← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LIMITED ν. ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ Π. ΚΥΠΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 174/16, 10/12/2018

ALPHA BANK CYPRUS LIMITED ν. ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ Π. ΚΥΠΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 174/16, 10/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:A73 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 174/16 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LIMITED Εναγόντων -και-

  1. ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ Π. ΚΥΠΡΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ
  2. XXXXX ΚΥΠΡΟΥ
  3. XXXXX ΖΑΡΤΗΛΑ
  4. XXXXX ΑΝΑΣΤΑΣΗ
  5. XXXXX ΚΥΡΙΑΚΟΥ
  6. P. KYPROU LIMITED
  7. P.S.K.P. LIMITED Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 9/3/2018 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος. Ημερομηνία: 10 Δεκεμβρίου,
  8. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Γεωργίου για ΑΝΔΡΕΑΣ Β. ΖΑΧΑΡΙΟΥ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Για Εναγομένους 4 και 5-Καθ΄ων η Αίτηση: κα Χαραλάμπους για ΦΩΤΟΣ Θ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με τους προβαλλόμενους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, οι ενάγοντες (τραπεζίτες) παραχώρησαν στην εναγόμενη 1 εταιρεία, πιστωτικές διευκολύνσεις (δάνεια τακτής προθεσμίας και δάνεια σε τρεχούμενο λογαριασμό) στη βάση γραπτών συμφωνιών ημερομηνίας 9.8.2006, 3.9.2008, 7.1.2009, 24.2.2010, 9.8.2010, 29.4.2011 και 28.12.2012 αντίστοιχα. Οι εναγόμενοι 2, 3, 4, 5 και 6 εγγυήθηκαν, στην βάση γραπτών συμφωνιών, την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της εναγομένης 1 εταιρείας. Προς περαιτέρω εξασφάλιση της αποπληρωμής των δανείων, η εναγομένη 1 ενέγραψε επί ακινήτων της Υποθήκες, προς όφελος των εναγόντων. Με την αγωγή τους, οι ενάγοντες αξιώνουν την καταβολή των ποσών των €39.700,04 δυνάμει τρεχούμενου λογαριασμού και €45.901,14 και €258.351,96 αντίστοιχα, δυνάμει λογαριασμού δανείου, πλέον τόκους και έξοδα. Με την υπό κρίση Αίτηση, οι ενάγοντες-αιτητές αιτούνται: «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στον εναγόμενο 4 και/ή στους αντιπροσώπους του και/ή πληρεξούσιους αντιπροσώπους αυτού, να πωλήσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή διαθέσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή αποξενώσουν με οποιοδήποτε τρόπο μέχρι τελικής εκδικάσεως της παρούσης αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, τα ακίνητα: · υπ' αρ. εγγραφής 0/3XX8, Φ/Σχ. 0/2-XXX-372, τεμάχιο 2X3, χωράφι, τοποθεσία Βαθιά Φωνή στο Δήμο Σωτήρα της επαρχίας Αμμοχώστου, το ½ μερίδιο. · υπ' αρ. εγγραφής 0/4XX4, Φ/Σχ. 0/2-X-372, τεμάχιο 2X, χωράφι, τοποθεσία Περβόλια του Μανώλη στο Δήμο Σωτήρα της επαρχίας Αμμοχώστου, το 1/6 μερίδιο. · υπ' αρ. εγγραφής 0/4XX5, Φ/Σχ. 0/2-XXX-372, τεμάχιο 2X, χωράφι, τοποθεσία Περβόλια του Μανώλη στο Δήμο Σωτήρα της επαρχίας Αμμοχώστου, το 1/6 μερίδιο. (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στον εναγόμενο 5 και/ή στους αντιπροσώπους και/ή πληρεξούσιους αντιπροσώπους αυτού, να πωλήσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή διαθέσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή αποξενώσουν με οποιοδήποτε τρόπο μέχρι τελικής εκδικάσεως της παρούσης αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, το ακίνητο. · υπ' αρ. εγγραφής 0/XX, Φ/Σχ. 0/2-XXX-379, τεμάχιο 1X1, χωράφι, τοποθεσία Ροθέσι στο Δήμο Σωτήρα της επαρχίας Αμμοχώστου, το ¼ μερίδιο. (Γ) Οιανδήποτε περαιτέρω και/ή καλύτερη θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει ορθή και δίκαιη. (Δ) Έξοδα και Φ.Π.Α.» Η Αίτηση στηρίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, άρθρα 4-9, στα άρθρα 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1-4, 8 και 9, Δ.57, Δ.64, στον Περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ.9, στον Περί Ερμηνείας Νόμο, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις αρχές της Επιείκειας, στις αρχές της Νομολογία και στις συμφυείς και γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο το οποίο στηρίζει την Αίτηση, εμφαίνεται σε Ένορκη Δήλωση της XXXXX Νικολάου, υπαλλήλου των εναγόντων, δεόντως εξουσιοδοτημένης. Η ομνύουσα επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης. Όσον αφορά την Αίτηση, είναι η θέση της πως οι εναγόμενοι 4 και 5 δεν παρείχαν στους ενάγοντες οποιαδήποτε εμπράγματη εξασφάλιση, σε σχέση με την δική τους εγγύηση, με αποτέλεσμα να μην καλύπτεται με οποιοδήποτε τρόπο το οφειλόμενο υπόλοιπο. Πρόσφατα, όπως αναφέρει, εντοπίστηκαν ακίνητα επ' ονόματι των εναγομένων 4 και 5, τα οποία είναι ελεύθερα από εμπράγματα βάρη και «θα ήταν δυνατό να δεσμευτούν, ως τα αιτητικά της αίτησης, προς εξασφάλιση του οφειλόμενου υπολοίπου αφού δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη εμπράγματη εξασφάλιση». Κατά την ίδια, πληρούνται οι προϋποθέσεις ώστε να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Καταλήγει πως η δέσμευση των ακινήτων είναι επείγουσα και απαραίτητη ως «η μοναδική ή επιπρόσθετη εξασφάλιση των εναγόντων». Οι εναγόμενοι 4 και 5 ήγειραν Ένσταση στην Αίτηση, προβάλλοντας επτά Λόγους. Είναι η θέση τους πως δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις ώστε να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Πως ελλείπει το πραγματικό ή και το ουσιαστικό υπόβαθρο προς υποστήριξη της Αίτησης, με αποτέλεσμα η Αίτηση να είναι αβάσιμη ή/και αστήρικτη ή/και ελλιπής. Πως οι ενάγοντες έχουν λάβει εμπράγματες εξασφαλίσεις, αφού έντεκα συνολικά ακίνητα ιδιοκτησίας της εναγόμενης 1 εταιρείας, υποθηκεύτηκαν προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της τελευταίας. Πως το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των εναγομένων 4 και 5-καθ' ων η Αίτηση. Η Ένσταση η οποία στηρίζεται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση, υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση των εναγομένων 4 και
  9. Οι ομνύοντες αρνούνται τις θέσεις των εναγόντων. Προβάλλουν πως οι τελευταίοι αξιώνουν την πληρωμή του συνολικού ποσού των €355.000,= περίπου, πλέον τόκο, ενώ όπως οι ίδιοι (οι ενάγοντες) αναφέρουν στην αγωγή, οι εναγόμενοι 4 και 5 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 εταιρείας μέχρι ποσού €51.258,04 (Λ.Κ.30.000). Είναι η θέση τους πως η καταχώρηση της Αίτησης αποσκοπεί στην άσκηση πίεσης τόσο στους ίδιους όσο και στους υπόλοιπους εναγομένους, ώστε να αποδεχτούν «ένα ιδιαίτερα επαχθή και αντίθετο στα οικονομικά τους συμφέροντα, συμβιβασμό». Κατά τους ίδιους, οι ενάγοντες δεν αιτιολογούν την θέση, πως παρά την ύπαρξη των Υποθηκών επί των έντεκα ακινήτων της εναγομένης 1 εταιρείας, το χρέος της τελευταίας «παραμένει χωρίς εξασφάλιση». Κατά την ακρόαση της Αίτησης η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε της θέσης της με αναφορά σε νομολογία. Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades v. Studio

(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1A.A.Δ. 557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ΄ ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄ εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ΄ ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 255]. Εκτός από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, η υπό κρίση Αίτηση στηρίζεται και στα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6. Στην υπόθεση Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier & Co (Cyprus) Ltd, 16 C.L.R. 122, αποφασίστηκε πως το άρθρο 4 του Κεφ. 6, παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα μόνο όπου η περιουσία σχετικά με την οποία ζητείται το διάταγμα, είναι αντικείμενο της αγωγής. [(Βλ. επίσης τις υποθέσεις Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 και Stavros Hotel Apartments Ltd και άλλοι (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836]. Ενώ σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ. 6, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη επ΄ ονόματι του, όση κατά την κρίση του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα και τα έξοδα της αγωγής. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 5 του Κεφ. 6, δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Απλώς το εν λόγω άρθρο κάνει ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρεί τίποτα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 το οποίο, όπως έχει προαναφερθεί, προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Επομένως, όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται και στα δύο άρθρα, θα εφαρμόσει τόσο τις γενικές προϋποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 αλλά και τα ειδικότερα κριτήρια ή περιορισμούς που τίθενται από το άρθρο 5 του Κεφ. 6, στον βαθμό ή μέτρο που αυτά διαφοροποιούνται. Το Δικαστήριο στην εξέταση κατά πόσο θα εκδώσει, διατηρήσει ή ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου του ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, αυτό ανάγεται κατ΄ εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθησαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269,
  1. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω) σελ. 569, αλλά με κανένα τρόπο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι τα όσα ακολουθούν αποτελούν την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου. Διαπιστώνεται απλώς η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Εξετάζοντας τα γεγονότα που συνθέτουν την αντιδικία στην παρούσα υπόθεση, εκείνο που μπορεί να εξαχθεί ως προς την ουσία της διεκδίκησης των εναγόντων είναι πως με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, φαίνεται να ικανοποιούνται η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Αρ.14/
  2. Από τις Έγγραφες Προτάσεις και ειδικώτερα από την Έκθεση Απαίτησης, την Αίτηση και την συνοδεύουσα αυτή Ένορκη Δήλωση, καταδεικνύεται η ύπαρξη μιας καλής συζητήσιμης υπόθεσης. Η βάση της αγωγής στηρίζεται στην κατ' ισχυρισμό παράλειψη των εναγομένων να υλοποιήσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις δυνάμει τόσο της συμφωνίας δανείου όσο και των συμφωνιών εγγύησης. Στους εναγομένους 1, ως οι λήπτες του δανείου, επιρρίπτεται πως δεν συμμορφώθηκαν με τους όρους της συμφωνίας αφού παρέλειψαν να καταβάλουν τις οφειλόμενες δόσεις του δανείου με αποτέλεσμα αυτές να καταστούν ληξιπρόθεσμες, και συνακόλουθα ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο του δανείου να καταστεί απαιτητό. Στους εναγομένους 4 και 5 επιρρίπτεται πως δεν συμμορφώθηκαν με τις δικές τους υποχρεώσεις ως εγγυητές και δεν εξόφλησαν το μέρος του δανείου, την αποπληρωμή του οποίου είχαν εγγυηθεί. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί πως η υπογραφή τόσο της Συμφωνίας δανείου όσο και της Συμφωνίας Εγγύησης, δεν αμφισβητείται από πλευράς των εναγομένων 4 και
  3. Ό,τι αμφισβητείται είναι η εγκυρότητα των συμφωνιών. Τούτο όμως είναι θέμα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο κατά την ακρόασης της υπόθεσης όπου θα εξεταστούν όλα τα επίδικα θέματα και όχι στο παρόν στάδιο. Με τα όσα στοιχεία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, θεωρώ πως οι ενάγοντες κατέδειξαν πως έχουν κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα να επιτύχουν την αξίωση τους. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 (Νόμος 14/60), νομολογιακά έχει λεχθεί πως θα πρέπει να καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το κριτήριο αυτό εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία. Νομολογιακά έχει λεχθεί πως η ύπαρξη δικαιώματος και η ισχυριζόμενη ή η επαπειλούμενη προσβολή του, δεν είναι αρκετές για να δικαιολογήσουν την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Εν προκειμένω θεωρώ πως η εν λόγω προϋπόθεση δεν ικανοποιείται. Οι ενάγοντες για να στηρίξουν το αίτημα τους, περιορίστηκαν στο να ισχυριστούν πως οι εναγόμενοι 4 και 5 δεν παρείχαν στους ενάγοντες οποιαδήποτε εμπράγματη εξασφάλιση πέραν της εγγύησης τους, με αποτέλεσμα «να μην καλύπτεται με οποιοδήποτε τρόπο το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό, το οποίο εγγυήθηκαν» (παράγραφος 26 της Ένορκης Δήλωσης της Στυλιανής Νικολάου που συνοδεύει την Αίτηση). Δεν επεξήγησαν, ούτε και αιτιολόγησαν αλλά ούτε και τεκμηρίωσαν για ποιο λόγο δεν επαρκούν οι ήδη δοθείσες εξασφαλίσεις, εμπράγματες και προσωπικές εγγυήσεις των λοιπών εναγομένων (εναγόμενοι 2 και 3) και τούτο έχοντας ως δεδομένο πως οι εναγόμενοι 4 και 5, μαζί με τους τελευταίους, εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις των εναγομένων 1 προς τους ενάγοντες, μέχρι ποσού ΛΚ30.000,= (€51.258,04). Εάν οι ενάγοντες παραχώρησαν το δάνειο στην εναγόμενη 1, χωρίς να μεριμνήσουν εκ των προτέρων για την πραγματική ή επαρκή εξασφάλιση του, θα πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να μην επιβραβευθούν με την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Ένας συμβαλλόμενος πρέπει να μεριμνά εκ των προτέρων για την εξασφάλιση του λαβείν του, χωρίς να αναμένει από το Δικαστήριο ενίσχυση της εξασφάλισης ώστε να καλυφθεί το ενδεχόμενο στο τέλος να μην μπορεί να ικανοποιηθεί τυχόν απόφαση υπέρ του. Θεωρώ επίσης πως η έκδοση του ζητηθέντος Διατάγματος δεν δικαιολογείται και για έναν ακόμη λόγο. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση MARKETRENDS (CAPITAL MARKET) LTD ν. Γεωργίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1759, η δυνατότητα έκδοσης συντηρητικού διατάγματος σε σχέση με περιουσία που δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής, «πρέπει να ασκείται με φειδώ, όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μη πληρωμή χρέους». Η πιο πάνω αρχή υιοθετήθηκε στην υπόθεση Spidertrade Com Fim. Ltd v. Χατζηγαβριήλ
(2003)1(Α) Α.Α.Δ.121, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Παρότι όμως το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 παρέχει, εντός των εκεί ρητώς προσδιορισθέντων ορίων, ευρεία διακριτική εξουσία για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, και παρότι η άσκηση αυτής της εξουσίας πρέπει να διατηρείται ελαστική, ελεύθερη από τυπικούς κανόνες, υπόκειται εντούτοις σε αρχές που αποβλέπουν σε διατήρηση της ισορροπίας στα δικαιώματα των διαδίκων. Η στέρηση, μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης την οποία ο εναγόμενος θα υποστεί με τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής, δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ήτοι σε εκείνες όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παρέμενε χωρίς αντίκρισμα λόγω άμεσου, απτού κινδύνου απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της αναμενόμενης απόφασης στην αγωγή. Είναι κατά την άποψη μας προφανές ότι η παρούσα δεν ήταν μια τέτοια εξαιρετική περίπτωση.» Εν προκειμένω δεν έχουν καταδειχθεί από πλευράς εναγόντων, εξαιρετικές περιστάσεις ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Δεν έχει καταδειχθεί ότι υπάρχει άμεσος κίνδυνος αποξένωσης ή επιβάρυνσης των συγκεκριμένων ακινήτων των εναγομένων 4 και 5, των οποίων ζητείται η δέσμευση. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω πως η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο οπόταν και θα είναι πληρωτέα, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 4 και 5-καθ' ων η αίτηση και σε βάρος των εναγόντων. (Υπ.) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.