← Κύπρος

ΚΟΥΤΟΥΝΑΣ ν. Φιλαβερτή κ.α., Αγωγή αρ: 241/2014, 14/5/2018

ΚΟΥΤΟΥΝΑΣ ν. Φιλαβερτή κ.α., Αγωγή αρ: 241/2014, 14/5/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:A33 ΕΠΑΡΧΙΑΚO ΔΙΚΑΣΤΗΡΙO ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή αρ: 241/2014 Μεταξύ: XXXXX ΚΟΥΤΟΥΝΑΣ, XXXXX 38, XXXXX, Αμμοχώστου Ενάγοντας κ α ι 1.XXXXX Φιλαβερτή, από XXXXX και XXXXX Φιλαβερτή από XXXXX, από κοινού υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος του XXXXX Νίκου τέως από XXXXX, ο οποίος απεβίωσε την 17/03/2012 σύμφωνα με διάταγμα του Δικαστηρίου στην Διαχείρηση του Ε. Δ. Αμμοχωστου υπ' αρ.131/12

  1. Olympic Insurance Company Ltd HE 71103, Λεωφόρος Μακαρίου & Αγαπήνορος 2, IRIS TOWER, 2ος όροφος 1076 Λευκωσία Εναγομένων Ημερομηνία꞉ 14 Μαϊου, 2018 Εμφανίσεις꞉ Για τον Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση꞉ Χρ. Πουτζιουρής, για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο αρ. 1꞉ κα Αγαμέμνωνος, για κ. Καρά Για την Εναγόμενη αρ. 2 - Αιτήτρια꞉ κα Στ. Ερωτοκρίτου, για Ανδρέα Π. Eρωτοκρίτου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με την αίτηση ημερ. 25.4.2017 της Εναγομένης αρ. 2 - Αιτήτριας για εκδίκαση προδικαστικού νομικού σημείου. Στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, ο Ενάγων αξιώνει꞉ «Α. Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και άλλες ζημιές και απώλειες, πόνο και ταλαιπωρία, απώλεια απολαύσεων της ζωήγς, σωματικές αναπηρίες και ατέλειες που υπέστη ο ενάγων σε τροχαίο δυστύχημα που έγινε κατά ή περί την 17/03/2012 που συνέβη στην οδό Τεύκρου Ανθία στην Αγία Νάπα, όπου ο αποβιώσας Γιαννάκης Κυριάκου Νίκου, ο οποίος οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX16Την 17/03/2012 επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα μεταξύ του οχήματος που οδηγούσε ο ενάγοντας και του οχήματος που οδηγούσε ο αποβιώσαντας XXXXX Νίκου, ο οποίος οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX16 μάρκας SUZUKI VITARA, STATION WAGON με κατεύθυνση προς το κέντρο της Αγίας Νάπας σε κάποιο σημείο του δρόμου πέρασε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε μετωπικά με το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής XXXXX68, μάρκας MERCEDES το οποίο οδηγούσε ο ενάγων από την αντίθετη κατεύθυνση με αποτέλεσμα την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος λόγω αμελείας και ή παραβάσεως των θέσμιων καθηκόντων του αποβιώσαντα XXXXX Νίκου, κατά την οδήγηση του ανωτέρω υπ' αυτού οχήματος με το ανωτέρω όχημα που οδηγούσε ο ενάγων. Β. Νόμιμο τόκο επί παντός επιδικασθησομένου ποσού από 17/3/2012 ημερομηνία του επίδικου δυστυχήματος και/ή οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία ήθελε θεωρήσει ορθή και πρέπουσα το Δικαστήριο. Γ. Έξοδα και ΦΠΑ.» Όπως φαίνεται στην Έκθεση Απαίτησης (στο εξής «η Ε/Α») του Ενάγοντος꞉ Οι εναγόμενοι 1 ενάγονται ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου στα πλαίσια της Διαχείρισης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου με αριθμό 131/
  2. Η εναγόμενη 2 ενάγεται ως η ασφαλιστής του οχήματος ΗΧΧ216 που οδηγούσε ο αποβιώσας κατά τον ουσιώδη χρόνο του δυστυχήματος, το οποίο συνέβη στις 17.3.2012, δυνάμει πιστοποιητικού ασφάλισης με αρ. Μ00103804 το οποίο ήταν σε ισχύ από 1.9.2011 μέχρι 31.8.
  3. Όσον αφορά τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος δικογραφούνται λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παραβάσεως των εκ του νόμου και των καονισμών θέσμιων καθηκόντων του αποβιώσαντος ως οδηγού. Μεταξύ άλλων, εγείρεται ο ισχυρισμός ότι αυτός οδηγούσε με υπεβρολική ταχύτητα με πλήρη αδιαφορία έναντι των υπολοίπων οδηγών, ότι οδηγούσε αλόγιστα και επικίνδυνα, ότι ένεκα της κατανάλωσης μεγάλης ποσότητας αλκοόλ και ένεκα της χρήσης ναρκωτικών ουσιών δεν ήταν σε θέση να οδηγεί ως ένας σώφρων και κανονικός οδηγός και ότι παρέλειψε να παραμένει στο νόμιμο ρεύμα κυκλοφορίας και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα, όπου συγκρούστηκε με τον Ενάγοντα. Στην παρα. 13 της Ε/Α δικογραφείται ότι ο XXXXX Νίκου, ο οποίος ένεκα του δυστυχήματος απεβίωσε, διαπιστώθηκε κατόπιν εξετάσεων της Αστυνομίας ότι έφερε την αποκλειστική ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα διότι οδηγούσε υπό την επήρρεια αλόγιστης ποσότητας αλκοόλ, υπό την επήρρεια ναρκωτικών, χωρίς να είναι προσδεδεμένος με ζώνη ασφαλείας. Σχηματίστηκε ποινικός φάκελος με αρ. ΜΠΥ Τροχαίας Τ/246/12 και αποφασίστηκε από το Γενικό Εισαγγελέα η διεξαγωγή θανατικής ανάκρισης. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του δικαστικού φακέλου, ο Ενάγων καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στις 20.2.2014, δηλαδή πριν την πάροδο 2 χρόνων από την ημερομηνία που συνέβη το επίδικο δυστύχημα. Στην Έκθεση Υπεράσπισης (στο εξής «η Ε/Υ») που καταχώρησε ο Εναγόμενος 1, δικογραφήθηκε προδικαστική ένσταση ότι οι αξιώσεις του Ενάγοντος έχουν παραγραφεί σύμφωνα με το άρθρο 34 του Κεφ. 189 και του Ν.66(Ι)/
  4. Σημειωτέον ότι η πλευρά του Εναγομένου αρ. 1 επισημαίνει στην παρα. 2 της Ε/Υ της, ότι το Διάταγμα Διαχείρισης δυνάμει του οποίου ενεργεί εξεδόθη από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας και όχι από το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης, η δε έκδοση του Διατάγματος Διαχείρισης τοποθετείται χρονικά στις 25.9.
  5. Προχωρεί η πλευρά του Εναγομένου αρ. 1 βάσει του δεδομένου αυτού και ισχυρίζεται ότι, όταν καταχωρήθηκε η αγωγή του Ενάγοντος στις 20.2.2014, το αγώγιμο δικαίωμα είχε ήδη παραγραφεί. Επί της ουσίας της υπόθεσης, ο Εναγόμενος αρ. 1 αγνοούν και απορρίπτουν τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος και τον καλούν σε αυστηρή απόδειξη. Ειδικότερα, όσον αφορά την παρα. 13 της Ε/Α, ο Εναγόμενος 1 απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος και λέγει ότι ο αποβιώσας δεν είχε την ευκαιρία να δώσει τη δική του κατάθεση για το πώς προέκυψε το ατύχημα. Στην παρα. 1 της Ε/Υ που καταχώρησε η Εναγόμενη αρ. 2 δικογράφησε προδικαστική ένσταση ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντος, τόσο εναντίον του Εναγομένου αρ. 1 όσο και εναντίον της Εναγομένης αρ. 2, έχει παραγραφεί δυνάμει του Ν.66(Ι)/2012 και του Κεφ. 189, άρθρο
  6. Στην παρα. 4 της Ε/Υ της, η Εναγόμενη αρ. 2 υιοθετεί και επαναλαμβάνει ουσιαστικά την ίδια διευκρίνιση που έδωσε η πλευρά του Εναγόμενου 1 σε ό,τι αφορά το Δικαστήριο και τον χρόνο που εξέδωσε το Διάταγμα Διαχείρισης Επί της ουσίας, η Εναγόμενη αρ. 2 παραδέχεται στην παρα. 6 της Ε/Υ της, ότι αυτή εξέδωσε το πιστοποιητικού ασφάλισης με αρ. Μ00103804 με περίοδο ισχύος από 1.9.2011 μέχρι 31.8.2012, ωστόσο αρνείται ότι είναι υπόχρεη να πληρώσει τον Ενάγοντα δυνάμει του εν λόγω ασφαλιστηρίου για τους εξής λόγους꞉ Κατά τον ουσιώδη χρόνο του δυστυχήματος, ο αποβιώσας XXXXX Νίκου οδηγούσε υπό την επήρρεια αλκοόλης 269mg% που υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο των 50 mg% ή/και υπό την επήρρεια ναρκωτικών ουσιών ή/και υπήρχε αρκετή μαρτυρία, ώστε να καταδικαζόταν για τα αδικήματα αυτά, εάν δεν απέθνησκε. Σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ουδεμία ασφαλιστική κάλυψη παρείχετο στον εν λόγω οδηγό, εφόσον βρισκόταν υπό την επήρρεια αλκοόλης ή/και ναρκωτικών ουσιών. Η Εναγόμενη αρ. 2 προτίθεται να αναφερθεί στους όρους του ασφαλιστηρίου κατά την ακρόαση της αγωγής. Επίσης, όσον αφορά την παρα. 13 της Ε/Α του Ενάγοντος, η Εναγόμενη αρ. 2 παραδέχεται ότι σχηματίστηκε ο ποινικός φάκελος Τ/246/12 επί τω ότι ο αποβιώσας κατόπιν εξετάσεων φάνηκε ότι οδηγούσε υπό την επήρρεια αλκοόλης και ναρκωτικών, χωρίς να φέρει ζώνη ασφαλείας, καθώς και ότι αποφασίστηκε από το Γενικό Εισαγγελέα η διεξαγωγή θανατικής ανάκρισης. Κατά τα λοιπά, η Εναγόμενη αρ. 2 αρνείται έναν έκαστο τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος που εγείρονται στην Έκθεση Απαίτησης και θέτει τον Ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του. Άπαξ και έκλεισαν τα δικόγραφα, προτού η αγωγή οριστεί για οδηγίες δυνάμει της Διαταγής 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η Εναγόμενη αρ. 2 έσπευσε και καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, ημερ. 25.4.2017, με την οποία εξαιτείται ως ακολούθως꞉ «(Α) ΄Αδεια του Δικαστηρίου όπως τα εγειρόμενα ως προδικαστική ένσταση στην παρ. 1 της Υπεράσπισης της Εναγομένης 2, εκδικασθούν προκαταρκτικά καθότι πρόκειται περί σοβαρών νομικών σημείων τα οποία εφόσον αποφασισθούν προκαταρκτικά επιλύεται ή/και τερματίζεται ολόκληρη η διαδικασία και/ή οδηγείται η αγωγή σε απόρριψιν ή/και διαγραφήν της. (Β) Όπως εκδικασθούν προκαταρκτικά τα νομικά σημεία που εγείρονται στην παρ. 1 της Υπεράσπισης της Εναγομένης 2 καθότι πρόκειται περί σοβαρών νομικών σημείων τα οποία εφόσον αποφασισθούν προκαταρκτικά επιλύεται ή/και τερματίζεται ολόκληρη η διαδικασία και/ή οδηγείται η αγωγή σε απόρριψιν ή/και διαγραφήν της.». Επισημαίνω ότι η πλευρά του εναγόμενου αρ. 1 δεν καταχώρησε αντίστοιχη αίτηση για προδικαστική εκδίκαστη της προδικαστικής ένστασης που και η ίδια είχε εγείρει στην Ε/Υ της, περί παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντος. Δήλωσαν στο Δικαστήριο ότι θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης των εναγομένων 2 και την απόφαση του Δικαστηρίου που θα εκδώσει και δεν υπέβαλαν στο Δικαστήριο οποιαδήποτε αγόρευση αναφορικά με την αίτηση της Εναγομένης αρ.
  7. Η υπό κρίση αίτηση της Εναγομένης αρ. 2 βασίζεται στο Ν.66(Ι)/2012, άρθρο 24, στο ΚΕΦ.189 άρθρο 34, Ν.96(Ι)/2000, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.27, θ.θ.1,2,3, Δ.48, θ.θ.1 - 4 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της κας XXXXX Κωνσταντίνου, καθώς και στο φάκελο της δικογραφίας. Παραθέτω αυτούσιες τις παρα. 1 έως 7 της ένορκης δήλωσής του꞉
  8. «Είμαι στην υπηρεσία της Εναγομένης 2, υπεύθυνη του Τμήματος Κλάδου Απαιτήσεων και είμαι εξουσιοδοτημένη από αυτήν να προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση.
  9. Τα όσα πιο κάτω παραθέτω προέρχονται από την προσωπική μου γνώση από την τήρηση του φακέλου του υπ΄αρ. Μ00103804 ασφαλιστηρίου συμβολαίου με το οποίο ήτο ασφαλισμένο το υπ΄αρ. εγγραφής XXXXX16 αυτοκίνητο με οδηγό τον XXXXX Νίκου, και στον οποίο φάκελο επίσης περιέχεται αντίγραφο της αγωγής που κοινοποιήθηκε από τον Ενάγοντα στην Εναγομένη
  10. Τα όσα επίσης πιο κάτω παραθέτω προέρχονται από συμβουλές και πληροφορίες που οι δικηγόροι της Εναγομένης 2 μου έδωσαν.
  11. Εξ όσον κάλλιον γνωρίζω, πιστεύω και συμβουλεύομαι, η Εναγομένη 2 ενάγεται δυνάμει του Ν. 96(Ι)/2000 υπό την ιδιότητα της ως ασφαλιστού του οχήματος XXXXX16, και ευθύνης του οδηγού του XXXXX Νίκου ο οποίος όπως είναι παραδεκτό απεβίωσε στις 17/3/2012 ένεκα του επίδικου ατυχήματος.
  12. Οι Εναγόμενοι 1 είναι διαχειριστές της περιουσίας του XXXXX Νίκου δυνάμει Διατάγματος στην υπ΄αρ. 131/2012 Αίτηση Ε.Δ. Λάρνακας, το οποίον εξεδόθη στις 25/9/2012 αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται Τεκμήριον Α.
  13. Η παρούσα αγωγή κατεχωρήθη την 20/2/
  14. Εξ όσον κάλλιον γνωρίζω, πιστεύω και συμβουλεύομαι, το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα έχει παραγραφεί τόσον εναντίον των Εναγομένων 1 διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος Γιαννάκη Κυριάκου Νίκου, όσον και εναντίον της Εναγομένης 2 δυνάμει των Νόμων που στην Αίτηση αναφέρονται και όταν κατεχωρήθη η παρούσα αγωγή το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα ήτο παραγεγραμμένο.
  15. Πιστεύω και συμβουλεύομαι ότι η εκδίκαση και επίλυση προδικαστικά των εγειρομένων νομικών σημείων όπως αυτά περιλαμβάνονται στην παρ. 1 της Υπεράσπισης, δικαιολογείται γιατί πρόκειται για θέμα νομικό και καθοριστικό για την επίλυση της υπόθεσης στο προκαταρκτικό στάδιο.». Ο Ενάγων καταχώρησε Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στην αίτηση της Εναγομένης αρ.
  16. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.27, Δ.48, θ.θ. 1,2, 3,4,8 και 9, άρθρα 3, 4, 14, 15, 16, 16Α, 22 του περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης (Ευθύνη Έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 (Ν.96(Ι)/2000) όπως τροποποιήθηκε με τον Ν.168(Ι)/2006, άρθρο 24 Ν.66(Ι)/2012, άρθρο 34 Κεφ. 189, Άρθρα 30.1 και 28 του Συντάγματος, στον περί Ερμηνείας Νόμο, στις αρχές της Φυσικής Δικαιοσύνης και στις συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης που δικογραφεί ο Ενάγων είναι οι ακόλουθοι:
  17. «Η αίτηση ημερομηνίας 25/04/2017 στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση και/ή στηρίζεται σε μη ορθή νομική βάση και ή είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.
  18. Το κατά πόσο ο ενάγοντας/καθ΄ου η αίτηση έχει ή όχι αγώγιμο δικαίωμα είναι θέμα ουσίας και δεν μπορεί να αποφασισθεί προδικαστικά αλλά κατά το στάδιο της εκδίκασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής.
  19. Ο ενάγοντας/καθ΄ου η αίτηση με την έκθεση απαίτησης του αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα κατά της εναγόμενης 2 που δεν έχει παραγραφεί και η αίτηση των αιτητών είναι πρόωρη, εφόσον δεν υπάρχει το συμφωνημένο πραγματικό υπόβαθρο ενώπιον του δικαστηρίου, για να αποφασίσει την αίτηση των αιτητών.
  20. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου για την παραγραφή της αξίωσης του ενάγοντα.
  21. Τυχόν επιτυχία της αίτησης των αιτητών παραβιάζει το δικαίωμα του ενάγοντα για πρόσβαση στην δικαιοσύνη σύμφωνα με το άρθρο 30.1 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
  22. Το άρθρο 34 του Κεφ. 189 αποτελεί παραβίαση του άρθρου 28 του Συντάγματος για ισότιμη μεταχείριση από τον νόμο και ή για ισονομία και ή είναι αντισυνταγματικό, εφόσον ο αποβιώσαντας ενώ είχε 3 χρόνια για να καταχωρήσει αγωγή εναντίον του ενάγοντα και ή τρίτων για τυχόν απαιτήσεις του από το επίδικο ατύχημα, εντούτοις το εν λόγω άρθρο περιορίζει την έγερση αγωγής εναντίον της περιουσίας του από τον ενάγοντα μόνο σε 2 χρόνια.
  23. Ο Νόμος Ν. 96(Ι)/2000, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο Ν.168(Ι)/2006, και δη το άρθρο 22 είναι ειδικός νόμος και μεταγενέστερος νόμος και υπερισχύει οποιωνδήποτε άλλων νόμων και ή έχει ισχύ παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου και δη του Νόμου Κεφ. 189 και του άρθρου
  24. Το δίκαιο της επιείκειας επιβάλει όπως απορριφθεί η αίτηση των αιτητών εφόσον η καταχώρηση και η προώθηση της αίτησης διαχείρισης για την περιουσία του αποβιώσαντα ανάγεται αποκλειστικά στην γνώση και την διάθεση των νόμιμων κληρονόμων του οι οποίοι μπορούν να εκμεταλλευτούν τις πρόνοιες του άρθρου 34 του Κεφ. 189 για να παραγραφούν τα δικαιώματα του ενάγοντα.
  25. Η αίτηση των αιτητών είναι πρόωρη και δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να δοθεί άδεια για να εκδικαστεί η προδικαστική ένσταση των αιτητών στην έκθεση υπεράσπισης τους. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της κας XXXXX Πάτσαλου, από την Λάρνακα, ημερομηνίας 21/11/
  26. Παραθέτω το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσής της꞉[1] «Είμαι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ το οποίο εκπροσωπεί τον ενάγοντα/καθ΄ου η αίτηση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και γνωρίζω προσωπικά και πολύ καλά τα γεγονότα αναφορικά με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση και από πληροφορίες που έλαβα από τον φάκελο της δικογραφίας της εν λόγω αίτησης και όσον αφορά τα νομικά θέματα όσα συμβουλεύομαι από τον δικηγόρο ο οποίος χειρίζεται την υπόθεση κ. Χρίστο Πουτζιουρή καθώς και από τρίτα πρόσωπα τα οποία κατονομάζω κατωτέρω και είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένη από τον ενάγοντα όπως προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση. Ο λόγος που προβαίνω εγώ στην παρούσα ένορκη δήλωση είναι επειδή η αίτηση αφορά νομικά θέματα για τα οποία ο ενάγοντας/καθ΄ου η αίτηση δεν έχει γνώση. Για σκοπούς συντομίας της ένορκης δήλωσης μου υιοθετώ και επαναλαμβάνω τους λόγους ένστασης στο κύριο σώμα της ως να ήταν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας ένορκης δήλωσης. Είναι η θέση μου ότι η αίτηση των αιτητών είναι πρόωρη και δεν υπάρχει συμφωνημένο πραγματικό υπόβαθρο από τους διάδικους και ούτε τα θέματα που εγείρονται είναι αμιγώς νομικά για εκδίκαση της αίτησης των αιτητών για προδικαστική εξέταση της προδικαστικής ένστασης των εναγόμενων 2 που εγείρεται στην έκθεση υπεράσπισης τους. Όπως με πληροφορεί ο Δικηγόρος του ενάγοντα η αίτηση των αιτητών δεν στηρίζεται στην σωστή νομική βάση και οι αιτητές παραλείπουν να αναφέρουν στην νομική βάση της αίτησης τους το άρθρο 68 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 149 και το άρθρο 22 του Ν.96(Ι)/2000 όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο Ν.168(Ι)/2006 που είναι τα δικαιοδοτικά άρθρα για το θέμα της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα. Η εναγόμενη 2 με την υπό εκδίκαση αίτηση δεν αναφέρει στην ένορκη δήλωση της Λυσιμάχης Κωνσταντίνου η οποία συνοδεύει την υπό εκδίκαση αίτηση αν οι διαχειριστές του αποβιώσαντα ή η εναγόμενη 2 ειδοποίησαν τον ενάγοντα και ή τους αντιπρόσωπους του για την έκδοση του διατάγματος διαχείρισης ημερομηνίας 25/09/2012 στην αίτηση με αριθμό 131/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και επομένως ήταν αδύνατο για τον ενάγοντα να γνωρίζει τον χρόνο και την διάθεση των νόμιμων κληρονόμων του αποβιώσαντα που θα απευθύνονταν στο δικαστήριο για τέτοιο διάταγμα. Όπως έχω ενημερωθεί από τον φάκελο της δικογραφίας, γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε από τον ενάγοντα/καθ΄ου η αίτηση την 20/02/2014 ενώ το επίδικο ατύχημα επεσυνέβηκε την 17/03/2012 και επομένως δεν έχει παραγραφεί το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα. Το άρθρο 34 του Κεφ. 189 είναι αντισυνταγματικό στην έκταση που περιορίζει το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα και το παραγράφει όπως διαλαμβάνεται στο εν λόγω άρθρο ενώ για τους διαχειριστές του αποβιώσαντα τους δίνεται δικαίωμα να απαιτούν από τον ενάγοντα αξιώσεις τους για περίοδο 3 χρόνων. Το άρθρο 34 περιορίζει την πρόσβαση του ενάγοντα στην δικαιοσύνη σύμφωνα με το άρθρο 30.1 του Συντάγματος αδικαιολόγητα και επίσης παραβιάζει το άρθρο 28 της ισότιμης μεταχείρισης ενώπιον του νόμου χωρίς διακρίσεις από τον νόμο για όλους τους πολίτες. Το άρθρο 34 του Κεφ. 189 είναι προγενέστερο του άρθρου 22 του Ν.96(Ι)/2000 και ο εν λόγω νόμος είναι ειδικός και υπερισχύει του άρθρου 34 του Κεφ.189 όπως ρητά αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο
  27. Αρνούμαι και δεν παραδέχομαι όλους και καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης της XXXXX Κωνσταντίνου η οποία συνοδεύει την υπό εκδίκαση αίτηση εκτός αυτούς τους οποίους παραδέχομαι κατωτέρω και την θέτω σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Αρνούμαι και δεν παραδέχομαι τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας ως αυτοί αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 της ένορκης της δήλωσης και τον θέτω σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της πλην του ισχυρισμού της για την ύπαρξη ασφαλιστηρίου εγγράφου για τον αποβιώσαντα και την καταχώρηση της αγωγής του ενάγοντα τα οποία παραδέχομαι. Παραδέχομαι τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας ως αυτοί αναφέρονται στις παραγράφους 3,4 και 5 της ένορκης δήλωσης η οποία συνοδεύει την υπό εκδίκαση αίτηση με την διευκρίνιση όμως ότι ο ενάγοντας πληροφορήθηκε για την ύπαρξη του διατάγματος διαχείρισης την προηγούμενη εργάσιμη ημέρα της καταχώρησης της αγωγής του όπως με πληροφορεί ο Χρίστος Πουτζιουρής που έκανε προσωπικά έρευνα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας. Αρνούμαι και δεν παραδέχομαι τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας ως αυτοί αναφέρονται στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης η οποία συνοδεύει την υπό εκδίκαση αίτηση και την θέτω σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Όπως έχω ενημερωθεί τόσο από τον φάκελο της δικογραφίας όσο και από τον δικηγόρο ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα δεν έχει παραγραφεί εναντίον των εναγόμενων εφόσον το επίδικο ατύχημα συνέβη την 17/03/2012 και η εν λόγω αγωγή καταχωρήθηκε την 20/02/
  28. Αρνούμαι και δεν παραδέχομαι τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας ως αυτοί αναφέρονται στις παραγράφους 7 και 8 της ένορκης δήλωσης η οποία συνοδεύει την υπό εκδίκαση αίτηση και την θέτω σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Όπως με έχει πληροφορήσει ο δικηγόρος του ενάγοντα κ. Χρίστος Πουτζιουρής δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου αναφορικά με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος που να δίνει άδεια για εκδίκαση της προδικαστικής ένστασης των αιτητών της παραγράφου 1 της έκθεσης υπεράσπισης τους και ούτε μπορεί να εκδικαστούν προδικαστικά τα αιτήματα των αιτητών. Οι αιτητές προσπαθούν να αποφύγουν νομική τους υποχρέωση που ρητά καθορίζεται από τον νόμο για προστασία του κοινού και το άρθρο 22 του Νόμου Ν.96(Ι)/2000 είναι ειδικό και μεταγενέστερο άρθρο του άρθρου 34 του Κεφ. 189 και υπερισχύει αυτού, εφόσον αν γίνει δεχτή η θέση των αιτητών θα καταστρατηγήσουν ως ασφαλιστική εταιρεία ένα κανόνα αναγκαστικού δικαίου που τέθηκε για την προστασία των πολιτών και των δικαιωμάτων τους. Η πρόθεση του Νομοθέτη για να θέσει νομοθετικό περιορισμό στην εμβέλεια του άρθρου 22 του Ν.96(Ι)/2000 δεν υπάρχει και ούτε μπορεί να συναχθεί από την πρόνοια άλλου άρθρου νόμου ο οποίος προϋπήρξε και αφορούσε διαφορετικά ζητήματα και όχι ευθύνη από δυστύχημα με όχημα. Ως εκ των ανωτέρω αρνούμαι όλους τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας εκ μέρους των αιτητών της ρηθείσας ενόρκου δηλώσεως στον βαθμό και στην έκταση που συγκρούονται και ή είναι αντίθετοι με τους δικούς μου ισχυρισμούς στην παρούσα ένορκο δήλωση, καθώς και τις αξιώσεις αυτής υπό στοιχεία Α και Β και αιτούμαι απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον των αιτητών.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Ουδείς εκ των ομνυόντων υποβλήθηκε σε αντεξέταση. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε στη βάση των γραπτών αγορεύσεων, τις οποίες είχα την ευκαιρία να μελετήσω και στις οποίες θα αναφερθώ κατά την αιτιολόγηση της δικαστικής μου κρίσης και κατάληξης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με τα κριτήρια εφαρμογής της Δ.
  29. Η Διαταγή 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει ως ακολούθως: "
  30. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient".
  31. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counterclaim or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just." Σε ανεπίσημη μετάφραση στα Ελληνικά:
  32. Οποιοσδήποτε διάδικος δικαιούται να εγείρει στα δικόγραφα του οποιοδήποτε νομικό σημείο και κάθε τέτοιο σημείο θα αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε οιονδήποτε στάδιο ήθελε φανεί λογικό στο Δικαστήριο.
  33. Εάν ήθελε φανεί στο Δικαστήριο ότι η απόφαση σ' αυτό το νομικό σημείο ουσιαστικά κρίνει όλη την αγωγή ή οποιονδήποτε αγώγιμο δικαίωμα, βάση υπεράσπισης, ανταπαίτησης, απάντησης σ' αυτή, το Δικαστήριο μπορεί τότε να απορρίψει την αγωγή ή να εκδώσει οιονδήποτε άλλο διάταγμα σ' αυτή που θα είναι δίκαιο. Οι νομικές αρχές που διέπουν την προεκδίκαση νομικών σημείων σύμφωνα με τη Δ.27 θ.1, επί της οποίας βασίζεται και η παρούσα αίτηση, έχουν αποκρυσταλλωθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Προδικαστικά εκδικάζονται μόνο καθαρά νομικά σημεία (Malachtos v. Armeftis

(1985)1 C.L.R. 548) νοουμένου ότι ικανοποιούνται ορισμένες προϋποθέσεις, σύνοψη των οποίων δίδει η υπόθεση Χ''Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 949, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Οι αρχές που διέπουν την προκαταρκτική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις, έχουν νομολογηθεί. (Βλ. μεταξύ άλλων, Costas Mavromoustaki v. Iacovos N. Yeroudes as Executor of the Will of the deceased Spyros Michaelides
(1965)1 CLR 176, Maroulla Athanassi Michaelides (Wife of Aristotelis Gregoriades) v. Pinelopi HjiMichael Diakou
(1986)1 CLR 392, Michael v. United Sea Transport
(1981)1 CLR 322.) Οι αρχές αυτές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρκτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα.» Όπου τα γεγονότα, όπως αυτά εκτίθενται στις έγγραφες προτάσεις, είναι ικανά να δώσουν πλήρη εικόνα στο Δικαστήριο, τότε το Δικαστήριο υιοθετεί την διαδικασία της προδικαστικής επίλυσης. Σε περίπτωση όπου χρειάζεται, όμως, να δοθεί πρόσθετο φως στα γεγονότα με μαρτυρία, είναι ορθότερο όπως η υπόθεση προχωρήσει σε δίκη σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 33. Μόνο καθαρά νομικά ζητήματα μπορούν να τύχουν εξέτασης δυνάμει της Διαταγής 27, Θεσμός 1, τα οποία θα είναι καθοριστικά της αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων. Σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 229 όπου αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «Στην πρωτόδικη απόφαση γίνεται εκτενής αναφορά στη νομολογία η οποία διέπει τον καθορισμό και την επίλυση Θέματος βάσει τηςΔ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (Βλ. μεταξύ άλλων, Western S.S. Co v. Amaral Sutherland & Co. [1914] 3 K.B.
  1. Windsor Refrigerator Co Ltd. v. Branch Nominees Ltd [1961] Ch.
  2. Isaacs and Sons Ltd. v. Cook [1925] 2 K.B. 886 Andreson v. Midland Railway [1902] 1 Ch.
  3. Papamichael v. Haholiades
(1970)1 C.L.R. 360. Malachtou v. Armefti and another
(1984)1 C.L.R. 548). Ο,τι προκύπτει από τη νομολογία, είναι ότι η επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης - το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών - αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφ' όσο τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς η επίκληση της Διάταξης 27 εφ' όσο το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Τα γεγονότα, άλλωστε, τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι, όπως υποδεικνύεται στη Sevegep Ltd. v. United Sea Transport Ltd. And others
(1989)1 Α.Α.Δ. (E) 729 εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαιτήσεως». Χωρίς επηρεασμό της βασικής νομολογιακής αρχής ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για προδικασία των νομικών σημείων δυνάμει της Δ.27 πρέπει να ασκείται με φειδώ γιατί αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, η στάθμιση του χρονικού παράγοντα συσχετίζεται πάντοτε με το εύλογο του χρόνου για τη διάγνωση των δικαιωμάτων στα οποία αφορά η εκκρεμοδικεία τηρουμένης της όποιας περιπλοκότητας των επίδικων θεμάτων. Παραπέμπω συναφώς στην υπόθεση Σιακόλας -ν- Federal Bank of Lebanon (SAL)
(1998)I ΑΑΔ 1338 στην οποία επαναλαμβάνεται το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Βίκτωρος -ν- Χριστοδούλου
(1992)I ΑΑΔ 512, 520꞉ "Ούτε το Σύνταγμα, ούτε ο περί Δικαστηρίων Νόμος, ούτε οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας καθορίζουν ακριβή χρονικά όρια για την απονομή της δικαιοσύνης. Όπως αναγνωρίζεται στην Έλληνας -ν- Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, το εύλογο του χρόνου για τη διάγνωση των δικαιωμάτων ή της ευθύνης του πολίτη εξαρτάται από σειρά παραγόντων που συσχετίζονται με τις ιδιομορφίες της υπόθεσης, τη φύση, το χαρακτήρα και το περίπλοκο των θεμάτων που εγείρονται προς επίλυση και τη διαγωγή των διάδικων. (Βλ. επίσης Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που κυρώθηκε με το Ν. 39/62, και την ερμηνεία που αποδόθηκε στις διατάξεις του από την Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων -DIGEST OF STRASBOURG CASE LAW, Vol. 2 - [1348] Cases on Interpretation and Application of Article 6.1 of the Contention)." Αναφορικά με το κατά πόσον το ζήτημα της παραγραφής δύναται να εξεταστεί προδικαστικά ως αμιγές νομικό ζήτημα. Η παραγραφή του αγωγίμου δικαιώματος, όταν διαπιστωθεί, επιφέρει καταλυτικές συνέπειες στην έκβαση μιας αγωγής που εγείρεται εκπρόθεσμα. Συγκεκριμένα, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί από το Δικαστήριο ότι μια αγωγή καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα, ήτοι καθ' ον χρόνο παραγράφηκε το αγώγιμο δικαίωμα, τότε το Δικαστήριο, αν και δεν δύναται να απορρίψει την αγωγή, εντούτοις την «αναστέλλει», όπως και κάθε διαδικασία που κινείται στο πλαίσιο αυτής (βλ. Ξένια Νικολάου ως Διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης Φιλίτσας Νικολάου ν Α. Τ. Κωνσταντινίδη κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 777 και Δημήτρης Φεσσάς κ.α. ν Ευανθίας Α. Κασάπη
(1994)1 ΑΑΔ 337). Η αναστολή παρά η απόρριψη της αγωγής είναι, όπως το έθεσε ο Έντιμος Αρτεμίδης, Δ., στην προσμνησθείσα απόφαση Δημήτρης Φεσσάς, «η εύλογη συνέπεια του γεγονότος πως η ουσία της αγωγής δεν εκδικάζεται, για να απολήξει στην απόρριψή της». Ενδεικτικά αναφέρω ότι, στην προμνησθείσα απόφαση Ξένια Νικολάου, η αγωγή αναστάληκε από το Δικαστήριο επειδή δεν καταχωρήθηκε μέσα σε δύο χρόνια από του θανάτου της Φιλίτσας Νικολάου, όπως προέβλεπε το άρθρο 58
(20)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 (βλ. τροποποιητικό νόμο αρ. 156/85), το οποίο είχε εισάξει περίοδο παραγραφής 2 ετών για καταχώρηση αγωγής προς διεκδίκηση αποζημιώσεων λόγω αμελείας που προκάλεσε θάνατο. Στην προσμνησθείσα απόφαση Δημήτρης Φεσσάς, η πρωτόδικη διαταγή για απόρριψη της αγωγής αντικαταστάθηκε κατ' έφεση με διάταγμα αναστολής της παραπέρα διαδικασίας στην αγωγή, αφότου επικυρώθηκε η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για την παραγραφή του αγωγίμου δικαιώματος, εφόσον η καταχώρισή της δεν είχε γίνει μέσα στα χρονικά όρια των δύο ετών, από την ημερομηνία θανάτου του αποβιώσαντος, που έθετε ο περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος, Κεφ.148. Σημειωτέον ότι η συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής δεν παραγράφει το αγώγιμο δικαίωμα αυτό κάθε αυτό, αλλά μόνο το δικαίωμα έγερσης αγωγής για διεκδίκησή του. Είναι σημαντικό να λεχθεί ότι σε μια αγωγή το Δικαστήριο δεν δύναται να ελέγξει αυτεπάγγελτα το ζήτημα της παραγραφής. Τούτο διότι η παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος δυνάμει νομοθετικής διάταξης δεν έχει αυτόματες συνέπειες, δεν επιφέρει αυτομάτως την αναστολή της δικαστικής διαδικασίας της αγωγής ούτε καταλύει τη δίκη, παρά μόνον προσφέρεται ως μια υπεράσπιση στη διάθεση του διαδίκου εναντίον του οποίου στρέφεται η αγωγή. Για τούτο το λόγο, είναι επάναγκες να δικογραφείται ως υπεράσπιση το ζήτημα της ισχυριζόμενης παραγραφής, ώστε να υφίσταται το αναγκαίο υπόβαθρο επί του οποίου το Δικαστήριο να κληθεί να αποφασίσει. Όπως, μάλιστα, επεσήμανε ο Έντιμος Αρτεμίδης Δ. στην προμνησθείσα απόφαση Δημήτρης Φεσσά, «αν ο διάδικος, υπέρ του οποίου λειτουργεί η παραγραφή, δεν την εγείρει στο δικόγραφό του, τότε η υπόθεση προχωρεί στην εκδίκαση». Προσθέτω, εδώ, ότι όπως επισημαίνεται στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, Fifth Ed., 2011, Volume 60, para. 205 Limitation of Actions, p. 172, "The Limitation Act 1980 does not, in contract claims, extinguish the cause of action but merely gives the insurers a defence. Accordingly, the insurers may choose not to rely upon the defence or may contract out of doing so by means of a "standstill" agreement. Further, the right to rely upon a limitation defence may be lost by reason of waiver or estoppel.". Δεδομένων των καταλυτικών συνεπειών που έχει για την έκβαση της δίκης, μια τέτοια γραμμή υπεράσπισης που αφορά σε ισχυριζόμενη παραγραφή του αγωγίμου δικαιώματος του Ενάγοντος, είναι δυνατόν να εκδικασθεί κατά προτεραιότητα, προδικαστικά, εφόσον υπάρχει συγκατάθεση όλων των επηρεαζόμενων διαδίκων ή, εφόσον υποβληθεί σχετική αίτηση δυνάμει της Δ.27, θ.θ. 1, 2, η οποία και εγκριθεί από το Δικαστήριο. Το ζήτημα της παραγραφής είναι νομικό, εφόσον προδιαγράφεται με νομοθετική διάταξη πότε παραγράφεται ένα αγώγιμο δικαίωμα. Ωστόσο, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι υπάρχουν ποικίλες νομοθετικές διατάξεις που ρυθμίζουν το ζήτημα της παραγραφής και, ενίοτε꞉ ρυθμίζουν κατά διαφορετικό τρόπο το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον διαφορετικών προσώπων (π.χ. του αδικοπραγούντα ή του ασφαλιστή του - βλ. Ευανθία Α. Κασάπη ν Δημήτρη Φεσσά κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ 341), ή ενδέχεται να έχουν διαφορετικό αποτέλεσμα έναντι διαφορετικών διαδίκων (π.χ. εναντίον του εναγομένου ή του τριτοδιαδίκου - Χριστάκη Κυπριανού κ.α ν Γεώργιου Θεοδώρου ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Ελισσαίου Θεοδώρου
(2000)1 ΑΑΔ 1006), ή ισχύουν διαφορετικές περίοδοι παραγραφής αναλόγως του αν ένα πρόσωπο ενάγεται προσωπικά ή, σε περίπτωση αποβιώσαντος, αν ενάγεται η περιουσία του (βλ. άρθρο 34 του περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Νόμου, Κεφ.189 συγκριτικά προς το άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148), παρά το ότι το αγώγιμο δικαίωμα αναφύεται από τα γεγονότα του ιδίου ή της ιδίας φύσεως συμβάντος. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Δημήτρης Φεσσάς ανωτέρω (βλ.
(1994)1 ΑΑΔ 337), ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια ανάλογα με την περίπτωση που αφορά το νομοθέτημα να ορίζει τις περιόδους παραγραφής που θεωρεί κατάλληλες, γι' αυτό και καθορίζει διαφορετικές περιόδους παραγραφής για διαφορετικά αγώγιμα δικαιώματα. Όπως το έθεσε το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Ευανθία Α. Κασάπη ν Δημήτρη Φεσσά κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ 341, η ερμηνεία μιας διάταξης που προδιαγράφει την παραγραφή ενός αγωγίμου δικαιώματος «συναρτάται με ό,τι προορίζεται να εξυπηρετήσει ο Νόμος στον οποίο εντάσσεται» η διάταξη αυτή, γι' αυτό και όσο σαφές και αν είναι το νόημα μιας νομοθετικής διάταξης περί παραγραφής, «χρειάζεται η εν συνεχεία αντίκρυση της διάταξης από άποψης λειτουργίας της στο σύνολο του Νόμου στον οποίο εντάσσεται, ακόμα και ο συσχετισμός με άλλες». Πέραν της νομικής διάστασης του ζητήματος της παραγραφής, υπάρχει πάντοτε και η πραγματική διάσταση. Δηλαδή, η εφαρμογή της νομοθετικής διάταξης εξαρτάται από τη διακρίβωση των πραγματικών γεγονότων σε σχέση με το πότε συνέβη το γεγονός που γεννά το αγώγιμο δικαίωμα και, εν συνεχεία, πόσος χρόνος παρήλθε από το γεγονός αυτό, έτσι ώστε να μπορεί εν συνεχεία να αποφασισθεί νομικά αν επήλθε η εκπνοή της προθεσμίας καταχώρισης της αγωγής. Η πραγματική πτυχή μιας υπόθεσης ενδέχεται να εμφανίζει μεγαλύτερη δυσχέρεια στο να αποφασισθεί. Σε τέτοια περίπτωση, ακόμη και αν οι διάδικοι μεταξύ τους συναινούν να εκδικασθεί προδικαστικά ένα ζήτημα, εντούτοις το Δικαστήριο πρέπει να επιδεικνύει ιδιαίτερη περίσκεψη στο να εγκρίνει ένα τέτοιο αίτημα. Εκεί όπου υπαρχουν πέραν του ενός προδικαστικά σημεία δικογραφημένα σε έκθεση υπεράσπισης, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίζει για το καθένα ξεχωριστά αν επιδέχονται εκδίκασης προκαταρκτικά δυνάμει της Δ.27. Παραπέμπω, συναφώς, στην απόφαση Κυριάκος Σάββα ν Λαϊκή Ασφαλιστική Λτδ
(2009)1 ΑΑΔ 1609, όπου λέχθηκε ότι꞉ «Έχουμε την άποψη πως η αποδοχή από πλευράς Δικαστηρίου της αίτησης για εκδίκαση προδικαστικού σημείου δυνάμει της Δ.27 διαρκούσης της δίκης, παρά τη συγκατάνευση και της πλευράς του Εφεσείοντος, δεν ήταν η καλύτερη επιλογή. Οι δισταγμοί που αρχικά εξέφρασαν οι δικηγόροι των διαδίκων, ήταν ορθοί. Το πρώτο νομικό σημείο φαίνεται να ήταν αμιγώς νομικό. Όχι όμως και το δεύτερο το οποίο κατά την άποψη μας δεν ήταν κατάλληλο για να ακουστεί προδικαστικά. Κατατέθηκε αλληλογραφία, αλλά δεν ήταν όλα τα γεγονότα παραδεκτά. [...] Όπως αναφέρθηκε στην Χ"Οικονόμου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 949, διαταγή δυνάμει της Δ.27, θ.1 για εκδίκαση προδικαστικού νομικού σημείου εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στην περίπτωση σημείου που το εγειρόμενο θέμα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου θα πρέπει να αποφασίζεται κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Η παρούσα περίπτωση κατά την άποψη μας δεν ήταν καθαρή περίπτωση.». Τα παραδεκτά γεγονότα για την υπό κρίση αίτηση. Σε ό,τι αφορά τη διακρίβωση των γεγονότων, είναι καλά γνωστό ότι στις πολιτικές υποθέσεις μπορεί να γίνει παραδοχή για κάποιο γεγονός με διάφορους τρόπους, περιλαμβανομένης και σχετικής παραδοχής μέσα από τη δικογραφία (βλ. το Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης. Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», Hippasus Publishing, Λευκωσία, 2014, σελ.279). Στην παρούσα υπόθεση, προτού αντιπαραβάλω την νομική επιχειρηματολογία των συνηγόρων, επιβάλλεται να παρατηρήσω ότι οι αγορεύσεις των συνηγόρων σε σχέση με το ζήτημα της παραγραφής αναπτύχθηκαν στη βάση του δεδομένου ότι το Διάταγμα Διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσταντος εκδόθηκε όντως από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, όχι Αμμοχώστου, στο πλαίσιο της αίτησης υπ' αρ.131/
  1. Δεν αρνήθηκε η πλευρά του Ενάγοντος αυτόν τον ισχυρισμό γεγονότος που είχαν εγείρει οι δύο Εναγόμενοι στο πλαίσιο της δικογραφίας στην αγωγή αλλά και στη δικογραφία για την υπό κρίση αίτηση. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση του Ενάγοντος (βλ. παρα. 10), η κα Γεωργία Πάτσαλου παραδέχεται την παρα. 4 της ενόρκου δηλώσεως της Λυσιμάχης Κωνσταντίνου που υποστηρίζει την Αίτηση, σύμφωνα με την οποίαν το Διάταγμα Διαχείρισης (βλ. Τεκμήριο Α της Ε/Δ της κας Κωνσταντίνου) εξεδόθη από το Ε. Δ. Λάρνακας στις 25.9.
  2. Απλώς, είναι η θέση της κας Πάτσαλου ότι η πλευρά του Ενάγοντος πληροφορήθηκε περί της έκδοσης του Διατάγματος Διαχείρισης μόλις μία ημέρα πριν την καταχώριση της παρούσας αγωγής, ήτοι μία μέρα πριν τις 20.2.
  3. Επ' αυτής της δήλωσης της κας Πάτσαλου, δεν υπήρξε αντεξέτασή της. Συνεπώς, είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να θεωρήσει ότι ισχύει αυτός ο ισχυρισμός γεγονότος ως προς το πότε έλαβε γνώση η πλευρά του Ενάγοντος για το διορισμό διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος. Τέλος, επισημαίνω ότι από το το πιστοποιητικό Διαχείρισης (βλ. Τεκμήριο Α της Ε/Δ της κας Κωνσταντίνου), το οποίο δεν αμφισβητείται για την αλήθεια του περιεχομένου του, προκύπτει ως παραδεκτό ότι ο θάνατος του XXXXX Νίκου επήλθε στις 17.3.
  4. Συνεπώς, συνοψίζω τα εξής στοιχεία τα οποία αναδύονται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις και τη δικογραφία της υπό κρίση αίτησης ως παραδεκτά꞉ (α) ότι το επίδικο τροχαίο δυστύχημα έγινε στις 17.3.
  5. (β) ότι ο εμπλεκόμενος οδηγός - Εναγόμενος 1 - απεβίωσε συνεπεία του τροχαίου δυστυχήματος αυθημερόν, ήτοι στις 17.3.
  6. (γ) ότι στις 25.9.2012 εκδόθηκε πιστοποιητικό Διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντος από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στο πλαίσιο της αίτησης 131/12 (δ) ότι μόλις στις 19.2.2014 πληροφορήθηκαν οι δικηγόροι του Ενάγοντος για την έκδοση του πιο πάνω Πιστοποιητικού Διαχείρισης. (ε) ότι στις 20.2.2014 καταχωρήθηκε η αγωγή από τον Ενάγοντα, που ήταν ο έτερος εμπλεκόμενος οδηγός στο επίδικο τροχαίο δυστύχημα και ο οποίος αξιώνει αποζημιώσεις επί τω ότι υπέστη σωματικές βλάβες και άλλες ειδικές ζημιές. Περαιτέρω, είναι παραδεκτό από όλους τους διαδίκους, δεδομένης της δικογράφισης της παρα. 6 της Ε/Υ της Εναγόμενης 2, ότι η ίδια είχε ασφαλίσει το επίδικο όχημα που οδηγούσε ο αποβιώσας XXXXX Κυριάκου κατά τον ουσιώδη χρόνο του επίδικου δυστυχήματος με το πιστοποιητικό ασφάλισης ΜΟ010384 για την περίοδο από 1.9.2011 μέχρι 31.8.
  7. Απεναντίας, είναι επίδικο θέμα μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγομένου αρ. 1 αν η οδηγική συμπεριφορά του αποβιώσαντος ήταν ως περιγράφεται στην παρα. 13 της Ε/Α (ήτοι αν οδηγούσε υπό την επήρρεια αλκοόλης και ναρκωτικών ουσιών, χωρίς ζώνη ασφαλείας). Αυτή η συμπεριφορά του αποβιώσαντος είναι παραδεκτή από τον Εναγόμενο αρ.
  8. (βλ. την παρα. 6 της Ε/Υ του Εναγομένου αρ. 2), ο οποίος όμως επικαλείται έναντι του Ενάγοντος ότι εξαιτίας αυτής της συμπεριφοράς του αποβιώσαντος υπήρχε παράβαση των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και δεν είναι υπόχρεη να πληρώσει τον Ενάγοντα. ΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΣΥΝΗΓΟΡΩΝ Στη γραπτή της αγόρευση, η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγομένης αρ. 2 - Αιτήτριας, εισηγείται ότι η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει, καθότι꞉ · «Η ιδιότητα υπό την οποίαν στην παρούσα αγωγή ενάγεται η εναγομένη 2 ως ασφαλιστού του αποβιώσαντα, δεν είναι άλλη παρά μόνον ότι για σκοπούς της παρούσας αγωγής η εναγομένη 2 υποκαθιστά έναντι του ενάγοντα τον αποβιώσαντα ή/και τους διαχειριστές του και γι' αυτό ό,τι μπορεί να προτάξουν για Υπεράσπισή τους οι διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα για το αστικό αδίκημα του αποβιώσαντα, που είναι επίδικο θέμα στην παρούσα αγωγή, το ίδιο μπορεί να πράξει και η εναγομένη 2 ως υποκαθιστώσα του αποβιώσαντα ή/και τους διαχειριστές της περιουσίας του. · Το άρθρο 16(Α) του Ν.96(Ι)/2000 επιτρέπει στον ζημιωθέντα να αποκτά απευθείας αγώγιμο δικαίωμα και εναντίον του ασφαλιστή που καλύπτει την αστική ευθύνη του υπευθύνου, ο οποίος σε τέτοια περίπτωση, υποκαθίσταται στην θέση του ασφαλισμένου έναντι του ζημιωθέντος χωρίς ο ζημιωθείς να υποχρεούται να στραφεί και εναντίον του ασφαλισμένου. · Υπό το φως των προνοιών του άρθρου 16(Α) του Ν.96(Ι)/2000 η εναγόμενη 2, ως υποκαθιστώσα τον αποβιώσαντα ασφαλισμένο της, ήγειρε με την Υπεράσπιση της προδικαστικές ενστάσεις έναντι του ενάγοντα περί παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του σύμφωνα με το άρθρο 34 του ΚΕΦ.189 οι οποίες είναι αντικείμενο της παρούσης Αίτησης για να αποφασισθούν προδικαστικά, ως επιλύουσες ολόκληρη την διαδικασία, οδηγώντας την αγωγή σε απόρριψη τόσον εναντίον των εναγομένων 1 όσο και της εναγομένης 2 που τους υποκαθιστά. · Το ζήτημα της παραγραφής θα πρέπει σύμφωνα με την Δ.19 θ 3 των Περί Πολ. Δικονομίας Θεσμών να εγείρεται στην Υπεράσπιση εξειδικευμένα. · Όπως δε λέχθηκε στην υπόθεση Φεσά ν. Κασάπη
(1998)1 ΑΑΔ 341 το ζήτημα της παραγραφής πρέπει να εγείρεται στο δικόγραφο από το διάδικο που επιθυμεί να εγείρει το ζήτημα. Αυτό έπραξαν τόσο οι εναγόμενοι 1 όσο και η εναγομένη 2 με την Υπεράσπιση τους συμμορφωμένοι με την δικονομία και Νομολογία. · Ο ενάγοντας, καταχώρισε την παρούσα αγωγή στις 20/2/2014 δηλαδή 17 μήνες μετά από την χορήγηση στις 25/9/2012 εγγράφων διαχείρισης στους εναγομένους
  1. · Οι λόγοι ένστασης 1, 2, 3, 4 και 9 δεν ευσταθούν. Το θέμα που εγείρεται είναι καθαρά νομικό. Η Αίτηση βασίζεται σε σωστή νομική βάση. · Το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα έχει παραγραφεί τόσο εναντίον των εναγομένων 1 όσο και εναντίον της εναγομένης 2 όπως ρητά προνοείται με το άρθρο 34 του Κεφ.
  2. · Η Αίτηση δεν είναι πρόωρη και είναι το κατάλληλο στάδιο να αποφασισθεί καθότι επιλύει ολόκληρη την αγωγή.» Επί της ουσίας του νομικού ζητήματος της παραγραφής ή μη του αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντος, η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγομένης αρ. 2 αναλύει και αναπτύσσει εκτενώς στη γραπτή αγόρευσή της την εισήγησή της ότι η αγωγή καταχωρήθηκε καθ' ον χρόνο το αγώγιμο δικαίωμα είχε ήδη παραγραφεί με αναφορά στο άρθρο 34 του Κεφ. 189, το άρθρο 68 του ΚΕΦ. 148 και το άρθρο 22 του Ν.96(Ι)/
  3. Δεν τα παραθέτω στο σημείο αυτό, καθ΄ότι κρίνω ορθό να αποφασίσω πρώτα αν είναι κατάλληλο το παρόν στάδιο να διαταχθεί η εκδίκαση του εν λόγω νομικού ζητήματος κατά προτεραιότητα ή αν είναι ορθό να αποφασιστεί στο τέλος της δίκης της αγωγής, δηλαδή μετά που θα έχει προσφερθεί η μαρτυρία όλων των πλευρών επί της ουσίας της υπόθεσης. Προς αυτή την κατεύθυνση, ήτοι ότι είναι πρόωρο να εκδικαστεί κατά προτεραιότητα το ζήτημα της παραγραφής, καλεί το Δικαστήριο να αποφασίσει ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντος, προτάσσοντας την εξής επιχειρηματολογία꞉ Πρώτον, ότι η Εναγομένη αρ. 2 δεν νομιμοποιείται να προτάσσει ως υπεράσπιση την παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντος έναντι του Εναγομένου αρ. 1 εφόσον αρνείται την ισχύ του ασφαλιστηρίου. Παραθέτω αυτούσιες τις σχετικές παραγράφους από τη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του Ενάγοντος (όπου η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου)꞉ «(α) Οι εναγόμενοι 2 ενάγονται υπό την ιδιότητα τους ως κατά νόμο ασφαλιστές του αποβιώσαντα κατά τους ουσιώδεις επίδικους χρόνους, όπως αναφέρεται στις σχετικές παραγράφους 6, 11 και 18 της έκθεσης απαίτησης του ενάγοντα και η αγωγή εναντίον τους πηγάζει εκ της νομικής υποχρέωσης τους σύμφωνα με τον νόμο 96(Ι)/2000 όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, να αποζημιώσουν τον ενάγοντα για τις ζημιές που υπόστηκε ένεκα της αμέλειας του πελάτη τους / αποβιώσαντα, τον οποίο στην παρούσα αγωγή εκπροσωπεί άλλος δικηγόρος ο οποίος δεν έχει υποβάλει παρόμοια αίτηση προδικαστικής εξέτασης του νομικού σημείου που εγείρει στην δική του ξεχωριστή υπεράσπιση. (β) Από την στιγμή που ο εναγόμενος 1 δεν έχει υποβάλει αίτηση όπως οι εναγόμενοι 2 κατά την άποψη μας δεν νομιμοποιούνται οι εναγόμενοι 2 να πράξουν κάτι τέτοιο, εφόσον ο ρόλος τους στην παρούσα αγωγή αφορά την κάλυψη των ζημιών του ενάγοντα στις οποίες τυχόν θα καταδικαστούν οι εναγόμενοι 1 ένεκα κάλυψης της αστικής ευθύνης του εναγόμενου 1 και δεν έχουν οποιεσδήποτε υπερασπίσεις ή δικαιώματα πέραν αυτών που αναφέρονται στον σχετικό νόμο στον οποίο βασίζεται η αγωγή εναντίον τους. Είναι διαφορετικό αν δεν εμφανιζόταν ο εναγόμενος 1 να προβάλει τις υπερασπίσεις του, όπου τότε σίγουρα η εναγομένη 2 θα είχε την ευκαιρία η ίδια να προβάλει τις υπερασπίσεις του, όμως στην δική μας περίπτωση ο εναγόμενος 1 εμφανίζεται και δεν προβάλει τέτοια αίτηση για προδικαστική εξέταση της προδικαστικής του ένστασης. (γ) Στο άρθρο 16Α. στο εδάφιο
(1)του Νόμου αναφέρονται το πιο κάτω: «16Α-
(1)Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε διάταξης του περί Συμβάσεων Νόμου και του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ο ζημιωθείς υπό την επιφύλαξη των εδαφίων
(2)και
(3), αποκτά απευθείας αγώγιμο δικαίωμα και εναντίον του ασφαλιστή που καλύπτει την αστική ευθύνη του υπευθύνου, ο οποίος σε τέτοια περίπτωση υποκαθίσταται στη θέση του ασφαλισμένου έναντι του ζημιωθέντος, χωρίς ο ζημιωθείς να υποχρεούται να στραφεί και εναντίον του ασφαλισμένου: Νοείται ότι σε περίπτωση καταγγελίας του ασφαλιστηρίου από τον ασφαλιστή, τότε στη δικαστική διαδικασία πρέπει να συμμετέχει και ο ασφαλισμένος. Επίσης στο εδάφιο 2 του πιο πάνω άρθρου αναφέρεται το πιο κάτω:
(2)Στην περίπτωση του εδαφίου
(1)ο ασφαλιστής μπορεί να προβάλει έναντι του ζημιωθέντος όλες τις υπερασπίσεις που διαθέτει εναντίον του ασφαλισμένου.» Κατά την άποψη μας σωστά ο ενάγοντας συνένωσε την εναγόμενη 2 στην παρούσα αγωγή αφού όπως φαίνεται η εναγόμενη 2 στην υπεράσπιση της στις παραγράφους 6, 8 και 13 αρνείται την πληρωμή οποιονδήποτε ποσών στον ενάγοντα στην βάση της κατανάλωσης αλκοόλ από τον αποβιώσαντα και άρα έπρεπε να είναι μέρος της διαδικασίας της παρούσας αγωγής. Όμως ακόμα και στην βάση της υπεράσπισης της, η εναγόμενη 2 δεν μπορεί να αρνηθεί την πληρωμή οποιωνδήποτε ποσών που τυχόν θα καταδικαστεί να πληρώσει στον ενάγοντα, αφού ο νόμος είναι ξεκάθαρος στο σημείο αυτό και ούτε μπορεί να αναιρέσει την νομική της υποχρέωση να αποζημιώσει τον ενάγοντα διαφορετικά θα καταστρατηγούσε το νόμο για την ασφάλεια της ευθύνης για τρίτους. Αυτό που μπορεί να κάνει είναι να στραφεί εναντίον του εναγόμενου 1 και ή της περιουσίας του σε περίπτωση που καταδικαστεί να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό στον ενάγοντα στην βάση του ασφαλιστηρίου εγγράφου της προς τον αποβιώσαντα. (δ) Το πρόβλημα που δημιουργείται με την αίτηση των εναγομένων 2 είναι το γεγονός ότι ενώ ισχυρίζονται ότι δεν πρέπει να αποζημιώσουν τον ενάγοντα ένεκα της παραβίασης όρου του ασφαλιστηρίου τους από τον αποβιώσαντα (οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης) που άρα είναι άκυρο το ασφαλιστήριο τους, εντούτοις την ίδια ώρα αντιφατικά προβάλλουν την θέση ότι θα πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ένεκα παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα, ενώ οι δικηγόροι των εναγομένων 1 δεν πράττουν κάτι τέτοιο. Είναι η θέση μας ότι, αν οι εναγόμενοι 2 θεωρούν ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο τους με τον αποβιώσαντα έχει καταγγελθεί ή ακυρωθεί ένεκα της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης, τότε δεν έχουν κανένα δικαίωμα να εγείρουν υπερασπίσεις του εναγόμενου 1 στην υπεράσπιση τους στην έκθεση απαίτησης του ενάγοντα. Ως εκ τούτου, αφού το ασφαλιστήριο είναι άκυρο και δεν πρόκειται να πληρώσουν όπως ισχυρίζονται στην υπεράσπιση τους τίποτε στον ενάγοντα, πως μπορούν να προβάλλουν την υπεράσπιση της παραγραφής του άρθρου 34 του Κεφ. 189 αφού δεν έχουν καμία συμβατική ή νομική σχέση με τον εναγόμενο 1 αποβιώσαντα; Θα επικαλούνται δικαιώματα κάποιου προσώπου με το οποίο δεν έχουν καμία σχέση όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται αφού τον θεωρούν ότι παρέβηκε τους όρους του ασφαλιστηρίου τους; Το εδάφιο 2 του πιο πάνω άρθρου είναι ξεκάθαρο στην διατύπωση του αφού αναφέρει ότι μπορούν οι εναγόμενοι 2 να εγείρουν «..όλες τις υπερασπίσεις που διαθέτει εναντίον του ασφαλισμένου..». Η υπογράμμιση είναι δική μου για να καταδείξω ότι για να εγείρει την υπεράσπιση της παραγραφής η εναγόμενη 2 θα πρέπει να αποδέχεται ότι ο αποβιώσαντας ήταν πράγματι ασφαλισμένος της, πράγμα που δεν αποδέχεται η εναγόμενη 2 όπως αναφέρουμε πιο πάνω αναφορικά με τις σχετικές παραγράφους της έκθεσης υπεράσπισης της. Είναι η θέση μας ότι η έγερση της υπεράσπισης που έχει η εναγόμενη 2 εναντίον του ενάγοντα αναφορικά με την παραγραφή προϋποθέτει την ύπαρξη και την αποδοχή εκ μέρους της, ότι πράγματι ο αποβιώσαντας ήταν ασφαλισμένος της για να μπορέσει να εγείρει την παρούσα προδικαστική ένσταση την οποία απαιτεί όπως εκδικαστεί προδικαστικά. Η εναγόμενη 2 θα πρέπει να επιλέξει ένα από τα δύο,
(1)ή ότι πράγματι ο αποβιώσαντας ήταν ασφαλισμένος της και ότι θα αποζημιώσει τον ενάγοντα για τις ζημιές του σε περίπτωση που επιτύχει η αγωγή του εγείροντας ταυτόχρονα και όλες τις υπερασπίσεις που έχει εναντίον του είτε
(2)θα επιλέξει την θέση ότι δεν είναι ασφαλισμένος της ο αποβιώσαντας οπόταν δεν έχει τέτοιο δικαίωμα. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιλέξει για αυτή αν η ίδια σχοινοβατεί επί δύο αλληλοσυγκρουόμενων εκδοχών.». Δεύτερον, ότι είναι ακατάλληλο στάδιο να εκδικαστεί προδικαστικά το ζήτημα της παραγραφής του αγωγίμου δικαιώματος του Ενάγοντος διότι δεν υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο παραδεκτών γεγονότων. Παραθέτω αυτούσιες τις παραγράφους που θεωρώ σχετικές από τη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του Ενάγοντος꞉ «Κατά την άποψη μας η παρούσα αίτηση με τα όσα αναφέρουμε πιο πάνω στην ανάλυση των πιο πάνω επιχειρημάτων μας η παρούσα αίτηση δεν είναι η κατάλληλη για να εκδικαστεί αφού λείπει εκείνο το υπόβαθρο παραδεχτών γεγονότων για να μπορέσει το δικαστήριο να αποφασίσει την αίτηση. Τις αναφέρουμε πιο πάνω απουσιάζουν τα εξής: (α) Δεν υπάρχει παραδεκτό γεγονός ότι ο αποβιώσαντας ήταν ασφαλισμένος των εναγομένων 2 και άρα αυτό εμποδίζει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην εξέταση της αίτησης. Οι εναγόμενοι 2 ισχυρίζονται ότι δεν είναι νομικά υπόχρεοι να πληρώσουν εκ μέρους του εναγόμενου 2 οποιοδήποτε ποσό στον ενάγοντα επειδή αυτός οδηγούσε με την επήρεια αλκοόλης. (β) Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου το ασφαλιστήριο έγγραφο για να μπορέσει το Δικαστήριο να δει τους όρους του και να αποφασίσει αν ισχύουν τα όσα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι 2 για την ακύρωση της ασφαλιστικής κάλυψης του αποβιώσαντα ένεκα της αλκοόλης. Και να υπήρχαν ακόμα ενώπιον του Δικαστηρίου θα έπρεπε αυτοί να γίνουν παραδεχτοί από τους διάδικους πράγμα που δεν θα γινόταν. (γ) Το Δικαστήριο για να καταλήξει στην έκδοση απόφασης για το αίτημα των αιτητών θα πρέπει να διαγνώσει την ουσία της υπόθεσης και να αποφασίσει αμφισβητούμενα θέματα όπως αυτά αναφέρονται πιο πάνω, όπως αν ή όχι ο αποβιώσαντας ήταν ασφαλισμένος των εναγομένων 2, και αν ήταν η οδήγηση με την επήρεια της αλκοόλης τι επίδραση είχε στο συμβόλαιο ασφάλισης και πως επηρεάζει την υπόθεση του ενάγοντα. Θέματα που άπτονται της ουσίας της αγωγής και θα πρέπει να το δικαστήριο να αποφασίσει στο πέρας της ακροαματικής διαδικασίας. (δ) Το Δικαστήριο για να καταλήξει στην έκδοση απόφασης για το αίτημα των αιτητών θα πρέπει να αποφασίσει για την μη προώθηση παρόμοιας αίτησης από τους εναγόμενους 1 και τις συνέπειες αυτής της παράλειψης, και οι οποίοι σε περίπτωση που εγκριθεί η αίτηση των αιτητών/ εναγομένων 2, οι ίδιοι οι εναγόμενοι 1 παραμένουν στην αγωγή ως εναγόμενοι και όμως οι εναγόμενοι 2 θα απαλλαγούν από τις νομικές υποχρεώσεις τους ως ασφαλιστές του αποβιώσαντα στην βάση υπεράσπισης που είχαν οι εναγόμενοι 1 και όμως δεν την προωθούν οι ίδιοι, ενώ την προωθούν οι εναγόμενοι 2 που ισχυρίζονται ότι έχουν τα ίδια δικαιώματα που θα είχαν και οι εναγόμενοι
  1. Αυτό κατά την άποψη μας θα αποτελέσει νομική ανωμαλία από την στιγμή μάλιστα που οι ίδιοι οι εναγόμενοι μεταξύ τους φαίνεται ότι δεν έχουν επιδώσει μεταξύ τους οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις συνεναγομένων για εκδίκαση διαφορών μεταξύ τους εκατέρωθεν απαιτήσεων.». Τρίτον, ότι το ζήτημα της παραγραφής δεν είναι αμιγώς νομικό ζήτημα, γι' αυτό και δεν μπορεί να εκδικαστεί προδικαστικά. Παραθέτω αυτούσιες τις παραγράφους που θεωρώ σχετικές από τη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του Ενάγοντος꞉ Σύμφωνα με τον τροποποιητικό Νόμο 2(β) του 171(Ι) του 2006 του Κεφ. 148꞉ «
  2. Καμιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αν αυτή εγερθεί— (α) εντός τριών ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή, ή (β) αν το αστικό αδίκημα προκαλεί νέα ζημιά κατά εξακολούθηση από μέρα σε μέρα, εντός τριών ετών από την κατάπαυσή της, ή ...». Επομένως, οι συνέπειες του επίδικου δυστυχήματος για τον ενάγοντα δεν μπορούν να αναχθούν σε μία δεδομένη χρονική στιγμή και ούτε διαφαίνεται κάτι τέτοιο μέσα από την έκθεση απαίτησης του ενάγοντα, αλλά το αντίθετο, φαίνεται ότι νέες ζημιές επεσυνέβησαν στον ενάγοντα και επομένως θα μπορούσε να επεκταθεί ο χρόνος για ακόμη 3 χρόνια από την κατάπαυση αυτών των νέων ζημιών. Για να υπάρξει παραγραφή της αξίωσης θα πρέπει να υπάρξει μέτρηση του χρόνου της πρόκυψης της βάσης της αγωγής και επομένως στην βάση και του πιο πάνω εδαφίου (β) του άρθρου 68, το ζήτημα του χρόνου παραγραφής δεν είναι ξεκάθαρο νομικό σημείο στην παρούσα περίπτωση, αλλά είναι αμφισβητούμενο γεγονός που θα προκύψει δικαστική κρίση μόνο μετά από το άκουσμα της ουσίας της αγωγής και των γεγονότων της υπόθεσης για να καταδειχθεί η χρονική στιγμή της βάσης τις αγωγής αναφορικά με τις ζημιές του ενάγοντα.» ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Αρχίζω από την εισήγηση του συνηγόρου του Ενάγοντος ότι η Εναγόμενη αρ. 2 δεν νομιμοποιείται να εγείρει ως υπεράσπιση την παραγραφή του αγωγίμου δικαιώματος του Ενάγοντος κατά του Εναγομένου αρ. 1, εφόσον η ίδια η Εναγόμενη αρ. 2 κατήγγειλε την ασφαλιστική σύμβαση. Το κατά πόσον καταγγέλθηκε ή όχι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο του αποβιώσαντος από την Εναγόμενη αρ. 2 ως ασφαλιστικής του εταιρείας και ποιες οι συνέπειες αυτού, δεν είναι ζήτημα που να μπορεί να αποφασισθεί επί της ουσίας του στο παρόν στάδιο της δίκης, αφού άπτεται ερμηνείας των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, οι οποίοι δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Πέραν τούτου, ο Ενάγων, στην Έκθεση Απαίτησής του, δεν δικογράφησε οποιονδήποτε ισχυρισμό γεγονότος ότι πληροφορήθηκε ότι η ασφαλιστική εταιρεία κατήγγειλε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο του αποβιώσαντος οποτεδήποτε πριν την έγερση της αγωγής. Συνεπώς, το Δικαστήριο, στην όψη της Έκθεσης Απαίτησης δεν μπορεί να διαπιστώσει αν ο Ενάγων επέλεξε να στραφεί εναντίον του Εναγομένου αρ. 1 όπως δυνητικά μπορεί να πράξει άπαξ και ασκήσει το δικαίωμα που του παρέχει το άρθρο 16Α για έγερση αγωγής εναντίον της ασφαλιστικής ή αν το έπραξε αναγκαστικά λόγω της καταγγελίας της σύμβασης ασφάλισης από την Εναγόμενη αρ. 2, όπως απαιτεί σε τέτοια περίπτωση το ίδιο άρθρο 16Α του Ν.96(Ι)/
  3. Θυμίζω ότι το άρθρο 16Α προβλέπει τα εξής꞉ «16Α-
(1)Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε διάταξης του περί Συμβάσεων Νόμου και του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ο ζημιωθείς υπό την επιφύλαξη των εδαφίων
(2)και
(3), αποκτά απευθείας αγώγιμο δικαίωμα και εναντίον του ασφαλιστή που καλύπτει την αστική ευθύνη του υπευθύνου, ο οποίος σε τέτοια περίπτωση υποκαθίσταται στη θέση του ασφαλισμένου έναντι του ζημιωθέντος, χωρίς ο ζημιωθείς να υποχρεούται να στραφεί και εναντίον του ασφαλισμένου: Νοείται ότι σε περίπτωση καταγγελίας του ασφαλιστηρίου από τον ασφαλιστή, τότε στη δικαστική διαδικασία πρέπει να συμμετέχει και ο ασφαλισμένος.
(2)Στην περίπτωση του εδαφίου
(1)ο ασφαλιστής μπορεί να προβάλει έναντι του ζημιωθέντος όλες τις υπερασπίσεις που διαθέτει εναντίον του ασφαλισμένου.». Σε σχέση με το εύρος των υπερασπίσεων που δύναται να εγείρει μια ασφαλιστική εκεί όπου εγείρεται αγωγή απευθείας εναντίον της δυνάμει του πιο πάνω άρθρου 16Α (αντί να απαιτηθεί απλώς εκ των υστέρων η πληρωμή απόφασης που εκδόθηκε κατά του ασφαλισμένου οδηγού βάσει των προνοιών του άρθρου 14 του Ν.96(Ι)/2000), ερμηνεύω τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 16Α ως εξής꞉ Εφόσον, όταν εγείρεται απευθείας αγωγή εναντίον της ασφαλιστικής, αυτή υποκαθιστά τον ασφαλισμένο οδηγό (βλ. άρθρο 16Α
(1)), έπεται εξ αυτής της ιδιότητας ότι η ασφαλιστική δύναται να εγείρει όλες τις υπερασπίσεις που θα είχε ο ασφαλισμένος οδηγός εναντίον του Ενάγοντος. Πέραν των υπερασπίσεων που θα είχε ο ασφαλισμένος οδηγός εναντίον του Ενάγοντος, βάσει του εδαφίου
(2)του άρθρου 16Α, η ασφαλιστική εναντίον της οποίας ηγέρθη απευθείας η αγωγή, δύναται να εγείρει εναντίον του Ενάγοντος και τις υπερασπίσεις που η ίδια θα είχε δικαίωμα να εγειρει εναντίον του ασφαλισμένου πελάτη της. Συνεπώς, κρίνω ότι στη βάση του άρθρου 16Α
(1)νομιμοποιείται η Εναγόμενη αρ. 1 να δικογραφήσει την υπεράσπιση της παραγραφής, υποκαθιστώντας τον ασφαλισμένο οδηγό, αλλά δύναται, επίσης, δυνάμει του άρθρου 16Α
(2)να εγείρει την υπεράσπιση της παραβίασης του συμβολαίου της από τον εν λόγω οδηγό, ως υπεράσπιση που η ίδια θα είχε έναντι του εν λόγω οδηγού. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον δικαιολογείται η προδικαστική εξέταση της υπεράσπισης που ήγειρε η Εναγόμενη αρ. 2 περί παραγραφής του αγωγίμου δικαιώματος του Ενάγοντος κατά του Εναγομένου αρ. 1. Κατ' αρχάς, για τους λόγους που εξήγησα αναλύοντας τη νομική πτυχή της Δ.27 και του ζητήματος της παραγραφής, είμαι ικανοποιημένη ότι η προκαταρκτική επίλυση του ζητήματος της παραγραφής του αγωγίμου δικαιώματος θα συμβάλει στην αποφυγή περαιτέρω εξόδων και σπατάλης πολύτιμου χρόνου του Δικαστηρίου, εάν και εφόσον ήθελε κριθεί ότι ευσταθεί. Εν προκειμένω, το άρθρο 34
(3)(β) του Κεφ. 189, επί του οποίου εδράζεται η προδικαστική ένσταση της Εναγομένης αρ. 2, προβλέπει ότι꞉ «
(3)Καvέvα δικαστικό μέτρo δεv δύvαται vα ληφθεί για βάση αγωγής δυvάμει τoυ περί Αστικώv Αδικημάτωv Νόμoυ ή δυvάμει αστικoύ αδικήματoς (tort) κατά τo κoιvoδίκαιo (common law) δυvάμει της παραγράφoυ (γ) τoυ εδαφίoυ
(1)τoυ άρθρoυ 33 τoυ περί Δικαστηρίωv Νόμoυ, η oπoία βάσει τoυ άρθρoυ αυτoύ έχει επιβιώσει κατά της κληρovoμιάς τoυ απoθαvόvτoς πρoσώπoυ εκτός αv είτε- (α) [...] είτε (β) η βάση της αγωγής πρoέκυψε τoυλάχιστov έξι μήvες πριv από τo θάvατo τoυ και τo δικαστικό μέτρo σχετικά με αυτή λήφθηκε τo αργότερo εvτός έξι μηvώv από τότε πoυ o πρoσωπικός αvτιπρόσωπoς πήρε τηv αvτιπρoσώπευση και αv καμιά αvτιπρoσώπευση δεv λήφθηκε εvτός δύo ετώv από τo θάvατo τoυ απoθαvόvτoς τότε όχι αργότερα από τηv εv λόγω ημερoμηvία.» Για να κριθεί επί της ουσίας της η προδικαστική ένσταση, είναι φανερό από τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου 34
(3)(β) ότι χρειάζεται να απαντηθούν τέσσερα πολύ απλά ερωτήματα꞉ (α) αν η βάση της αγωγής εγείρεται δυνάμει των προνοιών του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, (β) αν αυτή η βάση αγωγής επιβιώνει κατά της κληρονομιάς του αποθανόντος, (γ) αν η βάση της αγωγής πρoέκυψε τoυλάχιστov έξι μήvες πριv από τo θάvατo τoυ αποβιώσαντος, και (δ) αν τo δικαστικό μέτρo σχετικά με αυτή τη βάση αγωγής λήφθηκε τo αργότερo εvτός έξι μηvώv από τότε πoυ o πρoσωπικός αvτιπρόσωπoς πήρε τηv αvτιπρoσώπευση. Αν η απάντηση σε όλα τα πιο πάνω ερωτήματα (α), (β) και (γ) είναι καταφατική, αλλά η απάντηση στο ερώτημα (δ) είναι αρνητική, τότε ευσταθεί η προδικαστική ένσταση περί παραγραφής του αγωγίμου δικαιώματος. Έχει το παρόν Δικαστήριο ενώπιον του τέτοια παραδεκτά γεγονότα που να του επιτρέπουν να απαντήσει στα πιο πάνω ερωτήματα; Αν ναι, τότε το ζήτημα είναι απλό και μπορεί να αποφασιστεί κατά προτεραιότητα προδικαστικά. Αν όχι, τότε η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, έτσι ώστε να αχθεί η υπόθεση σε πλήρη δίκη, να ακουστεί προφορική μαρτυρία για να εξαχθούν δικαστικά ευρήματα γεγονότων. Κρίνω ότι, στην παρούσα είναι, πράγματι, ευχερές για το Δικαστήριο να απαντήσει αμέσως στα πιο πάνω ερωτήματα, χωρίς να χρειάζεται να υπεισέλθει σε δίκη για να ακούσει προφορική μαρτυρία (τονίζω, ούτε από πλευράς του Εναγομένου 1) και θα εξηγήσω πιο κάτω ποια στοιχεία υπάρχουν. Λαμβάνω συγχρόνως υπόψη μου ότι, εφόσον υπήρξε ενώπιον μου η δήλωση του Εναγομένου αρ. 1, μέσω των συνηγόρων του, ότι δέχεται να ακολουθήσει το αποτέλεσμα της υπό κρίση αίτησης της Εναγομένης αρ. 2, δεν θεωρώ ότι εμποδίζομαι να αποφασίσω το ζήτημα της παραγραφής επί της ουσίας του. Προχωρώ, υπό το φως των προεκτεθέντων σκέψεών μου, στην κατά προτεραιότητα εξέταση, δυνάμει της Δ.27, της ισχυριζόμενης παραγραφής του αγωγίμου δικαιώματος του Ενάγοντος δυνάμει του άρθρου 34
(3)(β) του Κεφ. 189, απαντώντας στα πιο πάνω τέσσερα ερωτήματα που αρίθμησα από (α) έως (δ). (α) Στην όψη της Έκθεσης Απαίτησης η βάση της αγωγής εδράζεται στο αστικό αδίκημα της αμέλειας. (β) Η απάντηση στο ερώτημα αν η βάση αγωγής της αμέλειας επιβιώνει κατά της κληρονομιάς του αποβιώσαντος δίδεται στα εδάφια
(1)και
(4)του ιδίου άρθρου. Αφενός, το εδάφιο
(4)προβλέπει ότι «Όταv πρoκλήθηκε ζημιά από πράξη ή παράλειψη για τηv oπoία θα υφίστατo βάση αγωγής εvαvτίov oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ αv τo πρόσωπo αυτό δεv απέθvησκε πριv ή κατά τo χρόvo κατά τov oπoίo πρoκλήθηκε η ζημιά, θεωρείται, για τoυς σκoπoύς τoυ Νόμoυ αυτoύ, ότι υφίσταται εvαvτίov τoυ πριv από τo θάvατo τoυ τέτoια βάση αγωγής για τηv εv λόγω πράξη ή παράλειψη όπως θα υφίστατo αv απέθvησκε μετά τηv πρόκληση της ζημιάς.». Αφετέρου, το εδάφιο
(1)του ιδίου άρθρου προβλέπει ότι «
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ αυτoύ, σε περίπτωση πoυ απoθvήσκει oπoιoδήπoτε πρόσωπo μετά τηv έvαρξη της ισχύoς τoυ Νόμoυ αυτoύ, όλες oι βάσεις αγωγής oι oπoίες υπάρχoυv κατά ή έχoυv περιέλθει στov απoθαvόvτα επιβιώvoυv κατά ή, αvάλoγα με τηv περίπτωση, επ' ωφελεία της κληρovoμιάς τoυ: Νoείται ότι τo εδάφιo αυτό δεv εφαρμόζεται σε βάσεις αγωγής για δυσφήμηση». Δηλαδή, η μόνη βάση αγωγής που δεν δύναται να επιβιώσει κατά της περιουσίας του αποβιώσαντος είναι η δυσφήμιση. Τίποτα δεν εμποδίζει το αστικό αδίκημα της αμέλειας να επιβιώσει κατά της περιουσίας του αποβιώσαντος. (γ) Προκύπτει, επίσης, από το ενώπιον μου διαθέσιμο υλικό, ότι η βάση της αγωγής (η αμελής οδήγηση και η πρόκληση σωματικών και άλλων βλαβών στον Ενάγοντα) προέκυψε στις 17.3.2012 και την ίδια μέρα επήλθε ο θάνατος του αποβιώσαντος. Επομένως, δεν πρόκειται για βάση αγωγής η οποία να πρoέκυψε τoυλάχιστov έξι μήvες πριv από τo θάvατo τoυ. Είναι βάση αγωγής που προέκυψε σε μικρότερο χρονικό διάστημα των 6 μηνών από το θάνατό του. Δηλαδή πιο πρόσφατα προς το θάνατο του. (δ) Τo δικαστικό μέτρo της αγωγής κατά της περιουσίας του αποβιώσαντος λήφθηκε στις 20.2.2014. Τούτο σημαίνει ότι δεν λήφθηκε εντός της προθεσμίας των έξι μηvώv από τις 25.9.2012 που ήταν η ημερομηνία πoυ o πρoσωπικός αvτιπρόσωπoς του αποβιώσαντος πήρε τηv αvτιπρoσώπευση, ήτοι εντός 6 μηνών από την ημερομηνία που εκδόθηκε το Πιστοποιητικό Διαχείρισης. Κρίσιμη κατά την άποψή μου είναι η απάντηση στο ερώτημα (γ). Εφόσον η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα (γ) είναι αρνητική, το άρθρο 34
(3)(β) δεν δύναται να τύχει εφαρμογής στα πιο πάνω πραγματικά δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, ανεξαρτήτως της απάντησης στο ερώτημα (δ) πιο πάνω. Ποια ήταν η προστασία που ο Νομοθέτης θέλησε να παράσχει στο διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος; Ποια αγώγιμα δικαιώματα θέλησε να παραγράψει; Κρίνω πως η παραγραφή εφαρμόζεται μόνο αναφορικά με εκείνες τις βάσεις αγωγής που είχαν προκύψει σε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 6 μηνών πριν από την ημερομηνία θανάτου του αποβιώσαντος. Τέτοιες παλιές βάσεις αγωγών δύνανται να προωθούνται μόνο αν είχε ήδη εγερθεί αγωγή σε σχέση με αυτές κατά το χρόνο θανάτου του αποβιώσαντος (βλ. άρθρο 34
(3)(α)), διαφορετικά μόνο αν εγερθούν με αγωγή εντός 6 μηνών από το διορισμό του διαχειριστή (βλ. άρθρο 34
(3)(β)). Δηλαδή, κατά την κρίση μου, στόχος του Νομοθέτη ήταν να γνωρίζει ο διαχειριστής τουλάχιστον εντός 6 μηνών από την ανάληψη των καθηκόντων του, ποιες υποχρεώσεις έχει η περιουσία να αντιμετωπίσει από βάσεις αγωγών που προέκυψαν πριν το θάνατο του αποβιώσαντος και όχι ενωρίτερα από 6 μήνες πριν το θάνατό του. Δεν ρυθμίζει ο Νομοθέτης, μέσω του άρθρου 34
(3), την παραγραφή νεώτερων βάσεων αγωγής, δηλαδή εκείνες που προέκυψαν σε διάστημα μικρότερο των 6 μηνών από την ημερομηνία θανάτου. Καταλήγω στο συμπέρασμα αυτό έχοντας εξετάσει και το αυθεντικό πρωτογενές κείμενο του άρθρου 34 του Κεφ. 189 στην αγγλική γλώσσα, στο οποίο η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγομένης αρ. 2 με παρέπεμψε. Το παραθέτω. Έχει ως ακολούθως꞉ "34
(3)No proceedings shall be maintainable in respect of a cause of action under the Civil Wrongs Law [.] which by virtue of this section has survived against the estate of a deceased person, unless either - (
  1. a)Proceedings against him in respect of that cause of action were pending at the date of his death;or (
  2. b)the cause of action arose not earlier than six months before his death and proceedings are taken in respect thereof not later than six months after his representative took out representations; and if no such representation is taken out within two years of the death of the deceased, then not later than that date". (Η έμφαση με υπογράμμιση είναι δική μου.) Επισημαίνω ότι η εισήγηση της συνηγόρου της Εναγομένης αρ. 2 στη γραπτή της αγόρευση ήταν ότι «η χρήση της φράση "not earlier than" σαφώς υποδηλεί χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των 6 μηνών προ της ημερομηνίας θανάτου.». Δεν συμφωνώ με την εισήγηση αυτή. Απεναντίας, κρίνω ότι αυτό που ο Νομοθέτης με σαφήνεια προνοεί είναι διάστημα όχι μικρότερο των 6 μηνών προ της ημερομηνίας θανάτου, δηλαδή όχι ενωρίτερα από 6 μήνες προ της ημερομηνίας θανάτου. Επομένως, κρίνω ότι δεν παραγράφηκε το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντος κατά του Εναγομένου αρ. 1, εφόσον το η αγωγή που καταχώρησε, δεν εδράζεται σε βάση αγωγής η οποία να προέκυψε τουλάχιστον 6 μήνες πριν από το θάνατο του αποβιώσαντος. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτεται η προδικαστική ένσταση που ήγειρε η Εναγομένη αρ. 2, με έξοδα υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον της Εναγομένης αρ. 2, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (υπ.)................................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Η ένορκη δήλωση εκ παραδρομής έχει εις διπλούν αριθμημένες παραγράφους 3 και 4, με αποτέλεσμα να αριθμεί 15 συνολικά παραγράφους, ενώ στην πραγματικότητα είναι συνολικά 17 παράγραφοι ως ανωτέρω εκτίθενται. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.