← Κύπρος

ΑΝΤΡΕΑΣ Μ. Χ''ΑΝΔΡΕΑΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. Κκόλα, Αρ. Αγωγής: 1073/2012, 5/12/2018

ΑΝΤΡΕΑΣ Μ. Χ''ΑΝΔΡΕΑΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. Κκόλα, Αρ. Αγωγής: 1073/2012, 5/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:A72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1073/2012 ΜΕΤΑΞΥ: ΑΝΤΡΕΑΣ Μ. Χ''ΑΝΔΡΕΑΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ, με έδρα το Παραλίμνι Ενάγουσας -και- XXXXX Κκόλα, Διονύσιου Σολωμού XXXXX, XXXXX XXXXX Εναγόμενου Ημερομηνία꞉ 5.12.2018 Εμφανίσεις꞉ Για την Ενάγουσα꞉ κα. Μ. Χατζηκωνσταντή, για Γ. Φ. Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο꞉ κ. Α. Χατζηχριστοδούλου, για Αδάμος Χατζηχριστοδούλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η Ενάγουσα εξαιτείται εναντίον του Εναγομένου το ποσό των €7.285,18 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., με νόμιμο τόκο και έξοδα. Η Εκδοχή γεγονότων που δικογράφησε η Ενάγουσα στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα έχει ως εξής꞉

  1. Η Ενάγουσα είναι κυπριακή εταιρεία και ασχολείται με την πώληση ή/και εμπορία ειδών οικοδομής ή/και άλλων αντικειμένων με έδρα το Παραλίμνι και εμπορεύονται και με το όνομα «A. Hadjiandreas & Sons» ή «A. Hadjiandreas & Sons Ltd» Ο Εναγόμενος είναι από το Παραλίμνι.
  2. Κατά ή περί τις αρχές Απριλίου του 2000 μέχρι ή και περί τον Νιόβρη του 2002 και ακολούθως κατά την 1/2/2004, η Ενάγουσα πωλούσε και παρέδιδε στον εναγόμενο στο Παραλίμνι της επαρχίας Αμμοχώστου, οικοδομικά υλικά ή και συναφή είδη σε λογικές ή και συμφωνημένες τιμές με το ρητό ή εξυπακουόμενο όρο ότι ο εναγόμενος θα εξοφλούσε την Ενάγουσα το συντομότερο δυνατό.
  3. Ο Εναγόμενος κατέβαλλε κάποια ποσά έναντι τέτοιων αγορών και κατά ή περί το 2005, το υπόλοιπο του εναγόμενου ήταν €3.464,44σ., ήτοι €5.919,35σ., συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ.
  4. Επιπρόσθετα των ανωτέρω αγορών και χρέους, ο εναγόμενος μαζί με κάποιο XXXXX Χριστοδούλου, ο οποίος απεβίωσε, κατά τακτά χρονικά διαστήματα μέχρι και το 2003, αγόραζαν οικοδομικά υλικά ή και συναφή προϊόντα από την ενάγουσα, διατηρώντας ξεχωριστό λογαριασμό μαζί της.
  5. Το χρεωστικό υπόλοιπο του ανωτέρω λογαριασμού τους κατά ή περί το 2008, ήταν €1.365,83σ.
  6. Το σημερινό συνολικό χρέος του εναγομένου προς την ενάγουσα είναι €7.285,18σ.
  7. Η ενάγουσα έκτοτε εζήτησε επανειλημμένα από τον εναγόμενο πληρωμή του ανωτέρω υπολοίπου και, παρά τις υποσχέσεις του, ο εναγόμενος μέχρι σήμερα κανένα ποσό κατέβαλε.
  8. Για τούτο, η Ενάγουσα ζητεί απόφαση κατά του εναγομένου, ως η ανωτέρω αξίωση. Ο Εναγόμενος αρνείται την εκδοχή της Ενάγουσας. Συγκεκριμένα, στην Έκθεση Υπεράσπισής του, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι꞉ Αναφορικά με τις αγορές που ο ίδιος έκανε ως ισχυρίζεται η Ενάγουσα στις παρα. 2 και 3 της Έκθεσης Απαίτησής της ανωτέρω, αυτός λέγει ότι έκανε κάποιες αγορές, τις οποίες όμως εξόφλησε αμέσως και ουδέν υπόλοιπο οφείλει. Αναφορικά με τις παρα. 4 και 5 της Έκθεσης Απαίτησης, αυτός λέγει ότι δεν έκανε οποιεσδήποτε αγορές απο κοινού με τον αποβιώσαντα XXXXX Χριστοδούλου. Απεναντίας, ο καθένας από αυτούς έκανε ξεχωριστές αγορές, γι'αυτό και ο Εναγόμενος ουδέν ποσό οφείλει για κοινές αγορές. Ο Εναγόμενος αρνείται κατηγορηματικά τις παρα. 6 και 7 της Έκθεσης Απαίτησης και επαναλαμβάνει ότι ουδέν ποσό οφείλει. Καταλήγει ο Εναγόμενος να ζητεί την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εις βάρος της Ενάγουσας. Δεν καταχωρήθηκε Απάντηση από την Ενάγουσα. Η ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας, προσήλθαν στο Δικαστήριο τρεις μάρτυρες꞉ · Ο κ. XXXXX Μ. Χατζηανδρέας, Διευθυντής της Ενάγουσας (στο εξής «ο ΜΕ1»), · ο κ. XXXXX Μουστακάς, Λογιστής της Ενάγουσς (στο εξής «ο ΜΕ2»), · ο κ. XXXXX Πέτρου, Λογιστής - Ελεγκτής (στο εξής «ο ΜΕ3»). Από την άλλη, για την υπόθεση της Υπεράσπισης, μαρτυρία έδωσε μόνο ο Εναγόμενος. Ολοκληρώθηκε η ακρόαση της υπόθεσης στη βάση της πιο πάνω προσκομισθείσας μαρτυρίας και ακολούθως οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων εφοδίασαν το Δικαστήριο με τις τελικές αγορεύσεις τους, γραπτώς. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕ
  9. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, ο ΜΕ1 υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε με την ένδειξη «Έγγραφο Α». «Εγώ ο κάτωθι υπογράφων XXXXX Μ. Χατζηανδρέας δηλώνω και καταθέτω τα ακόλουθα σαν μαρτυρία στην υπό άνω αριθμό και τίτλο υπόθεση.
  10. Έχω διαβάσει και υιοθετώ την Έκθεση Απαίτησης που κατέθεσαν οι ενάγοντες στην παρούσα αγωγή και παραθέτω τα ακόλουθα γεγονότα:
  11. Είμαι ο μοναδικός διευθυντής των εναγόντων, οι οποίοι είναι κυπριακή εταιρεία Λτδ και ασχολούνται με την πώληση και εμπορία ειδών οικοδομής και άλλων αντικειμένων και εμπορευμάτων με έδρα το Παραλίμνι. Οι ενάγοντες εμπορεύονται και με το όνομα A. Hadjiandreas & Sons και A. Hadjiandreas & Sons Ltd και Ανδρέας Μ. Χ"Ανδρέας & Υιοί Λτδ και άλλες ονομασίες.
  12. Ο εναγόμενος είναι κάτοικος Παραλιμνίου και τον γνωρίζω προσωπικά εδώ και πάρα πολλά χρόνια.
  13. Κατά τον Απρίλιο του 2000 ο εναγόμενος ήρθε στο κατάστημα των εναγόντων στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου και μου ανέφερε ότι θα έκτιζε μία κατοικία στο Παραλίμνι για λογαριασμό τρίτου προσώπου και μου ζήτησε όπως οι ενάγοντες πωλούν στον εναγόμενο και ο εναγόμενος αγοράζει από τους ενάγοντες διάφορα οικοδομικά υλικά και συναφή είδη και όπως οι ενάγοντες δημιουργήσουν χρεωστικό λογαριασμό αγορών επί πιστώσει στο όνομα του εναγομένου και οι ενάγοντες συμφώνησαν με τα ανωτέρω.
  14. Ακολούθως, δημιούργησα λογαριασμό πωλήσεων επί πιστώσει στο όνομα του εναγομένου και από τον Απρίλιο του 2000 μέχρι και Φεβρουάριο του 2004 οι ενάγοντες πώλησαν και παρέδωσαν στον εναγόμενο οικοδομικά υλικά και συναφή είδη έναντι συμφωνημένων και λογικών τιμών. Ήτο επίσης ρητός και εξυπακουόμενος όρος ότι το εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο του εναγομένου θα έπρεπε να εξοφληθεί το συντομότερο δυνατό και όχι πέραν των 30 ημερών στο κατάστημα των εναγόντων στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου.
  15. Όλες οι συναλλαγές εγίνοντο κατόπιν επίσκεψης του ίδιου του εναγομένου στο κατάστημα των εναγόντων στο Παραλίμνι και στην παρουσία μου. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος αγόραζε οικοδομικά υλικά και συναφή είδη και οι ενάγοντες, διά της γραμματέας τους και συζύγου μου Σοφούλλας Χατζηανδρέα, η οποία ήτο και είναι η υπεύθυνη στο ταμείο του καταστήματος, εξέδιδαν σχετικό τιμολόγιο για την κάθε συναλλαγή στο οποίο καταγράφεται η κάθε συναλλαγή και παρέδιδαν το τιμολόγιο με κατάσταση λογαριασμού του εκάστοτε χρεωστικού υπολοίπου του εναγόμενου. Ο εναγόμενος παραλάμβανε στην παρουσία μου τα προϊόντα, τα σχετικά τιμολόγια τα οποία έλεγχε και κατάσταση λογαριασμού και τα αποδεχόταν χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία.
  16. Παρουσιάζω δέσμη εγγράφων με τα σχετικά τιμολόγια και κατάσταση λογαριασμού ανά έτος ως Τεκμήρια 1 έως 6, τα οποία εξέδιδαν οι ενάγοντες και παρέδιδαν στον εναγόμενο ως ανωτέρω. Αναφορικά με τα τιμολόγια αυτά επιθυμώ να διευκρινίσω τα ακόλουθα: (α) [...] έως (δ) [...] (ε) Στο τελευταίο πεδίο κάτω δεξιά «Πωλητής - Salesman» υπογράφει η σύζυγος μου XXXXX Χατζηανδρέα, η οποία ήτο και είναι η γραμματέας των εναγόντων και η υπεύθυνη στο ταμείο του καταστήματος και ήτο αυτή που συμπλήρωνε και εξέδιδε τα τιμολόγια. Με την έκδοση του τιμολογίου το παρέδιδα εγώ αμέσως και ιδιοχείρως μαζί με κατάσταση λογαριασμού στον εναγόμενο. Καθότι η ημερομηνία έκδοσης του εκάστοτε τιμολογίου ήτο η ίδια με την ημερομηνία παραλαβής, το πεδίο «Ημερ. Αποστολής» κάτω αριστερά δεν συμπληρώνετο από τους ενάγοντες.
  17. Θα επεξηγήσω ένα εκ των τιμολογιών για να αντιληφθεί το Σεβαστό Δικαστήριο το περιεχόμενο του. Το τιμολόγιο με αριθμό 005227 και ημερομηνία 02/11/2001: (α) Στο πεδίο «Όνομα/Name» καταγράφεται το όνομα του εναγομένου, ήτοι XXXXX Κκόλας. Από κάτω στο πεδίο «Ημερ./Date» καταγράφεται η ημερομηνία της συναλλαγής, ήτοι 2/11/
  18. Η χειρόγραφη σημείωση με το κόκκινο μελάνι είναι για σκοπούς αρχειοθέτησης των εναγόντων μεταγενέστερα. (β) Στον κατωτέρω πίνακα καταγράφεται μόνο μία καταχώριση. Συγκεκριμένα, στην στήλη «Ποσότης/Quantity» καταγράφεται ο αριθμός 300 και στην στήλη «ΕΙΔΟΣ - GOODS» η περιγραφή «τούβλα», που σημαίνει ότι ο εναγόμενος εκείνη την ημερομηνία ο εναγόμενος αγόρασε 300 τούβλα. Στις στήλες «£» και «Cent» καταγράφεται η συνολική τιμή σε Λίρες Κύπρου των 300 τούβλων, που ήτο 60 Λίρες Κύπρου (ήτοι 20 σεντ το τούβλο). (γ) Στο κάτω μέρος δεξιά κάτω από τον πίνακα, στο πεδίο «TOTAL - ΟΛΙΚΟ £» καταγράφεται η συνολική τιμή των προϊόντων που αγόρασε ο εναγόμενος, χωρίς να περιλαμβάνεται σε αυτήν ο ΦΠΑ. Εφόσον η μοναδική συναλλαγή ήταν τα 300 τούβλα, η συνολική τιμή είναι 60 Λίρες Κύπρου. Στο επόμενο πεδίο «V.A.T.» καταγράφεται το ποσοστό και ποσό του ΦΠΑ, ήτοι 10% και 6 Λίρες Κύπρου αντίστοιχα. Στο τελευταίο πεδίο «TOTAL - ΟΛΙΚΟ £» καταγράφεται η συνολική τιμή συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, που είναι 66 Λίρες Κύπρου. (δ) Στο τελευταίο πεδίο «Πωλητής - Salesman» κάτω δεξιά είναι η υπογραφή της συζύγου μου.
  19. Θα πρέπει επίσης να αναφέρω ότι τα δύο τιμολόγια, ήτοι με αριθμούς 3432 και 2968, δεν έχουν εντοπισθεί και έχουν απωλεσθεί από τους ενάγοντες. Αυτό πιθανόν να οφείλεται κατά την μεταφορά τους στους λογιστές των εναγόντων για σκοπούς υποβολής όλων των απαραίτητων στοιχείων στον Φόρο.
  20. Ως ανέφερα ήδη, σε κάθε αγορά επί πιστώσει που προέβαινε ο εναγόμενος από τους ενάγοντες, οι ενάγοντες παρέδιδαν στον εναγόμενο και κατάσταση του λογαριασμού του μαζί με το τιμολόγιο.
  21. Αναφορικά με την κατάσταση λογαριασμού επιθυμώ να διευκρινίσω τα ακόλουθα: (α) [...] έως (γ) [...]. (δ) Στην πρώτη γραμμή του πίνακα καταγράφεται το όνομα του χρεώστη, ήτοι του εναγομένου με λατινικούς χαρακτήρες, ήτοι «MICHALIS KKOLAS» και δίπλα στο πεδίο «Opening Balance» τυχόν προηγούμενο υπόλοιπο που μεταφέρθηκε από συναλλαγές πριν την χρονική περίοδο που αφορά ο σχετικός πίνακας. Όπως φαίνεται από την κατάσταση λογαριασμού, ο λογαριασμός άνοιξε τον Απρίλιο του 2000 και η πρώτη συναλλαγή έγινε την 10/04/
  22. (ε) Στο τέλος του πίνακα δίπλα από το πεδίο «Totals» καταγράφεται το σύνολο των χρεώσεων και πιστώσεων κάτω από την ανάλογη στήλη για την χρονική περίοδο που αφορά ο πίνακας. Στο αμέσως από κάτω πεδίο «Closing Balance» καταγράφεται το συνολικό ποσό του χρεωστικού υπολοίπου για την χρονική περίοδο που αφορά ο πίνακας, που είναι η διαφορά μεταξύ του συνολικού ποσού των χρεώσεων με το συνολικό ποσό των πιστώσεων.
  23. Για παράδειγμα, στον πίνακα της κατάστασης λογαριασμού που αφορά την χρονική περίοδο 01/01/2004 έως 31/12/2004, καταγράφεται μόνο μία καταχώριση, η οποία αφορά το τιμολόγιο με αρ. 10223 και ημερ. 01/02/
  24. Το υπόλοιπο που μεταφέρθηκε από τις προηγούμενες χρονικές περιόδους, ήτοι για τα έτη 2000, 2001, 2002 και 2003, είναι 3.424,48 Λίρες Κύπρου. Με την πρόσθεση της χρέωσης του τιμολογίου με αρ. 10223, ήτοι £39,96, το χρεωστικό υπόλοιπο αυξήθηκε στο ποσό των 3.464,44 Λιρών Κύπρου.
  25. Ο εναγόμενος κατέβαλλε κάποια ποσά έναντι των ανωτέρω αγορών, τα οποία φαίνονται από την κατάσταση λογαριασμού. Κατά τον Φεβρουάριο του 2004 το υπόλοιπο του εναγομένου ήτο £3.464,44 ήτοι €5.919,35 συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ.
  26. Επιπρόσθετα των ανωτέρω αγορών και χρέους του, ο εναγόμενος μαζί με κάποιο XXXXX Χριστοδούλου ο οποίος απεβίωσε, περί τα τέλη του 1997 ήρθαν στο κατάστημα των εναγόντων στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου και μου ζήτησαν όπως οι ενάγοντες να πωλούν σε αυτούς και αυτοί να αγοράζουν από τους ενάγοντες διάφορα οικοδομικά υλικά και συναφή είδη και όπως οι ενάγοντες δημιουργήσουν χρεωστικό λογαριασμό αγορών επί πιστώσει στο όνομα τους και οι ενάγοντες συμφώνησαν με τα ανωτέρω.
  27. Ακολούθως, δημιούργησα λογαριασμό πωλήσεων επί πιστώσει στο όνομα του εναγομένου και του κ. XXXXX Χριστοδούλου και από το 1997 μέχρι και το 2003 οι ενάγοντες πώλησαν και παρέδωσαν στον εναγόμενο οικοδομικά υλικά και συναφή είδη έναντι συμφωνημένων και λογικών τιμών διατηρώντας ξεχωριστό χρεωστικό λογαριασμό μαζί τους για εκείνες τις συναλλαγές. Οι συναλλαγές γίνονταν με τον ίδιο ανωτέρω τρόπο και ήτο ρητός και εξυπακουόμενος όρος ότι ο εναγόμενος και ο Δημήτρης Χριστοδούλου είχαν υποχρέωση αλληλέγγυα ή και κεχωρισμένα να εξοφλήσουν τους ενάγοντες το συντομότερο δυνατό.
  28. Ήτο επίσης ρητός και εξυπακουόμενος όρος ότι το εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο του εναγομένου θα έπρεπε να εξοφληθεί το συντομότερο δυνατό και όχι πέραν των 30 ημερών στο κατάστημα των εναγόντων στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου.
  29. Όλες οι συναλλαγές εγίνοντο κατόπιν επίσκεψης του ίδιου του εναγομένου στο κατάστημα των εναγόντων στο Παραλίμνι και στην παρουσία μου. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος αγόραζε οικοδομικά υλικά και συναφή είδη και οι ενάγοντες, διά της γραμματέας τους και συζύγου μου Σοφούλλας Χατζηανδρέα, η οποία ήτο και είναι η υπεύθυνη στο ταμείο του καταστήματος, εξέδιδαν σχετικό τιμολόγιο για την κάθε συναλλαγή στο οποίο καταγράφεται η κάθε συναλλαγή και παρέδιδαν το τιμολόγιο με κατάσταση λογαριασμού του εκάστοτε χρεωστικού υπολοίπου του εναγόμενου. Ο εναγόμενος παραλάμβανε στην παρουσία μου τα προϊόντα, τα σχετικά τιμολόγια τα οποία έλεγχε και κατάσταση λογαριασμού και τα αποδεχόταν χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία.
  30. Παρουσιάζω σχετική κατάσταση λογαριασμού του εναγομένου με τον κ. Δημήτρη Χριστοδούλου κατά έτος από το 1997 ως Τεκμήριο
  31. Ο τύπος της κατάστασης λογαριασμού είναι πανομοιότυπος με την κατάσταση λογαριασμού του εναγομένου που επεξήγησα ανωτέρω. Δυστυχώς, τα σχετικά τιμολόγια δεν εντοπίσθηκαν γιατί είχαν παραδοθεί στους λογιστές των εναγόντων για φορολογικούς σκοπούς και καταστράφηκαν λόγω του ότι αφορούν πολύ παλιές συναλλαγές. Έχω εντοπίσω, όμως, ορισμένες αποδείξεις και παρουσιάζω ενδεικτικά ως Τεκμήριο 8 την απόδειξη είσπραξης με αρ. 001125 και ημερομηνία 12/10/2000 που εξέδωσαν οι ενάγοντες και παρέδωσαν στον εναγόμενο όταν ο εναγόμενος πλήρωσε το ποσό των 1.000 Λιρών Κύπρου έναντι του λογαριασμού αυτού.
  32. Ο εναγόμενος και ο κ. XXXXX Χριστοδούλου κατέβαλαν κάποια ποσά έναντι των ανωτέρω αγορών, τα οποία φαίνονται από την κατάσταση λογαριασμού. Κατά τον Μάρτιο του 2003 το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού ήτο £799,38 συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, ήτοι €1.365,
  33. Έκτοτε ο εναγόμενος παρά τις εκκλήσεις των εναγόντων δεν κατέβαλε κανένα ποσό στους ενάγοντες για τις ανωτέρω οφειλές του με αποτέλεσμα το σημερινό συνολικό χρέος του έναντι των εναγόντων είναι €7.285,18 (ήτοι €5.919,35 + €1.365,83).
  34. Κατά κανόνα, οι ενάγοντες απέστελλαν και παρέδιδαν κατά τακτά χρονικά διαστήματα τις καταστάσεις λογαριασμού για τα ανωτέρω χρεωστικά υπόλοιπα στον εναγόμενο και αυτός υπόσχετο ότι θα τα εξοφλούσε.
  35. Οι ενάγοντες, τόσο μέσω εμού όσο και μέσω της γραμματέως τους και συζύγου μου XXXXX Χατζηανδρέα ζήτησαν επανειλημμένα από τον εναγόμενο την πληρωμή του ανωτέρω ποσού και παρά τις υποσχέσεις του ο εναγόμενος μέχρι σήμερα κανένα ποσό δεν κατέβαλε. Ενόψει όλων των ανωτέρω, οι ενάγοντες ζητούν απόφαση κατά του εναγομένου ως η Έκθεση Απαίτησης.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Απαντώντας, σε περαιτέρω διευκρινιστικές ερωτήσεις της συνηγόρου της Ενάγουσας, ο ΜΕ1 εξήγησε τα εξής꞉ Ο λόγος που σε όλα τα τιμολόγια, τα οποία κατατέθηκαν μαζί με την κατάσταση λογαριασμού, ως τα Τεκμήρια 1 έως 6, υπάρχει μία χειρόγραφη σημείωση ενός αριθμού με κόκκινο μελάνι, είναι γιατί έτσι αρχειοθετούνται τα τιμολόγια για λογιστικούς σκοπούς. Στους λογαριασμούς της Ενάγουσας, κάθε πελάτης έχει δική του ξεχωριστή σελίδα, στην οποία καταχωρείται λογιστικά κάθε τιμολόγιο και το υπόλοιπο. Όσον αφορά τα τιμολόγια που δεν κατέστη δυνατόν να εντοπιστούν από τον ΜΕ1 για να τα προσκομίσει στο Δικαστήριο (βλ. παρα. 19 του Εγγράφου Α, ανωτέρω), ο ΜΕ1 εξήγησε ότι όλα τα εκδοθέντα τιμολόγια η Ενάγουσα τα παρέδιδε στον λογιστή της, τον μοναδικό που έχει,τον κ. XXXXX Μουστακά, για χάριν υπολογισμού του φόρου εισοδήματος. Για τα συγκεκριμένα έτη στα οποία αφορούν τα τιμολόγια ως τα Τεκμήρια 1 έως 6, έχουν ήδη κλείσει οι οικονομικές καταστάσεις της Ενάγουσας, τόσο για το Φόρο Εισοδήματος όσο και για το Φ.Π.Α. Πέραν της απόδειξης ως το Τεκμήριο 8, που ο ΜΕ1 κατάφερε να εντοπίσει για να αποδείξει τις αγοραπωλησίες που ο Εναγόμενος έκανε από κοινού με τον αποβιώσαντα, υπάρχει ακόμη μία απόδειξη, για το ποσό των ΛΚ500, με αρ. 000612 και ημερ. 10.12.99, την οποία ο ΜΕ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο
  36. Ο λόγος που στην κατάσταση λογαριασμού ως το Τεκμήριο 4, δεν υπάρχουν επισυνημμένα τιμολόγια, είναι διότι δεν έγιναν πωλήσεις εκείνη τη χρονιά προς τον Εναγόμενο. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ1, υποβλήθηκαν προς αυτόν οι ακόλουθες θέσεις της Υπεράσπισης꞉ Ότι ο Εναγόμενος δεν υπήρξε ποτέ συνέταιρος είτε επίσημα είτε άτυπα με τον αποβιώσαντα. Ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε έκανε αγορές μαζί με τον αποβιώσαντα. Ο καθένας από αυτός αγόραζε ξεχωριστά, για τον εαυτό του. Ότι το οποιοδήποτε πιστωτικό υπόλοιπο, αν υπάρχει, δεν αφορά τον Εναγόμενο, αλλά τον αποβιώσαντα, ο οποίος την περίοδο εκείνη έχτιζε σπίτι για την κόρη του. Ότι τα τιμολόγια ως τα Τεκμήρια 1 έως 6, αν αφορούν σε πωλήσεις που όντως έγιναν, τότε πιθανότατα να αφορούν τον XXXXX Χριστοδούλου, ήτοι τον αποβιώσαντα. Ότι ο XXXXX Χριστοδούλου απεβίωσε την 25.4.
  37. Ότι κανείς δεν αγόραζε επί πιστώσει από το κατάστημα της Ενάγουσας χωρίς να υπογράψει ως παραλήπτης των εμπορευμάτων. Ότι είναι διαφορετικός ο γραφικός χαρακτήρας των καταχωρήσεων σε κάποιες γραμμές των τιμολογίων και διαφορετικός σε άλλες και ότι οι εν λόγω διαφορετικές καταχωρήσεις έγιναν σε διαφορετικές ώρες ή μέρες. Ότι καμία απολύτως επιστολή δεν έστειλε η Ενάγουσα προς τον Εναγόμενο από την 1.2.2004 που είναι η τελευταία ισχυριζόμενη συναλλαγή, μέχρι 31.10.2012 που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Ότι από το 2004 μέχρι και το 2012, παρόλο που ο Εναγόμενος ήταν γνωστός για χρόνια του ΜΕ1, όπως και το πού κατοικεί, εντούτοις ούτε τηλεφώνημα του έκαμαν, ούτε επίσκεψη, παρά μόνο έμαθε για την παρούσα αγωγή, παραλαμβάνοντας το κλητήριο της. Ότι η Ενάγουσα, μετά το θάνατο του XXXXX Χριστοδούλου, βρήκε την εύκολη λύση να φορτώσει στον Εναγόμενο οποιαδήποτε υπόλοιπα φαινόντουσαν, παρά το ότι δεν αφορούσαν τον ίδιο προσωπικά. Ότι τα ποσά που αξιώνει η Ενάγουσα από τον Εναγόμενο, δεν οφείλονται από αυτόν. Απαντώντας στις πιο πάνω θέσεις της Υπεράσπισης, ο ΜΕ1 ανέφερε τα εξής꞉ Το ότι ο Εναγόμενος και ο αποβιώσαντας ενεργούσαν ως συνέταιροι φαίνεται από το γεγονός ότι μαζί πήγαιναν στο κατάστημα της Ενάγουσας, μαζί έπαιρναν τα υλικά και μαζί πλήρωναν. Αποδεικτικό τούτου είναι το γεγονός ότι τα τιμολόγια εκδίδονταν στο όνομα και των δύο, όπως και οι αποδείξεις πληρωμής. Υπάρχουν και άνθρωποι να το επιβεβαιώσουν. Ο ΜΕ1 γνωρίζει και τα έργα που κατασκεύασαν οι δυο μαζί. Για αγορές που έγιναν από το 1997 μέχρι το 2004, ο ΜΕ1 αιτιολόγησε την απουσία υπογραφής στο σημείο που κανονικά υπογράφει ο παραλήπτης, λέγοντας ότι πριν 20 χρόνια, δυστυχώς ή ευτυχώς, όταν εγνώριζες κάποιον δεν χρειαζόταν να του ζητήσεις να υπογράψει. Παρά τη μη υπογραφή από τον παραλήπτη, ήταν μεμονωμένες οι περιπτώσεις αυτών που εκ των υστέρων αρνούνταν να πληρώσουν ή αμφισβητούσαν κάτι. Ήταν θέμα εμπιστοσύνης στον γνωστό σου. Εάν ένας πελάτης ήθελε να διαμαρτυρηθεί, θα πήγαινε στο κατάστημα της Ενάγουσας για να το πει. Ενώ όταν ο πελάτης πήγαινε και έκανε πληρωμές έναντι του λογαριασμού, τούτο γινόταν αντιληπτό από τον ΜΕ1 ότι ήταν ένδειξη μη ύπαρξης διαμαρτυρίας και ένδειξη αποδοχής των εμπορευμάτων. Οι καταχωρήσεις στο τιμολόγιο ως το Τεκμήριο 2 γίνονταν από τη σύζυγο του ΜΕ1, κας XXXXX Χατζηανδρέου, στην παρουσία του ΜΕ
  38. Είναι ο δικός της γραφικός χαρακτήρας, τον οποίο ο ΜΕ1 αναγνωρίζει. Οι αλλοιώσεις στο χρώμα ορισμένων εκ των καταχωρήσεων, τις οποίες αμφισβήτησε ο συνήγορος Υπεράσπισης, πιθανόν να οφείλονται σε αλλοίωση της λαδόκολλας του διπλότυπου λόγω της παρέλευσης πολλών ετών και σε καμία περίπτωση δεν οφείλονται σε εκ των υστέρων επεμβάσεις. Οι καταχωρήσεις στο τιμολόγιο ως το Τεκμήριο 3 έγιναν εν μέρει από τη σύζυγο του ΜΕ1 και εν μέρει από τον ίδιο τον ΜΕ1, και ήταν πρόθυμος ο ΜΕ1 να δείξει ποια είναι τα δικά του γράμματα και ποια της συζύγου του. Δεν θυμόταν ο ΜΕ1 αν στάληκε ή όχι οποιαδήποτε επιστολή προς τον Εναγόμενο από την Ενάγουσα αναφορικά με την ισχυριζόμενη οφειλή. Αυτό, όμως, που τόνισε ο ΜΕ1 ήταν ότι ο ίδιος προσωπικά κατέβαλε πολλές προσπάθειες και έδειξε πολλή υπομονή στα χρόνια που είχαν μεσολαβήσει. Επανειλημμένα πήγαινε στο σπίτι του Εναγόμενου, κρατώντας την κατάσταση λογαριασμού, ξανά και ξανά. Ο ΜΕ1 ενοχλούσε τον Εναγόμενο για να πληρώσει, τότε που έμαθε ότι άρχισε να εργάζεται σε ένα εργοτάξιο ως επιστάτης. Προθυμοποιήθηκε ο εργολάβος του εργοτάξιου να μεσολαβήσει για να βρεθούν στο γραφείο του και να μιλήσουν, έτσι ώστε ο Εναγόμενος να ξοφλήσει την Ενάγουσα σιγά σιγά. «Αν ο XXXXX (ο Εναγόμενος) έβλεπε το σοβαρά όταν τον έτρεχα από πίσω, υπήρχε λύση, αλλά δυστυχώς ο XXXXX δεν ήθελε να πληρώσει». Ο ΜΕ1 γνωρίζει σε ποιο σπίτι χρησιμοποίησαν τα υλικά που αγόρασαν ο Εναγόμενος και ο αποβιώσαντας μαζί και το έχει επιβεβαιώσει με τον ιδιοκτήτη του εν λόγω σπιτιού. Κατά την επανεξέτασή του, ο ΜΕ1 δήλωσε ότι το εν λόγω σπίτι που έκτισε ο Εναγόμενος μαζί με τον αποβιώσαντα είναι εκείνο που ανήκει στον XXXXX Μουστακά στο Παραλίμνι. Δήλωσε, επίσης, ότι η αλλοίωση στο διπλότυπο μπορεί να επηρεάζει το χρώμα των γραμμάτων, όχι όμως τον γραφικό χαρακτήρα. Διόρθωσε επίσης ο ΜΕ1 τη δήλωσή του σε σχέση με το ερώτημα σε ποιου το όνομα είχαν εκδοθεί τα Τιμολόγια 1 έως 6, λέγοντας, βάσει των εν λόγω τεκμηρίων, ότι ήταν μόνο στο όνομα του Εναγόμενου, όχι και στο όνομα του αποβιώσαντος. Κατονόμασε τον XXXXX Βλίττη ο ΜΕ1 ως τον εργολάβο που έδειξε προθυμία να μεσολαβήσει για να συμφωνήσει ο Εναγόμενος με τον ΜΕ1 την πληρωμή του υπολοίπου. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕ
  39. Ο ΜΕ2 δήλωσε ότι είναι λογιστής από το
  40. Υπήρξε συνεργάτης της KPMG και μετέπειτα άνοιξε δικό του γραφείο στο Παραλίμνι το οποίο διατηρεί μέχρι σήμερα. Δεν έχει εγγραφεί ο ίδιος ως λογιστής στην Κύπρο, αλλά διατηρεί συνεργασία με τη CTC Group Ltd. Σπούδασε οικονομικά με βαρύτητα στη Λογιστική στην Ανώτατη Εμπορική Σχολή στην Ελλάδα. Η Ενάγουσα είναι πελάτης του γραφείου του ΜΕ2 από την ημερομηνία της ίδρυσής της. Το γραφείο του ΜΕ2 τηρεί τους λογαριασμούς της, ακολούθως εκδίδονται οι εξελεγμένοι λογαριασμοί, οι οποίοι υποβάλλονται στην Υπηρεσία ΦΠΑ και στο Φόρο Εισοδήματος. Συγκεκριμένα, κάθε μήνα τυπώνεται κατάσταση με τους χρεώστες και πιστωτές της εταιρείας και στο τέλος κάθε τριμηνίας γίνεται έλεγχος των τιμολογίων, επιβεβαιώνονται, συμπληρώνεται το έντυπο του ΦΠΑ και αποδίδεται ο ΦΠΑ, δηλαδή πληρώνεται στην τράπεζα και σφραγίζεται από την Υπηρεσία ΦΠΑ. Επεσήμανε ο ΜΕ2 ότι όπου φαίνεται στα τιμολόγια να υπάρχει ένας αριθμός με κόκκινο μελάνι, σημαίνει ότι πρόκειται για τιμολόγια που έχουν καταχωρηθεί στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας. Συναφώς προς τη δήλωσή του αυτή, ο ΜΕ2 είδε και αναγνώρισε τα τιμολόγια ως τα Τεκμήρια 1, 2, 3 και 5, καθώς επίσης τις αποδείξεις που κατατέθηκαν από τον ΜΕ1 ως Τεκμήρια 8 και
  41. Εξήγησε ο ΜΕ2 ότι, στηριζόμενος στα λογιστικά βιβλία της Ενάγουσας και στους εξελεγμένους λογαριασμούς της, εφόσον καταχωρήθηκαν σε αυτά/ούς τα τιμολόγια τα οποία αφορούν, αφενός, στον Εναγόμενο ατομικά και, αφετέρου, σε αυτόν μαζί ένα συναίτερό του, τα οποία τιμολόγια επιβεβαιώθηκαν και για τα οποία αποδόθηκε ο ΦΠΑ από την Ενάγουσα στην Υπηρεσία ΦΠΑ, ο ίδιος ο ΜΕ2 συνέταξε τις Βεβαιώσεις, ως τα Έγγραφα Β και Γ, αντίστοιχα, για το υπόλοιπο που εξακολουθεί να οφείλεται. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ2 δεν δίστασε να πει ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών καθ΄ον χρόνο έγιναν οι επίδικες πωλήσεις και ότι, συνεπώς, όσα ανέφερε στο Δικαστήριο και όσα κατέγραψε στις Βεβαιώσεις του ως τα Έγγραφα Β και Γ, βασίζονται στις πληροφορίες που άντλησε από τα λογιστικά βιβλία και τους εξελεγμένους λογαριασµούς. Διευκρίνισε ο ΜΕ2 ότι δεν υπογράφει ο ίδιος τους εξελεγμένους λογαριασμούς, εφόσον άλλος τηρεί τους λογαριασμούς και άλλος τους ελέγχει πριν τους υπογράψει. Δεν είχε στην κατοχή του τους εξελεγμένους λογαριασμούς για να τους παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Κληθείς να εξηγήσει πώς ο ίδιος γνωρίζει αν ο Εναγόμενος είχε «συνέταιρο», ο ΜΕ2 απάντησε ότι για να είναι εκδομένο στο όνομα δύο ατόμων το τιμολόγιο, θεωρεί ότι θα πρέπει να υπήρχε μεταξύ τους ένας άτυπος συνεταιρισμός. Αν ήταν πράγματι συνέταιροι ή όχι, δεν μπορούσε να το γνωρίζει. Κληθείς να σχολιάσει το γεγονός ότι τα τιμολόγια που κατατέθηκαν ως τεκμήρια στο Δικαστήριο, ήταν ανυπόγραφα από τον παραλήπτη, παρά το γεγονός ότι αφορούσαν κατ'ισχυρισμό σε αγορές επί πιστώσει, ο ΜΕ2 δήλωσε ότι είναι ζήτημα της κάθε εταιρείας ξεχωριστά το πώς θα χειρίζεται τους πελάτες της. Επεσήμανε ότι, δεν του έτυχε να αμφισβητηθεί η εγκυρότητα των τιμολογίων είτε από το Φόρο Εισοδήματος είτε από την Υπηρεσία ΦΠΑ για το λόγο ότι ήταν ανυπόγραφα. Παρατήρησε επίσης ότι οι περισότεροι δεν τα υπογράφουν τα τιμολόγια. Δεν γνωρίζει να υπάρχει οποιαδήποτε διάταξη σε Νόμο που να καθιστά υποχρεωτική την υπογραφή των τιμολογίων. Είναι ζήτημα που αφορά τους αντισυμβαλλόμενους μεταξύ τους. Κατά την επανεξέτασή του, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι το γραφείο του έχει πάνω από 100 πελάτες και ότι ο ελεγκτής που υπέγραψε τους εξελεγμένους λογαριασμούς της Ενάγουσας είναι ο κ. Πέτρος Πέτρου. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕ
  42. Ο ΜΕ3 είναι λογιστής - ελεγκτής, μέλος του Association of Certified Chartered Accountants της Αγγλίας και μέλος του ΣΕΛΚ. Είναι Διευθυντής του ελεγκτικού γραφείου με επωνυμία CTCH Audit Ltd στη Λάρνακα. Η Ενάγουσα είναι πελάτης του από το
  43. Οι τελευταίοι εξελεγμένοι λογαριασμοί που της ετοίμασε είναι της 31.12.
  44. Ο ΜΕ3 συνεργάζεται με το λογιστικό γραφείο του ΜΕ2 και της κας XXXXX Χ''Αναστάση που τηρούσε τους λογαριασμούς της Ενάγουσας. Κατέθεσε ο ΜΕ3 ως τεκµήριο με ένδειξη «Έγγραφο Δ» τους εξελεγµένους λογαριασµούς του έτους
  45. Επεξήγησε ότι στους λογαριασμούς φαίνονται οι χρεώστες της Ενάγουσας, δηλαδή αυτοί από τους οποίους έχει να παίρνει, σε συνολικά μεγέθη. Κατέθεσε ως τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Ε» τη σχετική κατάσταση χρεωστών, με αλφαβητική σειρά, στην οποία υπάρχουν καταγραµµένα και τα δύο οφειλόµενα υπόλοιπα ποσά του εναγοµένου, ήτοι, αφενός το ποσό των €1.365,83σ στο όνομα του εναγομένου ατομικά και το ποσό των €5.919,35σ στο όνομα του εναγόμενου και του XXXXX Χριστοδούλου. Ανέφερε ότι αυτοί οι δυο χρεώστες υπήρχαν από το 2012 μέχρι και το 2016 με τα ίδια ποσά. Τα ποσά αυτά βεβαιώθηκαν γραπτώς από τον ΜΕ3 με έγγραφη βεβαίωση που ο ίδιος συνέταξε και την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο ΣΤ». Κατά την αντεξέταση του υποβλήθηκε στον ΜΕ3 ότι τα υπόλοιπα που φαίνονται ως υπόλοιπα του Εναγοµένου στα έγγραφα Ε και ΣΤ, δεν οφείλονται από αυτόν. Ο µάρτυρας τότε ανέφερε ότι τις καταστάσεις της εναγοµένης τις ετοίµασε µε βάση τις πληροφορίες από το λογιστικά βιβλία της εταιρείας. Αν υπάρχουν αποδείξεις πληρωµής ή/και εξόφλησης, τότε αυτές να τις παρουσιάσει ο εναγόµενος για να διορθώσει τότε ο Μ.Ε.2 τα λογιστικά βιβλία της εταιρείας. Δεν υπήρξε επανεξέταση του ΜΕ
  46. Αυτή ήταν η υπόθεση για την Ενάγουσα. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, ο Εναγόμενος υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε με την ένδειξη «Έγγραφο Ζ». «1.Είµαι ο εναγόµενος και γνωρίζω πολύ καλά τα επίδικα θέµατα.
  47. Σήµερα είµαι συνταξιούχος, όµως πριν τη συνταξιοδότηση µου ήµουν οικοδόµος και εκτελούσα διάφορες οικοδοµικές εργασίες που αναλάµβανα. Δούλευα πάντοτε µόνος µου και ουδέποτε είχα συνέταιρο στη δουλειά µου.
  48. Η ενάγουσα εταιρεία διατηρούσε και συνεχίζει µέχρι σήµερα να διατηρεί κατάστηµα πώλησης οικοδοµικών υλικών στο Παραλίµνι.
  49. Στα πλαίσια εκτέλεσης των οικοδοµικών εργασιών που έκανα, αγόραζα οικοδοµικά υλικά από καταστήµατα πώλησης τέτοιων υλικών στο Παραλίµνι, µεταξύ των οποίων και το κατάστηµα της ενάγουσας εταιρείας.
  50. Πλήρωνα πάντοτε τα υλικά που αγόραζα, είτε µε επιταγή είτε σε µετρητά και ουδέποτε αγόρασα επί πιστώσει.
  51. Προς µεγάλη µου έκπληξη παρέλαβα περί τις αρχές Νοεµβρίου του 2012 το κλητήριο ένταλµα της ανωτέρω αγωγής µε το οποίο η ενάγουσα εταιρεία ζητά να της πληρώσω €7,285.18 µε τον ισχυρισµό ότι αποτελεί υπόλοιπο από αγορές επί πιστώσει που είχα κάµει από τις αρχές Απριλίου 2000 µέχρι τον Νιόβρη του 2002 και κατά την 1/2/
  52. Στην ίδια αγωγή η ενάγουσα εταιρεία ισχυρίζεται ότι µέχρι και το έτος 2003 αγόραζα από κοντά τους επί πιστώσει διάφορα οικοδοµικά υλικά µαζί µε τον XXXXX Χριστοδούλου.
  53. Ο XXXXX Χριστοδούλου ήταν κουνιάδος µου (αδελφός της συζύγου µου) και ασχολείτο και αυτός µε τις οικοδοµικές εργασίες.
  54. Λόγω της συγγένειας που είχαµε, σε κάποιες δουλειές που εκτελούσα (κυρίως κατοικίες) του ανέθετα την εκτέλεση µερικών εργασιών στην ίδια κατοικία και τον πλήρωνα ανάλογα µε την εργασία που εκτελούσε.
  55. Με τον XXXXX ουδέποτε υπήρξαµε συνέταιροι και όπως δούλευε µαζί µου περιστασιακά, δούλευε και µε άλλους εργολάβους. Δυστυχώς ο XXXXX πέθανε ξαφνικά στις 25 Απριλίου του
  56. Μέχρι και τον Νοέµβριο του 2012 που µου επιδόθηκε η ανωτέρω αγωγή ουδεµία επιστολή πήρα από την ενάγουσα εταιρεία ή κατάσταση λογαριασµού που να αναφέρει το ποσό που ζητά από µένα να πληρώσω µε την ανωτέρω αγωγή.
  57. Ο διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας κος XXXXX Χατζηανδρέας µε γνωρίζει πολύ καλά, γνωρίζει την διεύθυνση του σπιτιού µου στο Παραλίµνι όπου ζει και αυτός, καθώς επίσης γνωρίζει και το τηλέφωνο του σπιτιού µου ή µπορούσε πολύ εύκολα να το βρει στον τηλεφωνικό κατάλογο ή τις πληροφορίες. Παρ' όλα αυτά, σε καµµιά περίπτωση δεν πήρα τηλεφώνηµα, είτε από αυτόν είτε από άλλο πρόσωπο από την εταιρεία του που να µου ζητά να πληρώσω. Ούτε επίσης προφορικά µου ανέφερε οτιδήποτε.
  58. Είναι γι' αυτό το λόγο που ανέφερα προηγουµένως ότι εκπλάγηκα όταν παρέλαβα την ανωτέρω αγωγή τον Νοέµβριο του 2012, επειδή γνωρίζω ότι δεν χρωστώ οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα εταιρεία.
  59. Παρ' όλη την έκπληξη µου, ζήτησα µέσω του δικηγόρου µου στον οποίο αποτάθηκα µετά την επίδοση σε µένα της ανωτέρω αγωγής, να µου παρουσιάσουν τα τιµολόγια που ισχυρίζονται ότι τους οφείλω.
  60. Η ενάγουσα εταιρεία απέστειλε µε φαξ µέσω των δικηγόρων της στον δικηγόρο µου, τιµολόγια που περιγράφουν διάφορα οικοδοµικά υλικά και στο πάνω µέρος τους αναφέρουν το όνοµα µου.
  61. Τα εξέτασα όλα προσεκτικά και διαπίστωσα ότι δεν µε αφορούν. Είναι χαρακτηριστικό ότι κανένα από τα τιµολόγια φέρει την υπογραφή µου, πράγµα πολύ παράξενο και ασυνήθιστο. Την εποχή που εργαζόµουν και έκανα αγορές οικοδοµικών υλικών, πολλές φορές έτυχε να είµαι παρών σε αγορές υλικών που έκαναν επί πιστώσει σε διάφορα καταστήµατα, µεταξύ των οποίων και το κατάστηµα της ενάγουσας εταιρείας και σε τέτοιες περιπτώσεις πρόσεξα ότι πάντοτε ζητούσαν από τον αγοραστή να υπογράψει το τιµολόγιο και να πάρει το ένα φύλλο, πριν αποµακρυνθεί από το κατάστηµα.
  62. Δεν γνωρίζω το λόγο που η ενάγουσα εταιρεία καταχώρησε την ανωτέρω αγωγή εναντίον µου 8 και πλέον χρόνια µετά τις ισχυριζόµενες αγορές επί πιστώσει που αβάσιµα ισχυρίζονται ότι έκαµα. Εκείνο που γνωρίζω είναι ότι ουδέν ποσό οφείλω στην ενάγουσα εταιρεία και ζητώ από το σεβαστό Δικαστήριο να µε προστατεύσει και να απορρίψει την εναντίον µου αβάσιµη αξίωση.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Κατά την αντεξέτασή του ο Εναγόμενος ανέφερε ότι ο ίδιος συνταξιοδοτήθηκε στα 63 του και ότι καθ'ον χρόνο έδιδε μαρτυρία στο Δικαστήριο ήταν 75 χρονών, συνεπώς συνταξιοδοτήθηκε περί το
  63. Κατά ή περί το 1997 και μέχρι το 2004 αυτός έκτιζε σπίτια, ενώ μετά το 2004 κατά ή περί το 2006 άρχισε να δουλεύει σαν επιστάτης. Ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος ότι το σπίτι του XXXXX Μουστακά, το έκτισε πιο πριν από το
  64. Δεν ήταν, όμως, σταθερός στη θέση αυτή, αφού μόλις η συνήγορος της Ενάγουσας του υπέβαλε τη θέση ότι ξεκίνησε να κτίζει το συγκεκριμένο σπίτι το 2000, ο Εναγόμενος απάντησε λέγοντας «Αν ξέρεις καλύτερα εσύ, πε. Εγώ εν θυμούμαι.». Αργότερα, είπε «Δεν θυμούμαι αν εν που το 2000 και μετά. Εν πριν που το 2000; Εν θυμούμαι». Τα υλικά για το κτίσιμό του, τα αγόρασε από διάφορους εμπόρους. Δεν θυμόταν να πει αν έπιασε συγκεκριμένα και από τον Α. Χατζηανδρέα. Πλήρωνε πάντα σε μετρητά ή με επιταγή από τις δύο τράπεζες με τις οποίες εσυνεργάζετουν, δηλαδή την Τράπεζα Κύπρου και τη Λαϊκή. Είχε λογαριασμό στο δικό του όνομα. Ισχυρίστηκε ότι όταν λάμβανε τιμολόγια, τα έπαιρνε στο λογιστή του, κάποιον XXXXX Κίττο από το Παραλίμνι. Διόρθωσε στη συνέχεια ο Εναγόμενος, κατόπιν παρέμβασης της συνηγόρου της Ενάγουσας ότι αυτό το όνομα είναι ενός κτηματομεσίτη αντί λογιστή, λέγοντας ότι ο λογιστής του ήταν ο XXXXX Κίττος. Σε αυτόν έπαιρνε όσα τιμολόγια είχε μέχρι το 2000 περίπτου, χωρίς να ήταν βέβαιος για τη χρονολογία. Μετέπειτα τα έπαιρνε σε κάποιον άλλο λογιστή, κύριο Πρωτοπαπά του οποίου το μικρό όνομα δεν θυμόταν να το πει. Εν πάση περιπτώσει, ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν κατείχε ποτέ τα τιμολόγια (Τεκμήρια 1 έως 4 υπό το Έγγραφο Α), αυτά δηλαδή που παρουσίασε ο ΜΕ1, γι'αυτό και δεν τα πήρε ποτέ στο λογιστή του. Ειδικότερα, ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι ανυπόγραφα τιμολόγια ο ίδιος δεν παρέλαβε ποτέ από την Ενάγουσα. Τόνισε ότι όταν παραλάμβανε τιμολόγια, τα έπαιρνε στο λογιστή του αμέσως, δηλαδή σε εδβομαδιαία βάση, όχι με καθυστέρηση 1 ή 2 χρόνια. Υποβλήθηκε στον Εναγόμενο ότι αυτός δεν θυμόταν πολλά πράγματα, διότι δεν είχε συμφέρον να τα θυμηθεί. Γέλασε ο Εναγόμενος, ακούγοντας αυτό το σχόλιο, και απάντησε λέγοντας «Όχι εν επειδή, δεν θυμούμαι. Εν πολλά τα χρόνια.». Υποβλήθηκε στον Εναγόμενο ότι κατά ή περί το 2007 - 2008, αυτός άρχισε να εργάζεται στην εταιρεία ALKYNOOS CONSTRUCTIONS και ότι υπεύθυνος εργοδότης του ήταν ο κ. XXXXX Βλίττης. Πήγαινε εκεί ο ΜΕ1 και υπενθύμιζε στον Εναγόμενο για τα υπόλοιπα που χρωστούσε στην Ενάγουσα και ότι ο Εναγόμενος ζητούσε πίστωση χρόνου για να τα πληρώσει. Ο Εναγόμενος αρνήθηκε τις υποβολές αυτές, λέγοντας «Δεν μου είπε καμιά φορά για έτσι θέματα». Αρνήθηκε εξίσου τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι ο ΜΕ1 πήγαινε στο σπίτι του Εναγόμενου για να τον οχλήσει για το υπόλοιπο και ότι συγκεκριμένα υπήρξε περίοδος που ο ΜΕ1 πήγαινε κάθε Παρασκευή στο σπίτι του Εναγόμενου. Αρνήθηκε ακόμη και τον ισχυρισμό περί τηλεφωνημάτων του ΜΕ1 προς τον ίδιο. Όταν παρέλαβε την αγωγή, ο Εναγόμενος πήγε κατευθείαν στο δικηγόρο του. δεν πήγε στο Λογιστή του. Δεν έψαξε να δει αν είχε κάτι που να δείχνει ότι είχε ξοφλήσει, επειδή ήξερε ότι όταν περνούσαν κάποια χρόνια, 4 - 5 χρόνια, κατέστρεφαν τις αποδείξεις. Δεν θυμόταν να πει τη χρονιά που κινήθηκε η αγωγή, ποια ήταν τα τελευταία τιμολόγια που είχε κατστρέψει. Δεν θυμόταν να πει αν συμβουλεύθηκε το λογιστή του για το θέμα της καταστροφής των εγγράφων. Δεν ζήτησε από το Λογιστή του να τον εφοδιάσει με αντίγραφο των φορολογικών του δηλώσεων, για να διαπιστώσει αν είχε εξοφλήσει τα επίδικα τιμολόγια και αν ζήτησε επιστροφή του ΦΠΑ που κατέβαλε, αν πράγματι εξόφλησε το τιμολόγιο. Αρνήθηκε ο Εναγόμενος τη θέση της συνηγόρου της Ενάγουσας ότι κατά τα έτη 1997 έως 2000 ήταν συνήθης πρακτική ν'αγοράζει κάποιος προϊόντα, να παίρνει το τιμολόγιο και να μην το υπογράφει. Ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος ότι καμιά φορά δεν του συνέβη αυτό το πράγμα. Ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος ότι οι δοσοληψίες του με τον ΜΕ1 ήταν πριν το
  65. Αρνήθηκε ότι άνοιξε οποτεδήποτε λογαριασμό με την Ενάγουσα ή/και με οποιοδήποτε άλλο έμπορα. Ο μόνος λογαριασμός του ήταν στην Τράπεζα από την οποία πλήρωνε με επιταγή τους εμπόρους. Το 2000 ισχυρίστηκε ότι είχε τρεχούμενο λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου με όριο 8.500 ευρώ, όχι λίρες! Αρνήθηκε ο Εναγόμενος ότι παρέλαβε οποτεδήποτε προηγουμένως τα Τεκμήρια 8 και
  66. Πρώτη φορά έβλεπε τις εν λόγω αποδείξεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν τα αναγνώρισε ως έγραφα τα οποία είχε δει προηγουμένως. Αρνήθηκε ο Εναγόμενος ότι πήγε το 1997 μαζί με τον XXXXX Χριστοδούλου (αποβιώσαντα) για να ζητήσουν να ανοιχθεί λογαριασμός στην Ενάγουσα από κοινού στο όνομά τους. Ισχυρίστηκε ότι ο αποβιώσαντας δεν είχε βγάλει άδεια να κτίζει σπίτια, πήγαινε απλώς βοηθός κάποτε του Εναγόμενου και κάποτε άλλων. Ο ίδιος ο Εναγόμενος είχε άδεια τάξης Δ. Ουδεμία έρευνα θεωρεί ο Εναγόμενος ότι οφείλει να κάμει για να αποδείξει ότι εξόφλησε τα τιμολόγια της Ενάγουσας, εφόσον αυτός δεν αγόρασε ποτέ οτιδήποτε δυνάμει τιμολογίου επί πιστώσει, γι'αυτό και θεωρεί ότι δεν τον αφορούν τα τιμολόγια. Αρνήθηκε ότι έπιασε οποτεδήποτε κατάσταση λογαριασμού από την Ενάγουσα. Ούτε απόδειξη χρειαζόταν να πιάσει, εφόσον λάμβανε τιμολόγιο που έδειχνε ότι ήταν τοις μετρητοίς. Δεν υπήρξε επανεξέταση του Εναγόμενου. ΝΟΜΙΚΟ ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε αστικής φύσεως υποθέσεις όπως είναι η παρούσα, η επιτυχία της υπόθεσης της Ενάγουσας προϋποθέτει ότι αυτή θα επιτύχει να αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είναι πιο πιθανή, παρά να μην είναι, ως ορθή και αληθής, η δική της εκδοχή. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ

(2001), 1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους της Ενάγουσας για να αποδείξει τους ισχυρισμούς της που στοιχειοθετούν την αξίωση της στην έκθεση απαιτήσεως, προσκομίζοντας την καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το γενικό βάρος είναι πάντοτε στους ώμους του Ενάγοντος και δεν μεταφέρεται. Από την άλλη, το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το Δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Η απόσειση του βάρους αυτού συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη από το Δικαστήριο. (βλ. Χ'' Παυλή κ.ά v. Α. Αβραάμ
(2000)1 ΑΑΔ 220, Σωκράτης Ναθαναήλ v. Hissam Hes Ali
(2001)1 (Γ) 1689). Είναι πάγια νομολογημένη αρχή, ότι τα δικόγραφα καθορίζουν τα επίδικα θέματα. Δεν είναι επιτρεπτή η εξέταση θεμάτων που δεν εγείρονται στα δικόγραφα. Ισχυρισμοί που δεν αναφέρονται σε αυτά, δεν αποτελούν επίδικα θέματα, έστω και αν υποστηρίζονται από σχετική μαρτυρία και το Δικαστήριο δεν έχει δικαίωμα να δεχτεί τέτοια μαρτυρία (βλ. D. Nikolaou & Sons (Landowners) Ltd v. Nίκου Κ. Χ'' Αντώνη
(1997)1 ΑΑΔ 273, Δημήτρη Χαραλάμπους κ.ά. v. Λοΐζου Κούτα). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ. Και οι τρεις μάρτυρες που προσήλθαν για την υπόθεση της Ενάγουσας παρουσίασαν με σοβαρότητα και επαγγελματισμό τις θέσεις τους, επεξηγώντας λεπτομερώς από πού αντλούσαν το πεδίο γνώσης τους και προσκόμισαν κατά το μέτρο του δυνατού κάθε αναγκαία τεκμηρίωση. Η γενική εντύπωση που μου άφησαν ήταν εξαιρετική. Ειδικά σε ό,τι αφορά τους ΜΕ2 και ΜΕ3, δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε αντικρουστική μαρτυρία από οποιοδήποτε λογιστή του Εναγόμενου, η οποία να βάλλει κατά της επάρκειας/πληρότητας των λογιστικών καταστάσεων και των εξελεγμένων λογαριασμών. Δεν υπάρχει ουδείς λόγος γιατί να θεωρήσω ότι δεν αποδίδουν την πραγματική και δίκαιη εικόνα των χρεωστών της Ενάγουσας εταιρείας. Οι ΜΕ2 και οι ΜΕ3 έχουν στηρίξει την καταχώρηση στον κατάλογο χρεωστών του ονόματος του Εναγόμενου, καθώς επίσης αυτού από κοινού με το XXXXX Χριστοδούλου, στηριζόμενοι στα τιμολόγια που τους παρουσίασε η Ενάγουσα. Όλα τα τιμολόγια ο ΜΕ1 τα παρουσίασε στην πρωτότυπη τους μορφή και φαίνεται πράγματι επ'αυτών ο αριθμός που έλαβαν κατά το λογιστικό έλεγχο με κόκκινη χειρόγραφη σημείωση των λογιστών. Επομένως, ο συσχετισμός των τιμολογίων με τους λογαριασμούς έγινε κατά τρόπο άρρηκτο. Ο μόνος τρόπος που βρήκε ο Εναγόμενος για να αμφισβητήσει ότι έκανε οποτεδήποτε τις αγορές που περιγράφονται στα τιμολόγια ήταν το να αμφισβητήσει αυτά ως μη υπογραφέντα από τον ίδιο. Αυτό, όπως υπέδειξαν οι ΜΕ2 και ΜΕ3 δεν τους εμπόδιζε από το να τα συμπεριλάβουν στους λογαριασμούς ούτε στο κλείσιμο των λογαριασμών και στην απόδοση του φόρου προς τις διάφορες αρμόδιες φορολογικές αρχές. Ήσαν όλα υπογεγραμμένα από την Ενάγουσα ως εκδότρια, η οποία και ανάλαβε την υποχρέωση να αποδώσει φόρο στο Κράτος εν σχέση προς αυτά, τον οποίο και κατέβαλε, ως η μαρτυρία του ΜΕ2. Επομένως, η Ενάγουσα, στηρίχθηκε σε αυτά, ως καθ'όλα νόμιμα και δεσμευτικά για την ίδια, τιμολόγια. Γιατί να αποδώσει φόρο εις βάρος της αν ήταν εικονικά; Οφείλω να σημειώσω, ότι η μη υπογραφή των τιμολογίων από τον παραλήπτη, δεν είναι ασύνηθης στην Κυπριακή εμπορική πραγματικότητα όπως αυτή αντανακλάται σε σωρεία δικαστικών υποθέσεων εμπορικής υφής. Ούτε υπάρχει νομοθεσία ή νομολογία που να ερμηνεύει τα τιμολόγια ως παράνομα ή άκυρα, παρά μόνον η νομολογία δείχνει ότι είναι ζήτημα περαιτέρω μαρτυρίας από αυτόν που εξέδωσε τα τιμολόγια ή στην παρουσία του οποίου εκδόθησαν και παρεδόθησαν, το να αποδειχθεί η έκδοση και η παραλαβή τους από τον παραλήπτη. Άλλωστε, τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική αξία και θα πρέπει πάντοτε να μελετώνται υπό το πρίσμα του συνόλου της μαρτυρίας για την ύπαρξη ή μη μιας συμφωνίας αγοραπωλησίας. Παραπέμπω, συναφώς στο Halsbury's Laws of England, τρίτη έκδοση, τόμος 24, σελ. 171, στη Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 και στη Haleko Hanseatisches Lebensmittelkontor GMBH & CO OHG v L.S.E. Life Style Enterprises Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 1055. Στις ίδιες γραμμές είναι και όσα λέχθηκαν στην Demil Imports Exports Ltd v. Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 462꞉ «Οι εφεσείοντες αμφισβητούν τα δελτία μεταφοράς και τα τιμολόγια (τεκμήρια [...]) προβάλλοντας ότι ουδέποτε παρέλαβαν τα εμπορεύματα τα οποία αναφέρονται σε αυτά. Αναφορικά με την έκδοση των τιμολογίων και των δελτίων μεταφοράς κατέθεσε ο Μ.Ε.2, ο οποίος ήταν υπάλληλος των εφεσιβλήτων και αυτός μαζί με μια άλλη υπάλληλο ήσαν υπεύθυνοι για την έκδοση και υπογραφή των τιμολογίων και των δελτίων μεταφοράς. Τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία, ούτε προβάλλονται ως τέτοια. Υπάρχουν για να συνεκτιμηθούν στο σύνολο της μαρτυρίας (Palatino Developments Limited v. Telectronics Communication Limited
(2002)1(B) A.A.Δ.962). [...] Το γεγονός ότι τα αμφισβητούμενα δελτία μεταφοράς και τιμολόγια δεν φέρουν την υπογραφή των εφεσειόντων δεν επηρεάζει την ουσία της υπόθεσης, εφόσον το Δικαστήριο έκρινε ως αξιόπιστους τους μάρτυρες των εφεσιβλήτων. (Χριστοδουλίδου v. Μocassino Shoes Ltd
(2006)1(A) Α.Α.Δ. 294).». Εδώ είναι που υπεισέρχεται η μαρτυρία του ΜΕ1, ο οποίος δήλωσε ότι, αν και συντάκτρια και υπογραφέας των τιμολογίων ήταν η σύζυγός του, εντούτοις ο ίδιος ήταν παρών την ώρα που συμπληρώνονταν τα τιμολόγια και παραδίδονταν στον Εναγόμενο ή/και στον XXXXX Χριστοδούλου. Κρίνω ότι με πειστικότητα ο ΜΕ1 έδωσε στο Δικαστήριο λεπτομέρειες που δείχνουν ότι είχε πράγματι προσωπική γνώση για το ποιος ήταν ο Εναγόμενος, για ποιο έργο συνεργαζόταν με τον XXXXX Χριστοδούλου και συνεπακόλουθα για ποιο έργο αγόραζαν μαζί υλικά από την Ενάγουσα. Εξίσου πειστικός ήταν ο ΜΕ1 όταν εξηγούσε τις ενέργειες στις οποίες ο ίδιος προέβηκε για να αναζητήσει από τον Εναγόμενο την εξόφληση των τιμολογίων, για το πού, πότε και με ποια συχνότητα επιχείρησε να τον συναντήσει και να προωθήσει την αξίωση της Ενάγουσας. Μίλησε για πρόσωπα και πράγματα ο ΜΕ
  1. Δεν παρουσίασε ο ΜΕ1 μόνο τη μαρτυρία που συμφέρει στην Ενάγουσα. Παρουσίασε και καταστάσεις λογαριασμού που δείχνουν κάθε πληρωμή που έγινε από τον Εναγόμενο έναντι των τιμολογίων (βλ. Τεκμήρια 1 έως 7 υπό Έγγραφο Α) και είναι φανερό ότι γίνονταν σταδιακές πληρωμές, έναντι του λογαριασμού, ο οποίος λογαριασμός καταγράφει επακριβώς τα ποσά των τιμολογίων και συσχετίζει τον αριθμό τους. Εκεί όπου ο ΜΕ1 δεν εντόπισε τιμολόγια, ήταν σε θέση να προσκομίσει αποδείξεις για πληρωμές που έγιναν έναντι λογαριασμού (βλ. Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Α). Απεναντίας, ο Εναγόμενος κατέφευγε κατά την κρίση μου σε επιλεκτικές υπεκφυγές καθ'ον χρόνο αντεξεταζόταν. Ήταν ελεγχόμενες οι απαντήσεις του, πάντα στα μέτρα του συμφέροντός του. Εκμεταλλεύτηκε το σημαντικό χρόνο που παρήλθε από την ημερομηνία που χρονολογούνται τα αξιούμενα ποσά, ώστε να επικαλείται ότι δεν θυμάται. Παρά το ότι επικαλέστηκε την ύπαρξη λογιστή στον οποίο ανέθετε τις υποθέσεις του, εντούτοις ουδεμία απόδειξη έφερε μέσω του λογιστή του για το ποιες ήταν οι δοσοληψίες του με την Ενάγουσα. Ούτε τιμολόγια ούτε αποδείξεις έφερε για σύγκριση. Ο ισχυρισμός του ότι τα εξόφλησε προ πολλού, γι'αυτό και δεν τήρησε αποδείξεις και στοιχεία, δεν φαίνεται αληθοφανής, αν ληφθεί υπόψη η τεκμηριωμένη εικόνα υπολοίπων λογαριασμού που παρουσίασε η Ενάγουσα. Συνεπώς, το βάρος της απόδειξης της εξόφλησης όλων ανεξαιρέτως των τιμολογίων ή/και υπολοίπων λογαριασμού, ο ίδιος δεν το απέσεισε. Ήταν όντως πολύς ο καιρός που άφησε να διαρρεύσει η Ενάγουσα μέχρις ότου καταχωρήσει την παρούσα αγωγή (από το 2004 μέχρι το 2012) και είναι όντως αξιοσημείωτο το γεγονός ότι δεν υπάρχει επιστολή από την Ενάγουσα προς τον Εναγόμενο πριν την καταχώρηση της αγωγής που να τον ενημερώνει για το ενδεχόμενο λήψης δικαστικών μέτρων αν δεν εξοφλούσε τα ποσά. Από την άλλη, όμως, ο ΜΕ1 κρίνω ότι εξήγησε τον τρόπο που συναλλάττονταν την τότε εποχή (το 1997 - 2004) και έδειξε στο Δικαστήριο ότι εφόσον ο Εναγόμενος ήταν πρόσωπο γνωστό, του οποίου γνώριζαν και σπίτι και τηλέφωνο και εργοδότη, για να τον εντοπίσουν, αξιοποίησαν εκείνους τους τρόπους για να τον οχλήσουν. Δεν διαφεύγει επίσης της προσοχής του Δικαστηρίου ότι πολλά αγώγιμα δικαιώματα δεν προωθούνταν δικαστικά λόγω της χαλαρότητας που επικρατούσε μέχρι τη θέσπιση του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012 (Ν.66(Ι)/2012). Εκείνος ο Νόμος είχε ημερομηνία έναρξης ισχύος από 1.7.2012 και έδιδε αρχικά (βλ. το άρθρο 26) μεταβατική περίοδο 1 έτους για καταχώριση αγωγών όπου η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε σε τέτοιο προγενέστερο χρόνο ώστε να υπόκειτο σε παραγραφή αν δεν καταχωρήτο εντός του έτους από 1.7.
  2. Τότε ήταν που θυμήθηκαν πολλοί εμπορευόμενοι να κυνηγήσουν τους χρεώστες τους. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω να αποδέχομαι ως αξιόπιστη και αληθή τη μαρτυρία των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ
  3. Απορρίπτω ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία του Εναγόμενου. Καταλήγω σε ευρήματα γεγονότων ως η δικογραφημένη εκδοχή της Ενάγουσας την οποία παρέθεσα στην αρχή της απόφασής μου. Επιδικάζεται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου το συνολικό ποσό των 7.285,18, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, με νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, ήτοι από 31.10.2012, μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)................................... Α. Πανταζή - Λαμπρου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.