← Κύπρος

ARMENIAN COPPER PROGRAMME CJSC ν. VTB BANK (PJSC) κ.α., Αρ. Αγωγής: 2529/18, 11/1/2019

ARMENIAN COPPER PROGRAMME CJSC ν. VTB BANK (PJSC) κ.α., Αρ. Αγωγής: 2529/18, 11/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2529/18 Μεταξύ: ARMENIAN COPPER PROGRAMME CJSC (Αρ. Εγγραφής στη Δημοκρατία της Αρμενίας 1212000448) Εναγόντων και

  1. VTB BANK (PJSC) (Αρ. Εγγραφής Εταιρίας στη Ρωσική Ομοσπονδία 1027739609391)
  2. TEGHOUT INVESTMENTS LIMITED (ΗΕ283800)
  3. ITC CONSULTANTS (CYPRUS) LIMITED (ΗΕ37569)
  4. HOLLAND FACILITIES B.V. (Αρ. Εγγραφής Εταιρίας στην Ολλανδική Δημοκρατία 000037027077)
  5. NAIRI INFRASTRUCTURE CAPITAL LIMITED (ΗΕ276635) Εναγομένων Αίτηση Εναγόντων ημερομηνίας 11.9.18 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνία: 11 Ιανουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Σιδεράς με κ. Κωνσταντινίδη Για Εναγομένους 1, 3, 4 και 5 - Καθ' ων η αίτηση 1, 3, 4 και 5: κ. Σ. Παύλου με κ. Συμεωνίδη και κα Σαμαρά Για Εναγόμενους 2 - Καθ' ων η αίτηση 2: κ. Οικονόμου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 11.9.18, οι Ενάγοντες (στο εξής οι Αιτητές) καταχώρισαν εναντίον των Εναγομένων (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση) την παρούσα αγωγή, ως και μονομερή Αίτηση ιδίας ημερομηνίας, με την οποία αιτήθηκαν την έκδοση

(13)Προσωρινών Διαταγμάτων. Στις 12.9.18 εκδόθηκαν μονομερώς τα ακόλουθα Προσωρινά Διατάγματα ως οι Παράγραφοι Α, Β, Ι και Κ της Αίτησης, ενώ για τα υπόλοιπα αιτούμενα Διατάγματα δόθηκαν από το Δικαστήριο οδηγίες για επίδοση της Αίτησης στους Καθ' ων η αίτηση: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που διατάττει και απαγορεύει στους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, 3 και 4 και/ή στους αντιπροσώπους και/ή σε πρόσωπα που ενεργούν στο όνομα και/ή για λογαριασμό τους και/ή στη βάση εξουσιοδότησης τους από το να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο διαθέσουν και/ή αποξενώσουν και/ή προσφέρουν προς πώληση και/ή επιβαρύνουν και/ή ενεχυριάσουν τις 1001 μετοχές της Εναγόμενης αρ. 2 A τάξης, ονομαστικής αξίας €1,00 που αντιστοιχεί στο 50.05% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης αρ. 2 και οι οποίες σήμερα, είναι εγγεγραμμένες επ' ονόματι των Εναγόμενων αρ. 3 και 4 και/ή επ' ωφελεία των Εναγόμενων αρ. 1,3 και 4 μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής (περιλαμβανομένης και τυχόν εφέσεως που ήθελε καταχωρηθεί κατά της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου). Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που διατάττει και απαγορεύει στους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση αρ. 1, 2, 3 και 4 και/ή τους Διευθυντές και/ή τον γραμματέα και/ή τους αξιωματούχους και/ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών από του να προβούν σε οποιαδήποτε πράξη και/ή ενέργεια και/ή συναλλαγές και/ή δικαιοπραξίες και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο διαθέσουν και/ή αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή ελαττώσουν την αξία των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης αρ. 2, κινητών και/ή ακινήτων, και/ή να ενεργούν σε σχέση με αυτά είτε αυτά βρίσκονται εντός ή εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή διαθέσουν, πωλήσουν, ή άλλως αποξενώσουν ή επιβαρύνουν το υπό του στοιχείου Α ανωτέρω 50.05% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης αρ. 2 και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής (περιλαμβανομένης και τυχόν εφέσεως που ήθελε καταχωρηθεί κατά της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου). Ι. Διάταγμα του Δικαστηρίου που διατάττει και απαγορεύει στην Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση αρ. 1 και/ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτής από του να αποξενώσουν τις μετοχές τις οποίες κατέχουν στην Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση αρ. 3. Κ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που διατάττει και απαγορεύει στην Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση αρ. 5 και/ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτής από του να μετατρέψουν και/ή επιβαρύνουν και/ή να αποξενώσουν και/ή να πωλήσουν και/ή να διαθέσουν τις 999 μετοχές τάξης Β τις οποίες κατέχουν στην Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση αρ. 2, πλην της μεταβίβασης 501 μετοχών τάξης Β εκ των 999 μετοχών τάξης Β της Εναγόμενης- Καθ' ης η Αίτηση αρ. 2 στην Ενάγουσα-Αιτήτρια ως η υποχρέωση της σύμφωνα με την Συμφωνία Προαίρεσης (Option Agreement) ημερομηνίας 20/07/2011 και την Τροποποιητική Συμφωνία (Amendment Agreement) αυτής ημερομηνίας 01/03/2017 μεταξύ της Ενάγουσας-Αιτήτριας και της Εναγόμενης/Καθ' ης η Αίτηση αρ. 5.» Η Αίτηση - η οποία βασίζεται στα άρθρα 29 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4, 5,6, 7 και 9, στα άρθρα 27, 29, 73,90 -101,105,109,111,113, 113Α του Περί Εταιρειών Νόμου, στο άρθρο 134 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, στους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ. 1, 2, 3, 8 και 9, στη νομική αρχή της υπόθεσης T.S.B Private Bank International S.Α ν. Chabra and Another [1992] 1 W.L.R. 231, στις αρχές του δικαίου της επιείκειας και των κανόνων του κοινοδικαίου, στη διακριτική ευχέρεια και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Geghamyan ημερομηνίας 11.9.18 - προσέκρουσε σε ένσταση των Καθ' ων η αίτηση 1, 3, 4 και 5, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Levichev ημερομηνίας 19.10.18, ως και σε ένσταση των Καθ' ων η αίτηση 2, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Παπαηρακλέους ημερομηνίας 2.11.18. Ο XXXXX Geghamyan είναι εγγεγραμμένος δικηγόρος στη Δημοκρατία της Αρμενίας και επικεφαλής του Νομικού Τμήματος του Ομίλου Εταιρειών Vallex, στην οποία ανήκουν οι Αιτητές. Ο Όμιλος Vallex δραστηριοποιείται στους τομείς της εξόρυξης, στην παραγωγή, προμήθεια και εμπορία συμπυκνωμάτων μετάλλων μέσω της ιδιοκτησίας αδειών εξόρυξης και τη λειτουργία Ορυχείων στην Αρμενία. Οι Αιτητές είναι εγγεγραμμένη εταιρεία στη Δημοκρατία της Αρμενίας, παρέχει πάγια ενεργητικά στοιχεία και προμηθεύει τις άλλες εταιρείες του Ομίλου με υλικά. Οι Καθ' ων η αίτηση 1 είναι τράπεζα η οποία λειτουργεί ως πιστωτικό και/ή επενδυτικό και/ή χρηματοοικονομικό ίδρυμα στη Ρωσική Ομοσπονδία και είναι η μητρική εταιρεία του Ρωσικού Τραπεζικού Ομίλου VTB. Οι Καθ' ων η αίτηση 2 συστάθηκαν με σκοπό να λειτουργήσουν ως μητρική εταιρεία των διάφορων περιουσιακών στοιχείων του Ομίλου Vallex και ειδικότερα των μετοχών της Teghout CJSC, εταιρείας συστημένης στη Δημοκρατία της Αρμενίας. Οι Καθ' ων η αίτηση 3 κατέχουν 999 μετοχές τάξης Α στο εκδομένο κεφάλαιο των Καθ' ων η αίτηση 2. Ελέγχονται και ανήκουν εξ ολοκλήρου στους Καθ' ων η αίτηση 1, οι οποίοι κατέχουν το 100% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου τους. Οι Καθ' ων η αίτηση 4 κατέχουν 2 μετοχές τάξης Α στο εκδομένο μετοχικό κεφάλαιο των Καθ' ων η αίτηση 2. Οι Καθ' ων η αίτηση 5 κατέχουν 999 μετοχές τάξης Β στο εκδομένο μετοχικό κεφάλαιο των Καθ' ων η αίτηση 2 και ανήκουν εξολοκλήρου στην VTB CAPITAL PE INVESTMENT HOLDING (CYPRUS) LTD, η οποία είναι θυγατρική εταιρεία των Καθ' ων η αίτηση 1. Ανέφερε ότι στις 20.7.11, οι Αιτητές, οι Καθ' ων η αίτηση 2 και 5 και ο XXXXX Mejlumyan, σύναψαν Συμφωνία Κοινοπραξίας (τεκμήριο 15) (Joint Venture Agreement) για την εκτέλεση της κατασκευής ενός Ορυχείου στη Βόρεια Αρμενία, το οποίο λειτουργείται από την Teghout CJSC. Ταυτόχρονα τα μέρη σύναψαν Συμφωνία Προαίρεσης (Option Agreement) (τεκμήριο 22). Για σκοπούς εξασφάλισης της απαραίτητης χρηματοδότησης, τον Νοέμβριο του 2011, συνάφθηκαν Συμφωνίες δανείου με αρ. 201, 202 και 203, μεταξύ της VTB BANK (ARMENIA) CJSC και της Teghout CJSC ως δανειζόμενος, με βάση τις οποίες ο δανειστής παραχώρησε στον δανειζόμενο το συνολικό ποσό των USD 283.000.000 (τεκμήρια 26 - 37). Ο όρος 12.5 των πιο πάνω Συμφωνιών Δανείου, προνοεί ρητά για την αποστολή γραπτής ειδοποίησης από το δανειστή στο δανειζόμενο, σε περίπτωση πραγματοποίησης γεγονότος αθέτησης (event of default). Οι εν λόγω δανειακές διευκολύνσεις εξασφαλίστηκαν με την ενεχυρίαση και επιβάρυνση επί των μετοχών των Καθ' ων η αίτηση 2. Τα συμβαλλόμενα μέρη στη Συμφωνία Ενεχυρίασης ημερομηνίας 20.12.11, ήταν οι Αιτητές υπό την ιδιότητα του ενεχυριαστή και η VTB BANK (ARMENIA) CJSC υπό την ιδιότητα του ενεχυριούχου. Η εν λόγω Συμφωνία Ενεχυρίασης τερματίστηκε και ο ενεχυριαστής απαλλάχθηκε, με βάση τη Συμφωνία Απαλλαγής και τερματισμού ημερομηνίας 12.10.16 (τεκμήριο 38). Το 2016, οι Αιτητές και οι συνδεδεμένες εταιρείες τους, άρχισαν νέες διαπραγματεύσεις με τους Καθ' ων η αίτηση 1 για αναδιάρθρωση των υφιστάμενων διευκολύνσεων με τη VTB BANK (ARMENIA) CJSC. Οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν στη σύναψη Αναθεωρημένης Διευκόλυνσης ημερομηνίας 30.9.16 (Συμφωνία Διευκόλυνσης) μεταξύ της Teghout CJSC ως δανειζόμενης, τους Καθ' ων η αίτηση 2, τους Αιτητές, την BASE METALS CJSC και Vallex F.M. ως εγγυητές και τους Καθ' ων η αίτηση 1 ως Αντιπρόσωπος εξασφάλισης και αλληλέγγυος και κεχωρισμένος πιστωτής, ως και τη VTB BANK (ARMENIA) CJSC ως αντιπρόσωπος Εξασφάλιση Αρμενίας (τεκμήρια 39, 40). Οι εν λόγω δανειακές διευκολύνσεις με βάση τη Συμφωνία Διευκόλυνσης, εξασφαλίστηκαν με νέες εξασφαλίσεις και ειδικότερα, μεταξύ άλλων, με την ενεχυρίαση και επιβάρυνση επί των μετοχών των Αιτητών στους Καθ' ων η αίτηση 2. Τα συμβαλλόμενα μέρη στη Συμφωνία Ενεχυρίασης ημερομηνίας 12.10.16 (τεκμήριο 41) ήταν οι Αιτητές υπό την ιδιότητα του Ενεχυριαστή και οι Καθ' ων η αίτηση 1 ως Ενεχυριούχος/Αντιπρόσωπος Εξασφάλισης. Το εργοστάσιο Χαλκού του Teghout, το οποίο αποτελεί περιουσιακό στοιχείο που ελέγχεται άμεσα από την Teghout CJSC, αρχές του 2017 παρουσίασε προβλήματα στην αποθήκευση απορριμμάτων στο Teghout. Στις 12.1.18, η διεύθυνση της Teghout CJSC έλαβε την απόφαση να τερματίσει την παραγωγή χαλκού προσωρινά λόγω τεχνικών προβλημάτων και αναγκάστηκε να λάβει μέτρα για εξοικονόμηση χρημάτων και μείωση εξόδων. Ωστόσο δεν είχε τη δυνατότητα να συγκεντρώσει κεφάλαια για να χρηματοδοτήσει τις τρέχουσες υποχρεώσεις της. Έτσι το Μάιο 2018, η Teghout CJSC ζήτησε από τους Καθ' ων η αίτηση 1 να εξετάσουν την πιθανότητα να μην κηρύξουν αθέτηση (default) και να χορηγήσουν τη συγκατάθεση τους για πλήρη απαλλαγή της Teghout CJSC από την εκπλήρωση της υποχρέωσης για πληρωμή δεδουλευμένων και πληρωτέων τόκων στις 26-27/6/18, σύμφωνα με τις πιο πάνω Συμφωνίες δανείου με αρ. 201, 202, 203. Όλες οι προτάσεις που υποβλήθηκαν από την Teghout CJSC (τεκμήριο 48), απορρίφθηκαν από τους Καθ' ων η αίτηση 1 ως απαράδεκτες και εξαπέλυσαν απειλές για πρόωση είσπραξη του χρέους, την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων και άλλων εξασφαλίσεων της Teghout CJSC, αν δεν αποπληρώνοντο πλήρως οι δεδουλευμένοι τόκοι. Η Teghout CJSC δεν μπορούσε να πληρώσει το πληρωτέο ποσό σύμφωνα με τη Συμφωνία Διευκόλυνσης, το οποίο ήταν πληρωτέο στις 26.6.18. Σε απάντηση ηλεκτρονικού μηνύματος που απέστειλε ο κ. Mejlumyan στις 23.8.18 (επικεφαλής του ομίλου Vallex), ζητώντας ενημέρωση για το καθεστώς των μετοχών των Καθ' ων η αίτηση 2, έλαβε πληροφόρηση με ηλεκτρονικό μήνυμα από τον δικηγόρο κ. XXXXX Τριανταφυλλίδη - ο οποίος πρόσφερε εταιρικές και γραμματειακές υπηρεσίες των Καθ' ων η αίτηση 2 - ότι οι Καθ' ων η αίτηση 1 εκτέλεσαν την εξασφάλιση με βάση τη Συμφωνία Ενεχυρίασης και είχαν μεταβιβάσει τις μετοχές που οι Αιτητές κατείχαν στους Καθ' ων η αίτηση 2, σε τρίτα μέρη, αντίθετα και κατά παράβαση των όρων 8 και 8.1 της Συμφωνίας Ενεχυρίασης, οι οποίοι προνοούν για κοινοποίηση γραπτής ειδοποίησης προς τους Αιτητές (τεκμήριο 49). Στις 29.8.18 οι Αιτητές επικοινώνησαν με τους δικηγόρους τους, οι οποίοι διερεύνησαν τα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών και διαπίστωσαν ότι πράγματι η μετοχική δομή και η σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου των Καθ' ων η αίτηση 2 είχαν μεταβληθεί στις 23.8.18 (τεκμήριο 50). Προς τούτο, καταχωρίστηκαν στον Έφορο Εταιρειών έντυπα μεταβίβασης των μετοχών (τεκμήριο 51) των Αιτητών (στους Καθ' ων η αίτηση 2) και αλλαγής διευθυντών των Καθ' ων η αίτηση 2 (τεκμήριο 52). Ως αποτέλεσμα των αλλαγών στα αρχεία των Καθ' ων η αίτηση 2, προέκυψε ότι οι 1001 μετοχές τάξης Α που οι Αιτητές κατείχαν στους Καθ' ων η αίτηση 2, έχουν μεταβιβαστεί στους Καθ' ων η αίτηση 3 (999 μετοχές) και στους Καθ' ων η αίτηση 4 (2 μετοχές) (τεκμήριο 53). Στις 3.9.18, η Teghout CJSC έλαβε από τους Καθ' ων η αίτηση 1 υπογεγραμμένη ειδοποίηση γεγονότος αθέτησης (notice of event of default) (τεκμήριο 54) (αρ. 20.21 της Συμφωνίας Διευκόλυνσης). Πριν τη λήψη της εν λόγω ειδοποίησης και πριν τις 23.8.18, ούτε η Teghout CJSC, ούτε οποιοσδήποτε εγγυητής στη Συμφωνία Διευκόλυνσης έλαβε οποιοδήποτε έγγραφο που να αποτελούσε Ειδοποίηση για γεγονός αθέτησης και/ή Ειδοποίηση για εκτέλεση εξασφάλισης, όπως προνοούν οι όροι της Συμφωνίας Διευκόλυνσης και η Συμφωνία Ενεχυρίασης. Οι πρόνοιες της Συμφωνίας Ενεχυρίασης και της Συμφωνίας Διευκόλυνσης, προνοούν και προβλέπουν ουσιώδη υποχρέωση για αποστολή προτέρας ειδοποίησης στο δανειστή (Teghout CJSC), πριν την ενάσκηση του δικαιώματος πώλησης των μετοχών των Καθ' ων η αίτηση 2, οι οποίες ήταν ενεχυριασμένες μέσω της Συμφωνίας Ενεχυρίασης. Πέραν τούτου, το άρθρο 134 του Κεφ. 149 προνοεί για εύλογη ειδοποίηση προς τον ενεχυριαστή από τον ενεχυριούχο. Ως εκ τούτου, η μεταβίβαση των μετοχών των Καθ' ων η αίτηση 2, πριν την αποστολή εύλογης Ειδοποίησης προς την Teghout CJSC, καθιστά τις ενέργειες που έγιναν στις 23.8.18 παράνομες και άκυρες. Στις 6.9.18, οι Διευθυντές της Teghout CJSC παύθηκαν και αντικαταστάθηκαν από νέα μέλη (τεκμήρια 55, 56, 57, 58). Οι καθ' ων η αίτηση 5, ελέγχονται πλήρως από τους Καθ' ων η αίτηση 1 και συνεπώς υπάρχει η δυνατότητα, μέσω της μεταβίβασης μετοχών τάξης Β σε εταιρεία που ελέγχεται από τους Καθ' ων η αίτηση 5 και στη συνέχεια οι Καθ' ων η αίτηση 5 ή η εταιρεία που ελέγχεται από αυτούς, να μετατρέψουν τις 999 μετοχές τάξης Β, σε μετοχές τάξης Α, με αποτέλεσμα οι Καθ' ων η αίτηση 5 να αποκτήσουν πλήρη έλεγχο επί των Καθ' ων η αίτηση 2. Οι Καθ' ων η αίτηση 1, 3, 4 και 5 με την ένσταση τους εγείρουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: 1. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60. 2. Οι Αιτητές δεν έχουν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν έχουν προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών γεγονότων που αφορούν την υπόθεση και/ή έχουν παραπλανήσει το Δικαστήριο και/ή είναι ένοχοι ουσιώδους και εσκεμμένης μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. 3. Οι Αιτητές απέτυχαν να ικανοποιήσουν επαρκώς τη δικαιοδοτική προϋπόθεση του κατεπείγοντος. 4. Οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση εναντίον των Καθ' ων η αίτηση και δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα και/ή αιτία αγωγής εναντίον των Καθ' ων η αίτηση. 5. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων. Η ζημιά που θα υποστούν οι Καθ' ων η αίτηση από την έκδοση/διατήρηση σε ισχύ των αιτούμενων Διαταγμάτων είναι ανεπανόρθωτη και/ή σημαντική. 6. Η έκδοση/διατήρηση σε ισχύ των αιτούμενων Διαταγμάτων δεν εξυπηρετεί τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων και/ή του status quo ante. 7. Η παρούσα αίτηση προωθείται καταχρηστικά και/ή κακόπιστα και/ή εδράζεται σε αλλότρια κίνητρα και/ή αποσκοπεί σε αλίευση μαρτυρίας. 8. Τα εκδοθέντα και αιτούμενα διατάγματα είναι δρακόντεια και εμποδίζουν την ομαλή διεξαγωγή των εργασιών των Καθ' ων η αίτηση. 9. Δεν δίδονται λεπτομέρειες δόλου και/ή συνωμοσίας και δεν καταδεικνύεται οποιαδήποτε ανάμειξη και/ή εμπλοκή των Καθ' ων η αίτηση σε οποιαδήποτε αδικοπραξία. Η ένσταση των Καθ' ων η αίτηση 1, 3, 4 και 5, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Levichev από τη Μόσχα στη Ρωσία, ημερομηνίας 19.10.18. Είναι επικεφαλής της ομάδας διεθνών προγραμμάτων στην εταιρεία VTB DC, θυγατρικής των Καθ' ων η αίτηση 1. Αναφέρθηκε στα γεγονότα που οδήγησαν στη Σύναψη της Συμφωνίας Πιστωτικής Διευκόλυνσης (Facility Agreement) ημερομηνίας 30.9.16 ως και της Συμφωνίας Ενεχυρίασης ημερομηνίας 12.10.16, τα οποία δεν αμφισβητούνται. Με την εν λόγω Συμφωνία Ενεχυρίασης, οι Αιτητές συμφώνησαν να ενεχυριάσουν και επιβαρύνουν τις 1001 μετοχές Τάξης Α που κατείχαν στους Καθ' ων η αίτηση 2 προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση 1. Στις 26.06.2018 η Teghout CJSC ήταν ανίκανη να πληρώσει το ποσό που κατέστη πληρωτέο και απαιτητό βάση της Συμφωνίας Πιστωτικής Διευκόλυνσης και έτσι παραβίασαν το δάνειο. Στις 23/08/2018 οι Καθ' ων η αίτηση 1 προχώρησαν με την εκτέλεση της Συμφωνίας Ενεχυρίασης, ανέλαβαν κατοχή των ενεχυριασμένων μετοχών στους Καθ' ων η αίτηση 2 και τις μεταβίβασαν στους αντιπροσώπους των Καθ' ων η Αίτηση 3 και 4. Ισχυρίζεται ότι οι πρόνοιες των Συμφωνιών Δανείων και συγκεκριμένα ο όρος 12.5 που επιβάλλει στο δανειστή [VTB (Armenia) CJSC], να αποστείλει γραπτή ειδοποίηση σε περίπτωση παραβίασης των συμβατικών υποχρεώσεων του οφειλέτη (Teghout CJSC), δεν εφαρμόζεται σε σχέση με το κύριο χρέος. Αυτές αντικαταστάθηκαν από τις πρόνοιες της Συμφωνίας Πιστωτικής Διευκόλυνσης ημερομηνίας 30.9.16, βάσει της οποίας έγινε η εκτέλεση του ενέχυρου και συνεπώς δεν εφαρμόζονται στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Αντίθετα, τα συμβατικά δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών διέπονται από τη Συμφωνία Πιστωτικής Διευκόλυνσης ημερομηνίας 30.9.16 και τη Συμφωνία Ενεχυρίασης ημερομηνίας 12.10.16. Εν πάση περιπτώσει, ο όρος 12.5 των Συμφωνιών Δανείων, ακόμα και αν εφαρμοζόταν, δεν προνοεί για προειδοποίηση στην περίπτωση γεγονότος παράβασης και δεν ενεργοποιεί το δικαίωμα εκτέλεσης του ενέχυρου. Αντίθετα εφαρμόζεται στις αναλήψεις περαιτέρω ποσών με βάση το δάνειο και στο δικαίωμα της τράπεζας να αρνηθεί τη χορήγηση τους και σε τέτοια περίπτωση θα πρέπει να αποσταλεί γραπτή ειδοποίηση. Το δικαίωμα του δανειστή να κηρύξει ένα γεγονός παράβασης και να ζητήσει πλήρη αποπληρωμή του οφειλόμενου ποσού, προνοείται στον όρο 12.4, τον οποίο οι Αιτητές απέτυχαν πλήρως να επισημάνουν και ο οποίος, ακόμα και αν είναι εφαρμοστέος, δεν προνοεί για αποστολή προγενέστερης γραπτής ειδοποίησης για γεγονός παράβασης. Οι Αιτητές παραπλάνησαν μονομερώς το Δικαστήριο και δημιούργησαν τη λανθασμένη εντύπωση ότι ο δανειστής είχε συμβατική υποχρέωση να αποστείλει γραπτή ειδοποίηση πριν την εκτέλεση του ενεχύρου. Επιπλέον οι Αιτητές δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο ότι οι Καθ' ων η αίτηση 1 και η Teghout CJSC (οφειλέτης στη Συμφωνία Πιστωτικής Διευκόλυνσης) αντάλλαξαν αλληλογραφία πριν την παράβαση της Συμφωνίας Πιστωτικής Διευκόλυνσης, όσο και μετά (τεκμήριο 1). Από αυτή την αλληλογραφία είναι προφανές ότι γίνονταν συζητήσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών, σε μια προσπάθεια για επίλυση των οικονομικών προβλημάτων του έργου. Σημαντική είναι η επιστολή των Καθ' ων η αίτηση 1 προς την Teghout CJSC ημερομηνίας 24.7.18. Συνεπώς, αν και οι Καθ' ων η αίτηση δεν είχαν την υποχρέωση να αποστείλουν γραπτή ειδοποίηση στους Αιτητές ή στην Teghout CJSC πριν την κήρυξη γεγονότος παράβασης βάσει της Συμφωνίας Πιστωτικής Διευκόλυνσης ή πριν να προχωρήσουν με την εκτέλεση της Συμφωνίας Ενεχυρίασης, εντούτοις οι Καθ' ων η αίτηση 1, ενημέρωσαν τον οφειλέτη της Συμφωνίας Πιστωτικής Διευκόλυνσης (Teghout CJSC) σχετικά με την πρόθεση τους να ασκήσουν τα συμβατικά τους δικαιώματα με βάση τη Συμφωνία Πιστωτικής διευκόλυνσης και επί της ενεχυριασμένης ιδιοκτησίας. Οι Αιτητές δεν επέστησαν την προσοχή του Δικαστηρίου στην πιο πάνω αλληλογραφία. Ισχυρίστηκε ότι τα συμβατικά δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών, στη βάση των Συμφωνιών Δανείων με αρ. 201 - 203, διέπονται και καθορίζονται από τη Συμφωνία Πιστωτικής Διευκόλυνσης ημερομηνίας 30.9.16 (τεκμήριο 40 στην Αίτηση), με βάση τον όρο 3 αυτής. Ο όρος 20.1 της Συμφωνίας Πιστωτικής Διευκόλυνσης καθορίζει το «Γεγονός Παράβασης». Το ότι η Teghout ήταν ανίκανη να πληρώσει το πληρωτέο ποσό που ήταν πληρωτέο στις 26.6.18, συνιστά «Γεγονός Παράβασης» από την Teghout με βάση τον όρο 20.1. Περαιτέρω, ο όρος 20.3 (
  1. a)καλύπτει τα ενδεχόμενα παράβασης συμβατικών υποχρεώσεων στη βάση των Πιστωτικών Εγγράφων, σε περιστάσεις άλλες από τη μη πληρωμή των χρεών εκ μέρους του οφειλέτη, η οποία διέπεται από τον όρο 20.1. Σύμφωνα με τον όρο 20.3 (b), σε περίπτωση εφαρμογής του όρου 20.3 (
  2. a)(δηλαδή όταν δεν υπάρχει συμμόρφωση με άλλες υποχρεώσεις εκτός από μη πληρωμή), τότε ο οφειλέτης μπορεί να θεραπεύσει την παράβαση μέσα σε 15 ημέρες. Ωστόσο, οι Αιτητές ισχυρίζονται παράβαση εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση 1 της συμβατικής υποχρέωσης τους να αποστείλουν γραπτή ειδοποίηση ενός γεγονότος παράβασης, επικαλούμενοι τον πιο πάνω όρο 20.3 (b), παραπλανώντας το Δικαστήριο. Όμως, το δικαίωμα του Αντιπροσώπου (Agent) (των Καθ' ων η αίτηση 1) να αποστείλει ειδοποίηση στον οφειλέτη, παραχωρώντας του περίοδο χάριτος 15 εργάσιμων ημερών [όρος 20.3 (b)], δεν υφίσταται σε περιπτώσεις όπου η παράβαση σχετίζεται με τη μη πληρωμή του δανείου, η οποία καλύπτεται από τον όρο 20.1. Επιπλέον ο όρος 20.3 (a), σε κάθε περίπτωση, δεν επιβάλλει υποχρέωση για αποστολή γραπτής ειδοποίησης, αλλά αντίθετα παρέχεται το δικαίωμα εκ μέρους του δανειστή να το πράξει, ώστε να αρχίσει η περίοδος χάριτος. Ο όρος 20.3 (
  3. b)επιπρόσθετα, προνοεί για εναλλακτική ενεργοποίηση της περιόδου χάριτος δηλαδή όταν ο οφειλέτης λάβει γνώση της παράβασης, χωρίς να χρειάζεται ο Αντιπρόσωπος να αποστείλει γραπτή ειδοποίηση. Περαιτέρω, οι Αιτητές επικαλέστηκαν τον όρο 20.21 της Συμφωνίας Πιστωτικής Διευκόλυνσης χωρίς να ξεκαθαρίσουν στο Δικαστήριο ότι αυτός σχετίζεται με το δικαίωμα του δανειστή να ζητήσει άμεση πληρωμή του δανείου και δεν συνιστά προϋπόθεση να επισυμβεί πρώτα ένα γεγονός παράβασης. Οι Καθ' ων η αίτηση 1 άσκησαν το δικαίωμα άμεσης πληρωμής στις 3.9.18, όταν έστειλαν ειδοποίηση στην Teghout CJSC (οφειλέτη), ζητώντας πλήρη αποπληρωμή των οφειλόμενων ποσών (τεκμήριο 54 στην Αίτηση). Οι Αιτητές παραπλανητικά ισχυρίστηκαν ότι αποτελούσε ειδοποίηση ενός «γεγονότος παράβασης» και ότι λανθασμένα στάληκε μετά την εκτέλεση της Συμφωνίας Ενεχυρίασης. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι με βάση τον όρο 37.1 της Συμφωνίας Πιστωτικής Διευκόλυνσης, οι Αιτητές, εάν επιθυμούσαν να προωθήσουν αξιώσεις εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 για ισχυριζόμενη παράβαση της Συμφωνίας Διευκόλυνσης λόγω της μη αποστολής γραπτής Ειδοποίησης, θα μπορούσαν να κινήσουν διαιτητικές διαδικασίες ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου στο Λονδίνο. Με βάση την ύπαρξη της ρήτρας διαιτησίας, το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να αποφασίσει για τα επίδικα θέματα, αφού αυτά εμπίπτουν στη δικαιοδοτική σφαίρα του LCIA (Δικαστήριο Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου). Αναφέρθηκε στη Συμφωνία Ενεχυρίασης ημερομηνίας 12.10.16 η οποία συνάφθηκε μεταξύ των Αιτητών και των Καθ' ων η αίτηση 1, ως εξασφάλιση για την εκπλήρωση των συμβατικών οικονομικών οφειλών της Teghout CJSC με βάση τη Συμφωνία Πιστωτικής Διευκόλυνσης. Με βάση τη Συμφωνία Ενεχυρίασης, οι Αιτητές συμφώνησαν να ενεχυριάσουν προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση 1, 1001 μετοχές Τάξης Α που κατέχουν (οι Αιτητές) στους Καθ' ων η αίτηση 2 (τεκμήριο 41 στην Αίτηση). Ισχυρίστηκε ότι με βάση τους όρους 7.2 και 7.1 της Συμφωνίας Ενεχυρίασης, ο ενεχυροδανειστής έχει άμεσο δικαίωμα να αποκτήσει κατοχή των μετοχών στην απόλυτη διακριτική του ευχέρεια, στο χρόνο που θεωρεί ευνοϊκό και χωρίς προηγούμενη προειδοποίηση. Ωστόσο οι Αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο τον όρο 7.2 και παραπλανητικά αναφέρθηκαν στον όρο 8.1 της Συμφωνίας Ενεχυρίασης, ο οποίος προβλέπει για αποστολή προηγούμενης γραπτής ειδοποίησης που σχετίζεται με την εξουσία του Αντιπροσώπου για πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών, μετά την ανάκτηση κατοχής από τον ενεχυροπάροχο. Στην παρούσα περίπτωση, ο ενεχυροδανειστής απλά εξασφάλισε κατοχή των μετοχών και καμιά εξουσία πώλησης έχει ασκηθεί. Η προϋπόθεση της γραπτής ειδοποίησης με βάση τον όρο 8 της Συμφωνίας Ενεχυρίασης συνάδει με τις πρόνοιες του άρθρου 134 του Κεφ. 149. Οι Αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο τον όρο 7.2 της Συμφωνίας Ενεχυρίασης και παρουσίασαν τις πρόνοιες του όρου 8.1 παραπλανητικά, ώστε να σημαίνει ότι οι Καθ' ων η αίτηση 1 είχαν την υποχρέωση να αποστείλουν γραπτή ειδοποίηση στους Αιτητές, προτού προχωρήσουν με την εκτέλεση του ενέχυρου. Οι Καθ' ων η αίτηση 1, σύμφωνα με τον όρο 8.1 (ε) της Συμφωνίας Ενεχυρίασης, στις 23.8.18, προχώρησαν με την εκτέλεση του ενεχύρου, με την απόκτηση της κατοχής επί των ενεχυριασμένων μετοχών, σύμφωνα με τις πρόνοιες του όρου 7.2. Στη συνέχεια, ασκώντας τα δικαιώματα τους με βάση τον όρο 8.1 (ε), οι Καθ' ων η αίτηση 1 ζήτησαν από τους Καθ' ων η αίτηση 2 να προχωρήσουν α) με τη μεταβίβαση των 1001 Τάξης Α μετοχών, στους Καθ' ων η αίτηση 3 και β) με τη μεταβίβαση την ίδια ημέρα, 2 Τάξης Α μετοχών από τους Καθ' ων η αίτηση 3 στους Καθ' ων η αίτηση 4. Οι Καθ' ων η αίτηση 3 και 4, κατέχουν τις εν λόγω μετοχές ως ονομαστικοί μέτοχοι (nominees) των Καθ' ων η αίτηση 1 και δεν ασκήθηκε οποιοδήποτε δικαίωμα πώλησης αυτών των μετοχών. Καμία πώληση έλαβε χώρα για την απόκτηση των μετοχών από τους Καθ' ων η αίτηση 3 και 4. Συνεπώς οι Αιτητές παραπλάνησαν το Δικαστήριο ισχυριζόμενοι ότι οι Καθ' ων η αίτηση 1 είχαν ασκήσει την εξουσία πώλησης επί των ενεχυριασμένων μετοχών, εφόσον στην πραγματικότητα, είχαν ασκήσει μόνο το δικαίωμα κατοχής και μεταβίβασης των μετοχών τους, στους ονομαστικούς μετόχους (nominees) (τεκμήριο 2), σύμφωνα με τον όρο 8.1 (ε). Επομένως, εφόσον δεν έγινε πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών, οι Καθ' ων η αίτηση 1 δεν είχαν υποχρέωση να αποστείλουν γραπτή ειδοποίηση στους Αιτητές. Οι Καθ' ων η αίτηση 2 με την ένσταση τους, εγείρουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: 1. Τα Αιτούμενα Διατάγματα υπό παράγραφο Α, Β και Δ είναι διηνεκή Διατάγματα και δεν συνιστούν παρεμπίπτοντα διατάγματα. 2. Η παρούσα Αίτηση είναι καταχρηστική, καταστρατηγεί το δίκαιο της επιείκειας και δεν συνάδει με τη φύση των Διαταγμάτων του άρθρου 32 του Ν. 14/60, ούτε και πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. 3. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης και της ακύρωσης των Διαταγμάτων. 4. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και/ή δεν έχει καταδειχθεί το κατεπείγον του αιτήματος και/ή εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν τη χορήγηση θεραπείας σε μονομερή βάση. 5. Οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, εφόσον δεν αποκάλυψαν ουσιώδη γεγονότα και/ή παραπλάνησαν το Δικαστήριο. 6. Τα αιτητικά Λ, Μ και Ν της Αίτησης θα πρέπει να απορριφθούν διότι δεν έχει προσκομισθεί μαρτυρία που να τεκμηριώνει τις προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal. Η ένσταση των Καθ' ων η αίτηση 2 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Παπαηρακλέους, διευθύντριας των Καθ' ων η αίτηση 2. Υιοθετεί το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του XXXXX Levichev ημερομηνίας 19.10.18 που υποστηρίζει την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση 1, 3, 4 και 5. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η παρούσα Αίτηση είναι καταχρηστική διότι με τα αιτούμενα Διατάγματα, οι Αιτητές θα υφαρπάξουν τον έλεγχο των Καθ' ων η αίτηση 2 και θα επέλθει ολική παράλυση στη λειτουργία των Καθ' ων η αίτηση 2 για αόριστο διάστημα. Περαιτέρω, η περιπλοκότητα των αιτούμενων διαταγμάτων καθιστά τη συμμόρφωση αδύνατη και/ή εξαιρετικά δύσκολη. Σ' ό,τι αφορά τα αιτητικά Λ, Μ και Ν που αφορούν Διατάγματα αποκάλυψης εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 2, ισχυρίζεται ότι αυτά θα πρέπει να απορριφθούν. Και τούτο γιατί οι επιζητούμενες πληροφορίες συνιστούν ανεπίτρεπτη απόπειρα αλίευσης μαρτυρίας και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης τους. Επίσης θα επηρεαστούν τρίτα πρόσωπα στα οποία δεν επιδόθηκε η Αίτηση, όπως η Teghout CJSC. Επισημαίνει ότι στις 24.10.18 οι Αιτητές καταχώρισαν αίτημα Διαιτησίας στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου (LCIA), με βάση τη διαιτητική ρήτρα στη Συμφωνία Κοινοπραξίας ημερομηνίας 20.7.11 (τεκμήριο 15 στην Αίτηση), με την οποία ζητούν πανομοιότυπες με τις αιτούμενες θεραπείες στην παρούσα αγωγή (τεκμήριο 2). Συνεπώς η παρούσα διαδικασία συνιστά αδιαμφισβήτητη κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, οι Αιτητές καταχώρισαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση του XXXXX Geghamyan ημερομηνίας 19.11.18, ως και συμπληρωματική ένορκη δήλωση του XXXXX Νικολάου ημερομηνίας 13.12.18, ενώ οι Καθ' ων η αίτηση 1, 3, 4 και 5 καταχώρισαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση του XXXXX Ηρακλέους ημερομηνίας 29.11.18. Ο XXXXX Geghamyan ισχυρίζεται ότι οι όροι των Συμφωνιών Δανείου με αρ. 201, 202 και 203 που συνάφθηκαν το 2011 παραμένουν σε ισχύ, εφόσον αφορούν τόκους που εξακολουθούν να καταβάλλονται, σύμφωνα με τις τροποποιήσεις που έγιναν σ' αυτές το 2016 και συγκεκριμένα την ημερομηνία σύναψης της Συμφωνίας Πιστωτικής Διευκόλυνσης ημερομηνίας 30.9.16. Συμφωνεί ότι ο όρος 12.5 των Συμφωνιών Δανείων ισχύει μόνο για την περαιτέρω ανάληψη κεφαλαίων στο πλαίσιο του δανείου και το δικαίωμα της Τράπεζας (θυγατρικής των Καθ' ων η αίτηση 1) να αρνηθεί την παροχή τέτοιων επιπρόσθετων κεφαλαίων. Αρνείται ότι η επιστολή των Καθ' ων η αίτηση στην Teghout ημερομηνίας 24.7.18 (τεκμήριο 1 στην ένσταση των Καθ' ων η αίτηση 1, 3, 4 και 5) συνιστά επίσημη ειδοποίηση πραγματοποίησης γεγονότος αθέτησης. Ισχυρίζεται ότι ο όρος 20.21 (
  4. d)της Συμφωνίας Πιστωτικής Διευκόλυνσης απαιτούσε όπως οι Καθ' ων η αίτηση 1 ειδοποιήσουν την Teghout CJSC προτού ασκήσουν οποιαδήποτε δικαιώματα βάσει οποιωνδήποτε χρηματοοικονομικών εγγράφων. Δεν λήφθηκε καμιά ειδοποίηση από τους Καθ' ων η αίτηση 1 πριν τη λήψη μέτρων εκτέλεσης σύμφωνα με τη Συμφωνία Ενεχυρίασης και συνεπώς οι Καθ' ων η αίτηση 1 ενήργησαν κατά παράβαση του όρου 20.21 (
  5. d)της Συμφωνίας Πιστωτικής Διευκόλυνσης, όπως αναπτύσσεται στην Αίτηση για Διαιτησία (τεκμήριο 1) ημερομηνίας 24.10.18 εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1, που σχετίζεται με τη Συμφωνία Πιστωτικής Διευκόλυνσης ημερομηνίας 30.9.16. Η αμφισβήτηση από τους Καθ' ων η αίτηση της ερμηνείας του όρου 20.21 θα εξεταστεί δεόντως, στα πλαίσια διαιτησίας ενώπιον του LCIA. Επιμένει ότι ο όρος 20.21 (
  6. d)της Συμφωνίας Πιστωτικής Διευκόλυνσης, απαιτεί να δοθεί ειδοποίηση εάν οι Καθ' ων η αίτηση 1 σκοπεύουν να ασκήσουν οποιαδήποτε δικαιώματα, σύμφωνα με χρηματοοικονομικά έγγραφα, τα οποία περιλαμβάνουν τη Συμφωνία Ενεχυρίασης Μετοχών ημερομηνίας 20.12.11. Συνεπώς ήταν απαιτούμενο να δοθεί ειδοποίηση από τους Καθ' ων η αίτηση 1 σύμφωνα με τον όρο 20.21 (
  7. d)της Συμφωνίας Πιστωτικής Διευκόλυνσης, προτού ασκήσουν τα δικαιώματα τους σύμφωνα με τη Συμφωνία Ενεχυρίασης. Ισχυρίζεται ότι η επιστολή των Καθ' ων η αίτηση 1 ημερομηνίας 3.9.18 προς την Teghout CJSC αποτελεί ειδοποίηση γεγονότος παράβασης που αποστάληκε στον χρεώστη μετά την εκτέλεση της Συμφωνίας Ενεχυρίασης. Οι Αιτητές άρχισαν διαδικασία διαιτησίας ενώπιον του Δικαστηρίου Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου, σε σχέση με τη Συμφωνία Κοινοπραξίας και τη Συμφωνία Διευκόλυνσης (τεκμήριο 1). Συμφωνεί ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει α ζητήματα που αφορούν τις εν λόγω Συμφωνίες που αποτελούν το αντικείμενο της Διαιτητικής διαδικασίας, διότι διέπονται από το Αγγλικό δίκαιο. Όμως μπορεί να λάβει υπόψη του, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, τις πρόνοιες της Συμφωνίας Πιστωτικής Διευκόλυνσης μόνο ως προς το ζήτημα ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση σε σχέση με απαιτήσεις των Αιτητών που αφορούν τη Συμφωνία Ενεχυρίασης, η οποία σχετίζεται με τη Συμφωνία Πιστωτικής Διευκόλυνσης. Επιμένει ότι ο όρος 8.1 της Συμφωνίας Ενεχυρίασης αναθέτει απόλυτη υποχρέωση στον ενεχυροπάροχο να ειδοποιήσει γραπτώς τον ενεχυροδανειστή την πρόθεση του να ασκήσει την εξουσία πώλησης ή να διατηρεί τις μετοχές προσωπικά ή μέσω ελεγχόμενων οντοτήτων. Ο XXXXX Ηρακλέους είναι δικηγόρος στη δικηγορική εταιρεία των δικηγόρων των Καθ' ων η αίτηση 1, 3, 4 και 5 και επεσύναψε νομική γνωμάτευση των Άγγλων δικηγόρων των Καθ' ων η αίτηση 1 (τεκμήριο Α) σε σχέση με τον όρο 20 της Συμφωνίας Δανείου. Σ' ό,τι αφορά τις διαιτητικές διαδικασίες που εγέρθηκαν ενώπιον του LCIA στην Αγγλία από τους Αιτητές εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 και 5, οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν τις Απαντήσεις τους (τεκμήριο Β). Αναφέρει επίσης ότι οι Καθ' ων η αίτηση 1 διατηρούν, ως πιστωτικό ίδρυμα, την έδρα τους στη Ρωσία, όμως διεξάγουν επιχειρηματικές/ επενδυτικές δραστηριότητες και στην Κύπρο και κατέχουν σωρεία περιουσιακών στοιχείων στην Κύπρο. Ειδικότερα, οι Καθ' ων η αίτηση 1 κατέχουν στο όνομα τους το 46,29% του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας RCB Bank Ltd που είναι εγγεγραμμένη στην Κύπρο και πρόκειται για πολύ κερδοφόρο και υγιές πιστωτικό ίδρυμα. Για το λογισμικό έτος μέχρι 31.12.17, η RCB Bank Ltd είχε καθαρά κέρδη ύψους €97.2 εκατομμυρίων, ενώ η καθαρή κεφαλαιουχική αξία της ανέρχεται σε €462.878 εκατομμύρια (τεκμήρια Γ, Δ). Ο XXXXX Νικολάου είναι δικηγόρος στη δικηγορική εταιρεία των δικηγόρων των Αιτητών. Ανέφερε ότι μετά την καταχώριση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του XXXXX Geghamyan ημερομηνίας 19.11.18, στις 24.11.18 ο Ρωσο-Αρμένιος επιχειρηματίας κ. XXXXX Petrosyan, συνοδευόμενος από τον κ. XXXXX Mkrtchyan, συνεργάτη του πρωθυπουργού της Αρμενίας, συναντήθηκε με πρώην υπαλλήλους της Teghout CJSC στο Alaverdi της Αρμενίας, της οποία αποκλειστικός μέτοχος είναι οι Καθ' ων η αίτηση 2. Αριθμός μέσων μαζικής επικοινωνίας της Αρμενίας, προέβαλαν αυτή τη συνάντηση, κατά την οποία ο XXXXX Petrosyan και ο XXXXX Mkrtchyan προέβηκαν σε δηλώσεις σε σχέση με τη λειτουργία του ορυχείου στο Teghout (τεκμήριο 1). Από τις δημόσιες δηλώσεις τους, είναι ξεκάθαρο ότι α) τροχοδρομήθηκε όπως αναληφθεί η διαχείριση του ορυχείου της Teghout από την εταιρεία Russian Copper Company (RMK) και τον Petrosyan που είναι ο εκπρόσωπος της (τεκμήριο 2) και β) οι Καθ' ων η αίτηση 1 επιχειρούν την αποξένωση της Teghout CJSC ή/και της διαχείρισης του ορυχείου του Teghout και των μετοχών των Καθ' ων η αίτηση 2 στην Teghout CJSC, πράξεις που απαγορεύονται από τα εκδοθέντα Προσωρινά Διατάγματα ημερομηνίας 12.9.18. Με βάση τις δηλώσεις του κ. Mkrtchyan, οι πρώην υπάλληλοι της Teghout CJSC, θα λάμβαναν ειδοποιήσεις από τις 26.11.18 και εντεύθεν για να επιστρέψουν στην εργασία τους στο Ορυχείο Teghout. Οι δικηγόροι των Αιτητών στις διαιτητικές διαδικασίες στο Λονδίνο εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 και 5, απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 4.12.18 στους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση 1 και 5 και τους ζήτησαν να τοποθετηθούν επί των πιο πάνω δηλώσεων και δημοσιευμάτων (τεκμήριο 3). Οι δικηγόροι των Καθ' ων η αίτηση 1, με επιστολή τους ημερομηνίας 7.12.18 (τεκμήριο 4) αρνούνται ότι έχει γίνει οποιαδήποτε μεταβίβαση των μετοχών της Teghout CJSC ή ότι έχει γίνει οποιαδήποτε συμφωνία για μεταβίβαση αυτών. Επεσύναψε ως τεκμήριο 5, την παραπομπή σε διαιτησία στο London Court of International Arbitration (LCIA) από τους Καθ' ων η αίτηση 1 ημερομηνίας 29.11.18, η οποία στρέφεται μεταξύ άλλων εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 2 και της Teghout CJSC (της οποίας αποκλειστικός μέτοχος είναι οι Καθ' ων η αίτηση 2). Αυτή η διαδικασία, συνιστά παραβίαση των Προσωρινών Διαταγμάτων ημερομηνίας 12.9.18, διότι ελαττώνει την αξία των περιουσιακών στοιχείων των Καθ' ων η αίτηση 2, εφόσον οι Καθ' ων η αίτηση 1 ζητούν αποζημιώσεις πέραν των 300 εκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής, επιφέροντας στους Αιτητές ανυπολόγιστη και ανεπανόρθωτη ζημιά. Με βάση τα πιο πάνω, ισχυρίζεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση κακόπιστα επιχειρούν την αποξένωση των μετοχών των Αιτητών στους Καθ' ων η αίτηση 2, οι οποίοι είναι αποκλειστικοί μέτοχοι στην Teghout CJSC, η οποία με τη σειρά της, έχει τα αποκλειστικά δικαιώματα διαχείρισης και εκμετάλλευσης του ορυχείου Teghout. Έχω εξετάσει με προσοχή το περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων, τα επισυνημμένα σ' αυτές έγγραφα και όσα υποστηρίχθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους τους. Αποτελεί λόγον ένστασης των Καθ' ων η αίτηση ότι οι Αιτητές έχουν προβεί σε σοβαρής μορφής μη αποκάλυψη, ως και ενεργή παραπλάνηση του Δικαστηρίου ως προς τα ουσιώδη στοιχεία και γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Είναι καλώς γνωστό ότι βάσει διαχρονικής και απαρέκκλιτης νομολογίας ο διάδικος που προσφεύγει στο Δικαστήριο μονομερώς έχει καθήκον όχι μόνο να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου, αλλά και να τα παρουσιάζει δίκαια και χωρίς παραπλάνηση. Διαφορετικά το Δικαστήριο πολύ πιθανόν να θέσει τέρμα στην ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος χωρίς να εξετάσει άλλα θέματα ουσίας. Παρατίθεται επί του προκειμένου το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση D. Rybolovlev v. E. Rybolovlena Πολ. Έφεση 130/09 ημερ. 21.1.10 που επαναλαμβάνει ό,τι προηγούμενες αποφάσεις καθιέρωσαν: «Είναι πράγματι καλά καθιερωμένη η αρχή σύμφωνα με την οποία, εάν διαπιστωθεί ότι εισήγηση για μη πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη στο στάδιο της μονομερούς προσφυγής στο Δικαστήριο ευσταθεί, τότε το δικαστήριο, ή αργότερα το Εφετείο, πολύ πιθανόν να θέσει τέρμα στην ισχύ εκδοθέντος διατάγματος, χωρίς να εξετάσει άλλα θέματα ουσίας. Όπως εύστοχα τονίστηκε από το Εφετείο στην απόφαση του στην υπόθεση The Timberland Co of U.S.A. v. Evans & Sons Ltd κ.ά.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1179, η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση του διατάγματος το οποίο έχει εκδοθεί μετά από μονομερή αίτηση και το καθιστά ακυρωτέο. Σχετικά παραπέμπει στο πιο κάτω απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση:- «.Στην απόφαση του, το Πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας της Ολομέλειας στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISTRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.ά Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/09, 30/5/96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.ά (ανωτέρω) (σελ.4). «Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας γα την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Στη M. & CH. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. THE TIMBERLAND CO OF USA (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Δεν αποτελεί υποχρέωση του αιτούντος η προβολή αντεκδικήσεων τρίτων προς τα δικαιώματα τους, τις οποίες αμφισβητεί. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί, τονίζεται, σε κάθε περίπτωση, είναι:- (σελ.7) «.γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματος του όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, και (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, καθ' ως και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.» Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση εκδοθέντος διατάγματος, λόγω παράλειψης πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Αρκεί η διαπίστωση ότι η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων, συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 598).» Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αναφορικά με την Αίτηση των 1. Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G κ.ά και Adeona Holdings Ltd, Πολ. Εφ. Ε6/2014 ημερομηνίας 27.2.15 επαναλαμβάνονται οι καλώς γνωστές αρχές της νομολογίας επί του θέματος και σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα: «Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 AAΔ.607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστόφορου
(1995)1 AAΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 AAΔ 598 και Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd κ. α.
(2004)1Γ AAΔ 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd's Rep. 54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd's Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος. Στην υπόθεση Brink's-Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188 ο δικαστής Balcombe LJ επεξηγώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής:- «The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a two-fold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R ν Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realise that they have this duty of disclosure and of the consequences (which may include a liability in costs) if they fail in that duty. Nevertheless, this judge-made rule cannot be allowed itself to become an instrument of injustice. It is for this reason that there must be a discretion in the court to continue the injunction, or to grant a fresh injunction in its place, notwithstanding that there may have been non-disclosure when the original ex parte injunction was obtained: see in general Bank Mellat ν Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87, 90 and Lloyds Bowmaker Ltd ν Britannia Arrow Holdings Plc, ante p. 1337, a recent decision of this court in which the authorities are fully reviewed. I make two comments on the exercise of this discretion.
(1)Whilst, having regard to the purpose of the rule, the discretion is one to be exercised sparingly, I would not wish to define or limit the circumstances in which it may be exercised.
(2)I agree with the views of Dillon L.J. in the Lloyds Bowmaker case, at. P. 1349C-D, that if there is jurisdiction to grant a fresh injunction, then there must also be a discretion to refuse, in an appropriate case, to discharge the original injunction.» Χρήσιμη ανάλυση της νομολογίας για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δίδεται επίσης στην αγγλική υπόθεση Arena Corporation Ltd (In Provisional Liquidations) v. Schroeder
(2003)All ER (D) 199.» Ειδικότερα, οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι οι Αιτητές κατά το στάδιο εξέτασης της παρούσα Αίτησης μονομερώς, παραπλάνησαν το Δικαστήριο για τα ακόλουθα ζητήματα:
  1. Στην παράγραφο 29 της ένορκης δήλωσης Geghamyan, οι Αιτητές αναφέρουν ότι ο όρος 12.5 των Συμφωνιών Δανείου με αριθμούς 201, 202 και 203 (οι οποίες έχουν ουσιαστικά ενσωματωθεί στη μεταγενέστερη Συμφωνία Διευκόλυνσης) προνοεί ότι ο δανειστής είχε υποχρέωση να αποστείλει γραπτή ειδοποίηση προς τον οφειλέτη σε περίπτωση έγερσης Συμβάντος Παράβασης. Οι Αιτητές, παραθέτουν τον όρο 12.5, τον οποίο θεωρούν πολύ σημαντικό, προκειμένου να υποδείξουν στο Δικαστήριο ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 έχουν παραβεί την εν λόγω συμβατική υποχρέωσή τους. Ωστόσο, όπως εξηγείται στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης Levichev, η πιο πάνω αναφορά καθώς και η έκταση που δίδεται σε αυτή είναι άκρως παραπλανητική. Οι Αιτητές παρέλειψαν να ενημερώσουν το Δικαστήριο ότι ο εν λόγω όρος 12.5 των Συμφωνιών Δανείου, δεν προβλέπει για την αποστολή ειδοποίησης σε περίπτωση που εγερθεί Συμβάν Παράβασης αλλά εφαρμόζεται σε περιπτώσεις όπου ο δανειστής επιθυμεί να αρνηθεί την ανάληψη περαιτέρω κεφαλαίων (drawdown of funds) από μέρους του οφειλέτη. Αντίθετα, είναι ο όρος 12.4 των Συμφωνιών Δανείου που αφορά ζητήματα έγερσης Συμβάντος Παράβασης και ο συγκεκριμένος όρος δεν προβλέπει για την υποχρέωση αποστολής γραπτής ειδοποίησης. Οι Αιτητές παρέλειψαν να αναφέρουν στο Δικαστήριο τον όρο 12.4 και παραπλάνησαν το Δικαστήριο ως προς τις πρόνοιες του όρου 12.
  2. Στην Συμπληρωματική ένορκη δήλωση Geghamyan ημερομηνίας 19.11.18 και αφού επεξηγήθηκε η πιο πάνω θέση στην ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση, οι Αιτητές συμφώνησαν με τους Καθ' ων η Αίτηση, ότι ο όρος 12.5 δε σχετίζεται με την παρούσα υπόθεση και αναφέρουν ότι απλά επιθυμούσαν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο μια ολοκληρωμένη εικόνα ως προς τις συμφωνίες που περιβάλουν τα γεγονότα της υπόθεσης. Ωστόσο, παραμένει το γεγονός ότι οι Αιτητές, κατά την εξέταση μονομερώς της παρούσας Αίτησης, επικαλέστηκαν και παρέθεσαν αυτολεξεί τον όρο 12.5 (και όχι τον όρο 12.4), προκειμένου να προβάλουν τον ισχυρισμό ότι η ειδοποίηση που έπρεπε να δοθεί βάσει του όρου 12.5, δεν δόθηκε ποτέ από τους Καθ' ων η αίτηση
  3. Αυτό συνιστά παραπλάνηση του Δικαστηρίου ως προς το θέμα αυτό, δίνοντας την εσφαλμένη εντύπως ότι α) η εκτέλεση της Συμφωνίας Ενεχυρίασης έγινε σε συνάρτηση με τις πρόνοιες των Συμφωνιών Δανείου με αριθμούς 201-203 και (β) ότι υπήρχε υποχρέωση αποστολής της ειδοποίησης από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 προς τον οφειλέτη ως προϋπόθεση έγερσης Συμβάντος Παράβασης βάσει των εν λόγω συμφωνιών.
  4. Στη σελίδα 12 της ένορκης δήλωσης Geghamyan οι Αιτητές παραθέτουν τους «σχετικούς» όρους της Συμφωνίας Διευκόλυνσης και επιλέγουν να παραθέσουν αυτολεξεί τον όρο 20.3 ο οποίος φαίνεται εκ πρώτης όψεως να προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι δε θεωρείται ότι εγέρθηκε Συμβάν Παράβασης, εάν το εν λόγω συμβάν δύναται να θεραπευθεί και όντως θεραπευθεί σε περίοδο 15 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία που ο δανειστής δώσει σχετική ειδοποίηση στον οφειλέτη. Η καταγραφή αυτού του όρου, είχε σκοπό να δώσει την εντύπωση στο Δικαστήριο κατά την εξέταση της Αίτησης σε μονομερή βάση, ότι αφού δεν έχει δοθεί ειδοποίηση και επομένως δεν προσμετρά η περίοδος των 15 ημερών, δεν θεωρείται ότι έχει εγερθεί Συμβάν Παράβασης βάσει της Συμφωνίας Διευκόλυνσης και συνεπακόλουθα οι Καθ' ων η αίτηση 1 δεν δικαιούνταν να προχωρήσουν σε εκτέλεση της Συμφωνίας Ενεχυρίασης. Ωστόσο, οι Αιτητές παρέλειψαν να διευκρινίσουν στο Δικαστήριο ότι ο όρος 20.3 δεν έχει εφαρμογή στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ο όρος 20.3(α) προνοεί ότι οι συγκεκριμένες πρόνοιες περί ειδοποίησης εφαρμόζονται σε όλες τις περιπτώσεις που υπάρχει παράβαση των όρων της Συμφωνίας Διευκόλυνσης, εκτός από την περίπτωση μη πληρωμής από μέρους του οφειλέτη, η οποία πηγάζει από τον όρο 20.1 της Συμφωνίας Διευκόλυνσης και η οποία προβλέπει για την έγερση Συμβάντος Παράβασης, αυτόματα με την μη καταβολή του οφειλόμενου ποσού. Επομένως, οι Αιτητές εσκεμμένα προέβαλαν τις πρόνοιες του όρου 20.3 με ελλιπή τρόπο, αφήνοντας να εννοηθεί ότι αφορά και σε περιπτώσεις μη πληρωμής της οφειλής, όπως συνέβηκε στην παρούσα περίπτωση, με σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο ως προς το κατά πόσο εγέρθηκε Συμβάν Παράβασης βάσει της Συμφωνίας Διευκόλυνσης και το κατά πόσο έπρεπε να σταλεί προηγουμένως στον οφειλέτη γραπτή ειδοποίηση για να προσμετρά η περίοδος των 15 ημερών.
  5. Οι Αιτητές, ενώ αναφέρονται στον όρο 20.21 της Συμφωνίας Διευκόλυνσης, παρέλειψαν να διευκρινίσουν στο Δικαστήριο ότι ο εν λόγω όρος και συγκεκριμένα η αναφορά σε υποχρέωση αποστολής ειδοποίησης στον οφειλέτη (και όχι στους Αιτητές) δεν αποτελεί προϋπόθεση έγερσης Συμβάντος Παράβασης βάσει της Συμφωνίας Διευκόλυνσης. Ως εκ τούτου, μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες του εν λόγω όρου δεν επηρεάζει τα δικαιώματα των μερών βάσει της Συμφωνίας Ενεχυρίασης, αφού η Συμφωνία Ενεχυρίασης καθίσταται εκτελεστή αυτόματα με την έγερση Συμβάντος Παράβασης βάσει της Συμφωνίας Διευκόλυνσης.
  6. Στην παράγραφο 37 της ένορκης δήλωσης Geghamyan, οι Αιτητές, παρόλο που παραθέτουν αυτολεξεί σωρεία από όρους που περιέχονται στην Συμφωνία Ενεχυρίασης, παραλείπουν εντέχνως και με πρόδηλη πρόθεση παραπλάνησης του Δικαστηρίου, να παραθέσουν τον όρο 7.2 που, μαζί με τον όρο 7.1, είναι ο πλέον σχετικός όρος αναφορικά με το δικαίωμα των Καθ' ων η Αίτηση να προχωρήσουν σε εκτέλεση της Συμφωνίας Ενεχυρίασης χωρίς να δώσουν προειδοποίηση ως προς τούτο και προχωρούν να παραθέσουν απευθείας τις πρόνοιες του όρου 8 της Συμφωνίας Ενεχυρίασης. Συγκεκριμένα ο όρος 7.2 της Συμφωνίας Ενεχυρίασης, τον οποίο απέκρυψαν οι Αιτητές αναφέρει ότι: «After this Security has become enforceable [αυτόματα δηλαδή με την έγερση Συμβάντος Παράβασης ως προβλέπει ο όρος 7.1], the Security Agent may in its absolute discretion enforce all or any part of this Security at the times, in the manner and on the terms it sees fit, and take possession of and hold or dispose of any Security Asset». Από τα πιο πάνω, προκύπτει ότι αφού η Συμφωνία Ενεχυρίασης καταστεί εκτελεστή, αμέσως δηλαδή μετά την έγερση Συμβάντος Παράβασης, οι Καθ' ων οι Αίτηση 1 είχαν απόλυτη διακριτική ευχέρεια να προχωρήσουν στην εκτέλεσή της, δηλαδή να λάβουν κατοχή των ενεχυριασμένων μετοχών με σκοπό είτε να τις πωλήσουν, είτε να τις κατακρατήσουν εξασκώντας μετοχικά δικαιώματα στο χρόνο, τρόπο και τους όρους που θεωρούν οι ίδιοι κατάλληλους. Δεν υπάρχει κανένας περιορισμός ως προς το πότε οι Καθ' ων η Αίτηση 1 μπορούν να προχωρήσουν στην εκτέλεση της Συμφωνίας Ενεχυρίασης και συγκεκριμένα δεν υπάρχει πρόνοια ότι, προϋπόθεση για να μπορέσουν να εκτελέσουν την εν λόγω συμφωνία αποτελεί η αποστολή ειδοποίησης. Εάν το Δικαστήριο γνώριζε τη συγκεκριμένη πρόνοια 7.2 της Συμφωνίας Ενεχυρίασης, ενδεχομένως να μην προχωρούσε στην έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων σε μονομερή βάση.
  7. Οι Αιτητές, όχι μόνο παρέλειψαν να αναφέρουν στο Δικαστήριο την ύπαρξη και τη σημασία του όρου 7.2 της Συμφωνίας Ενεχυρίασης, επικεντρώθηκαν αποσπασματικά στον όρο 8(α) της Συμφωνίας Ενεχυρίασης ο οποίος προνοεί ότι η εξουσία πώλησης των ενεχυριασμένων μετοχών ή οποιαδήποτε άλλη εξουσία «παρέχεται από το Νόμο» θα μπορεί να εξασκηθεί από τον ενεχυροδανειστή αφότου προηγουμένως δώσει εύλογη ειδοποίηση στους Αιτητές. Αυτή είναι και η μόνη πρόνοια στη Συμφωνία Ενεχυρίασης που αναφέρεται σε υποχρέωση παροχής ειδοποίησης προς τον ενεχυροπάροχο. Όμως, και πάλι, οι Αιτητές παρέλειψαν εσκεμμένα να διευκρινίσουν στο Δικαστήριο ποιες είναι αυτές οι εξουσίες που παρέχονται από το Νόμο. Το άρθρο 134 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 δίνει την εξουσία στον ενεχυροδανειστή είτε
(1)να πωλήσει τις μετοχές δίδοντας προηγουμένως εύλογη ειδοποίηση ή
(2)να τις κατακρατήσει μέχρι την αποπληρωμή του χρέους (lien) και/ή
(3)να εγείρει δικαστικές διαδικασίες για την αποπληρωμή του χρέους. Στη παρούσα περίπτωση, οι Καθ' ων η Αίτηση 1 δεν έχουν εξασκήσει καμία εξουσία που παρέχεται από το Νόμο. Η εξωδικαστική εκτέλεση της Συμφωνίας Ενεχυρίασης, δηλαδή η ανάληψη κατοχής των μετοχών με βάση τα έγγραφα μεταβίβασης που δόθηκαν στους Καθ' απτή Αίτηση 1 κατά την υπογραφή της συμφωνίας, δεν προκύπτει από το Νόμο αλλά από την ίδια τη Σύμβαση Ενεχυρίασης. Επομένως, παρά το όσα ισχυρίζονται οι Αιτητές γενικολογώντας και με αόριστο τρόπο προφανώς με σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο, οι Καθ' ων η Αίτηση 1 δεν έχουν παραβεί κάποια υποχρέωσή τους να αποστείλουν ειδοποίηση προς τους Αιτητές βάσει του άρθρου 8(α). Περαιτέρω, οι Αιτητές παρέλειψαν εσκεμμένα να αναφέρουν και επισύρουν την προσοχή του Δικαστηρίου στον όρο 8
(1)(ε) της Συμφωνίας Ενεχυρίασης, με βάση τον οποίο οι Καθ' ων η αίτηση 1, είχαν το δικαίωμα να εξασφαλίσουν κατοχή των μετοχών και να ζητήσουν να εγγραφούν ως οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες ή να ορίσουν άλλα άτομα ως εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες των μετοχών εκ μέρους τους.
  1. Ο Αιτητές ισχυρίζονται λανθασμένα σε διάφορα σημεία της ένορκης δήλωσης Geghamyan ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 έχουν «πωλήσει» τις μετοχές στους Καθ' ων η αίτηση 3 και 4 λόγω του ότι οι μετοχές φαίνονται να έχουν μεταβιβαστεί σε αυτούς. Σε αυτό τον ισχυρισμό βασίζεται ουσιαστικά και το δήθεν «κατ' επείγον» της Αίτησης, αφού οι Αιτητές ανησύχησαν ότι οι μετοχές θα αποξενώνονταν και/ή θα πωλούνταν σε τρίτους, χωρίς προηγουμένως να λάβουν ειδοποίηση προς τούτο και άρα χωρίς να γνωρίζουν την τοποθεσία των μετοχών και συνεπώς των περιουσιακών στοιχείων των Καθ' ων η Αίτηση
  2. Στην πραγματικότητα, όμως, όπως αναφέρεται στις παραγράφους 35 και 36 της ένορκης δήλωσης Levichev οι ενεχυριασμένες μετοχές δεν έχουν πωληθεί αλλά κατέχονται προσωρινά από τους Καθ' ων η αίτηση 3 και 4 με σκοπό την πώληση προς ικανοποίηση της οφειλής, πριν από την οποία είναι νομικά υποχρεωμένοι να ειδοποιήσουν τους Αιτητές για αυτή τους την πρόθεση με βάση τον όρο 8
(1)(α) της Συμφωνίας Ενεχυρίασης. Οι Καθ' ων η αίτηση 3 και 4 έλαβαν κατοχή των μετοχών ως ονομαστικοί μέτοχοι (nominee shareholders) και τις κρατούν προσωρινά προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση 1, ως επιτρέπει ο όρος 8.1 (e) της Σύμβασης Ενεχυρίασης, μέχρι να εξεταστεί το ενδεχόμενο πώλησης τους και να ανευρεθεί σχετικός αγοραστής. Το γεγονός αυτό είναι κάτι που θα μπορούσαν να εξακριβώσουν οι Αιτητές με εύκολο και γρήγορο τρόπο, ακόμη και λίγες μέρες πριν την καταχώρηση της Αίτησης μονομερώς, αποστέλλοντας απλά επιστολή στους Καθ' ων η Αίτηση 1 και ζητώντας ενημέρωση αναφορικά με την κατάσταση (status) των ενεχυριασμένων μετοχών και ρωτώντας τους εάν αυτές έχουν πωληθεί σε τρίτα πρόσωπα ή όχι. Μόνο εάν δεν λάμβαναν κάποια ενημέρωση/ επιβεβαίωση από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 εντός σύντομου χρονικού διαστήματος θα δικαιολογείτο ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι οι μετοχές πωλήθηκαν χωρίς να δοθεί προηγουμένως ειδοποίηση και/ή ότι αποξενώθηκαν από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 παράνομα. Το γεγονός ότι οι Αιτητές δεν προέβηκαν ούτε στο ελάχιστο διάβημα να εξακριβώσουν κατά πόσο οι μετοχές έχουν όντως πωληθεί ή όχι και απλά αρκέστηκαν στο να υποθέσουν ότι αυτό πρέπει να έχει γίνει και να βασίσουν μάλιστα ολόκληρη την Αίτησή τους σε αυτή την υπόθεση, αποτελεί από μόνο του παράβαση του καθήκοντος για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. Σχετική είναι η υπόθεση Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd κ.ά.
(1999)1 ΑΑΔ 1168 όπου αποφασίστηκε ότι «η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα». Εξέτασα με ιδιαίτερη προσοχή την πιο πάνω εισήγηση των Καθ' ων η αίτηση επ' αυτού του θέματος. Όπως παρατηρήθηκε στην υπόθεση Harvardskiy Prumyslovy Hold A.S. v. Daventree Resour Ltd κ.ά
(2008)1 Α.Α.Δ. 801: «Σε μονομερείς αιτήσεις (ex parte applications) το Δικαστήριο πρέπει να βρίσκεται σε θέση να αξιολογεί όλα τα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν τη λήψη μιας απόφασης και μέσα σε αυτά τα πλαίσια δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασίζεται στο περιεχόμενο των δηλώσεων του δικηγόρου και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του Αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων». Επαναλαμβάνω και για τους σκοπούς της παρούσας την επισήμανση αυτή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με την προσθήκη ότι το Δικαστήριο σε αιτήσεις της εξεταζόμενης φύσεως όχι μόνο δεν έχει άλλη επιλογή, αλλά ούτε και την πολυτέλεια να διεξέλθει το περιεχόμενο των πολυάριθμων εγγράφων που συνήθως συνοδεύουν μια μονομερή αίτηση για ενδιάμεση θεραπεία και κατά συνέπεια σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να επισύρεται η προσοχή του σε καθετί που περιέχεται στα έγγραφα αυτά και τα οποία δυνατό να επηρεάσουν τη λήψη της απόφασης του. Σχετικά, εκτός από την υπόθεση Harvardskiy (ανωτέρω), παραπέμπω και στις υποθέσεις Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Interparlemental Concer "Uralmetrom" v. Besumo Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 557, από τις οποίες προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς ότι η αναφορά σε ένα ουσιώδες θέμα πρέπει να γίνεται στην ένορκο δήλωση και όχι να απαντάται στα τεκμήρια που τη συνοδεύουν και τα οποία πολλές φορές - όπως και στην παρούσα περίπτωση - είναι ογκωδέστατα. Στην προκειμένη περίπτωση, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι οι πιο πάνω επισημάνσεις εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση, συνιστούν σοβαρή και πρόδηλη παραπλάνηση του Δικαστηρίου εκ μέρους των Αιτητών σε σχέση με ουσιώδεις όρους της Συμφωνίας Ενεχυρίασης αλλά και σοβαρή απόκρυψη σημαντικών όρων αυτής και γεγονότων, όπως επεξηγείται ανωτέρω και δεν θα τα επαναλάβω. Οι Αιτητές είχαν την υποχρέωση και καθήκον να επισύρουν την προσοχή του Δικαστηρίου και με ειλικρίνεια να αποκαλύψουν ολοκληρωμένη εικόνα των όρων που σχετίζονται με την ισχυριζόμενη υποχρέωση των Καθ' ων η αίτηση 1 να προβούν σε αποστολή γραπτής ειδοποίησης προτού προχωρήσουν σε εκτέλεση της Συμφωνίας Ενεχυρίασης. Αντίθετα, παρουσίασαν τους πιο πάνω όρους παραπλανητικά, παραλείποντας συγχρόνως να αναφερθούν και σε άλλους σχετικούς όρους όπως εξηγείται πιο πάνω, στην προσπάθεια τους να πείσουν το Δικαστήριο για τον πλέον ουσιώδη και ιδιαίτερα σημαντικό ισχυρισμό τους περί υποχρέωσης των Καθ' ων η αίτηση 1 αποστολής γραπτής ειδοποίησης, ως προϋπόθεση εκτέλεσης της Συμφωνίας Ενεχυρίασης. Περαιτέρω, παραπλάνησαν το Δικαστήριο σε σχέση με το πλέον ουσιώδες γεγονός που συνίσταται στον ισχυρισμό τους περί πώλησης εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση 1 των μετοχών στους Καθ' ων η αίτηση 3 και 4, στοιχείο που διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ικανοποίηση του Δικαστηρίου για το στοιχείο του κατεπείγοντος. Συμφωνώ με τη θέση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Καθ' ων η αίτηση, ότι οι Αιτητές με εύλογο και εύκολο τρόπο θα μπορούσαν, μέσω των Καθ' ων η αίτηση 1, να το διερευνήσουν, πράγμα όμως που δεν έπραξαν, παραπλανώντας προς τούτο το Δικαστήριο. Όλες οι πιο πάνω επισημάνσεις κρίνονται ως ουσιώδεις και άμεσα σχετικές με τα επίδικα θέματα. Εάν οι Αιτητές αποκάλυπταν με ειλικρίνεια όλους τους σχετικούς όρους και παρουσίαζαν αυτούς με ορθό και ειλικρινή τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου και αν αποκάλυπταν στην ορθή του διάσταση το ουσιώδες γεγονός της ισχυριζόμενης πώλησης των μετοχών, πολύ πιθανόν να επηρέαζαν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σ' ό,τι αφορά τη χορήγηση ή όχι των εκδοθέντων Διαταγμάτων μονομερώς. Στη βάση των πιο πάνω, έχω την άποψη ότι οι Αιτητές είναι ένοχοι σοβαρής παραπλάνησης του Δικαστηρίου ως και απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και όρων της Συμφωνίας Ενεχυρίασης, τους οποίους αν αποκάλυπταν και παρουσίαζαν ορθά και με ειλικρίνεια, θα μετέδιδαν στο Δικαστήριο διαφορετική εικόνα από αυτή που μετέδωσαν όταν προσέφυγαν μονομερώς για τη χορήγηση των επίδικων διαταγμάτων, η οποία πολύ πιθανόν, επαναλαμβάνω, να επηρέαζε τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στη χορήγηση ή όχι μονομερώς των επίδικων Διαταγμάτων εναντίον των Καθ' ων η αίτηση. Για όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν χρειάζεται να εξετάσω τις περαιτέρω εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων, κατά πόσο δηλαδή συντρέχουν ή όχι οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 ή προς τα πού κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας. Συνεπώς τα Προσωρινά Διατάγματα υπό παράγραφο Α, Β, Ι και Κ της Αίτησης που εκδόθηκαν στις 12.9.18 θα πρέπει να ακυρωθούν και συνακόλουθα η Αίτηση υπό παράγραφο Γ, Δ, Ε, Ζ, Η και Θ θα πρέπει να απορριφθεί. Προχωρώ να εξετάσω τα αιτούμενα Διατάγματα υπό παράγραφο Λ, Μ και Ν της Αίτησης, τα οποία συνιστούν Διατάγματα αποκάλυψης εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 2, ως και επικουρικά Διατάγματα του Διατάγματος αποκάλυψης, αντίστοιχα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών αιτήθηκε την έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων επικαλούμενος την αρχή που θεμελιώθηκε στην υπόθεση Norwich Pharmacal Co and Others v Commissioners and Custom Excise
(1974)A.C. 133, παρόλο που αυτή δεν συμπεριλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης, θεωρώντας την παράλειψη αυτή, ως θεραπεύσιμη παρατυπία. Σύμφωνα με το άρθρο 29
(1)(γ) του Ν.14/60, τα Κυπριακά Δικαστήρια εφαρμόζουν τις αρχές της επιείκειας και είναι στο πλαίσιο αυτής της εφαρμογής που έχουν εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα σύμφωνα με το άρθρο 32, που αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο έκδοσης τους (βλ. Parico v. Muskita
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015). Οι αρχές του Δικαίου της επιείκειας εφαρμόζονται και από τα Κυπριακά Δικαστήρια, εφόσον δεν γίνεται διάφορη ρύθμιση από τη νομοθεσία της Κύπρου (βλ. Χριστοφίδη ν. Κοτζαναστάση
(1993)1 Α.Α.Δ. 718). Τα αιτούμενα διατάγματα είναι διατάγματα αποκάλυψης (disclosure) πληροφοριών και εγγράφων που στρέφονται κατά προσώπων που αναμείχθηκαν σε αδικοπραξίες ή παράνομες δραστηριότητες άλλου προσώπου ή υποβοήθησαν το άλλο πρόσωπο στις επιλήψιμες δραστηριότητές του. Το ότι το Δίκαιο της Επιείκειας παρέχει τέτοια θεραπεία στο ζημιωθέν μέρος προκύπτει έκδηλα από τις υποθέσεις Norwich Pharmacal v. Commissioners of Customs and Excise
(1973)2 All E.R. 94 και Bankers Trust v. Shapira
(1980)1 W.L.R. 1247. Κατ' επέκταση, διατάγματα της εξεταζόμενης φύσης είναι δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας και τα Κυπριακά Δικαστήρια ασφαλώς και έχουν δικαιοδοσία χορήγησης τους, εκτός και εάν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση που δεν επιτρέπει τη χορήγηση τέτοιας θεραπείας. Τα γεγονότα της υπόθεσης Norwich, ήταν κατ' ουσία, απλά. Οι εφεσείοντες ήταν ιδιοκτήτες και δικαιούχοι της πατέντας «furazolidone», την οποία χρησιμοποιούσαν σε χημικά παρασκευάσματα. Σε κάποιο στάδιο διαπίστωσαν ότι άγνωστα πρόσωπα είχαν επέμβει στην πατέντα τους, εισάγοντας παράνομα στην Αγγλία αντίστοιχα παρασκευάσματα. Τα ονόματα των εισαγωγέων ήταν γνωστά στις τελωνειακές αρχές στη βάση σχετικών εγγράφων, γι' αυτό ζήτησαν την αποκάλυψη τους προκειμένου να κινηθούν δικαστικά εναντίον τους. Οι τελωνειακές αρχές αρνήθηκαν, προβάλλοντας ότι δεν είχαν εξουσία να το πράξουν. Κατ' ακολουθία τούτου, οι εφεσείοντες ήγειραν αγωγή εναντίον τους αξιώνοντας, μεταξύ άλλων, διάταγμα αποκάλυψης των ονομάτων των (παράνομων) εισαγωγέων. Το Δικαστήριο ικανοποίησε το αίτημα τους αλλά η πρωτόδικη απόφαση ανατράπηκε κατ' έφεση. Αποφασίσθηκε ότι η Norwich Pharmacal δεν είχε αιτία αγωγής εναντίον των τελωνείων και, επομένως, δεν νομιμοποιείτο σε διάταγμα αποκάλυψης και, δεύτερο, τα ονόματα των εισαγωγέων δόθηκαν στις τελωνειακές αρχές εμπιστευτικά και, επομένως, δεσμεύονταν από καθήκον δημοσίου συμφέροντος να μην τα αποκαλύψουν. Η απορριπτική απόφαση του Εφετείου εφεσιβλήθηκε με επιτυχία στη Βουλή των Λόρδων. Ό,τι ενδιαφέρει για τους σκοπούς της παρούσας είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Although as a general rule no independent action for discovery would lie against a person against whom no reasonable cause of action could be alleged, or who was in the position of a mere witness in the strict sense, the rule did not apply where (a) without discovery of the information in the possession of the person against whom discovery was sought no action could be begun against the wrongdoer, and (b) the person against whom discovery was sought had himself, albeit through no fault of his own, been involved in the wrongful acts of another so as to facilitate the wrongdoing. In such circumstances although he might have incurred no personal liability, he was under a duty to assist the person who had been wronged by giving him full information and disclosing the identity of the wrongdoer.» Η καθιερωθείσα από την υπόθεση Norwich νομική αρχή ακολουθήθηκε έκτοτε από τα Αγγλικά Δικαστήρια (βλ. British Steel Corp v. Granada Television Ltd
(1981)1 All E.R. 417, Harrington v. North Politechic
(1984)3 All E.R. 666) ως και από τα Καναδέζικα (βλ. υποθέσεις Glaxo Wellcome PLC v. M.N.R.
(1998)Can L.H.9071 (F.C.A.)
(1998)4 F.C. 439 (C.A.) και Alberta Treasury Branches v. Leahy
(2000)A.B.Q.B. 575 (CanLII). Κοινή συνισταμένη των εν λόγω αποφάσεων είναι ότι η υπό αναφορά νομική αρχή αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής και μπορεί να προωθηθεί με αγωγή εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω κι αν οι ίδιοι μπορεί να μην έχουν προσωπική ευθύνη. Το καθήκον των προσώπων αυτών, επισημάνθηκε, έγκειται στην παροχή βοήθειας στο πρόσωπο που αδικήθηκε, κι αυτό εκπληρώνεται με το να αποκαλύψει τις πληροφορίες που κατέχει και που σχετίζονται με την αδικοπραξία. Η πιο πάνω νομική αρχή, όπως αναγνωρίσθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Asworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)4 All E.R. 193, αποτελεί μια εύκαμπτη θεραπεία η οποία, λαμβανομένων υπόψη των μεταβαλλόμενων καταστάσεων, θα πρέπει να ασκείται και σε περιπτώσεις που προηγουμένως δεν ασκείτο. Έτσι, η εφαρμογή της επεκτάθηκε σε υποθέσεις (α) που αφορούσαν παραβάσεις συμβολαίου ή άλλες αδικοπραξίες, (β) όπου ναι μεν η ταυτότητα του αδικοπραγήσαντος ήταν γνωστή, αλλά η αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών ήταν αναγκαία για την ετοιμασία και καταχώρηση της απαίτησης ή όπου ο αιτητής επιζητεί ελλείπων μέρος από την όλη υπόθεση (βλ. AXA Equity & Law Life Assurance Society PLC v. National Westminster Bank PLC
(1998)C.L.C. 1177, Aoot Kalmneft v. Denton Wild Sapte
(2002)1 Lloyd's Rep. 417
(2001)W.L. 1729042 και (γ) σε υποθέσεις όπου το τρίτο πρόσωπο, το πρόσωπο δηλαδή από το οποίο ζητούνται πληροφορίες, ενδεχομένως να μην είναι αθώο αλλά να είναι μέρος στην αδικοπραξία (βλ. CHC Software v. Hopkins and Wood
(1993)F.S.R. 241). Οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται για έκδοση θεραπείας Norwich Pharmacal κωδικοποιήθηκαν στην υπόθεση Mitsui & Co v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)3 All E.R. 511 στη σελ. 518. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «
(21)The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are: (
  1. i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
  2. ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
  3. a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
  4. b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Οι πιο πάνω νομικές αρχές υιοθετήθηκαν και από την Κυπριακή Νομολογία στην υπόθεση Avila Management Services Ltd και άλλων ν. Frantisek Stepanek κ.ά Πολ. Έφεση 54/12 ημερ. 27.6.12, από την οποία παραθέτω και το ακόλουθο απόσπασμα: «Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.» (βλ. επίσης και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Melouskia Commercial Ltd κ.ά v. Chumachenko Alisa κ.ά Πολ. Εφ. Ε71/13 ημερ. 30.9.14). Σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από τη σελίδα 267 του Συγγράμματος Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη «Διατάγματα Injunction»: «Η ένορκη δήλωση θα πρέπει να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα και ιδιαίτερα το λόγο για τον οποίο ζητείται το διάταγμα και η εμπλοκή του τρίτου προσώπου. Θα πρέπει να πληροφορεί το Δικαστήριο ότι ο ενάγοντας κατέβαλε κάθε προσπάθεια να συλλέξει τις πληροφορίες από άλλες νόμιμες πηγές, χωρίς όμως αποτέλεσμα και ως εκ τούτου η δικαστική οδός είναι η μόνη που του παρέμεινε. Θα πρέπει επίσης να διευκρινίζει πώς προτίθεται ο ενάγων να χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες που θα εξασφαλίσει και ταυτόχρονα να εκφράζει την ετοιμότητα του να παράσχει εγγύηση για αποζημιώσεις, σε περίπτωση που το τρίτο πρόσωπο υποστεί οποιαδήποτε ζημιά ως αποτέλεσμα της έκδοσης του διατάγματος». Στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων τύπου Norwhich Pharmacal. Και τούτο γιατί οι Αιτητές δεν ικανοποίησαν το Δικαστήριο ότι είναι αναγκαία η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων επειδή οι αιτούμενες πληροφορίες είναι απαραίτητες για την έγερση αγωγής εναντίον αδικοπραγούντων. Ειδικότερα, οι Αιτητές παραλείπουν να διευκρινίσουν πώς προτίθενται να χρησιμοποιήσουν τις πληροφορίες που επιθυμούν να εξασφαλίσουν. Η απλή, αόριστη και γενική αναφορά των Αιτητών στην παράγραφο 62 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση, ότι οι Καθ' ων η αίτηση 2 «διαθέτουν σχετικές και χρήσιμες πληροφορίες για τη διατήρηση του συμφέροντος των Αιτητών και την ιχνηλάτηση και διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων των Αιτητών, ως και για να βοηθήσει τους Αιτητές να διαπιστώσουν τις ουσιώδεις πτυχές που αφορούν τις παραβιάσεις των συμβατικών υποχρεώσεων των Καθ' ων η αίτηση 1 προς τους Αιτητές» δεν είναι αρκετή. Και τούτο γιατί παραλείπουν να διευκρινίσουν πώς θα αξιοποιήσουν τις εν λόγω πληροφορίες και σε ποια συγκεκριμένη δικαστική διαδικασία προτίθενται να τις χρησιμοποιήσουν. Καμιά μαρτυρία προσκομίσθηκε που να τεκμηριώνει ότι υπάρχει πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον κάποιου αδικοπραγήσαντα. Ως εκ τούτου, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το αίτημα των Αιτητών δεν είναι γνήσιο αλλά αποσκοπεί σε «ψάρεμα μαρτυρίας» που πιθανόν να χρησιμοποιηθεί από τους Αιτητές ή ακόμα ότι αποσκοπεί στη λήψη στοιχείων για σκοπούς περιέργειας. Επιπρόσθετα, οι Αιτητές, όπως προκύπτει από την Αίτηση, δεν ζητούν πληροφορίες για τον προσδιορισμό αδικοπραγούντων. Προβάλλουν ισχυρισμό περί συνωμοσίας των Καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3, 4 και 5 μεταξύ τους και/ή με άλλους, χωρίς όμως να διευκρινίζουν ότι με τις αιτούμενες πληροφορίες θα μπορέσουν να προσδιορίσουν τους «άλλους» αδικοπραγήσαντες, πέραν των κατονομαζόμενων Καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3, 4 και 5. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου οδηγεί αναπόφευκτα στην απόρριψη των αιτητικών Λ, Μ και Ν της Αίτησης. Για όλα τα πιο πάνω, τα Προσωρινά Διατάγματα υπό παράγραφο Α, Β, Ι και Κ της Αίτησης, ημερομηνίας 12.9.18 ακυρώνονται. Η Αίτηση υπό παράγραφο Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Θ, Λ, Μ και Ν απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση και σε βάρος των Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ...................................... Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.