ΚΟΥΤΟΥΝΑΣ ν. Φιλαβερτή κ.α., Αρ. Αγωγής: 243/2014, 6/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:A64 Κλίμακα: €2.000-€10.000 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Αρ. Αγωγής: 243/2014 Μεταξύ:- XXXXX ΚΟΥΤΟΥΝΑΣ Ενάγοντας και
- XXXXX Φιλαβερτή, από Ξυλοφάγου και XXXXX Φιλαβερτή από Ξυλοφάγου, από κοινού υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος του XXXXX Νίκου τέως από Ξυλοφάγου ο οποίος απεβίωσε την 17/03/2012 σύμφωνα με διάταγμα του Δικατηρίου στην Διαχείρηση του Ε.Δ. Αμμοχώστου υπ' αρ. 131/
- Olympic Insurance Company Ltd Εναγομένων Αίτηση Ημερομηνίας 14.5.18 (αίτηση για εκδίκαση προδικαστικών σημείων) Ημερομηνία: 6/11/18 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη 2 - Αιτήτρια: Η κα. Στ. Ερωτοκρίτου για Α.Π.Ερωτοκρίτου & Σία ΔΕΠΕ Για τον Ενάγοντα - Καθ΄ ου η Αίτηση: Ο κ. Χρ. Πουτζιουρής για Χρ. Πουτζιουρής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας αξιώνει από τους εναγομένους ειδικές αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστη το όχημα του συνεπεία του τροχαίου δυστυχήματος που επεσυνέβη στις 17/3/2012, στην Αγία Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις του ενάγοντα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, το όχημα του οδηγείτο από τον υιό του, XXXXX Κουτούνα, και συγκρούστηκε με το όχημα που οδηγούσε ο αποβιώσαντας XXXXX Νίκου (στο εξής καλούμενος «ο αποβιώσαντας»). Ο αποβιώσαντας συνεπεία της σύγκρουσης απεβίωσε στις 17/3/
- Αποτελεί θέση του ενάγοντα ότι ο αποβιώσαντας υπό τις περιστάσεις οδηγούσε αμελώς εφόσον αδικαιολόγητα εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Οι εναγόμενοι 1 ενάγονται υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος, σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στη διαχείριση του Ε.Δ Αμμοχώστου με αριθμό 131/
- Η εναγόμενη 2 ενάγεται ως η ασφαλιστική εταιρεία του ενάγοντα όπου παρείχε στον αποβιώσαντα ασφαλιστική κάλυψη για την οδήγηση του οχήματος του και είναι εκ του νόμου υπόχρεη να αποζημιώσει τον ενάγοντα για τις ζημιές που αυτός υπέστη. Η Έκθεση Απαίτησης καταχωρίστηκε στις 3/6/
- Οι εναγόμενοι 1 καταχώρισαν την Υπεράσπιση τους στις 30/11/16 και οι εναγόμενη 2 στις 29/11/
- ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Με την παρούσα αίτηση η εναγόμενη 2-αιτήτρια στην παρούσα αίτηση (στο εξής καλούμενη «η αιτήτρια») εξαιτείται τα ακόλουθα διατάγματα: «(α) Άδεια του Δικαστηρίου όπως τα εγειρόμενα ως προδικαστική ένσταση στην παρ. 1 της Υπεράσπισης της Εναγομένης 2, εκδικασθούν προκαταρκτικά καθότι πρόκειται περί σοβαρών νομικών σημείων τα οποία εφόσον αποφασισθούν προκαταρκτικά επιλύεται ή/και τερματίζεται ολόκληρη η διαδικασία και/ή οδηγείται η αγωγή σε απόρριψιν ή/και διαγραφήν της. (β) Όπως εκδικασθούν προκαταρκτικά τα νομικά σημεία που εγείρονται στην παρ. 1 της Υπεράσπισης της Εναγομένης 2 καθότι πρόκειται περί σοβαρών νομικών σημείων τα οποία εφόσον αποφασισθούν προκαταρκτικά επιλύεται ή/και τερματίζεται ολόκληρη η διαδικασία και/ή οδηγείται η αγωγή σε απόρριψιν ή/και διαγραφήν της.» Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται στο Νόμο 66(I)/2012 άρθρο 24, στο ΚΕΦ. 189 άρθρο 34, στο Νόμο 96(I)/2000, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.27 ΘΘ1,2,3 Δ.48 ΘΘ. 1-4 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση της XXXXX Κωνσταντίνου, Υπεύθυνης του Τμήματος Κλάδου απαιτήσεων στην αιτήτρια. Αναφέρει η ομνύουσα, συνοπτικά, τα ακόλουθα:
- Το όχημα με αριθμό εγγραφής XXXXX16 το οποίο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, οδηγείτο από τον αποβιώσαντα ήταν ασφαλισμένο από την αιτήτρια με βάση το ασφαλιστήριο συμβόλαιο με αριθμό Μ
- Όπως την πληροφόρησαν οι δικηγόροι της, η αιτήτρια ενάγεται δυνάμει του Ν. 96 (I) 2000 υπό την ιδιότητα της ως ασφαλιστού του οχήματος XXXXX16, και κάλυψη της ευθύνης του αποβιώσαντος, ο οποίος όπως είναι παραδεκτό απεβίωσε στις 17/3/2012 ένεκα του επίδικου ατυχήματος.
- Οι εναγόμενοι 1 ενάγονται ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος δυνάμει Διατάγματος στην υπ' αρ. 131/2012 Αίτηση του Ε.Δ. Λάρνακας, το οποίο εξεδόθη στις 25/9/2012, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται ως Τεκμήριον Α.
- Όπως την πληροφορούν οι συνηγόροι της το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα- καθ'ού η αίτηση στην παρούσα αίτηση (στο εξής καλούμενος «ο καθ'ού η αίτηση») έχει παραγραφεί τόσον εναντίον των εναγομένων 1 όσο και εναντίον της αιτήτριας. Όταν καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή το αγώγιμο δικαίωμα του αιτητή ήτο παραγεγραμμένο.
- Όπως την συμβουλεύουν οι δικηγόροι της η εκδίκαση και επίλυση προδικαστικά των εγειρόμενων νομικών σημείων όπως αυτά περιλαμβάνονται στην παρ. 1 της Υπεράσπισης της αιτήτριας, δικαιολογείται γιατί πρόκειται για θέμα νομικό και καθοριστικό για την επίλυση της υπόθεσης στο προκαταρκτικό στάδιο. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλω για να παραθέσω αυτολεξεί την παράγραφο 1 της Υπεράσπισης της αιτήτριας, για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των θέσεων που προβάλλει μέσω της παρούσας αίτησης. Η παράγραφος 1 της Υπεράσπισης της αιτήτριας αναφέρει: «Η εναγόμενη 2 εγείρει προδικαστική ένσταση ή/και η εναγόμενη 2 λέγει ότι το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα τόσον εναντίον των εναγομένων 1 όσον και εναντίον της εναγομένης 2, η οποία ενάγεται υπό την ιδιότητα της ως ασφαλιστού του οχήματος υπ'αριθμόν εγγραφής XXXXX16 ή και του XXXXX Νίκου, ασφαλισμένου της, έχει παραγραφεί ή/και έχει παραγραφεί δυνάμει του Ν.66(Ι)/12 και του Κεφ. 189 άρθρο 34» ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του καθ'ού η αίτηση ο οποίος εγείρει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «
- Η αίτηση ημερομηνίας 25/04/2017 στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση και/ή στηρίζεται σε μη ορθή νομική βάση και/ή είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.
- Το κατά πόσο ο ενάγοντας / καθ' ου η αίτηση έχει ή όχι αγώγιμο δικαίωμα είναι θέμα ουσίας και δεν μπορεί να αποφασισθεί προδικαστικά αλλά κατά το στάδιο της εκδίκασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής.
- Ο ενάγοντας / καθ' ου η αίτηση με την έκθεση απαίτησης του αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα κατά της εναγόμενης 2 που δεν έχει παραγραφεί και η αίτηση των αιτητών είναι πρόωρη εφόσον δεν υπάρχει το συμφωνημένο πραγματικό υπόβαθρο ενώπιον του Δικαστηρίου για να αποφασίσει την αίτηση των αιτητών.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου για την παραγραφή της αξίωσης του ενάγοντα.
- Τυχόν επιτυχία της αίτησης των αιτητών παραβιάζει το δικαίωμα του ενάγοντα για πρόσβαση στην δικαιοσύνη σύμφωνα με το άρθρο 30.1 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
- Το άρθρο 34 του Κεφ. 189 αποτελεί παραβίαση του άρθρου 28 του Συντάγματος για ισότιμη μεταχείριση από τον νόμο και ή για ισονομία και ή είναι αντισυνταγματικό εφόσον ο αποβιώσαντας ενώ είχε 3 χρόνια για να καταχωρίσει αγωγή εναντίον του ενάγοντα και ή τρίτων για τυχόν απαιτήσεις του από το επίδικο ατύχημα εντούτοις το εν λόγω άρθρο περιορίζει την έγερση αγωγής εναντίον της περιουσίας του από τον ενάγοντα μόνο σε 2 χρόνια.
- Ο Νόμος (Ν. 96 (I) 2000) όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο Ν. 168 (I) 2006 και δη το άρθρο 22 είναι ειδικός νόμος και μεταγενέστερος νόμος και υπερισχύει οποιωνδήποτε άλλων νόμων και ή έχει ισχύ παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου και δη του Νόμου Κεφ. 189 και του άρθρου
- Το δίκαιο της επιείκειας επιβάλει όπως απορριφθεί η αίτηση των αιτητών εφόσον η καταχώρηση και η προώθηση της αίτησης διαχείρισης για την περιουσία του αποβιώσαντα ανάγεται αποκλειστικά στην γνώση και την διάθεση των νομικών κληρονόμων του οι οποίοι μπορούν να εκμεταλλευτούν τις πρόνοιες του άρθρου 34 του Κεφ. 189 για να παραγραφούν τα δικαιώματα του ενάγοντα.
- Η αίτηση των αιτητών είναι πρόωρη και δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να δοθεί άδεια για να εκδικαστεί η προδικαστική ένσταση των αιτητών στην έκθεση υπεράσπισής τους.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.27, Δ.48 θ.θ. 1,2,3,4,8 και 9, στα άρθρα 3,4,14,15,16,16Α και 22 του περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης (Ευθύνη Έναντί Τρίτου) Νόμου του 2000 (Ν. 96 (I) 2000) όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο Ν.168(I) 2006, στο άρθρο 24 του Ν.66(I)2012, στο άρθρο 34 του Κεφ. 189, στα άρθρα 30.1 και 28 του Συντάγματος, στο Περί Ερμηνείας Νόμος, στις αρχές της Φυσικής Δικαιοσύνης και στις συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Γεωργίας Πάτσαλου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον καθ΄ού η αίτηση. Αναφέρει η ομνύουσα, συνοπτικά, τα ακόλουθα:
- Η παρούσα αίτηση είναι πρόωρη εφόσον δεν υπάρχει συμφωνημένο πραγματικό υπόβαθρο από τους διάδικους και ούτε τα θέματα που εγείρονται στην υπεράσπιση είναι αμιγώς νομικά ώστε αυτά να εκδικαστούν προδικαστικά.
- Η αίτηση δεν στηρίζεται στην σωστή νομική βάση και οι αιτητές παραλείπουν να αναφέρουν στην νομική βάση της αίτησης τους το άρθρο 68 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 419 και το άρθρο 22 του Ν.96(I)2000 όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο Ν168(I)/2006 που είναι τα δικαιοδοτικά άρθρα για το θέμα της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του καθ'ού η αίτηση.
- Η αιτήτρια με την υπό εκδίκαση αίτηση δεν αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εκδίκαση αίτηση, αν οι διαχειριστές του αποβιώσαντα ή η αιτήτρια ειδοποίησαν τον καθ'ού η αίτηση για την έκδοση του διατάγματος διαχείρισης ημερομηνίας 25/09/2012 στην αίτηση με αριθμό 131/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και επομένως ήταν αδύνατο για τον καθ'ού η αίτηση να γνωρίζει τον χρόνο και την διάθεση των νόμιμων κληρονόμων του αποβιώσαντα που θα απευθύνονταν στο δικαστήριο για τέτοιο διάταγμα.
- Το αγώγιμο δικαίωμα του αιτητή δεν έχει παραγραφεί εφόσον το επίδικο ατύχημα επεσυνέβηκε την 17/03/2012 ενώ η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε την 20/02/
- Το άρθρο 34 του Κεφ. 189 είναι αντισυνταγματικό στην έκταση που περιορίζει το αγώγιμο δικαίωμα του καθ'ού η αίτηση και το παραγράφει όπως διαλαμβάνεται στο εν λόγω άρθρο ενώ για τους διαχειριστές του αποβιώσαντα τους δίνεται δικαίωμα να απαιτούν από τον ενάγοντα αξιώσεις τους για περίοδο 3 χρόνων. Επίσης το εν λόγω άρθρο περιορίζει την πρόσβαση του καθ'ού η αίτηση στην δικαιοσύνη σύμφωνα με το άρθρο 30.1 του Συντάγματος αδικαιολόγητα και επίσης παραβιάζει το άρθρο 28 της ισότιμης μεταχείρισης ενώπιον του νόμου χωρίς διακρίσεις από τον νόμου για όλους τους πολίτες.
- Το άρθρο 34 του Κεφ. 189 είναι προγενέστερο του άρθρου 22 του Ν. 96(I),2000 και ο εν λόγω νόμος είναι ειδικός και υπερισχύει του άρθρου 34 του Κεφ. 189 όπως ρητά αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο
- Ο καθ'ού η αίτηση πληροφορήθηκε για την ύπαρξη του διατάγματος διαχείρισης την προηγούμενη εργάσιμη ημέρα της καταχώρησης της αγωγής του.
- Η αιτήτρια προσπαθεί να αποφύγει νομική της υποχρέωση που ρητά καθορίζεται από τον νόμο για προστασία του κοινού και το άρθρο 22 του Νόμου Ν. 96(I)2000 είναι ειδικό και μεταγενέστερο άρθρο του άρθρου 34 του Κεφ. 189 και υπερισχύει αυτού, εφόσον αν γίνει αποδεχτή από το Δικαστήριο η θέση της αιτήτριας θα καταστρατηγήσει ως ασφαλιστική εταιρεία ένα κανόνα αναγκαστικού δικαίου που τέθηκε για την προστασία των πολιτών και των δικαιωμάτων τους. Η πρόθεση του Νομοθέτη για να θέσει νομοθετικό περιορισμό στην εμβέλεια του άρθρου 22 του Ν. 96(I)2000 δεν υπάρχει και ούτε μπορεί να συναχθεί από την πρόνοια άλλου άρθρου νόμου ο οποίος προϋπήρξε και αφορούσε διαφορετικά ζητήματα και όχι ευθύνη από δυστύχημα με όχημα. Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι οι εναγόμενοι 1 δεν καταχώρησαν οποιαδήποτε αίτηση για προδικαστική εξέταση των νομικών σημείων που εγείρουν στην Υπεράσπιση τους ενώ δήλωσαν και στο Δικαστήριο ότι θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης και την οποιαδήποτε τυχόν απόφαση εκδοθεί από το Δικαστήριο. Αξίζει να σημειωθεί ότι με την υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι 1 εγείρουν την ίδια προδικαστική ένσταση που εγείρει η αιτήτρια, ότι δηλαδή το αγώγιμο δικαίωμα του καθ' ου η αίτηση έχει παραγραφεί. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη μέσω των γραπτών αγορεύσεων και ουδεμία πλευρά δεν άσκησε το δικαίωμα της για την αντεξέταση οποιουδήποτε ενόρκως δηλούντα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν ως προς τις θέσεις τους παραπέμποντας και στη σχετική επί του θέματος νομολογία. Τα όσα ανέφεραν οι συνήγοροι έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις τους θα γίνει όταν αυτό κριθεί αναγκαίο. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ ΤΑ ΕΓΕΙΡΟΜΕΝΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΤΗΤΡΙΑ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΗΣ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΕΚΔΙΚΑΣΤΟΥΝ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΑ Το πρώτο ζήτημα που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει είναι κατά πόσο το ζήτημα της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του καθ'ο'υ η αίτηση είναι ζήτημα το οποίο μπορεί να εκδικαστεί προδικαστικά. Νομική βάση της επίδικης αίτησης, επί του προκειμένου, είναι η Δ.27, Κ.1-3 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Επισημαίνεται πως ο Κ.3 δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση. Οι Κ.1 και 2 προβλέπουν τα ακόλουθα: «
- Οιοσδήποτε διάδικος θα δικαιούται να εγείρει με τα δικόγραφα του οιονδήποτε νομικό σημείο και οιονδήποτε σημείο που εγείρεται έτσι θα αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε οιονδήποτε στάδιο που θα ήθελε φανεί στο Δικαστήριο βολικό.
- Αν κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου η απόφαση σ'αυτό το νομικό σημείο ουσιαστικά κρίνει όλη την αγωγή ή οιονδήποτε καλό αγώγιμο δικαίωμα, βάση υπεράσπισης, ανταπαίτησης, απάντησης σ'αυτή, το Δικαστήριο μπορεί τότε να απορρίψει την αγωγή ή να εκδώσει οιονδήποτε άλλο διάταγμα σ'αυτή που θα είναι δίκαιο.» Οι αρχές που διέπουν την εκδίκαση νομικών σημείων, προκαταρκτικά, από το Δικαστήριο έχουν αποκρυσταλλωθεί, διαχρονικά, μέσω της σχετικής νομολογίας. Στην υπόθεση Malachtou v. Armeftis
(1984)1 C.L.R. 548 τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι με βάση τη Δ.27 θ.1, αποφασίζονται αφενός αμιγώς νομικά θέματα και αφετέρου όταν μια τέτοια απόφαση θα είναι καθοριστική για την τύχη της διαδικασίας μεταξύ των μερών, υπό τον όρο όμως ότι το πραγματικό υπόβαθρο δε βρίσκεται κάτω από αμφισβήτηση. Προκύπτει επομένως ότι η εκδίκαση προκαταρκτικών νομικών σημείων γίνεται μόνο στη βάση παραδεκτού πραγματικού υπόβαθρου. Στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.ά.,
(1991)1 Α.Α.Δ. 225λέχθηκαν τα ακόλουθα: «
- i)Η διαδικασία δυνάμει της Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα και παραδεκτά, και εφόσο το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, και θα επηρεάσει την έκβαση της αγωγής.
- ii)Σε θέματα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την δικαιοδοσία είναι αυτά που συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαιτήσεως.» Στην μεταγενέστερη υπόθεση Ιωάννης Νικόλα Χ″Οικονόμου ν. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ
(1992)1Β Α.Α.Δ 949, έχουν λεχθεί, μεταξύ άλλων, τα εξής σχετικά: «.Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρκτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα». Όπου τα γεγονότα όπως αυτά φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις είναι ικανά να δώσουν πλήρη εικόνα στο Δικαστήριο τότε το Δικαστήριο υιοθετεί τη διαδικασία της προδικαστικής επίλυσης. Στις περιπτώσεις όπου χρειάζεται να δοθεί πρόσθετο φως στα γεγονότα με μαρτυρία, είναι ορθότερο όπως η υπόθεση προχωρήσει σε δίκη. Ο αιτητής είναι αυτός που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του και για τους οποίους υπάρχει ένσταση από την άλλη πλευρά. Από τη στιγμή που τίθεται ζήτημα διακρίβωσης πραγματικών ζητημάτων τότε η περίπτωση δεν είναι κατάλληλη για εκδίκαση στο προκαταρκτικό στάδιο δυνάμει της Δ.27 (Σάββα ν. Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ.1609). Τέλος, για σκοπούς δικαστικής πρακτικής και διαδικασίας αξίζει να γίνει αναφορά στην υπόθεση Χρίστος Χ΄Παύλου και Υιοί Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού
(1998)1 Α.Α.Δ. 2046, όπου διευκρινίστηκε το γεγονός πως στην περίπτωση που καταχωρείται αίτηση για εκδίκαση νομικού σημείου και ακολουθεί ένσταση, το πρωτόδικο δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να αποφασίσει κατά πόσο θα επιτρέψει ή όχι την εκδίκαση με βάση τη Διάταξη 27 και εφόσον η θέση του Δικαστηρίου είναι θετική τότε να προχωρήσει στην εκδίκαση της ουσίας της αίτησης. Με βάση την πιο πάνω νομολογία και τις σχετικές αρχές έχω εξετάσει με μεγάλη προσοχή τόσο τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης όσο και στην Έκθεση Υπεράσπισης της αιτήτριας σε συνδυασμό πάντοτε με τις θέσεις και ισχυρισμούς που η κάθε πλευρά προβάλλει στην αγόρευση της, χωρίς βεβαίως να παραβλέπω τα όσα έχουν τεθεί στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Το πρώτο ζήτημα που θα πρέπει να τύχει απάντησης είναι κατά πόσο ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει, λαμβανομένων υπόψη όσων βρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης, ένα σοβαρό νομικό ζήτημα προς εκδίκαση το οποίο αν αποφασισθεί από το Δικαστήριο υπέρ της αιτήτριας τότε αποφασίζεται όλη η αγωγή ή ένα ουσιώδες θέμα αυτής. Αν η απάντηση είναι καταφατική στο πιο πάνω ερώτημα, δηλαδή αν το θέμα που εγείρεται είναι αμιγώς νομικό, το Δικαστήριο ακολούθως θα εξετάσει αν είναι σε θέση να το αποφασίσει χωρίς να απαιτείται ακρόαση μαρτυρίας πραγματικών γεγονότων. Στην απόφαση Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Nada Terzianκ.α., ΠολιτικήΈφεση 151/10, ημερ. 7.3.2014, λέχθηκε πως το απαραίτητο υπόβαθρο γεγονότων δια επίλυση της επίδικης διαφοράς θα μπορούσε να τεθεί είτε από το ίδιο το δικόγραφο είτε να προκύπτει απ΄ αυτό ή να αποτελείται από κοινά παραδεκτά γεγονότα. Ως έχει αναφερθεί το ζήτημα της παραγραφής εγείρεται στην παράγραφο 1 της Υπεράσπισης της αιτήτριας υπό μορφή προδικαστικής ένστασης. Σύμφωνα με την εν λόγω προδικαστική ένσταση η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί καθότι το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα έχει παραγραφεί δυνάμει του Ν. 66(I)/2012 και του άρθρου 34 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμος, Κεφ.189. Σε σχέση με το ζήτημα κατά πόσο το ζήτημα της παραγραφής είναι αμιγές νομικό ζήτημα η απάντηση δίδεται μέσα από την ίδια την νομολογία. Στην υπόθεση Δημήτρης Φεσσάς κ.α. v Ευανθίας Α. Κασάπη
(1994)1 Α.Α.Δ 337 λέχθηκε ότι: « . ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια ανάλογα με την περίπτωση που αφορά το νομοθέτημα να ορίζει τις περιόδους παραγραφής που θεωρεί κατάλληλες, γι' αυτό και καθορίζει διαφορετικές περιόδους παραγραφής για διάφορα αγώγιμα δικαιώματα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον Ν. 156/85 είχαν εισαχθεί πρόνοιες που ρύθμιζαν το θέμα της έγερσης αγωγής από τους προσωπικούς αντιπροσώπους αποβιώσαντος για αποζημιώσεις για την πρόκληση του θανάτου στον αποβιώσαντα από αστικό αδίκημα και ήταν επιτρεπτό να υπάρξει και πρόβλεψη για περίοδο παραγραφής, η οποία πρόβλεψη δεν παραβίαζε την αρχή της ισότητας σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος. Η συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής δεν παραγράφει το αγώγιμο δικαίωμα αυτό κάθε αυτό, αλλά μόνο το δικαίωμα έγερσης αγωγής για διεκδίκησή του. Αν το θέμα της παραγραφής δεν εγερθεί στο δικόγραφο του διαδίκου υπέρ του οποίου ενεργεί ο χρόνος της παραγραφής, τότε η αγωγή προχωρεί κανονικά για εκδίκαση. Σε περίπτωση διαπίστωσης ότι η αγωγή είναι εκπρόθεσμη, το σωστό διάταγμα που πρέπει να εκδίδει το Δικαστήριο δεν είναι διάταγμα απόρριψης της αγωγής (διότι δεν έχει εκδικασθεί η ουσία του αγώγιμου δικαιώματος) αλλά διάταγμα αναστολής της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το διάταγμα απόρριψης της αγωγής έπρεπε να αντικατασταθεί με διάταγμα αναστολής της διαδικασίας». Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Νεοφύτου v Malak κ.α. Πολιτική Έφεση Αρ. 118/2012, ημερομηνίας 21/6/18 λέχθηκαν επί του προκειμένου τα ακόλουθα: «Το ζήτημα ενδεχομένως να έχει τώρα διαφοροποιηθεί με τον περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμο αρ. 66(Ι)/2012, που δημοσιεύθηκε μεταγενέστερα των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης και της εκδοθείσας απόφασης ο οποίος με το άρθρο 20 έχει προνοήσει ότι το Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη αυτεπάγγελτα την παραγραφή δικαιώματος έγερσης αγωγής. Οι αποφάσεις στην Φεσσά ν. Κασάπη
(1998)1 Α.Α.Δ. 341 και Χατζηστυλλή ν. Παπαδήμα
(2000)1 Α.Α.Δ. 551, δίδουν το στίγμα ότι με βάση την πρώτη απόφαση το ζήτημα της παραγραφής πρέπει να εγείρεται στο δικόγραφο από το διάδικο που επιθυμεί να το εγείρει και με τη δεύτερη, το θέμα της παραγραφής είναι, για πολλούς λόγους που δεν είναι του παρόντος να καταγραφούν, καταλυτικό εφόσον άπτεται της ίδιας της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί στην ουσία την υπόθεση. Εφόσον είναι δικαιοδοτικό μπορεί να εγερθεί και αυτοβούλως από το Δικαστήριο. Επομένως, ορθά από οποιαδήποτε θεώρηση ήγειρε το θέμα της παραγραφής το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενώ η έννοια και έκταση του πιο πάνω άρθρου 20, θα απασχολήσει αναμφίβολα κάποια στιγμή τη νομολογία». (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Συνάγεται από τα πιο πάνω το αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα ότι το ζήτημα της παραγραφής, εάν και εφόσον τυγχάνει εφαρμογής, επιφέρει καταλυτικές συνέπειες στην έκβαση μίας αγωγής που εγείρεται εκπρόθεσμα. Δεδομένων των συνεπειών το ζήτημα αυτό θεωρώ ότι μπορεί να εκδικασθεί προδικαστικά. Περαιτέρω το ζήτημα της παραγραφής είναι ένα αμιγές νομικό ζήτημα εφόσον ρυθμίζεται από νομοθετική διάταξη και ειδικότερα από το άρθρο 34 του Κεφ.
- Αφού διαπιστώθηκε ότι το εγειρόμενο ζήτημα είναι πράγματι κατάλληλο να εκδικαστεί προδικαστικά, θα προχωρήσω ακολούθως να εξετάσω κατά πόσο το Δικαστήριο είναι σε θέση να το αποφασίσει χωρίς να απαιτείται ακρόαση μαρτυρίας πραγματικών γεγονότων. Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο δικογράφων καθώς και στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων προκύπτουν τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα: (α) το τροχαίο δυστύχημα έλαβε χώρα στις 17/3/
- (β) συνεπεία του πιο πάνω τροχαίου δυστυχήματος απώλεσε την ζωή του την ίδια ημέρα ο αποβιώσαντας. (γ) στις 25/9/12 εκδόθηκε πιστοποιητικό Διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντος στους εναγομένους 1 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας μέσα στα πλαίσια της αίτησης υπ'αριθμό 131/12 Στο σημείο αυτό οφείλω να αναφέρω ότι στην Έκθεση Απαίτησης αποτελεί ισχυρισμό του καθ'ού η αίτηση ότι το εν λόγω πιστοποιητικό Διαχείρισης εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου. Το εν λόγω πιστοποιητικό κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α στα πλαίσια της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Το γεγονός ότι αυτό εκδόθηκε τελικώς από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, γίνεται παραδεκτό από τον κα. Πάτσαλου στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση της. (δ) η παρούσα αγωγή, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου καταχωρίστηκε από τον καθ' ου η αίτηση στις 20/2/14 (ε) Οι δικηγόροι του καθ' ου η αίτηση πληροφορήθηκαν ότι εκδόθηκε το πιο πάνω πιστοποιητικό διαχείρισης στις 19/2/
- Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από τον αναντίλεκτο ισχυρισμό που προβάλλει η κα. Πάτσαλου στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης της. Υπενθυμίζω εδώ τον κανόνα ότι στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου, να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες και η παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους ισοδυναμεί με αποδοχή της (Κ. Λ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1(Γ) A.A.Δ. 1527, Αdidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 και ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΚΩΣΤΡΙΚΗ ν. 4 ΜΟΤΙΟN AUTOMOTIVES LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 226/2014, 10/7/2015). Πέραν τούτου ουδεμία αναφορά γίνεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση κατά πόσο είτε η αιτήτρια είτε οι εναγόμενοι 1 ειδοποίησαν τον ενάγοντα ότι εκδόθηκε το πιο πάνω πιστοποιητικό διαχείρισης. (στ) η αιτήτρια είχε ασφαλίσει το επίδικο όχημα που οδηγούσε ο αποβιώσαντας με το πιστοποιητικό ασφάλισης ΜΟ
- (ζ) Η βάση της αγωγής του καθ' ου η αίτηση προέκυψε στις 17/3/
- Προκύπτει επομένως από τα πιο πάνω ότι το Δικαστήριο έχει ενώπιον του αδιαμφισβήτητα και παραδεκτά γεγονότα καθώς και όλα τα αναγκαία στοιχεία ώστε να αποφασίσει επί της ουσίας του θέματος, δηλαδή κατά πόσο το αγώγιμο δικαίωμα του καθ'ού η αίτηση έχει παραγραφεί. Τα πιο πάνω στοιχεία είναι ικανά να δώσουν πλήρη εικόνα στο Δικαστήριο ώστε αυτό να μπορεί να αποφανθεί και να αποφασίσει επί του ζητήματος της παραγραφής. Δεν απαιτείται να δοθούν οποιαδήποτε περαιτέρω στοιχεία και να ακουστεί οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία επί του ζητήματος αυτού, λαμβανομένου υπόψη και των στοιχείων που απαιτούνται να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 34 του Κεφ. 189, το οποίο παρατίθεται, αυτούσιο, κατωτέρω. Συνοψίζοντας, προκύπτει ότι το ζήτημα της παραγραφής αποτελεί αμιγώς νομικό ζήτημα και, επομένως, μπορεί να εκδικασθεί προδικαστικά. Το σημείο αυτό συνιστά νομικό θέμα, το οποίο εάν αποφασιστεί υπέρ της Εναγομένης 2-Αιτήτριας θα οδηγήσει σε αναστολή της αγωγής. Οποιαδήποτε μαρτυρία δοθεί κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης προς απόδειξη των αμφισβητούμενων γεγονότων δεν δύναται να επηρεάσει τον καθαρό νομικό χαρακτήρα που παρουσιάζει το σημείο αυτό, όπως επίσης το οποίο αποτέλεσμα από την εξέταση του.Ενόψει του νομικού χαρακτήρα του θέματος, των επιπτώσεων του από την επίλυσή του στην έκβαση της αίτησης και της φύσης του νομικού θέματος που θίγει η αιτήτρια το Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει να επιλυθεί στη βάση της Δ.
- Συνεπώς συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις όπως το ζήτημα της παραγραφής εξεταστεί από το Δικαστήριο προδικαστικά και πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Η προκαταρκτική επίλυση του όλου ζητήματος αδιαμφισβήτητα θα συμβάλει, υπό την προυποθέση ότι η προδικαστική ένσταση θα επιτύχει, στην εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ ΤΟ ΑΓΩΓΙΜΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ ΕΧΕΙ ΠΑΡΑΓΡΑΦΕΙ Αφού το Δικαστήριο αποφάσισε ότι το ζήτημα της παραγραφής θα πρέπει να εκδικαστεί προδικαστικά (με βάση το αιτητικό Α της υπό κρίση αίτησης) ακολούθως θα εξετάσει την ουσία της προδικαστικής ένστασης (με βάση το αιτητικό Β της υπό κρίση αίτησης) και θα αποφανθεί κατά πόσο το αγώγιμο δικαίωμα του καθ'ού η αίτηση έχει όντως παραγραφεί ως είναι η θέση της αιτήτριας. Προτού προχωρήσω επί της ουσίας θα ήθελα να σημειώσω ότι και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι δεν περιορίστηκαν στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους να επιχειρηματολογήσουν μόνο ως προς το κατά πόσο το ζήτημα της παραγραφής θα πρέπει να εκδικαστεί προδικαστικά αλλά ανέπτυξαν τις θέσεις τους και επί της ουσίας. Επομένως το Δικαστήριο με βάση την αίτηση, τις θέσεις των μερών αλλά και με βάση την υπόθεση Χρίστος Χ" Παύλου & Υιοί Λτδ (ανωτέρω) καλείται να αποφανθεί επί της ουσίας της προδικαστικής ένστασης και του κατά πόσο αυτή ευσταθεί. Η προδικαστική ένσταση της αιτήτριας στηρίζεται στο άρθρο 34
(3)(β) του Περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, Κεφ.189 το οποίο διαλαμβάνει ότι: «34.-
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ αυτoύ, σε περίπτωση πoυ απoθvήσκει oπoιoδήπoτε πρόσωπo μετά τηv έvαρξη της ισχύoς τoυ Νόμoυ αυτoύ, όλες oι βάσεις αγωγής oι oπoίες υπάρχoυv κατά ή έχoυv περιέλθει στov απoθαvόvτα επιβιώvoυv κατά ή, αvάλoγα με τηv περίπτωση, επ' ωφελεία της κληρovoμιάς τoυ: Νoείται ότι τo εδάφιo αυτό δεv εφαρμόζεται σε βάσεις αγωγής για δυσφήμηση. .......
(3)Καvέvα δικαστικό μέτρo δεv δύvαται vα ληφθεί για βάση αγωγής δυvάμει τoυ περί Αστικώv Αδικημάτωv Νόμoυ ή δυvάμει αστικoύ αδικήματoς (tort) κατά τo κoιvoδίκαιo (common law) δυvάμει της παραγράφoυ (γ) τoυ εδαφίoυ
(1)τoυ άρθρoυ 33 τoυ περί Δικαστηρίωv Νόμoυ, η oπoία βάσει τoυ άρθρoυ αυτoύ έχει επιβιώσει κατά της κληρovoμιάς τoυ απoθαvόvτoς πρoσώπoυ εκτός αv είτε- (α) κατά τηv ημερoμηvία τoυ θαvάτoυ τoυ εκκρεμoύσε εvαvτίov τoυ δικαστικό μέτρo σχετικά με τηv εv λόγω βάση αγωγής είτε (β) η βάση της αγωγής πρoέκυψε τoυλάχιστov έξι μήvες πριv από τo θάvατo τoυ και τo δικαστικό μέτρo σχετικά με αυτή λήφθηκε τo αργότερo εvτός έξι μηvώv από τότε πoυ o πρoσωπικός αvτιπρόσωπoς πήρε τηv αvτιπρoσώπευση και αv καμιά αvτιπρoσώπευση δεv λήφθηκε εvτός δύo ετώv από τo θάvατo τoυ απoθαvόvτoς τότε όχι αργότερα από τηv εv λόγω ημερoμηvία.» Καταρχάς όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης το αγώγιμο δικαίωμα του καθ' ου η αίτηση βασίζεται στο αστικό αδίκημα της αμέλειας (άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148). Συνεπώς με βάση το πιο πάνω άρθρο η παρούσα αγωγή επιβιώνει κατά της περιουσίας του αποβιώσαντα εφόσον αυτή δεν αφορά δυσφήμηση. Επειδή τέθηκε θέμα ερμηνείας της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης από τους ευπαίδευτους συνηγόρους, παραθέτω, για σκοπούς καλύτερης κατανόησης, το πρωτότυπο αγγλικό άρθρο του Administrations of Estates Law, Cap 189, βάσει του οποίου μεταφράστηκε η πιο πάνω νομοθετική διάταξη, όπως αυτό αναφέρθηκε στην υπόθεση Ταμείο Συντάξεων Δικηγόρων v Αντωνιάδη
(2000)1 Α.Α.Δ 1915. "b. the cause of action arose not earlier than six months before his death and proceedings are taken in respect thereof not later than six months after his personal representative took out representation, and if no such representation is taken out within two years of the death of the deceased, then not later them that date". Όπως το Δικαστήριο αντιλαμβάνεται πρόθεση του Νομοθέτη ήταν να μην επιτρέψει την επιβίωση αγωγών με βάση αστικό αδίκημα σε περίπτωση που αποθνήσκει κάποιο πρόσωπο. Επιτρέπει κατ' εξαίρεση να συμβεί αυτό σε δύο περιπτώσεις. Όπου η διαδικασία εκκρεμούσε εναντίον του αποβιώσαντα κατά το χρόνο του θανάτου του (βλέπε 34
(3)(α)) και η δεύτερη περίπτωση, η προνοούμενη από το 34
(3)(β). Σύμφωνα με την δεύτερη περίπτωση, που εν προκειμένω ενδιαφέρει, εφόσον η παρούσα δικαστική διαδικασία δεν εκκρεμούσε κατά το θάνατο του αποβιώσαντα, δικαστικό μέτρο δύναται να ληφθεί όταν η βάση της αγωγής προέκυψε τουλάχιστον 6 μήνες πριν το θάνατο του αποβιώσαντα και το Δικαστικό μέτρο λήφθηκε τo αργότερo εvτός έξι μηνών από τότε πoυ o προσωπικός αντιπρόσωπος πήρε τηv αντιπροσώπευση. Τι εννοεί ακριβώς ο νομοθέτης με την φράση «η βάση της αγωγής πρoέκυψε τoυλάχιστov έξι μήvες πριv από τo θάvατo τoυ»; Πρόθεση και σκοπός του Νομοθέτη ήταν να επιβιώνουν οι βάσεις αγωγών που προέκυψαν 6 μήνες και πέραν του θανάτου του αποβιώσαντα ή να επιβιώνουν οι βάσεις των αγωγών που προέκυψαν εντός 6 μηνών και προς το θάνατο του αποβιώσαντα; Εκπληρούνται στην προκειμένη περίπτωση και οι δύο πιο πάνω προϋποθέσεις; Εάν η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική τότε το αγώγιμο δικαίωμα του καθ' ού η αίτηση δεν έχει παραγραφεί. Η προταθείσα ύπαρξη παραγραφής του άρθρου 34 αποτέλεσε σημείο αντιπαράθεσης των δικηγόρων. Η μεν ευπαίδευτη συνήγορος για την αιτήτρια υποστηρίζει τη θέση ότι η χρήση της φράσης 'not earlier than' υποδηλοί χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των 6 μηνών. Αντίθετα ο ευαπίδευτος συνήγορος του καθ' ού η αίτηση υποστηρίζει ότι δεν τίθεται οποιοσδήποτε χρονικός περιορισμός έγερσης της αγωγής και όλες οι αγωγές επιβιώνουν με βάση το άρθρο 34
(1)του Κεφ.189. Για να απαντηθούν τα πιο πάνω ερωτήματα και για να αποδοθεί καλύτερα ποια είναι ακριβώς η κατάλληλη ερμηνεία επίμαχων φράσεων θα πρέπει να ανευρεθεί από το Δικαστήριο ποιος ήταν ο σκοπός και ο λόγος για τον οποίο ο Νομοθέτης έθεσε την εν λόγω διάταξη στο Νόμο. Στην υπόθεση Τάκης Ηλιάδης κ.αv Κυπριακής Δημοκρατίας, Μέσω Αρχηγού Αστυνομίας κ.α., Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ.941/2010, 944/2010, ημερομηνίας 2/12/13 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την ερμηνεία ενός Νόμου: «Είναι αρχή του ερμηνευτικού δικαίου ότι οι Κανονισμοί, όπως και ο Νόμος, για σκοπούς ερμηνείας διαβάζονται στην ολότητα τους (βλ. Τριανταφυλλίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1993)3 Α.Α.Δ 429) Σκοπός της ερμηνείας των νόμων είναι η ανεύρεση της πρόθεσης του νομοθέτη μέσα από το κείμενο του Νόμου. Η ερμηνεία πρέπει να είναι τέτοια που να μην οδηγεί σε παράλογα αποτελέσματα αλλά στη λειτουργικότητα των Νόμων (βλ. Π.Δ. Δαγτόγλου «Γενικό Διοικητικό Δίκαιο» (Τέταρτη Αναθεωρημένη Έκδοση) σελ.132 επ.) Αποτελεί βασική ερμηνευτική αρχή ότι όπου το λεκτικό του Νόμου είναι καθαρό και σαφές πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τη φυσική και συνηθισμένη του έννοια γιατί αυτό το λεκτικό εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο την πρόθεση του νομοθέτη (βλ. Maxwell on the Interpretation of Statutes, 10ηΈκδοση, σελ. 2, και Southfields Industries Ltd ν. Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 59)». Στην υπόθεση Airey v Airey [1958] 2 All E.R, στην οποία με παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας, αναλύθηκε, μεταξύ άλλων, και η πρόνοια του πιο πάνω άρθρου η οποία αποτελεί αντιγραφή του Administrations of Estates Act, 1925 της Αγγλίας. Στην εν λόγω υπόθεση η εφεσίβλητη καταχώρησε αγωγή εναντίον του εφεσείοντα συζύγου της, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του υιού της, για ζημιές που η ίδια υπέστη από τροχαίο δυστύχημα που επεσυνέβη στις 24/2/51. Ο εφεσίβλητος έλαβε τα έγγραφα της διαχείρισης στις 18/3/57 ενώ η αγωγή καταχωρίστηκε στις 9/9/57. Η αγωγή καταχωρίστηκε έξι δηλαδή χρόνια μετά το δυστύχημα και σε διάστημα μικρότερο από τους έξι μήνες όπου ο διαχιεριστής έλαβε τα έγγραφα διαχείρισης. Ο εφεσείοντας προέβαλε την υπεράσπιση ότι το αγώγιμο δικαίωμα της εφεσίβλητης έχει παραγραφεί λόγω του ότι έχουν παρέλθει έξι χρόνια από την ημερομηνία που επεσυνέβη το δυστύχημα με βάση το άρθρο 2 του Limitation Act, 1939. To πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την εν λόγω υπεράσπιση. Ο εφεσείοντας άσκησε έφεση έναντι της πιο πάνω πρωτόδικης απόφασης. Το Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, ανάφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «The vital provision for the purposes of this case comes in sub-para. (
- b)which, in cases where proceedings are not pending at the date of the death of the deceased, imposes the twofold condition that: "The cause of action arose not earlier than six months before his death and proceedings are taken in respect thereof not later than six months after his personal representative took out representation". The maximum period of six months before the death within which, under sub-para. (b), surviving torts must have been committed in order to be actionable at all after the death is not, we think, strictly a period of limitation. It is not a period within which action must be taken. It is an ambulatory restriction on the injured party's right to proceed against the estate of a deceased tortfeasor after his death, whenever he may die. In other words, it imposes as a condition precedent to the maintainability of an action against the estate of a deceased tortfeasor the requirement that the tort should have been committed within six months of his death. The second branch of sub-para (
- b)on the other hand. To our minds, clearly imposes a period of limitation. It provides that the action is not to be main- tainable unless proceeding are taken in respect of the cause of action in question not later than six months after the personal representative of the deceased tortfeasor the requirement». (έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου) Όπως προκύπτει ξεκάθαρα από την πιο πάνω απόφαση το κατά πόσο η βάση της αγωγής προέκυψε εντός περιόδου 6 μηνών από το θάνατο του αποβιώσαντα δεν αφορά αυστηρώς περίοδο παραγραφής. Αποτελεί ένα χρονικό περιορισμό εντός του οποίου τα αστικά δικαιώματα επιβιώνουν και για τα οποία ο ίδιος μπορεί να εγείρει αγωγή. Η βάση της αγωγής θα πρέπει να προέκυψε εντός της εξάμηνης προθεσμίας των 6 μηνών από το θάνατο του αποβίωσαντα. Το ζήτημα της παραγραφής αφορά μόνο «αν τo δικαστικό μέτρo σχετικά με αυτή λήφθηκε τo αργότερo εvτός έξι μηvώv από τότε πoυ o πρoσωπικός αvτιπρόσωπoς πήρε τηv αvτιπρoσώπευση». Το πρωτογενές κείμενο είναι βεβαίως το Αγγλικό κείμενο και το ελληνικό κείμενο αποτελεί την πιστή μετάφραση του. Θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν μεταφράσθηκε με ακρίβεια και ορθώς το εν λόγω άρθρο στην Ελληνική γλώσσα και ειδικότερα η φράση ΄not earlier than'. Η φράση αυτή έχει μεταφρασθεί στον σχετικό Νόμο με την λέξη ΄τουλάχιστον΄. Με βάση την πιο πάνω . η φράση 'not earlier than' ερμηνεύθηκε ότι η βάση της αγωγής θα πρέπει να προέκυψε εντός περιόδου όχι μεγαλύτερης των 6 μηνών από το θάνατο του αποβιώσαντα. Για το λόγο αυτό στην εν λόγω απόφαση γίνεται αναφορά στη φράση 'the maximum period of six months before the death within which, under sub-para. (b), surviving torts must have been committed in order to be actionable..' Για να διατηρηθεί εν ζωή δικαστικό μέτρο καθώς και να επιβιώνει αυτό εναντίον της περιουσίας του αποβιώσαντος η βάση της αγωγής θα πρέπει να προέκυψε εντός της περιόδου των 6 μηνών από το θάνατο του. «...that the tort should have been committed within six months of his death». (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Συνεπώς αποτελεί θέση του Δικαστηρίου ότι για να μπορεί ο ενάγοντας να λάβει δικαστικό μέτρο θα πρέπει η βάση της αγωγής του να προέκυψε εντός της περιόδου των 6 μηνών από το θάνατο του αποβιώσαντα. Αυτή εξάλλου νομίζω ήταν και η πρόθεση του Νομοθέτη στην προκειμένη περίπτωση, δηλαδή να μην επιβιώνουν του θανάτου του αποβιώσαντα, αγωγές πέραν των 6 μηνων από το θάνατο του αποβιώσαντα παρά μόνο αγωγές που ήταν πρόσφατες και πλησίον της ημερομηνίας του θανάτου του αποβιώσαντα. Αυτό έχει σκοπό και πρόθεση κατά την γνώμη μου να ρυθμίσει ο Νομοθέτης. Επίσης σκοπός και πρόθεση του Νομοθέτη ήταν να γνωρίζει ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος από την ανάληψη των καθηκόντων του ποιές υποχρεώσεις έχει η περιουσία του αποβιώσαντα να αντιμετωπίσει απο βάσεις αγωγών που προέκυψαν εντός 6 μηνών από το θάνατο του αποβιώσαντα. Στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη τα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει ότι η βάση της αγωγής, που ήταν η κατ' ισχυρισμό αμελή οδήγηση του αποβιώσαντα, προέκυψε στις 17/3/12 ενώ ο αποβιώσαντας απεβίωσε αργότερα την ίδια ημέρα. Δηλαδή η βάση της αγωγής προέκυψε την ίδια ημέρα που επήλθε και ο θάνατος του αποβιώσαντα. Επομένως το παρών δικαστικό μέτρο, δηλαδή η παρούσα αγωγή μπορεί να ληφθεί εφόσον η βάση της αγωγής προέκυψε εντός της περιόδου των 6 μηνών από το θάνατο του αποβιώσαντα. Επομένως ορθά στην προκειμένη περίπτωση λήφθηκε το εν λόγω δικαστικό μέτρο από τον ενάγοντα προς τους διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος. Η βάση της αγωγής του ενάγοντα προέκυψε εντός της περιόδου των 6 μηνών από το θάνατο του αποβιώσαντα. Θα προχωρήσω στην προκειμένη περίπτωση να εξετάσω κατά πόσο πληρείται η δεύτερη σωρευτική προϋπόθεση, αν δηλαδή το δικαστικό μέτρο, δηλαδή η παρούσα αγωγή λήφθηκε «τo αργότερo εvτός έξι μηvώv από τότε πoυ o πρoσωπικός αvτιπρόσωπoς πήρε τηv αvτιπρoσώπευση...» Όπως προκύπτει το δικαστικό μέτρο, δηλαδή η έγερση της αγωγής λήφθηκε στις 20/2/14. Στις 25/9/12 οι εναγόμενοι 1 διορίσθηκαν διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα προκύπτει το αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα ότι η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε 17 μήνες από την ημέρα που οι προσωπικοί αντιπρόσωποι έλαβαν την αντιπροσωπεία του αποβιώσαντα, ενώ αυτή θα έπρεπε να εγερθεί μέχρι και τις 25/3/14. Επομένως συνάγεται ότι η παρούσα αγωγή δεν καταχωρίστηκε μέσα σε διάστημα έξι μηνών από τις 25/9/12 και συνεπώς είναι εκπρόθεσμη. Το γεγονός ότι ο καθ' ου η αίτηση, σύμφωνα με τον συνήγορο του, ενημερώθηκε ότι διορίστηκαν διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα την προηγούμενη ημέρα καταχώρησης της αγωγής δεν έχει κατά την κρίση του Δικαστηρίου, καμία απολύτως σημασία. Η σχετική νομοθετική διάταξη δεν προβλέπει και δεν περιέχει οποιαδήποτε πρόνοια ότι η προθεσμία ξεκινά να μετρά από την στιγμή που έλαβε γνώση ο ενάγοντας. Αν τέτοια ήταν η πρόθεση του Νομοθέτη θα το ανάφερε ρητώς. Ούτε και οι διαχειριστές είχαν την υποχρέωση να ενημερώσουν τον καθ' ου η αίτηση ότι έλαβαν έγγραφα της διαχείρισης. Θα έπρεπε ο καθ' ου η αίτηση να προέβαινε στην αναγκαία έρευνα ενωρίτερα, όπως εξάλλου έπραξε πριν την καταχώρηση της αγωγής, ώστε να πληροφορηθεί κατά πόσο δόθηκαν έγγραφα διαχείρισης στους αντιπροσώπους του αποβιώσαντα. Περαιτέρω είχε την ευχέρεια και το δικαίωμα που του δίδεται από τον περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμος του 2000 Ν. 96(I)/2000να εγείρει αγωγή απευθείας εναντίον της αιτήτριας. Συνεπακόλουθα δεν μπορεί στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγοντας να λάβει δικαστικό μέτρο εναντίον της περιουσίας του αποβιώσαντος εφόσον η αγωγή του είναι εκπρόθεσμη. Παρόμοιο ζήτημα εξετάσθηκε και στην πρωτόδικη απόφαση Νικόλα Γεωργίου Σφυρή v Mαρίας Βάσου Χαραλάμπους, Αριθμός Αγωγής 4482/2009, ημερομηνίας 14/2/11, από την αδελφό Δικαστή Δ. Σωκράτους Α.Ε.Δ (ως ήταν τότε) στην οποία με παρέπεμψαν, προς τιμή τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του καθ'ού η αίτηση, παρά το γεγονός ότι η κατάληξη και το σκεπτικό του Δικαστηρίου δεν τους ευνοεί. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προσομοιάζουν με τα γεγονότα της πιο πάνω πρωτόδικης υπόθεσης. Στην εν λόγω υπόθεση ο ενάγοντας ήγειρε αγωγή εναντίον των διαχειριστών του αποβιώσαντα αξιώνοντας γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες που υπέστη. Σύμφωνα με τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης ο αποβιώσας στις 18/1/2008, αφού πυροβόλησε τον ενάγοντα με κυνηγετικό όπλο και στη συνέχεια τον κτύπησε με τούβλο στο κεφάλι, αυτοπυροβολήθηκε και πέθανε. Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 19/10/09. Οι εναγόμενοι μέσω της υπεράσπισης τους προέβαλαν προδικαστική ένσταση ότι το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα έχει παραγραφεί με βάση το άρθρο 34 του περί Κεφ.89. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, επί του προκειμένου, ανάφερε τα ακόλουθα τα οποία υιοθετώ πλήρως και για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης: «Η χρήση της φράσης "not earlier than" είναι σαφές ότι υποδηλοί χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των 6 μηνών πριν την ημερομηνία θανάτου. Πέραν τούτου αξίζει να σημειωθεί ότι για να επιτευχθεί καλύτερα η ερμηνεία επίμαχων λέξεων και φράσεων, πρέπει να κατανοηθεί ο λόγος και ο σκοπός για τον οποίο το άρθρο και η διάταξη αυτή τέθηκε. H ανεύρεση της πρόθεσης του Νομοθέτη αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την ορθή ερμηνεία του. Όπου δε, υπάρχει αμφιβολία και ύπαρξη δύο ερμηνειών πρέπει να δίνεται η ερμηνεία η οποία συνάδει με τη λογική. Αυτό το έργο ανήκει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Θα πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι η ερμηνεία με αναφορά στο σκοπό του νομοθετήματος έχει εδραιωθεί ενώ η αυστηρή γραμματική ερμηνεία ανήκει στο παρελθόν (Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις ΠλάζαΛτδ ν. Συμβούλιο Βελτιώσεως ΓερμασόγειαςΑΕ1804/20.5.98). Γι' αυτό και η τελολογική μέθοδος ερμηνείας είναι επιτρεπτή οποτεδήποτε το κείμενο της νομοθεσίας παρέχει την ευχέρεια, για την απόδοση της ερμηνείας εκείνης που αποτελεσματικότερα προωθεί την ευόδωση των κατά τα άλλα έκδηλων σκοπών του Νομοθέτη (ChalanosDistributorsLtdv. Δημοκρατίας Α.Ε. 302/12.9.02, Ράφτης ν. Δημοκρατίας Α.Ε. 3017/5.6.02, Νικολάου ν. Βασιλείου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1556, MaxwellontheInterpretationofStatutes, 10η έκδοση σελ. 2). Όπως ξεκάθαρα προκύπτει, από την παράθεση ολόκληρου του εδαφίου 3 του αρ. 34, σκοπός και πρόθεση του Νομοθέτη ήταν να μην επιτρέψει την επιβίωση αγωγών που βάση έχουν αστικό αδίκημα που διέπραξε ο αποβιώσας. Επιτρέπει κατ' εξαίρεση να συμβεί αυτό σε δύο περιπτώσεις. Όπου η διαδικασία εκκρεμούσε εναντίον του αποβιώσαντα κατά το χρόνο του θανάτου και η δεύτερη περίπτωση, η προνοούμενη από το 34
(3)(b). Το ερώτημα είναι, η πρόθεση του Νομοθέτη ήταν να διασώσει βάσεις αγωγών που προέκυψαν σε βάθος χρόνου, ξεκινώντας έξι μήνες και πέραν του θανάτου του αδικοπραγήσαντα, όπως εισηγείται ο κ. Σωφρονίου; Η απάντηση είναι αρνητική. Δεδομένης της πρόθεσης του Νομοθέτη να μην επιβιώνουν του θανάτου του αποβιώσαντα, τέτοιας φύσεως αγωγές, είναι πιο δίκαιο και ορθό να ερμηνευθεί ότι η διάσωση βάσεων αγωγών επιτρέπεται μόνον όταν τα διαδραματισθέντα γεγονότα ήσαν πρόσφατα και πλησίον της ημερομηνίας του θανάτου του αδικοπραγήσαντα. Αντίθετη ερμηνεία, όπως την εισηγείται ο κ. Σωφρονίου θα αντιστρατεύεται το σκοπό του Νόμου όπως ανωτέρω εξηγήθηκε. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η βάση της αγωγής είναι αστικό αδίκημα. Αυτό της επίθεσης και πρόκλησης σωματικών βλαβών. Το αστικό αδίκημα έλαβε χώραν την 18.1.
- Την ίδια ημερομηνία επήλθε και ο θάνατος του αδικοπραγήσαντα. Έπρεπε, επομένως η αγωγή να κατατεθεί το αργότερο εντός 6 μηνών από την ημερομηνία παραχώρησης εγγράφων διαχειρίσεως στους διαχειριστές η οποία ήταν η 7.5.2008 (συναφής είναι η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 22.9.10). Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 19.10.09, ενώ έπρεπε να είχε καταχωρηθεί μέχρι την 7/11/
- Επομένως η καταχώρηση της ήταν εκπρόθεσμη. Ας σημειωθεί ότι η διαχείριση είχε ήδη ολοκληρωθεί με την καταχώρηση τελικών λογαριασμών στις 15.9.09 (σχετική είναι η ένορκη δήλωση του ενάγοντα ημερ. 19.10.09) και η περιουσία είχε διανεμηθεί στους κληρονόμους. Από αυτό το γεγονός, αναδύεται επίσης ο σκοπός του Νομοθέτη, ο οποίος πέραν των ανωτέρω, ήταν να μην διαταράσσει σχέσεις, δικαιώματα και καταστάσεις που δημιουργούνται μετά τον θάνατο και η πάροδος του χρόνου τα εδραιώνει.» Συνεπώς το Δικαστήριο έκανε αποδεκτή την προδικαστική ένσταση και ανέστειλε την αγωγή εφόσον κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα είχε στη προκειμένη περίπτωση παραγραφεί. H σημασία των καθορισμένων προθεσμιών στη νομική επιστήμη επεξηγήθηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Γ. Φοινικαρίδου v. Γ. Οδυσσέως
(2001)1 Α.Α.Δ. 1744. Παραπέμπω στο σχετικό απόσπασμα: «Η γενική αρχή που αναδύεται από τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι πως το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο υπόκειται σε θεμιτούς περιορισμούς, ακριβώς για την ορθολογική λειτουργία του προς όλους τους ενδιαφερόμενους στη δικαστική διαδικασία. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κρίνει πως η περίοδος παραγραφής δικαιώματος εξυπηρετεί θεμελιώδεις σκοπούς άρρηκτα συνυφασμένους με τη βεβαιότητα για τα δικαιώματα των ατόμων και αποσκοπεί στην τελεσιδικία της διαφοράς». Αποτελεί επίσης θέση του καθ' ού η αίτηση ότι η αιτήτρια δεν νομιμοποείται να εγείρει την παρούσα αίτηση. Υποστηρίζει δε ότι από τη στιγμή που ο εναγόμενος 1 δεν έχει υποβάλει αίτηση για εκδίκαση του προδικαστικού σημείου, όπως έπραξε η αιτήτρια, τότε η αιτήτρια δεν νομιμοποείται να πράξει κάτι τέτοιο. Ο λόγος για τον οποίο ηγέρθηκε η αγωγή εναντίον της αφορά μόνο την κάλυψη των ζημιών του καθ' ου η αίτηση στις οποίες θα καταδικαστούν οι εναγόμενοι 1 ένεκα της κάλυψης της αστικής ευθύνης των εναγόμενων 1 από την αιτήτρια. Συνεπώς η αιτήτρια δεν έχει οποιεσδήποτε υπερασπίσεις ή δικαιώματα πέραν αυτών που αναφέρονται στον σχετικό νόμο στον οποίο βασίζεται η αγωγή του. Περαιτέρω είναι η θέση του ότι η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να προτάσσει ως υπεράσπιση την παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντος έναντι των εναγόμενων 1 εφόσον αρνείται την ισχύ του ασφαλιστηρίου. Επί του προκειμένου αναφέρω τα ακόλουθα. Το αν και εφόσον καταγγέλθηκε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο του αποβιώσαντος από την αιτήτρια και ποιές είναι ενδεχομένως οι συνέπειες δεν είναι θέμα που μπορεί να απασχολήσει το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο . Περαιτέρω τέτοιος ισχυρισμός δεν περιέχεται στην Έκθεση Απαίτησης του ενάγοντα επομένως το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει επί του προκειμένου τον εν λόγω ισχυρισμό. Σε σχέση με το ποιές υπερασπίσεις μπορεί να προβάλει ο ασφαλιστής στην περίπτωση όπου εγείρεται μία αγωγή απευθείας εναντίον του, η απάντηση δίδεται από το ίδιο το άρθρο 16Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμος του 2000 (Ν. 96(I)/2000) το οποίο προβλέπει ότι: «16Α-
(1)Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε διάταξης του περί Συμβάσεων Νόμου και του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ο ζημιωθείς υπό την επιφύλαξη των εδαφίων
(2)και
(3), αποκτά απευθείας αγώγιμο δικαίωμα και εναντίον του ασφαλιστή που καλύπτει την αστική ευθύνη του υπευθύνου, ο οποίος σε τέτοια περίπτωση υποκαθίσταται στη θέση του ασφαλισμένου έναντι του ζημιωθέντος, χωρίς ο ζημιωθείς να υποχρεούται να στραφεί και εναντίον του ασφαλισμένου: Νοείται ότι σε περίπτωση καταγγελίας του ασφαλιστηρίου από τον ασφαλιστή, τότε στη δικαστική διαδικασία πρέπει να συμμετέχει και ο ασφαλισμένος.
(2)Στην περίπτωση του εδαφίου
(1)ο ασφαλιστής μπορεί να προβάλει έναντι του ζημιωθέντος όλες τις υπερασπίσεις που διαθέτει εναντίον του ασφαλισμένου. ....» Με βάση την πιο πάνω νομοθετική διάταξη προκύπτει ότι όταν εγείρεται απευθείας αγωγή εναντίον του ασφαλιστή αυτός υποκαθιστά τον ασφαλισμένο. Συνεπακόλουθα μπορεί να προβάλει όλες τις υπερασπίσεις που ο ασφαλισμένος μπορεί να προβάλει εναντίον του ενάγοντα (βλέπε εδάφιο 1). Περαιτέρω με βάση το εδάφιο 2 ο ασφαλιστής μπορεί εάν επιθυμεί να εγείρει εναντίον του ενάγοντος και τις υπερασπίσεις που ο ίδιος θα είχε δικαίωμα να εγείρει έναντίον του ασφαλισμένου της. Έπεται ότι η εισήγηση αυτή του καθ΄ού η αίτηση δεν ευσταθεί και συνεπώς απορρίπτεται. Με βάση τον 6ο λόγο ένστασης ισχυρίζεται ο καθ'ού η αίτηση ότι το άρθρο 34 του περί Διαχειρίσεως Νόμου, Κεφ 189 είναι αντισυνταγματικό. Η εξέταση της αντισυνταγματικότητας νόμων και ο τρόπος που το ζήτημα αυτό θα πρέπει να αντικρίζεται από τα Δικαστήρια μας έχει συνοψιστεί, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Investylia Ltd v. Ε.& Π. Λειβαδιώτης Λτδ,
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1872, από την οποία παραθέτω και το σχετικό απόσπασμα: «Η νομολογία επί του ζητήματος είναι πάγια και αυστηρή. Θέμα αντισυνταγματικότητας εγείρεται στο δικόγραφο, στο οποίο δίδονται πλήρεις λεπτομέρειες της εισήγησης, όπως π.χ. ποίο άρθρο ή άρθρα ή μέρους άρθρου του νόμου αντίκειται στο Σύνταγμα, βεβαίως και σε ποιο άρθρο του. Ακολουθεί η αιτιολογία της εισήγησης. Κατά την ακρόαση το βάρος της απόδειξης, ότι η πρόνοια νόμου είναι αντισυνταγματική, καθορίζεται αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Δες Ανδρέας Νικολάου v. Βάσου Βασιλείου
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1566, όπου στη σελ. 1576 αναφέρεται και αριθμός προηγούμενων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου που υποστηρίζουν την ίδια αρχή).» Δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε δικογράφηση περί αντισυνταγματικότητας στην Έκθεση Απαίτησης του καθ' ου η αίτηση, κάτι που βεβαίως κρίνεται δικαιολογημένο εφόσον το ζήτημα παραγραφής τέθηκε από την αιτήτρια στην υπεράσπιση της. Θα μπορούσε όμως ο καθ' ου η αίτηση με την Απάντηση στην Υπεράσπιση του να εγείρει ζήτημα αντισυνταγματικότητας του εν λόγω άρθρου. Κάτι τέτοιο δεν έπραξε εφόσον Απάντηση στην Υπεράσπιση δεν καταχωρίστηκε μέχρι στιγμής. Συνεπώς ο καθ' ου η αίτηση δεν νομιμοπείται να θέσει οποιοδήποτε ζήτημα αντισυνταγματικότητας και το Δικαστήριο συνεπακόλουθα δεν μπορεί να εξετάσει τέτοιο ζήτημα με βάση τα δεδομένα αυτά. Επομένως και η εισήγηση αυτή του συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση επίσης απορρίπτεται. Είναι περαιτέρω η θέση του καθ'ού η αίτηση ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω του ότι το άρθρο 22 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμος του 2000 (96(I)/2000) το οποίο είχε ισχύει, κατά τον ουσιώδη με τα επίδικα γεγονότα χρόνο, υπερισχύει του Κεφ.189 εφόσον είναι πιο ειδικός νόμος. Με κάθε σεβασμό δεν συμφωνώ καθόλου με την εισήγηση αυτή. Καταρχάς σημειώνω ότι το εν λόγω άρθρο καταργήθηκε με τον τροποποιητικό Νόμο 66(Ι)/2012, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1/7/
- Η βάση της αγωγής προέκυψε στις 17/3/12 επομένως το άρθρο 22 του πιο πάνω Νόμου, κατά τον ουσιώδη χρόνο, βρισκόταν ακόμα σε ισχύ. Το άρθρο 22 προέβλεπε τα ακόλουθα: «
- Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, οποιαδήποτε αγωγή για τους σκοπούς του Νόμου αυτού κατά του αδικοπραγούντα πρέπει να εγείρεται μέσα σε τρία χρόνια από την ημέρα του ατυχήματος». (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) Το εν λόγω άρθρο είναι ξεκάθαρο ότι αφορά αγωγή η οποία θα πρέπει να εγερθεί εντός τριών χρόνων εναντίον του αδικοπραγούντα από την ημέρα του ατυχήματος. Στην προκειμένη περίπτωση όμως η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε εναντίων των διαχειριστών του αποβιώσαντα και όχι προσωπικά εναντίον του αδικοπραγούντα εφόσον αυτός είχε αποβιώσει συνεπεία του δυστυχήματος. Συνεπώς δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το εν λόγω άρθρο από την στιγμή που η αγωγή καταχωρίστηκε εναντίον των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος. Επομένως στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογής τυγχάνει το Κεφ.
- Πέραν τούτου το ίδιο το άρθρο 22 ορίζει «οποιαδήποτε αγωγή για τον σκοπό του Νόμου αυτού» πρέπει να εγείρεται εντός 3 χρονών. Συνεπώς για να τύχει εφαρμογής η σχετική διάταξη θα πρέπει η αγωγή που εγέρθηκε να έχει ως βάση αγωγής τον εν λόγω νόμο. Ο Ν. 96(I)/2000 και ειδικότερα τα άρθρα 14 και 15 εφαρμόζονται όταν ο ενάγοντας εξασφαλίσει δικαστική απόφαση στη βάση του αστικού αδικήματος και ακολούθως δικαιούται να εγείρει αγωγή στην ασφαλιστική εταιρεία. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση εφόσον δεν εξασφαλίστηκε τέτοια δικαστική απόφαση από τον ενάγοντα. Συνεπώς και για τον λόγο αυτό η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση επίσης δεν μπορεί να γίνει δεκτή και απορρίπτεται ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα πιο πάνω εφόσον το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι η παρούσα αγωγή έχει καταχωριστεί εκπρόθεσμα δεν έχει άλλη επιλογή από του να την αναστείλει, εφαρμόζοντας τις αρχές που τέθηκαν στην υπόθεση Φεσσά v. Κασάπη (ανωτέρω). Έχω προβληματισθεί κατά πόσο η παρούσα αγωγή θα πρέπει να ανασταλεί και για τους εναγόμενους 1, οι οποίοι δεν καταχώρησαν παρόμοια αίτηση. Οι εναγόμενοι 1 όμως εγείρουν το ίδιο ζήτημα, περί παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα, στην Υπεράσπιση τους. Δεδομένης επίσης της θέσης τους, ως ανάφεραν στο Δικαστήριο ότι θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης και την οποιανδήποτε τυχόν απόφαση εκδοθεί από το Δικαστήριο και λαμβάνοντας επίσης υπόψη ότι στην προδικαστική ένσταση της εναγομένης 2 στην υπεράσπιση της αναφέρεται ότι το αγώγιμο δικαίωμα έχει παραγραφεί και σε σχέση και με την εναγόμενη 1, κάτι εξάλλου που ζητείται και στο αιτητικό Β της αίτησης που αφορά την εξέταση της ουσίας της προδικαστικής ένστασης, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως η αγωγή ανασταλεί και σε σχέση με τους εναγομένους
- Κάτι τέτοιο θα εξοικονομούσε χρόνο και έξοδα. Αυτός εξάλλου είναι και ο σκοπός της Δ.
- Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης 2 και εναντίον του ενάγοντα ως αυτά θα υπολογισθούν από το Πρωτοκολλητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ....................................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο