούσε σε σύντομο χρονικό διάστημα από την έκδοση του σχετικού τιμολογίου μέχρι και την επόμενη συναλλαγή μου μαζί τους. Ήταν σίγουρος ο Εναγόμενος ότι δεν υπήρξε κενό στη συνεργασία τους από το έτος 2009 μέχρι και το
- Δηλώνει ρητά και κατηγορηματικά ο Εναγόμενος ότι είναι με μεγάλη του έκπληξη που έλαβε γνώση της παρούσας διαδικασίας καθότι κατά τη λήξη της μεταξύ τους συνεργασίας με την Ενάγουσα, είχε αποπληρώσει πλήρως κάθε τιμολόγιο και κάθε υπόλοιπο που υπήρχε στο λογαριασμό του. ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ. Σε αστικής φύσεως υποθέσεις, η μαρτυρία αξιολογείται, για να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, έτσι ώστε να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται, ήτοι στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι δηλαδή η εκδοχή του είναι πιο πιθανόν να είναι αληθής παρά να μην είναι. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η αξίωση της Ενάγουσας εδράζεται σε διαζευκτικές βάσεις αγωγής, ήτοι αξιώνεται το αντίτιμο για την πώληση προϊόντων βάσει συμφωνίας ή/και στη βάση εκκαθαρισμένου λογαριασμού ή/και στη βάση υπολοίπου τιμολογίων. Είναι νομολογημένο (βλ. Palatino Developments Limited v. Telectronics Communication Limited
(2002)1. Β. ΑΑΔ 962), ότι τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία. Δεν μπορεί να αποδειχθεί η ύπαρξη συμφωνίας για την αγοραπωλησία προϊόντων, εκτός αν αυτό είναι το συμπέρασμα που εξάγεται αφού συνεκτιμηθούν τα τιμολόγια στο σύνολο της μαρτυρίας (βλ. Chitty on Contracts, 24th ed. P. 739 και Phison on Evidence ed. P. 1878). Εν προκειμένω, στην παρούσα υπόθεση, το ότι υπήρξε συμφωνία συνεργασίας μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένου για την πώληση προϊόντων σε αυτόν στη βάση τιμής που θα καθοριζόταν με σχετικά τιμολόγια κατά την παραλαβή των προϊόντων, είναι παραδεκτό από τον Εναγόμενο. Το μόνο που απομένει να αποδείξει η Ενάγουσα είναι αν πράγματι δεν εξοφλήθηκαν τα επίδικα τιμολόγια, ήτοι ότι η Ενάγουσα δεν έλαβε το αντίτιμο που διελάμβανε η συμφωνία της με τον Εναγόμενο, ήτοι το ποσό που τιμολογήθηκε. Η Ενάγουσα στην Έκθεση Απαίτησής της επιχείρησε να αποδείξει την οφειλή στη βάση κατάστασης λογαριασμού. Όπως επεξηγήθηκε στην πρόσφατη απόφαση, ημερ. 6.12.2017, του του Ανωτάτου Δικαστηρίου από τον Έντιμο Δικαστή Α. Λιάτσο, στην Πολιτική Έφεση 205/2012, Ανδρόνικου Κουρουκλάρη ν Ανδρέα Κωνσταντίνου - «Ο εκκαθαρισμένος λογαριασμός αποτελεί αυτοτελές αγώγιμο δικαίωμα, γνωστό στο αγγλικό δίκαιο ως account stated, που εδράζεται στην ανάληψη υποχρέωσης από τον οφειλέτη για αποπληρωμή του υπολοίπου (Ττόκου ν. Σεργίου
(1993)1 ΑΑΔ 60). Όπως συνοψίζεται σχετικά επί του προκειμένου στην Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Νταϊγκ Κο Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 610, 615: «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τί συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση.» Στην παρούσα υπόθεση, δεν εντόπισα να υπήρξε μαρτυρία ικανή να αποδείξει ρητή συμφωνία του Εναγομένου για το περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού, τέτοιας η οποία να μπορεί να θεωρηθεί ως νέα συμφωνία, ανεξάρτητη από την αρχική σύμβαση για την αγοραπωλησία αγαθών. Επομένως, αυτό στο οποίο θα επικεντρωθώ είναι αν αποδεικνύεται από το σύνολο της μαρτυρίας το δικαίωμα της Ενάγουσας να λάβει το ποσό που αξιώνει ως οφειλόμενο αντάλλαγμα για πώληση προϊόντων στη βάση των επίδικων τιμολογίων. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ. Η μαρτυρία εξετάζεται από τo Δικαστήριο συνολικά και όχι αποσπασματικά (Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της Μιχαηλίδου, Δ., ημερ. 8.4.2014, στην Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 273/2010, Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason ν. Αντώνη Αντωνίου κ.α). Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και, στη βάση των δικών του ευρημάτων ως προς τα γεγονότα, να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138). Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το γενικό βάρος είναι πάντοτε στους ώμους του Ενάγοντος και δεν μεταφέρεται. Από την άλλη, το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το Δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Προτού αναφερθώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Ενάγουσας, επισημαίνω ότι, οι συνήγοροι της Ενάγουσας κάλεσαν το Δικαστήριο να μην λάβει καθόλου υπόψη την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου, ημερομηνίας 24/07/2017, διότι αυτή καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα, κατά παράβαση του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 20/02/2017, βάσει του οποίου η μαρτυρία της πλευράς του Εναγόμενου θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου εντός 60 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της μαρτυρίας των Εναγόντων, ήτοι εντός 60 ημερών από 23/05/2017, ενώ η ένορκη δήλωση του Εναγόμενου καταχωρήθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου στις 24/07/2017. Το επιχείρημα αυτό δεν ευσταθεί. Η προθεσμία ως πιο πάνω αναφέρεται έληγε στις 22.7.2017 που ήταν μη εργάσιμη μέρα (Σάββατο), επομένως η 24η Ιουλίου 2017 λογίζεται ως η 60ή ημέρα και συνεπώς η ένορκη δήλωση λογίζεται ότι καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα, την τελευταία ημέρα της προθεσμίας. Επομένως, σε καμία περίπτωση δεν θα ήταν δικαιολογημένο το Δικαστήριο να αγνοήσει την ένορκη δήλωση του Ενάγοντος. Εν συνεχεία, παρατηρώ ότι, όπως προκύπτει από την πορεία της ακρόασης, ο Εναγόμενος δεν αντεξετάστηκε επί της δικής του ενόρκου δηλώσεως από τους συνηγόρους της Ενάγουσας. Τούτο ενδεχομένως, λόγω και της θέσης τους ότι η ένορκη δήλωση του Ενάγοντος ήταν εκπρόθεσμη και ότι θα έπρεπε να αγνοηθεί από το Δικαστήριο, πράγμα που απέρριψα ως πιο πάνω εξήγησα. Όσον αφορά τις συνέπειες από την παράλειψη αντεξέτασης του Εναγομένου, επισημαίνω τα εξής꞉ Ο γενικός κανόνας στο δικαιϊκό μας σύστημα είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης ενός μάρτυρα πάνω σε ένα ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του μπορεί να εκληφθεί ως αποδοχή της μαρτυρίας του (βλ. Phipson on Evidence, 12η Έκδοση, παράγραφος 1593, σ. 687, Ζαχαρίου v. Ζαχαρίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 159.) Είναι όμως εξίσου καλά θεμελιωμένο (βλ. Δημήτρης Σκάρος ν Πάμπου Χριστοδούλου
(1998)1 ΑΑΔ 291) ότι η παράλειψη αντεξέτασης δεν εξυπακούει ότι η μαρτυρία που δίνεται μπορεί να γίνει αποδεκτή στη μορφή που παρουσιάζεται και να οδηγήσει στην εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων, χωρίς την αξιολόγηση της μαρτυρίας της άλλης πλευράς. Αντίθετα το Δικαστήριο προβαίνει στην αξιολόγηση των δύο εκδοχών για να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Συνεπώς, το ότι ο Εναγόμενος δεν αντεξετάστηκε, δεν επιτρέπει αφ' εαυτού στο Δικαστήριο να δεχθεί τη δική του εκδοχή ως αυτομάτως αποδεκτή και αληθή ή να απορρίψει την εκδοχή της Ενάγουσας. Οφείλει το Δικαστήριο να αξιολογήσει τη μαρτυρία του Εναγόμενου συγκριτικά προς εκείνην που προσέφεραν οι μάρτυρες για την Ενάγουσα. Άλλωστε, ο συνήγορος Υπεράσπισης αντεξετάζοντας όλους τους μάρτυρες της Ενάγουσας υπέβαλε σε αυτούς τις θέσεις του Εναγόμενου και είχε έτσι το Δικαστήριο την ευκαιρία να ακούσει αν η εκδοχή της Ενάγουσας, υποβληθείσα στη βάσανο της αντεξέτασης, ευσταθεί. Στην ουσία, στην παρούσα υπόθεση, η πλευρά της Ενάγουσας είχε την ευκαιρία μετά την παράθεση της δικής της έγγραφης μαρτυρίας (ήτοι τις Ένορκες Δηλώσεις των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2) και ειδικότερα, μετά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 από τον συνήγορο Υπεράσπισης, να γνωρίζει σε ποια σημεία επακριβώς αμφισβητήτο από τον Εναγόμενο η αλήθεια του περιεχομένου της. Διαμόρφωσε τις επιλογές της στη βάση της νέας Διαταγής 30, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην αφήσει αναπάντητα τα ερωτήματα που έθεσε ο Εναγόμενος στη δική του ένορκη δήλωση. Τούτο επετεύχθη με το να ζητήσει την προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας από τον Μ.Ε.2 και από επιπρόσθετο μάρτυρα, τον Μ.Ε.3, οι οποίοι εισήξαν όλη εκείνη τη μαρτυρία που η Ενάγουσα θεωρούσε αναγκαία για να αντικρούσει όσα αμφισβητούσε ο Εναγόμενος. Σε ποιο βαθμό το πέτυχε αυτό, αναδεικνύεται πιο κάτω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη) - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Έλαβα υπόψη μου μία εξίσου βασική παράμετρο꞉ ότι η κρίση του δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν πρέπει να κρίνεται με μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση του προκαλεί ο μάρτυρας, αλλά θα πρέπει να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 ήταν πειστική και είχε συνοχή και συνέπεια. Δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις και ασάφειες. Ομοίως, ο ΜΕ3 μου έκανε θετική εντύπωση. Αντέκρουσαν οι μάρτυρες της Ενάγουσας όσα σημεία έθιξε ο Εναγόμενος στη δική του Ε/Δ. Αναλύω πιο κάτω꞉ Τόσο ο Μ.Ε.1 όσο και ο Μ.Ε.2 είναι άτομα τα οποία δεν δίστασαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο ότι δεν ήταν παρόντα στο κατάστημα της Ενάγουσας στο Παραλίμνι το 2004 καθ΄ όν χρόνο συνάφθηκε η προφορική συμφωνία για τους όρους αγοραπωλησίας των προϊόντων. Παρά ταύτα παρατηρώ ότι αυτή υπηρετούσαν στην Ενάγουσα από το 2005 ο Μ.Ε.1 ως οικονομικός Διευθυντής της και από το 2006 ο Μ.Ε.2 ως υπεύθυνος του καταστήματος. Συνεπώς μεσολάβησε μια μεγάλη χρονική περίοδος από το 2005 μέχρι το 2011 που άρχισε να παρατηρείται η παράληψη πληρωμής τιμολογίων όπως αναφέρθηκε στο Δικαστήριο. Μια πολυετής περίοδος η οποία επέτρεπε εύλογα και στους δύο μάρτυρες να γνωρίζουν και να μαρτυρούν για τους όρους αγοραπωλησίας που εφαρμόζονταν. Το ότι εκδίδονταν τιμολόγια όχι μόνο τοις μετρητοίς αλλά και έναντι πίστωσης, όπως ήταν κατά πάντα χρόνο η θέση των μαρτύρων της Ενάγουσας, παρατηρώ ότι τούτο είναι κάτι που προκύπτει από όσα αναγράφονται στα ίδια τα τιμολόγια, τα οποία κατατέθηκαν στο Δικαστήριο σε πρωτότυπη μορφή ως δέσμη «Έγγραφο Α». Τιτλοφορούνται «credit invoice» (σύγκρινε με άλλα «cash invoices» στην κατάσταση λογαριασμού). Στην παράγραφο 5 της Ένορκης Δήλωσής του, ημερ. 24.07.2017, ο ίδιος ο Εναγόμενος έδειξε να παραδέχεται ότι υπήρξαν φορές που αυτός διενήργησε συναλλαγές με την Ενάγουσα χωρίς να τις έχει εξοφλήσει πλήρως ώστε να απομένει οφειλόμενο υπόλοιπο. Ο ισχυρισμός του Εναγόμενου στην ίδια παράγραφο 5 της Ένορκης Δήλωσης του ότι η πρακτική της Ενάγουσας ήταν να μην τον προμηθεύει με νέα προϊόντα της ειδικότητας της εκτός εάν είχε πλήρως εξοφλημένες όλες τις προηγούμενες του οφειλές αντικρούστηκε από τον ΜΕ1, ο οποίος θεωρώ ότι με πειστικό τρόπο εξήγησε ότι κάποιος που εμπορεύεται δεν έχει την πολυτέλεια να αρνείται να πωλήσει όταν ο πελάτης το ζητά. Συνεπώς, η ενέργεια της Ενάγουσας να συνεχίσει να εκδίδει τιμολόγια για νέα προϊόντα ενόσω υπήρχαν παλαιότερα μη εξοφλημένα είναι ζήτημα εμπορικής επιλογής της και θεωρώ ότι δεν αντιστρατεύεται την κοινή λογική. Άλλωστε, ήταν παραδεκτό από τον Εναγόμενο στην παρα. 3 της Ε/Δ του (βλ. την τελευταία πρόταση αυτής), ότι η Ενάγουσα τηρούσε λογαριασμό στο όνομά του. Επομένως, η τοποθέτηση του ΜΕ2 ότι η Ενάγουσα επέλεξε να συνεχίσει να πωλεί στον Εναγόμενο προϊόντα, υποδεικνύοντάς του όμως ότι εκκρεμούσε οφειλόμενο υπόλοιπο λογαριασμού, έναντι του οποίου θα λογίζονταν οι όποιες νέες πληρωμές, αποτελεί και πάλιν μία έκφανση της εμπορικής πολιτικής της Ενάγουσας, η οποία είναι ευλόγως επιτρεπτή εφόσον γνωστοποιήτο εκ των προτέρων στον Εναγόμενο, όπως ήταν η θέση του ΜΕ2. Όσον αφορά την υπογραφή των τιμολογίων στην θέση του παραλήπτη, είμαι ικανοποιημένη ότι οι Μ.Ε.1, 2 και 3 έδωσαν μαρτυρία αναγνώρισης η οποία συνάδει με τις νομολογημένες αρχές για το πότε δύναται κάποιος να αναγνωρίσει την υπογραφή τρίτου προσώπου. Στην απόφαση, ημερομηνίας 28.11.2017, του Οικονόμου, Δ., στην Ποινική Έφεση 204/2014, VBH (CYPRUS) LTD. V. 1. WINDOORS UPVC SYSTEMS LTD, κ.α. (μη δημοσιευθείσα), καταγράφονται τα εξής꞉ «Γενικά ομιλούντες, μαρτυρία για αναγνώριση υπογραφής, αν δεν πιστοποιείται από το ίδιο το πρόσωπο που υπέγραψε, μπορεί να προέρχεται από πρόσωπο που ήταν παρόν και επιμαρτυρεί το γεγονός της υπογραφής, ή από πρόσωπο που είναι σε θέση να γνωρίζει την υπογραφή ή από συγκριτική διεργασία πραγματογνώμονα. Η γνησιότητα δε ενός εγγράφου μπορεί να προκύπτει και από περιστατική μαρτυρία (Phipson on Evidence, 18th Ed., 41-07).» Ο ΜΕ3 αναγνώρισε την δική του υπογραφή σε ένα εκ των τιμολογίων
(49222)και επιβεβαίωσε τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 αναφορικά με αυτήν. Υπήρχε συνεπώς άμεση μαρτυρία αυτού που έθεσε την υπογραφή επί του συγκεκριμένου τιμολογίου. Από την άλλη, για τα υπόλοιπα επίδικα τιμολόγια, στα οποία η υπογραφή παραλήπτη αποδίδεται βάσει της μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ2 στον Εναγόμενο, οι ίδιοι δήλωσαν ότι υπογράφονταν στην παρουσία τους κατά το χρόνο παραλαβής των τιμολογίων από τον Εναγόμενο και ως εκ τούτου ήταν επίσης άμεση η μαρτυρία τους για το γεγονός της υπογραφής. Η μαρτυρία του ΜΕ3 κρίνεται υπό το φακό του εξής γεγονότος. Ο ΜΕ3 αναγνώρισε την υπογραφή του επί ενός μόνο τιμολογίου
(49222)αξίας 504,38 ευρώ από τα 15 τιμολόγια συνολικής αξίας 2.260,65 ευρώ που εκκρεμούν απλήρωτα ως η υπόθεση της Ενάγουσας. Θεωρώ ότι δεν είναι τέτοια η περίπτωση που ο ΜΕ3 να έδειξε υπερβάλλον ζήλο να πει ψέματα στο Δικαστήριο για να αποφύγει την πληρωμή ενός τιμολογίου. Απεναντίας, ο ίδιος εξήγησε με ειλικρινές ύφος στο Δικαστήριο ότι υπήρχε δικός του λογαριασμός ανοικτός στην Ενάγουσα και αν τα προϊόντα του τιμολογίου 49222 ήταν για τον ίδιο προσωπικά, είχε τρόπο η Ενάγουσα να τον χρεώσει. Το ότι ο ίδιος παρέλαβε τα προϊόντα εξ ονόματος του Εναγόμενου, ήταν ακριβώς επειδή τα παρέλαβε κατ' εντολή του Εναγόμενου. Η πλήρης άρνηση του Εναγομένου ότι συνεργαζόταν επαγγελματικά με τρίτο πρόσωπο ή/και ότι δεν έστειλε τον ΜΕ3 να παραλάβει προϊόντα βάσει του συγκεκριμένου τιμολογίου, έχει ως εκ τούτου απαντηθεί επί του όρκου του ΜΕ3, του οποίου τη μαρτυρία αποδέχομαι. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι δεν αποδείχθηκε η αποστολή σε αυτόν της επιστολής με την οποία η Ενάγουσα αξίωνε την αποπληρωμή του υπολοίπου των τιμολογίων ή και του λογαριασμού του Εναγόμενου, επειδή κατ΄ ισχυρισμό δεν προσκομίστηκε απόδειξη παραλαβής της επιστολής από τον Εναγόμενο, έχω να παρατηρήσω ότι όταν μια επιστολή αποστέλλεται με κανονικό ταχυδρομείο δεν έχει βάρος απόδειξης ο αποστολέας για την παραλαβή της. Αρκεί να δώσει αποδείξεις για την αποστολή της. Μετατίθεται το βάρος στον παραλήπτη να δείξει εάν η διεύθυνση στην οποία αποστάληκε η επιστολή δεν ήταν κανονική ή /και αν δεν την παρέλαβε σε αυτήν. Συγκεκριμένα, στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδ., τόμος 17, παρ. 210-211 αναφέρεται ότι (βλ. ελεύθερη, ανεπίσημη μετάφραση στα ελληνικά)꞉ «Η ταχυδρόμηση μιας επιστολής μπορεί να αποδειχθεί από το πρόσωπο που την ταχυδρόμησε, ή καταδεικνύοντας γεγονότα από τα οποία η ταχυδρόμηση μπορεί να τεκμηριωθεί. Επομένως, μαρτυρία ταχυδρόμησης μπορεί να δοθεί αποδεικνύοντας ότι η επιστολή παραδόθηκε σε ένα υπάλληλο ο οποίος στη συνήθη πορεία της εργασίας του θα την είχε ταχυδρομήσει ή ότι τοποθετήθηκε σε ένα κουτί από το οποίο τις παραλάμβανε καθημερινά ο ταχυδρόμος. Απόδειξη ότι μια επιστολή έχει ταχυδρομηθεί, και ότι προπληρώθηκε, ήταν ορθά καταγραμμένη η διεύθυνση, και δεν επιστράφηκε ως μη παραδοθείσα, είναι μαρτυρία ότι παραδόθηκε στη συνήθη πορεία της ταχυδρόμησης.» Εφόσον αποδειχθεί προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι έγιναν ενέργειες για την αποστολή των επίμαχων επιστολών στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του εναγομένου, τούτο είναι αρκετό νια να οδηγήσει στην έγερση τεκμηρίου ότι οι εν λόγω επιστολές παραλήφθηκαν από τον αποδέκτη τους. Σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Χριστόδουλος Πιττάκας ν. Γ & Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ 1895: «Σύμφωνα με τη Νομολογία υφίσταται τεκμήριο ότι επιστολή η οποία έχει αποδειχθεί ότι έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το Ταχυδρομείο αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη για την παράδοση της στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν (βλ. Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9, 18: "There is a presumption that a letter shown to have been posted, and not returned by the post office, is prima facie evidence of its delivery to the person to whom it is addressed ..."). Έχουμε την άποψη πως η επίδικη προσέγγιση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου συνάδει απόλυτα με την πιο πάνω θέση της Νομολογίας. Έπεται πως ο σχετικός λόγος της έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.». Στην παρούσα υπόθεση, υπάρχει, συναφώς, η μαρτυρία του ΜΕ1 ότι μερίμνησε ο ίδιος για τη σύνταξη και αποστολή της επιστολής και ότι δεν επεστράφηκε από το ταχυδρομείο ως απευθυνόμενη σε εσφαλμένη διεύθυνση. Δεν λέχθηκε από πλευράς Εναγομένου οτιδήποτε που να ανατρέπει το εγερθέν τεκμήριο της κανονικής παραλαβής της. · Όσον αφορά το ύψος του ποσού που αξιώνει η Ενάγουσα και την ασυνέπεια που επεσήμανε ο Εναγόμενος στην παρα. 15 της Ε/Δ του μεταξύ της αξίας των τιμολογίων που δικογραφήθηκαν στην Έκθεση Απαίτησης και του υπολοίπου που εμφαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού ως το Τεκμήριο 4 της Ε/Δ του ΜΕ1, κρίνω ότι ο ΜΕ1 έδωσε εν τέλει ενόρκως ικανοποιητικές εξηγήσεις κατά την αντεξέτασή του από το συνήγορο Υπεράσπισης. Τα ποσά που αναφέρονται στα τιμολόγια συμποσούνται σε €2.260,65, αλλά, αφαιρουμένης της πληρωμής που έγινε έναντι του λογαριασμού του Εναγόμενου σε σχέση με το τιμολόγιο 49222, το υπόλοιπο των ανεξόφλητων τιμολογίων σήμερα είναι €2,137,57 (που αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης). Από το ποσό αυτό αφαιρέθηκε μετά την έγερση της αγωγής το ποσό των €143,75 το οποίο είχε χρεωθεί στην κατάσταση Λογαριασμού στις 05/07/2011, καθώς και το ποσό των €21 που χρεώθηκε στο Λογαριασμό στις 29/10/2015, τα οποία ποσά αφορούσαν σε έξοδα δικηγόρου στα οποία προέβηκε η Ενάγουσα ενόψει της παράλειψης του Εναγόμενου να εξοφλήσει το υπόλοιπο του Λογαριασμού του. Τα ποσά αυτά (τα οποία ανέρχονται συνολικά στο ποσό των €164,75) αφαιρέθηκαν από τον Λογαριασμό στις 27/04/2017 κατόπιν συμβουλής των δικηγόρων της Ενάγουσας. Για το λόγο αυτό, η απαίτηση των Εναγόντων περιορίστηκε από τον ΜΕ1 κατά το στάδιο της Ακρόασης από σε €1.972,82 (ως αναφέρεται στην κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 05/05/2017 που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 4). Υπό το φως αυτών των στοιχείων, κρίνω ότι δόθηκαν πλήρεις εξηγήσεις και δεν μένει καμία ασυνέπεια ή αντίφαση στις δηλώσεις του ΜΕ1. Όσον αφορά το ζήτημα του τόκου που αξιώνει η Ενάγουσα, κρίνω ορθό να θέσω το ζήτημα στην ορθή του νομική διάσταση. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Τζιαρζάζη ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 627: «... στη βάση ευθυγραμμισμένης νομολογίας, πως, εκτός όπου υπάρχει ρητή πρόνοια σε συγκεκριμένο νόμο ή στη μεταξύ των μερών συμφωνία για πληρωμή τόκου, τέτοια υποχρέωση δεν προκύπτει. Ο τόκος δεν θεωρείται προβλεπτή ζημιά η οποία να ανακύπτει από τη διάρρηξη συμφωνίας, εκτός αν προβλέπεται ειδικά στη σύμβαση ή κατά πάγια πρακτική των συναλλαγών εξυπακούεται, και σ' αυτή την τελευταία περίπτωση εφόσον ο ενάγοντας υποχρεώθηκε να πληρώσει τόκους στην προσπάθεια του να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από άλλη πηγή (δες, την καταληκτική παράγραφο στη Δρυάδης κ.ά. ν. Καλησπέρα
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 881).» Στην παρούσα υπόθεση, τα επίδικα τιμολόγια φέρουν στο κάτω μέρος την εξής σημείωση꞉ «Τιμολόγια με πίστωση που δεν εξοφληθούν σε 60 ημέρες από την ημερομηνία του τιμολογίου φέρουν τόκο 9% ετήσια. Ο τόκος αρχίζει από την ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου.». Εφόσον πρόκειται για τιμολόγια που φέρουν υπογραφή παραλήπτη, η οποία αποδείχθηκε ότι ανήκει στον Εναγόμενο ή εξ ονόματος και για λογαριασμό του Εναγόμενου, έπεται ότι έχει αποδειχθεί διά της υπογραφής τους η ανάληψη συμβατικής δέσμευσης για καταβολή τόκου 9% σε περίπτωση καθυστέρησης πέραν των 60 ημερών για την εξόφλησή τους. Επομένως, εν πρώτοις, η Ενάγουσα δεν δικαιούται να υπολογίζει τόκο από 30 ημέρες από την έκδοση έκαστου τιμολογίου (όπως είναι διατυπωμένη η αξίωση «Β» στην Έκθεση Απαίτησης), εφόσον ο όρος που αναγραφόταν στα τιμολόγια ήταν ότι θα γεννάται η οφειλή τόκου αμέσως μετά την παρέλευση 60 ημερών από την έκδοση των τιμολογίων. Εν πάση περιπτώσει, ευσταθεί η θέση του Εναγομένου ότι η κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 4 στην Ε/Δ του ΜΕ1) δεν συνάδει με την διεκδίκηση τόκου, εφόσον δεν δείχνει να χρεωνόταν τόκος. Παρατηρώ ότι πράγματι, επί του λογαριασμού δεν φαίνεται η χρέωση του τόκου, ούτε το ποσοστό τόκου που τυχόν θα εφαρμοζόταν, παρά μόνο φαίνεται το συνολικό ποσό που εκκρεμεί για πληρωμή (1972.82 ευρώ) και η περίοδος καθυστέρησης πληρωμής (πέραν των 121 ημερών). Το ότι δεν χρεωνόταν τόκος, το ομολόγησε ο ίδιος ο ΜΕ1 στην παρα. 11 της Ε/Δ του. Στην δε επιστολή (Τεκμήριο 3) που αποστάληκε στον Εναγόμενο, δεν γίνεται καμία αναφορά σε χρέωση τόκου ή σε ποσοστό τόκου. Υπό τις συνθήκες αυτές, θεωρώ δικαιότερο να επιδικάσω νόμιμο τόκο υπέρ της Ενάγουσας, αντί το ποσοστό 9% που αξιώνει, εφόσον η ίδια εκ της συμπεριφοράς της δεν προώθησε την αξίωσή της οποτεδήποτε πριν την αγωγή κατά τέτοιο τρόπο που να φανερώνει τη διεκδίκηση του ποσοστού τόκου ως αναγραφόταν στα τιμολόγια. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Υπό το φως της προεκτεθείσας αξιολόγησης, η Ενάγουσα έχει πετύχει να αποσείσει το βάρος της απόδειξης στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι δηλαδή η εκδοχή της είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι, με εξαίρεση το ζήτημα του τόκου, για το οποίο εξέθεσα τις σκέψεις μου ανωτέρω. Εκδίδω απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €1.972,82, με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)........................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο