ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ ν. HSB ENGINEERING INSURANCE LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 626/18, 30/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A50 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 626/18 Μεταξύ: ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ Ενάγουσας και
- HSB ENGINEERING INSURANCE LIMITED
- DOOSAN POWER SYSTEMS LIMITED Εναγομένων --------------------- Αίτηση Ημερομηνίας 14.5.18 Για Παραμερισμό Παρεμπίπτοντων Διαταγμάτων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Ιανουαρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Εναγόμενους 2/Αιτητές: Ο κ. Γ. Τσαρδελής, για Ηλίας Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ (ΔΘ519). Για την Ενάγουσα/Καθ' ης η αίτηση: Ο κ. Δ. Κρονίδης, για Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ (ΔΘ211). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Απευθείας Από Την Έδρα) Μετά τον περιορισμό των επίδικων αιτημάτων στις αγορεύσεις, με την απόσυρση δηλαδή του αιτητικού Γ, τα επιδιωκόμενα διά της εκτυλισσόμενης αίτησης έχουν ως ακολούθως: « Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να παραμερίζει και/ή να ακυρώνει το Διάταγμα ημερομηνίας 10/1/2018 που εκδόθηκε στα πλαίσια της Εναρκτήριας Αίτησης αρ. 646/2017 και έδιδε άδεια για σφράγιση του Κλητηρίου Εντάλματος λόγω παραπλάνησης του Δικαστηρίου και/ή απόκρυψης και/ή παρασιώπησης ουσιωδών γεγονότων και/ή αντικανονικότητας και/ή παρατυπίας και/ή έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να παραμερίζει και/ή να ακυρώνει το Διάταγμα ημερομηνίας 22/3/2018 που εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής και έδιδε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και/ή για υποκατάστατη επίδοση λόγω παραπλάνησης του Δικαστηρίου και/ή απόκρυψης και/ή παρασιώπησης ουσιωδών γεγονότων και/ή αντικανονικότητας και/ή παρατυπίας και/ή έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. ............................................................. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απορρίπτει την παρούσα αγωγή και/ή να αναστέλλει κάθε περαιτέρω διαδικασία στην παρούσα αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 2 λόγω αντικανονικότητας και/ή παρατυπίας και/ή έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και/ή παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας. .............................................................». Η αίτηση, η οποία ερείδεται νομικώς «.στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.1 θθ. 1 -2, Δ.2 θθ. 1 -3, Δ.5 ΘΘ.1, 2, 9, Δ.5Α, Δ.6 θθ.1-9, Δ.48 θθ.1-7, 8
(4), 9, 11, στο άρθρο 3 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6), στα άρθρα 2, 3 21, 22 και 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1215/12 άρθρα 1-4, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 άρθρα 1-8 και 14, στη νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων, στις αρχές της επιείκειας και στη σύμφυτη εξουσία και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου», έλκει το πραγματικό της υπόβαθρο από συνοδευτική ένορκη δήλωση δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία που αντιπροσωπεύει τους εναγόμενους 2/αιτητές, ως εξής: « ..............................................................
- Στις 9 Απριλίου 2018, αποστάληκε ταχυδρομικώς στην Αιτήτρια αριθμός εγγράφων από το δικηγορικό γραφείο Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ, δικηγόρους της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (στο εξής 'η Ενάγουσα'), με συνοδευτική επιστολή ημερομηνίας 5/4/
- Από τα εν λόγω έγγραφα προκύπτει ότι η Ενάγουσα στις 10/1/2018 εξασφάλισε άδεια για σφράγιση και καταχώρηση Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος εναντίον της HSB Engineering Insurance Limited (στο εξής 'η Εναγόμενη 1') και της Αιτήτριας. Το εν λόγω κλητήριο φαίνεται να καταχωρίστηκε στις 9/3/2018 και αξιώνει εναντίον της Αιτήτριας (α) δηλωτική απόφαση που να κηρύττει ως παράνομο και/ή άκυρο και/ή άνευ οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος τον τερματισμό από την Αιτήτρια της γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 20/6/2008 με αρ.201/2007, (β) γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις €5.078.565 εναντιόν της Αιτήτριας για παράβαση του πιο πάνω συμβολαίου, και (γ) γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις €5.078.565 εναντιόν της Αιτήτριας για παράβαση του ασφαλιστικού συμβολαίου με αρ. ΧΧΧΧΧ
- Στις 22/3/2018, η Ενάγουσα εξασφάλισε άδεια για «υποκατάστατη επίδοση εκτός δικαιοδοσίας» της ειδοποίησης του εν λόγω κλητηρίου τόσο στην Αιτήτρια όσο και στην Εναγόμενη 1 στο Ηνωμένο Βασίλειο.
- Εξ όσων ειλικρινά πιστεύω από τη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης και όλων των σχετικών εγγράφων, η άδεια για σφράγιση και η άδεια για υποκατάστατη επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν θα έπρεπε να δοθούν και συνεπώς η μεταγενέστερη καταχώρηση και επίδοση της αγωγής στην Αιτήτρια δεν θα έπρεπε να λάβουν χώρα, για δύο σημαντικούς λόγους: Α. Απόκρυψη/Παρασιώπηση ουσιωδών γεγονότων
- Το ασφαλιστικό συμβόλαιο με αρ. ΧΧΧΧΧ11 που είχε κατατεθεί στην ένορκη δήλωση της κυρίας ΧΧΧΧΧ Παπαδοπούλου ημερ.9/3/18 ως Τεκμήριο 4 (Επισυνάπτεται εκ νέου ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1) και το οποίο αποτελεί τη βάση της παρούσας αγωγής και δυνάμει του οποίου η Ενάγουσα αξιώνει αποζημιώσεις εναντίον της Αιτήτριας και της Εναγόμενης 1, περιλαμβάνει στην 5η σελίδα του ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της Αγγλίας και της Ουαλίας η οποία αναφέρει τα ακόλουθα: "Choice of Law and Jurisdiction This insurance shall be governed by and construed in accordance with the lerw of England and Wales and each party agrees to submit to the exclusive jurisdiction of the courts of England and Wales and in respect of claims brought against the insured to any court of competent jurisdiction Worldwide. "
- Είναι ξεκάθαρο από την Μονομερή Αίτηση της Ενάγουσας ημερ.9/3/18 για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει, ότι η ύπαρξη της προαναφερθείσας ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας δεν αποκαλύπτεται αν και το εν λόγω ασφαλιστικό συμβόλαιο βρισκόταν σε γνώση της Ενάγουσας και μάλιστα επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της κυρίας Ντορίνας Παπαδοπούλου ως Τεκμήριο
- Το ίδιο φαίνεται να είχε συμβεί και στα πλαίσια εκδίκασης της Εναρκτήριας Αίτησης αρ.646/2017 για έκδοση διατάγματος σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος.
- Εξ όσων ειλικρινά πιστεύω και όπως εξηγώ στις παραγράφους 13-16 κατωτέρω, η ύπαρξη μιας τέτοιας ρήτρας έχει πάντοτε μεγάλη σημασία ως προς την εξέταση ζητημάτων δικαιοδοσίας και ειδικότερα στην παρούσα περίπτωση και συνεπώς θα επηρέαζε την κρίση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση έκδοσης τόσο του διατάγματος σφράγισης ημερομηνίας 10/1/18 όσο και του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας ημερομηνίας 22/3/
- Ήταν καθήκον συνεπώς της Ενάγουσας στα πλαίσια των μονομερών της αιτήσεων να παραπέμψει το Δικαστήριο σε αυτήν, και όχι να την αγνοήσει και να την παρασιωπήσει σκόπιμα.
- Είναι επίσης κατά τη γνώμη μου σημαντικό να αναφερθεί ότι η πιο πάνω ρήτρα διαλαμβάνει ότι το ασφαλιστικό συμβόλαιο θα διέπεται από το Αγγλικό δίκαιο, κάτι που επηρεάζει την ουσία της υπόθεσης και θέτει ζητήματα παραγραφής οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος τα οποία θα έπρεπε να είχαν εξεταστεί τόσο κατά το στάδιο έγκρισης του αιτήματος σφράγισης όσο και κατά το στάδιο έγκρισης του αιτήματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Η παράλειψη όμως της Ενάγουσας να αναφερθεί και να παραπέμψει στην πιο πάνω ρήτρα, εμπόδισε το Δικαστήριο να γνωρίζει αυτό το πολύ σημαντικό ζήτημα το οποίο θα επηρέαζε την αξιολόγηση των υποβληθέντων αιτημάτων και ενδεχομένως την τελική του κρίση επί αυτών.
- Εξ όσων γνωρίζω και ειλικρινά πιστεύω, η πιο πάνω παρασιώπηση της ρήτρας αλλοδαπής αποκλειστικής δικαιοδοσίας πλήττει καίρια τα εκδοθέντα διατάγματα ημερομηνίας 10/1/18 και 22/3/18 και από μόνη της δικαιολογεί τον παραμερισμό τους εκθεμελιώνοντας συναφώς τόσο την σφράγιση και καταχώρηση του κλητηρίου που ακολούθησε όσο και την επίδοση του προς την Αιτήτρια. Β. Έλλειψη Δικαιοδοσίας
- Η παρούσα υπόθεση ως αστικής φύσεως που είναι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 ο οποίος ρητά αναφέρει ότι τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους. Συνεπώς, η Αιτήτρια, έχοντας την μόνιμη έδρα της στο Ηνωμένο Βασίλειο, μπορεί να εναχθεί μόνο εκεί.
- Πέραν τούτου, ο εν λόγω κανονισμός διαλαμβάνει ότι αν τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνήσουν ότι ένα συγκεκριμένο δικαστήριο κράτους μέλους θα δικάσει τις διαφορές τους, τότε αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική
- Στην προκειμένη περίπτωση, ως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω, το ασφαλιστικό συμβόλαιο Τεκμήριο 1 το οποίο αποτελεί τη βάση της παρούσας αγωγής και δυνάμει του οποίου η Ενάγουσα αξιώνει αποζημιώσεις εναντίον της Αιτήτριας και της Εναγόμενης 1, περιλαμβάνει στην 5η σελίδα του ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της Αγγλίας και της Ουαλίας.
- Εφόσον η Ενάγουσα διεκδικεί αποζημιώσεις στη βάση του εν λόγω ασφαλιστικού συμβολαίου, ειλικρινά πιστεύω ότι θα πρέπει να αποταθεί σε Δικαστήριο είτε της Αγγλίας είτε της Ουαλίας, τα οποία και έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία εκδίκασης της παρούσας διαφοράς αλλά και οποιασδήποτε άλλης διαφοράς βάσει του εν λόγω συμβολαίου που πιθανόν να ανακύψει στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της Αιτήτριας. Από τη στιγμή που η δικαιοδοσία των ξένων δικαστηρίων είναι αποκλειστική, δεν μπορεί να επεκταθεί έτσι ώστε να καλύπτει και τα Δικαστήρια της Δημοκρατίας. Παρατυπία/Αντικανονικότητα Επίδοσης
- Πρόσθετα στα όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, εξ όσων ειλικρινά πιστεύω και αντιλαμβάνομαι από τη μελέτη των εγγράφων που έχουν παραδοθεί στην Αιτήτρια, οι διαδικασίες που έχουν ακολουθηθεί δεν συνάδουν με τα όσα οι διαδικαστικοί κανονισμοί και ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 επιτακτικά διαλαμβάνουν.
- Εξ όσων γνωρίζω και ειλικρινά πιστεύω, η Ενάγουσα όφειλε πρώτα να ζητήσει άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας μέσω των υπηρεσιών διαβίβασης και παραλαβής και μόνο σε περίπτωση που αυτό ήταν αδύνατο θα μπορούσε να ζητήσει άδεια υποκατάστατης επίδοσης μέσω των εναλλακτικών τρόπων διαβίβασης που ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 διαλαμβάνει. Στην προκειμένη περίπτωση, κάτι τέτοιο δεν έγινε, αντιθέτως η Ενάγουσα ζήτησε απευθείας άδεια για υποκατάστατη επίδοση χωρίς να καταδείξει την αιτία που καθιστούσε την υποκατάστατη επίδοση αναγκαία.
- Επίσης, η Ενάγουσα παρέλειψε να επιδώσει στην Αιτήτρια το τυποποιημένο έγγραφο που απαιτείται σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 (Παράρτημα 11) το οποίο πληροφορεί τον εκάστοτε παραλήπτη για το δικαίωμα του να αρνηθεί να παραλάβει τα έγγραφα καθώς επίσης και για τις προϋποθέσεις, τα χρονικά πλαίσια και τη διαδικασία που προβλέπεται για να ασκήσει αυτό το δικαίωμα. Παράλειψη η οποία είναι ουσιώδης και καθιστά την επίδοση παράτυπη και αντικανονική. .............................................................». Η ενάγουσα/καθ' ης αίτηση εναντιώνεται στην έκδοση των διαταγμάτων παραθέτοντας στο σώμα της Ειδοποίησης για Πρόθεση Ένστασης εννέα λόγους οι οποίοι στην ουσία τους σύγκεινται στο ότι όλα όσα έλαβαν χώραν δικονομικώς και ουσιαστικώς στο μονομερές στάδιο ήσαν ορθά, τα δε αφορούντα στα περί ουσιώδους μη αποκάλυψης, ανυπόστατα και απορριπτέα. Για όλα αυτά, μαζί με άλλα, απογράφονται σε συνοδευτική ένορκη δήλωση λειτουργού της ενάγουσας/καθ' ης η αίτηση, τα πιο κάτω: « ..............................................................
- Για σκοπούς της παρούσας ένορκης δήλωσης μου υιοθετώ και επαναλαμβάνω το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης μου ημερομηνίας 09.03.2018 που υποστηρίζει την προηγούμενη αίτηση της Ενάγουσας ίδιας ημερομηνίας για εξασφάλιση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας εναντίον των Εναγόμενων (στο εξής "η ένορκη δήλωση μου ημερομηνίας 09.03.18"). Η εν λόγω ένορκη δήλωση ημερομηνίας 09.03.2018 βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου και είναι πιστεύω ορθό και δίκαιο να αντληθεί γνώση των γεγονότων και εγγράφων που παρατίθενται εκεί, καθότι, για όλα τα ζητήματα και ισχυρισμούς που η υπό εξέταση παρούσα αίτηση της Εναγόμενης 2 εγείρει για παραμερισμό και/ή απόρριψη της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής (στο εξής "η παρούσα αίτηση"), γίνεται αναφορά και στηρίζεται στην εν λόγω ένορκη δήλωση μου.
- Έχω διαβάσει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της κας ΧΧΧΧΧ Χαραλάμπους ημερομηνίας 14.05.2018 που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση (στο εξής «η ΕΔ Χαραλάμπους») και δηλώνω ότι για τους λόγους που αναλυτικά αναφέρω πιο κάτω διαφωνώ πλήρως με αυτό.
- Οι ισχυρισμοί της Εναγόμενης 2 χωρίζονται ουσιαστικά σε 2 ενότητες και συνοψίζονται, πρώτον στο ότι το διάταγμα για σφράγιση του Κλητηρίου Εντάλματος ημερομηνίας 10.01.2018 που εκδόθηκε στα πλαίσια της Εναρκτήριας Αίτησης με αρ.646/2017 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (στο εξής "το διάταγμα σφράγισης") και το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ημερομηνίας 22.03.2018 (στο εξής "το διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας"), δεν θα έπρεπε να εκδοθούν και συνεπώς ότι τάχα η μεταγενέστερη καταχώρηση και επίδοση της αγωγής στην Εναγόμενη 2 θα πρέπει να παραμεριστεί λόγω απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και έλλειψης δικαιοδοσίας αντίστοιχα. Κατά δεύτερο λόγο, η Εναγόμενη 2 προβάλλει ισχυρισμούς περί δήθεν παρατυπίας και αντικανονικότητας της επίδοσης των δικαστικών εγγράφων.
- Εξ' όσων καλύτερα γνωρίζω, ειλικρινά πιστεύω και πληροφορούμαι από τους δικηγόρους της Ενάγουσας, οι πιο πάνω θέσεις της Εναγόμενης 2 είναι παντελώς λανθασμένες, αβάσιμες και ουδέν νομικό έρεισμα έχουν και πιο κάτω επιχειρώ εκ μέρους της Ενάγουσας, με αναφορά στα πιο πάνω, να παραθέσω τους λόγους που η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Ισχυρισμοί της Εναγομένης 2 περί απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και έλλειψης δικαιοδοσίας
- Η Εναγόμενη 2 επιλεκτικά αναφέρεται μόνο στο Ασφαλιστικό Συμβόλαιο με ΧΧΧ11 (στο εξής "το ασφαλιστικό συμβόλαιο"), που καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν και βρίσκεται σε ισχύ μεταξύ της Εναγόμενης 1 από τη μία και την Ενάγουσα και Εναγόμενη 2 από την άλλη ως συλλογικά συντασφαλιζομένοι (jointly insured) επί απάντων κινδύνων (ALL RISKS) και εσκεμμένα παραγνωρίζει και δεν αναφέρεται στο Συμβόλαιο με αρ.ΧΧΧΧΧ/2007 που αφορούσε το δημόσιο Διαγωνισμό για το έργο με τίτλο "Τροποποιήσεις του Συστήματος Καύσης στους Λέβητες 1 & 2 στο Σταθμό Παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας του Βασιλικού" (στο εξής "το Συμβόλαιο") που υπογράφηκε μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 2 και το οποίο αφορά το επίδικο έργο στο Σταθμό Βασιλικού της Ενάγουσας.
- Με αναφορά στο Συμβόλαιο μεταξύ της Ενάγουσας και Εναγόμενης 1, η Ενάγουσα εγείρει ξεχωριστή απαίτηση διαζευκτικά και διεκδικεί αποζημιώσεις με βάση αγωγής την παραβίαση και άρνηση εκτέλεσης των συμβατικών υποχρεώσεων από την Εναγόμενη 2 δυνάμει του Συμβολαίου και η οποία παραβίαση απορρέει από τον τερματισμό και/ή διακοπή του Συμβολαίου και τελικώς αποχώρηση της Εναγόμενης 2 από το επίδικο έργο κατά παράβαση του Συμβολαίου.
- Τα πιο πάνω φαίνονται ξεκάθαρα από τις θεραπείες που η Ενάγουσα επιδιώκει στο παρακλητικό της αγωγής και ειδικότερα στο Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής που καταχωρήθηκε στις 09.03.2018 και στο οποίο τα παρακλητικά (Α) και (Γ) είναι οι θεραπείες που αξιώνονται αποκλειστικά εναντίον της Εναγομένης 2, που εν πάση περιπτώσει αφορούν μόνο την εκτέλεση του Συμβολαίου και όχι το ασφαλιστικό συμβόλαιο. Οι υπολειπόμενες θεραπείες στο παρακλητικό (Β) και (Δ) του Κλητηρίου Εντάλματος είναι αυτές που αφορούν την παράβαση του ασφαλιστικού συμβολαίου και σε ουδεμία περίπτωση αφορούν και σχετίζονται με τις αξιώσεις που απορρέουν από την παραβίαση του Συμβολαίου ως αναφέρεται ανωτέρω.
- Εκτενής δε αναφορά σε ότι αφορά τα γεγονότα που οδήγησαν στην πιο πάνω παραβίαση του Συμβολαίου από την Εναγόμενη 2, γίνεται στις παραγράφους 5 -19 της ένορκης δήλωσης μου ημερομηνίας 09.03.2018 και όπου το ασφαλιστικό συμβόλαιο και Συμβόλαιο με την Εναγόμενη 2 αντίστοιχα επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 4 και 5 αντίστοιχα.
- Περαιτέρω, ο Όρος 2.47.4 των Γενικών Όρων του Συμβολαίου στο Τμήμα 2, προνοεί ότι το Συμβόλαιο αποτελεί Κυπριακή σύμβαση η εκτέλεση του οποίου θα γίνει στην Κύπρο και ότι το Συμβόλαιο θα διέπεται και ερμηνεύεται σύμφωνα με τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εξ' όσων μας συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Ενάγουσας, ο όρος αυτός, μεταξύ των άλλων παραγόντων που αναφέρονται πιο κάτω και σε συνάρτηση με το ασφαλιστικό συμβόλαιο με την Εναγόμενη 1, εξυπακούει την ύπαρξη αρμοδιότητας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα αγωγή και ρητά προνοεί ως εφαρμοστέο δίκαιο το Κυπριακό.
- Στη βάση των πιο πάνω, η επίκληση από μέρους της Εναγόμενης 2 αποκλειστικά στη ρήτρα δικαιοδοσίας των Αγγλικών Δικαστηρίων και εφαρμοστέου Αγγλικού Δικαίου που διέπει το ασφαλιστικό συμβόλαιο, ουδεμία συνάφεια ή εφαρμογή έχει σε ότι αφορά τις πιο πάνω αξιώσεις της Ενάγουσας εναντίον της με βάσει τις πρόνοιες του Συμβολαίου. Ο δε ισχυρισμός της Εναγόμενης 2 που περιέχεται στην παράγραφο 8 της ΕΔ Χαραλάμπους ότι το ασφαλιστικό συμβόλαιο αποτελεί τη βάση της παρούσας αγωγής είναι λανθασμένος και επαναλαμβάνω ότι οι αξιώσεις και διεκδίκηση αποζημιώσεων από μέρους της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης 2 πηγάζει από την παραβίαση των όρων του μεταξύ τους Συμβολαίου και όχι του ασφαλιστικού συμβολαίου που εντέχνως επικαλείται η Εναγόμενη 2 ώστε να επωφεληθεί και αποκομίσει αθέμιτο υπό τις περιστάσεις όφελος.
- Από την άλλη, η θέση της Εναγόμενης 2 όπως προβάλλεται στις παραγράφους 8-12 της ΕΔ Χαραλάμπους ότι, τόσο κατά το στάδιο έκδοσης του διατάγματος για σφράγιση όσο και κατά το στάδιο έκδοσης του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, υπήρξε απόκρυψη του γεγονότος της ύπαρξης ρήτρας δικαιοδοσίας των Αγγλικών Δικαστηρίων με εφαρμοστέο δίκαιο το Αγγλικό Δίκαιο δεν ευσταθεί, είναι αβάσιμη και κενού περιεχομένου για 4 βασικούς λόγους: (α) Σε ότι αφορά την Εναγόμενη 2, ο προαναφερόμενος όρος 2.47.4 του Συμβολαίου εφαρμόζεται και προνοεί ως εφαρμοστέο δίκαιο το Κυπριακό Δίκαιο και συνέπεια αυτού εξυπακούεται ότι αρμοδιότητα και/ή δικαιοδοσία υπέχουν τα Κυπριακά Δικαστήρια για εκδίκαση της αγωγής. (β) Η Εναγόμενη 2 συνεπώς παραγνωρίζει ότι η παρούσα αγωγή και οι θεραπείες που αξιώνονται αφορούν 2 ξεχωριστά συμβόλαια εντελώς ανεξάρτητα μεταξύ τους, με διαφορετικά συμβαλλόμενα μέρη και ξεχωριστές συμβατικές υποχρεώσεις και αντικείμενο. (γ) Το ασφαλιστικό συμβόλαιο επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση μου ημερομηνίας 09.03.2018 και τόσο το περιεχόμενο όσο και οι όροι αυτού τέθηκαν υπόψιν του Δικαστηρίου κατά την έκδοση των ανωτέρω διαταγμάτων σφράγισης και επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας αντίστοιχα, χωρίς την παραμικρή πρόθεση από μέρους της Ενάγουσας να αποσιωπηθεί το γεγονός της ρήτρας δικαιοδοσίας που περιέχεται στο ασφαλιστικό συμβόλαιο, και (δ) Ανεξάρτητα από την ύπαρξη ρήτρας δικαιοδοσίας στο ασφαλιστικό συμβόλαιο και με δεδομένο ότι το Συμβόλαιο με την Εναγόμενη 2 διέπεται από το Κυπριακό Δίκαιο, εξ' όσων πιστεύω και πληροφορούμαι από τους δικηγόρους της Ενάγουσας το Κυπριακό Δικαστήριο αποτελεί το φυσικό φορέα ή το φορέα ευκολίας ή το κατάλληλο βήμα εκδίκασης της παρούσας αγωγής (forum non conveniens) και συνεπώς το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπόθεση καταδεικνύουν ότι η Κύπρος είναι το κατάλληλο forum με το οποίο η αγωγή έχει το "ρεαλιστικότερο και ουσιαστικότερο σύνδεσμο" (real substantial connection).
- Για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω, η προσπάθεια της Εναγόμενης 2 δια της ΕΔ Χαραλάμπους να παρουσιάσει ότι το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας έχει παραγραφεί σύμφωνα με το Αγγλικό Δίκαιο δεν ευσταθεί και δεν έχει νομικό έρεισμα σε ότι αφορά την Εναγόμενη 2 και τις πρόνοιες του Συμβολαίου που την δεσμεύουν αναφορικά με τις δικές τις συμβατικές υποχρεώσεις έναντι της Ενάγουσας.
- Επίσης και κατά παρόμοιο τρόπο, ο ισχυρισμός που προβάλλεται στην παράγραφο 13 της ΕΔ Χαραλάμπους ότι με βάση τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ) με αριθμό 1215/2012 «τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους» είναι λανθασμένος και τούτο γιατί η θέση αυτή βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με το άρθρο 7
(1)του εν λόγω ΕΚ 1512/
- Περαιτέρω επαναλαμβάνω ότι η βάση αγωγής της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης 2 αφορά παράβαση του Συμβολαίου και οι αξιώσεις που στην παρούσα αγωγή διεκδικεί εναντίον της Εναγόμενης 2 δυνάμει του εν λόγω Συμβολαίου δεν αφορούν το ασφαλιστικό συμβόλαιο που αποτελεί ξεχωριστή συμφωνία που, αν και έχει σχέση με το ίδιο αντικείμενο εκτέλεσης του επίδικου έργου, περιορίζεται στην ασφαλιστική κάλυψη των εργασιών του έργου. Οι δε λόγοι τερματισμού του Συμβολαίου από την Εναγόμενη 2 διαφέρουν από τους λόγους που η Εναγόμενη 1 πρόβαλε εκ των υστέρων ως άρνηση της να προσφέρει ασφαλιστική κάλυψη και/ή να αποζημιώσει την Ενάγουσα για τις ζημιές που είχε υποστεί συνεπεία της έκρηξης. Ισχυρισμοί της Εναγομένης 2 περί παρατυπία επίδοσης
- Εξ' όσων καλύτερα γνωρίζω, ειλικρινά πιστεύω και πληροφορούμαι από τους δικηγόρους της Ενάγουσας, η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος και Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος στην Εναγόμενη 2 είναι κανονική, νομότυπη, ορθή και σύμφωνα με το Νόμο. Κατά παρόμοιο τρόπο, η έκδοση και επίδοση τόσο του διατάγματος για σφράγιση όσο και του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις και έγινε σύμφωνα με το Νόμο και την ισχύουσα Νομολογία επί του θέματος και καμία παρατυπία ή αντικανονικότητα δεν υπήρξε ως η Εναγόμενη 2 ισχυρίζεται διά της ΕΔ Χαραλάμπους, παραγράφους 17-
- Ως διαφαίνεται από την ένορκη δήλωση που έχω καταχωρήσει στις 07.09.2018 προς επιβεβαίωση της επίδοσης όλων των δικαστικών εγγράφων στην Εναγόμενη 2 σύμφωνα με το διάταγμα ημερομηνίας 22.03.2018, έχουν επιδοθεί στην Εναγόμενη 2 δια της υποκατάστατης επίδοσης μέσω της διεθνούς εταιρείας ταχυμεταφορών FedEx, τα ακόλουθα έγγραφα: (α) Συνοδευτική επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας ημερομηνίας 05.04.
- (β) Πιστό αντίγραφο του διατάγματος σφράγισης ημερομηνίας 10.01.
- (γ) Πιστό αντίγραφο του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας ημερομηνίας 22.03.2018 με επίσημη μετάφραση στην Αγγλική γλώσσα μέσω Γραφείο Τύπου & Πληροφοριών. (δ) Πιστό αντίγραφο του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής που καταχωρήθηκε στις 09.03.
- (ε) Ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος στην Αγγλική γλώσσα (Έντυπο 6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας) υπογεγραμμένη από τον Πρωτοκολλητή, και (στ) Αίτηση επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας στους Εναγόμενους 1 και 2 με υποστηρικτική ένορκη δήλωση και τεκμήρια ημερομηνίας 09.03.
- Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, η Εναγόμενη 2 έλαβε πλήρη στην παρούσα αγωγή έγκαιρα και είχε και έχει την ευκαιρία να παρουσιάσει τις θέσεις της.
- Το δε Δικαστήριο είχε την εξουσία έκδοσης απευθείας του προαναφερόμενου διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας που διαλάμβανε την επίδοση στην Εναγόμενη 2 μέσω της διεθνούς εταιρείας ταχυμεταφορών FedEx, σύμφωνα με τους σχετικούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και το άρθρο 14 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007 και καμία παράλειψη υπήρξε στην μη λήψη προηγούμενης άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας μέσω των υπηρεσιών διαβίβασης και παραλαβής ως η Εναγόμενη αβάσιμα ισχυρίζεται.
- Εξ' όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Ενάγουσας και σε αντιπαραβολή των όσων η Εναγόμενη ισχυρίζεται, οποιαδήποτε παρατυπία και αν συνιστά η παράλειψη επίδοσης της τυποποιημένης Βεβαίωσης ως διαλαμβάνει ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός (ΕΚ) 1393/2007 είναι θεραπεύσιμη σύμφωνα με το πνεύμα που καθορίζει ο ΕΚ 1393/2007 αλλά και στη βάση της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. .............................................................». Για λόγους που θα διαφανούν, θεωρώ απαραίτητο να μεταφέρω αυτούσιο και το περιεχόμενο της Γενικής Οπισθογράφησης η οποία φέρεται να συνδέει τους εναγόμενους 2/αιτητές σε όσα η ενάγουσα/καθ' ης η αίτηση τούς αποδίδει: « Α. Δηλωτική απόφαση (Declaratory Judgment) που να κηρύττει ως παράνομο και/ή άκυρο και/ή άνευ οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος τον τερματισμό και/ή διακοπή από τους Εναγόμενους 2 της γραπτής Συμφωνίας και/ή Συμβολαίου ημερομηνίας 20.06.2008 και με αρ. 201/2007, που αφορούσε το δημόσιο Διαγωνισμό για το έργο με τίτλο «Τροποποιήσεις του Συστήματος Καύσης στους Λέβητες 1 & 2 στο Σταθμό Παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας του Βασιλικού (Modifications of the Combustion Systems of Boilers 1 & 2, Vasilikos Power Station)» που υπεγράφηκε με την Ενάγουσα (στο εξής «το Συμβόλαιο»), Β. Δηλωτική απόφαση (Declaratory Judgment) που να κηρύττει ως παράνομη και/ή - αντισυμβατική και/ή την κατά παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων άρνηση και/ή παράλειψη των Εναγομένων 1 να αποζημιώσουν την Ενάγουσα για τις ζημιές που υπέστη στο έργο δυνάμει της Ετήσιας Κατασκευαστικής Ασφάλειας Παντός Κινδύνου (Annual Erection Contractor's All Risks Insurance) ημερομηνίας 01.06.2011, με αρ. ασφαλιστικού συμβολαίου ΧΧΧΧΧ11 και αρ. Αναφοράς HSB ΧΧΧΧΧ9/11 (στο εξής «το Ασφαλιστικό Συμβόλαιο»), Γ. Γενικές και/ή Ειδικές Αποζημιώσεις €5.078.565,00 και/ή άλλως πως οποιοδήποτε άλλο ποσό ως θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο εναντίον των Εναγομένων 2 για παράβαση του Συμβολαίου και/ή παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων και/ή όρων του Συμβολαίου στα πλαίσια εκτέλεσης του πιο πάνω έργου. Δ. Περαιτέρω και/ή Διαζευκτικά της θεραπείας και/ή απαίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο (Γ) πιο πάνω, γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για το ποσό των €5.078.565,00 και/ή άλλως πως για οποιοδήποτε άλλο ποσό ως θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο, εναντίον των Εναγομένων 1 και/ή 2 για παράβαση του Ασφαλιστικού Συμβολαίου και/ή παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων και/ή όρων του Ασφαλιστικού Συμβολαίου στα πλαίσια εκτέλεσης του πιο πάνω έργου. .............................................................». Αποτίμησα στην πλήρη τους έκταση, την αίτηση, την ένσταση, τις ένορκες δηλώσεις και συνημμένα τεκμήρια, διεξήλθα δε όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με επιμέλεια προώθησαν στις γραπτές και προφορικές τους αγορεύσεις. Εκείνο το οποίο αναδύεται ως σημαντικό - και είναι - χωρίς ασφαλώς υποβιβασμό των υπολοίπων ζητημάτων που συζητήθηκαν και προκύπτουν, είναι το στοιχείο της κατ' ισχυρισμόν ουσιώδους μη αποκάλυψης στο μονομερές στάδιο και δη όσων είναι που διαλαμβάνονται στο Τεκμήριο
- Η ερμηνευτική των πραγμάτων διαφέρει μεταξύ των διαδίκων αναφορικώς προς την εμβέλεια και σημασία του εν λόγω τεκμηρίου. Συγκεράζονται όμως οι απόψεις τους στο ότι η αναφορά (ανάμεσα σε άλλα) στη φερόμενη αποκλειστική ρήτρα δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων της Αγγλίας και Ουαλίας αποτελεί γεγονός (fact), με τις όποιες επέκεινα αποκλίσεις να περιορίζονται στο κατά πόσον τούτο το γεγονός είναι ουσιώδες σε βαθμό δυνητικώς αποκαλύψιμο ή και επηρεαστικό στο μονομερές στάδιο ώστε να το εντάξει σε εκείνα τα γεγονότα που η νομολογία ορίζει ως κρισίμως σημαντικά προς αναφοράν. Συγκλίνω με τις θέσεις των εναγομένων 2/αιτητών. Υπήρξε ουσιώδης μη αποκάλυψη. Αντιλαμβάνομαι πλήρως τη διάφορη περί των πραγμάτων ερμηνεία των διαδίκων σε ό,τι σχετίζεται προς το αίτιο αγωγής εναντίον των εναγομένων 2/αιτητών, στις δικογραφημένες διαζεύξεις, στην πιθανή σημασία κάποιων εγγράφων συγκρινόμενων τούτων με άλλα, όπως το Τεκμήριο 1 και στα όσα θα μπορούσαν να αποτελέσουν πεδίο αντιμαχίας κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία στη δίκη. Μολαταύτα δεν είναι τούτο το ζητούμενο. Το καθήκον αποκάλυψης κατατάσσεται ως ύψιστο, με τις επιπτώσεις παραβίασης του να αποτιμούνται καθηκόντως και στην κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Είναι γνωστή η νομολογία μας επί της θεματικής τούτης, με όσα ισχύουν, να συνοψίζονται περιεκτικώς στην Commerzbank Auslandsbanken Holding AG και Άλλων ν Adeona Holdings Limited και Άλλων, ΠΕ 6/14, ημ. 27.2.15, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο (διά του Ερωτοκρίτου, Δ, ως ήταν τότε), συγκεφαλαίωσε τις εφαρμοζόμενες αρχές, κατά τα ακόλουθα: «. Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1Γ ΑΑΔ 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd´s Rep. 54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd´s Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Tράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος. Στην υπόθεση Brink´s-Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188 o δικαστής Balcombe LJ επεξηγώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής:- «The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a two-fold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R v Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realise that they have this duty of disclosure and of the consequences (which may include a liability in costs) if they fail in that duty. Nevertheless, this judge-made rule cannot be allowed itself to become an instrument of injustice. It is for this reason that there must be a discretion in the court to continue the injunction, or to grant a fresh injunction in its place, notwithstanding that there may have been non-disclosure when the original ex parte injunction was obtained: see in general Bank Mellat v Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87, 90 and Lloyds Bowmaker Ltd v Britannia Arrow Holdings Plc., ante p. 1337, a recent decision of this court in which the authorities are fully reviewed. I make two comments on the exercise of this discretion.
(1)Whilst, having regard to the purpose of the rule, the discretion is one to be exercised sparingly, I would not wish to define or limit the circumstances in which it may be exercised.
(2)I agree with the views of Dillon L.J. in the Lloyds Bowmaker case, at. P. 1349C-D, that if there is jurisdiction to grant a fresh injunction, then there must also be a discretion to refuse, in an appropriate case, to discharge the original injunction.» Χρήσιμη ανάλυση της νομολογίας για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δίδεται επίσης στην αγγλική υπόθεση Arena Corporation Ltd (In Provisional Liquidations) v.Schroeder
(2003)All ER (D) 199. Λόγω των δραστικών επιπτώσεων που συνήθως ακολουθούν εύρημα δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη, τα τελευταία χρόνια διαπιστώθηκαν δύο φαινόμενα. Πρώτον, μια δικαιολογημένη φοβία εκ μέρους των δικηγόρων των αιτητών ως προς τον κίνδυνο να θεωρηθεί η πλευρά τους ότι δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τίθενται ενώπιον των δικαστηρίων όγκοι εγγράφων, τα οποία, χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση, τις περισσότερες φορές τείνουν να συσκοτίζουν παρά να διαφωτίζουν το δικαστήριο. Όπως τονίστηκε από το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση National Bank of Sharjah v. Dellborg,The Times, December 24, 1992 (CA), υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης και του κατακλυσμού του δικαστηρίου με σωρεία εγγράφων, πλείστα των οποίων είναι μη ουσιώδη και αχρείαστα για τους σκοπούς που τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου. Γι' αυτό είναι πολύ σημαντικό όπως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, να επεξηγείται με τρόπο λακωνικό η σημασία των εγγράφων που επισυνάπτονται. Περαιτέρω, θα πρέπει να τονίζεται το σημαντικό μέρος των εγγράφων, ώστε τα ουσιώδη θέματα να αναδύονται εύκολα με μια απλή συνδυασμένη ανάγνωση της ένορκης δήλωσης και των εγγράφων. Διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος η αποκάλυψη να μην θεωρηθεί ειλικρινής και πλήρης. Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες. Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας (βλ. Brink´s-Mat Elcombe, ανωτέρω) .....................................................................». Είχα υπόψιν μου την ως άνω καθοδήγηση καθώς και το ότι δεν θα πρέπει με ευκολία τα Δικαστήρια να αδράχνουν την ευκαιρία (εν τη ευρεία έννοια του όρου) και να προσδίδουν στην όποια μη αποκάλυψη αδικαιολογήτως ουσιώδη σημασία, τέτοια που τα πράγματα να ταξινομούνται αβρόχοις ποσί στην κατηγορία των απορριπτέων αιτημάτων λόγω μη αποκάλυψης. Υπήρχε εδώ υποχρέωση της ενάγουσας/καθ' ης η αίτηση για ρητή αναφορά στην ένορκη δήλωση, των όσων αναφέρονται στα ζητήματα αποκλειστικής δικαιοδοσίας στο Τεκμήριο 1 (Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση που συνόδευε το μονομερές αίτημα). Δεν έγινε αυτό. Έπρεπε να επισημανθεί στο Δικαστήριο που εξέδωσε το μονομερές διάταγμα η πρόνοια περί αποκλειστικής δικαιοδοσίας, για ό,τι θα μπορούσε να αξίζει και αν μη τι άλλο ως ασπίδα στα όσα θα μπορούσαν ίσως να προβληθούν από τους εναγομένους 2/αιτητές στην ένσταση τους, αν και εφόσον εκδιδόταν το διάταγμα. Έπρεπε να παρεχόταν στο Δικαστήριο η δυνατότητα να ζυγιάσει τα πράγματα συσταθμίζοντας και το μη ρητώς αποκαλυφθέν. Το αν θα κατέληγε το Δικαστήριο στο ίδιο αποτέλεσμα αποτελεί ζήτημα που αν και αποτιμάται δεν αποτελεί την καίρια πτυχή. Η απόληξη μου περί μη ουσιώδους αποκάλυψης στο ex parte στάδιο συμπαρασύρει καθετί άλλο. Τα διατάγματα ακυρώνονται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 2/αιτητών και εναντίον της ενάγουσας/καθ' ης η αίτηση, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ)...................................... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο