SOCIETE GENERALE BANK CYPRUS LTD ν. Ηλία κ.α., Αρ. Αγωγής? 630/2010, 15/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:A34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. ΜΕΤΑΞΥ꞉ Αρ. Αγωγής꞉ 630/2010 SOCIETE GENERALE BANK CYPRUS LTD, από Λευκωσία Εναγόντων και XXXXX Ηλία, εκ Αγίας Νάπας XXXXX Μανιταράς, εκ Σωτήρας Εναγομένων Ημερομηνία꞉ 15.5.2018 Εμφανίσεις꞉ Για τους Εναγμόμενο αρ. 2 - Αιτητή꞉ κ. Ηλίας Χρίστου Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση꞉ κα. Γεωργία Δημητρίου, για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με την αίτηση του Εναγομένου αρ. 2, ημερ. 30.11.2017, για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στο πλαίσιο της αίτησής του, ημερ. 9.12.2016 για ακύρωση και/ή τροποποίηση του διατάγματος αποκοπής απολαβών. Α. Εισαγωγή Όπως αναδύεται από τα στοιχεία του δικαστικού φακέλου της ως άνω αγωγής, την 1.7.2010 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου αρ. 2, ερήμην του, λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης. Στις 28.2.2014, οι Ενάγοντες αιτήθηκαν την έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων κατά του Εναγομένου αρ. 2, έτσι ώστε να αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος. Ο Εναγόμενος αρ. 2, στον οποίο επιδόθηκε κανονικά η αίτηση, εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο και αντιπροσωπευόμενος από δικηγόρο, δέχθηκε στις 20.5.2014 την έκδοση εκ συμφώνου διατάγματος καταβολής €130- μηνιαίως προς τους Ενάγοντες από 1η Ιουνίου μέχρι 1η Οκτωβρίου κάθε έτους αρχής γενομένης από το έτος.2014 μέχρι εξοφλήσεως. Στις 9.12.2016 ο Εναγόμενος αρ. 2 καταχώρισε αίτηση (στο εξής «η κυρίως αίτηση»), με την οποία εξαιτείται꞉ «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσει την ακύρωση του Διατάγματος καταβολής μηνιαίων, ημερ. 20.5.2014, με το οποίο διατασσόταν ο Αιτητής να πληρώνει το ποσό των €130,00 στην Τράπεζα ''SOCIETE GENERALE BANK-CYPRUS LTD'' μέχρι πλήρης εξόφλησης και αντικατάσταση του με Διάταγμα ανικανότητας καταβολής μηνιαίων δόσεων από μέρους του Αιτητή. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσει την τροποποίηση ή/και μείωση του Διατάγματος αποκοπής απολαβών ημερ. 20.5.2014 με το οποίο διατασσόταν ο Αιτητής να πληρώνει το ποσό των €130,00 στην Τράπεζα ''SOCIETE GENERALE BANK-CYPRUS LTD'' μέχρι πλήρης εξόφλησης. Γ. Οιανδήποτε άλλη θεραπείαν το δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαια υπό τις περιστάσεις. Δ. Έξοδα της παρούσας αίτησης. Η αίτηση βασίζεται στον περι Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, Μέρος VII και ΙΧ, άρθρα 86- 91Η
(1)-
(5), όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 134(Ι)/99 και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.θ. 2, 3, 8, 9 και 10 - 12, Δ.57, Δ.64, στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η εν λόγω αίτηση αναφέρονται στην επισυνημμένη σε αυτήν ένορκη δήλωση, ημερ. 2.12.2016, του κου XXXXX Μανιταρά, από τη Σωτήρα. Οι Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην ως άνω κυρίως αίτηση στις 24.3.2017, η οποία υποστηρίζετο από ένορκη δήλωση ημερ. 24.3.2017, της κας XXXXX Νικόλα, υπαλλήλου στην υπηρεσία των Εναγόντων. Ακολούθως, η Εναγόμενη αρ. 2 - Αιτήτρια στην κυρίως αίτηση καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση ημερ. 30.11.2017. Β. Η υπό κρίση αίτηση Με την υπό κρίση αίτηση ημερ. 30.11.2017, η Εναγόμενη αρ. 2 - Αιτήτρια αιτείται꞉ «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να της επιτρέπει την καταχώρηση Συμπληρωματικής Ενόρκου Δηλώσεως στην Αίτηση για ακύρωση ή/και τροποποίηση του Διατάγματος καταβολής μηνιαίων δόσεων ημερ. 20.5.2014 δια ορθή και δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης και διά καλό λόγο. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να καθορίζει τον χρόνο εντός του οποίου θα πρέπει να καταχωρηθεί η πιο πάνω συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης. Γ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία κρίνει δίκαιη και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις». Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στο άρθρο 90
(1)και
(2)του Κεφ. 6, στον περί Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, θ.1, 2, Δ.48 θ. 1, 2, 3, 4
(2), 8, 9, Δ.64, Δ.57, στον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 Ν.14/60,καθώς επίσης στους κανόνες επιείκειας, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση φαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Εναγομένου αρ. 2, ημερ. 30.11.2017 (στο εξής «η Ε/Δ»). Παρατίθεται πιο κάτω αυτούσιο το περιεχόμενό της꞉
- Είµαι ο Αιτητής στην ως άνω υπ'αριθµόν και τίτλον αίτηση και γνωρίζω προσωπικά και πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης καθότι µε αφορούν προσωπικά και είµαι σε θέση να προβώ στη παρούσα ένορκη δήλωση. Για όσα γεγονότα δεν έχω άµεση γνώση δηλώνω την πηγή της πληροφόρησης µου, ενώ για όσα νοµικά θέµατα εγείρονται λαµβάνω νοµική συµβουλή από τον Δικηγόρο µου.
- Υιοθετώ και επαναλαµβάνω πλήρως το περιεχόµενο της ένορκης µου δήλωσης η οποία και συνοδεύει την αίτηση για ακύρωση ή τροποποίησης του διατάγµατος καταβολής του εξ' αποφάσεως χρέους. Περαιτέρω δηλώνω ότι προβαίνω στην παρούσα αίτηση απαντητικά ως προς σε κάποια θέµατα που εγέρθηκαν µε την ένσταοη των Καθ'ων η Αίτηση και προς διαλεύκανση των οποιονδήποτε ερωτηµατικών υπάρχουν αλλά και θέλοντας να προσκοµίσω κάποια έγγραφα τα οποία δεν είχα στην κατοχή µου προηγουµένως.
- Απαντητικά στην παράγραφο 5 της ένορκής δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση να αναφέρω ότι µετά από σχεδόν 50 χρόνια που εργάζοµαι συµπλήρωσα τα συντάξιµα χρόνια και ακολούθως συνταξιοδοτήθηκα. Δεν αποτελεί θέµα επιλογής όπως παρουσιάζεται αλλά κεκτηµένο δικαίωµα που δεν µπορεί να προσµετρηθεί εναντίον µου.
- Αναφορικά µε την παράγραφο 6 να αναφέρω ότι παραπλανητικά η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι δεν υπάρχει καµία µεταβολή των συνθηκών µου από την µέρα που εκδόθηκε το διάταγµα καταβολής µηνιαίων δόσεων ενώ αντιθέτως από τα όσα επισύναψα στην αρχική µου ένορκη δήλωση συνάγεται ξεκάθαρα ότι µειώθηκε η εισοδηµατική µου ικανότητα κατά €209,00 µηνιαίως. Ποσό κατά την άποψη µου υπέρογκο για τα δικά µου δεδοµένα.
- Η σύζυγός όπως αναφέρω αλλά και όπως συνάγεται και από το πιστοποιητικό που παρουσίασα στην Αίτηση µου είναι άτοµο ανίκανη για εργασία και δεν εργάστηκε ποτέ της. Σήµερα λαµβάνει και αυτή σύνταξή γήρατος €348,00 περίπου καθότι σήµερα είναι 64 ετών. Εκ παραδροµής και όπως µε ενηµερώνει ο δικηγόρος µου δεν αναφέρθηκα προηγουµένως στο ποσό που λαµβάνει η σύζυγός δια την σύνταξη της.
- Περαιτέρω δε να αναφέρω ότι η σύζυγος µου διακοµίστηκε σε ιδιωτικό Νοσοκοµείο δια τον λόγο ότι δεν µπορούσε να γίνει η επέµβαση αυτή στα κρατικά Νοσοκοµεία. Όλα τα έξοδα δε τα επωµίστηκε το κράτος και όχι εγώ που σε καµία περίmωση δεν είχα αυτή την οικονοµική δυνατότητα. Είναι γνωστόν σε όσους έχουν στοιχειώδης πληροφόρηση ότι επεµβάσεις αντικατάστασης βαλβίδας ή άλλες πολύπλοκες ιατρικές επεµβάσεις δεν λαµβάνουν χώρα σε κρατικά νοσοκοµεία αλλά σε ιδιωτικά µε έξοδα του κράτους.
- Αναφορικά µε τα έξοδα που κλήθηκα να καταβάλω µεταγενέστερα της επέµβασης της συζύγου µου και προς αποκατάσταση της υγείας της να αναφέρω ότι το ποσό αυτό που δόθηκε µαζεύτηκε από της Εκκλησίες Αγίας Νάπας και Σωτήρας έπειτα από πρωτοβουλία των πατέρων Βασιλείου και Γεώργιου αλλά και άλλων συγγενών και συγχωριανών µου.
- Από τα ποσά που καταβλήθηκαν έχω στην κατοχή µου 2 αποδείξεις τις οποίες ζητώ άδεια να προσκοµίσω στο Δικαστήριο και οι οποίες δόθηκαν από το Κέντρο Προσφοράς και Αγάπης Άγιος Χριστόφορος ηµερ. 30/06/2016 και 04/05/2016 αντίστοιχα. Είναι η θέση µου ότι οι συνθήκες τις συζύγου µου είναι ιδιαίτερα δύσκολες και απαιτούν πάρα πολλά έξοδα γεγονός που έχει µεταβάλει τις συνθήκες µου προς το χειρότερο µε αποτέλεσµα να µην δύναµαι να αποπληρώνω το εξ' αποφάσεως χρέος.
- Επίσης ζητώ την άδεια το δικαστηρίου να προσκοµίσω λογαριασµό ρεύµατος για την περιόδο από 17/07/2017 µέχρι και 15/09/2017 για το ποσό των €134,96 αλλά έντυπο φορολογίας για δηµοτικούς φόρους που είµαι αναγκασµένος να καταβάλω για το ποσό των €170,
- Θεωρώ ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει την καταχώρηση της αιτούµενης συµπληρωµατικής ένορκης δήλωσης µου σε σχέση µε την αίτηση καθότι τα πιο πάνω γεγονότα δεν ήταν εις γνώση µου προγενέστερα.
- Είναι η θέση µου περαιτέρω ότι η συµπληρωµατική ένορκη δήλωση πραγµατοποιείται σε προοίµιο στάδιο πριν την έναρξη της ακροαµατικής διαδικασίας και σε κάθε περίmωση δεν επηρεάζονται δυσµενώς τα δικαιώµατα των Καθων η αίτηση.
- Εξ όσων καλά γνωρίζω και πιστεύω έχει µειωθεί η ικανότητα µου για αποπληρωµή του εξ' αποφάσεως χρέους και ως εκ τούτου είναι δίκαιο και εύλογο όπως δοθεί το αιτούµενο διάταγµα ώστε να προβάλω καλύτερα τις θέσεις µου αλλά και να µπορέσει να βοηθήσει το Σεβαστό Δικαστήριο να αποδώσει δικαιοσύνη.
- Όπως µε πληροφορεί ο δικηγόρος µου, η άλλη πλευρά ουδεµία ανεπανόρθωτη βλάβη θα υποστεί από την έκδοση του αιτούµενου διατάγµατος.
- Θεωρώ ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει την καταχώρηση της αιτούµενης συµπληρωµατικής ένορκης δήλωσης δεδοµένου και του ανακριτικού χαρακτήρα της αίτησης αλλά και της δυνατότητας και υποχρέωσης του Δικαστηρίου να προβεί σε έρευνα αναφορικά µε την οικονοµική δυνατότητα του εκάστοτε προσώπου. Κρίνω ότι το Σεβαστό Δικαστήριο θα πρέπει να επιτρέψει την καταχώρηση της παρούσας αίτησης καθότι εξυπηρετεί ακριβώς την φύση και τον σκοπό της διαδικασίας.
- Αιτούμαι την έκδοση διατάγµατος ως τα σηµεία Α-Δ της αίτησης µας.». Γ. Η ένσταση των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση. Οι Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση ενίστανται στην υπό κρίση αίτηση. Καταχώρησαν, συναφώς, την 1.3.2018 Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης, η οποία βασίζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39 θ.θ.1 - 21, Δ.48 θ.θ. 1 - 13, Δ.57, Δ.59, Δ.63 και Δ.64 θ.θ.1 - 2 ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 82 - 91Ι, στον περί Ερμηνείας Νόμο, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις συμφυείς και γενικές εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, στις αρχές της νομολογίας και τις αρχές της επιείκειας. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης που δικογραφούνται είναι οι ακόλουθοι:
- Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και αστήρικτη.
- Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και/ή ελλιπής.
- Ο αιτητής δε νομιμοποιείται και/ή δε δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες.
- Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την παραχώρηση της αιτούμενης άδειας από το Δικαστήριο.
- Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη.
- Δε δίδεται καλός λόγος για να επιτραπεί από το Δικαστήριο η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
- Τα όσα επιδιώκεται να εισαχθούν ήταν γνωστά στον αιτητής σε πολύ προγενέστερο στάδιο και δεν εξηγεί για ποιο λόγο δεν τα παρουσίασε και/ή δεν προβάλλει καλό λόγο.
- Με την παρούσα αίτηση επιχειρείται η διόρθωση παραλείψεων.
- Δεν υπάρχει σοβαρός λόγος για την παραχώρηση της αιτούμενης άδειας από το Δικαστήριο.
- Δεν δικαιολογείται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
- Δεν επισυνάπτεται η Συμπληρωματική ένορκη δήλωση την οποία ο αιτητής προτίθεται να καταχωρήσει.
- Η αίτηση υποβάλλεται αδικαιολόγητα καθυστερημένα.
- Ο Αιτητής δεν απέσεισε το βάρος που φέρει αναφορικά με την ύπαρξη καλού λόγου για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εφόσον απέτυχε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια στοιχεία πειστικά ως προς το ότι το αίτημα του υποβάλλεται για καλό λόγο.
- Τυχόν αποδοχή από το Δικαστήριο να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκος δήλωσης θα δημιουργήσει ανισότητα των όπλων στους διαδίκους καθ' ότι δεν θα δύνανται οι Καθ' ων η Αίτηση να αντικρούσουν με γραπτή απάντηση τους ισχυρισμούς που θα περιέχονται στην συμπληρωματική ένορκο δήλωση όσο παραπλανητικοί και/ή ανεδαφικοί είναι και όσο αντίκεινται στα πραγματικά γεγονότα.
- Αυτό που επιχειρείται να προστεθεί απαντά στους ισχυρισμούς των Καθ' ων η Αίτηση, γεγονός το οποίο είναι ανεπίτρεπτο.
- Με την ειρημένη αίτηση γίνεται προσπάθεια να εισαχθεί νέα μαρτυρία που δεν προέκυψε ούτε και δικαιολογείται μετά την καταχώρηση της κυρίως αίτησης.
- Δεν επισυνάπτεται η Συμπληρωματική ένορκη δήλωση την οποία ο αιτητής προτίθεται να καταχωρήσει και/ή δεν είναι ξεκάθαρο το τι επιθυμεί να προσθέσει ο αιτητής.
- Με την επίδικη αίτηση ο αιτητής απαντά στην ένσταση των καθ' ων η αίτηση και/ή προσέθεσε μαρτυρία χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου.
- Τα όσα οι Αιτητές επιδιώκουν να προσθέσουν μέσω της καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης τίποτα και/ή τίποτα ουσιαστικό δεν προσθέτουν και/ή σε τίποτα δεν διαφοροποιούν την υφιστάμενη εκδοχή τους.
- Το περιεχόμενο των παραγράφων που επιχειρείται να καταχωρηθούν στα πλαίσια συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης απαντά στους ισχυρισμούς των Καθ' ων η Αίτηση, γεγονός το οποίο είναι ανεπίτρεπτο. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση των Εναγόντων - καθ' ων η αίτηση εκτίθενται στην ένορκο δήλωση ημερ. 1.3.2018 της κας. XXXXX Σάββα από τη Λάρνακα. Την παραθέτω꞉ «Είμαι υπάλληλος των καθ' ων η αίτηση και γνωρίζω τα γεγονότα προσωπικά και από συμβουλή που έλαβα από τους δικηγόρους των καθ' ων η αίτηση Societe Generale Bank - Cyprus Ltd και από πληροφορίες που συνέλεξα στα πλαίσια της εργασίας μου και από συναδέλφους και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους καθ' ων η αίτηση να προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση. Για τη νομική πτυχή της υπόθεσης έλαβα νομική συμβουλή από τους δικηγόρους των καθ' ων η αίτηση και για όσα αναφέρω πιο κάτω για τα οποία δεν έχω προσωπική γνώση, αναφέρω την πηγή πληροφόρησης μου.
- Έχω διαβάσει τους λόγους που περιλαμβάνονται στο σώμα της ειδοποίησης ένστασης τους οποίους αποδέχομαι, υιοθετώ και επαναλαμβάνω.
- Έχω διαβάσει την επίδικη αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει και αρνούμαι το περιεχόμενο τους στο σύνολο τους εκτός όπου αναφέρω το αντίθετο.
- Αγνοώ και συνεπώς αρνούμαι την παράγραφο 1 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και λέγω ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο είναι αγωγή και όχι αίτηση.
- Αρνούμαι την παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και λέγω ότι όλα όσα προβάλλονται μέσα από την ένσταση των καθ' ων η αίτηση στην αίτηση ημερομηνίας 09.12.2016 δεν χρήζουν απάντησης και τίποτα το νέο προβλήθηκε. Πρόκειται για ζητήματα των οποίων ο αιτητής είχε γνώση και όφειλε, έχοντας το βάρος απόδειξης, να τα παρουσιάσει εκ των προτέρων στο Δικαστήριο και όχι μετά από την ένσταση των καθ' ων η αίτηση. Είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι ο αιτητής όφειλε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο όλη τη μαρτυρία αναφορικά με την αίτηση προκειμένου να αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει στους ώμους τους. Περαιτέρω, είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι αναφορικά με τα ζητήματα τα οποία έθιξαν με την ένσταση τους στην αίτηση ημερομηνίας 09.12.2016, αφορούν έγγραφα τα οποία ήταν στην κατοχή του αιτητή και σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε να τα εξασφαλίσει για να τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο εξ' αρχής.
- Αρνούμαι τις παραγράφους 3 - 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και ως με ενημερώνουν οι δικηγόροι των καθ' ων η αίτηση, η πρακτική του αιτητή να ενσωματώσει τις προαναφερόμενες παραγράφους στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για εξασφάλιση άδειας καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι απαράδεκτο και σε καμία περίπτωση επιτρεπτό αφού ουσιαστικά έχει ήδη περιλάβει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, τη μαρτυρία που θα προσέθετε με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση αν του δινόταν άδεια από το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου πρόκειται είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση και ως με ενημερώνουν και οι δικηγόροι τους για μία αίτηση παράτυπη και αντικανονική.
- Είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η ενέργεια αυτή του αιτητή φανερώνει την κακοπιστία και καταχρηστικότητα με την οποία προβαίνει στα διαβήματα του αφού επιχειρεί τη δικογράφηση της μαρτυρίας που θα περιλάμβανε η συμπληρωματική ένορκη δήλωση χωρίς ακόμα να του έχει δοθεί άδεια από το Δικαστήριο και χωρίς να την επισυνάπτει για να μπορεί να ελεγχθεί και από το Δικαστήριο. Ως με ενημερώνουν οι δικηγόροι των καθ' ων η αίτηση, δεν είναι επιτρεπτό το Δικαστήριο να πρέπει να υποθέσει τι είναι αυτό που ο αιτητής επιθυμεί να προσθέσει με την καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στην παρούσα περίπτωση όμως αυτό είναι ακριβώς που καλείται το Δικαστήριο να πράξει αφού εκτός από την παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση στην οποία ο αιτητής επιζητεί την άδεια του Δικαστηρίου για να προσκομίσει 2 τεκμήρια, κατά τα λοιπά δεν είναι ξεκάθαρο τι ακριβώς ο αιτητής επιδιώκει να καταχωρήσει με συμπληρωματική ένορκη δήλωση και ποιο ακριβώς θα είναι το περιεχόμενο αυτής. Είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση και ως με ενημερώνουν και οι δικηγόροι τους ότι δεν είναι δυνατό το Δικαστήριο να εγκρίνει την αίτηση του αιτητή ως έχει αφού στην ουσία θα είναι ωσάν να δίνεται το δικαίωμα στον αιτητή με περιλάβει οτιδήποτε επιθυμεί προκειμένου να καλύψει κενά τα οποία υπάρχουν στην αίτηση του.
- Ως εκ τούτου, και παρά την προαναφερόμενη θέση των καθ' ων η αίτηση και δεδομένου ότι αποτελούν μέρος της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, θα προβώ σε σχολιασμό των παραγράφων 3 - 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση επιφυλάσσοντας τα δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση και καλώντας το Δικαστήριο να μην τις λάβει υπόψη του καθότι δεν θα έπρεπε να είχαν συμπεριληφθεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση, ως με ενημερώνουν οι δικηγόροι των και' ων η αίτηση.
- Αρνούμαι την παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και λέγω ότι στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση στην αίτηση ημερομηνίας 09.12.2016 οι καθ' ων η αίτηση επεσήμαναν την παραπλάνηση του Δικαστηρίου την οποία επιχείρησε ο αιτητής και ήταν οι ίδιοι που διευκρίνισαν ότι ο αιτητής δεν είναι άνεργος όπως δήλωσε αρχικά αλλά συνταξιούχος.
- Αρνούμαι την παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι καμία παραπλανητική δήλωση έγινε από πλευράς των καθ' ων η αίτηση αλλά διευκρινίστηκε απλά ότι το ποσό που καταβάλλεται από τον αιτητή είναι για μερικούς μήνες το χρόνο και όχι για κάθε μήνα και ως εκ τούτου θα μπορούσε να γίνει από μέρους του διευθέτηση.
- Αρνούμαι την παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και λέγω ότι το γεγονός ότι η σύζυγος του αιτητή δεν εργάστηκε ποτέ, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ανέκαθεν ήταν ανίκανη για εργασία αφού τα πιστοποιητικά που ήδη παρουσίασε στο Δικαστήριο, είναι χρονολογίας
- Πέραν τούτου, είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι σκοπίμως ο αιτητής δεν αναφέρθηκε στη σύνταξη της συζύγου του μέσα από την ένορκης δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 09.12.2016 προκειμένου να παραπλανήσει το Δικαστήριο ότι ο ίδιος είναι που καλύπτει όλα τα έξοδα και συγκεκριμένα στην παράγραφο 10 της προαναφερόμενης ένορκης δήλωσης ανέφερε χαρακτηριστικά: «. . . και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην μπορώ να εργαστώ και να πρέπει να διαβιώνω τόσο εγώ όσο και η σύζυγός μου με το ποσό των €348 από την σύνταξη γήρατος.» Είναι λοιπόν ολοφάνερο ότι σε καμία παραδρομή οφείλεται η μη αναφορά στη σύνταξη της συζύγου του κατά την πρώτη αίτηση αλλά αντιθέτως επί σκοπού το έπραξε προκειμένου να παραπλανήσει το Δικαστήριο και κανένα λόγος υπάρχει για να του επιτρέψει το Δικαστήριο να προσθέσει τώρα μία τέτοια μαρτυρία.
- Αρνούμαι τις παραγράφους 6 και 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύουν την αίτηση και λέγω ότι και το περιεχόμενο αυτών ήταν σε γνώση του αιτητή από την αρχή και καμία αιτιολογία υπάρχει ως προς την μη συμπερίληψη τους στην αίτηση ημερομηνίας 09.12.
- πέραν τούτου, διερωτώμαι το λόγο για τον οποίο αυτά δεν αναφέρθηκαν εξ' αρχής από τον αιτητή και ποια στην πραγματικότητα είναι η αλήθεια στα όσα παρουσιάζει στο Δικαστήριο αφού σε αντίθεση με τις πιο πάνω παραγράφους, στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την αίτηση ημερομηνίας 09.12.2016 λέγει αναφερόμενος στα έξοδα για τα οποία κάνει λόγο και στις παραγράφους 6 και 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την επίδικη αίτηση: « . . . Τα εν λόγω έξοδα έχουν οδηγήσει στην οικονομική μου εξαθλίωση και στη δυσχέρεια εξασφάλισης βασικών αναγκών για αξιοπρεπή διαβίωση. . . .». Κάνοντας ξεκάθαρο ότι ο ίδιος κατέβαλε τα εν λόγω έξοδα τα οποία μάλιστα επηρέασαν και την οικονομική του κατάσταση. Είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι όλα τα πιο πάνω φανερώνουν την κακοπιστία και καταχρηστικότητα του αιτητή.
- Αρνούμαι τις παραγράφους 8 και 9 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι το Δικαστήριο δεν είναι δυνατό να επιτρέψει στον αιτητή να παρουσιάσει συμπληρωματικά τα τεκμήρια που αναφέρει καθότι δεν παρουσιάζεται καλός λόγος ως προς το γιατί αυτά δεν παρουσιάστηκαν εκ των προτέρων στο Δικαστήριο. Τα τεκμήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 8 φέρουν ημερομηνία 30.06.2016 και 04.05.2016, ημερομηνίας οι οποίες είναι προγενέστερες της αρχικής αίτησης η οποία καταχωρήθηκε 09.12.2016 με αποτέλεσμα να είναι ολοφάνερο ότι βρίσκονταν στην κατοχή του αιτητή ο οποίος εσκεμμένα δεν τις συμπεριέλαβε προκειμένου να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Οι λογαριασμοί δε που αναφέρονται στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, θα μπορούσαν να προσκομιστούν από τον αιτητή επίσης με την αρχική αίτηση αφού πρόκειται για έξοδα που προκύπτουν ετήσια και κάθε δύο μήνες. Είναι η θέση μας ότι ο αιτητής για κανένα από τα πιο πάνω ανέφερε γιατί δεν προσκομίστηκαν νωρίτερα με αποτέλεσμα να μην προκύπτει ο καλός λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο θα μπορούσε να τους εγκρίνει το αίτημα του. Ουσιαστικά, ο αιτητής επιθυμεί να καλύψει κενά που άφησε με την αρχική του αίτηση και αυτό είναι απαράδεκτος ως με ενημερώνουν οι δικηγόροι των καθ' ων η αίτηση.
- Αρνούμαι την παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι το Δικαστήριο βάσει όλων όσων αναπτύχθηκαν πιο πάνω δεν μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να εγκρίνει την αίτηση ενώ για ακόμα μία φορά ο αιτητής επιχειρεί την παραπλάνηση του Δικαστηρίου αφού σε αντίθεση με το τι αναφέρεται στην παράγραφο 10 και βάσει όλων όσων υποθέτουμε ότι επιχειρεί να προσθέσει, κανένα από αυτά δεν θα ήταν δυνατό να μην ήταν σε γνώση του αιτητή από την καταχώρηση της αρχικής αίτησης. Είναι ολοφάνερο ότι τόσο οι λεπτομέρειες για την κατάσταση υγείας της συζύγου του, όσο και τα τεκμήρια που επιθυμεί να προσθέσει αλλά και τα δεδομένα της οικονομικής τους κατάστασης, ήταν σε γνώση του και στην κατοχή του αιτητή. Και όχι απλά δεν παρουσίασε τώρα στο Δικαστήριο καλό λόγο για την μη αναφορά και προσκόμιση του νωρίτερα, αλλά μάλιστα, φανέρωσε ότι το έπραξε εσκεμμένα.
- Αρνούμαι την παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτησης και λέγω ότι καθόλου πρώιμο είναι το παρόν στάδιο αλλά η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση αφού η αρχική αίτηση εκκρεμεί από τις 09.12.2016 και οι καθ' ων η αίτηση καταχωρήσαν τη σχετική ένσταση τους από τις 24.03.2017 ενώ ο αιτητής επέλεξε να καταχωρήσει την επίδικη αίτηση 1 σχεδόν χρόνο αργότερα. Είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση λοιπόν ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει αφού σε καμία περίπτωση ο αιτητής αιτιολόγησε το λόγο για τον οποίο προέβηκε τόσο καθυστερημένα στην επίδικη αίτηση και ενώ θα πραγματοποιείτο η ακρόαση της.
- Αρνούμαι τις παραγράφους 12 και 13 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και λέγω ότι κανένας καλός λόγος υπάρχει για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Επιθυμώ να επαναλάβω ότι όλα όσα υποθέτουμε ότι επιθυμεί να προσθέσει ο αιτητής ήταν σε γνώση του και όφειλε να τα παρουσιάσει εξ' αρχής στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι σε αντίθεση με το τι πληροφορείται ο αιτητής από το δικηγόρο του, είναι ολοφάνερο ότι οι καθ' ων η αίτηση υπόκεινται σε ανεπανόρθωτη ζημιά ήδη αφού αναγκάζονται να προβαίνουν σε περαιτέρω έξοδα λόγω των ενεργειών του αιτητή ο οποίος από την μία ισχυρίζεται ότι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει το εξ' αποφάσεως χρέος του και από την άλλη δημιουργεί έξοδα τόσο στον ίδιο όσο και στους καθ' ων η αίτηση. Περαιτέρω, τυχόν αποδοχή από το Δικαστήριο να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκος δήλωσης θα δημιουργήσει ανισότητα των όπλων στους διαδίκους καθότι δεν θα δύνανται οι Καθ' ων η Αίτηση να αντικρούσουν με γραπτή απάντηση τους ισχυρισμούς που θα περιέχονται στην συμπληρωματική ένορκο δήλωση όσο παραπλανητικοί και αν είναι όταν μάλιστα, έτσι όπως είναι η επίδικη αίτηση οι καθ' ων η αίτηση δεν γνωρίζουν τι ακριβώς θα περιλαμβάνει η συμπληρωματική ένορκης δήλωση του αιτητή.
- Αρνούμαι την παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και ως με ενημερώνουν οι δικηγόροι των καθ' ων η αίτηση, σε καμία περίπτωση η αρχική αίτηση είναι ανακριτικού χαρακτήρα και ούτε το Δικαστήριο έχει υποχρέωση, ούτε καν τη διακριτική ευχέρεια να ερευνήσει την οικονομική κατάσταση του αιτητή. Αυτό θα γινόταν στα πλαίσια της αίτησης έρευνας αν δεν εκδιδόταν εκ συμφώνου διάταγμα μηνιαίων δόσεων και όχι σε αυτό το στάδιο. Το διάταγμα μηνιαίων δόσεων έχει εκδοθεί και ισχύει και σε καμία περίπτωση, θα ερευνηθεί εκ νέου η οικονομική δυνατότητα του αιτητή.
- Βάσει όλων όσων αναπτύχθηκαν πιο πάνω, αρνούμαι την παράγραφο 15 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, λέγω ότι σε καμία περίπτωση μπορεί να επιτύχει η αίτηση και αξιώνω την απόρριψη της με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή αφού δεν είναι δίκαιο και ούτε εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Δ. Νομική πτυχή. Δ.
- Όσον αφορά το νομικό βάθρο της αίτησης ακύρωσης ή τροποποίησης του διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Τα άρθρα 90
(2)και 91Η
(2)του Κεφ. 6 είναι αυτά που επιτρέπουν στο Δικαστήριο τη διαφοροποίηση, αναστολή ή ακύρωση ενός διατάγματος μηνιαίων δόσεων ή, αντίστοιχα, ενός διατάγματος διά αποκοπής απολαβών που εκδόθηκε στο πλαίσιο αίτησης οικονομικής εξέτασης. Προβλέπουν, ειδικότερα, τα εξής꞉ «90.-
(1)Το Δικαστήριο δύναται, αν κρίνει τούτο σκόπιμο κατά ή μετά την εξέταση που γίνεται δυνάμει του Μέρους VIII, να διατάξει όπως το οφειλόμενο δυνάμει της απόφασης χρέος πληρωθεί με δόσεις κατά τις ημερομηνίες και στα ποσά που ήθελε κρίνει εύλογα και εντός των οικονομικών δυνατοτήτων του οφειλέτη.
(2)Διάταγμα το οποίο εκδίδεται δυνάμει του εδαφίου
(1)δύναται να ακυρωθεί, ανασταλεί ή τροποποιηθεί ύστερα από αίτηση του οφειλέτη αν αποδείξει ότι η οικονομική του κατάσταση έχει αλλάξει ουσιαστικά από την ημερομηνία της τελευταίας εξέτασης με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να καταβάλει τις δόσεις στους χρόνους και στα ποσά που το Δικαστήριο προσδιόρισε στο διάταγμα του ή εάν το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα περιστατικά που θα θέσει ενώπιόν του ο οφειλέτης, θεωρήσει σκόπιμο ή και επιεικές να ακυρώσει, αναστείλει ή τροποποιήσει το διάταγμα.
(3)Διάταγμα δυνάμει του εδαφίου
(1)δύναται να διαφοροποιηθεί επίσης ύστερα από αίτηση του εξ αποφάσεως πιστωτή αν αποδείξει ότι- (α) Η οικονομική κατάσταση του εξ αποφάσεως οφειλέτη είχε αλλάξει προς το καλύτερο από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος ή της τελευταίας διαφοροποίησης του ή (β) κατά την εξέταση του ενώπιον του Δικαστηρίου ο εξ αποφάσεως οφειλέτης απέκρυψε ή δεν αποκάλυψε την ύπαρξη ουσιωδών γεγονότων ή συνθηκών προσδιοριστικών της οικονομικής του κατάστασης, τα οποία αν ήταν γνωστά στο Δικαστήριο, το περιεχόμενο του διατάγματος θα ήταν ουσιαστικά διαφορετικό από το ήδη εκδοθέν, νοουμένου ότι οι πληροφορίες για την ύπαρξη των γεγονότων ή συνθηκών αυτών περιήλθαν σε γνώση του εξ αποφάσεως πιστωτή μετά την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος.». «91Η.-
(1)Το Δικαστήριο δύναται, ύστερα από αίτηση, του οφειλέτη, του πιστωτή, του εργοδότη, ή άλλου επηρεαζόμενου προσώπου ή και αυτεπάγγελτα, να διατάξει τη διαφοροποίηση, αναστολή ή ακύρωση διατάγματος αποκοπής απολαβών.
(2)Ο εξ αποφάσεως οφειλέτης δύναται να υποβάλει αίτηση εάν η οικονομική του κατάσταση και οι ανάγκες του έχουν αλλάξει από την ημερομηνία διεξαγωγής της τελευταίας έρευνας δυνάμει του Μέρους VIII. Το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί την αίτηση εάν αποδειχθεί προς ικανοποίηση του ότι η συνέχιση της αποκοπής του ποσού που αναφέρεται στο διάταγμα θα προξενήσει στον οφειλέτη ουσιαστικές δυσχέρειες στην αντιμετώπιση βασικών βιοτικών αναγκών του ιδίου ή της οικογένειας του σε περίπτωση που το διάταγμα κατάσχεσης απολαβών δε διαφοροποιηθεί, ανασταλεί ή ακυρωθεί ή για οποιοδήποτε λόγο το Δικαστήριο κρίνει λογικό.
(3)Στις περιπτώσεις που διάταγμα αποκοπής απολαβών διαφοροποιείται, ακυρώνεται ή αναστέλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου επιδίδεται στον εργοδότη αντίγραφο του νέου διατάγματος με το οποίο ο εργοδότης οφείλει να συμμορφωθεί.
(4)Το Δικαστήριο δύναται να διαφοροποιήσει διάταγμα αποκοπής απολαβών ύστερα από αίτηση του εξ αποφάσεως πιστωτή εάν αυτός αποδείξει ότι η οικονομική κατάσταση ή ανάγκες του οφειλέτη έχουν αλλάξει προς το καλύτερο από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος ή της τελευταίας διαφοροποίησης του.
(5)Σε περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται διάταγμα αποκοπής απολαβών ως εργοδότης του οφειλέτη, παύσει να εργοδοτεί τον οφειλέτη, το διάταγμα αυτό κατόπιν αίτησης του εργοδότη αναστέλλεται, εκτός εάν το Δικαστήριο απευθύνει το διάταγμα στο νέο εργοδότη του οφειλέτη σε περίπτωση που αυτός είναι γνωστός.». Το Διάταγμα καταβολής μηνιαίων δόσεων που εκδόθηκε εκ συμφώνου στην παρούσα υπόθεση στις 20.5.2014 εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 90
(1), συνεπώς χρειάζεται να κριθεί η υπό κρίση αίτηση δυνάμει του άρθρου 90
(2). Δεν εκδόθηκε διάταγμα αποκοπής των μηνιαίων δόσεων από το μισθό του Εναγομένου αρ. 2, γι' αυτό και δεν είναι σχετικό το άρθρο 91Η. Σημειωτέον ότι, για την εφαρμογή του Μέρους του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, που εμπεριέχει τις πιο πάνω διατάξεις, δεν έχουν εκδοθεί μέχρι στιγμής εξειδικευμένοι διαδικαστικοί κανονισμοί, παρά το γεγονός ότι το άρθρο 89
(1)του Κεφ. 6 περιέχει τη σχετική εξουσιοδοτική διάταξη. Ωστόσο, το άρθρο 89
(2)του ιδίου Νόμου διασαφηνίζει ότι δεν υπάρχει δικονομικό κενό, αφού μέχρι τη θέσπιση ειδικών διαδικαστικών κανονισμών, εφαρμόζονται οι ισχύοντες Διαδικαστικοί Κανονισμοί αναφορικά με τις αιτήσεις διά κλήσεως. Συνεπώς, ορθά εν προκειμένω ο συνήγορος του Εναγομένου αρ. 2 - Αιτητή καταχώρησε την αίτηση δυνάμει της Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας σε συσχετισμό με τα πιο πάνω άρθρα του Κεφ. 6 που συνθέτουν το ουσιαστικό δίκαιο για την επίδικη περίπτωση. Δεδομένων των πιο πάνω, προχωρώ να εξετάσω αν δικαιολογείται η έγκριση της υπό κρίση αίτησης στο πλαίσιο των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και δη της Δ.48. Δ.2. όσον αφορά τη δικονομική δυνατότητα καταχώρισης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης Η Δ.48, Θ.4
(2), η οποία δίδει το δικαιοδοτικό υπόβαθρο για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.». Όπως επισημάνθηκε από τον Έντιμο Δικαστή Φωτίου στην Αίτηση των Φιλόκυπρου Ματθαίου και άλλων για έκδοση ενταλμάτων της Φύσεως Certiorari, Prohibition και MANDAMUS
(2008)1 A.A.Δ. 510, το κατά πόσον θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο θετικά για την ύπαρξη «καλού λόγου» ώστε να δοθεί άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. Όσον αφορά την έννοια της φράσης «καλός λόγος», αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση πάντα με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το, κατά την άποψη του, αναγκαίο υλικό πριν την ακρόαση της αίτησης, με δεδομένη τη σχετικότητα των ισχυρισμών αυτών. Στην απόφαση ημερ. 10.4.2012 στην Πολιτική Έφεση Αρ. 242/2011, 1. Βερεγγάρια Παναγιώτη Παπακοκκίνου, 2. Αλέκα Παναγιώτη Παπακοκκίνου ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, το Εφετείο κατέστησε σαφές ότι δεν είναι δυνατόν να εγκριθεί η καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως όπου αυτή περιέχει απλή επανάληψη των όσων είναι ήδη δικογραφημένα στην αρχική ένορκη δήλωση. Επιτρέπεται με βάση τη νομολογία η καταχώρηση ένορκης δήλωσης προς αντίκρουση αμφισβητούμενων ισχυρισμών. Στην απόφαση Κώστα v. Κώστα
(2003)1 ΑΑΔ 269 το Εφετείο επικυρώνοντας πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση υπέδειξε: «Τούτο ο Εφεσείων απέτυχε εντελώς να κάνει εφ΄όσον ούτε αντεξέτασε την Εφεσίβλητη για να υποσκάψει ενδεχομένως τους δικούς της ισχυρισμούς ούτε επεδίωξε να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να τους αντικρούσει και να θέσει τη δική του εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου» Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της χορήγησης άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκεί όπου αυτά που επιδιώκεται να εισαχθούν είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που προβάλλει ο αντίδικος με τους δικούς του ισχυρισμούς. Στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση A. Messios & Sons Ltd κ.α ν Ανδρέα Λεωνίδου
(2010)1 Α.Α.Δ. 195 συνοψίζονται τα στοιχεία που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας σύμφωνα με τη Δ.48, Θ.4
(2)꞉ «Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιόν μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμησή μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.». Αυστηρή αντιμετώπιση των αιτήσεων για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιβάλλεται, σύμφωνα με τη νομολογία, όταν στη βάση της αρχικής ένορκης δήλωσης παρασχέθηκε ενδιάμεση θεραπεία. Ειδικότερα, στην απόφαση Stavros Georghiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. του πλοίου LIRA
(2001)1 A.A.Δ. 1220, τονίσθηκε ότι «. σε περιπτώσεις που το Δικαστήριο παρέχει θεραπεία, ύστερα από μονομερή αίτηση [.] και υπάρχει παράλειψη πληροφόρησης, δεν επιτρέπεται με βάση τη νομολογία η επανόρθωση της παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο Δικαστήριο για να παράσχει τη θεραπεία». Ε. Εφαρμογή στην υπό κρίση αίτηση. Κατά πόσον αποκαλύπτεται «καλός λόγος» παραχώρησης της αιτούμενης άδειας. Στην αρχική ένορκη δήλωση του Εναγόμενου αρ. 2 - Αιτητή, οι λόγοι που είχε επικαλεστεί για να αιτιολογήσει τη δυσμενή μεταβολή των οικονομικών του συνθηκών μετά τις 20.5.2014, ήταν δύο꞉ αφενός, οι οικογενειακές καταστάσεις που προέκυψαν και αφετέρου, το γεγονός ότι ο ίδιος κατέστη άνεργος (βλ. παρα. 3 της Ε/Δ ημερ. 2.12.2016). Ειδικότερα꞉ Όσον αφορά τις οικογενειακές του συνθήκες ο Αιτητής ανέφερε (βλ. παρα. 5 της Ε/Δ ημερ. 2.12.2016) ότι μετά τις 20.5.2014 η σύζυγός του υπεβλήθη σε εγχείρηση ανοικτής καρδιάς και ότι ο ίδιος επωμίστηκε τα έξοδα της αποθεραπείας και αποκατάστασής της, κάτι που οδήγησε στην οικονομική του εξαθλίωση. Επιπλέον, ο Αιτητής δήλωνε στην παρα. 9 της Ε/Δ ημερ. 2.12.2016 ότι στις 25.2.2015 απεβίωσε ο γιος του (βλ. Τεκμήριο Δ), με αποτέλεσμα να αναλάβει ο Αιτητής τα έξοδα του εγγονού του. Αναφορικά με τη δική του οικονομική κατάσταση, παρατηρώ ότι ο Αιτητής ενώ στην παρα. 3 δήλωνε ότι ήταν άνεργος, εντούτοις στην παρα. 4 διευκρίνιζε ότι ήταν συνταξιούχος από 1.2.2016 με σύνταξη γήρατος €348 και ισχυριζόταν στην παρα. 10 ότι τόσο αυτός όσο και η σύζυγός του στηρίζονται στη σύνταξή του για τη διαβίωσή τους. Στην ένσταση που καταχώρησαν οι Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση ισχυρίστηκαν ότι ο ίδιος ο Αιτητής «επέλεξε» να συνταξιοδοτηθεί (βλ. παρα. 5 της Ε/Δ ημερ. 24/3/2017), αμφισβήτησαν το ποσό των €4000 που ο Αιτητής είχε ισχυριστεί ότι δαπάνησε αναφορικά με τα έξοδα φαρμάκων της συζύγου του (βλ. παρα. 7 της Ε/Δ ημερ. 24/3/2017), επεσήμαναν ότι παρά την ισχυριζόμενη οικονομική εξαθλίωση του Αιτητή εντούτοις η σύζυγός του «δεν αναζήτησε την περίθαλψή της σε δημόσιο νοσοκομείο» (βλ. παρα. 8 της Ε/Δ ημερ. 24/3/2017) και υπέδειξαν (στην ίδια παρα. 8) ότι ο Αιτητής παρέλειψε να αποκαλύψει αν η σύζυγός του λαμβάνει οποιοδήποτε βοήθημα μηνιαίως ή αν εργάζεται η ίδια (βλ. παρα. 9). Τέλος, οι Ενάγοντες εντόπιζαν μεγάλη καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης για τροποποίηση ή/και ακύρωση του αρχικού διατάγματος μηνιαίων δόσεων εκ μέρους του Αιτητή (βλ. παρα. 12 της Ε/Δ ημερ. 24/3/2017). Έχοντας σκιαγραφήσει πιο πάνω τις αντιμαχόμενες αρχικές ένορκες δηλώσεις του Εναγόμενου αρ. 2 - αιτητή και των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση, κρίνω ότι αναδεικνύεται με ευκολία ότι όσα ο Αιτητής επιδιώκει να εισάξει μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι πράγματι για να αντικρούσει τα σημεία επί των οποίων οι Ενάγοντες - καθ' ων είχαν αμφισβητήσει με την αρχική ένορκη δήλωση που συνόδευε την ένστασή τους στην κυρίως αίτηση τροποποίησης ή ακύρωσης του Διατάγματος. Δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε αχρείαστη επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών του Αιτητή στα όσα επιθυμεί να εισάξει με τη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση. Ούτε εντοπίζω οτιδήποτε το ανεπίτρεπτο στο είδος της μαρτυρίας που επιθυμεί να εισάξει από τη σκοπιά του δικαίου της απόδειξης. Τέλος, δεν θεωρώ ότι είναι δίκαιο να παρεμποδισθεί ο Αιτητής από το να εισάξει μαρτυρία αναφορικά με βοηθήματα που έλαβε η σύζυγός του από ευαγή ιδρύματα ή το γεγονός ότι μετά τις 20.5.2014 συνταξιοδοτήθηκε και λαμβάνει σύνταξη, αφού αυτά τα στοιχεία του ζητούνταν κατ' ουσία από τους Ενάγοντες μέσω της Ένστασης που καταχώρησαν στην αίτησή του για την τροποποίηση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Δεν αποκτά πλεονέκτημα ή όφελος ο Αιτητής στο πλαίσιο της εν λόγω αίτησης με το να αποκαλύψει περαιτέρω έσοδα στο νοικοκυριό τους, από εκείνα που αρχικά περιέγραψε στην ένορκη δήλωσή του. Απεναντίας, θεωρώ ότι ο Αιτητής υπέχει συνεχή υποχρέωση μέχρι την ακρόαση της κυρίως αίτησής του να προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και να το πληροφορήσει για τις οποιεσδήποτε θετικές μεταβολές επέλθουν στην οικονομική του θέση ή του νοικοκυριού του (ήτοι του οικογενειακού του εισοδήματος), αφού η όποια απόφαση ληφθεί από το Δικαστήριο θα πρέπει να αντικατοπτρίζει τις τρέχουσες του οικονομικές συνθήκες. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Στο παρόν στάδιο και έχοντας υπόψη μου τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς και τις προμνησθείσες νομολογημένες αρχές, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της χορήγησης άδειας στον Εναγόμενο αρ. 2 - αιτητή να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση, η οποία να περιέχει αυτά και μόνον που συζητήθηκαν στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης ημερ. 30.11.2017 ως καταγράφονται στην ένορκη δήλωσή του ημερ. 30.11.2017. Παρέχεται χρόνος 14 ημερών από σήμερα για την καταχώρησή της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Δεδομένου του αποτελέσματος, κρίνω δίκαιο όπως επιδικάσω τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης ημερ. 30.11.2017 υπέρ του Εναγόμενου αρ. 2 - Αιτητή και εναντίον των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας στην αίτηση ημερ. 9.12.2016. (υπ.) ................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο