ΚΩΣΤΑ ν. ΜΑΜΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 36/2012, 24/10/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:A62 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 36/2012 Μεταξύ: XXXXX ΚΩΣΤΑ Ενάγοντα ΚΑΙ
- XXXXX ΜΑΜΑ
- XXXXX ΜΑΜΑ
- XXXXX ΠΡΟΚΟΠΗ Εναγομένων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 25.5.2018 ΓΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ Ε/Υ Ημερομηνία: 24.10.2018 Εμφανίσεις: Για Εναγομένους 1, 2 και 3-Αιτητές: κα Σ. Σ. Γεωργίου Για Ενάγοντα-Καθ΄ου η αίτηση: κ. Μ. Χριστοφόρου για ΠΕΛΑΓΙΑΣ, ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, ΒΡΑΧΑΣ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex-Tempore) Mε την παρούσα αίτηση οι Εναγόμενοι-Αιτητές (στο εξής Αιτητές) ζητούν Διάταγμα του Δικαστηρίου για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης ως ακολούθως: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διαττάτον και ή επιτρέπον την Τροποποίηση του τίτλου της Έκθεσης Υπεράσπισης με την προσθήκη επί της φράσης Έκθεση Υπεράσπισης της φράσης ΈΚΘΕΣΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ «& ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 1». Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον και ή επιτρέπον την Τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης με την διαγραφή της παραγράφου 15 της Έκθεσης Υπεράσπισης και την αντικατάσταση της με την εξής νέα παράγραφο 15: «Ως εκ των ανωτέρω ο Εναγόμενος 1 θα ισχυριστεί ότι έναντι του ποσού των 200,000 ευρώ που εδανείσθη από τον Ενάγοντα του κατέβαλε ποσό 180,000 ευρώ τοις μετρητοίς ή και δια επιταγών πλέον ποσό 240,000 ευρώ υπό μορφή μεταβίβασης των 2 διαμερισμάτων ως αυτά αναφέρονται στις παραγράφους 7 και 8 της υπεράσπισης το οποίο ποσό, ο Εναγόμενος 1 θα ισχυριστεί ότι δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική αξία των εν λόγω διαμερισμάτων και αυτή είναι μεγαλύτερη και συγκεκριμένα είναι 250.000 χιλιάδες ευρώ καθόσον αφορά το διαμέρισμα αρ. 402 και 120.000 χιλιάδες ευρώ καθόσον αφορά το διαμέρισμα Α:11 και συνολικής αξίας 370.000 χιλιάδες ευρώ. Συνεπώς, ο Εναγόμενος 1 έχει καταβάλει το συνολικό ποσό των 550.000 (πεντακοσίων πενήντα χιλιάδων) ευρώ έναντι του δανείου των 200,000 ευρώ που έλαβε από τον Ενάγοντα και επομένως, προέβη σε υπερπληρωμή ή και περαιτέρω πληρωμή του ποσού των 350.000 (τρακοσίων πενήντα χιλιάδων) ευρώ τουλάχιστον, ποσό εις το οποίο ουδέποτε ήτο δικαιούμενος ο Ενάγοντας.» Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον και ή επιτρέπον την Τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης με την προσθήκη της φράσεις «ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 1» αμέσως μετά την παράγραφο 16 της Έκθεσης Υπεράσπισης. Δ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον και ή επιτρέπον την Τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγομένων αμέσως μετά τη φράση «ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 1» της ακόλουθης παραγράφου αριθμούμενης ως 17:
- Ως εκ των ανωτέρω ο Εναγόμενος 1 ανταπαιτεί παρά του Ενάγοντος ως ακολούθως: Α) Ποσό €350.000 (τριακοσίων πενήντα χιλιάδων) ευρώ δυνάμει παραβίασης συμφωνίας ή και δυνάμει υπερπληρωμής του Εναγομένου 1 ή και δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού ή και άλλως πως. Β) Γενικές αποζημιώσεις δυνάμει παράβασης σύμβασης ή και δυνάμει εξαναγκασμού ή και εκφοβισμού ή και απειλών Γ) Διαζευκτικά, διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την ακύρωση των μεταβιβάσεων των πιο κάτω διαμερισμάτων στον Ενάγοντα από τον Εναγόμενο 1 λόγω του ότι οι μεταβιβάσεις έγιναν συνεπεία απειλών ή και πιέσεων ή και εξαναγκασμού ή και λόγω του ότι ουδέποτε ήτο δικαιούμενος στις εν λόγω μεταβιβάσεις ο Ενάγοντας εν όψει του ότι τα διαμερίσματα ξεπερνούσαν κατ΄ αξία το εκ μέρους του Εναγομένου 1 οφειλόμενο ποσό κατά ή περί τον Ιούνιο του 2011:
- Διαμέρισμα με αριθμό ΧΧΧ με Αριθμό Εγγραφής 13/8Χ1 Φ/Σχ21-62 Ε1 Τεμάχιο 7Χ9, Τοποθεσία: XXXXX XXXXX, του Δήμου Στροβόλου της Επαρχίας Αμμοχώστου Λευκωσίας, ημερομηνία μεταβίβασης 10/06/2011
- Διαμέρισμα αρ Α1Χ με αριθμό Εγγραφής 0/3Χ7 Φ/Σχ2-XXX-380, Τεμάχιο 4Χ9, Τοποθεσία ΧΧΧΧΧ του Δήμου Παραλιμνίου της Επαρχίας Αμμοχώστου, ημερομηνία μεταβίβασης 10/06/2011 Δ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει ορθή και δίκαια το Σεβαστό Δικαστήριο. Ζ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου όπως τα Τροποποιημένα Δικόγραφα καταχωρηθούν εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του Διατάγματος. Η. Οποιαδήποτε άλλη νόμιμη/δίκαια ή παρεμπίπτουσα διαταγή ή οδηγία. Θ. Έξοδα.» Η αίτηση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.12, Δ.25 θ.1,2,3,4,5,6, Δ.30 και Δ.48 θ.θ.1, 2
(1)
(3), 3, 4, 5, 6, 7, 9, 10 - 13 και επί της συμφυούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση καταγράφονται στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου 1 η οποία έχει ως ακολούθως: « Είμαι ο Εναγόμενος 1 εις την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και έχω προσωπική γνώση των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος υπό των Εναγομένων 2 και 3 όπως προβώ εκ μέρους των εις την παρούσα ένορκο δήλωση και αίτηση. Η παρούσα υπόθεση αφορά απαίτηση του Ενάγοντα εναντίον μου στη βάση δανείου ανερχόμενο σε 200,000 ευρώ. Κατά την καταχώρηση της Έκθεσης υπερασπίσεως μου στην παρούσα, λόγω καλόπιστου λάθους ή παράλειψης των τότε δικηγόρων μου Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. καθώς και του δικηγόρου κ XXXXX Ροκόπου που τον αντικατέστησε, ο οποίος πλέον και από περί τις 19/04/18 έχει αντικατασταθεί από την κ. XXXXX Σάββα Γεωργίου, κατεγράφησαν εσφαλμένες αναφορές στην υπεράσπιση των Εναγομένων οι οποίες μάλιστα δεν συνάδουν με αναφορές που υπάρχουν στην ίδια την υπεράσπιση. Οι τότε δικηγόροι μου λόγω φόρτου εργασίας ή και εν πάση περιπτώσει για λόγους που αφορούν τους ίδιους, καλόπιστα και εκ παραδρομής παρέλειψαν να περιβάλουν τους ισχυρισμούς που αιτούμαι δια της παρούσας αίτησης να παραθέσω. Συγκεκριμένα, ενώ δια της καταχωρηθείσας υπεράσπισης φαίνεται ξεκάθαρα η θέση μου ότι κατέβαλα με επιταγές το ποσό των 180,000 ευρώ ( εκατόν ογδόντα χιλιάδες ) στον Ενάγοντα - παρ. 6 της υπεράσπισης - ως επίσης και του μεταβίβασα 2 διαμερίσματα συνολικής αξίας 240,000 ευρώ ( διακόσιες σαράντα χιλιάδες ) - παράγραφοι 7 και 8 της υπεράσπισης - και, συνεπώς έναντι του δανείου των 200,000 ευρώ του έδωσα σε χρήματα - επιταγές - συνολικά 180,000 ευρώ και σε είδος - διαμερίσματα - συνολικής αξίας 240,000 ευρώ και άρα συνολικά 420,000 ευρώ έναντι χρέους 200,000 ευρώ, στην παράγραφο 15 της υπεράσπισης αναφέρεται ότι του οφείλω ακόμα 20,000 ευρώ. Είναι εμφανές ότι οι προηγούμενοι μου δικηγόροι ξέχασαν και /ή παρέλειψαν να περιλάβουν στους υπολογισμούς τους και την αξία των διαμερισμάτων και αντί να καταγράψουν ότι μου οφείλει ο Ενάγοντας τα ποσά που έλαβε εκ μέρους μου έναντι του δανείου των 200,000 ευρώ, κατέγραψαν ότι του οφείλω ακόμα 20,000 ευρώ προφανώς έχοντας κατά νου μόνο το γεγονός ότι του έδωσα σε επιταγές ποσόν 180,000 ευρώ. Η πιο πάνω παράλειψη των προηγούμενων δικηγόρων μου μοιραία είχε ως αποτέλεσμα την περαιτέρω παράλειψη τους να παραθέσουν εκ μέρους μου και ανταπαίτηση. Δηλαδή, παραλείποντας πλήρως το θέμα μεταβίβασης των διαμερισμάτων των οποίων η αξία μεταβίβασης σύμφωνα με τα πωλητήρια έγγραφα που κατατέθηκαν είναι συνολικά 240,000 ευρώ αλλά η πραγματική αξία κατά τη θέση μου είναι μεγαλύτερη, δεν παρέθεσαν καθόλου ότι προέβην σε υπερπληρωμή στον Ενάγοντα και άρα δικαιούμαι τα ποσά που του κατέβαλα πέραν των 200,000 ευρώ. Διαζευκτικά, ως μου εξηγεί η δικηγόρος μου, λόγω του ότι οι μεταβιβάσεις των διαμερισμάτων έγιναν στο πλαίσιο απειλών από τον Ενάγοντα, δικαιούμαι την επιστροφή των εν λόγω διαμερισμάτων ή και την δικαιούμαι ούτως ή άλλως εφόσον η αξία τους είναι πολύ μεγαλύτερη από το χρέος που υφίστατο. Αφ' ης στιγμής είχα δώσει ήδη 180,000 ευρώ, ο Ενάγοντας δικαιούτο μόνον 20,000 ευρώ τον Ιούνη του 2011 που έγιναν οι μεταβιβάσεις και ασφαλώς όχι και τα 2 διαμερίσματα μου. Ως εκ των ανωτέρω δια της παρούσας αίτησης αιτούμαι όπως επιτραπεί η παράθεση των πιο πάνω θέσεων και της ανταπαίτησης μου. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί αλλά και ανταπαιτητικές αξιώσεις, μόλις έγινε αντιληπτή η ύπαρξη τους από την παρούσα δικηγόρο των Εναγομένων μετά από σχετική μας συνάντηση για επεξήγηση και χειρισμό της παρούσας υπόθεσης, διαπιστώθηκε ότι απουσιάζουν από την Υπεράσπιση των Εναγομένων. Άμεσα δε με αυτή τη διαπίστωση, η δικηγόρος μου προέβη στην παρούσα αίτηση ούτως ώστε να περιληφθούν στην περί ου ο λόγος διαδικασία. Αναφέρω στο Σεβαστό Δικαστήριο ότι δυστυχώς οι προηγούμενοι μου δικηγόροι δεν μου είχαν δώσει την υπεράσπιση μου για να την διαβάσω πριν αλλά και μετά την καταχώρηση της. Είχαμε κάνει συναντήσεις όταν ανέλαβαν την υπόθεση και τους εξήγησα όλες μου τις θέσεις και ισχυρισμούς και ήμουν με την εντύπωση ότι τους κατέγραψαν στην υπεράσπιση μου. Δεν είμαι δικηγόρος ούτε έχω εμπειρία από δικαστικές διαδικασίες και δεν φανταζόμουν σε καμία περίπτωση ότι υπήρχαν σφάλματα ως άνω στην καταχωρηθείσα υπεράσπιση τα οποία αντιλήφθηκα όταν απεσύρθησαν οι προηγούμενοι μου δικηγόροι και μου παρέδωσαν τον φάκελο της υπόθεσης μου οπότε και τον διάβασα. Δεν περίμενα τέτοια σφάλματα ως άνω στην υπεράσπιση μου σε σημείο δε που το εν λόγω δικόγραφο αντιφάσκει από μόνο του εφόσον, αφενός λέγει ότι έδωσα 180,000 ευρώ σε χρήμα - επιταγές - και 240,000 σε είδος - διαμερίσματα - και σύνολο 420,000 ευρώ έναντι δανείου 200,000 ευρώ και, αφετέρου λέγει ότι οφείλω ακόμα 20,000 ευρώ στον Ενάγοντα πράγμα που μαθηματικά δεν ευσταθεί. Στη βάση των προαναφερθέντων αποζητούμε από το Σεβαστό Δικαστήριο όπως επιτρέψει την αιτούμενη τροποποίηση για να τεθούν ενώπιον του όλα τα πραγματικά γεγονότα και δεδομένα της παρούσας υπόθεσης. Όπως με πληροφορεί και η δικηγόρος μου τούτο, είναι και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης ούτως ώστε αυτή να αποδοθεί ορθά στο πλαίσιο ξεκάθαρων θέσεων επί των δικογράφων και όχι δικογράφων με αντικρουόμενους ισχυρισμούς που προκαλούν σύγχυση. Όπως ακόμα με πληροφορεί η δικηγόρος μου, η όποια καθυστέρηση στην υποβολή του παρόντος αιτήματος δεν μπορεί να υπερισχύσει της ανάγκης για απόδοση δικαιοσύνης ανάμεσα στους διαδίκους εφόσον η οποιαδήποτε δυσχέρεια που προκαλείται εξ' αιτίας της παρούσας αίτησης, μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Η παρούσα αίτηση περαιτέρω δίνει την ευκαιρία σε όλους τους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές επίδικες διαφορές μέσω των αιτούμενων τροποποιήσεων ασχέτως ή, εν πάση περιπτώσει χωρίς να είναι τούτο απαγορευτικό απλά και μόνο διότι μπορεί να γίνεται εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης ή και ανταπαίτησης ως με βεβαιώνουν και οι δικηγόροι μου. Τουναντίον, με τον παρόντα τρόπο αποφεύγεται και η πολλαπλότητα των διαδικασιών αφού θα δοθεί η ευκαιρία η παρούσα υπόθεση να ακουστεί με την περίληψη και των δικών μας απαιτήσεων και θέσεων χωρίς να χρειάζεται να προβούμε σε ξεχωριστή προς τούτο διαδικασία όπως π.χ. άλλη χωριστή αγωγή. Η παρούσα αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα και η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ουδόλως θα επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής ούτε προκαλεί καμία βλάβη στα δικαιώματα του Ενάγοντα η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Εν πάση περιπτώσει η υπόθεση ακόμη να αρχίσει να εκδικάζεται και άρα θα έχει κάθε ευχέρεια να απαντήσει και αντιμετωπίσει όπως θέλει τους ισχυρισμούς μου ο Ενάγοντας και χωρίς ουσιαστικό επηρεασμό των δικών του δικαιωμάτων. Σε περίπτωση που δεν επιτραπεί η αιτούμενη Τροποποίηση θα προκληθεί ζημιά ή βλάβη στα έννομα συμφέροντα των Εναγομένων και θα στερηθούν του δικαιώματος να παρουσιάσουν την υπόθεση αλλά και υπεράσπιση τους με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Οι δε αναφερόμενες τροποποιήσεις είναι απαραίτητες για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και, εξυπηρετούν και τα συμφέροντα του Ενάγοντα εφόσον του παρέχουν λεπτομέρειες καθ' όσον αφορά τη θέση μας επί των αξιώσεων της αγωγής ως επίσης και απαλείφουν την όλη σύγχυση που προκαλεί η υπεράσπιση ως καταχωρήθηκε από τους προηγούμενους μου δικηγόρους. Ως εκ των ανωτέρω πιστεύω ειλικρινά ότι για σκοπούς δίκαιης δίκης και ορθής απονομής της δικαιοσύνης πρέπει να εγκριθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Καταθέτω τα πιο πάνω ως ορθά και αληθή.» Ο Ενάγοντας-Καθ΄ου η αίτηση (στο εξής Καθ΄ου η αίτηση) καταχώρησε ένσταση στις 11.7.2018 με την οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: Α. Η αίτηση γίνεται με μεγάλη και/ή με υπέρμετρη καθυστέρηση η οποία δεν δικαιολογείται καθόλου στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, υπάρχει πρωτοφανής και/ή υπέρμετρη και/ή μακρά και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση (latches) στην υποβολή της παρούσας αίτησης με την οποία ζητείται η αιτούμενη τροποποίηση, αναφορικά με γεγονότα που ήταν γνωστά και/ή έπρεπε να ήταν γνωστά στους εναγόμενους - αιτητές πριν την καταχώρηση της υπεράσπισης τους πόσο μάλλον στην παρούσα αίτηση τους με την οποία αιτούνται τροποποίηση. Β. Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης δεν έγινε καλόπιστα και προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the court) και/ή έχει εγερθεί κακόβουλα (mala fide). Γ. Η αιτούμενη τροποποίηση των εναγομένων δεν είναι γνήσια και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αποτέλεσμα καλόπιστου λάθους και/ή ότι έγινε καλόπιστα πρός κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης και/ή για να προστατέψουν τα δικαιώματα τους και/ή για να τεθούν ενώπιον του δικαστηρίου τα αληθή και τα πραγματικά γεγονότα αλλά αποτελεί προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης και προσπάθεια εισαγωγής νέων ισχυρισμών παρουσιάζοντας άλλη υπερασπιστική γραμμή και/ή βάση και τώρα προβάλλουν κακόπιστα και/ή καταχρηστικά καταστρατηγώντας τις διαδικασίες. Δ. Οι εναγόμενοι - αιτητές δεν παρουσιάζουν εύλογη αιτία και/ή κανένα λόγο και/ή δεν έχουν αιτιολογηθεί καθόλου οι λόγοι που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή δεν δίδουν καμία δικαιολογία για ποίο λόγο ζητούν την αιτούμενη τροποποίηση. Ε. Οι εναγόμενοι - αιτητές ενώ προσπαθούν να εισαγάγουν ισχυρισμούς που είναι αντίθετοι με την υπερασπιστική γραμμή τους δεν προβάλλουν κανένα λόγο για να δικαιολογήσουν την υπέρμετρη καθυστέρηση τους. ΣΤ. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι έκδηλα ανεπαρκής και/ή ελλιπής και/ή δεν μπορεί να στηρίξει τις αιτούμενες τροποποιήσεις και/ή σε αυτήν δεν προβάλλεται καμία δικαιολογία και/ή κανένας λόγος που να δικαιολογεί στο ελάχιστο είτε την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος είτε από που προέκυψε η ανάγκη υποβολής τους είτε για ποίο λόγο οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν συμπεριλήφθηκαν εξ αρχής στην έκθεση υπεράσπισης. Ζ. Τόσο η αίτηση τροποποίησης όσο και η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει είναι καταχρηστικές και/ή δεν πληρούν τις προυποθέσεις που τάσσει η νομολογία και/ή σχετικοί νόμοι και κανονισμοί. Η. Με την παρούσα αίτηση τροποποίησης αναπόφευκτα συνεπάγεται ο επαναπροσδιορισμός των επίδικων θεμάτων. Θ. Το αιτούμενο διάταγμα θα επιφέρει τέτοια βλάβη στον ενάγοντα που δεν θα είναι δυνατόν να αποζημιωθεί με έξοδα. Ι. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπεί. K. Η αίτηση είναι σε αντίθεση με το αρ. 30 του συντάγματος. Λ. Καμία εξήγηση και/ή δικαιολογία δίδεται για την επιδειχθείσα καθυστέρηση. Μ. Ακόμα και αν το αίτημα των εναγομένων εισακουστεί τα έξοδα θα πρέπει να επιδικαστούν υπέρ του ενάγοντος και όχι να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής. Ν. Η επίδικη αίτηση και/ή οι αιτούμενες τροποποιήσεις και/ή οι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση έρχονται σε αντίθεση και/ή είναι αντιφατικοί. Ξ. Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και/ή ελλιπή και/ή αντικανονική. Ο. Η αλλαγή δικηγόρου δεν αποτελεί επαρκή λόγο για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος τροποποίησης της Υπεράσπισης των Εναγομένων. Π. Η επίδικη αίτηση και/ή οι αιτούμενες τροποποιήσεις και/ή οι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση του κ. ΧΧΧΧΧ Μάμα που συνοδεύει την επίδικη αίτηση έρχονται σε αντίθεση και/ή είναι αντιφατικοί με προηγούμενη ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 30.03.2012 στα πλαίσια του διατάγματος ημερομηνίας 31.05.2012 που πέτυχε ο ενάγοντας εναντίον των εναγομένων. Η ένσταση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.19, Δ.25, Θ. 1-6, Δ.48 Θ. 1,2,3,4,8,9 και 10-13, Δ.64, στον Περί Δικηγόρων Νόμο Κεφ. 2, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας Άρθρο 30, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα-Καθ΄ου η αίτηση η οποία έχει ως εξής: «
- Είμαι o Ενάγοντας στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. Γνωρίζω καλά τα γεγονότα της υπόθεσης και προς τούτο προβαίνω στην παρούσα ένορκο δήλωση. Γνωρίζω καλώς και προσωπικά τα γεγονότα τα οποία πρόκειται να αναφέρω και για όσα δε από τα οποία πρόκειται να αναφέρω δεν έχω ίδια γνώση αναφέρω την πηγή πληροφόρησης μου.
- Έχω αναγνώσει το περιεχόμενο της ένστασης και υιοθετώ πλήρως το περιεχόμενο της το οποίο και επαναλαμβάνω στην παρούσα ένορκη δήλωση μου.
- Κατ' αρχή εξ όσων μου αναφέρουν οι δικηγόροι μου, η αίτηση των Εναγομένων - αιτητών πάσχει καθότι στηρίζεται σε λανθασμένη και αντικανονική νομική βάση και ένεκα τούτου η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο χωρίς να εξετασθεί η ουσία της.
- Με την αίτηση τους οι Αιτητές ουσιαστικά προσπαθούν τώρα και μετά την πάροδο 6 ετών να προβάλουν και αιτούνται την προσθήκη μιας εντελώς πρωτάκουστης εκδοχής και/ή υπερασπιστικής γραμμής η οποία έρχεται σε αντίθετη τόσο με την υπεράσπιση τους όσο και προηγούμενη θέση τους σε ενδιάμεση μου αίτηση.
- Οι Εναγόμενοι μετά από 6 χρόνια ζητούν την τροποποίηση της υπεράσπισης τους, καθυστερώντας με αυτό τον τρόπο και την προώθηση της υπόθεσης χωρίς να δίδουν την παραμικρή αιτιολογία. Αυτή και μόνο η καθυστέρηση είναι αρκετή ώστε να θεωρηθεί αδικαιολόγητη και να μην επιτρέψει την επιτυχία της αίτησης και/ή ικανοποίησης του αιτήματος τους.
- Σε περίπτωση επιτυχίας της παρούσας αίτησης θα πρέπει ουσιαστικά να γίνει εκ νέου επαναπροσδιορισμός των επίδικων θεμάτων και της δικογραφίας.
- Επιπλέον διάβασα προσεκτικά την αίτηση των εναγομένων και την ένορκο δήλωση του κ. Γιάννη Μάμα που την υποστηρίζει και πουθενά δεν γίνεται έστω η παραμικρή προσπάθεια να δικαιολογηθεί η καθυστέρηση στη καταχώρησης της παρούσας αίτησης ή από που προκύπτει η αιτούμενη τροποποίηση.
- Οι νέοι ισχυρισμοί που επιζητούνται να εισαχθούν με την παρούσα αίτηση όχι μόνο δεν δικαιολογούνται στο παρόν στάδιο της διαδικασίας αλλά τυχόν έγκριση τους θα έχει αδικαιολόγητες και χρονοβόρες συνέπειες και θα μεταβάλει τα εγειρόμενα επίδικα θέματα και τη βάση της υπεράσπισης τους.
- Εξ όσων γνωρίζω αλλά και όπως με πληροφορούν οι δικηγόροι μου, λαμβανομένου υπόψη την παρέλευση 6 ετών από την καταχώρηση της αγωγής αλλά και το πολύ προχωρημένο στάδιο στην καταχώρηση της και την αλλαγή μέχρι την τροποποίηση τριών δικηγόρων, οι εναγόμενοι αιτητές έχουν αυξημένο βάρος αιτιολόγησης του αιτήματος τους το οποίο δεν απόσεισαν στο ελάχιστο και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τους αφού σε αυτήν δεν αναφέρεται καμία έστω δικαιολογία για αυτή τους την καθυστέρηση και παράλειψη.
- Ειδικότερα, οι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση του κ. Μάμα με τους οποίους προσπαθεί να δικαιολογήσει το αίτημα του όχι μόνο δεν μπορούν να στηρίξουν την αιτούμενη τροποποίηση αλλά αντιθέτως είναι πραγματικά ανυπόστατοι και στερούνται πειστικότητας.
- Εξ όσων προκύπτει από την παράγραφο 3 της Ε.Δ ΧΧΧΧΧ Μάμα, οι αιτητές ισχυρίζονται ότι η παρούσα υπόθεση αφορά δάνειο ποσού ύψους €200.000 που χορήγησε ο Ενάγοντας στους Εναγόμενους και στην συνέχεια στην παράγραφο 6 και 7 προβάλλονται ισχυρισμοί εκ μέρους των Αιτητών ότι δήθεν το ποσό αυτό έχει εξοφληθεί και υπάρχει και οφειλή του Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο ποσού ύψους €350.000 την οποία θα διεκδικήσει εάν τους επιτραπεί η τροποποίηση του δικογράφου της Υπεράσπισης τους, ο εν λόγω ισχυρισμός είναι εκ διαμέτρου αντίθετος με τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης τους στην οποία ισχυρίζονται ότι για την εξόφληση του υπολοίπου αυτού, ήτοι €206.000, δόθηκαν επιταγές συνολικού ποσού ύψους €180.000 και στην παράγραφο 15 γίνεται παραδοχή εκ μέρους τους ότι ένεκα της καταβολής του ποσού των €180.000 στον Ενάγοντα οφείλεται το ποσό των €20.000 χωρίς να έχουν καμία αξίωση για οιονδήποτε ποσό.
- Συνεπώς η θέση των αιτητών στην αίτηση τους σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς τους στην υπεράσπιση είναι αντιφατικοί, ο δε ισχυρισμός ότι υπάρχει υπερπληρωμή του Ενάγοντα εκ μέρους τους είναι παραπλανητικός και στερείται πειστικότητας καθότι όχι μόνο δεν υπάρχει υπερπληρωμή και εξόφληση μου αλλά μου οφείλονται ποσά ύψους €206.
- Περαιτέρω και αναφορικά με την παράγραφο 4 της Ε.Δ Μάμα και τον ισχυρισμό που προβάλλουν οι αιτητές ότι κατεγράφησαν εσφαλμένες αναφορές από τους προηγούμενους τους δικηγόρους ένεκα του φόρτου εργασίας και/ή για άλλους λόγους και ότι δεν είχαν διαβάσει την υπεράσπιση τους πριν την καταχώρηση της είναι ψευδής. Εξ όσων γνωρίζω αλλά και ως με πληροφορεί ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση είναι πραγματικά λυπηρό να αναφέρονται τέτοιοι ισχυρισμοί προς υποστήριξη αιτήσεων χωρίς πρώτα να γίνεται ένας στοιχειώδης έλεγχος του περιεχομένου των καταχωρημένων δικογράφων, των αιτήσεων και ενόρκων δηλώσεων που τις συνοδεύουν.
- Συγκεκριμένα, να αναφέρω ότι οι ίδιοι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην υπεράσπιση των αιτητών ημερ. 24.10.2012, προβλήθηκαν και σε προγενέστερο στάδιο ήτοι με την Ε.Δ του Γιάννη Μάμα ημερ. 30.03.2012 προς υποστήριξη της ένστασης τους στην αίτηση του Καθ ου η αίτηση ημερ. 13.01.2012 για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων.
- Στην εν λόγω Ε.Δ ο Εναγόμενος 1 προέβαλε ακριβώς τους ίδιους ισχυρισμούς τους οποίους προέβαλε και μεταγενέστερα στην Υπεράσπιση των Εναγομένων αφού πρώτα ορκίστηκε για την γνώση τους και ότι τα όσα αναφέρει είναι αληθή και πραγματικά. Λαμβανομένου υπόψη αυτού, δεν μπορεί να εξαχθεί οιονδήποτε άλλο συμπέρασμα παρά του ότι οι Εναγόμενοι προσπαθούν με εκ των υστέρων σκέψεις και/ή επινοήματα τους να μεταβάλουν την υπερασπιστική τους γραμμή και να προωθήσουν θέσεις και ισχυρισμούς που ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα και για να δικαιολογήσουν το αίτημα τους δεν διστάζουν να αναφέρουν ενόρκως ψέματα αποδίδοντας ευθύνες στους προηγούμενους δικηγόρους οι οποίοι προέβαλαν ως υπεράσπιση ισχυρισμούς που ο κος Μάμας ενόρκως δήλωσε στα πλαίσια εκδίκασης της ενδιάμεσης διαδικασίας για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων.
- Με την αίτηση τους οι αιτητές προσπαθούν να προβάλουν νέους ισχυρισμούς και να μεταβάλουν την βάση της υπεράσπισης τους. Οι εν λόγω ισχυρισμοί που προσπαθούν να προωθήσουν με την παρούσα δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα και μόνο στόχο έχουν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο, να μεταβάλλουν την υπερασπιστική τους γραμμή και να προβάλουν αξιώσεις τις οποίες δεν δικαιούνται να αξιώνουν.
- Περαιτέρω να αναφέρω ότι οι Εναγόμενοι από το 2012 που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή έχουν αλλάξει 3 φορές δικηγόρους και ουδέποτε προέβαλλαν τους ισχυρισμούς τους οποίους προσπαθούν να προωθήσουν με την παρούσα αίτηση. Ο φάκελος της υπόθεσης δεν ήρθε στην κατοχή των αιτητών τώρα, αλλά πολλές φορές στο παρελθόν αφού παραλάμβαναν το φάκελο κάθε φορά που προχωρούσαν στην αλλαγή δικηγόρου.
- Μέσω των δικογράφων, οι διάδικοι φέρουν εις γνώση του Δικαστηρίου όλα τα πραγματικά περιστατικά και ουσιώδη στοιχεία τα οποία αφορούν την συγκεκριμένη υπόθεση και/ή είναι απαραίτητα για την αποσαφήνιση της αλήθειας αλλά και το προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων που περιβάλουν την υπόθεση. Συνεπώς προσπάθεια προβολής νέων ισχυρισμών, μέσω της τροποποίησης του δικογράφου τους εντελώς αντίθετων με αυτούς που περιέχει το δικόγραφο τους, δεν μπορεί να δικαιολογήσει το αίτημα τους.
- Με την αιτούμενη αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης οι Εναγόμενοι δεν προσπαθούν να εισάγουν γεγονότα τα οποία δεν ήταν γνωστά σε αυτούς κατά την σύνταξη του δικογράφου Υπεράσπισης αλλά προσπαθούν κακόπιστα και αντινομικά να προβάλουν και να προωθήσουν νέα βάση υπεράσπισης.
- Η ως άνω θέση μας γίνεται αντιληπτή διαβάζοντας κανείς το περιεχόμενο της αίτησης τροποποίησης με το οποίο οι Εναγόμενοι προσπαθούν να εισάγουν νέους ισχυρισμούς στην Υπεράσπιση τους που μεταβάλλουν την βάση της υπερασπιστικής τους γραμμής.
- Ενδεικτικά, θα ήθελα να αναφέρω ότι ενώ στην παράγραφο 15 της Έκθεσης Υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι οφείλουν στον Ενάγοντα το ποσό των €20.000 και ουδέν ποσό ανταπαιτούσαν από αυτόν στην συνέχεια και εντελώς απροκάλυπτα και μετά από την πάροδο 6 χρόνων προσπαθούν μέσω της τροποποίησης της Υπεράσπισης τους να προωθήσουν τον ισχυρισμό ότι όχι μόνο δεν οφείλουν το ποσό των €20.000 αλλά και να ανταπαιτήσουν και ποσό ύψους €350.000 ένεκα υπερπληρωμής του Ενάγοντα που όπως έχω επεξηγήσει ανωτέρω δεν υφίσταται τέτοια πληρωμή.
- Οι Εναγόμενοι με την παρούσα αίτηση τους προσπαθούν να μεταβάλουν την βάση της Υπεράσπισης τους με την προσθήκη ισχυρισμών οι οποίοι είναι εκ διαμέτρου αντίθετοι με τους ισχυρισμούς που μέχρι τώρα προέβαλλαν ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Οι νέοι ισχυρισμοί που επιζητούνται να εισαχθούν με την παρούσα αίτηση όχι μόνο δεν δικαιολογούνται αλλά είναι νομικά και πραγματικά ανυπόστατοι τυχόν έγκριση της αίτησης θα έχει αδικαιολόγητες και χρονοβόρες συνέπειες.
- Επίσης δεν δίνεται καμία εξήγηση και δεν δίνεται καμία αναφορά που να δικαιολογεί την αιτούμενη τροποποίηση και πως αυτή προέκυψε σε συνάρτηση με τους υφιστάμενους ισχυρισμούς των εναγομένων στην Υπεράσπιση τους.
- Η στάση των εναγομένων και συνακόλουθα η αιτούμενη τροποποίηση μόνο καταχρηστική, κακόπιστη και κακόβουλη μπορεί να χαρακτηριστεί.
- Εξ όσων γνωριζω αλλά και όπως με πληροφορούν οι δικηγόροι μου οι προτεινόμενες τροποποιήσεις μεταβάλλουν τη βάση της υπεράσπισης αφού με αυτήν γίνεται προσπάθεια εισαγωγής νέων ισχυρισμών εντελώς αντίθετων με τους υφιστάμενους στην υπεράσπιση κάτι το οποίο είναι νομικά και νομολογιακά ανεπίτρεπτο.
- Περαιτέρω, το αίτημα των αιτητών είναι καταχρηστικό καθότι επιζητούν κάτι το οποίο πραγματικά καταχράται των διαδικασιών και έχει σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης και αδικίας στους Ενάγοντες. Η αγωγή έχει καταχωρηθεί τον Ιανουάριο του 2012 και οι εναγόμενοι είχαν καταχωρήσει υπεράσπιση στις 24.10.
- Μέσω των δικογράφων, οι διάδικοι φέρουν ενώπιον και εις γνώση του Δικαστηρίου όλα τα πραγματικά περιστατικά και ουσιώδη στοιχεία τα οποία συνθέτουν την συγκεκριμένη υπόθεση και/ή είναι απαραίτητα για την αποσαφήνιση της αλήθειας αλλά και το προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων που περιβάλουν την υπόθεση. Συνεπώς, προσπάθεια προβολής νέων ισχυρισμών, μέσω της τροποποίησης του δικογράφου τους, και οι οποίοι δεν ήταν άγνωστοι στους διάδικους πριν την σύνταξη του δικογράφου τους, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί είτε από την αλλαγή του δικηγόρου που τους εκπροσωπεί ενώπιον του Δικαστηρίου είτε με τον ισχυρισμό ότι δεν είχαν διαβάσει πριν την καταχώρηση της την έκθεση υπεράσπιση τους.
- Με την αιτούμενη αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης οι Εναγόμενοι δεν προσπαθούν να εισάγουν γεγονότα τα οποία δεν ήταν γνωστά σε αυτούς κατά την σύνταξη του δικογράφου Υπεράσπισης αλλά προσπαθούν κακόπιστα και αντινομικά να προβάλουν και να προωθήσουν νέα βάση υπεράσπισης.
- Η ως άνω θέση μας γίνεται αντιληπτή διαβάζοντας κανείς το περιεχόμενο της αίτησης τροποποίησης με το οποίο οι Εναγόμενοι προσπαθούν να διαγράψουν στο σύνολο της την Υπεράσπιση που είχαν καταχωρήσει και να προσθέσουν νέους ισχυρισμούς στην Υπεράσπιση τους που μεταβάλλουν την βάση της υπερασπιστικής τους γραμμής.
- Είναι ολοφάνερο και ξεκάθαρο ότι οι Εναγόμενοι με τις άνω τροποποιήσεις στην Έκθεση Υπεράσπισης τους δεν προσπαθούν να εισαγάγουν περιστατικά τα οποία τους έγιναν γνωστά μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης ή δεν έχουν περιληφθεί στην Έκθεση Υπεράσπισης τους λόγω καλόπιστου λάθους ή αβλεψίας αλλά προσπαθούν να εισάγουν ισχυρισμούς που στόχο έχουν να μεταβάλουν την βάση της υπεράσπισης τους και την υπερασπιστική τους γραμμή.
- Οι Εναγόμενοι με την παρούσα αίτηση τους προσπαθούν να μεταβάλουν την βάση της Υπεράσπισης τους με την προσθήκη ισχυρισμών οι οποίοι είναι εκ διαμέτρου αντίθετοι με τους ισχυρισμούς που μέχρι τώρα προέβαλλαν ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Οι νέοι ισχυρισμοί που επιζητούνται να εισαχθούν με την παρούσα αίτηση όχι μόνο δεν δικαιολογούνται αλλά είναι νομικά και πραγματικά ανυπόστατοι τυχόν έγκριση της αίτησης θα έχει αδικαιολόγητες και χρονοβόρες συνέπειες.
- Περαιτέρω οι Εναγόμενοι εκτός της μεταβολής της βάσης της Υπεράσπισης τους με την παρούσα αίτηση εισαγάγουν και ανταπαίτηση εναντίον του Ενάγοντα. Είναι η θέση μας ότι οι ως άνω ισχυρισμοί και οι απαιτήσεις που οι Εναγόμενοι προωθούν μέσω της αίτησης τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης τους είναι νομικά και πραγματικά ανυπόστατοι και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφθούν.
- Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι τους ως άνω ισχυρισμούς τους μπορούσαν και θα έπρεπε να τους προβάλουν και να τους προωθήσουν εξ υπαρχής ή έστω πολύ νωρίτερα στο Δικαστήριο με το δικόγραφο της Υπεράσπισης τους και όχι να τους προωθούν εκ των υστέρων και μετά από 6 χρόνια σε ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση είχε σειρά για να ακουστεί.
- Συνεπώς είναι φανερό ότι το γεγονός της μη προώθησης εξ υπαρχής κανενός εκ των αιτητικών που προωθούνται μέσω της Ανταπαίτησης δείχνει ότι τα αιτητικά αυτά δεν είχαν σκοπό να προωθηθούν κατά την σύνταξη της Υπεράσπισης των Εναγομένων, αφού οι Εναγόμενοι μπορούσαν και είχαν την δυνατότητα να τις προωθήσουν από την σύνταξη του δικογράφου αφού ήταν ισχυρισμοί και γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά στους Εναγομένους κατά την σύνταξη του δικογράφου της υπεράσπισης τους.
- Περαιτέρω οι Εναγόμενοι - Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να προωθούν τα εν λόγω αιτητικά και/ή να επιζητούν τις εν λόγω θεραπείες τις οποίες προσπαθούν να προωθήσουν με την ανταπαίτηση τους καθότι δεν υποστηρίζονται από το δικόγραφο της Υπεράσπισης τους. Συγκεκριμένα ενώ ζητούν αποζημιώσεις και ακύρωση των μεταβιβάσεων των διαμερισμάτων ένεκα εξαναγκασμού, εκφοβισμού, απειλών και ψυχικής πίεσης εντούτοις από το δικόγραφο δεν προκύπτουν και δεν δικογραφούνται τέτοιες λεπτομέρειες με αποτέλεσμα τα εν λόγω αιτητικά να μην υποστηρίζονται από το δικόγραφο της υπεράσπισης τους και συνεπώς να μην υπάρχει άλλο αποτέλεσμα από την απόρριψη τους.
- Η επιχειρούμενη προώθηση τους μέσω της τροποποίησης της Υπεράσπισης είναι αποτέλεσμα της αλλαγής των δικηγόρων των Εναγομένων και της Υπερασπιστικής γραμμής και/ή βάσης που θέλουν να ακολουθήσουν καθώς και να καθυστερήσουν την ακρόαση της υπόθεσης.
- Από τα πιο πάνω προκύπτει αβίαστα η αντιφατικότητα των ισχυρισμών των εναγομένων, η έλλειψη πειστικότητας στους ισχυρισμούς τους και συνακόλουθα η κακοπιστία και τα αλλότρια κίνητρα τους.
- Επίσης δεν δίνεται καμία εξήγηση και δεν δίνεται καμία αναφορά που να δικαιολογεί την αιτούμενη τροποποίηση της Υπεράσπισης τους και την προσθήκη ανταπαιτήσεως και πως αυτή προέκυψε και δεν αναφέρθηκε εξ υπαρχής.
- Η στάση των εναγομένων και συνακόλουθα η αιτούμενη τροποποίηση μόνο καταχρηστική, κακόπιστη και κακόβουλη μπορεί να χαρακτηριστεί και αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από την δικονομική συμπεριφορά τους.
- Η πρωτοφανής αδικαιολόγητη καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτηση αντιβαίνει στο άρθρο 30 του Συντάγματος, γεγονός το οποίο από μόνο του καθιστά την αίτηση καταχρηστική και αναπόφευκτα καταδικασμένη σε αποτυχία.
- Εξ΄όσων με πληροφορούν οι δικηγόροι μου αλλά και ως πιστεύω η καταχώρηση της παρούσας αίτησης αποτελεί έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και έχει ως μοναδικό σκοπό την επιβράδυνση της διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον του δικαστηρίου. Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης δεν έγινε καλόπιστα και προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου καθώς έχει εγερθεί κακόβουλα περαιτέρω δημιουργεί περαιτέρω έξοδα στην εκδίκαση της υπόθεσης τα οποία δεν πρέπει να επωμισθεί ο Ενάγοντας.
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους που αναφέρω ειλικρινά πιστεύω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον των αιτητών.» ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΕΚΠΡΟΘΕΣΜΗΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ Το πρώτο θέμα που το Δικαστήριο θα εξετάσει είναι το ζήτημα του χρόνου καταχώρησης της ένστασης, το οποίο ετέθη από το Δικαστήριο ενώπιον των συνηγόρων και δη του συνηγόρου του Καθ΄ου η αίτηση από τον οποίο ζήτησε να τοποθετηθεί αν ήθελε επί του θέματος όπως και από την κα Γεωργίου. Και οι δύο συνήγοροι προέβαλαν τις θέσεις τους περί τούτου. Σύμφωνα με τη διαταγή του Δικαστηρίου ημερ. 5.6.2018 ο Καθ΄ου η αίτηση θα έπρεπε να καταχωρήσει την ένστασή του μέχρι τις 6.7.
- Η ένσταση καταχωρήθηκε όπως φαίνεται από την ίδια την ένσταση στις 11.7.2018, ημερομηνία την οποία φέρει και η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Επομένως δεν υπάρχει αμφιβολία, αν και η 6.7.2018 ήταν ημέρα Παρασκευή, ότι αυτή καταχωρήθηκε τέσσερεις μέρες αργότερα και επομένως είναι εκπρόθεσμη. Στην υπόθεση Μαίρη Α. Αθανασιάδη v. Ηρώς Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «To πρωτόδικο Δικαστήριο μετά τη διάγνωση του πως η εκπρόθεσμη αίτηση ήταν παράτυπη και όχι άκυρη, απλώς παράκαμψε το θέμα και προχώρησε στην εξέταση της ουσίας. Ο χειρισμός αυτός ήταν λανθασμένος. Η κατάταξη μιας παράβασης των κανονισμών στην κατηγορία των παρατυπιών που μπορούν να θεραπευθούν δεν σημαίνει αυτόματα και ανοχή της. Οι κανονισμοί είναι θεσπισμένοι για να τηρούνται. Ειδικά σε ό,τι αφορά τις προθεσμίες επανειλημμένα τονίστηκε η ανάγκη τήρησής τους.» Στην υπόθεση Olympia Designs (Properties) Ltd v. Unique U.K. Inc.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1395 ειπώθηκαν τα εξής: «Όπως έχει επισημανθεί και στην υπόθεση M.I. Holdings Public Ltd v. Παναγή
(2006)1 Α.Α.Δ. 298, η παρατυπία υπάρχει μέχρι την άρση της και η Δ.64 δεν καταργεί τις διατάξεις των θεσμών, οι οποίοι πρέπει να τηρούνται. Με τη Δ.64 παρέχεται απλώς η ευκαιρία σε διάδικο που επέδειξε πλημμέλεια στην εφαρμογή των θεσμών, στα πλαίσια που ορίζει η Διαταγή, να διορθώσει το συγκεκριμένο διάβημα, ώστε να μη θεωρείται άκυρο (Remedica Ltd v. Bayer Aktiengesellschaft
(1998)1 Α.Α.Δ. 1815). Στην παρούσα υπόθεση υπήρξε μία παρατυπία η οποία, πράγματι, δεν είναι και ιδιαίτερα σημαντική, εν όψει μάλιστα και της στενής προθεσμίας που τίθεται από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Οι εφεσείοντες, όμως, θα έπρεπε, όπως επισημαίνει και το πρωτόδικο δικαστήριο, να προβούν στις κατάλληλες διορθωτικές κινήσεις, να καταχωρήσουν δηλαδή αίτηση παράτασης της προθεσμίας. Το δικαστήριο, όπως ήταν υποχρεωμένο, εξέτασε την ενώπιόν του κατάσταση, όπως αυτή είχε δημιουργηθεί και οι εφεσείοντες, άνκαι είχαν την ευκαιρία να αντιδράσουν και να ζητήσουν τη διόρθωση της παρατυπίας, παρέλειψαν να το πράξουν. Το δικαστήριο δεν είχε άλλη εκλογή από του να εξετάσει την ενώπιόν του κατάσταση, όπως αυτή είχε δημιουργηθεί και να θεωρήσει την αίτηση εκπρόθεσμη. Η παρατυπία μέχρι την άρση της εξακολουθεί να υπάρχει.» Στην υπόθεση Χατζηγαβριήλ Κώστας κ.ά. ν. Ξενοφώντος Ξενοφώντος
(2005)1 Α.Α.Δ. 57 λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έλαβε υπόψη του την εκπρόθεσμα καταχωρηθείσα ένσταση των εφεσιβλήτων και εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπήρχαν υπό αμφισβήτηση γεγονότα και πολύπλοκα θέματα τα οποία δεν ήταν ορθό να κριθούν με βάση την αίτηση των εφεσειόντων αλλά θα έπρεπε να κριθούν στα πλαίσια αγωγής και πλήρους ακροαματικής διαδικασίας. Αν το Δικαστήριο περιοριζόταν μόνο στην αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνόδευε, θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η αίτηση ήταν δεόντως αιτιολογημένη.» Στην υπόθεση Olympia Designs (Properties) Ltd (ανωτέρω) ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Η Δ.64, θ.1, προνοεί ότι μη συμμόρφωση λόγω οποιασδήποτε πράξης ή παράλειψης με τα προβλεπόμενα από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας ή σε οποιοδήποτε στάδιο οποιασδήποτε διαδικασίας ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δεν θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή. Όπως έχει επισημανθεί και στην υπόθεση Πετρίχου v. Χατζηιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81, 84, η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με τους κανονισμούς. Δημιουργεί ένα διαδικαστικό μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο διάδικος για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία, εφ' όσον αυτές είναι βέβαια θεραπεύσιμες. Η συγκεκριμένη Διαταγή δεν παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία να προβαίνει αυτεπάγγελτα σε διορθωτικές κινήσεις. Το δικαστήριο υποχρεούται να εξετάζει την ενώπιόν του κατάσταση, όπως αυτή έχει δημιουργηθεί. Τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο (Οικονομίδου v. Φλουρέντζος Χριστοδούλου και Υιοί Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 1157).» Στην υπόθεση Lounic Confectionery Ltd v. Θεόδωρου Θεοδώρου, Πολιτική Έφεση 78/2010, ημερ. 29.6.2015 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Με τον άλλο λόγο ένστασης, προβάλλεται η θέση ότι, εν πάση περιπτώσει, η αίτηση για τροποποίηση καταχωρίστηκε εκπρόθεσμα, δηλαδή, μετά το χρόνο ο οποίος είχε οριστεί προς τούτο από το Δικαστήριο, χωρίς να έχει εξασφαλιστεί, στο μεταξύ, παράταση του χρόνου για νομιμοποίησή της. Η συνήγορος των εφεσειόντων δεν τοποθετήθηκε σε σχέση με την ένσταση αυτή. Όπως διαπιστώνεται από τα πιο πάνω γεγονότα, υπήρξε, πράγματι, καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης. Σε καμιά, όμως, περίπτωση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η προώθησή της συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας· ιδιαίτερα, με δεδομένο ότι ο χρόνος που είχε, σε κάθε περίπτωση, δοθεί ήταν με τη συγκατάθεση του ιδίου του συνηγόρου του εφεσίβλητου, καθώς, επίσης, με την έγκριση του Δικαστηρίου. Δε συνέβηκε, όμως, το ίδιο και με την καταχώριση της αίτησης για τροποποίηση. Αυτή, όταν καταχωρίστηκε, στις 26.1.2015, ήταν εκπρόθεσμη και η κατάσταση παραμένει ως είχε τότε, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει, στην ουσία, νόμιμο ένδικο διάβημα ενώπιον του Δικαστηρίου. Συναφής προς το θέμα αυτό είναι και η παρατήρηση στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Χρίστου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1190, σελίδα 1192, ότι:- «Δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι τασσόμενες προθεσμίες αποτελούν βασικό υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος για την πιο αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.» Στην υπόθεση Αθανασιάδης ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945, 951 λέχθηκαν τα εξής: «Η παρέλευση μιας προθεσμίας που προβλέπουν οι κανονισμοί δεν είναι βέβαια μοιραία. Η Δ.57 κ.2 προσδιορίζει τον τρόπο για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Κάθε διάδικος μπορεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας αλλά και μετά από αυτή να υποβάλει αίτηση για την παράταση της. Η Δ.64 δεν είναι εναλλακτικός τρόπος για την εξασφάλιση τέτοιου αποτελέσματος. Θα λέγαμε ότι η Δ.64 προσφέρει διορθωτική δυνατότητα στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εκ των υστέρων διαπίστωση μιας παρατυπίας δεν θα ήταν ενδεδειγμένο, μέσα στα πλαίσια του συνόλου των περιστατικών, να αφεθεί να οδηγήσει σε ακύρωση της διαδικασίας. Έτσι, νοουμένου ότι δεν παρεμποδίζεται ένας διάδικος από του να επικαλεστεί μια παρατυπία είτε επειδή καθυστέρησε να το κάμει είτε επειδή έκαμε άλλα διαδικαστικά διαβήματα μετά τη γνώση της παρατυπίας, (Βλ. Δ.64 κ.2), το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, μπορεί, αντί να ακυρώσει τη διαδικασία, να διατάξει τροποποίηση ή να επιλέξει άλλο κατάλληλο χειρισμό.» Στη συγκεκριμένη περίπτωση στην ένσταση αναφέρεται η Δ.64 και γι΄ αυτό το λόγο το Δικαστήριο έδωσε την ευκαιρία στον Καθ΄ου η αίτηση να προβεί σε συγκεκριμένο αίτημα. Βέβαια είχε την ευκαιρία να το πράξει και πριν τη σημερινή ημερομηνία με γραπτή αίτηση αλλά δεν το έκανε. Το Δικαστήριο υπό αυτές τις περιστάσεις όπως αναφέρει και η Νομολογία που αναφέρθηκε πιο πάνω, δεν μπορεί αυτεπάγγελτα από μόνο του με βάση τη Δ.64 να προβεί στη διόρθωση αυτής της παρατυπίας. Ως εκ των πιο πάνω το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη και δεν λαμβάνει υπόψη την ένσταση. Όμως όπως ορίζεται από τη Νομολογία ο δικηγόρος που εμφανίζεται για τον Καθ΄ου η αίτηση μπορεί και πρέπει να του επιτραπεί να αγορεύσει με βάση την αίτηση, την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και αν υπάρχουν τεκμήρια που επισυνάπτονται με την ένορκη δήλωση και επί αυτών. Αυτός ήταν και ο λόγος που το Δικαστήριο έδωσε την ευκαιρία στον κ. Χριστοφόρου να αγορεύσει. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη ό,τι βρίσκεται στην αίτηση και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ (για το θέμα της τροποποίησης) Η αίτηση εδράζεται επί της Διαταγής 25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί: «The court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, In such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων». Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Louis Vuitton ν. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1453, αυτός που προβαίνει σε ένορκη δήλωση πρέπει να έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Σε ενδιάμεσες αιτήσεις όμως ο ενόρκως δηλών μπορεί να αναφέρει γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση εφ' όσον αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης του. Ένορκη δήλωση που δεν συμβαδίζει με την πιο πάνω προϋπόθεση είναι αντικανονική και δεν λαμβάνεται υπόψη. Το θέμα της τροποποίησης δικογράφων αποτέλεσε το αντικείμενο σωρείας νομολογίας, τόσο Αγγλικής όσο και Κυπριακής. Στην Αγγλική υπόθεση Clarapede v. Commercial Union Association
(1883)32 WR 263, αναφέρονται τα εξής: «However negligent and careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs». Στην Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 ALL ER 754, αναφέρονται από τον Λόρδο Denning τα εξής: «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money.» Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν σε πληθώρα Κυπριακών αποφάσεων, μεταξύ των οποίων, οι Ευριπίδου κ.α v. Καννάουρου
(1985)1 AAΔ 24, Xριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 και Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1(Α) ΑΑΔ 44. Στην υπόθεση Στέλιου Φοινιώτη v. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 33, ο Δικαστής Πικής (ως ήταν τότε) συνοψίζει τις αρχές που διέπουν το θέμα ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Αζά ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στέλιου Σάββα
(1992)1 ΑΑΔ 704, λέχθηκε, ότι, διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή από τις διάφορες αποφάσεις ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής (βλ. επίσης Astor Manufacturing Ltd κ.α. ν. A & G Leventis κ.α.
(1983)1 ΑΑΔ 926, Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 AAΔ 426 και Agini Latouf Anna v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.,
(1999)1 AAΔ 11). Στην πρόσφατη απόφαση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλας, Πολιτική Έφεση Ε4/2017, ημερ. 11.10.2018 γίνεται σχετική αναφορά για τον τρόπο αντιμετώπισης τέτοιων αιτήσεων. Στην σελίδα 10 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο με την Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών έχουν καθοριστεί με σαφήνεια από τη νομολογία. Από αυτές προκύπτει ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις δικογράφων από το Δικαστήριο, ακόμα και όπου οι περιπτώσεις αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Φοινιώτης ν. Green Mar Navigation
(1989)1(E) ΑΑΔ 33, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934, Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α.
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237, Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1005, Preece κ.α. ν. Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2138, Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνέταιροι
(2012)1(Α) ΑΑΔ 817, Kayat Trading Limited ν. Genzyme Corporation (Αρ. 2)
(2013)1(Α) ΑΑΔ 543, Kyriacos Andreou Arsiotis Developments & Constructions Ltd κ.α. ν. Highway Gardens City Ltd, ΠΕ 106/2012, ημερομηνίας 18.4.2018). Σύμφωνα με τη νομολογία, η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν αναθεωρείται με γνώμονα την ορθότητα της απόφασης κατά την υποκειμενική κρίση των μελών του Εφετείου, αλλά με αντικειμενικά κριτήρια που περιορίζουν την ευχέρεια επέμβασης σε δύο μόνο περιπτώσεις: (α) Όπου διαπιστώνεται ότι η διακριτική ευχέρεια ασκήθηκε έξω από το πλαίσιο που παρέχεται από το νόμο, όπως όταν διαπιστώνεται ότι υπεισήλθαν στην άσκηση της εξωγενείς παράγοντες, και (β) Όπου η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας οδηγεί σε πασιφανή αδικία, όπως είναι η περίπτωση απόφασης στην οποία δε θα μπορούσε να προέλθει κανένα δικαστήριο (Κρέντου ν. General Constructions Company Ltd κ.α.
(1997)1 ΑΑΔ 1270).» Και από τη σελίδα 16 τα ακόλουθα: «Αναφορικά με τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει τροποποίηση δικογράφου, αυτή ασκείται στη βάση των δεδομένων της κάθε υπόθεσης. Ο χρόνος καταχώρησης της αγωγής αποτελεί ένα δεδομένο το οποίο λαμβάνεται υπόψη κατά την εξέταση τέτοιου αιτήματος, ειδικότερα όταν πρόκειται για μία υπόθεση που έχει καταχωρηθεί σχεδόν τριάντα χρόνια προηγουμένως. Συνεπώς, εξετάζοντας το χρόνο που διέρρευσε ως μέρος των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη για τέτοιου είδους αιτήσεις, είναι ο χρόνος καταχώρησης της αγωγής και όχι ο χρόνος που διετάχθη η επανεκδίκαση που λογίζεται ως αφετηρία. Με βάση τη νομολογία, σε αιτήσεις για τροποποίηση, ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός, δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.ά.
(1993)1 ΑΑΔ 726). Όπου υπάρχει, όμως, καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης (Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223, ανωτέρω).» Είχα την ευκαιρία να αναγνώσω τις αγορεύσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών, που ως φαίνεται ουσιαστικά η κα Γεωργίου επανέλαβε τα όσα αναφέρονται στην αίτηση και στην ένορκο δήλωση που τη συνοδεύει και από την άλλη ο δικηγόρος του Καθ΄ου η αίτηση τα όσα αναφέρονται επίσης στην αίτηση και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, με παραπομπές σε κάποια μέρη εξ αυτών, και στα δικόγραφα που υπάρχουν στο φάκελο της υπόθεσης. Η αγωγή καταχωρήθηκε 13.1.
- Η Έκθεση Απαίτησης στις 13.9.2012, η Έκθεση Υπεράσπισης στις 24.10.2012 και Απάντηση στην Υπεράσπιση στις 5.11.
- Στις 19.11.2014 και 18.4.2018 έγιναν αλλαγές δικηγόρων των εναγομένων όπου την τελευταία φορά διορίστηκε η νυν δικηγόρος. Έχω μελετήσει τόσο την Έκθεση Απαίτησης όσο και την Έκθεση Υπεράσπισης και την έχω συγκρίνει με το τι ζητείται με την παρούσα αίτηση εκ μέρους των Εναγομένων-Αιτητών. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση του δικηγόρου του Καθ΄ου η αίτηση ότι η προτιθέμενη τροποποίηση ουσιαστικά αλλάζει άρδην τη γραμμή της υπεράσπισης καθότι όλα τα γεγονότα που σχετίζονται με την παρούσα αίτηση αναφέρονται στην υπεράσπιση πλην της νέας παραγράφου 15 που επιχειρείται να γίνει η τροποποίηση όπως και το μέρος που αφορά την ανταπαίτηση. Αν διαβάσει κάποιος προσεκτικά την Έκθεση Υπεράσπισης θα δει ότι οι φαινομενικά αντικρουόμενοι ισχυρισμοί ως προς το ποσό της οφειλής δεν είναι έτσι αφού σε συγκεκριμένες παραγράφους της Έκθεσης Υπεράσπισης γίνεται αναφορά στα ποσά που καταβλήθηκαν και πως καταλήγουν οι Εναγόμενοι τόσο συμπεριλαμβανομένου του αρχικού ποσού που έδωσε ως είναι ο ισχυρισμός τους όπως και των διαμερισμάτων που δόθηκαν έναντι του ποσού του χρέους όπου διαφαίνεται στο τέλος ποια είναι η πραγματική θέση των Εναγομένων. Μάλιστα προβάλλονται λεπτομέρειες του εξαναγκασμού και πιέσεων, εκφοβισμού και απειλών για τις ενέργειες που καταλογίζουν ότι έγιναν από τον Καθ΄ου η αίτηση. Επομένως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η εισήγηση του συνηγόρου του Καθ΄ου η αίτηση. Όσον αφορά την καθυστέρηση πράγματι φαίνεται ότι θα έπρεπε να συμπεριληφθούν στο δικόγραφο της Υπεράσπισης από το
- Όμως η αμέλεια ή η παράλειψη να το πράξουν αυτό σε προηγούμενο χρόνο και αφού η υπόθεση δεν έχει αρχίσει δεν θα εύρισκα ότι, αν και είναι ένα στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη, σ΄ αυτή την περίπτωση θα ήταν καθοριστικός και ανασταλτικός παράγοντας για να απορριφθεί η αίτηση και να μην εγκριθεί. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπενθυμισθεί το σχετικό απόσπασμα από τη Νομολογία που προηγουμένως αναφέρθηκε από το Δικαστήριο, ότι η τάση είναι να εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης δικογράφου έτσι ώστε να τίθενται όλα τα θέματα ενώπιον του Δικαστηρίου για να λύνονται στην ολότητά τους. Ούτε βέβαια κρίνω ότι η αίτηση καταχωρήθηκε για εκτροχιασμό της δίκης και για περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της, αλλά βρίσκω ότι αυτό ήταν το αποτέλεσμα της διαδικασίας που έγινε και ανακαλύφθηκε η αμέλεια και η παράλειψη που αναφέρθηκε προηγουμένως. Ούτε βρίσκω ότι αν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση θα προκληθεί ζημιά στον Καθ΄ου η αίτηση που δεν θα μπορούσε να θεραπευθεί με την κατάλληλη διαταγή του Δικαστηρίου σε έξοδα. Τέλος να αναφέρω ότι κανένας επηρεασμός δεν θα υπάρξει στα συμφέροντα του Καθ΄ου η αίτηση αφού όλα τα γεγονότα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση καταγράφονται και στην Έκθεση Απαίτησης αλλά με τους δικούς του βέβαια ισχυρισμούς. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω η αίτηση επιτυγχάνει και δίδεται άδεια όπως καταχωρηθεί τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, η οποία να καταχωρηθεί εντός 30 ημερών από σήμερα. Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 30 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Όσον αφορά τα έξοδα αν και η ένσταση είναι εκπρόθεσμη διατάσσεται όπως τα έξοδα που χάνονται λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα-Καθ΄ου η αίτηση και εναντίον των Εναγομένων-Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. Επίσης τα έξοδα της ημερομηνίας 5.6.2018 επιδικάζονται επίσης υπέρ του Ενάγοντα-Καθ΄ου η αίτηση και εναντίον των Εναγομένων-Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της δίκης. Ενόψει του γεγονότος ότι η υπόθεση είναι του 2012 και δεν θα πρέπει να καθυστερήσει άλλο έχοντας κατά νου το χρόνο που δόθηκε για καταχώρηση της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και ακολούθως της Απάντησης, θα ορίσω την αγωγή για ακρόαση στις 14.1.2019, 15.1.2019 και 18.1.2019 (09:30). (Υπ.) ................. Ν. Γερολέμου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο