← Κύπρος

CAPITAL TOUR (CYPRUS) LTD κ.α. ν. GESOMA ESTATES LTD, Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 703/2011, 25/7/2018

CAPITAL TOUR (CYPRUS) LTD κ.α. ν. GESOMA ESTATES LTD, Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 703/2011, 25/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2018:A46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 703/2011 Μεταξύ: CAPITAL TOUR (CYPRUS) LTD D & CH TRAVEL & TOURS LTD Εναγουσών - και - GESOMA ESTATES LTD Εναγομένης ------------------- Ημερομηνία: 25/07/2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τις Ενάγουσες: Συμεού & Κονναρής Δ. Ε. Π. Ε. (Κατά την δίκη: κα Νέδα Ηροδότου). (Κατά την ανακοίνωση της απόφασης: ......................................). Για την Εναγομένη: Χάρης Κυριακίδης Δ. Ε. Π. Ε. (Κατά την δίκη: κ. Μιχάλης Κυριακίδης). (Κατά την ανακοίνωση της απόφασης: ......................................). --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπόθεσης των Εναγουσών για την απαίτηση τους

  1. Η υπόθεσης αυτή, αφορά την συμφωνία που κάθε Ενάγουσα εταιρεία, -οι οποίες Ενάγουσες ασχολούνται με την επιχείρηση της πρακτόρευσης τουριστών-, προσήλθε με την Εναγομένη για την εκμίσθωση δωματίων στο ξενοδοχείο Okeanos που η τελευταία διαχειρίζεται επιχειρηματικά στην Αγία Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου.
  2. Οι Ενάγουσες αξιώνουν από την Εναγομένη, χρήματα τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους, χρεώθηκαν από την Εναγομένη και κατέβαλαν σε αυτήν, πέραν του μεταξύ τους συμφωνηθέντος ανταλλάγματος για τις εκατέρωθεν στην συμφωνία τους υποχρεώσεις τους. Η Ενάγουσα 1 αξιώνει από την Εναγομένη €25.908,97 και η Ενάγουσα 2 αξιώνει από την Εναγομένη €4.090,
  3. Με την έκθεση απαίτησης τους, οι Ενάγουσες, σε ότι αφορά την προαναφερόμενη αξίωση τους, έδωσαν τις ακόλουθες λεπτομέρειες.
  4. Η Ενάγουσα 1, στις 28/07/2008 προσήλθε σε γραπτή συμφωνία με την Εναγομένη, για την εκμίσθωση με απόλυτη δέσμευση, 19 δωματίων στο ξενοδοχείο Okeanos, για την περίοδο από την 28η Απριλίου έως και την 31η Οκτωβρίου, για τα έτη 2008, 2009 και 2010, έναντι €266.284,14 για κάθε έτος, το οποίο ποσό θα ήταν πληρωτέο δια 8 μηνιαίων δόσεων.
  5. Η Ενάγουσα 2, επίσης στις 28/07/2008, προσήλθε και αυτή σε γραπτή συμφωνία με την Εναγομένη, για την εκμίσθωση, επίσης με απόλυτη δέσμευση, 3 δωματίων στο ξενοδοχείο Okeanos, για την περίοδο από την 28η Απριλίου έως και την 31η Οκτωβρίου, για τα έτη 2008, 2009 και 2010, έναντι €42.044,86 για κάθε έτος, το οποίο ποσό θα ήταν πληρωτέο δια 8 μηνιαίων δόσεων.
  6. Οι εν λόγω ξεχωριστές συμφωνίες έκαστης Ενάγουσας με την Εναγομένη ημερομηνίας 28/07/2008, τροποποιήθηκαν με μία κοινή συμφωνία στην οποία οι διάδικοι προσήλθαν, δια της οποίας, για τα έτη 2009 και 2010, το συμφωνηθέν αντάλλαγμα για την μίσθωση με απόλυτη δέσμευση των προαναφερόμενων αντίστοιχων δωματίων στο ξενοδοχείο Okeanos από την Εναγομένη στις Ενάγουσες, μειώθηκε στις €300.
  7. Ένα περίπου μήνα μετά, την 01/05/2009, οι προαναφερόμενες συμφωνίες τροποποιήθηκαν και πάλι, αυτή όμως την φορά, προφορικά, ώστε η μίσθωσης των δωματίων στο ξενοδοχείο Okeanos από την Εναγομένη στις Ενάγουσες ως αυτή έχει προαναφερθεί, να μην ήταν με απόλυτη δέσμευση, αλλά με δέσμευση τους κατά το 90%, με ανάλογη μείωση στο συμφωνημένο χρηματικό αντάλλαγμα.
  8. Μέχρι και την 02η/04/2009 που υπογράφτηκε η τροποποίηση των συμφωνιών ημερομηνίας 28/07/2008 από τους διαδίκους, η Εναγομένη είχε εισπράξει από τις Ενάγουσες βάσει των συμφωνιών τους, €73.269,75 και €11.727 αντίστοιχα. Συνολικά, η Εναγομένη εισέπραξε από τις Ενάγουσες βάσει των συμφωνιών τους, τμηματικά και βάσει σχετικών τιμολογήσεων έκαστης, €258.952,37 και €41.046,19 αντίστοιχα. Υπερχρεώθηκαν όμως, επειδή με βάση τα συμφωνηθέντα τους με την Εναγομένη, η συνολική υποχρέωσης τους έναντι της Ενάγουσας αντίστοιχα, ήταν μόνον €233.045,28 και €36.954,
  9. Οι Ενάγουσες διαπίστωσαν τούτο, αφότου κατέβαλαν στην Ενάγουσα τα επιπλέον ποσά, από τις τιμολογήσεις της Εναγομένης, από τις οποίες προκύπτει ότι η Εναγομένη τις χρέωνε χωρίς να λαμβάνει υπόψη την προφορική τροποποίηση των συμφωνιών τους της 01/05/2009 για μίσθωση των δωματίων με δέσμευση τους κατά το 90%.
  10. Οι Ενάγουσες αξίωσαν από την Εναγομένη να τους επιστρέψει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά, δια πιστώσεως του λογαριασμού που διατηρούσαν έκαστη με την Εναγομένη, η οποία όμως, παρά τις διαβεβαιώσεις της προς τις Ενάγουσες ότι θα ενεργούσε προς αυτή την κατεύθυνση, παρέλειψε και/ή αρνήθηκε να το πράξει. Η υπόθεσης της Εναγομένης για την υπεράσπιση στην απαίτηση των Εναγουσών και η ανταπαίτηση της εναντίον τους
  11. Η Εναγομένη δεν αποδέχεται την τοποθέτηση των Εναγουσών για τα γεγονότα. Με την έκθεση υπεράσπιση της, ισχυρίστηκε τα εξής.
  12. Οι διαπραγματεύσεις της, σε ότι αφορά τις συμφωνίες που επικαλούνται στην Αγωγή τους οι Ενάγουσες, έγιναν με κάποιο ***** Godovnikov, ο οποίος παρουσιάστηκε στους αντιπροσώπους της, ως αντιπρόσωπος των οργανισμών Capital Tour (Cyprus) ή/και D & CH Travel and Tours (Prometheus Travel), χωρίς προσδιορισμό της φύσης αυτών των οργανισμών.
  13. Αποδέχεται ότι προσήλθε σε συμφωνίες γραπτώς με τους εν λόγω οργανισμούς με αντικείμενο ως οι Ενάγουσες ισχυρίζονται στην έκθεση απαίτησης τους, διευκρινίζοντας όμως ότι, αυτές, υπεγράφησαν στις 28/07/2008 και 28/07/2009 αντίστοιχα και όχι ως οι Ενάγουσες ανακριβώς ισχυρίζονται.
  14. Δεν αποδέχεται ότι η τριμερής γραπτή συμφωνία τροποποίησης των προαναφερόμενων συμφωνιών, υπογράφτηκε στις 28/07/
  15. Ισχυρίστηκε ότι, οι διάδικοι, προσήλθαν σε αυτή την 06/04/
  16. Με την εν λόγω συμφωνία τροποποίησης, έγινε ρητή πρόνοια ότι το ποσοστό δέσμευσης σε ότι αφορούσε την μίσθωση των δωματίων, μειωνόταν στο 90%. Ως εκ τούτου, δεν αποδέχεται τον ισχυρισμό των Εναγουσών για προφορική συμφωνία τροποποίησης των συμφωνιών για να εισαχθεί στην ρύθμιση της μίσθωσης των δωματίων ο συγκεκριμένος όρος και μάλιστα στον χρόνο που ισχυρίζονται. Η Εναγόμενη υποστηρίζει ότι, οι αντισυμβαλλόμενοι της στις εν λόγω συμφωνίες, ζήτησαν όπως το χρηματικό αντάλλαγμα για την μίσθωση των δωματίων, μειωθεί κατά €8.328 και ως αντάλλαγμα της συμφωνίας της Εναγομένης σε αυτό, έγινε η πρόνοια για μείωση του ποσοστού δέσμευσης των δωματίων σε 90% προς όφελος της.
  17. Αποδέχεται τους ισχυρισμούς των Εναγουσών που αφορούν τα ποσά που πληρώθηκαν από τους αντισυμβαλλόμενους της κατόπιν σχετικής τιμολόγησης τους από αυτήν. Εντούτοις, διαφωνεί ότι υπήρξε από πλευράς της οποιαδήποτε υπερχρέωσης ή ότι εισέπραξε αχρεωστήτως οποιαδήποτε ποσά. Αποτελεί ισχυρισμό της ότι πληρώθηκε από τους αντισυμβαλλόμενους της χρήματα ως το αντάλλαγμα που είχε μεταξύ τους συμφωνηθεί για την μίσθωση των δωματίων. Δεν αρνείται ότι υπήρξαν επικοινωνίες με τους αντισυμβαλλόμενους της σχετικά με την απαίτηση αυτής της Αγωγής, εντούτοις, ισχυρίζεται ότι οι οποίες θέσεις της προβλήθηκαν από τις Ενάγουσες με αυτές ήταν αβάσιμες.
  18. Σε αυτό το υπόβαθρο γεγονότων, η Εναγομένη στήριξε και την ανταξίωση της εναντίον των Εναγουσών, στην περίπτωση, όπως ανέφερε, που ήθελε φανεί ότι οι Ενάγουσες ήταν όντως οι αντισυμβαλλόμενες της στις επίδικες συμφωνίες. Προσθέτοντας σε αυτά τα γεγονότα τον ισχυρισμό ότι, οι Ενάγουσες, κατά ή περί το έτος 2009 ή και μεταγενέστερα, παραβίασαν τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα που αφορούσαν την αποδέσμευση του 10% των εκμισθωθέντων δωματίων. Ως αποτέλεσμα αυτής της συμπεριφοράς των αντισυμβαλλόμενων της, υποστηρίζει, υπέστη ζημιά €45.598,19, που προκύπτει από το γεγονός της μη διάθεσης προς μίσθωση από την ίδια των συγκεκριμένων δωματίων. Ποσό το οποίο και αξιώνει από τις Ενάγουσες αλληλεγγύως και/ή καχωρισμένως. Η υπόθεσης των Εναγουσών για την υπεράσπιση τους στην ανταπαίτηση της Εναγομένης
  19. Οι Ενάγουσες διαφώνησαν με την εκδοχή της Εναγομένης για τα γεγονότα. Με το δικόγραφο της απάντησης τους, διευκρίνισαν τα εξής.
  20. Ο ***** Godovnikov ενεργούσε σε ότι αφορά τις επίδικες συμφωνίες ως αντιπρόσωπος τους και ήταν σε γνώση της Εναγομένης ότι αυτός εκπροσωπούσε εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, ως αυτό άλλωστε είχε αναγραφεί και σε επιταγές που εδόθησαν σε αυτήν από τις Ενάγουσες στην βάση των επίδικων συμφωνιών.
  21. Σε ότι αφορά τις επίδικες συμφωνίες, διευκρίνισαν απαντητικά ότι και οι δύο υπογράφτηκαν στις 28/07/
  22. Ενώ σε ότι αφορά την γραπτή συμφωνία για την τροποποίηση τους, αποδέχθηκαν ότι οι διάδικοι προσήλθαν σε αυτή, την 06η/04/
  23. Κατά τις Ενάγουσες, η ανταπαίτηση της Εναγομένης είναι αβάσιμη.
  24. Όπως υποστηρίζουν, στην βάση των επίδικων συμφωνιών, το 10% των εκμισθωμένων δωματίων αποδεσμευόταν από τις Ενάγουσες και δεν κατακρατείτο οποιοδήποτε ποσοστό πέραν του συμφωνημένου. Οι Ενάγουσες είχαν ζητήσει από την Εναγομένη όπως τους παραχωρηθεί προς διάθεση, περαιτέρω αριθμός δωματίων, δηλαδή ποσοστό πέραν του συμφωνηθέντος 90%, όπως και έγινε, για την οποία όμως παραχώρηση η Εναγόμενη τιμολόγησε τους Ενάγοντες τρείς φορές, το συνολικό ποσό των €5.
  25. Ποσό, που όμως, συμφωνήθηκε με τις Ενάγουσες όπως λογιστεί έναντι της υπερχρέωσης της Εναγομένης, αντικείμενο αυτής της Αγωγής. Η νομική πτυχή
  26. Οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί των διαδίκων, εγείρουν προς εξέταση, ζητήματα που αφορούν:

(1)πως δύο μέρη προσέρχονται σε μία σύμβαση,
(2)πως τα συμφωνηθέντα τους δύναται στην συνέχεια της σχέσεως τους αυτής να τροποποιηθούν,
(3)πως ερμηνεύονται οι όροι μίας σύμβασης όταν υπάρχει διαφωνία ως προς τα συμφωνηθέντα,
(3)πότε υπάρχει παράβαση μίας σύμβασης και ποιες οι επιπτώσεις της στην νομική θέση των μερών και
(4)τέλος, πότε υπάρχει αδικαιολόγητος πλουτισμός που δικαιολογεί την επέμβαση του Δικαστηρίου. Συνομολόγηση σύμβασης 22. Γενικά ομιλούντες, σύμβασης μπορεί να συνομολογηθεί, χωρίς την τήρηση οποιονδήποτε διατυπώσεων («formalities»), απλά δια ζώσης (δηλαδή, προφορικά) (βλ. Limassol Drugs Co Ltd v Λάμπρου κ. α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 371). Φυσικά, η απουσία γραπτού κειμένου σύμβασης, στο οποίο να αποτυπώνεται η πρόθεσης των μερών σχετικά με τα συμφωνηθέντα τους, καθιστά, τόσο την ίδια την ύπαρξη της συμφωνίας, όσο και τους όρους υπό τους οποίους τα μέρη προσήρθαν σε αυτήν, δυσκολότερο να αποδειχθούν. Επί πλέον, λόγω της αξίας που έχει ένα γραπτό πρακτικό για τις αναληφθείσες υποχρεώσεις μεταξύ αντισυμβαλλομένων σε οποιονδήποτε έχει επιχειρηματική εμπειρία, ειδικότερα στον τομέα της παροχής υπηρεσιών και του εμπορίου, έχει υποστηριχθεί από διάφορους αναλυτές του δικαίου των συμβάσεων και είναι και λογικό, ότι, η απουσία του, αναλόγως πάντοτε των περιστάσεων, μπορεί να τείνει να καταδείξει ότι, στην πραγματικότητα, τα μέρη δεν προσήλθαν σε καμία συμφωνία ή στην ισχυριζόμενη συγκεκριμένη συμφωνία. Αυτά όμως, είναι ζητήματα που άπτονται του δικαίου της απόδειξης και δεν αφορούν τις απαιτήσεις που θέτει ο νόμος για να υφίσταται μία συμφωνία. Οι βασικές προϋποθέσεις μίας σύμβασης, είναι: (
  1. i)τα μέρη να έχουν φτάσει σε μία συμφωνία, η οποία (
  2. ii)προορίζεται (υπάρχει η πρόθεσης) να είναι νομικά δεσμευτική, (iii) υποστηρίζεται από αντιπαροχή και (
  3. iv)είναι αρκούντος βέβαιη και πλήρης για να είναι εκτελεστή. 23. Γενικά, τα μέρη σε μία συμφωνία καταλήγουν σε σύμβαση, είτε δια της υπογραφής εγγράφου στο οποίο αποτυπώνονται οι συμφωνηθέντες μεταξύ τους όροι υπό τους οποίους προσέρχονται στην σύμβαση, είτε δια της υποβολής προσφοράς από πλευράς ενός εκ των μερών που τελικά προσέρχονται στην σύμβαση για τα προτιθέμενα συμφωνηθέντα, η οποία γίνεται αποδεκτή από το αντισυμβαλλόμενο μέρος. Η αποδοχή, μπορεί να είναι είτε ρητή δια του λόγου, είτε εξυπακουόμενη δια της εκδηλωθείσας συμπεριφοράς. Τυπικά, η αποδοχή, περιλαμβάνει υπόσχεση για κάτι. 24. Για τους σκοπούς του δικαίου των συμβάσεων, προσφορά είναι μία εκδήλωσης, είτε δια του λόγου, είτε δια συμπεριφοράς, της θέλησης για δέσμευση, υπό συγκεκριμένους όρους, μόλις αυτή γίνει αποδεκτή από το πρόσωπο προς το οποίο η πρόταση έχει υποβληθεί (βλ. Stover v Mancjester City Council [1974] 1 W.L.R. 1403 και Air Transport Ltd v Bombardier Inc [2012] E.W.H.C. 243). Εντούτοις, υπάρχουν και περιπτώσεις στις οποίες, ένα πρόσωπο, μπορεί να εκφραστεί ως αν να υποβάλλει πρόταση για να προσέλθει σε κάποια σύμβαση, χωρίς όμως γνήσια διάθεση και προθυμία για να δεσμευτεί σε σύμβαση. Και αυτό, επειδή πίστευε ως απίθανο λογικά κάποιος να πίστευε ότι εννοούσε ως σοβαρά τα όσα αναφέρθησαν. Υπό τέτοιες περιστάσεις, τα λεγόμενα, θα πρέπει να μην είναι ικανά να δημιουργήσουν την οποιαδήποτε υποχρέωση: ούτε καν μια καθαρά ηθική υποχρέωση, πόσο μάλλον μία νομικά εκτελεστή υποχρέωση (βλ. τα συγγράμματα, Burrows, A Restatement of the English Law of Contract, έκδοσης 2016, στην ενότητα 7.3 και Chitty on Contracts, 32η έκδοσης, τόμος 1, στην παράγραφο 2-003 και την απόφαση στην υπόθεση Carlill v Carbolic Smoke Ball Co [1892] 1 Q.B. 256). Ακόμη και στις περιπτώσεις όπου γίνεται μία πραγματική πρόταση που γίνεται αποδεκτή, δεν έπεται κατ' ανάγκην ότι μία νομικά εκτελεστή σύμβασης έχει δημιουργηθεί (βλ. Wyatt v Kreglinger & Fernau [1933] 1 K.B. 793 και Hadley v Kemp [1999] E.M.L.R. 589.). Στους παράγοντες που τείνουν να καταδείξουν ότι υπήρχε πρόθεσης ότι μία συμφωνία δεν θα ήταν νομικά δεσμευτική, είναι το γεγονός ότι έγινε σε ένα κοινωνικό πλαίσιο, το γεγονός ότι εξεφράσθη με ασαφή γλώσσα και το γεγονός ότι η υποσχετική δήλωσης έγινε σε στιγμή θυμού ή ενόσω κάποιος εκφραζόταν αστειευόμενος (βλ. Chitty on Contracts, 32η έκδοσης, τόμος 1, στις παραγράφους 2-177, 2-194 και 2-195). Το κριτήριο, ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, στην παράγραφο 2-002, είναι αντικειμενικό. Μία προφανής πρόθεσης του προσφέροντος ότι θα δεσμευτεί συμβατικά σε περίπτωση που η πρότασης του γίνει αποδεκτή από το πρόσωπο στο οποίο έχει απευθυνθεί, επαρκεί. Και αυτό, ως προαναφέρθηκε, κρινόμενο αντικειμενικά, στην βάση του κατά πόσο τα λόγια του προσφέροντος ή η συμπεριφορά του, είναι τέτοια, που θα προέτρεπαν ένα λογικό πρόσωπο να πιστέψει ότι πρόθεσης του ήταν η δέσμευσης του συμβατικά, ακόμη και εάν στην πραγματικότητα δεν είχε τέτοια πρόθεση. Έπεται από τα προαναφερόμενα, ότι, η αντίληψης των πραγμάτων του αποδέκτη της πρότασης, είναι επίσης σχετική. Και αυτό επειδή, ο προσφέρων, δεσμεύεται συμβατικά όταν πρόταση του γίνει αποδεκτή από τον αποδέκτη της: (
  4. i)όταν και ο αποδέκτης, κατά τον ουσιώδη χρόνο της αποδοχής της, πίστευε πραγματικά ότι ο προσφέρων είχε πρόθεση συμβατικής δέσμευσης του, ανεξαρτήτως, ως προαναφέρθηκε, της υποκειμενικής πρόθεσης του τελευταίου, και (
  5. ii)όταν ο αποδέκτης, κατά τον ουσιώδη χρόνο της αποδοχής της, δεν γνώριζε πραγματικά, αν τέτοια είναι η περίπτωσης, ότι ο προσφέρων, παρά την αντικειμενική εμφάνιση των πραγμάτων, δεν είχε πρόθεση να δεσμευτεί με αυτόν συμβατικά. Η γνώσης, δηλαδή, του αποδέκτη, της πραγματικής πρόθεσης του προσφέροντος, δεν επιτρέπει εφαρμογή του προαναφερόμενου αντικειμενικού κριτηρίου (βλ. στο σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, στην παράγραφο 2-003). 25. Αποδοχή προσφοράς για συμβατική δέσμευση, κατά το δίκαιο των συμβάσεων, συνίσταται στην τελική και άνευ όρων εκδήλωση συναίνεσης στους όρους της προσφοράς (βλ. στο σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, στην παράγραφο 2-016). Όπου, προς τον σκοπό επίτευξης μίας συμφωνίας, τα μέρη βρίσκονταν σε συνεχείς διαπραγματεύσεις, χωρίς εμφανή κατάληξη σε συμφωνία και υπό ποιους όρους, το Δικαστήριο εξετάζει την συνολική πορεία των διαπραγματεύσεων, για να αποφασίσει κατά πόσο κάποια εμφανής, χωρίς επιφυλάξεις, αποδοχή, κατέληξε τις διαπραγματεύσεις σε συμφωνία. Η οποία αποδοχή, ως έχει προαναφερθεί, εκτός από ρητή, δια του λόγου, μπορεί να συναχθεί και από την διαγωγή του αποδέκτη της. Όπως π. χ. είναι η περίπτωσης, όπου, γίνεται προσφορά προμήθειας αγαθών που γίνεται απλώς δια της αποστολής τους, την οποία ο αποδέκτης της κρίνεται ότι έχει αποδεχθεί, αφής στιγμής τα έχει χρησιμοποιήσει. Διαγωγή του τύπου που έχει προαναφερθεί και περιγραφεί, μπορεί να έχει την επίπτωση αποδοχής προσφοράς για σκοπούς συνομολόγησης μίας συμφωνίας, όταν ο αποδέκτης της συγκεκριμένης προσφοράς, ενήργησε με πρόθεση (η οποία διαπιστώνεται δια της εφαρμογής του προαναφερόμενου αντικειμενικού κριτηρίου) αποδοχής της. Ανεπιφύλακτη, σε κάθε περίπτωση, κρίνεται η αποδοχή που δεν εισαγάγει στην πρόταση, κάποιο στοιχείο που θα μπορούσε να κριθεί από ένα λογικό πρόσωπο ότι εισαγάγει στην προτιθέμενη συμφωνία κάποιου καινούριου όρου. Αποδοχή προσφοράς για συμβατική δέσμευση, κατά γενικό κανόνα (έχουν αναγνωριστεί εξαιρέσεις), δεν έχει καμία αποτελεσματικότητα, μέχρις ότου κοινοποιηθεί στον προσφέροντα (ακόμη και εάν η κοινοποίησης της δεν είναι από τον ίδιο τον αποδέκτη της, νοουμένου ότι ο τελευταίος έλαβε την τελική απόφαση του προς τούτο και εξουσιοδότησε την κοινοποίηση) και περιέλθει σε γνώση του (υπό την επιφύλαξη κάποιων περιπτώσεων), καθότι, θα ήταν άδικο ο προσφέροντας να δεσμευόταν συμβατικά, προτού λάβει γνώση περί του ότι η προσφορά του έγινε αποδεκτή. 26. Για να είναι νομικά δεσμευτική μία συμφωνία, (εκτός συγκεκριμένων εξαιρέσεων που ορίζονται στο νόμο), ως έχει προαναφερθεί, πρέπει να υποστηρίζεται από αντιπαροχή. Αποτελεί βασική αρχή του δικαίου των συμβάσεων ότι δεν είναι νομικά εκτελεστή μία υπόσχεσης για την οποία τίποτα δεν πρέπει να γίνει εις αντάλλαγμα. 27. Προς διαπίστωση του κατά πόσο έχει καταρτιστεί μια δεσμευτική συμφωνία, ποιοι είναι οι όροι της και εάν ήταν σκοπός ότι θα ήταν νομικά δεσμευτική, εφαρμόζεται ένα κριτήριο αντικειμενικό. Όπως ελέχθη από τον Λόρδο Δικαστή Clarke στην υπόθεση RTS Flexible Systems Ltd v Molkerei Alois Muller GmbH and Co KG [2010] U.K.S.C. 14: «The general principles are not in doubt. Whether there is a binding contract between the parties and, if so, upon what terms depends upon what they have agreed. It depends not upon their subjective state of mind, but upon a consideration of what was communicated between them by words or conduct, and whether that leads objectively to a conclusion that they intended to create legal relations and had agreed upon all the terms which they regarded or the law requires as essential for the formation of legally binding relations.». 28. Η λύδια λίθος, συνεπώς, είναι πως οι λέξεις που έχουν χρησιμοποιηθεί, στο πλαίσιο τους, θα γίνονταν κατανοητές από ένα λογικό άτομο. Υπάρχει, εντούτοις, τουλάχιστον σε επίπεδο συζητήσεως, περιορισμός στην αντικειμενική φύση του κριτηρίου θεώρησης του κατά πόσο τα μέρη έχουν προσέρθει σε μία δεσμευτική σύμβαση, όταν η υποκειμενική πρόθεσης ενός εκ των μερών είναι γνωστή στον άλλο (βλ. Novus Aviation Ltd v Alubaf Arab International Bank BSC(
  6. c)[2016] E.W.H.C. 1575 (Comm.).). 29. Όπου το Δικαστήριο εξετάζει ζήτημα προφορικής σύμβασης, το κριτήριο είναι και πάλι το προαναφερόμενο, δηλαδή, το αντικειμενικό. Εντούτοις, μαρτυρία της υποκειμενικής αντίληψης των μερών για το ζήτημα είναι παραδεκτή, στο βαθμό που τείνει να καταδείξει κατά πόσον, αντικειμενικά, τα μέρη έχουν καταλήξει σε συμφωνία, και εάν ναι, υπό ποιους όρους και κατά πόσον η πρόθεσης ήταν ότι θα ήταν νομικά εκτελεστή. Μαρτυρία, σε ότι αφορά μεταγενέστερη συμπεριφορά των μερών, είναι, επί της ίδιας βάσης, επίσης αποδεκτή. Σε ότι αφορά την περίπτωση μίας προφορικής συμφωνίας, εκτός και εάν αυτή έχει κάπως καταγραφεί, το Δικαστήριο δεν μπορεί να γνωρίζει το τι ακριβώς ελέχθη, ή τον τόνο στην λεκτική έκφραση, ή τις εκφράσεις στα πρόσωπα των εμπλεκόμενων μερών ή την γλώσσα του σώματος τους. Υπό τέτοιες περιστάσεις, η υποκειμενική αντίληψης των μερών, μπορεί να αποτελεί ένα καλό οδηγό ως προς το πώς, στο πλαίσιο τους, οι λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν, θα ήταν λογικά κατανοητές (βλ. Carmichael v National Power Plc [1999] 1 W.L.R. 2042, HL). Ερμηνεία σύμβασης 30. Όπως ελέχθη εν προκειμένω από το Ανώτατο Δικαστήριο δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Γ. Ερωτοκρίτου, στην υπόθεση Amethyst Distributors Ltd. ν Ιεράς Μονής Κύκκου
(2011)1 Α.Α.Δ. 199: «. Οι ερμηνευτικοί κανόνες χρησιμοποιούνται μόνο όταν το νόημα ενός όρου, είναι ασαφές (Pell Frischmann Consultants Ltd v. Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ. 33, 44). .» (βλ. επίσης, Sugarman v CJS Investments LLP [2014] EWCA Civ. 1239). 31. Και αυτό, καθότι, ως ελέχθη από τον Λόρδο Δικαστή Diplock στην απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Pioneer Shipping Ltd v BTP Tioxide Ltd.
(1982)AC 724, 736: «The object sought to be achieved in construing any commercial contract is to ascertain what the mutual intentions of the parties were as to the legal obligations each assumed by the contractual words in which they . chose to express them; or, perhaps more accurately, what each would have led the other reasonably to assume were the acts that he was promising to do or to refrain from doing by the words in which the promises on his part were expressed.». 32. Σε ότι αφορά τις αρχές της νομολογίας μας για το πώς πρέπει να προσεγγίζεται το θέμα της ερμηνείας μίας σύμβασης, παραπομπή γίνεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, Θεολόγου κ. α. ν Κτηματικής Εταιρείας Νεμεσις Λτδ.
(1998)1 Α.Α.Δ. 407, όπου, δια του έντιμου, Π. Α. Δ., ως ήταν τότε, Γ. Μ. Πική, ελέχθησαν τα εξής: «Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες και δε χρειάζεται να τις επαναλάβουμε. (Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499). Πρέπει να σημειώσουμε ότι, συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Μαρτυρία που αναφέρεται στους υποκειμενικούς παράγοντες μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε αγωγή για διόρθωση του εγγράφου (rectification). (Βλ. ICS v. West Bromwich BS [1998] 1 All E.R. 98 (HL)). Το αντικείμενο βέβαια της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Η έννοια, η οποία μεταδίδεται σ' αυτόν, για τα συμφωνηθέντα.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 33. Παραπομπή γίνεται και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Σύλλογος "Ανορθωσης" Αμμοχώστου ν "Απόλλων" Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Λεμεσού
(2002)1 Α.Α.Δ. 518, όπου δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Α. Κραμβή, ελέχθησαν τα εξής: «Βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου των συμβάσεων, αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων της συμφωνίας. Για να διακριβωθεί η σημασία και το πραγματικό νόημα των όρων μιας γραπτής συμφωνίας πρέπει το κείμενό της να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος δυσαρμονίας στην εξήγηση τους που στο τέλος δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών. Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499 και Θάλεια Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 34. Βλ. επίσης, Χατζησωτηρίου ν Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1406, Amethyst Distributors Ltd. ν Ιεράς Μονής Κύκκου
(2011)1 Α.Α.Δ. 199 ανωτέρω και Χαραλάμπους ν Σοφία Σολωμού κ. α.
(2001)1 Α.Α.Δ.
  1. Σημειώνεται εδώ, επειδή σε υποθέσεις του είδους (όπου χρησιμοποιούνται στην σύμβαση όροι και εκφράσεις που σε ένα τομέα έχουν συγκεκριμένη σημασία) φαίνεται ότι αποκτά ιδιαίτερη σημασία, ότι, στο κοινοδίκαιο, ως αποκαλύπτει πρόσφατη νομολογία αγγλικών Δικαστηρίων αναίρεσης, υπήρξε κάποια απόκλισης από την παραδοσιακή προσέγγιση του ζητήματος επί της οποίας η δική μας νομολογία εξακολουθεί να βασίζεται. Κατά τα κρατούντα στο Ηνωμένο Βασίλειο, βασική αρχή, σε ότι αφορά το ζήτημα της ερμηνείας μίας σύμβασης, είναι ότι, αυτή, αποσκοπεί στη διαπίστωση της έννοιας που ένα έγγραφο θα μετέφερε σε ένα λογικό πρόσωπο με γνώση όλων όσων εύλογα θα ήταν στην διάθεση των μερών και στην κατάσταση στην οποία αυτά βρίσκονταν κατά τον χρόνο που προσήρθαν στην σύμβαση (βλ. Investors Compensation Scheme Ltd. v West Bromwich Building Society [1998] 1 W.L.R. 896, 912). Ως έχει διασαφηνιστεί από σχετικά πρόσφατη νομολογία, το «λογικό πρόσωπο» στο οποίο κάνει αναφορά η προαναφερόμενη αρχή, είναι το πρόσωπο που γνωρίζει όλο το υπόβαθρο που είναι εύλογα διαθέσιμο στο πρόσωπο ή την κατηγορία των προσώπων στα οποία το έγγραφο απευθύνεται (βλ. Homburg Houtimport BV v Agrosin Private Ltd (The Starsin) [2003] UKHL 12). Δηλαδή, σε εμπορικά έγγραφα δίδεται εμπορική λογική κ. ο. κ., και τα Δικαστήρια εκλαμβάνουν ότι τα μέρη στην σύμβαση είχαν πρόθεση την χρησιμοποίηση όρων και φράσεων τα οποία έχουν ειδικό ή ιδιόμορφο νόημα στο συγκεκριμένο τομέα (βλ. Crema v Cenkos Securities Plc [2010] EWCA Civ. 144). Το κριτήριο, συνεπώς, είναι και πάλι αντικειμενικό. Το έγγραφο στο οποίο αποτυπώνεται η συμφωνία των μερών, ερμηνεύεται αντικειμενικά και είναι αδιάφορο το τι κάθε μέρος σε αυτή είχε πραγματικά ως πρόθεση του, ή τι ο αντισυμβαλλόμενος εξέλαβε ότι ήταν η πρόθεσης του άλλου μέρους. Το ζήτημα είναι, ως προαναφέρθηκε, τι ένα λογικό πρόσωπο στη θέση των μερών θα αντιλαμβανόταν ότι εννοούν οι λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν (βλ. Deutsche Geonossenchaftsbank v Burnhope [1995] 1 W.L.R. 1580). Εξεταζόμενο όμως τούτο, και αυτή είναι η διαφορά με την δική μας νομολογία, με γνώμονα, τόσο τη χρησιμοποιούμενη γλώσσα, όσο και το πλαίσιο στο οποίο αυτή χρησιμοποιήθηκε (βλ. BCCI v Ali [2001] UKHL 8, Rainy Sky SA v Kookmin Bank [2011] UKSC 50). Εντούτοις, η διατύπωσης των συμφωνηθέντων στο έγγραφο διατηρεί την υπεροχή της και εάν, αφού ληφθεί πλήρως υπόψη το πλαίσιο στο οποίο χρησιμοποιήθηκε η διατύπωσης αυτή, τα μέρη έχουν χρησιμοποιήσει ξεκάθαρη γλώσσα, το Δικαστήριο πρέπει να την εφαρμόσει, ανεξαρτήτως του ότι μπορεί να παράγει ένα εμπορικά απίθανο αποτέλεσμα (βλ. Sugarman v CJS Investments LLP [2014] EWCA Civ. 1239). Τροποποίηση σύμβασης
  2. Τα μέρη σε μία σύμβαση, μπορούν να τροποποιήσουν αυτήν, δια τροποποίησης ή μεταβολής των όρων της, με αμοιβαία προς τούτο συμφωνία των μερών. Μία απλή μονομερής κοινοποίησης από το ένα συμβαλλόμενο μέρος στο άλλο, ελλείψει συμφωνίας τους, δεν μπορεί να αποτελέσει τροποποίηση της συμβάσεως τους. Βλέπε, εν προκειμένω, τα Άρθρα 62 και 63 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 149»), στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 32η έκδοση, στην παράγραφο 22-032 και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Καραολή κ. α. ν Λαουρη κ. α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 225).
  1. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 32η έκδοση, στην παράγραφο 22-033 σχετικά με την μορφή που μπορεί να λάβει η τροποποίηση μίας σύμβασης, αναφέρεται ότι τούτο, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να επιτευχθεί και με προφορική συμφωνία. Παραθέτω αυτούσια την σχετική αναφορά: «As in the case of a rescission of a contract, the terms of a deed or written instrument may be varied by a subsequent agreement, whether oral or written. This may be reconciled with the rule that extrinsic evidence is not admissible to vary or qualify the terms of a written instrument, for that rule only relates to the ascertainment of the original intention of the parties, and not to a subsequent variation. A contract required by law to be made in or evidenced by writing can only be varied by writing, although, ., it can be rescinded by parol.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  2. Εντούτοις, όταν η περίπτωση αφορά γραπτή σύμβαση και ισχυρισμό ότι επήλθε τροποποίησης των όρων της, προφορικά, ως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, The Indian Contract And Specific Relief Acts, (επικαιροποιημένη) 14η έκδοση, τόμος Ι, στην σελίδα 964, το Δικαστήριο πρέπει να είναι πολύ επιφυλακτικό: «Such agreements are viewed with suspicion and must be proved strictly. The terms of the agreement and also the animus contrahendi on the part of all the parties must be established clearly. The burden of proving a departure from the terms of the original contract is on the person asserting it.».
  3. Συνεπώς, όπως και με την περίπτωση κάθε άλλης συμφωνίας σε σχέση με την οποία δεν υπάρχει αντίθετη πρόνοια στον νόμο, συμφωνία που μεταβάλλει τους όρους μίας υφιστάμενης σύμβασης, απαραιτήτως, πρέπει να συγκεντρώνει όλα τα προαπαιτούμενα μίας έγκυρης σύμβασης και δη να υποστηρίζεται από αντιπαροχή. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Καραολή κ. α. ν Γιώργου Λαουρη κ. α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 225, δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., ως ήταν τότε, Γ. Ερωτοκρίτου: «ένα συμβαλλόμενο μέρος, για να θεωρηθεί ότι απαλλάσσει το άλλο από την υποχρέωση εκπλήρωσης των συμβατικών του υποχρεώσεων ή να δεχθεί διαφοροποίηση του ανταλλάγματος σε ένα σημαντικό σημείο, θα πρέπει να εκδηλώσει την πρόθεσή του με κάποιο σαφή τρόπο ή ενέργεια, η οποία να μην αφήνει περιθώρια αμφιβολίας ως προς τις προθέσεις του. Πέραν τούτου, η τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας θα πρέπει να τηρεί όλες τις προϋποθέσεις για σύναψη μιας σύμβασης όπως κοινοποίηση της πρότασης, αποδοχή και αντιπαροχή.» [[i]] [[ii]].
  1. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 32η έκδοση, στην παράγραφο 22-035 το ζήτημα της αντιπαροχής που πρέπει να υποστηρίζει μία συμφωνία τροποποίησης υφιστάμενης σύμβασης, επεξηγείται ως εξής: «In many cases, consideration can be found in the mutual abandonment of existing rights or the conferment of new benefits by each party on the other. . Alternatively, consideration may be found in the assumption of additional obligations or the incurring of liability to an increased detriment.».
  2. Προσθέτοντας σε αυτά οι συγγραφείς, αμέσως μετά, τον εξής σχολιασμό, -με παραπομπή και σε αποφάσεις αγγλικών Δικαστηρίων-, αναφορικά με τις περιπτώσεις που κανονικά δεν γίνεται αποδεκτό ότι συμφωνία για τροποποίηση υφιστάμενης σύμβασης υποστηρίζεται από αντιπαροχή και οποίες είναι, ως εκ τούτου, μη εκτελεστές: «The position is more difficult in the case of an agreement whereby one party undertakes an additional obligation, but the other party is merely bound to perform his existing obligations, or an agreement whereby one party undertakes an additional obligation, but for the benefit of that party alone. There is a line of authority of respectable antiquity which supports the view that in such a case the agreement will not be effective to vary the contract because no consideration is present.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Επισημαίνοντας παράλληλα οι συγγραφείς, την άποψη που σχηματίζουν από την πρόσφατη νομολογία των αγγλικών Δικαστηρίων, για την τάση των αγγλικών Δικαστηρίων απόφανσης υπέρ της εκτελεστότητας μία τέτοιας συμφωνίας τροποποίησης, στις περιπτώσεις όπου με αυτήν, το όφελος στον υποσχόμενο είναι περισσότερο πρακτικό παρά οτιδήποτε άλλο: «But a more liberal approach has been adopted in more recent cases and the courts have been prepared to find consideration and enforce the agreement where it has conferred a practical benefit upon the promisor.».
  3. Άποψης, που, κατά την δική μου κρίση, πρέπει να αναθεωρηθεί από τους συντάκτες του προαναφερόμενου συγγράμματος, εν όψει του σχολιασμού του ζητήματος από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας στην απόφαση του στην υπόθεση Rock Advertising Ltd v MWB Business Exchange Centres Ltd [2018] UKSC 24, δια της οποίας επισημαίνεται η προσήλωσης στα νομολογηθέντα και την γραμμή που ετέθη επί του ζητήματος με το σκεπτικό της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων, ως ήταν τότε, στην υπόθεση Foakes v Beer
(1884)9 App. Cas. 605; HL, που ως αρχή της έχει ότι, οι προσδοκίες πραγματικής αξίας, δεν αποτελούν συμβατικό δικαίωμα ή όφελος και ως εκ τούτου, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντιπαροχή επαρκή για να υποστηρίξει οποιαδήποτε συμφωνία. Εν προκειμένω, για περαιτέρω ανάλυση, με αναφορά στη αγγλική νομολογία για το ζήτημα (βλ. μεταξύ άλλων, Stilk v Myrick
(1809)2 Camp. 317 και Williams v Roffey Bros. & Nicholls (Contractors) Ltd [1991] 1 Q.B. 1), παραπομπή γίνεται και πάλι στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 32η έκδοση, στις παραγράφους από 4-066 έως και 4-
  1. Σε ότι αφορά, ειδικά το ζήτημα συμφωνίας για τροποποίηση υφιστάμενης σύμβασης, που ως αποτέλεσμα έχει την ωφέλεια μόνος ενός εκ των συμβαλλομένων και η οποία, ως εκ τούτου, δεν είναι νομικά εκτελεστή, ακριβώς λόγω του ότι δεν υποστηρίζεται από αντιπαροχή, στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 32η έκδοση, στην παράγραφο 22-081, αναφέρονται τα εξής: «. the parties may agree to vary the contract in a way that is considered to be capable of conferring a legal benefit on one party only: e.g. where one party agrees to pay more for the performance of the other party's original obligation, or to accept less than the other party had originally undertaken without any corresponding variation (that could benefit him) of his own obligation. In some situations of this kind, it is settled that there is no consideration. Where, for example, after a debt has fallen due, the creditor promises to accept part payment of it in full settlement, the mere part payment does not constitute consideration for the variation, though the creditor's promise may have a limited effect as a waiver, or in equity. Consideration for the creditor's promise could be provided by some further variation which could benefit the creditor: e.g. by the debtor's promise to make the payment before the day when the debt becomes due. In other situations falling within the present group, it is arguable that the variation may be supported by consideration if, though capable of conferring a legal benefit on only one party, it can also confer a factual benefit on the other: e.g. where a buyer's promise to pay more than the originally agreed price secures eventual delivery of goods when strict insistence on the original contract would have led to nothing but litigation.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  2. Αυτή η αρχή δικαίου, στην Κύπρο, κωδικοποιείται στο Άρθρο 25 του Κεφ. 149, το οποίο προνοεί τα εξής: «25.-
(1)Συμφωνία που συνάφθηκε χωρίς αντιπαροχή είναι άκυρη, εκτός αν- (α) καταρτιστεί γραπτώς και υπογραφτεί από το μέρος που φέρει το βάρος αυτής και συνάπτεται λόγω φυσικής αγάπης και στοργής μεταξύ των μερών, οι οποίοι έχουν στενή συγγένεια μεταξύ τους~ ή εκτός αν (β) είναι υπόσχεση αποζημίωσης, εν όλω ή εν μέρει, προσώπου το οποίο ήδη έπραξε κάτι εκούσια για τον οφειλέτη ή έπραξε κάτι το οποίο ο οφειλέτης θα μπορούσε νομικά να υποχρεωθεί να πράξει~ ή εκτός αν (γ) είναι υπόσχεση, που παρέχεται γραπτώς και υπογράφεται από το μέρος που φέρει το βάρος αυτής, για ολική ή μερική καταβολή χρέους, την καταβολή του οποίου ο πιστωτής θα μπορούσε να επιβάλει ελλείψει οποιουδήποτε νόμου που ισχύει εκάστοτε και αφορά την παραγραφή. Σε κάθε τέτοια περίπτωση η συμφωνία συνιστά σύμβαση.». (η έμφασης είναι δική μου) 45. Μια τέτοια περίπτωση, όπου η συμφωνία για την τροποποίηση υφιστάμενης σύμβασης δεν υποστηρίζεται από αντιπαροχή για να είναι νομικά εκτελεστή, είναι η περίπτωση υπόσχεσης συμβαλλομένου να εκπληρώσει υφιστάμενη συμβατική του υποχρέωση. Το Ανώτατο Δικαστήριο, αποφάσισε το ζήτημα αυτό, ως έχει προαναφερθεί, στην υπόθεση Θεολόγου κ. α. ν Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ.
(1998)1 Α.Α.Δ. 407. Εν προκειμένω, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η γραπτή συμφωνία των μερών δεν αποκαλύπτει, αφ' εαυτής, την παροχή ανταλλάγματος εκ μέρους των εφεσειόντων για την υπόσχεση της εφεσίβλητης όπως ορθά διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Δεν προέβλεπε την παροχή ανταλλάγματος, εκ μέρους των εφεσειόντων, για την υπόσχεση της εφεσίβλητης να τους μεταβιβάσει πρόσθετο τεμάχιο γης. Η υπόσχεση συμβαλλομένου να εκπληρώσει υφιστάμενη συμβατική του υποχρέωση δεν συνιστά αντάλλαγμα. Διακρίνεται η περίπτωση υπόσχεσης συμβαλλομένου, (προς ον η υπόσχεση του αντισυμβαλλομένου), να αποστεί από τη λήψη δικαστικών μέτρων για καλή τη πίστη διεκδίκηση δικαιώματος (Βλ. Panayiotou v. Solomou
(1979)1 C.L.R. 779) [1].». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Βλ. επίσης, κατ' αναλογίαν, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, Μαρδαπήττα-Χατζηπαντελή ν Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Δημόσια Εταιρεία Λτδ.
(2008)1 Α.Α.Δ.
  1. Παράβαση σύμβασης
  2. Παράβαση σύμβασης, ενέχει, σύμφωνα με το δίκαιο των συμβάσεων, σειρά συνεπειών. Μπορεί να δίδει το δικαίωμα στο αναίτιο μέρος να επιδιώξει, μέσω του Δικαστηρίου, διαταγή για ειδική εκτέλεση της σύμβασης ή/και να επιβεβαιώσει («affirm») την σύμβαση και να απαιτήσει αποζημιώσεις, εάν, από την παράβαση, έχει υποστεί ζημιά [[iii]], ή να τερματίσει την σύμβαση και να απατήσει αποζημιώσεις, εάν, και πάλι, από την παράβαση της έχει υποστεί ζημιά.
  3. Αποτελεί αρχή του δικαίου των συμβάσεων, ότι, ο τερματισμός μίας σύμβασης, επιφέρει την απαλλαγή των μερών από τις μελλοντικές τους, βάσει αυτής, υποχρεώσεις (βλ. Νορη ν Τσαγγαρίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 209, Καταφυγιώτης κ. α. ν Χρυσοστομή
(1997)1 Α.Α.Δ .1746) και καταδεικνύει (και κατοχυρώνει, βλ. Δρυάδης κ. α. ν Καλησπέρα
(1998)1 Α.Α.Δ. 881 και Τουμάζος ν S.P.S. Restaurants Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 700), συνήθως, την πρόθεση του αναίτιου μέρους, να απαιτήσει αποζημιώσεις για τυχόν απώλεια του λόγω της παράβασης της σύμβασης από τον αντισυμβαλλόμενο του (βλ. Photo Productions v Securicor [1980] AC 827, Μουρτζινος ν Του Πλοίου «Galaxias» κ. α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 80). Παράνομος τερματισμός της σύμβασης από τον αντισυμβαλλόμενο, δίδει επίσης το δικαίωμα αξίωσης αποζημιώσεων αν το αναίτιο μέρος έχει υποστεί ζημιά και οι προαναφερόμενες αρχές έχουν ανάλογη εφαρμογή (βλ. Manda Navigation Co Ltd v Του Πλοίου «Veerhaven»
(1999)1 Α.Α.Δ. 1246). 48. Τι τύπου παραβιάσεις της σύμβασης δίδουν, ως έχει προαναφερθεί, το δικαίωμα θεώρησης της σύμβασης ως παραβιασθείσας και δίδουσες το δικαίωμα τερματισμού της ή επιβεβαίωσης της και αξίωσης τυχόν αποζημιώσεων ένεκα της παράβασης, είναι ζήτημα που εναπόκειται στα μέρη σε κάθε σύμβαση να καθορίσουν ρητά (βλ. Κυριακου ν Φιλή
(2004)1 Α.Α.Δ. 1811). Σε κάθε όμως περίπτωση, το ζήτημα της κατηγοριοποίησης των όρων μίας σύμβασης, κατά τον τρόπο που έχει προαναφερθεί, μπορεί να εξαρτηθεί από την ορθή ερμηνεία της σύμβασης στο σύνολο της, από το Δικαστήριο -ως προς την σχετική πρόθεση των μερών κατά την σύναψη της- (Βλ. Bettini v Gye [1876] 1 QBD 183 και Shuler AG v Wickman Tools Sales Ltd [1974] AC 235), ή ακόμη, και από την επίδραση που η παράβασης της σύμβασης πραγματικά έχει, όταν από ερμηνεία των προνοιών της συνολικά, δεν μπορεί να εξακριβωθεί η εξ υπαρχής πρόθεσης των μερών ως προς το προαναφερόμενο ζητούμενο (Βλ. Hong Kong Fir Shipping Co v Kawasaki Kisen Kaisha [1962] 2 QB 26). Είναι όμως και σύνηθες, το ζήτημα του τι συνιστά παραβίαση της σύμβασης που δίδει δικαίωμα τερματισμού της, να καθορίζεται και από νόμο (όπως είναι π. χ. ο περί Πώλησης Αγαθών Νόμος του 1994, Νόμος 10(I)/1994, ο οποίος προβαίνει σε διαχωρισμό μεταξύ όρων ουσιωδών και εγγυητικών διαβεβαιώσεων, παραβίασης των οποίων ενέχει διαφορετικά έννομα, σε σχέση με την συμβατική σχέση των μερών, αποτελέσματα. Και συγκεκριμένα, μόνον η παραβίασης ουσιώδους όρου της σύμβασης, δίδει το δικαίωμα σε τερματισμό της). Παράβαση σύμβασης και θεραπεία 49. Σύμφωνα με το Άρθρο 73 του Κεφ. 149, που επιγράφεται «Αποζημίωση για απώλεια ή ζημιά που προκλήθηκε λόγω παράβασης της σύμβασης»: «
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.
(2)Το πρόσωπο το οποίο ζημιώνεται από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης που προσομοιάζει με τις συμβατικές, δικαιούται να λάβει από τον υπαίτιο την ίδια αποζημίωση, ωσάν να επρόκειτο για παράβαση σύμβασης.
(3)Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης.».
  1. Αποζημίωση, συνεπώς, βάσει του προαναφερόμενου Άρθρου 73 του Κεφ. 149, για απώλεια ή ζημιά που προκλήθηκε λόγω παράβασης σύμβασης, αποσκοπεί στο να αποδώσει στον ενάγοντα, όσο το δυνατόν περισσότερο (και στο βαθμό που τούτο μπορεί να εκφραστεί σε χρήμα), αυτό που θα ελάμβανε εάν ο αντισυμβαλλόμενος του εκτελούσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Με άλλα λόγια, ο σκοπός της αποζημίωσης, είναι να αποδώσει στον ενάγοντα την αξία της προσδοκίας που είχε από την σύμβαση που ματαιώνεται, και έτσι, να τον αποζημιώσει, όχι μόνο για την απώλεια που υπέστη λόγω της παράβασης των συμφωνηθέντων, αλλά και για τα κέρδη που η συγκεκριμένη παράβασης αποτρέπει [[iv]]. Έπεται από τα προαναφερόμενα, ότι, από την στιγμή που η επιδίκαση αποζημίωσης βάσει παράβασης σύμβασης αφορά ζημιά ή απώλεια του ενάγοντα, εάν ο ενάγοντας δεν υπέστη τέτοια ζημιά ή απώλεια, σε αγωγή του για παράβαση σύμβασης, δεν δικαιούται να του επιδικαστεί οτιδήποτε περισσότερο από ονομαστική αποζημίωση, ακόμη και στην περίπτωση όπου ο εναγόμενος κερδίζει από την παράβαση του των συμφωνηθέντων [[v]]. Αδικαιολόγητος πλουτισμός
  2. Τα στοιχεία που συνθέτουν το πραγματικό υπόβαθρο για την εφαρμογή της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αναλύονται στο σύγγραμμα Goff & Jones, The Law of Unjust Enrichment, 9η έκδοση, στις παραγράφους από 1-09 έως και 1-
  3. Πολύ συνοπτικά, στην παράγραφο 1-09, αναφέρονται τα εξής: «A claimant must show three things to make out a claim in unjust enrichment: that the defendant was enriched, that his enrichment was gained at the claimant's expense, and that his enrichment at the claimant's expense was unjust. If these requirements are satisfied, the further question arises, whether there are any defences to the claim. If there are not, the court must decide what remedy should be awarded. An additional consideration is that some overriding legal principle may justify the defendant's enrichment and thereby nullify the claimant's right to restitution.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  4. Όπως πιο αναλυτικά επεξηγείται στην συνέχεια του ιδίου συγγράμματος στην παράγραφο 1-12: «. Under English law, a claimant is entitled to restitution if he can show that a defendant was enriched at his expense, and that the circumstances are such that the law regards this enrichment as unjust. For example, a claimant will have a prima facie right to restitution where he has transferred a benefit to a defendant by mistake or on a basis that fails. Nevertheless, the defendant can escape liability if another legal rule entitles him to keep the benefit, and this overrides the rule generated by the law of unjust enrichment that entitles the claimant to restitution. For example, a claimant may have paid money to a defendant by mistake, but even so, the payment may be irrecoverable if the claimant was required to pay the money by a statute or by a contract previously entered by the parties. Although the claimant would otherwise have a claim in unjust enrichment, the defendant's enrichment is justified by the statute or contract. .».
  5. Το βασικό, όπως επεξηγείται στην παράγραφο 1-14 του προαναφερόμενου συγγράμματος, ζήτημα, δεν είναι το είδος του οφέλους που έχει αποκτήσει ο εναγόμενος, αλλά, αν ο εναγόμενος είναι σε καλύτερη θέση ή πλουσιότερος, ως αποτέλεσμα των πράξεων του ενάγοντος. Αφού ο εναγόμενος έχει λάβει το όφελος από τον ενάγοντα και προκύψουν περιστάσεις που καθιστούν αυτή την απολαβή άδικη, η απαίτηση του ενάγοντος με βάση την αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού θεωρείται ολοκληρωμένη και δεν είναι απαραίτητο να καταδειχθεί ότι ο εναγόμενος συνέχισε και μεταγενέστερα ή και συνεχίζει μέχρι και την εκδίκαση της υπόθεσης να απολαμβάνει το όφελος αυτό.
  6. Όπως προαναφέρθηκε, το πρώτο που πρέπει να καταδειχθεί για να στοιχειοθετηθεί αδικαιολόγητος πλουτισμός, είναι ότι ο ενάγοντας έχει υποστεί κάποια απώλεια που είναι στενά συνδεδεμένη με το κέδρος του εναγομένου. Αυτό είναι το όφελος που με βάση την υπό συζήτηση αρχή μεταφέρεται στον εναγόμενο ώστε να τίθεται ζήτημα αποκατάστασης του ενάγοντα σε ότι αφορά αυτό• και το οποίο, ως έχει νομολογηθεί, δεν αφορά το όποιο επιπρόσθετο όφελος έχει κερδίσει υπό τις περιστάσεις ο εναγόμενος ή την όποια απαίτηση του ενάγοντος για αποζημίωση του σε ότι αφορά τις όποιες ζημιές υπέστη ένεκα του επίδικου συμβάντος. Στην παράγραφο 1-44 του ιδίου συγγράμματος, αναφέρονται εν προκειμένω τα εξής: «A claim for restitution on the ground of unjust enrichment is not a claim for damages or equitable compensation founded on the commission of a civil wrong, but a claim for a liquidated sum that is treated as a claim in debt for procedural purposes. This is true not only of claims for the value of a money payment, but also of claims for the value of services or goods which must be quantified before the court can make an order against the defendant.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  7. Περαιτέρω, ο ενάγοντας, πρέπει να αποδείξει ότι υφίσταται [πραγματικά] ένας από τους λόγους («unjust factors») που έχουν αναγνωριστεί από την νομολογία ότι καθιστούν τον εμπλουτισμό του εναγομένου άδικο. Δηλαδή, δεν αρκεί απλώς να καταδειχθεί ότι η μεταβίβασης του οφέλους από τον ενάγοντα στον εναγόμενο έγινε άνευ νομικού ερείσματος. Όπως αναφέρεται στο προαναφερόμενο σύγγραμμα, στην παράγραφο 1-26: «A claimant must be able to point to a ground of recovery that is established by past authority, or at least is justifiable by a process of principled analogical reasoning from past authority. There is in English law "no general rule giving the plaintiff a right of recovery from a defendant who has been unjustly enriched at the plaintiff's expense", and the courts' jurisdiction to order restitution on the ground of unjust enrichment is subject "to the binding authority of previous decisions": they do not have "a discretionary power to order repayment whenever it seems . just and equitable to do so". Claims in unjust enrichment must be pleaded by bringing them "within or close to some established category or factual recovery situation". However, "the categories of unjust enrichment are not closed", and the Woolwich case shows that the courts can recognise new grounds of recovery.».
  8. Μεταξύ των λόγων που έχουν αναγνωριστεί από την νομολογία ότι καθιστούν τον εμπλουτισμό του εναγομένου άδικο, είναι η μεταβίβασης του οφέλους από τον ενάγοντα στον εναγόμενο από λάθος• που είναι και ο λόγος που οι Ενάγουσες έχουν δικογραφήσει ως αιτία για την απαίτηση τους εναντίον της Εναγομένης σε αυτή την Αγωγή. Συναφώς, σημειώνεται και η θέση της υπεράσπισης της Εναγομένης, δια της οποίας αρνείται ότι υπήρξε οποιοδήποτε σχετικό λάθος, μη εγείροντας κάποια από τις αναγνωρισμένες από την νομολογία υπερασπίσεις, βάσει των οποίων, παρά το γεγονός ότι ο ενάγοντας δικαιούται αποκατάσταση, αυτή για κάποιο λόγο περιορίζεται ή δεν διατάζεται.
  9. Η σημασία, για την υπόθεση ενός ενάγοντα, της δικογράφισης αδικαιολόγητου πλουτισμού, σκιαγραφείται στις παραγράφους από 1-36 έως και 1-43 του προαναφερόμενου συγγράμματος. Αντιστοίχως σημαντική, σημειώνεται, είναι και η ορθή και κανονική δικογράφισης από πλευράς υπεράσπισης: «1-37 When pleading claims in unjust enrichment, all that is required is for a claimant to state the nature of the claim and the facts on which he relies, and that can be done without mentioning the old forms of action. When the pleadings clearly state that the claim lies in contract, or unjust enrichment, or both in the alternative, this will clarify the issues for the parties and make it easier for the court to determine whether the ingredients of the claim have been established; it will also make it easier to decide whether there are any defences, for example because a rule of public policy debars claims of one sort but not the other. 1-38 Consistently with what has been said in the previous part about the necessary ingredients of claims in unjust enrichment, it should be made clear in a statement of claim what facts are being relied upon to establish that the defendant was enriched, that his enrichment was gained at the claimant's expense, and that his enrichment is unjust. The courts have stressed in connection with this last requirement that it will not do for a claimant to plead a generalised claim in unjust enrichment, for the same reason that it will not do for a claimant to plead generalised claim in tort. Nor is it acceptable to assert that the circumstances make the defendant's enrichment unfair in a broad sense, or in accordance with the claimant's own idiosyncratic notions of unfairness: specific reasons anchored in the case law must be given to justify the assertion that the defendant's enrichment is unjust. 1-39 We would emphasise that the burden of proof lies on the claimant to show why the defendant's enrichment at his expense is unjust; it does not lie on the defendant to disprove this. . 1-43 A defendant to a claim in unjust enrichment should consider whether the claimant has pleaded all of those matters which it falls to the claimant to plead and prove, and whether the defendant denies or does not admit any of these matters. The defendant should also consider whether to plead any defences, the onus of proving which lies on him. As Brooke LJ said in Adrian Alan Ltd v Fuglers, any defence relied on by the defendant: ". must be fairly and squarely put forward in the defendant's statement of case so that its factual merits can be explored at the trial."». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  10. Όταν η βάση για την απαίτηση θεραπείας βάσει της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού, είναι σύμβασης, ισχύουν ιδιαίτερες αρχές. Ο λόγος, επεξηγείται στην παράγραφο 3-01 του προαναφερόμενου συγγράμματος: «A claim in unjust enrichment may be entirely excluded, displaced or limited by the existence of a contract. The parties to the contract might be the same as the parties to the potential unjust enrichment action, or the contract might have been made between one (or both) of them and a third party. What effect the contract will have on the unjust enrichment claim will depend on the terms of the contract, and also on whether it was legally enforceable, whether it is still in existence, and, if it is been terminated, how that termination came about. . As will be seen, the extent to which the existence of a contract does (or should) affect claims in unjust enrichment ultimately turns on the wider question of the relationship between liability in contract and liability in unjust enrichment. .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  11. Στην περίπτωση που η σύμβασης έχει εκπληρωθεί κατόπιν εκτέλεσης των υποχρεώσεων που βάσει αυτής είχαν αναληφθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη, ο γενικός κανόνας είναι ότι, η αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δεν μπορεί να αποτελέσει την βάση για την οποιαδήποτε ανάκτηση από πλευράς ενάγοντα, παροχών που μεταβιβάστηκαν στον εναγόμενο στο πλαίσιο της σύμβασης. Κανόνας, που έχει νομολογηθεί από εξέταση, κυρίως, υποθέσεων που αφορούσαν την πώληση αγαθών, στην βάση του σκεπτικού ότι, η αποκατάστασης βάσει της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δεν μπορεί [έμμεσα] να υπονομεύει την συμβατική κατανομή του «κινδύνου». Όπως επεξηγείται στην παράγραφο 3-54 του προαναφερόμενου συγγράμματος: «. this is not indirectly to enforce the terms of a contract that has been terminated; rather, it is a reflection of the fact that the ground of recovery is failure of basis, and the parties have agreed what the basis of the transfer is to be. The contract price implicitly allocates certain risks to the supplier of the goods or services, such as the risk that the market value of the goods or services will increase before performance, and the risk that the goods or services prove to be more costly to supply than the supplier had anticipated. Allowing a supplier bringing an action in unjust enrichment to recover more than the contract price for any goods or services supplied under the contract would clearly reallocate those risks to the purchaser.». Μοναδική εξαίρεση, υποστηρίζεται στο προαναφερόμενο σύγγραμμα, αποτελεί η περίπτωση κατά την οποία αποδεικνύεται ότι, το συμβατικό αντάλλαγμα, δεν αντιπροσωπεύει οριστική κατανομή του κινδύνου μεταξύ των συμβαλλομένων μερών.
  12. Όπου γίνεται επίκληση κάποιου λάθους ως βάση για την απαίτηση ενάγοντος για θεραπεία βάσει της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού, σε γενικές αρχές, ισχύει το εξής: «The law's starting point is now that any causative mistake of fact or law, spontaneous or induced, can qualify.» (βλ. στην παράγραφο 9-01 του προαναφερόμενου συγγράμματος). Το «λάθος», να έχει κριθεί ότι περιλαμβάνει: «an incorrect belief or assumption about a past or present state of affairs» (βλ. στην παράγραφο 9-06 του προαναφερόμενου συγγράμματος). Στις περιπτώσεις που το λάθος αφορά «απλή άγνοια (mere causative ignorance)», ακόμη και όταν αυτή είναι η αιτία για την μεταβίβαση του οφέλους από τον ενάγοντα στον εναγόμενο, αυτό είναι ανεπαρκές για να στηρίξει απαίτηση για θεραπεία βάσει της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Κατ' αντίθεση, «εσφαλμένη συνειδητή πεποίθηση (incorrect conscious belief)» ή «εσφαλμένη σιωπηρή υπόθεση (incorrect tacit assumption)», είναι περιπτώσεις λάθους επί του οποίου η προαναφερόμενη αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού μπορεί να δικαιολογήσει αποκατάσταση. Όπως αναφέρεται στο προαναφερόμενο σύγγραμμα στην παράγραφο 9-43, με αναφορά στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Αγγλίας στην υπόθεση Pitt v Holt [2013] UKSC 26: « An "incorrect conscious relief" or "incorrect tacit assumption" can support relief on the ground of mistake, but a state of ignorance will not, except in so far as the claimant's ignorance of some state of affairs "lead[s] to an [incorrect conscious] belief or [tacit] assumption which the law will recognise as a mistake"—that is, unless that ignorance falsifies a conscious belief or tacit assumption on which the claimant acted.».
  13. Μία από τις περιπτώσεις λάθους που δικαιολογεί αποκατάσταση στην βάση της υπό συζήτηση αρχής, είναι αυτό περί της υπάρχουσας νομικής ευθύνης έναντι του εναγομένου να του μεταβιβαστεί το όφελος από τον ενάγοντα. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του R. Virgo, The Principles of the Law of Restitution, 3η έκδοση, στην σελίδα 165: «If the claimant can show that he or she transferred a benefit to the defendant because of a mistaken belief that he or she was subject to an existing legal liability to do so, this will ground a restitutionary claim. This was recognized in Aiken v Short where Bramwell B said: "In order to entitle a person to recover back money paid under a mistake of fact, the mistake must be as to a fact which, if true, would make the person paying liable to pay the money; not where, if true, it would merely make it desirable that he should pay the money". The application of this principle is illustrated by Kelly v Solari [
(1841)152 E.R. 24], where the claimant insurance company had paid money to the executrix of the assured believing that it was liable to do so under a life insurance policy. In fact, there was no liability to pay this money because the policy had lapsed as a result of the assured failing to pay the premiums on the policy. Such a mistake as to the existence of the liability meant that in principle the claimant could recover the money, since, as Parke Β recognized, where money was paid on the assumption of certain mistaken facts which, if true, would mean that the recipient was entitled to the money, it followed that restitution should be awarded where those facts were not true. It was also held to be irrelevant that the means of discovering that the policy had lapsed was available to the claimant. Consequently, the carelessness of the claimant, in failing to check whether the policy had lapsed, did not prevent it from obtaining restitution. ... Even where the claimant has made a mistake as to the existence of a legal liability, restitution only lies if the claimant can show that, if the mistake had not been made, he or she would not have transferred the benefit to the defendant. In other words, the mistaken belief as to a liability to pay must be shown to have been the cause of the transfer being made, in the sense that, but for the mistake, the benefit would not have been transferred to the defendant. ...». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  1. Εντούτοις, ως έχει προαναφερθεί, όταν το λάθος αφορά την παροχή οφέλους στην βάση ευθύνης που απορρέει από σύμβαση, απαίτηση που έχει ως βάση της την αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αποτυγχάνει, καθότι η σύμβασης αποκλείει την εφαρμογή της, στο βαθμό όμως, που δίδει δικαίωμα στον εναγόμενο να λάβει το συγκεκριμένο όφελος. Στην παράγραφο 9-94 του προαναφερόμενου συγγράμματος Goff & Jones, The Law of Unjust Enrichment, 9η έκδοση, αναφέρονται σχετικά τα εξής: «Where a benefit is mistakenly conferred by one party on another under a contract, a claim in unjust enrichment will commonly fail even if the mistake would otherwise support such a claim. As we explain in Ch.3, the contract will bar the claim, to the extent that it entitles the defendant to receive the relevant benefit. For the claim to succeed, the claimant will need to show that the contract is invalid, being either non-existent, void or voidable. This is not a matter for the law of unjust enrichment, but the law of contract.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
  2. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα αυτό στην Κύπρο, συνοψίζονται στην σχετικά πρόσφατα εκδοθείσα απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αρχίππεα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ κ. α. ν Κακβου, ECLI:CY:AD:2015:A683, Πολιτική Έφεση Αρ. 278/2010, 15/10/2015 (πλειοψηφίας), δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκαν τα εξής: «Οι αρχές της αποκατάστασης και του αδικαιολόγητου πλουτισμού εξηγούνται με ενάργεια στο σύγγραμμα του Π.Γ. Πολυβίου: «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» Τόμος 3, σελ. 799-810 όπου αναπτύσσεται η όλη σχετική νομολογία στο θέμα. Όπως εύστοχα συζητείται στο σχετικό κεφάλαιο, οι θεραπείες του αδικαιολόγητου πλουτισμού («unjust enrichment») και αποκατάστασης («restitution»), είναι στην ουσία εξωσυμβατικές. Ενώ, δηλαδή, μια σύμβαση ή συμφωνία βασίζεται στην αμοιβαία συναίνεση των μερών με αντιπαροχή να κινείται από το ένα μέρος προς το άλλο, η αποκατάσταση βασίζεται στον αδικαιολόγητο προσπορισμό οφέλους από πρόσωπο σε βάρος άλλου στην απουσία σύμβασης ή συμφωνίας. Σκοπός της θεραπείας δεν είναι η κάλυψη της ζημιά στον ενάγοντα, αλλά στην αποστέρηση του οφέλους ή κέρδους από τον εναγόμενο. Γενικά, όμως, δεν έχει ακόμη αναγνωρισθεί στο Αγγλικό δίκαιο μια γενική και ενοποιημένη κατηγορία βασισμένη στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, (Orakpo v. Manson Investments Ltd
(1978)AC 95). Αυτή η μη αναγνώριση του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως αυτόνομης αιτίας αγωγής έχει απασχολήσει και το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Minerva Finance and Investment Ltd v. Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173 και Κίτσης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077. Η σύγχρονη αντίληψη είναι ότι η αποκατάσταση συνιστά θεραπεία και όχι βάση αγωγής και ανήκει χωρίς άλλο στο χώρο του δικαίου της επιείκειας. Γίνεται πλέον λόγος για restitutional claim, η φιλοσοφία και λειτουργία του οποίου απορρέει από οιονεί συμβατική σχέση που στοχεύει στην απόδοση ποσού στον ενάγοντα του οφέλους που απεκόμισε ο εναγόμενος λόγω λανθασμένης ή έκνομης πράξης. Κατά τον F.H. Lawson: "Remedies of English Law" σελ. 173, η βάση της αξίωσης εδράζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό ή την ύπαρξη εξυπακουόμενης υπόσχεσης. Η θεραπεία της αποκατάστασης («restitution»), έχει αναφερθεί και εξηγηθεί στην Θεοχαρίδης ν. Ιωάννου
(2012)1 Α.Α.Δ. 1311, σελ. 1328-1330.». Η προσαχθείσα μαρτυρία
  1. Για την υπόθεση των Εναγουσών, κλήθηκαν στο Δικαστήριο και κατέθεσαν τα ακόλουθα πρόσωπα: Ο ***** Godovnikov (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ1»). Η ***** Zukova (στο εξής καλούμενη «η ΜΕ2»).
  2. Για την υπόθεση της Εναγομένης, κλήθηκαν στο Δικαστήριο και κατέθεσαν τα ακόλουθα πρόσωπα: Η ***** Τζιοβάνη (στο εξής καλούμενη «η ΜΥ1»). Ο ***** Παπαδόπουλος (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ2»). Ο ***** Καλλένος (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ3»). Η μαρτυρία του ΜΕ1
  3. Ο ΜΕ1, κατέθεσε ότι είναι διευθυντής αμφοτέρων των Εναγουσών.
  4. Εν πρώτοις, ο ΜΕ1 μαρτύρησε σχετικά με την οντότητα και τους επιχειρηματικούς σκοπούς των Εναγουσών. Προς τεκμηρίωση των εν λόγω ισχυρισμών του, ο ΜΕ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο τα Τεκμήρια από 4 έως και
  5. Περαιτέρω, ο ΜΕ1 υποστήριξε ότι ήταν το πρόσωπο που υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής των Εναγουσών, διαπραγματεύθηκε με τους εκπροσώπους της Εναγομένης την συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών. Η διαπραγμάτευσης, υποστήριξε, έγινε, περίπου, αρχές Ιουλίου του έτους 2008, με τους ΜΥ2 και ΜΥ
  6. Όπως ο ΜΕ1 διευκρίνισε, ο ΜΥ3 ήταν ο ιδιοκτήτης της Εναγομένης και ο ΜΥ2 το πρόσωπο που δια της υπογραφής του η Εναγομένη προσήλθε με τις Ενάγουσες στις επίδικες συμφωνίες. Μετά την συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών, ανέφερε περαιτέρω ο ΜΕ1, τις Ενάγουσες εκπροσωπούσε και η ΜΕ
  7. Η Εναγομένη, υποστήριξε ο ΜΕ1, παρά το γεγονός ότι στις επίδικες συμφωνίες δεν αναγράφεται πλήρως η επωνυμία των Εναγουσών, γνώριζε ότι αντισυμβαλλόμενοι της ήταν εταιρείες και συγκεκριμένα ότι ήταν οι Ενάγουσες. Γεγονός που, ως σχολίασε ο ΜΕ1 περαιτέρω, υποστηρίζεται και από το γεγονός της πληρωμής της Εναγομένης, βάσει των συμφωνιών, από τραπεζικούς λογαριασμούς των Εναγουσών, χωρίς καμία προς τούτο διαμαρτυρία της Εναγομένης.
  8. Ο ΜΕ1, αναφέρθηκε και στις επίδικες συμφωνίες. Με αναφορά, ειδικότερα, στο πότε αυτές συνομολογήθηκαν, στους όρους τους και στις πληρωμές που οι Ενάγουσες παρέβησαν στην Εναγομένη βάσει αυτών.
  9. Όπως ο ΜΕ1 υποστήριξε, η Ενάγουσα 1 προσήλθε στην επίδικη συμφωνία με την Εναγομένη, την 28/07/
  10. Ο ΜΕ1, παρουσίασε στο Δικαστήριο αντίγραφο της εν λόγω σύμβασης, ήτοι το Τεκμήριο
  11. Ο ΜΕ1, έκαμε ειδική αναφορά στους όρους της σύμβασης της Ενάγουσας 1 με την Εναγομένη, που αφορούσαν το χρηματικό αντάλλαγμα που είχε συμφωνηθεί για την μίσθωση των δωματίων στο ξενοδοχείο Oceanos από την Ενάγουσα 1 και την αποπληρωμή του. Σχετικά με την εν λόγω μαρτυρία του, ο ΜΕ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο το Τεκμήριο 14, που είναι αντίγραφο επιταγής που η Ενάγουσα 1 εξέδωσε επί της Ελληνικής Τράπεζας την ημέρα της υπογραφής της επίδικης σύμβασης, €8.500, την οποία, ως ο ΜΕ1 υποστήριξε, η Εναγομένη πληρώθηκε. Ο ΜΕ1, παρουσίασε στο Δικαστήριο και το Τεκμήριο 15, που είναι επίσης αντίγραφο επιταγής που η Ενάγουσα 1 εξέδωσε επί της Ελληνικής Τράπεζας για πληρωμή της Εναγομένης, €64.
  12. Πληρωμή, που όπως ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε, έγινε την 16ην/09/2008, στην βάση της επίδικης σύμβασης Τεκμήριο 13 και συμφώνως των με αυτήν συμφωνηθέντων Ενάγουσας 1 και Εναγομένης.
  13. Παράλληλα της συνομολόγησης της προαναφερόμενης σύμβασης Τεκμήριο 13 Ενάγουσας 1 και Εναγομένης, ισχυρίστηκε ο ΜΕ1, δηλαδή την 28η/07/2008, έγινε και η συνομολόγηση της επίδικης σύμβασης μεταξύ της Ενάγουσας 2 και της Εναγομένης. Ο ΜΕ1, παρουσίασε στο Δικαστήριο αντίγραφο και της εν λόγω σύμβασης, ήτοι το Τεκμήριο
  14. Ο ΜΕ1, έκαμε ειδική αναφορά, στους όρους της σύμβασης της Ενάγουσας 2 με την Εναγομένη, που αφορούσαν το χρηματικό αντάλλαγμα που είχε συμφωνηθεί για την μίσθωση των δωματίων στο ξενοδοχείο Oceanos από την Ενάγουσα 2 και την αποπληρωμή του. Σχετικά με την εν λόγω μαρτυρία του, ο ΜΕ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο το Τεκμήριο 17, που είναι αντίγραφο επιταγής που η Ενάγουσα 2 εξέδωσε επί της Ελληνικής Τράπεζας την ημέρα της υπογραφής της επίδικης σύμβασης, €1.500, την οποία, ως ο ΜΕ1 υποστήριξε, η Εναγομένη πληρώθηκε. Ο ΜΕ1, παρουσίασε στο Δικαστήριο και το Τεκμήριο 18, που είναι επίσης αντίγραφο επιταγής που η Ενάγουσα 2 εξέδωσε επί της Ελληνικής Τράπεζας για πληρωμή της Εναγομένης, €10.
  15. Πληρωμή, που όπως ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε, έγινε την 16ην/09/2008 ([2]), στην βάση της επίδικης σύμβασης και συμφώνως των με αυτήν συμφωνηθέντων Ενάγουσας 2 και Εναγομένης.
  16. Όπως υποστήριξε ο ΜΕ1, η 3η δόση, βάσει των συμφωνηθέντων των επίδικων συμβάσεων, Τεκμήρια 13 και 16, ήταν πληρωτέα, την 01ην/04/
  17. Οι Ενάγουσες όμως, λόγω της οικονομικής κρίσης που επικρατούσε εκείνη την περίοδο στην Κύπρο, που είχε πλήξει και τον τομέα επιχειρήσεων τουρισμού, αδυνατούσαν να συμμορφωθούν με τις συμφωνημένες δόσεις για το αντάλλαγμα της Εναγομένης για την μίσθωση από τις Ενάγουσες των δωματίων στο ξενοδοχείο Oceanos. Όπως ο ΜΕ1 επεσήμανε, ο ίδιος είχε ενημερώσει για το εν λόγω γεγονός τους αντιπροσώπους της Εναγομένης. Ακολούθως τούτου, ισχυρίστηκε, την 02αν/04/2009, ετοιμάστηκε γραπτώς συμφωνία, στην οποία Ενάγουσες και Εναγομένη προσήλθαν την 06ην/04/2009, δια της οποίας το ποσό το οποίο θα κατέβαλλαν οι Ενάγουσες στην Εναγομένη αθροιστικώς, για την μίσθωση των δωματίων στο ξενοδοχείο Oceanos βάσει των επίδικων συμβάσεων, Τεκμήρια 13 και 16, για την περίοδο από 28/04/2009 έως και την 31/10/2009, θα ήταν €300.
  18. Είχε δηλαδή, όπως επεξήγησε ο ΜΕ1, εξασφαλιστεί από την Εναγομένη, συνολική έκπτωσης στις Ενάγουσες, €8.
  19. Αντίγραφο της εν λόγω σύμβασης, το Τεκμήριο 19, παρουσιάστηκε από τον ΜΕ1 στο Δικαστήριο. Όπως επεσήμανε ο ΜΕ1, μέχρι και την υπογραφή της προαναφερόμενης σύμβασης, Τεκμήριο 19, η Ενάγουσα 1 είχε καταβάλει στην Εναγομένη βάσει της επίδικης σύμβασης Τεκμήριο 13, συνολικά, €73.269,75 και η Ενάγουσα 2 είχε καταβάλει στην Εναγομένη βάσει της επίδικης σύμβασης Τεκμήριο 16, συνολικά, €11.
  20. Όπως ο ΜΕ1 περαιτέρω υποστήριξε, οι συζητήσεις που αφορούσαν την τροποποίηση των συμφωνηθέντων, συνεχίστηκαν. Την 01ην/05/2009 και μετά από συζητήσεις με τον ΜΥ3, Ενάγουσες και Εναγομένη κατέληξαν, προφορικώς, σε συμφωνία τροποποίησης του όρου εκμίσθωσης των δωματίων στο ξενοδοχείο Oceanos των επίδικων συμβάσεων Τεκμήρια 13 και 16, που αφορούσε την δέσμευση των δωματίων. Σύμφωνα με την εν προκειμένω μαρτυρία του ΜΕ1, συμφωνήθηκε ότι η δέσμευσης των δωματίων θα μειωνόταν από 100% σε 90%. Ότι δηλαδή, το 10% θα υπολογιζόταν και θα αφαιρείτο από τις €300.000 που είχε συμφωνηθεί ως το ετήσιο αντάλλαγμα για την εκμίσθωση των δωματίων, μειώνοντας με τον τρόπο αυτό το τελικό ποσό που οι Ενάγουσες θα κατέβαλλαν στην Εναγομένη βάσει των επίδικων συμβάσεων, Τεκμήρια 13 και
  21. Δηλαδή, οι Ενάγουσες, θα είχαν υποχρέωση να καταβάλουν στην Εναγομένη, συνολικά, €270.000, σε οποιαδήποτε περίπτωση, είτε διέθεταν, είτε δεν διέθεταν τα εκμισθωμένα δωμάτια σε πελάτες τους.
  22. Δέσμευσης συμβατική της Εναγομένης, υποστήριξε περαιτέρω ο ΜΕ1, που επιβεβαιώθηκε και με επιστολή του ΜΥ2, για την Εναγομένη, προς την εκπρόσωπο των Εναγουσών, ΜΕ2, ημερομηνίας 20/05/
  23. Ο ΜΕ1 παρουσίασε την εν λόγω επιστολή ημερομηνίας 20/05/2009 στο Δικαστήριο. Βλέπε το Τεκμήριο
  24. Όπως ισχυρίστηκε ο ΜΕ1, η επιστολή της Εναγομένης Τεκμήριο 20, ήρθε ως απάντηση της στην επιστολή της αντιπροσώπου των Εναγουσών, ΜΕ2, προς την Εναγομένη, Τεκμήριο
  25. Σχετικό με το ζήτημα, ανέφερε περαιτέρω ο ΜΕ1, είναι και το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των Εναγουσών προς την Εναγομένη, ημερομηνίας 01/09/2009, στο οποίο το περιεχόμενο της προαναφερόμενης επιστολής ημερομηνίας 20/05/2009, Τεκμήριο 20, μνημονεύεται. Έγγραφο το οποίο επίσης παρουσιάστηκε από τον ΜΕ1 στο Δικαστήριο και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  26. Προς επεξήγηση των συμφωνηθέντων Εναγουσών και Εναγομένης, βάσει των επίδικων συμβάσεων Τεκμήρια 13 και 16 και των τροποποιήσεων τους που ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε, ο ΜΕ1 αναφέρθηκε και στο πως ερμηνεύονται στον τομέα επιχειρήσεως ξενοδοχείων, οι όροι «δέσμευση (commitment)» και «κατανομή (allotment)» που αφορούν την εκμίσθωση δωματίων από τουριστικούς πράκτορες. Όροι, που όπως ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε, αφορούν την συμβατική διευθέτηση αποδέσμευσης από τον τουριστικό πράκτορα προς τον ξενοδοχειούχο επιχειρηματία, εντός συγκεκριμένης συμφωνημένης περιόδου που ονομάζεται «περίοδος αποδέσμευσης (release period)», των εκμισθωμένων στον τουριστικό πράκτορα δωματίων, σε περίπτωση μη διάθεσης τους από αυτόν σε πελάτες του. Στην περίπτωση, επεξήγησε ο ΜΕ1, κατά την οποία ο τουριστικός πράκτορας αποδεσμεύει τα εκμισθωμένα προς αυτόν δωμάτια προς τον ξενοδοχειούχο επιχειρηματία εντός της συμφωνημένης περιόδου αποδέσμευσης, ο τουριστικός πράκτορας δεν έχει την υποχρέωση πληρωμής του συμφωνημένου ανταλλάγματος εκμίσθωσης τους. Στην περίπτωση, ανέφερε, που η βάση της σύμβασης για την εκμίσθωση των δωματίων, είναι «δέσμευσης (commitment)», αν η δέσμευσης των δωματίων δεν είναι απόλυτη (100%), το ποσοστό που δεν δεσμεύεται, αυτόματα επιστρέφεται στον ξενοδοχειούχο επιχειρηματία για να τα διαθέσει όπως αυτός επιθυμεί, με ταυτόχρονη απαλλαγή του τουριστικού πράκτορα από το να του πληρώσει το συμφωνημένο αντάλλαγμα για την εκμίσθωση τους. Στην περίπτωση, επεξήγησε περαιτέρω ο ΜΕ1, που η βάση της σύμβασης για την εκμίσθωση των δωματίων είναι «κατανομής (allotment)», ο τουριστικός πράκτορας προ-κρατεί την εκμίσθωση των δωματίων για συγκεκριμένη περίοδο και σε τιμές που συμφωνούνται με τον ξενοδοχειούχο επιχειρηματία, η επιβεβαίωσης των οποίων σαν κράτηση, για να πρέπει να γίνει αποδεκτή από τον τελευταίο, πρέπει να γίνει από πλευράς του τουριστικού πράκτορα μέχρι και την ημερομηνία της «αποδέσμευσης (release)» που συμφωνείται. Όσες προ-κρατήσεις δωματίων δεν επιβεβαιωθούν από τον τουριστικό πράκτορα ως κρατήσεις κατά τον τρόπο που έχει προαναφερθεί, επιστρέφουν, υποστήριξε ο ΜΕ1, στον ξενοδοχειούχο επιχειρηματία, για να τα διαθέσει όπως αυτός επιθυμεί.
  27. Όπως υποστήριξε ο ΜΕ1, πέραν των προαναφερόμενων ποσών που οι Ενάγουσες κατέβαλαν στην Εναγομένη και οι οποίες αντιστοιχούν στις πρώτες δύο δόσεις που είχαν συμφωνηθεί βάσει των συμβάσεων Τεκμήρια 13 και 16 ως αντάλλαγμα για την εκμίσθωση των δωματίων, συνολικά, οι Ενάγουσες κατέβαλαν στην Εναγομένη σταδιακά, άλλες €185.682,
  28. Οι εν λόγω επιπρόσθετες πληρωμές των Εναγουσών προς την Εναγομένη, ανέφερε περαιτέρω ο ΜΕ1, ήταν πέντε και έγιναν με ισάριθμες επιταγές που έκαστη Ενάγουσα εξέδωσε σε διαταγή της Ελληνικής Τράπεζας προς όφελος της Εναγομένης. Αντίγραφα των εν λόγω επιταγών, με εξαίρεση την επιταγή με αριθμό XXXXX7999, παρουσιάστηκαν από τον ΜΕ1 στο Δικαστήριο και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια από 24 έως και
  29. Ως αποτέλεσμα, η Ενάγουσα 1 κατέβαλε στην Εναγομένη, συνολικά, €258.952,37 και η Ενάγουσα 2 κατέβαλε στην Εναγομένη, συνολικά, €41.046,
  30. Εντούτοις, λανθασμένα, ως ισχυρίστηκε ο ΜΕ1, καθότι, στην Εναγομένη, καταβλήθηκαν από τις Ενάγουσες και ποσά που δεν της όφειλαν βάσει των επίδικων συμβάσεων Τεκμήρια 13 και 16, ως αυτές τροποποιηθήκαν. Και αυτό, επειδή η Εναγομένη, παρέλειψε να λάβει υπόψη της όταν χρέωνε τις Ενάγουσες, την μείωση στο ποσοστό δέσμευσης από 100% σε 90%. Θέση των Εναγουσών, υποστήριξε τελικώς ο ΜΕ1, είναι ότι κατέβαλαν στην Εναγομένη, αχρεωστήτως, αντίστοιχα η κάθε μία από αυτές, €25.908,97 και €4.090,
  31. Αυτό, ισχυρίστηκε ο ΜΕ1, οι Ενάγουσες, το διαπίστωσαν περί τον Ιούνιο του έτους
  32. Το λάθος των Εναγουσών, επεσήμανε, ήταν του λογιστηρίου τους. Κατά τον ισχυρισμό του, το λάθος έγινε για τον εξής λόγο. Οι Ενάγουσες, κατά την περίοδο συνομολόγησης των επίδικων συμβάσεων, Τεκμήρια 13 και 16, είχαν προσέλθει σε αρκετές συμφωνίες για την εκμίσθωση δωματίων σε ξενοδοχεία, με διάφορα πρόσωπα, και είχαν καταρτίσει για σκοπούς των σχετικών με αυτές πληρωμών πίνακα, το μέρος του οποίου, που αφορούσε τις επίδικες συμβάσεις, Τεκμήρια 13 και 16, με την Εναγομένη, παρέλειψαν να τροποποιήσουν όταν αυτές τροποποιηθήκαν, ως προαναφέρθηκε, αναφορικά με το ποσοστό δέσμευσης των εκμισθωμένων δωματίων. Όπως ο ΜΕ1 υποστήριξε, επικοινώνησε ο ίδιος για το ζήτημα με τον ΜΥ3, όταν τούτο διαπιστώθηκε από τις Ενάγουσες, τηλεφωνικώς, ο οποίος ΜΥ3 συμφώνησε ότι η διαπίστωσης των Εναγουσών ήταν ορθή και ανέλαβε για την Εναγομένη την επιστροφή του ποσού που δεν θα έπρεπε οι Ενάγουσες να είχαν χρεωθεί μέχρι το τέλος του έτους, χωρίς όμως εν τέλει η Εναγομένη να το πράξει. Το όλο θέμα, πρόσθεσε ο ΜΕ1, αποτέλεσε αντικείμενο αλληλογραφίας των δικηγόρων των Εναγουσών και της Εναγομένης, την οποία αλληλογραφία απεκάλυψε, παρουσιάζοντας τις στο Δικαστήριο. Αυτές κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 33, 34 και
  33. Όπως κατέθεσε ο ΜΕ1 περαιτέρω, οι Ενάγουσες, είχαν ζητήσει από την Εναγομένη, όπως τους παραχωρηθεί προς διάθεση περαιτέρω αριθμός δωματίων, δηλαδή, ποσοστό πέραν του συμφωνηθέντος 90%, όπως και έγινε, για την οποία παραχώρηση η Εναγόμενη τιμολόγησε τις Ενάγουσες τρείς φορές, το συνολικό ποσό των €5.
  34. Βλέπε το Τεκμήριο 23 (Τεκμήρια 23.1, 23.2 και 23.3), που όπως ισχυρίστηκε ο ΜΕ1, είναι τα τιμολόγια της Εναγομένης προς τις Ενάγουσες για την εν λόγω χρέωση, που τους εστάλησαν δια τηλεομοιοτυπικής μεταφοράς, τα οποία, όπως υποστήριξε ο ΜΕ1, εξεδόθησαν όλα τον Αύγουστο του έτους 2009, παρά το γεγονός ότι στο Τεκμήριο 23.3 αναγράφεται διαφορετική ημερομηνία. Χρέωσης των Εναγουσών από την Εναγομένη, αποδεκτή από τις Ενάγουσες, που όμως συμφωνήθηκε μεταξύ τους και της Εναγομένης, δια του ΜΥ3, όπως συμψηφιστεί με την υπερχρέωση της Εναγομένης προς της Ενάγουσες, που προκύπτει από την χωρίς χρέος χρέωση τους και πληρωμή της Εναγομένης με τα ποσά που έχουν προαναφερθεί. Η μαρτυρία της ΜΕ2
  35. Η ΜΕ2, που όπως ανέφερε στην μαρτυρία της, είναι ρωσίδα πολίτης και μόνιμη κάτοικος Μόσχας, την περίοδο των ετών 2008 - 2011, εργαζόταν στην εταιρεία Capital Tours Μόσχας, εταιρεία μέλος του ομίλου εταιρειών Capital Tours με έδρα της την Μόσχα, που επιχειρούσε στο τομέα του τουρισμού σε περισσότερο από 20 χώρες, μεταξύ των οποίων και η Κύπρος, με καθήκοντα την σύναψη συμβάσεων με διαχειριστές ξενοδοχείων και αερομεταφορείς για την μεταφορά και φιλοξενία Ρώσων τουριστών σε Κύπρο και Ισραήλ.
  36. Όπως περαιτέρω υποστήριξε η ΜΕ2, η Ενάγουσα 1 ήταν, κατά την προαναφερόμενη περίοδο, εταιρεία μέλος του ομίλου εταιρειών Capital Tours και η Ενάγουσα 2 η βασικός και ίσως η μοναδικός συνεργάτης της Ενάγουσας 1 και κατ' επέκταση της Capital Tours Μόσχας στην Κύπρο, δια των οποίων η τελευταία επιχειρούσε στην Κύπρο.
  37. Η ΜΕ2 αναγνώρισε τις επίδικες συμβάσεις, Τεκμήρια 13 και 16, ως τις συμβάσεις, προσχέδια των οποίων της εστάλησαν από τον ΜΕ1, πριν οι Ενάγουσες προσέλθουν σε αυτές με την Εναγομένη την 28/07/2008, προς επιβεβαίωση της αποδεκτότητας τους από την Capital Tours Μόσχας. Όπως η ΜΕ2 υποστήριξε, ακολούθως της παραλαβής των προσχεδίων των εν λόγω συμβάσεων, είχε συζητήσει το περιεχόμενο τους με τον ΜΕ1 και του επιβεβαίωσε την αποδοχή τους από την Capital Tours Μόσχας, ως είχαν. Στην συνέχεια, ως τις επιβεβαιώθηκε από τον ΜΕ1 αργότερα, αυτές υπεγράφησαν από τις Ενάγουσες και την Εναγομένη.
  38. Η ΜΕ2 αναγνώρισε επίσης και την σύμβαση τροποποίησης των επίδικων συμβάσεων Τεκμήρια 13 και 16, Τεκμήριο 19, η οποία επίσης της κοινοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον ΜΕ1, την 02αν/04/
  39. Και η εν λόγω σύμβαση, Τεκμήριο 19, υποστήριξε η ΜΕ2, έτυχε της έγκρισης της για την Capital Tours Μόσχας και τελικώς, όπως και πάλι πληροφορήθηκε αργότερα από τον ΜΕ1, υπεγράφη από τους διαδίκους την 06η/04/
  40. Με αυτήν, το συνολικό αντάλλαγμα για την εκμίσθωση των δωματίων στο ξενοδοχείο Oceanos από τις Ενάγουσες, μειώθηκε από €308.328 σε €300.
  41. Σύμφωνα με την κατάθεση της ΜΕ2, οι επίδικες συμβάσεις, Τεκμήρια 13 και 16, ήταν σημαντικές για την Capital Tours Μόσχας, για αυτό και η ανάγκη επιβεβαίωσης στις Ενάγουσες της αποδεκτότητας τους, προτού αυτές προσέλθουν σε αυτές με την Εναγομένη, επειδή αυτές βασίζονταν σε «δέσμευση (commitment)» δωματίων και για περίοδο μηνών, πέραν των καλοκαιρινών. Για τον λόγο αυτό, ισχυρίστηκε η ΜΕ2, είχε και η ίδια επισκεφτεί το ξενοδοχείο Oceanos και συνάντησε τον ΜΥ2 για να το ελέγξει, κάποιους μήνες προτού υπογραφτούν οι επίδικες συμβάσεις από τους διαδίκους, Τεκμήρια 13 και
  42. Όπως περαιτέρω ισχυρίστηκε η ΜΕ2, πέραν της τροποποίησης των επίδικων συμβάσεων, Τεκμήρια 13 και 16, δια της συμβάσεως Τεκμήριο 19, υπήρξε περαιτέρω τροποποίησης τους, με προφορική συμφωνία για τους διαδίκους των ΜΕ1 και ΜΥ3, ημερομηνίας 01/05/
  43. Όπως πληροφορήθηκε από τον ΜΕ1 αυθημερόν, η συμφωνία αφορούσε και πάλι μείωση του συνολικού ανταλλάγματος για την εκμίσθωση των δωματίων στο ξενοδοχείο Oceanos από τις Ενάγουσες, αυτή την φορά από €300.000 σε €270.
  44. Η ίδια, είχε ζητήσει από την Εναγομένη, περαιτέρω τροποποίηση των επίδικων συμβάσεων, Τεκμήρια 13 και 16, στις 20/05/2009, με επιστολή της (για τις Ενάγουσες) προς τον ΜΥ3 (για την Εναγομένη), Τεκμήριο 21, για μείωση του χρηματικού ανταλλάγματος για την εκμίσθωση ανά δωμάτιο, ανά άτομο, με ημιδιατροφή, λόγω της διαπίστωσης της Capital Tours Μόσχας περί το τέλος Απριλίου του έτους 2009, για μείωση στις πωλήσεις της στην Κυπριακή αγορά, κατά 20%. Απαίτησης των Εναγουσών, που όπως υποστήριξε, δεν έγινε αποδεκτή από την Εναγομένη, με επιστολή που η τελευταία απέστειλε δια του ΜΥ2 ημερομηνίας 20/05/2009, Τεκμήριο
  45. Η μαρτυρία της ΜΥ1
  46. Η ΜΥ1 είναι υπάλληλος της Εναγομένης από το έτος 1999, υπεύθυνη στο λογιστήριο της και στις κρατήσεις των δωματίων του ξενοδοχείου Oceanos. Ως υπεύθυνη αυτού του τμήματος της επιχείρησης της Εναγομένης, είναι ενημερωμένη για τις συμβάσεις που η Εναγομένη συνάπτει για την εκμίσθωση δωματίων στο ξενοδοχείο Oceanos με τρίτους, καταχωρεί τα όσα σχετικά από αυτές αφορούν τις κρατήσεις δωματίων και δη τις τιμές, στο πρόγραμμα που η Εναγομένη τηρεί ηλεκτρονικά για τον σκοπό, ενημερώνει το σύστημα για τις αφίξεις επισκεπτών για διαμονή στο ξενοδοχείο, τιμολογεί σχετικά κατά την αναχώρηση τους, αποστέλλει τα σχετικά τιμολόγια στους αντισυμβαλλόμενους της Εναγομένης για πληρωμή και επικοινωνεί με αυτούς στην περίπτωση όπου καθυστερεί η εξόφλησης τους.
  47. Σε ότι αφορούσε τις επίδικες συμβάσεις, Τεκμήρια 13 και 16, ως αυτές τροποποιήθηκαν με το Τεκμήριο 19, τις οποίες και αναγνώρισε ως γνωστές της όταν της υποδείχθηκαν κατά την δίκη, ενεργούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο, καθηκόντως, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο. Η επικοινωνία της με τις Ενάγουσες, όταν ήταν απαραίτητο, γινόταν με τις αντιπροσώπους τους στο τμήμα κρατήσεων και λογιστηρίου, κάποιες Irena και Dia, και τούτο τηλεφωνικώς ή μέσω μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
  48. Όπως η ΜΥ1 υποστήριξε, οι Ενάγουσες, βάσει των συμφωνηθέντων με τις επίδικες συμβάσεις, Τεκμήρια 13 και 16, μετά και την τροποποίηση τους με την σύμβαση Τεκμήριο 19, είχαν εκμισθώσει και «είχαν δικαίωμα να κρατούν» σύνολο 20 δωμάτια, αντί των αρχικώς εκμισθωμένων
  49. Λόγω υπέρβασης στις κρατήσεις δωματίων, η Εναγομένη, μέσω της ΜΥ1, εξέδωσε προς τις Ενάγουσες τα τιμολόγια, Τεκμήριο 23, τα οποία η ΜΥ1 απέστειλε στην υπεύθυνη του λογιστηρίου των Εναγουσών, Dia. Χρέωσης των Εναγουσών από την Εναγομένη, που ξεκίνησε από τον Ιούλιου του έτους 2009 και αφορά τους Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο του εν λόγω έτους.
  50. Ο υπολογισμός των επιπρόσθετων διανυκτερεύσεων, με σκοπό την εν λόγω χρέωση των Εναγουσών, έγινε από την ΜΥ
  51. Τύπωνε, όπως υποστήριξε, από το μηχανογραφημένο σύστημα της Εναγομένης, την μηνιαία έκθεση διανυκτερεύσεων στο ξενοδοχείο Oceanos που πωλούσαν οι Ενάγουσες (Τεκμήρια 40, 41 και 42), από την οποία μπορούσε να υπολογίσει εάν οι Ενάγουσες είχαν πωλήσει πέραν του αριθμού διανυκτερεύσεων που δικαιούνταν βάσει των συμφωνηθέντων. Όπως ανέφερε, ο υπολογισμός της γινόταν ως εξής. Πολλαπλασίαζε τις ημέρες του συγκεκριμένου μήνα με τον αριθμό 20, που ήταν τα δωμάτια που με βάση τα συμφωνηθέντα οι Ενάγουσες δικαιούνταν, το αποτέλεσμα της οποίας πράξης, της έδιδε τον αριθμό διανυκτερεύσεων που η Ενάγουσα δικαιούνταν τον συγκεκριμένο μήνα. Το αποτέλεσμα αυτό, το χρησιμοποιούσε στην συνέχεια για να ελέγξει, αν βάσει των προαναφερόμενων μηνιαίων εκθέσεων διανυκτερεύσεων στο ξενοδοχείο Oceanos, οι Ενάγουσες είχαν πωλήσει πέραν του συμφωνημένου αριθμού διανυκτερεύσεων και αν ναι, τις χρέωνε αναλόγως. Χρέωσης, που όπως περαιτέρω ανέφερε, υπολογίστηκε στην βάσει χρέωσης €80 ανά διανυκτέρευση. Ποσό που προκύπτει, όπως υποστήριξε η ΜΥ1, από το συνολικό ποσό των €300.000 που είχε συμφωνηθεί μεταξύ Εναγουσών και Εναγομένης για την εκμίσθωση των 20 δωματίων, για 186 ημέρες που ήταν η περίοδος εκμίσθωσης (28ης Απριλίου - 31ης Οκτωβρίου) και που αφορούσαν οι επίδικες συμβάσεις, Τεκμήρια 13 και
  52. Οι Ενάγουσες, ουδέποτε της διαμαρτυρήθηκαν για την χρέωση τους βάσει των τιμολογίων, Τεκμήριο 23, παρά μόνο όταν τέλος Οκτωβρίου του έτους 2009 επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την αντιπρόσωπο τους για την εξόφληση τους, η αντίδρασης των Εναγουσών κατέδειξε διαμαρτυρία τους. Τότε, εις απάντηση, έλαβε με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου Τεκμήριο 20, το οποίο, επειδή αυτό αναφερόταν σε ποσά άλλα από αυτά που η ίδια γνώριζε ότι ήταν τα συμφωνηθέντα και επειδή πρώτη φορά το έβλεπε, το προώθησε στον διευθυντή του ξενοδοχείου, ΜΥ2, για περαιτέρω χειρισμό. Η ίδια δεν ενεπλάκη περαιτέρω. Εξ όσων γνωρίζει, τα τιμολόγια Τεκμήριο 23, δεν έχουν εξοφληθεί.
  53. Όπως ισχυρίστηκε η ΜΥ1, παρά το γεγονός ότι οι επίδικες συμβάσεις, Τεκμήρια 13 και 16, είχαν τροποποιηθεί με την σύμβαση Τεκμήριο 19, τα 2 δωμάτια, που οι Ενάγουσες δεν δικαιούνταν πλέον, δεδομένης της τροποποίησης, να «κρατούν», η Εναγομένη αν και τους τα ζητούσε για να τα διαθέσει σε τρίτους, αυτοί, είτε δεν ανταποκρίνονταν, είτε μέσω των αντιπροσώπων τους αξίωναν για την αποδέσμευση τους, χρηματικό αντάλλαγμα. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού της, η ΜΥ1 αναφέρθηκε στα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, Τεκμήρια 37 και
  54. Η Εναγομένη, υποστήριξε, δεν προχωρούσε να πωλήσει τα δωμάτια χωρίς επιβεβαίωση από τις Ενάγουσες, επειδή οι Ενάγουσες συνήθως τα πωλούσαν χωρίς να ενημερώσουν την Εναγομένη, για να αποφύγει το ενδεχόμενο να επισκεφτούν το ξενοδοχείο δύο επισκέπτες με «κράτηση» στο ίδιο δωμάτιο, πρόβλημα που θα είχε να αντιμετωπίσει η διεύθυνση του ξενοδοχείου, δηλαδή η Εναγομένη και θα εξέθετε αρνητικά το ξενοδοχείο στην αγορά. Η μαρτυρία του ΜΥ2
  55. Ο ΜΥ2, είναι ο διευθυντής του ξενοδοχείου Oceanos, από το έτος
  56. Όπως ο ΜΥ2 υποστήριξε, αυτός ήταν ο συντάκτης των επίδικων συμβάσεων, Τεκμήρια 13 και
  57. Περιέλαβε, όπως ισχυρίστηκε, σε αυτές, όλα όσα, κατά τις διαπραγματεύσεις των συμβάσεων με τον ΜΕ1, είχαν συμφωνηθεί. Στις διαπραγματεύσεις με τον ΜΕ1, πρόσθεσε, από πλευράς Εναγομένης έλαβαν μέρος, τόσο αυτός, όσο και ο ΜΥ
  58. Τον κύριο όμως ρόλο διαπραγματευτή, διευκρίνισε, είχε ο ΜΥ3, που είναι ο γενικός γραμματέας της Εναγομένης.
  59. Ο ΜΥ2 επεξήγησε και τι σημαίνει ο όρος «δέσμευση (commitment)» δωματίων, που χρησιμοποιήθηκε στις επίδικες συμβάσεις, Τεκμήρια 13 και
  60. Όπως υποστήριξε, όταν η βάση της συμφωνίας με κάποιο τουριστικό πράκτορα για εκμίσθωση δωματίων για μία συγκεκριμένη περίοδο είναι «δέσμευσης (commitment)», το συμφωνημένο για την εκμίσθωση τους αντάλλαγμα, ο ξενοδοχειούχος επιχειρηματίας εκμισθωτής το δικαιούται ολόκληρο, ανεξαρτήτως του κατά πόσο ο τουριστικός πράκτορας έχει διαθέσει σε τρίτους το σύνολο των δωματίων, μερικά από αυτά ή κανένα από αυτά. Εντούτοις, όπως ο ΜΥ2 διευκρίνισε, ακόμη και στην περίπτωση που η βάση της συμφωνίας με κάποιο τουριστικό πράκτορα για εκμίσθωση δωματίων για μία συγκεκριμένη περίοδο είναι «δέσμευσης (commitment)», ο ξενοδοχειούχος επιχειρηματίας μπορεί να διαθέσει αυτός τα εκμισθωμένα δωμάτια που ο τουριστικός πράκτορας δεν έχει διαθέσει, αν έχει συμφωνηθεί ημερομηνία «αποδέσμευσης (release)» τους. Δηλαδή, επεξήγησε περαιτέρω ο ΜΥ2, η συμφωνηθείσα ημερομηνία «αποδέσμευσης (release)», είναι η τελευταία ημερομηνία πριν την άφιξη επισκέπτη στο ξενοδοχείο, που ο τουριστικός πράκτορας ειδοποιεί για την κράτηση του δωματίου, ώστε ο ξενοδοχειούχος επιχειρηματίας να μην διαθέσει ο ίδιος το δωμάτιο.
  61. Οι επίδικες συμβάσεις, Τεκμήρια 13 και 16, υποστήριξε ο ΜΥ2, ήταν «δέσμευσης (commitment)» δωματίων από τις Ενάγουσες στο ξενοδοχείο Oceanos, έναντι συμφωνημένου χρηματικού ανταλλάγματος, χωρίς πρόνοια για «αποδέσμευση (release)» τους για διάθεση από Εναγομένη.
  62. Εντούτοις, αυτό αρχικά, πρόσθεσε ο ΜΥ2, καθότι, οι επίδικες συμβάσεις, Τεκμήρια 13 και 16, τροποποιήθηκαν με την σύμβαση Τεκμήριο 19, κατόπιν απαιτήσεως των Εναγουσών δια του ΜΕ
  63. Ο ΜΕ1, επικαλέστηκε ότι, λόγω της οικονομικής κρίσης, οι Ενάγουσες δυσκολεύονταν να πωλήσουν όλα τα δωμάτια που εκμίσθωσαν από την Εναγομένη στο ξενοδοχείο Oceanos και ζήτησαν έκπτωση στο αντάλλαγμα. Η σεζόν εργασίας του ξενοδοχείου είχε μόλις ξεκινήσει και η Εναγομένη, φοβούμενη ότι οι Ενάγουσες θα παραβίαζαν τα συμφωνηθέντα τους αν δεν συμφωνούσαν στην έκπτωση, μη έχοντας, χρονικά, ικανοποιητικό περιθώριο δράσης προς εξεύρεση άλλου τουριστικού πράκτορα για εκμίσθωση των δωματίων, ικανοποίησαν την απαίτηση των Εναγουσών. Συμφωνήθηκε τότε, υποστήριξε ο ΜΥ2, η μείωσης του χρηματικού ανταλλάγματος για την εκμίσθωση των δωματίων, προς όφελος των Εναγουσών, από €308.328 σε €300.
  64. Σε αντάλλαγμα όμως, προς όφελος της Εναγομένης, της μείωσης της «δέσμευσης (commitment)», από 100% σε 90%, εισάγοντας στα συμφωνηθέντα και πρόνοια για «αποδέσμευση (release)» των δωματίων. Η μείωσης του ποσοστού «δέσμευσης (commitment)», υποστήριξε ο ΜΥ2, σήμαινε μείωση του αριθμού των δωματίων που είχαν αρχικά εκμισθωθεί βάσει των επίδικων συμβάσεων, Τεκμήρια 13 και 16, πριν από την τροποποίηση τους, από 22 σε 19,8, δηλαδή
  65. Μετά από αυτό το γεγονός, ανέφερε περαιτέρω ο ΜΥ2, οι Ενάγουσες είχαν απαιτήσει και άλλες «εκπτώσεις» και η Εναγομένη είχε ικανοποιήσει αρκετές από αυτές.
  66. Παρά την εισαγωγή στα συμφωνηθέντα των επίδικων συμβάσεων, Τεκμήρια 13 και 16, δια της σύμβασης τροποποίησης Τεκμήριο 19, της πρόνοιας για «αποδέσμευση (release)» των δωματίων, οι Ενάγουσες δεν συμμορφώνονταν με την εν λόγω υποχρέωση τους. Παρά τις κατά καιρούς απαιτήσεις της Εναγομένης για διάθεση των δωματίων που είχε δικαίωμα βάσει της προαναφερόμενης συμβατικής διευθέτησης των διαδίκων, οι Ενάγουσες, ισχυρίστηκε ο ΜΥ2, ήταν αρνητικές. Προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του, ο ΜΥ2 αναφέρθηκε σε μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ήτοι στα Τεκμήρια 37 και
  67. Η Εναγομένη, δεν ήθελε, υποστήριξε, να εκτεθεί σε επισκέπτες του ξενοδοχείου, στην περίπτωση που δικαιωματικά διέθετε κάποιο δωμάτιο η ίδια και για το ίδιο δωμάτιο παρουσιαζόταν πελάτης των Εναγουσών αξιώνοντας διαμονή. Οι Ενάγουσες, υποστήριξε περαιτέρω ο ΜΥ2, δεν απέστελλαν καν στην Εναγομένη, λίστα δωματίων (rooming list) ως είχε συμφωνηθεί και καταγραφεί στις επίδικες συμβάσεις, Τεκμήρια 13 και 16, για να μπορεί η Εναγομένη να έχει από τις κρατήσεις τους κάποια ένδειξη κατά πόσο μπορούσε να διαθέσει τα δωμάτια. Λόγω τούτου, η Εναγομένη απώλεσε εισοδήματα.
  68. Ο ΜΥ2, κατέθεσε και για το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, Τεκμήριο
  69. Σχετικά με αυτό, ο ΜΥ2 αναγνώρισε ότι αυτός το σύνταξε και απέστειλε στον ΜΕ1, την 02/05/
  70. Την αμέσως προηγούμενη ημέρα, υποστήριξε, υπήρξε συνάντηση του και του ΜΥ3 με τον ΜΕ1, στο γραφείο του ΜΥ3, οπόταν και συζητήθηκε απαίτησης των Εναγουσών για περαιτέρω «εκπτώσεις». Αυτές, ισχυρίστηκε, κατά κύριο λόγο αφορούσαν την χρέωση των Εναγουσών από την Εναγομένη για την υπηρεσία «all inclusive» των επισκεπτών στο ξενοδοχείο Oceanos. Δεν συζητήθηκε καθόλου και δεν συμφωνήθηκε, η ισχυριζόμενη από τις Ενάγουσες, τροποποίηση των επίδικων συμβάσεων, Τεκμήρια 13 και 16, για μείωση του χρηματικού ανταλλάγματος για την εκμίσθωση των δωματίων, από €300.000 σε €270.
  71. Για αυτό ακριβώς τον λόγο, υποστήριξε ο ΜΥ2, στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που συνέταξε ακριβώς μετά την εν λόγω συνάντηση, Τεκμήριο 36, για καταγραφή των συμφωνηθέντων, που ουδέποτε απαντήθηκε από τον ΜΕ1 ή από πλευράς των Εναγουσών, δεν αναφέρεται οτιδήποτε σχετικό.
  72. Ο ΜΥ2 μαρτύρησε και σε ότι αφορά το Τεκμήριο
  73. Αυτό, ανέφερε, ήταν μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απέστειλε την 20ην/05/2009 στην ΜΕ2, την οποία εξέλαβε ότι ενεργούσε για τις Ενάγουσες, σε απάντηση επιστολής της ΜΕ2 Τεκμήριο 21 που ελήφθη μετά την συνάντηση της 01ης/05/2009, με την οποία οι Ενάγουσες αξίωναν περαιτέρω «εκπτώσεις» για την σεζόν που διένυαν. Ήταν μία πρόχειρη επιστολή της ΜΕ2, που του εστάλη με τηλεομοιότυπο, την οποία, υποστήριξε ο ΜΥ2, απάντησε για να κοινοποιήσει στις Ενάγουσες την απόφαση της Εναγομένης να μην τους παραχωρήσει άλλες εκπτώσεις. Έκαμε λάθος στην εν λόγω επιστολή, καθότι, όπως ισχυρίστηκε, στην προσπάθεια του να επεξηγήσει στις Ενάγουσες την άρνηση της Εναγομένης επί τω ότι οι τιμές που είχαν συμφωνηθεί για την «δέσμευση (commitment)» των δωματίων, δεν ήταν ακριβές, αφαίρεσε το 10% από το συμφωνημένο αντάλλαγμα για την εκμίσθωση των δωματίων, δηλαδή από τις €300.000 και όχι από τον αριθμό των 22 δωματίων, όπως θα έπρεπε, με αποτέλεσμα στην 3η γραμμή του Τεκμηρίου 20 να αναγράφεται το ποσό €270.000, που είναι λάθος. Πρόσεξε αυτό το λάθος του αργότερα, όμως το θεώρησε ασήμαντο, λόγω του ότι επρόκειτο απλώς για μία επιστολή. Ειδικότερα, αφού από το εισαγωγικό μέρος του Τεκμηρίου 20, όπου γίνεται αναφορά στο συμφωνημένο αντάλλαγμα των €300.000, είναι λογικό ότι γινόταν αντιληπτό στον παραλήπτη του, ότι είχε κάνει λάθος.
  74. Σχετικά με τα προαναφερόμενα, είναι, υποστήριξε ο ΜΥ2, και τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του Τεκμηρίου
  75. Με το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απέστειλε στον ΜΕ1, ημερομηνίας 01/09/2009, πληροφορούσε τον ΜΕ1 για την τιμολόγηση των Εναγουσών, Τεκμήριο 23 βάσει των συμφωνηθέντων των διαδίκων με τις επίδικες συμβάσεις, Τεκμήρια 13 και 16, και ζητούσε επιβεβαίωση. Έλαβε όμως την απάντηση από την αντιπρόσωπο των Εναγουσών, κάποια κα Irina, που αναφερόταν στο μήνυμα του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου Τεκμήριο 20, που δεν ήταν επιβεβαιωτική. Εν όψει τούτου, τηλεφώνησε στην κα Irina και της διευκρίνισε το λάθος, και αυτή του ανέφερε ότι θα διερευνούσε το ζήτημα, χωρίς όμως ποτέ να επανέλθει σε αυτό.
  76. Τέλη Οκτωβρίου του έτους 2009, το Τεκμήριο 20 είχε σταλεί στην ΜΥ1, η οποία του το προώθησε. Δεν τον απασχόλησε όμως περαιτέρω το ζήτημα. Θεώρησε το γεγονός της αποστολής του ασήμαντο, επειδή η Εναγομένη είχε ήδη, από 16/09/2009, πληρωθεί από τις Ενάγουσες, αναντίρρητα, ολόκληρο το συμφωνημένο αντάλλαγμα των €300.000, βάσει των επίδικων συμβάσεων, Τεκμήρια 13 και
  77. Τα τιμολόγια, υποστήριξε επιπρόσθετα, του Τεκμηρίου 23, δεν εξοφλήθηκαν από τις Ενάγουσες, παρά το γεγονός ότι είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικώς για το ζήτημα αυτό με αντιπροσώπους τους.
  78. Προς υποστήριξη της ανταπαίτησης της Εναγομένης, ο ΜΥ2, παρουσίασε στο Δικαστήριο, την κατάσταση Τεκμήριο 45, στην οποία παρουσιάζονται οι ζημιές της Εναγομένης λόγω της παρακράτησης από τις Ενάγουσες του 10% των δωματίων ως προαναφέρθηκε, την οποία επεξήγησε. Ανέφερε τι αφορά το κάθε ξεχωριστό είδος καταχώρισης, από πού προκύπτουν τα αριθμητικά δεδομένα των εν λόγω καταχωρήσεων και επεξήγησε του υπολογισμούς του βάσει αυτών για να καταλήξει στο ποσό των €45.598,19, που είναι η ανταπαίτηση της Εναγομένης. Προς υποστήριξη των υπολογισμών του Τεκμηρίου 45, ο ΜΥ2 παρουσίασε στο Δικαστήριο και τις καταστάσεις Τεκμήριο 46, που παρουσιάζουν, ως ισχυρίστηκε, στατιστικά στοιχεία από καταχωρήσεις αναφορικά με το ξενοδοχείο Oceanos, από τις οποίες προκύπτει το ελάχιστο ποσό που κάθε επισκέπτης του ξόδευε το έτος 2009 για τις υπηρεσίες του. Η μαρτυρία του ΜΥ3
  79. O MY3, είναι ένας εκ των διοικητικών συμβούλων και γραμματέας της Εναγομένης εταιρείας, εξουσιοδοτημένος από το διοικητικό της συμβούλιο να διαπραγματεύεται και συνάπτει συμβάσεις στο όνομα της. Σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, ανέφερε ο ΜΥ3, ο διευθυντής του ξενοδοχείου Oceanos, ΜΥ2, μπορεί να ενεργήσει, μόνο κατ' εξουσιοδότηση του και νοουμένου ότι αυτός έχει εγκρίνει το περιεχόμενο της προτιθέμενης σύμβασης. Με τον ΜΥ2, που διαχειρίζεται τα της επιχείρησης του ξενοδοχείου, διατηρεί, υποστήριξε ο ΜΥ3, τακτική επικοινωνία και είναι ενήμερος για τα όποια σημαντικά ζητήματα προκύπτουν και απασχολούν την επιχείρηση.
  80. Εν πρώτοις, ο ΜΥ3 κατέθεσε για την οντότητα και τους σκοπούς της Εναγομένης, που, ως διευκρίνισε, είναι η ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου Oceanos.
  81. Περαιτέρω, ο ΜΥ3 μαρτύρησε για τις διαπραγματεύσεις που είχαν με τον ΜΕ1 για την σύναψη των επίδικων συμβάσεων, Τεκμήρια 13 και
  82. Σε αυτές, ανέφερε, συμμετείχε και ο ΜΥ
  83. Όπως διευκρίνισε, με τις Ενάγουσες, υπήρξε προ-συμφωνία της Εναγομένης, για εκμίσθωση δωματίων στο ξενοδοχείο Oceanos για τα έτη 2008, 2009 και 2010, κατά την περίοδο λειτουργίας του ξενοδοχείου. Εντούτοις, για την κάθε ξεχωριστή περίοδο κάθε έτους, με τις Ενάγουσες, προσέρχονταν σε ξεχωριστή συμφωνία.
  84. Ακολούθως της υπογραφής των συμβάσεων της σεζόν για το έτος 2009 και πριν από την έναρξη της, ο ΜΕ1 ζητούσε αναθεώρηση των όρων τους. Τους πίεσε για αυτό το ζήτημα αρκετά. Διευθετήθηκε τότε μαζί του συνάντηση την 02αν/04/
  85. Παρών ήταν και ο ΜΥ
  86. Σε αυτήν, ο ΜΕ1, επικαλούμενος την οικονομική κρίση και την αναμενόμενη δυσκολία των Εναγουσών να πωλήσουν όλα τα δωμάτια που είχαν εκμισθώσει στο ξενοδοχείο Oceanos και να ανταποκριθούν στα συμφωνηθέντα τους, όπως προέκυπτε από τις μειωμένες κρατήσεις που είχαν, ζήτησαν μείωση του χρηματικού ανταλλάγματος που είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων στις επίδικες συμβάσεις, Τεκμήρια 13 και
  87. Μετά από αρκετή διαπραγμάτευση, ο ΜΥ3 αποδέχθηκε μία μικρή μείωση €8.328, στρογγυλοποιώντας το χρηματικό αντάλλαγμα στις €300.
  88. Εντούτοις, παράλληλα, ζήτησε μείωση της «δέσμευσης (commitment)», από 100% σε 90%, που πρακτικά ισοδυναμούσε σε 2 δωμάτια, έτσι ώστε, τα δωμάτια αυτά, που οι Ενάγουσες, όπως υποστήριζε ο ΜΕ1, θα δυσκολεύονταν να διαθέσουν, να διατίθεντο από την Εναγομένη, που είχε, πίστευε ο ΜΥ3, αυτή την δυνατότητα, διάθεσης τους στην εγχώρια αγορά. Ο ΜΕ1, ισχυρίστηκε ο ΜΥ3, αποδέχθηκε τους όρους αυτούς, και για αυτό τον λόγο ακολούθησε στις 06/04/2008 η υπογραφή της σύμβασης για την τροποποίηση, Τεκμήριο
  89. Μερικές μόλις ημέρες μετά την υπογραφή της σύμβασης για την τροποποίηση, Τεκμήριο 19, οι Ενάγουσες επανήλθαν ζητώντας περαιτέρω μειώσεις. Ο ΜΥ3 είχε ενημερωθεί σχετικά από τον ΜΥ
  90. Ο ΜΥ3, ήταν αρνητικός, εν όψει και της πολύ πρόσφατης τροποποίησης των συμφωνηθέντων και αυτό είχε αναφέρει στον ΜΥ
  91. Ο ΜΕ1 όμως επέμενε και ζητούσε συνάντηση τους. Σχετική με το ζήτημα συνάντηση τους, έγινε τελικά την 01η/05/
  92. Κατά την συζήτηση τους στην εν λόγω συνάντηση, ο ΜΥ3 ξεκαθάρισε στον ΜΕ1 ότι το συμφωνημένο αντάλλαγμα δεν ήταν αποδεκτό να μειωθεί περαιτέρω. Όπως ισχυρίστηκε, επεξήγησε στον ΜΕ1 ότι, προσερχόμενες οι Ενάγουσες με την Εναγομένη στις επίδικες συμβάσεις Τεκμήρια 13 και 16, είχαν αναλάβει το εμπορικό ρίσκο που αφορούσε την ενδεχόμενη μη διάθεση των εκμισθωμένων δωματίων, το οποίο δεν μπορούσαν να ζητούν να μετατεθεί στην Εναγομένη. Για αυτό ακριβώς τον λόγο άλλωστε, του επισήμανε, είχαν συμφωνήσει και στην εξαιρετικά χαμηλή τιμή εκμίσθωσης του 1/2 των δωματίων του ξενοδοχείου.
  93. Αντιλαμβανόμενος ο ΜΕ1 την κάθετη τοποθέτηση του ΜΥ3, ζήτησε την μείωση του κόστους τουλάχιστον σε κάποια από τα «supplements». Αυτές οι μειώσεις, υποστήριξε ο ΜΥ3, ήταν πολύ μικρής αξίας και αν και υπήρξε σε ότι αφορούσε αυτές συζήτηση και διαπραγμάτευση, τις αποδέχθηκε, επισημαίνοντας παράλληλα στον ΜΕ1, ότι αποδεχόμενος αυτές, ήθελε να επιδείξει την καλή θέληση της Εναγομένης σε ότι αφορούσε την συνέχιση της συνεργασίας της με τις Ενάγουσες, αλλά δεν θα συζητούσε ξανά μείωση των τιμών ή αλλαγές στα συμφωνηθέντα. Οι αλλαγές που συμφωνήθηκαν, ισχυρίστηκε ο ΜΥ3, ήταν τόσο ασήμαντες, που δεν έκρινε σκόπιμο να δώσει οδηγίες στον ΜΥ2 να ετοιμάσει συμφωνία στην οποία αυτές να αποτυπώνονται για να υπογραφεί από τους διαδίκους, παρά μόνο αρκέστηκε να δώσει οδηγίες στον ΜΥ2 να στείλει με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο μήνυμα προς τον ΜΕ1 στο οποίο να καταγράφονται τα όσα είχαν σχετικά συμφωνηθεί. Κάτι, που όπως πληροφορήθηκε από τον ΜΥ2 έγινε, και το σχετικό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που ουδέποτε απαντήθηκε από τον ΜΕ1, είναι το Τεκμήριο
  94. Παρά την συζήτηση της 01ης/05/2009, οι Ενάγουσες δεν σταμάτησαν να απαιτούν για μειώσεις. Περί τα μέσα Μαΐου, ο ΜΥ3 έλαβε τηλεομοιότυπο, το Τεκμήριο 21, με το οποίο οι Ενάγουσες ζητούσαν νέες μειώσεις για την σεζόν που διανυόταν. Έδωσε τότε οδηγίες στον ΜΥ2 να απαντήσει σε αυτό και να απορρίψει την απαίτηση τους. Όπως ισχυρίστηκε, οι λόγοι που αναφέρονταν στο τηλεομοιότυπο, Τεκμήριο 21 ως δικαιολογητικοί της μείωσης, είχαν ήδη συζητηθεί με τον ΜΕ1 και δεν δικαιολογούσαν την απαίτηση τους. Όπως πληροφορήθηκε από τον ΜΥ2, αυτός ενήργησε όπως του έδωσε οδηγίες και απάντησε στο τηλεομοιότυπο, Τεκμήριο 21, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το Τεκμήριο 20, το οποίο αυτός δεν είχε δει. Παρά ταύτα, στην συνέχεια, κατόπιν εισήγησης του ΜΥ2, ο ΜΥ3 αποδέχθηκε για την Εναγομένη κάποια μικρή έκπτωση των Εναγουσών στο κόστος των «supplements» και μείωση της περιόδου «αποδέσμευσης (release)» για το 10% των δωματίων.
  95. Περί τον Σεπτέμβριο του έτους 2009, έλαβε τηλεφώνημα του ΜΕ1, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι οι Ενάγουσες είχαν υπερπληρώσει την Εναγομένη. Εξεπλάγη από τον ισχυρισμό, όμως ανέφερε στον ΜΕ1 ότι είχε κάθε καλή διάθεση να διερευνήσει το ζήτημα. Την επομένη ημέρα, ζήτησε έλεγχο αυτού, από το λογιστήριο της Εναγομένης, για να διαπιστώσει ότι, αντιθέτως, ήταν οι Ενάγουσες που όφειλαν στην Εναγομένη χρήματα και ότι υπήρχαν προς τούτο εκδομένα και τιμολόγια. Για την διαπίστωση του αυτή, πληροφόρησε τον ΜΕ1 τηλεφωνικά.
  96. Στο τέλος της μαρτυρίας του, ο ΜΥ3, αναφέρθηκε και στην ανταπαίτηση της Εναγομένης και που αυτή βασίζεται. Η εκτίμηση της μαρτυρίας; η αξιολόγηση της αποδεκτής μαρτυρίας; ευρήματα επί των πραγμάτων και συμπεράσματα
  97. Όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα, η διαφωνία των διαδίκων σε ότι αφορά το γεγονός της τροποποίησης των επίδικων συμβάσεων, Τεκμήρια 13 και 16 και προφορικά (πέραν δηλαδή της γραπτής τροποποίησης τους βάσει του Τεκμηρίου 19) την 01/05/2009, αποτελεί και την όλη ουσία αυτής της Αγωγής των Εναγουσών. Ως εκ τούτου, στο επίκεντρο της εξέτασης μου προς τον σκοπό εκτίμησης της προσαχθείσας μαρτυρίας, είναι το προαναφερόμενο, ισχυριζόμενο από τις Ενάγουσες, γεγονός.
  98. Γεγονός, που όπως επεξηγώ στην συνέχεια, ακόμη και εάν αποτελεί πραγματικότητα, δεν μπορεί να υποστηρίξει την απαίτηση των Εναγουσών, καθότι, ελλείπει το στοιχείο της αντιπαροχής που πρέπει να συνοδεύει μία σύμβαση για να είναι νομικά εκτελεστή.
  99. Στην μαρτυρία που παρουσίασαν αμφότερες οι πλευρές στο Δικαστήριο, εντοπίζονται σημεία, από τα οποία, εκ πρώτης όψεως, τίθεται υπό αμφιβολία η αξιοπιστία των ισχυρισμών τους. Θα συζητήσω αυτά, γενικά, για να δώσω ακολούθως και την κατάληξη μου σε ότι αφορά το ζήτημα της αξιοπιστίας των μαρτύρων.
  100. Σε ότι αφορά το εν λόγω, ισχυριζόμενο από πλευράς Εναγουσών, γεγονός, μαρτυρία έδωσε ο ΜΕ1, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι, η τροποποίηση των επίδικων συμβάσεων, Τεκμήρια 13 και 16, της 01ης/05/2009, έγινε προφορικά, στα πλαίσια τηλεφωνικής επικοινωνίας του με τον ΜΥ
  101. Ως ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε, μετά από συζητήσεις του με τον ΜΥ3, την 01η/05/2009, οι Ενάγουσες κατέληξαν στην ισχυριζόμενη προφορική συμφωνία με την Εναγομένη, για μείωση της «δέσμευσης (commitment)» των δωματίων, από 100% σε 90%. Ότι δηλαδή, το 10% θα υπολογιζόταν και θα αφαιρείτο από το ποσό των €300.000, με ανάλογη μείωση και του ποσού το οποίο οι Ενάγουσες θα κατέβαλλαν προς την Εναγομένη. Εντούτοις, πρόνοια για μείωση της «δέσμευσης (commitment)» των δωματίων, από 100% σε 90%, είχε ήδη συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, με την τροποποιητική σύμβαση της 06ης/04/2009, Τεκμήριο 19 (βλ. τον όρο 2), γεγονός που καθιστά παράλογο τον ισχυρισμό του ΜΕ1 για εισαγωγή του όρου αυτού στα συμφωνηθέντα, μεταγενέστερα, ήτοι την 01ην/05/
  102. Ο ΜΕ1, αντεξετάστηκε σε ότι αφορά τον προαναφερόμενο ισχυρισμό του και αντίφαση της μαρτυρίας του με το Τεκμήριο
  103. Δεν ήταν όμως σαφής με τις απαντήσεις που έδωσε στα σχετικά ερωτήματα και ειδικότερα, δεν επεξήγησε λογικά πως συνάδει ο εν λόγω ισχυρισμός του, με τα όσα αποτυπώνονται στην τροποποιητική σύμβαση, Τεκμήριο 19, των διαδίκων, που ο ίδιος αποδέχτηκε και υπέγραψε για τις Ενάγουσες. Σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση του, ο ΜΕ1 αρχικά υποστήριξε ότι, με την τροποποιητική σύμβαση Τεκμήριο 19, ουσιαστικά, δεν υπήρξε μία τέτοια πρόνοια, δηλαδή, μείωσης της «δέσμευσης (commitment)» των δωματίων από 100% σε 90%, παρά το τι αναγράφεται στον όρο 2 αυτής, καθότι, υπολογίζοντας κάποιος τα ποσά που αναγράφονται σε αυτήν, το συνολικό ποσό του συμβατικού ανταλλάγματος, είναι €300.000, αντί για €270.
  104. Αυτός ο ισχυρισμός του ΜΕ1, σίγουρα προβληματίζει, δεδομένων, αφενός των όσων οι όροι 1, 2 και 6 της τροποποιητικής σύμβασης Τεκμήριο 19 καταγράφουν, που, όπως και αν αυτοί ερμηνευτούν, δεν υποστηρίζουν τον ισχυρισμό του ΜΕ1 ότι δεν υπήρξε συμφωνία ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα την 06/04/2009 και αφετέρου, επειδή ο ΜΕ1 αποδέχθηκε για τις Ενάγουσες την υπογραφή της εν λόγω τροποποιητικής σύμβασης Τεκμήριο 19, -όπως μάλιστα υποστήριξε, κατόπιν μελέτης του προσχεδίου της σύμβασης αυτής και διαβούλευσης των προνοιών της και με την ΜΕ2-, χωρίς να εγείρει το ζήτημα αυτό που ισχυρίστηκε αντεξεταζόμενος, κατά τον χρόνο που προσήλθε σε αυτήν με την Εναγομένη για τις Ενάγουσες.
  105. Είχε, υποστήριξε ο ΜΕ1, κάποιους «ενδοιασμούς» σχετικά με τον όρο 2 της τροποποιητικής σύμβασης Τεκμήριο 19, δεδομένου ότι, τα ποσά που καταγράφονταν σε αυτήν, αφορούσαν ολόκληρο το ποσό των €300.000, παρά ταύτα, την υπέγραψε. Προσθέτοντας, στα λεγόμενα του, ακόμη πιο παράδοξα, ότι, εκείνο τον καιρό, ο όρος 2 της τροποποιητικής σύμβασης Τεκμήριο 19, δεν είχε σημασία. Δυσκολεύομαι να βρω λογική σε αυτό τον ισχυρισμό. Εν πρώτοις, δεν έχει καμία απολύτως λογική βάση ο ισχυρισμός του ΜΕ1, ότι είχε «ενδοιασμούς» σχετικά με τον όρο 2 της τροποποιητικής σύμβασης Τεκμήριο 19, λόγω του ότι αυτός αναφερόταν σε ολόκληρο το ποσό, δηλαδή τις €300.000, αντί στις €270.000, όταν ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι, η απαίτηση των Εναγουσών για μείωση του ποσού στις €270.000, ήταν μία περαιτέρω απαίτηση, που συζητήθηκε μεταγενέστερα της υπογραφής της σύμβασης τροποποίησης Τεκμήριο 19 την 06/04/2009, ήτοι την 01η/05/
  106. Χαρακτηριστική της εν λόγω αντιφάσεως του, ήταν η εξής απάντησης του σε ερώτημα που του ετέθη κατά την αντεξέταση του, αναφορικά με το κατά πόσο είχε διαβάσει και αντιληφθεί τι κατέγραφε η σύμβαση τροποποίησης Τεκμήριο 19: «Α.: Είχα κάποιους ενδοιασμούς σχετικά με το περιεχόμενο, ναι συμφωνώ. Μπορώ να σας πως και που ακριβώς είχα τον ενδοιασμό, στην παράγραφο
  107. Όμως ναι, έχω διαβάσει το κείμενο και το έχω υπογράψει. Ε.: Ποιος ήταν ο ενδοιασμός σας για την παράγραφο 2; Α.: Γιατί το ποσό που αναγράφεται στο κείμενο, είναι ολόκληρο το ποσό. Γι' αυτό σε αυτήν την περίπτωση, καταλαβαίνω σε τι αναφέρεται η παράγραφος 2, αλλά εκείνο τον καιρό, δεν είχε σημασία και δεν έχω καταλάβει.».
  108. Περαιτέρω, η όλη ουσία της διαφοράς των διαδίκων σε αυτή την υπόθεση, είναι η «δέσμευσης (commitment)» των δωματίων, βάσει των επίδικων συμβάσεων, Τεκμήρια 13 και
  109. Πρόνοια, την σημασία της οποίας, σε συμβάσεις του είδους, ο ίδιος ο ΜΕ1 επεσήμανε, με την μαρτυρία του κατά την κυρίως εξέταση του. Ως εκ τούτου, βρίσκω πολύ παράλογο τον ισχυρισμό του ότι, ο όρος 2 της τροποποιητικής σύμβασης Τεκμήριο 19, δεν είχε τότε για τις Ενάγουσες καμία σημασία και ότι τον αποδέχθηκε για τις Ενάγουσες, όπως και τον όρο 6 αυτής, «ευελπιστώντας ότι με τον κύριο Καλλένο, θα μπορούσαν να συζητήσουν κάποια έκπτωση, κάτι που έγινε λίγο πιο μετά τον Μάιο.».
  110. Επιπρόσθετα, δεν βρίσκω λογικό τον ισχυρισμό αυτό του ΜΕ1 και επειδή, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, οι Ενάγουσες ήταν αυτές που ζήτησαν την τροποποίηση των επίδικων συμβάσεων, Τεκμήρια 13 και 16, λόγω των υπολογισμών τους ότι δεν θα μπορούσαν να τηρήσουν τις συμφωνηθείσες δόσεις καταβολής του συμβατικού ανταλλάγματος (με δεδομένη την επικείμενη τότε προς καταβολή 3η δόση). Άρα, τα όσα ο όρος 6 της τροποποιητικής σύμβασης Τεκμήριο 19 προνοούσε, δηλαδή σε ότι αφορούσε το χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής του συμβατικού ανταλλάγματος, ως είχε τροποποιηθεί, στις €300.000 και σε ποιες δόσεις, δεν θα μπορούσε να τους ήταν χωρίς σημασία, ειδικότερα όταν για τις Ενάγουσες, ως προκύπτει από τους ισχυρισμούς τους, το ποσοστό «δέσμευσης (commitment)» στις επίδικες συμβάσεις, Τεκμήρια 13 και 16, είχε αντίκτυπο [και θα μπορούσε να έχει αντίκτυπο, μόνον] στο συμβατικό αντάλλαγμα και όχι στον αριθμό των δωματίων, καθιστώντας έτσι ουσιαστική και την πρόνοια του όρου 2 της τροποποιητικής σύμβασης Τεκμήριο 19, την σημασία της οποίας, ο ΜΕ1 επιχείρησε αρχικά να αγνοήσει και στην συνέχεια αδικαιολόγητα να υποβιβάσει. Και εδώ υπεισέρχεται προς εξέταση της λογικής των ισχυρισμών των Εναγουσών, και ο ισχυρισμός της Εναγομένης ότι, για να προσέρθει με τις Ενάγουσες στην εν λόγω σύμβαση τροποποίησης Τεκμήριο 19 την 06η/04/2009, είχε λάβει ως αντάλλαγμα από αυτές, την αποδέσμευση από τις Ενάγουσες του 10% των δωματίων που δεσμεύτηκε να τους παραχωρήσει με τις επίδικες συμβάσεις, Τεκμήρια 13 και 16, ως ρητά καθορίστηκε με βάση την ρήτρα για την αποδέσμευσης τους, τα οποία άλλωστε οι Ενάγουσες ισχυρίζονταν ότι πιθανόν να αδυνατούσαν να διαθέσουν, εξ ου και το αίτημα τους για τροποποίηση των συμφωνηθέντων. Δηλαδή, η Εναγομένη, δίδει μία λογική εξήγηση των πραγμάτων, που βρίσκει έρεισμα στα καταγράφονται στα Τεκμήρια 13, 16 και 19 και ειδικότερα στο Τεκμήριο 19, σε αντίθεση με τις Ενάγουσες, των οποίων οι εξηγήσεις δια του ΜΕ1, δεν γίνονται αντιληπτές ως λογικές.
  111. Για την σημασία του όρου 2 της τροποποιητικής σύμβασης Τεκμήριο 19, ο ΜΕ1 ερωτήθηκε ευθέως κατά την αντεξέταση του και η ακόλουθη απάντησης του, είναι ενδεικτική της παραδοξότητας, ως προαναφέρθηκε, των ισχυρισμών του: «Σε αυτήν την περίπτωση δεν σημαίνει τίποτε. Για τον λόγο ότι τα ποσά είναι λανθασμένα και δεν έχουν διορθωθεί και ακόμη μια φορά θέλω να επαναλάβω ότι στη συνεργασία μας με όλα τα ξενοδοχεία και συγκεκριμένα με το Ωκεανός, είχαμε πάντα καλές σχέσεις μεταξύ συνεργατών και αμοιβαία εμπιστοσύνη. Εμείς ζητούσαμε δωμάτια στο ξενοδοχείο. Εκείνοι ήθελαν τους τουρίστες τους οποίους προσφέραμε εμείς. Γι' αυτό ίσως και δεν είναι επιχειρηματικά σωστά. Όμως κάποια σημεία δεν τα συζητούσαμε, ιδιαίτερα γιατί θεωρούσαμε ότι δεν θα επηρεάσουν με οποιονδήποτε τρόπο τη συμφωνία. Δηλαδή σε αυτό το έγγραφο και συγκεκριμένα στην παράγραφο 2, η παράγραφος 2, δεν επηρέαζε με οποιοδήποτε τρόπο τη συμφωνία που είχαμε. Τα ποσά αυτά, είναι όπως ήταν δεν έχουν αλλάξει. Εάν ίσχυε αυτό που λέτε τότε εξ' αρχής, τα ποσά τα οποία έπρεπε να πληρώσουμε, θα ήταν μειωμένα κατά 10%. Όμως αυτό το έχουμε συμφωνήσει αργότερα μετά στις συμφωνίες με τον κ. Καλλένο. Κάτι το οποίο επιβεβαιώθηκε και με το γράμμα της 20ης Μάιου.».
  112. Ότι υπήρξε η ισχυριζόμενη από πλευράς Εναγουσών προφορική τροποποίησης των επίδικων συμβάσεων, Τεκμήρια 13 και 16, της 01ης/05/2009, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, καθώς, οι ισχυρισμοί του ΜΕ1 ήταν, εκτός της προαναφερόμενης αντίφασης τους με την σύμβαση τροποποίησης Τεκμήριο 19, ως έχει προαναφερθεί, και αντιφατικοί μεταξύ τους, χωρίς συνοχή και σε μεγάλο βαθμό παράλογοι, λαμβανομένης πάντοτε υπόψη και της υπόλοιπης μαρτυρίας.
  113. Σχετικά με το Τεκμήριο 20, την επιστολή ημερομηνίας 20/05/2009 που ο ΜΥ2 απέστειλε στην ΜΕ2, ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι αυτή είχε σταλεί από πλευράς Εναγομένης, ως επιβεβαίωση των όσων είχε συμφωνήσει με τον ΜΥ3 την 01η/05/2009 για τροποποίηση των επίδικων συμβάσεων, Τεκμήρια 13 και
  114. Θέση, την οποία ο ΜΕ1 έλαβε, όταν αντεξεταζόμενος ερωτήθηκε, γιατί δεν ζήτησε την κατάρτιση γραπτής σύμβασης για την τροποποίηση, όπως είχε γίνει και στην περίπτωση της σύμβασης τροποποίησης Τεκμήριο
  115. Όπως ισχυρίστηκε, αυτός το είχε ζητήσει, όμως ο ΜΥ3 του ανέφερε ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που τροποποιούσαν τις επίδικες συμβάσεις Τεκμήρια 13 και 16 και ότι, εάν το «χρειαζόταν», η Εναγομένη θα του απέστελλε γραπτώς την επιβεβαίωση της. Είχε αναφέρει τότε, ισχυρίστηκε, στον ΜΥ3, ότι χρειαζόταν γραπτή επιβεβαίωση της τροποποίησης των επίδικων συμβάσεων, Τεκμήρια 13 και 16, ως προφορικά είχε μεταξύ τους συμφωνηθεί. Ως εκ τούτου, υποστήριξε, οι Ενάγουσες «πήραν το γράμμα της 20ης Μαΐου από το ξενοδοχείο και [αυτός] αρκέστηκε σε αυτό». Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο ΜΕ1 περαιτέρω, αρκέστηκε «στον λόγο του ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου και το ηλεκτρονικό μήνυμα που έλαβε από το ξενοδοχείο».
  116. Η θέσης αυτή του ΜΕ1, δεν μπορεί να γίνει πιστευτή για τους εξής λόγους. Κατ' αρχήν, θεωρώ παράλογο ο ΜΕ1 να μην επέμενε, τα όσα είχαν προφορικά συμφωνηθεί με τον ΜΥ3, να αποτυπώνονταν και γραπτώς σε σύμβαση που θα προσέρχονταν εκ νέου τα μέρη, δεδομένων της σημασίας που είχε για τις Ενάγουσες η μείωσης του συμβατικού ανταλλάγματος και των «ενδοιασμών» που είχε ήδη, λόγω των όσων αποτυπώθηκαν στην σύμβαση τροποποίησης Τεκμήριο 19, που είχε προηγηθεί. Επίσης, όπως κατέθεσε η ΜΕ2, η επιστολή Τεκμήριο 19, της είχε σταλεί ως απάντηση στα όσα είχε εγείρει με την επιστολή της προς τον ΜΥ3, Τεκμήριο 20, για περαιτέρω «ελάφρυνση» στους όρους των επίδικων συμβάσεων, Τεκμήρια 13 και 16 και ως εκ τούτου, η θέση του ΜΕ1 ότι το Τεκμήριο 20 ήταν η γραπτή επιβεβαίωση των όσων είχαν προφορικά συμφωνηθεί, και που ο ΜΥ3 είχε αναλάβει για την Εναγομένη ότι θα του αποστελλόταν, ή ότι πίστεψε, λαμβάνοντας την, ότι αυτή ήταν, δεν μπορεί να γίνει πιστευτή. Ειδικότερα, αν λάβει κανείς υπόψη, ότι, την 02α/05/2009, ο ΜΥ2 απέστειλε στον ΜΕ1 το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου Τεκμήριο 36, που καταγράφει ως συμφωνηθέντα από την συνάντηση τους της 01ης/05/2009, όχι αυτά που ο ΜΕ1 ισχυρίζεται σε ότι αφορά την μείωση του συμβατικού ανταλλάγματος από τις €300.000 στις €270.000, αλλά κάποιες διαφοροποιήσεις στις τιμές των συμπληρωμάτων που οι Ενάγουσες θα χρεώνονταν από την Εναγομένη. Δεν είναι άλλωστε φαίνεται τυχαίο, που ο ΜΕ1 δήλωσε ότι δεν γνωρίζει ή δεν μπορούσε να θυμηθεί, κατά πόσο η επιστολή Τεκμήριο 19 του ΜΥ2 προς την ΜΕ2, είχε αποσταλεί εις απάντηση της επιστολής της ΜΕ2 προς τον ΜΥ3 Τεκμήριο
  117. Και τούτο, ως προκύπτει, επειδή θα έθετε υπό αμφισβήτηση τον προαναφερόμενο ισχυρισμό του, περί της γραπτής επιβεβαίωσης που ο ΜΥ3 είχε αναλάβει προς αυτόν ότι θα απέστελλε για την Εναγομένη προς τις Ενάγουσες για την τροποποίηση των συμφωνηθέντων, ως είχε ενωρίτερα ισχυριστεί.
  118. Εν προκειμένω, πρέπει να σημειωθεί, η γενικότητα του ισχυρισμού του ΜΕ1 για προφορική τροποποίηση των επίδικων συμβάσεων, Τεκμήρια 13 και 16, αφής στιγμής δεν έγινε αναφορά πότε ακριβώς έγινε η συγκεκριμένη τηλεφωνική επικοινωνία με τον ΜΥ3 την 01/05/2009, δηλαδή σε ποια ώρα (δεδομένης της παρουσίασης του Τεκμηρίου 36 για τον σχολιασμό του), αλλά και τι ακριβώς συζητήθηκε με τον ΜΥ3 σχετικά, ειδικότερα σε ότι αφορούσε αυτόν τον όρο της «δέσμευσης (commitment)» 90% για τον οποίο είχε ήδη τους ενδοιασμούς του, ώστε να μπορεί να κριθεί από το Δικαστήριο κατά πόσο συμφωνήθηκε κάτι και τι ακριβώς, εφαρμόζοντας το προαναφερόμενο αντικειμενικό κριτήριο.
  119. Δεν μπορεί να γίνει πιστευτός ο ισχυρισμός του ΜΕ1, ότι τροποποιήθηκε το συμφωνημένο αντάλλαγμα για να μειωθεί στις €270.000, χωρίς ρύθμιση της συμφωνίας, δια σχετικής τροποποίησης, σε ότι αφορούσε και τις δόσεις αποπληρωμής του και πως αυτές (οι εναπομείνασες) θα επηρεάζονταν από την μείωση (που εκ των πραγμάτων, σίγουρα θα επηρεάζονταν). Υπενθυμίζω εδώ, ότι, ο ισχυρισμός των Εναγουσών, είναι ότι αξίωσαν την τροποποίηση, επειδή πρόβλεψαν ότι θα είχαν πρόβλημα να ανταποκριθούν στην καταβολή των συμφωνημένων δόσεων. Άρα το ζήτημα αυτό, δεν τους ήταν κάτι το ασήμαντο για να μην είχε εγερθεί προς συζήτηση και να συμφωνηθεί, εάν οι ισχυρισμοί τους για τροποποίηση των συμβάσεων ευσταθούσαν. Οι απαντήσεις που ο ΜΕ1 έδωσε σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, αντεξεταζόμενος, δεν είναι εύκολα κατανοητές και φαίνεται να αντιφάσκουν της ίδιας του της μαρτυρίας που είχε δοθεί ενωρίτερα. Χαρακτηριστικότερη όλων, ήταν η ακόλουθη τοποθέτησης του: «Δεν συμφωνώ με την θέση του δικηγόρου, επειδή οι αριθμοί, τα ποσά που πληρώνονταν στα ξενοδοχεία, δεν συμφωνήθηκαν στις 2 του Απρίλη του 2009, αλλά από την αρχή όταν υπέγραψαν την αρχική συμφωνία του '
  120. Αργότερα, έπειτα από την προφορική και μετά και την γραπτή επιβεβαίωση από το ξενοδοχείο για τη μείωση του ποσού από τις 300.000 στις 270.000, πέρασε ένας μήνας, λίγο περισσότερος. Επίσης, σε καμία περίπτωση δεν αναίρεσα ή ακύρωσα με οποιοδήποτε τρόπο την συμφωνία που είχαμε. Υπήρχαν τουρίστες που έστειλα εγώ στο ξενοδοχείο και είχα και άλλους που ερχόντουσαν. Όμως εγώ έκαμα τα λεφτά που πλήρωσα στο ξενοδοχείο. Έμειναν όπως ίσχυε και στην συμφωνία, η οποία υπογράφτηκε το '
  121. Δεν άλλαξε κάτι γι' αυτό και για την ερώτηση για την έκπτωση αυτή, αφού ήδη είχαμε πληρώσει περισσότερα από ότι έπρεπε και από εκείνη τη στιγμή, εμείς αρχίσαμε να συζητάμε συνεχώς με το ξενοδοχείο, με τον κ. Καλλένο. Πέρασε και η σεζόν και εμείς ακόμα συνεχίζαμε και πληρώναμε, δεν ακυρώσαμε οποιανδήποτε συμφωνία και μου υποσχότανε ότι τα χρήματα αυτά θα σας επιστραφούν, μην ανησυχείτε. Στην αρχή μας λέγαν ότι θα αφαιρείτουν από τις τελευταίες πληρωμές. Μετά μας υποσχόταν ότι θα αφαιρούνταν από την αρχή της επόμενης, στην αρχή της επόμενης σεζόν και μετά μάλλον αποφάσισαν να μην μας επιστρέψουν το ποσό εκείνο .». (η υπογράμμιση είναι δική μου)
  122. Αίσθηση δε προκαλεί και το γεγονός ότι, ο ΜΕ1, δεν μπορούσε να θυμηθεί καν, κατά πόσο υπήρξε συνάντησης του με τους ΜΥ2 και ΜΥ3 την 01/05/2009, όπως ο ΜΥ2 αναφέρει στο μήνυμα του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου Τεκμήριο
  123. Γεγονός, που όταν του έγινε εισήγησης ότι αποτελεί πραγματικότητα από πλευράς Εναγομένης, ο ΜΕ1 δεν το αμφισβήτησε και το οποίο, καθιστά ακόμη πιο παράλογο τον ισχυρισμό του για προφορική τροποποίηση των συμφωνηθέντων, αφής στιγμής, αν υπήρξε συνάντησης την 01η/05/2009, που δεν κατέληξε στην συμφωνία που ισχυρίζεται, τότε εάν μεταγενέστερα συμφωνείτο κάτι τέτοιο προφορικά [και μάλιστα την ίδια ημέρα], ο ΜΕ1, εκτός του ότι λογικά θα έπρεπε να θυμόταν την συνάντηση [και δη την αλληλουχία των γεγονότων με την τηλεφωνική επικοινωνία, κατά την διάρκεια της οποίας, ως ισχυρίστηκε επιτεύχθηκε και η προφορική συμφωνία], σίγουρα θα απαντούσε στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του ΜΥ2, Τεκμήριο 36 που εστάλη την 02/05/2009, για να επισημάνει αφενός το γεγονός της τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον ΜΥ3 και να δηλώσει αφετέρου τα συμφωνηθέντα.
  124. Ο ισχυρισμός του ΜΕ1, ότι οι τροποποιήσεις των συμφωνηθέντων, ως αναφέρεται στο Τεκμήριο 36, δεν ήταν σημαντικές και ότι, ίσως για τον λόγο αυτό δεν έδωσε σημασία στο συγκεκριμένο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ή σε κάθε περίπτωση, ότι δεν θυμάται για αυτό ένεκα τούτου, δεν πείθει, δεδομένων των προαναφερόμενων παρατηρήσεων μου. Όπως επίσης, δεν κρίνω θετικά το γεγονός ότι, ο ΜΕ1, ήταν ρητός για το ότι υπήρξε την 01η/05/2009, η προφορική συμφωνία που ισχυρίστηκε για τροποποίηση των συμφωνηθέντων των διαδίκων για το συγκεκριμένο ζήτημα, ενώ για κάθε άλλη τροποποίηση, χωρίς να αμφισβητεί ότι υπήρξαν τέτοιες τροποποιήσεις, δήλωνε, είτε ότι ήταν ασήμαντες για να επικεντρωθεί σε αυτές ώστε να τις θυμάται, είτε ότι δεν μπορούσε να θυμάται αυτές λόγω, παρέλευσης χρόνου από τα επίδικα γεγονότα. Όπως επισημαίνεται και στην συνέχεια, η κάθε τροποποίησης στα συμφωνηθέντα που αφορούν τις παρεχόμενες υπηρεσίες από ξενοδόχο σε τουριστικούς πράκτορες και σε ποια τιμή, έχουν την σημασία τους για το τελικό «ταξιδιωτικό προϊόν» που ο ταξιδιωτικός πράκτορας προσφέρει και δη σε ποια τιμή προς τους πελάτες του και ως εκ τούτου, δεν αποδέχομαι απροβλημάτιστα, αυτή την υποβίβαση από τον ΜΕ1 στα όσα υπόλοιπα συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων, για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι δεν απάντησε ή τοποθετήθηκε στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του ΜΥ2, Τεκμήριο 36, ως έχει προαναφερθεί.
  125. Η μαρτυρία του ΜΕ1 δεν ήταν σταθερή και σε ότι αφορά τον ισχυρισμό του για την διαπίστωση της υπερπληρωμής από τις Ενάγουσες προς την Εναγομένη. Κατά την κυρίως εξέταση του, ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι, οι Ενάγουσες, αντιλήφθηκαν για τα του γεγονότος αυτού, περί τον Ιούνιο του έτους
  126. Επικοινώνησε τότε με τον ΜΥ3 τηλεφωνικά, ο οποίος συμφώνησε με την διαπίστωση του και ανέλαβε για την Εναγομένη, την επιστροφή του σχετικού ποσού προς τις Ενάγουσες, μέχρι το τέλος του έτους 2010, κάτι που όμως, οι Ενάγουσες, δεν το έπραξαν. Αντεξεταζόμενος όμως, υποστήριξε ότι, οι Ενάγουσες, είχαν αντιληφθεί για το ισχυριζόμενο αυτό γεγονός, από τον Απρίλιο του έτους
  127. Προσθέτοντας μάλιστα στον ισχυρισμό του αυτό, ο ΜΕ1, ότι συζήτησε με τον ΜΥ3 για το συγκεκριμένο ζήτημα, για πρώτη φορά, σε κάποια τουριστική έκθεση στην Μόσχα, το Μάρτιο του έτους 2010 και ότι, ο ΜΥ3, του είχε τότε αναφέρει την συμφωνία του για επιστροφή του συγκεκριμένου ποσού, δια της αφαιρέσεως του από τα επίδικα τιμολόγια Τεκμήριο
  128. Μεταξύ των προλεχθέντων, αναφερομένων του ΜΕ1, της κυρίως εξέτασης του και της αντεξέτασης του, προκύπτουν ουσιαστικές αντιφάσεις. Σαφέστατα υπάρχουν ερωτηματικά. Πρώτον, σε ότι αφορά το γεγονός πότε οι Ενάγουσες διαπίστωσαν την υπερπληρωμή. Αυτό έγινε από τον Μάρτιο του έτους 2010, ή αργότερα τον Ιούνιο του έτους 2010; Η δικαιολογία του ΜΕ1 που προσφέρθηκε όταν ήρθε αντιμέτωπος με την εν λόγω αντίφαση στην μαρτυρία του, ότι δηλαδή αναφέρθηκε σε Ιούνιο του έτους 2010, επειδή τότε είχε ξεκινήσει αλληλογραφία με την Εναγομένη για το ζήτημα, δεν μπορεί να γίνει πιστευτή. Ειδικότερα, αν λάβει κανείς υπόψη, ότι, δεν παρουσιάστηκε τέτοια αλληλογραφία στο Δικαστήριο από πλευράς Εναγουσών, αλλά και την αντίφαση στην μαρτυρία του ΜΕ1, σε ότι αφορά το πότε ήγειρε το ζήτημα για πρώτη φορά στον ΜΥ3 και αυτός συμφώνησε με την υπερπληρωμή και ανέλαβε για την Εναγομένη την επιστροφή του σχετικού ποσού στις Ενάγουσες. Τούτο έγινε, κατά την διάρκεια της συνάντησης και συνομιλίας τους στην τουριστική έκθεση στην Μόσχα τον Μάρτιο του έτους 2010, ή κατά την διάρκεια τηλεφωνικής επικοινωνίας τους τον Ιούνιο του έτους 2010; Σε κάθε περίπτωση, ο εν λόγω ισχυρισμός του ΜΕ1, δεν μπορεί να γίνει πιστευτός, επειδή δεν είναι και λογικός. Αφενός, ακόμη και εάν έγινε σχετική συζήτησης (όπως ο ΜΥ3 αποδέχθηκε ότι έγινε τηλεφωνικά τον Ιούνιο του έτους 2010), το βρίσκω πολύ δύσκολο να πιστέψω ότι ο ΜΥ3 θα συμφωνούσε αμέσως με μία τέτοια απαίτηση, χωρίς τον δικό του πρώτα έλεγχο. Και αφετέρου, επειδή βρίσκω πολύ δύσκολο ο ΜΕ1 να συμφωνούσε απλώς την αφαίρεση από το ποσό της υπερπληρωμής, του πολύ χαμηλότερου ποσού χρέωσης των τιμολογίων Τεκμήριο 23, τα οποία ήταν ήδη σε γνώση των Εναγουσών, χωρίς οποιαδήποτε άλλη ρύθμιση.
  129. Στην προαναφερόμενη θέση, ο ΜΕ1, πρέπει να επισημανθεί, δεν παρέμεινε σταθερός, αφής στιγμής σε κάποιο άλλο στάδιο της αντεξέτασης του, μεταγενέστερα του προαναφερόμενου ισχυρισμού του, ανέφερε κάτι το διαφορετικό. Ότι δηλαδή, η υπόσχεσης του ΜΥ3 και συμφωνία τους, ήταν η επιστροφή του ποσού της υπερπληρωμής, μέχρι το τέλος του έτους
  130. Ισχυρισμός όμως, που αντιφάσκει με το γεγονός ότι, την 07/07/2010, οι δικηγόροι των Εναγουσών έστειλαν στην Εναγομένη την επιστολή Τεκμήριο 33, αναφερόμενοι σε συμφωνία που οι ΜΕ1 και ΜΥ3 προσήλθαν τηλεφωνικά, για πίστωση του ποσού στον λογαριασμό τους. Άρα, ο ισχυρισμός του ΜΕ1 για συμφωνία πληρωμής του ποσού ως προαναφέρθηκε, μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου του έτους 2010, δεν μπορεί να γίνει πιστευτός. Ο ΜΕ1, επιχείρησε να δικαιολογήσει την εν λόγω αντίφαση του, όταν ήρθε αντιμέτωπος με αυτή, ισχυριζόμενος ότι η επιστολή αυτή των δικηγόρων του, Τεκμήριο 33, εστάλη, λόγω του ότι στην συνάντηση που είχαν οι διάδικοι παρουσία και των δικηγόρων τους

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.