← Κύπρος

Νεάρχου κ.α. ν. Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανάσιο κ.α., Αρ. Αγωγής: 4472/10, 25/1/2019

Νεάρχου κ.α. ν. Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανάσιο κ.α., Αρ. Αγωγής: 4472/10, 25/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4472/10 Μεταξύ:

  1. XXXXX Νεάρχου
  2. XXXXX Νεάρχου Ενάγοντες και
  3. Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανάσιο
  4. Αρχιμανδρίτη Εφραίμ, ηγούμενο Μονής Βατοπαιδίου
  5. Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου, Άγιο Όρος
  6. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένους Ημερομηνία: 25 Ιανουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Λ. Λουκαΐδης Για Εναγόμενο 1: κ. Μ. Χαρτσιώτης με κ. Χρ. Ιωάννου Για Εναγόμενους 2 και 3: κ. Μ. Ηλιάδης Για Εναγόμενο 4: κα Θ. Μαυρομουστάκη ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 είναι για γενικές και /ή ειδικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις λόγω συνωμοσίας μεταξύ τους για τη διάπραξη της παράνομης επέμβασης στα ατομικά δικαιώματα των Εναγόντων και ειδικότερα στο ατομικό δικαίωμα του σεβασμού α) της οικογένειας, β) της ιδιωτικής ζωής, γ) της αλληλογραφίας και διασφάλισης του απόρρητου της και δ) της διάθεσης της περιουσίας των Εναγόντων προς όφελος μέλους της οικογένειας τους. Περαιτέρω οι Ενάγοντες αιτούνται την έκδοση Διατάγματος του Δικαστηρίου εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 το οποίο να απαγορεύει και/ή εμποδίζει τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 από του να συνεχίζουν να διαπράττουν τις πιο πάνω παράνομες επεμβάσεις στα δικαιώματα τους και/ή να τους διατάσσει να αποκαταστήσουν τα δικαιώματα τους για την αποδέσμευση και/ή απελευθέρωση του υιού τους XXXXX Νεάρχου, ο οποίος συνεχίζει να βρίσκεται κάτω από τον έλεγχο του καταπιεστικού καθεστώτος μοναχισμού και τη χρήση ηθικής, ψυχικής, πνευματικής βίας και/ή εξαναγκασμού και/ή πλύσης εγκεφάλου εκ μέρους των Εναγομένων 2 και
  7. Τέλος, η αξίωση των Εναγόντων εναντίον του Εναγομένου 4 για τις πιο πάνω αποζημιώσεις, συνίσταται στην παράλειψη των αρμόδιων κρατικών αρχών να λάβουν όλα τα αναγκαία νομοθετικά, διοικητικά ή άλλα μέτρα για την παρεμπόδιση των πιο πάνω παράνομων επεμβάσεων στα δικαιώματα των Εναγόντων. Είναι δικογραφικός ισχυρισμός των Εναγόντων ότι είναι οι γονείς του XXXXX Νεάρχου, ο οποίος γεννήθηκε την 1.5.78 στην Πάφο και κατά την περίοδο 1998 μέχρι τέλος Νοεμβρίου 2001, σπούδαζε στη Θεσσαλονίκη Μαθηματικά. Φιλοδοξούσε να ασκήσει το επάγγελμα αυτό μετά την αποφοίτηση του, είχε σχέση με νεαρή συμφοιτήτρια του, χωρίς καμιά συναναστροφή με ιερείς, ναούς και μοναστήρια και με σταθερό στόχο τη σύναψη γάμου και τη δημιουργία οικογένειας. Διατηρούσε επικοινωνία και συναναστροφή με την οικογένεια του μέχρι τα μέσα του 2001, όταν άρχισε σταδιακά να αποστασιοποιείται από αυτήν, να παρουσιάζει μυστικοπάθεια και αλλαγή της προσωπικότητας του. Η εν λόγω αποστασιοποίηση του έναντι της οικογένειας του, κορυφώθηκε πλήρως με την είσοδο του στην Εναγομένη 3 ως δόκιμος μοναχός περί το τέλος Νοεμβρίου
  8. Έκτοτε, λόγω απαγορεύσεων και περιορισμών που του επιβλήθηκαν καταπιεστικά από τους Εναγόμενους 2 και 3, διέκοψε την επικοινωνία με τους γονείς του, με αποτέλεσμα να προκληθεί στους Ενάγοντες συνεχής ψυχικός πόνος, θλίψη, απογοήτευση και δυστυχία. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι εκ μέρους των Εναγομένων 1, 2 και 3 υπήρξε οργανωμένη, επίμονη και έντονη άσκηση ηθικής, πνευματικής και ψυχολογικής βίας στον XXXXX Νεάρχου - ο οποίος ήταν ευάλωτος λόγω προσωπικών περιστάσεων και προβλημάτων - με σκοπό τον ανεπίτρεπτο προσηλυτισμό του στο καθεστώς του μοναχισμού, κάτω από συνθήκες καταπιεστικής επιρροής τους. Ο XXXXX Νεάρχου υπέστη ψυχολογική χειραγώγηση τέτοιας φύσεως, με αποτέλεσμα να απωλέσει τη δυνατότητα λήψεως ελευθέρων αποφάσεων για τον εαυτό του, με την ελεύθερη χρήση της λογικής και της κρίσης του. Ο Εναγόμενος 1 με την Υπεράσπιση του ισχυρίζεται ότι δεν έχει συνεργάτες στην Εναγόμενη 3, παρά μόνο αδελφούς μοναχούς, εφόσον στο παρελθόν εγκαταβιούσε ως μοναχός σ' αυτήν. Συνάντησε για πρώτη φορά τον XXXXX Νεάρχου στην Ιερά Μονή Μαχαιρά στην Κύπρο, όταν αυτός ήταν ήδη μοναχός στην Εναγόμενη 3 και είχαν ολιγόλεπτη συνομιλία. Δεν είχε και δεν έχει ιδιαίτερη προσωπική επαφή ή επικοινωνία με τον XXXXX Νεάρχου, παρά μόνο όποτε επισκεπτόταν ή επισκέπτεται την Εναγόμενη 3 στο Άγιο Όρος και συναντιέται με το σύνολο της αδελφότητας, συμπεριλαμβανομένου και του XXXXX Νεάρχου. Ισχυρίζεται ότι δεν έχει καμιά σχέση με όσα του καταλογίζουν οι Ενάγοντες, οι οποίοι δεν αποδέχθηκαν τις ελεύθερες επιλογές του παιδιού τους και με τη συμπεριφορά τους παραβιάζουν τα ατομικά δικαιώματα του υιού τους. Οι Ενάγοντες προσέφυγαν το 2003 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής αξιώνοντας τις ίδιες και/ή παρόμοιες θεραπείες, όμως τα εν λόγω ένδικα μέσα απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 στην Υπεράσπιση τους παραδέχονται ότι ο XXXXX Νεάρχου το 2000 επισκέφθηκε την Εναγόμενη 3, όμως αρνούνται ότι τον υπέβαλαν σε οποιασδήποτε μορφής καταπίεση. Ο XXXXX Νεάρχου είναι μορφωμένος, έξυπνος, ελεύθερος ενήλικας και αυτόβουλα και ελεύθερα εξέφρασε την επιθυμία να γίνει μοναχός και εισήλθε αρχικά στην Εναγόμενη 3 ως δόκιμος, χωρίς να του επιβληθεί κανένας περιορισμός. Οι μοναχικοί κανόνες και η πνευματική ζωή του μοναχού, δεν του επιβλήθηκαν διά της ψυχολογικής βίας ή δια προσηλυτισμού του. Ο Εναγόμενος 4 στην Υπεράσπιση του ισχυρίζεται ότι ο XXXXX Νεάρχου ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ενήλικας και ενήργησε αυτόβουλα και με βάση τα όσα ο ίδιος επιθυμούσε. Η νομοθεσία που ισχύει στην Κυπριακή Δημοκρατία είναι πλήρης και διασφαλίζει τα δικαιώματα ατόμων που αποδεδειγμένα δεν μπορούν να ενεργήσουν αυτόβουλα και η παρούσα αγωγή δεν αφορά τέτοια περίπτωση. Για την πλευρά των Εναγόντων κατέθεσαν

(4)μάρτυρες: Ο XXXXX Νεάρχου - Ενάγοντας 1 (ΜΕ1), ο XXXXX Πετρίδης (ΜΕ2), ο XXXXX Νεάρχου (ΜΕ3) και ο XXXXX Πυργάς (ΜΕ4). Ο Ενάγοντας 1 (ΜΕ1) είναι ο πατέρας του XXXXX Νεάρχου και σύζυγος της Ενάγουσας 2, μητέρας του XXXXX Νεάρχου, ο οποίος γεννήθηκε την 1.5.78 στην Πάφο. Μετά τη φοίτηση του στο Λύκειο, τον Ιούλιο 1996 κατατάγηκε στην Εθνική Φρουρά. Φοίτησε στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού (ΣΕΑΠ) στην Κρήτη και στη συνέχεια σαν Έφεδρος Ανθυπολοχαγός σε διάφορες μονάδες της Εθνικής Φρουράς. Ισχυρίστηκε ότι ο XXXXX ήταν πολύ κοινωνικός, ασχολείτο με το άθλημα της καλαθόσφαιρας, παρακολουθούσε μαθήματα κλασικής κιθάρας και είχε μεγάλη επιθυμία για μόρφωση. Διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις με παιδικούς του φίλους, όπως και με τους δύο μεγαλύτερους αδελφούς του και είχε στενούς οικογενειακούς δεσμούς με την οικογένεια του. Τον Σεπτέμβριο 1998, ο XXXXX μετέβηκε στη Θεσσαλονίκη όπου άρχισε σπουδές στη Σχολή Μαθηματικών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου και φιλοδοξούσε να συνεχίσει το επάγγελμα του μαθηματικού μετά την αποφοίτηση του. Μέχρι τον Νοέμβριο 2000, ο Χρίστος επισκεπτόταν συχνά την οικογένεια του στην Κύπρο και διατηρούσε άριστες σχέσεις μαζί της, όπως και με φίλους του. Επιπρόσθετα, διατηρούσε φιλικές σχέσεις με κοπέλες και ως φοιτητής διατηρούσε σοβαρό δεσμό με νεαρή συμφοιτήτρια του. Ο XXXXX δεν είχε μέχρι τότε, οποιαδήποτε ιδιαίτερη σχέση με θέματα εκκλησίας και εκκλησιαζόταν 1-2 φορές το χρόνο, την Αγία Εβδομάδα. Περί τα μέσα Νοεμβρίου 2000 ο XXXXX επισκέφθηκε για 1η φορά την Εναγόμενη 3 μαζί με τον νέο φίλο του XXXXX Κούλουμο, φοιτητή από την Πάφο, ο οποίος ήταν συνεργάτης του Εναγομένου 2 «Γέροντα Εφραίμ», για επίσκεψη και προσκύνημα. Τα Χριστούγεννα 2000 όταν ήρθε στην Κύπρο, ο XXXXX Κούλουμος επισκέφθηκε το XXXXX στο σπίτι τους. Τον άκουσε να λέει στον XXXXX ότι «έπρεπε να πάνε να πάρουν μέτρα για ράσα». Μετά από λίγες μέρες ο γιος του, του ανέφερε ότι κατά την επίσκεψη του στην Εναγόμενη 3 εξομολογήθηκε και συνάντησε τον ηγούμενο της, Εναγόμενο 2 «Γέροντα Εφραίμ», ο οποίος είναι πολύ πνευματικός, διορατικός και χαρισματικός και προσφέρει αγάπη και βοήθεια σε όλους τους πιστούς. Κατά την περίοδο των Χριστουγέννων του 2000, δεν παρατήρησε οποιαδήποτε αλλαγή στη συμπεριφορά του. Τον Φεβρουάριο 2001, ενημερώθηκε τηλεφωνικώς από το γιο του ότι θα μετακόμιζε σε νέο διαμέρισμα στη Θεσσαλονίκη. Όταν κάποια ημέρα του τηλεφώνησε, απάντησε το τηλέφωνο κάποιος άγνωστος και όπως πληροφορήθηκε από το γιο του ήταν ο Ιερέας XXXXX από τη Λεμεσό, ο οποίος είχε ιδιαίτερα πνευματικά χαρίσματα, φοιτούσε στη Θεολογική Σχολή και τον φιλοξενούσε κατά την περίοδο των εξετάσεων. Όταν ο γιος του ήρθε στην Κύπρο για τις διακοπές του Πάσχα 2001, τον ενημέρωσε ότι μέσα Απριλίου 2001 επισκέφθηκε ξανά την Εναγόμενη 3 για εξομολόγηση. Τότε παρατήρησε σημάδια αλλαγής στη συμπεριφορά του και νέες σχέσεις φιλίας με πρόσωπα άγνωστα στην οικογένεια τους. Συγκεκριμένα, τους γνώρισε τον XXXXX Ματθαίου, εξάδελφο του XXXXX Κούλουμου, με τον οποίο πήγαινε κάθε βράδυ σε λειτουργία στη εκκλησία Αγίων Αναργύρων στην Πάφο. Ήταν πολύ σκεφτικός, προβληματισμένος και συναντούσε μόνο τον νέο φίλο του XXXXX. Αρχές Ιουλίου 2001, ο γιος του επισκέφθηκε την Κύπρο για καλοκαιρινές διακοπές. Του ανέφερε ότι τον Ιούνιο 2001, είχε επισκεφθεί πάλι την Εναγόμενη 3 για εξομολόγηση. Κάποια μέρα, μαζί με τον XXXXX, επισκέφθηκαν την Ιερή Μονή Μαχαιρά όπου διανυκτέρευσαν. Όταν επέστρεψε, του ανέφερε ότι συνάντησε τον Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανάσιο, Εναγόμενο 1, με τον οποίο είχε ιδιαίτερη συνομιλία και τον εντυπωσίασε διότι είναι ένας ξεχωριστός ιεράρχης με μεγάλα πνευματικά χαρίσματα. Ισχυρίστηκε ότι η επίσκεψη του γιου του στη Μονή Μαχαιρά έγινε με την καθοδήγηση του Εναγομένου
  1. Επίσης, κατά τις εν λόγω καλοκαιρινές διακοπές, παρατήρησε ότι ο γιος του διάβαζε πατερικά βιβλία (τεκμήρια 1 και 2), τηρούσε ανελλιπώς τη νηστεία, απέφευγε να παρακολουθεί τηλεόραση, υποστήριζε εθνικιστικές θέσεις και εξέφραζε ακραίες θρησκευτικές απόψεις. Ανησύχησε για την πιο πάνω συμπεριφορά του γιου του, ο οποίος τον καθησύχασε διαβεβαιώνοντας τον ότι η πρώτη του προτεραιότητα ήταν να τελειώσει τις σπουδές του και επισκεπτόταν την Εναγόμενη 3 απλά για προσκύνημα. Ο ίδιος του ξεκαθάρισε τη διαφωνία του για τη σημερινή μορφή του μοναχισμού και του ζήτησε να μην επισκεφθεί ξανά την Εναγόμενη
  2. Αρχές Αυγούστου 2001, ο γιος του έφυγε για Θεσσαλονίκη για να προετοιμαστεί για τις εξετάσεις του Πανεπιστημίου. Αντί αυτού, επισκέφθηκε την Εναγόμενη 3 χωρίς να του το αναφέρει. Τον Οκτώβριο 2001, ο γιος του τον ενημέρωσε τηλεφωνικά ότι βρισκόταν στην Αθήνα για να επισκεφθεί το φίλο του XXXXX Πετρίδη (ΜΕ2), φοιτητή Ιατρικής. Εκ των υστέρων έμαθε ότι προτού πάει στην Αθήνα, είχε επισκεφθεί ξανά την Εναγόμενη
  3. Μετά από λίγες μέρες ο γιος του επισκέφθηκε τον Γέροντα Αμβρόσιο, στην παρουσία του ΜΕ
  4. Τον Δεκέμβριο 2001, ο ΜΕ2 τον ενημέρωσε τηλεφωνικώς για την εν λόγω συνάντηση, όταν είχε μάθει για την είσοδο του γιου του στην Εναγόμενη 3 για δοκιμασία. Ο ΜΕ2 του ανέφερε ότι στην εν λόγω συνάντηση ο Γέροντας Αμβρόσιος, υπέδειξε το γιο του προβλέποντας ότι θα γίνει μοναχός και μετά από τη συνάντηση αυτή, φαινόταν ανήσυχος και προβληματισμένος. Όπως ενημερώθηκε εκ των υστέρων από το γιο του, αυτός μετά την εν λόγω συνάντηση και περί τα μέσα Νοεμβρίου 2001, επισκέφθηκε την Εναγόμενη 3 και έμεινε μια εβδομάδα. Στις 25.11.01, ο γιος του του ζήτησε τηλεφωνικώς να του αποστείλει €500 γιατί σε λίγες μέρες θα επισκεπτόταν την Κύπρο για τις διακοπές των Χριστουγέννων, πράγμα που έκαμε στις 29.11.01 [τεκμήρια 10 (α) και (β)]. Στις 30.11.01, ο γιος του δεν του ευχήθηκε τηλεφωνικώς για την ονομαστική του γιορτή, πράγμα που τον ανησύχησε. Προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί του τηλεφωνικώς τις επόμενες τέσσερις ημέρες, χωρίς αποτέλεσμα. Στις 4.12.01 παρέλαβε επιστολή από την Εναγόμενη 3 (τεκμήριο 5) με ένα σύντομο σημείωμα που τον ενημέρωνε για την είσοδο του γιου του στην Εναγόμενη 3 ως δόκιμος μοναχός. Στις 7.12.01 και αφού έστειλε τηλεομοιότυπο στον Εναγόμενο 2, του τηλεφώνησε ο γιος του, τον ενημέρωσε ότι μπήκε στην Εναγόμενη 3 για δοκιμή, ήταν ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει και δεν υπήρχε οποιοσδήποτε περιορισμός στις κινήσεις του. Του είπε επίσης ότι δεν είχε σκοπό να παραμείνει εκεί, αλλά κάτι έτυχε που τον υποχρέωσε να αλλάξει γνώμη και να μην επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη. Προσπάθησε να τον μεταπείσει να επιστρέψει στις σπουδές του, όμως αυτός ήταν ανένδοτος, υποστηρίζοντας ότι εκτελεί το θέλημα του Θεού. Στις 9.12.01, μετά από αίτημα του προς τον Εναγόμενο 2 μέσω τηλεομοιότυπου, ο γιος του επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς. Του ζήτησε να έρθει στην Κύπρο για τα Χριστούγεννα, όμως αυτός απάντησε ότι αυτό δεν γίνεται. Αντιλήφθηκε τον γιο του να είναι φοβισμένος, ανήσυχος και βιαζόταν να τελειώσει η επικοινωνία τους. Μέσα Δεκεμβρίου 2001, επισκέφθηκε τον τότε Μητροπολίτη Πάφου κ. Χρυσόστομο και ζήτησε τη βοήθεια του και την προσωπική του παρέμβαση για να επιστρέψει ο γιος του στη Θεσσαλονίκη και να τελειώσει τις σπουδές του. Αυτός του απάντησε: «XXXXX έμπλεξες με Θεοκάπηλους και Θεομπαίχτες και κάμε ό,τι μπορείς να γλυτώσεις το παιδί σου από αυτούς τους ανθρώπους». Στις 9.12.01 συνάντησε τον Εναγόμενο 1 και τον παρακάλεσε να μεσολαβήσει προς τον Εναγόμενο 2, ώστε να αφήσει τον γιο του να φύγει από την Εναγόμενη 3 για να συνεχίσει τις σπουδές του. Αρχικά ήταν αρνητικός αλλά μετά από δική του επιμονή, του υποσχέθηκε ότι θα μιλούσε στον Εναγόμενο 2 και θα τον ενημέρωνε σχετικά. Όταν όμως ο ίδιος επισκέφθηκε την Εναγόμενη 3 τέλος Δεκεμβρίου 2001, ο Εναγόμενος 2 του ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 1 ουδέποτε του ανέφερε οτιδήποτε για τον γιο του. Στις 22 και 23 Δεκεμβρίου 2001 προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τον γιο του, όμως δεν του επετράπηκε λόγω νηστείας. Μετά από αίτημα του και έγκριση του Εναγομένου 2, στις 31.12.01 επισκέφθηκε μαζί με τον μεγαλύτερο γιο του την Εναγόμενη
  5. Κατά την είσοδο του στην Εναγόμενη 3 συνάντησε στο αρχονταρίκι τον Πατέρα Ειρηναίο, ο οποίος του ζήτησε να τον εξομολογήσει. Ο ίδιος αρνήθηκε και ζήτησε να συναντήσει τον γιο του, τον οποίο και συνάντησε το απόγευμα μέσα στην Εκκλησία. Διέκρινε στο πρόσωπο του προβληματισμό, σύγχυση, ανησυχία και προσποιητή απουσία συναισθημάτων. Μετά το δείπνο, ο γιος του τους επισκέφθηκε στο δωμάτιο τους. Επέμενε ότι από μόνος του αποφάσισε να μπει στην Εναγόμενη 3, εκτελώντας το θέλημα του Θεού. Την επόμενη ημέρα, στο γραφείο του Εναγομένου 2, τον παρακάλεσε να αφήσει το γιο του να τελειώσει τις σπουδές του, να ωριμάσει και μετά να αποφασίσει ο ίδιος ό,τι θέλει. Ο Εναγόμενος 2 του απάντησε σε έντονο ύφος ότι ο γιος του είναι ενήλικας, μπορεί να κάνει ό,τι θέλει και οργισμένος τον ρώτησε: «Γιατί αντιτίθεσαι κ. XXXXX, ο μοναχισμός είναι προστυχιά;» και στη συνέχει «Μην ανησυχείς κ. XXXXX, και εγώ θα κτίσω παλατάκι για το γιο σου». Τον παρακάλεσε να αφήσει το γιο του να πάει στη Θεσσαλονίκη για να συναντήσει τη μητέρα του που ήταν πολύ στενοχωρημένη και αυτός του απάντησε ότι εναπόκειτο στον ίδιο το γιο του να αποφασίσει και του υποσχέθηκε ότι θα τον συμβούλευε να το πράξει. Ωστόσο, την επόμενη ημέρα ο γιος του του απάντησε αρνητικά. Προτού αναχωρήσει από την Εναγόμενη 3, πρότεινε στο γιο του να του δώσει χρήματα, κινητό τηλέφωνο και να φύγει για να συνεχίσει τις σπουδές του, όμως αυτός αρνήθηκε. Στη Θεσσαλονίκη, την επόμενη ημέρα, επισκέφθηκε το διαμέρισμα του γιου του, όπου διαπίστωσε ότι το κρεββάτι ήταν στρωμένο, τα ρούχα απλωμένα για στέγνωμα, η τηλεόραση, το ραδιόφωνο και η κιθάρα του, ως και ρούχα καινούρια με τις εμπορικές ετικέτες, στοιχεία που έδειχναν ότι θα επέστρεφε και δεν θα έμενε στην Εναγόμενη
  6. Όταν επέστρεψε στην Κύπρο, έστειλε επιστολές στον Υπουργό Εξωτερικών, Πρόεδρο Βουλής και στον Οικουμενικό Πατριάρχη (τεκμήρια 11 και 12). Στις 10.3.02 πήγε στη Θεσσαλονίκη με σκοπό να επισκεφθεί το Άγιο Όρος. Συναντήθηκε με τον φοιτητή XXXXX, φίλο του γιου του, ο οποίος του ανέφερε ότι η συμπεριφορά του γιου του, από όταν άρχισε να επισκέπτεται την Εναγόμενη 3, άλλαζε σταδιακά και διακρινόταν από εκδήλωση θρησκευτικού φανατισμού. Του ανέφερε επίσης ότι ο ιερέας Παπαδημήτρης έπαιξε σημαντικό ρόλο στον επηρεασμό του γιου του, διότι τον κατηχούσε συνεχώς. Στα πλαίσια της κατήχησης, είχαν ακούσει μαζί ηχογραφημένη συζήτηση μεταξύ του σατανά και ενός πνευματικού. Του ανέφερε επίσης ότι και ο ίδιος είχε μπει στην Εναγόμενη 3 για να μονάσει, όμως τον μετάπεισε ο πατέρας του και έφυγε. Τέλος, του είπε ότι ήταν πολύ δύσκολο να αλλάξει τη γνώμη του γιου του γιατί τον είχαν κάμει να βλέπει τον ίδιο (τον ΜΕ1) ως τον μεγαλύτερο του εχθρό. Στις 12.3.02 συνάντησε τον γιο του στην Εναγόμενη
  7. Προσπάθησε ξανά να τον πείσει να φύγει από την Εναγόμενη 3 για να συνεχίσει τις σπουδές του, όμως αντέδρασε και του είπε ότι η οικογένεια τους είναι αμαρτωλή και μπήκε στην Εναγόμενη 3 υπακούοντας το θέλημα του Θεού. Του είπε επίσης ότι ο Εναγόμενος 2 είναι χαρισματικός και διορατικός και θα τον βοηθήσει να γίνει άγγελος και άγιος. Του ζήτησε επίσης να εξομολογηθεί, κάτι το οποίο αποδέχθηκε για να μην τον στεναχωρέσει. Στις 14.3.02 συναντήθηκε με τον Πατέρα Ειρηναίο. Αυτός του είπε ότι εξομολογούσε το γιο του, τον συμβούλευε στα προσωπικά του θέματα και άκουε την άποψη του προτού πάρει τελικές αποφάσεις. Αυτός είναι που του είπε ότι είχε τάση για μοναχισμό, ότι έπρεπε να διακόψει το σοβαρό δεσμό του με μια κοπέλα και αυτός είναι που τον έστειλε στον Γέροντα Αμβρόσιο στην Αθήνα, για να τον συμβουλευθεί. Τελικά αυτός συμβούλευσε το γιο του να συμπληρώσει τις σπουδές του, να ωριμάσει και αν θέλει μετά να γίνει μοναχός, όμως ο Εναγόμενος 2 είχε αντίθετη άποψη και επέμενε να μπει αμέσως στην Εναγόμενη 3 γιατί διέβλεπε θεία κλήση και ένας καλός μοναχός δεν χρειάζεται πτυχίο μαθηματικών. Στις 19.3.02, ο γιος του τον επισκέφθηκε στο δωμάτιο του και του ανέφερε ότι όταν μπήκε στην Εναγόμενη 3 για πρώτη φορά, έμαθε για τον Θεό και την εκκλησία και σταδιακά ενδιαφέρθηκε για το μοναχισμό. Του είπε επίσης ότι ο Πατέρας Ειρηναίος του είχε πει ότι έχει κλίση και είναι θέλημα Θεού να γίνει μοναχός και η προσευχή θα σώσει την ψυχή του. Στις 20.3.02 τον επισκέφθηκε ξανά ο γιος του στο δωμάτιο του. Κλαίγοντας έπεσε στα πόδια του και τον παρακάλεσε να φύγει μαζί του για να συνεχίσει τις σπουδές του. Αυτός του απάντησε «παπά άφησ' με και δεν μπορώ». Στις 27.5.02 επισκέφθηκε για 3η φορά την Εναγόμενη
  8. Συναντήθηκε με τον γιο του στο δωμάτιο του και του ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 2 είναι καλός μαζί του, δεν τον πιέζει και δεν τον φοβίζει. Όταν του ζήτησε ξανά να φύγει για να ολοκληρώσει τις σπουδές του, αυτός του απάντησε ότι η πνευματική λογική επιβάλλεται από τον «γέροντα» μέσω της υπακοής. Το βράδυ συνάντησε στο διάδρομο τον Εναγόμενο 2 ο οποίος του παραπονέθηκε γιατί δεν πήγε να τον χαιρετήσει. Του απάντησε ότι το μόνο που ήθελε ήταν να αφήσει το γιο του να φύγει από την Εναγόμενη 3 και να συνεχίσει τις σπουδές του. Ο Εναγόμενος 2 του είπε ότι αν θέλει ο γιος του, μπορεί να φύγει και αυτός του απάντησε ότι ο γιος του τελεί υπό καθεστώς τυφλής υπακοής και για να φύγει χρειάζεται την ευλογία του. Στις 8.8.02 επισκέφθηκε την Εναγόμενη 3 για 4η φορά. Όταν μπήκε στο αρχονταρίκι, συνάντησε το γιο του ντυμένο με τα ράσα, μετά από 9 μήνες και του είπε: «Πρόσεξε γιατί με τη ρασοφορία, σου έβαλαν την μια χειροπέδη, με τη μοναχική κουρά θα σου βάλουν και τη δεύτερη χειροπέδη και θα δυσκολευτείς πολλά να γλυτώσεις». Του ανέφερε επίσης ότι η μάνα του ήταν πολύ άρρωστη και ήθελε να τον δει και αυτός του απάντησε ότι δεν μπορούσε να φύγει από την Εναγόμενη 3, χωρίς άδεια από τον Εναγόμενο
  9. Την επόμενη ημέρα συνάντησε τον Εναγόμενο 2 στην αυλή της εκκλησίας. Του ζήτησε να αφήσει το γιο του να επισκεφθεί τη μάνα του στην Κύπρο που είναι σοβαρά άρρωστη. Αυτός του απάντησε ότι έλεγε ψέματα. Εκνευρίστηκε και του είπε: «Είσαι αιρετικός, άθεος και αντίχριστος και έκαμες το μοναστήρι ξενοδοχείο πέντε αστέρων και τα παιδιά του κόσμου άμισθους υπηρέτες». Τότε ο Εναγόμενος 2 έχασε την ψυχραιμία του και τον απείλησε ότι δεν θα τον άφηνε ξανά να μπει στην Εναγόμενη
  10. Βγήκε έξω από την Εναγόμενη 3 και κάλεσε τον γιο του να φύγει μαζί του και να επισκεφθεί την άρρωστη μητέρα του που ήθελε να τον δει. Ο γιος του του είπε να τον αφήσει διότι δεν μπορούσε να φύγει. Στις 28.8.02 απέστειλε επιστολή (τεκμήριο 17) με γραπτό αίτημα για έκδοση διαμονητήριου, ώστε να καταστεί δυνατή η είσοδος του στο Άγιο Όρος και η επίσκεψη του στην Εναγόμενη 3 για συνάντηση με το γιο του, όμως ο Εναγόμενος 2 αρνήθηκε να ανταποκριθεί. Αφού συμβουλεύθηκε δικηγόρο στην Αθήνα, τον Ιανουάριο 2003 κατέθεσε την αγωγή 1144/03 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής με αίτημα για ασφαλιστικά μέτρα που αφορούσαν τη μη τέλεση της κουράς και την έξοδο του γιου του στη Θεσσαλονίκη μια φορά το μήνα για συνάντηση με τη μάνα του. Το αίτημα όμως απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με απόφαση του ημερομηνίας 6.10.03 (τεκμήριο 20), την οποία δεν εφεσίβαλε. Τον Απρίλιο του 2003, ο γιος του του τηλεφώνησε και του ζήτησε επίμονα να αποσύρει την πιο πάνω αίτηση, διαφορετικά δεν επρόκειτο να του ξαναμιλήσει. Επίσης τον ενημέρωσε ότι πριν λίγες μέρες είχε γίνει η τελετή της κουράς και ήταν πλέον μοναχός. Μετά από λίγες ημέρες επικοινώνησε τηλεφωνικώς ο Εναγόμενος 2 με τη σύζυγο του και της είπε: «Τι πήγατε και κάματε, δεν θα καταφέρετε τίποτε και θα ρεζιλευτείτε. Και εσύ ως μάνα δεν σκέφτηκες και στενοχώρησες το παιδί σου, ενώ ήταν ευτυχισμένο. Αν δεν αποσύρεις την αγωγή, δεν θα σου ξαναμιλήσει το παιδί σου». Η σύζυγος του, του απάντησε ότι είναι αδιανόητο ως άνθρωπος του Θεού να μην αφήσει το γιο της να της μιλήσει ξανά και αυτός της έκλεισε το τηλέφωνο. Στις 26.10.03, επισκέφθηκε την Ιερά Μονή Προδρόμου στο Μέσα Ποταμό. Κατά τη συνάντηση του με τον Εναγόμενο 2, επανέλαβε το πάγιο αίτημα του να επιτρέψει στο γιο του να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Αυτός επανέλαβε ότι εναπόκειται στο γιο του να αποφασίσει και του απάντησε ότι ο γιος του ως υποτακτικός, εκτελεί τις δικές του οδηγίες. Τον Οκτώβριο του 2004, μετά από παρέμβαση της κας XXXXX Παπαδοπούλου, συζύγου του Προέδρου της Δημοκρατίας και του Αρχιεπισκόπου Κύπρου, ο Εναγόμενος 2 επέτρεψε στο γιο του να βγει για δύο ημέρες στο Κονάκι της Εναγομένης 3 στη Θεσσαλονίκη, όπου τον συνάντησε μαζί με τη μητέρα του, η οποία δεν τον είχε δει για 3 χρόνια. Επανέλαβε την παράκληση του να ολοκληρώσει τις σπουδές του, όμως αυτός απάντησε ότι δεν θέλει να σπουδάσει. Στις 14.11.07, μετά από διευθετήσεις του Μητροπολίτη Πάφου, συνάντησε τον Εναγόμενο 2 εντός της εκκλησίας Αγίου Κενδέα Πάφου. Ο Εναγόμενος 2 μόλις τον είδε ξαφνιάστηκε και απευθυνόμενος στον Μητροπολίτη, είπε ότι είχε ξεπεράσει όλους τους γονιούς σε αντιδράσεις, δημιούργησε σύνδεσμο και τον κατηγορεί για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτός του απάντησε ότι εναπόκειτο στον ίδιο να διευθετήσει εγγραφή του γιου του στη Θεολογική Σχολή. Η απάντηση του Εναγομένου 2 ήταν ότι εναπόκειται στο γιο του να αποφασίσει. Στις 10.5.08 ζήτησε τηλεφωνικώς από το γιο του να τηλεφωνήσει στη θεία του που ήταν ετοιμοθάνατη. Αν και υποσχέθηκε στη μητέρα του ότι θα το πράξει, δεν το έκαμε και μετά από 20 μέρες η θεία του απεβίωσε. Στις 23.5.08 ενημέρωσε το γιο του για το θάνατο της θείας του και αυτός του είπε ότι προσευχήθηκε για τη θεία του. Όταν του είπε να σταματήσει να υπακούει τυφλά στον Εναγόμενο 2, αυτός του έκλεισε το τηλέφωνο. Περί τα μέσα Αυγούστου 2011, μετά από δικό του αίτημα και έγκριση του Εναγομένου 2, συνάντησε το γιο του, μαζί με τη σύζυγο του στο Κονάκι της Εναγομένης 3 στη Θεσσαλονίκη για 2 ημέρες. Ο γιος του, του πρότεινε να σπουδάσει Θεολογία και αυτός να αποσύρει την παρούσα αγωγή. Αμέσως συμφώνησε και του υποσχέθηκε ότι με την εγγραφή του στη Θεολογική Σχολή, αυτός αμέσως θα απέσυρε την αγωγή. Μετά από 10 ημέρες, ο γιος του τηλεφωνικώς του είπε ότι ο Εναγόμενος 2 και οι Πατέρες έκριναν ότι ένας μοναχός δεν χρειάζεται πτυχίο Θεολογίας και άρα η πρόταση του δεν ισχύει. Τον Αύγουστο 2013, μετά από δικό του αίτημα και έγκριση του Εναγομένου 2, όλη η οικογένεια συνάντησε το γιο του στο Κονάκι της Εναγομένης 3, στη Θεσσαλονίκη. Ο γιος του επέμενε φορτικά να συζητήσουν το θέμα της αγωγής και τον πίεζε να την αποσύρει. Του απάντησε ότι την ευθύνη τη φέρει ο Εναγόμενος 2 που απέρριψε τη συμβιβαστική πρόταση. Τότε ο γιος του τον κάλεσε να σταματήσει να αντιδρά γιατί «όποιος πολεμά τον Εναγόμενο 2, παθαίνει καρκίνο». Αν και του υποσχέθηκε ότι θα έτρωγαν όλοι μαζί σε εστιατόριο, την επόμενη ημέρα υπαναχώρησε και αρνήθηκε. Τον Αύγουστο 2015 όλη η οικογένεια συνάντησε το γιο του στο Κονάκι της Εναγομένης 3, στη Θεσσαλονίκη για 2 ημέρες. Ο γιος του, του ζητούσε επιτακτικά να αποσύρει την αγωγή και αυτός του απάντησε ότι θα το έπραττε μόνο εάν ξεκινούσε τη φοίτηση του στη Θεολογική Σχολή. Το δεύτερο βράδυ, ο γιος του αποχαιρετώντας τους, ανέφερε ότι είχε μπει στην Εναγόμενη 3 με τη δική του θέληση και ότι είναι ευτυχισμένος. Τους ζήτησε να μην επιμένουν να φύγει, διότι αν το πράξει θα είναι δυστυχισμένος. Από τον Αύγουστο 2015 μέχρι και τον Νοέμβριο 2016 δεν είχαν καμιά επικοινωνία με τον γιο του, πέραν των τυπικών τηλεφωνημάτων που γίνονταν μετά παρέλευση 3 μηνών. Τον Νοέμβριο 2016 σε τηλεφωνική επικοινωνία με το γιο του, του επανέλαβε ότι για τη μη απόσυρση της αγωγής ευθύνεται ο Εναγόμενος 2 γιατί απέρριψε τη συμβιβαστική πρόταση του. Τότε ο γιος του τον εκβίασε ότι αν δεν αποσύρει την αγωγή, δεν πρόκειται να του ξαναμιλήσει. Στη συνέχεια όμως, του είπε ότι τον αγαπά, όμως επανήλθε δριμύτερος λέγοντας του «άκου τη φωνή μου για τελευταία φορά» και του έκλεισε το τηλέφωνο απότομα. Ισχυρίστηκε ότι από την ημέρα που ο γιος του μπήκε στην Εναγόμενη 3, η οικογένεια του καταστράφηκε. Ο γιος του ουδέποτε επισκέφθηκε την οικογένεια του στην Κύπρο, με εξαίρεση την ομαδική επίσκεψη στις 17.9.17, μετά από 20 χρόνια και διάρκεσε μόνο 20 ώρες. Δεν παρέστη στο γάμο του αδελφού του, δεν τον συνεχάρηκε, δεν επικοινώνησε ποτέ Χριστούγεννα ή Πάσχα και η μητέρα του τον είδε μετά από 7 χρόνια, δηλαδή από το 2004 μέχρι το
  11. Κατέθεσε ως τεκμήριο 13, δέσμη επιστολών που απέστειλε στον Εναγόμενο 2, ο οποίος αποφεύγει να του απαντήσει. Επίσης αρνήθηκε, παρά τα γραπτά και προφορικά διαβήματα του, να επιτρέψει στο γιο του να επισκεφθεί την οικογένεια του, με εξαίρεση την ομαδική επίσκεψη τον Σεπτέμβριο του
  12. Ισχυρίστηκε ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 είχαν άμεση σχέση με σειρά γεγονότων που έλαβαν χώρα από τον Νοέμβριο 2000 μέχρι τον Νοέμβριο 2001 που ο γιος του μπήκε μυστικά στην Εναγόμενη 3, κατά την οποία χρονική περίοδο, υπήρξε οργανωμένη, σταδιακή και επίμονη άσκηση ηθικής, πνευματικής και ψυχολογικής βίας εκ μέρους τους, με σκοπό την ανεπίτρεπτη διανοητική χειραγώγηση (mind control) του γιου του στο καθεστώς του μοναχισμού (τεκμήριο 3). Ο γιος του, περί το τέλος Νοεμβρίου 2001, δεν αποφάσισε αυτόβουλα να εγκαταλείψει τις σπουδές και την οικογένεια του, αλλά εξαναγκάστηκε από τον Εναγόμενο 2 να παραμείνει στην Εναγόμενη 3 για δοκιμασία. Όπως του είπε ο γιος του, στην παρουσία του Εναγομένου 2 αναδύθηκε καπνός από το δισκοπότηρο, γεγονός που ερμήνευσε ο Εναγόμενος 2 σαν σημάδι της θείας κλήσης για ένταξη του στον μοναχισμό. Κατέθεσε ως τεκμήρια 4, 5 και 6 βιβλία προγράμματος μελέτης που υποδεικνύουν τεχνικές μύησης στο μοναχισμό, υπό το καθεστώς των οποίων τέθηκε και ο γιος του. Κατά την περίοδο της δοκιμασίας, δηλαδή 14 μηνών από τον Δεκέμβριο 2001 μέχρι Απρίλιο 2003 που έγινε η κουρά, ουδέποτε δόθηκε ευκαιρία στο γιο του να προβληματιστεί αν ήθελε να φύγει ή να παραμείνει στην Εναγόμενη
  13. Αναφέρθηκε στις απαγορεύσεις και περιορισμούς που επιβάλλονται στους μοναχούς και στο γιο του, με βάση τον Καταστατικό Χάρτη του Αγίου Όρους (τεκμήριο 18) και τον Εσωτερικό Κανονισμό της Εναγομένης 3 (τεκμήριο 7), ως και στην Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (τεκμήριο 19) ημερομηνίας 4.4.17 σε σχέση με την περιουσία που κληροδοτείται σε μοναχούς. Με την τελετή της μοναχικής κουράς, ο γιος του έδωσε τον μοναχικό όρκο που περιλαμβάνει τις δεσμεύσεις παραμονής στο μοναστήρι μέχρι τελευταίας πνοής, υπακοή στο Γέροντα μέχρι θανάτου, παρθενία, σωφροσύνη, ακληρία και αποκήρυξη όλων των συγγενών του (τεκμήριο 8). Οι φοβίες, απειλές και εκβιασμοί των Εναγομένων 2 και 3, αφαίρεσαν από το γιο του οποιαδήποτε δυνατότητα για απόφαση να εγκαταλείψει την Εναγόμενη 3 και τον μοναχισμό. Λόγω των ενεργειών και παραλείψεων των Εναγομένων, ανατράπηκε η φυσιολογική πορεία ολόκληρης της οικογένειας του και επηρεάστηκε σοβαρά τη υγεία του, ως και η υγεία της συζύγου του. Όταν αποτάθηκε στις αρμόδιες αρχές του κράτους (τεκμήριο 14), τον αντιμετώπισαν αρνητικά και με αδιαφορία για τη λήψη των αναγκαίων διορθωτικών μέτρων. Ο γιος του λόγω του καθεστώτος υπακοής του μοναχικού όρκου, δεν έχει τη δυνατότητα να φύγει από την Εναγόμενη 3 χωρίς γραπτή άδεια των Εναγομένων 2 και 3 και η συμπεριφορά του άλλαξε λόγω της οργανωμένης, σταδιακής και επίμονης άσκησης ηθικής, πνευματικής και ψυχολογικής βίας των Εναγομένων 1, 2 και 3, με σκοπό τον ανεπίτρεπτο προσηλυτισμό του στο καθεστώς του μοναχισμού [τεκμήρια 15 (α) και 15 (β)]. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι είναι 72 ετών, συνταξιούχος και Χριστιανός Ορθόδοξος. Πιστεύει στον Θεό και γενικότερα αποδέχεται ως θεσμό τον Ορθόδοξο μοναχισμό. Συναντήθηκε με τον Εναγόμενο 1 τρεις φορές, όμως συνομίλησε κατ' ιδίαν μαζί του μόνο μια φορά για 15 λεπτά περίπου και του ζήτησε να παρακαλέσει τον Εναγόμενο 2, να αφήσει το γιο του να τελειώσει τις σπουδές του και μετά να κάμει ό,τι θέλει. Επανέλαβε όσα ανέφερε σχετικά στην κυρίως εξέταση του και ανέφερε ότι αποκόμισε μια πολύ κακή εικόνα για τον Εναγόμενο 1, διότι δεν έτυχε της κατανόησης του και της συμπόνιας του και ούτε καν προσπάθησε να τον καθησυχάσει. Γνωρίζει μέσω του γιου του, ότι τον Ιούλιο 2001 και πριν την είσοδο του στην Εναγόμενη 3, είχε συναντήσει τον Εναγόμενο 1 στη Μονή Μαχαιρά όπου διανυκτέρευσε και τον είχε χαρακτηρίσει ως πολύ καλό και χαρισματικό Γέροντα. Αυτή ήταν η μοναδική συνάντηση του γιου του με τον Εναγόμενο 1 και δεν γνωρίζει τη διάρκεια της, το περιεχόμενο της, ούτε και αν υπήρχαν άλλοι παρευρισκόμενοι. Επίσης δεν γνωρίζει αν υπάρχει οποιαδήποτε μορφή επικοινωνίας μεταξύ του γιου του και του Εναγομένου
  14. Ανέφερε ότι είναι Πρόεδρος του Συνδέσμου Συγγενών Μοναχών και ισχυρίσθηκε ότι δέχθηκε τρομερή πίεση από το γιο του για να αποσυρθεί από τον Σύνδεσμο, απειλώντας τον ότι αν δεν αποσυρθεί, δεν θα του ξαναμιλήσει. Είναι δέκτης πολλών εκβιασμών και απειλών, μέσω του γιου του, από τον Εναγόμενο
  15. Από την καταχώρηση της αγωγής το 2010, συνάντησε το γιο του το 2011, 2012, 2013 και 2014, δηλαδή σε 4 επισκέψεις στην Εναγόμενη 3 και το 2011, 2013 και 2015 στο Κονάκι της Εναγομένης 3 στη Θεσσαλονίκη. Τον συνάντησε και τον Σεπτέμβριο του 2017 στην Κύπρο για 20 ώρες, μετά από 17 χρόνια. Από το 2010 και μέχρι σήμερα ουδέποτε του απαγορεύθηκε να επισκεφθεί το γιο του στην Εναγόμενη
  16. Ο γιος του (πάτερ Πανάρετος), όταν εισήλθε στην Εναγόμενη 3, ήταν ενήλικας 23 χρονών, αποφοίτησε από το Λύκειο με διαγωγή κοσμιοτάτη, χωρίς ψυχολογικά προβλήματα και φοίτησε στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Στα παιδικά και εφηβικά του χρόνια ήταν πολύ δραστήριος, κοινωνικός, ασχολείτο με αθλήματα και μουσική, έξυπνος και καλός μαθητής. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία ως έφεδρος αξιωματικός και δεν είχε κανένα πρόβλημα προσαρμογής στο στράτευμα. Ελεύθερα και από μόνος του επέλεξε ως κλάδο σπουδών τα μαθηματικά και ήταν ισχυρή και δυναμική προσωπικότητα. Μέχρι την ηλικία των 12 χρονών πήγαινε στο κατηχητικό, κατασκηνώσεις με το κατηχητικό, όμως δεν εκκλησιαζόταν συχνά, παρά μόνο 1-2 φορές το χρόνο και κυρίως το Πάσχα. Ουδέποτε δημιούργησε προβλήματα και δυσκολίες στην οικογένεια του, ούτε και κηρύχθηκε ανίκανο πρόσωπο με βάση το Νόμο. Συνεπώς, έχει την ευχέρεια να διαχειρίζεται ελεύθερα τα προσωπικά του θέματα, όχι όμως τη συγκεκριμένη περίπτωση. Η είσοδος του στην Εναγόμενη 3 και η μοναχική κουρά ήταν μια μη αναστρέψιμη κατάσταση που δέσμευε τη ζωή του ισόβια και δεν έγινε με την ελεύθερη βούληση του, αλλά του επιβλήθηκε και προηγήθηκε ένας χρόνος διανοητικής χειραγώγησης του. Ισχυρίσθηκε ότι ο Εναγόμενος 1 είχε ισχυρή πνευματική σχέση με τον Εναγόμενο 2 και αυτοί οι δύο συνεργάζοντο ως ομάδα, μαζί με τον Πάτερ Παπαδημήτρη, ο οποίος ήταν ιερέας και τον επέβαλαν στο γιο του ως συγκάτοικο του. Αυτοί συνεργάστηκαν επίσης με τους νέους φίλους του γιου του, τον XXXXX Ματθαίου και XXXXX Κούλουμο και όλοι ήταν της ίδιας Μονής. Αυτοί όλοι ενήργησαν σαν ομάδα και ο Εναγόμενος 1 είχε ως συνεργάτες του, τους νέους φίλου του γιου του, οι οποίοι μετέφεραν μηνύματα και ασκούσαν έλεγχο και πληροφόρηση στο γιο του. Αυτοί οι άνθρωποι, εδώ και χρόνια λειτουργούν με μυστικοπάθεια και αποτελούν ένα κύκλωμα στρατολόγησης μοναχών. Απέστειλε την επιστολή ημερομηνίας 24.9.02 στον Γενικό Εισαγγελέα (τεκμήριο 14) στην οποία έλαβε τη συνημμένη απάντηση. Το παράπονο του από τον Εναγόμενο 4 είναι ότι δεν διερεύνησε τις καταγγελίες του. Ισχυρίστηκε ότι με βάση τους μοναστηριακούς κανόνες, οποιαδήποτε περιουσία αποκτήσει μοναχός μετά την κουρά, αμέσως αποκτάται από τη Μονή και γνωρίζει τη σχετική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Διαφώνησε με υποβολή ότι ο γιος του εκούσια, συνειδητοποιημένα και παντελώς ελεύθερα αποφάσισε να ακολουθήσει τον μοναχισμό. Αντίθετα, ισχυρίστηκε ότι ο γιος του ζει σε ένα περιβάλλον που τελεί κάτω υπό καθεστώς απόλυτης υπακοής. Επέμενε ότι ο XXXXX Κούλουμος ήταν συνεργάτης με τον Εναγόμενο 2, εκτελούσε συγκεκριμένες οδηγίες και με την υπόλοιπη ομάδα εφάρμοσαν το σχέδιο για τη διανοητική χειραγώγηση του γιου του. Ο γιος του διέμενε στη Θεσσαλονίκη με δύο φοιτητές από τη Λεμεσό και όπως ενημερώθηκε από δύο φίλους του γιου του - μετά την είσοδο του στην Εναγόμενη 3 - διατηρούσε σοβαρό δεσμό με μια κοπέλα. Ο ένας από αυτούς είναι ο XXXXX Πετρίδης (ΜΕ2) ο οποίος του τηλεφώνησε τον Δεκέμβριο 2001 και ο άλλος ο XXXXX, με τον οποίο συναντήθηκε τον Μάρτιο
  17. Δεν γνωρίζει το όνομα της κοπέλας, ούτε και ενδιαφέρθηκε να το μάθει. Ο ΜΕ2 προσπάθησε την Άνοιξη 2003 να εντοπίσει την κοπέλα, όμως δεν τα κατάφερε. Κατ' εκείνο το χρόνο, θεώρησε το συγκεκριμένο θέμα επουσιώδες για να ασχοληθεί. Ανέφερε ότι η διαδικασία χειραγώγησης του γιου του διάρκεσε ένα χρόνο, από τον Νοέμβριο 2000 μέχρι τον Νοέμβριο
  18. Άρχισε με την εξομολόγηση του γιου του ως το πρώτο στάδιο και συνέχισε η απαξίωση της οικογένειας του, θεωρώντας τους γονείς του ως αμαρτωλούς. Μάλιστα τον Μάρτιο 2002, όταν επισκέφθηκε την Εναγόμενη 3 για 2η φορά, ο γιος του του είπε «παπά είμαι αμαρτωλός, η οικογένεια μας είναι όλη αμαρτωλή». Όταν άρχισε η χειραγώγηση του γιου του ήταν 22 ετών και όταν μπήκε στην Εναγόμενη 3, ήταν 23 χρονών. Η περίοδος δοκιμασίας του γιου του διάρκεσε 16 μήνες, παρόλο που με βάση την πρώτη Ιερά Οικουμενική Σύνοδο, απαραίτητα θα πρέπει να διαρκεί 3 χρόνια. Επομένως η πράξη του Εναγομένου 2 να προχωρήσει σε κουρά του γιου του ήταν παράτυπη και παράνομη. Κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας του γιου του, τον επισκεπτόταν κάθε δύο μήνες, δηλαδή τον Δεκέμβριο 2000, τον Μάρτιο, τον Μάιο και τον Αύγουστο 2001, όμως δεν κατάφερε να τον πείσει να επιστρέψει στο πανεπιστήμιο και να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Το καλοκαίρι του 2001, όταν ο γιος του επισκέφθηκε την Κύπρο, είχε διαπιστώσει έκδηλο τον φανατισμό του σε θέματα θρησκείας, τηρούσε αυστηρά τη νηστεία και ακραίες εθνικιστικές θέσεις. Ο λόγος που καταχώρισε την αγωγή είναι γιατί δεν άφησαν το γιο του να ολοκληρώσει τις σπουδές του, ως και γιατί τελεί υπό καθεστώς τυφλής υπακοής στον Εναγόμενο
  19. Γνωρίζει ότι κατά τη διαδικασία της μοναχική κουράς, ο μοναχός παίρνει 3 όρκους, της ακτημοσύνης, υπακοής και παρθενίας, ως και της παραμονής στο μοναστήρι μέχρι τελευταίας αναπνοής. Μετά την τέλεση της μοναχικής κουράς, είναι τόσο ισχυρός ο πνευματικός δεσμός, που δημιουργεί φοβίες και είναι πολύ δύσκολο για κάποιο μοναχό να αποφασίσει να φύγει από το μοναστήρι. Επίσης ο μοναχός πρέπει να πεθάνει, με βάση τους κανόνες του μοναχισμού, με το ράσο και αποτελεί κώλυμα τέλεσης θρησκευτικού γάμου. Ισχυρίστηκε ότι ο γιος του ήταν εντελώς αμόρφωτος σε θέματα θρησκείας και παρέμεινε υπάκουος στον Εναγόμενο 2 ο οποίος θεωρείται πνευματικός, είναι ο ηγούμενος της Εναγομένης 3, με αρκετές διασυνδέσεις με πολιτικούς και δεν είναι ένας απλός άνθρωπος. Η χειραγώγηση του γιου του έγινε σταδιακά από ομάδα ανθρώπων και ο Εναγόμενος 2 ήταν ένας από τους ηγέτες. Ο Παπαδημήτρης, ο XXXXX Κούλουμος, ο XXXXX Ματθαίου είχαν ως πυρήνα τον Εναγόμενο 2 και αυτοί βρίσκονταν στον περίγυρο του. Όταν επισκέφθηκε την Εναγόμενη 3 τον Δεκέμβριο 2001, λίγες μέρες μετά που ο γιος του μπήκε στην Εναγόμενη 3, συνάντησε τον XXXXX Κούλουμο, τον ρώτησε γιατί δεν μπήκε και αυτός στο μοναστήρι. Αυτός του απάντησε «ο γιος σου είναι παλικάρι, αντέχει, εγώ ήμουν αδύνατος και γι' αυτό έφυγα». Τον Μάρτιο 2002 συνάντησε στην Εναγόμενη 3, τον Παπαδημήτρη, ο οποίος βρισκόταν εκεί ως επισκέπτης. Τον παρακάλεσε να μιλήσει στο γιο του για να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Αυτός του απάντησε «ο γιος σου επηρεάστηκε από τον Γέροντα Εφραίμ και δεν ακούει σε κανένα». Ο ίδιος δεν αντιτίθεται στον μοναχισμό αλλά στους ανθρώπους που είχαν σχέση με τη χειραγώγηση του γιου του. Στις επισκέψεις του, τα πρώτα 5 χρόνια προσπαθούσε να πείσει το γιο του να ολοκληρώσει τις σπουδές του στα μαθηματικά. Στη συνέχεια τον παρότρυνε να σπουδάσει θεολογία και πάντοτε φεύγοντας από το μοναστήρι τον αποχαιρετούσε λέγοντας του: «Γιε μου, η πόρτα του σπιτιού σου είναι ανοικτή όποτε αλλάξεις γνώμη». Ισχυρίστηκε ότι από την είσοδο του γιου του στην Εναγόμενη 3, άλλαξε συμπεριφορά και χαρακτήρα και δεν έχει δικαίωμα να φύγει από την Εναγόμενη 3, αφού σε τέτοια περίπτωση, επιβάλλονται ποινικές κυρώσεις. Με την παρούσα αγωγή, αυτό που ζητά είναι να έχει ο γιος του την ευκαιρία να προβληματιστεί ελεύθερα, μακριά από το μοναστήρι και να πάρει οποιαδήποτε απόφαση χωρίς επηρεασμό και παρέμβαση από οποιονδήποτε. Δηλαδή, ζητά από το Δικαστήριο να διατάξει το γιο του να φύγει από το μοναστήρι, να τελειώσει τις σπουδές του και να έρθει στο σπίτι του, για όσο χρόνο χρειάζεται να προβληματιστεί και να αποφασίσει αν θα επιστρέψει στο μοναστήρι. Ο ΜΕ2 γνωρίζει τον XXXXX Νεάρχου με τον οποίο ήταν συμμαθητές από το Δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο. Έκτοτε είχε φιλικές σχέσεις μαζί του αλλά και κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής τους θητείας και ενώ ήταν φοιτητές, μέχρι που αυτός αποσύρθηκε στο Άγιο Όρος ως μοναχός. Κατά τη διάρκεια των παιδικών του χρόνων και μέχρι το 2000 - 2001, ο Χρίστος δεν είχε ιδιαίτερα θερμή σχέση με την εκκλησία, δεν εκκλησιαζόταν συχνά και κάποιες φορές πήγαινε μαζί του στο Κατηχητικό. Είχε την τάση να εντυπωσιάζεται έντονα από κάποιους ανθρώπους με έντονη προσωπικότητα, ήταν εξωστρεφής, με πολλούς φίλους, είχε χιούμορ και συνήθως ήταν η ψυχή της παρέας. Ήταν θετικός άνθρωπος και αρκετά ευαίσθητος. Το καλοκαίρι του 2001, μαζί πέρασαν μια ημέρα στην κατασκήνωση της Ιεράς Μητρόπολης Πάφου. Έμειναν μαζί στο ίδιο δωμάτιο και παρατήρησε μεγάλη αλλαγή στη συμπεριφορά του, στον τρόπο σκέψης και στα λόγια του και θεώρησε ότι αυτό οφειλόταν στις επισκέψεις του που έκανε τους προηγούμενους μήνες στο Βατοπαίδι. Αρχές Νοεμβρίου του 2001, ο XXXXX τον επισκέφθηκε στην Αθήνα όπου διέμενε με τη σύζυγο του και τον φιλοξένησαν. Τον ενημέρωσε ότι θα συναντούσε κάποιο γέροντα ο οποίος ήταν διορατικός και τους ζήτησε να πάνε μαζί του. Έτσι όλοι μαζί επισκέφθηκαν τον Γέροντα Αμβρόσιο σε ένα διαμέρισμα στα Ιλίσια. Ήταν ηλικιωμένος, στο κρεββάτι με πιτζάμες και μιλούσε στο τηλέφωνο. Μετά το τηλεφώνημα, συνομίλησαν μαζί του. Ο XXXXX του είπε ότι ήταν από τον Γέροντα Εφραίμ και τον ρώτησε αν ήταν σε θέση να ξέρει αν κάποιος μπορεί να γίνει μοναχός. Ο Γέροντας κοίταξε τον ίδιο και τον υπέδειξε ως άτομο που μπορούσε να γίνει μοναχός. Όταν αυτός του απάντησε ότι ήταν παντρεμένος και του έδειξε τη γυναίκα του, ο XXXXX του είπε «είναι για εμένα που ρωτώ Γέροντα». Τότε ο Γέροντας του απάντησε «ναι, θα γίνεις μοναχός. Να πας στον Εφραίμ και να του πεις ήρθα για να γίνω μοναχός και θα σε λένε XXXXX, εντάξει XXXXX;» Ο XXXXX απάντησε: «XXXXX Γέροντα». Όταν επέστρεψαν στο σπίτι του, σχολίασε στον XXXXX ότι ο Γέροντας «δεν ήταν στα καλά του» και αυτός του απάντησε ότι ήθελε να δοκιμάσει την πίστη τους. Τέλος Νοεμβρίου 2001, είχε εξηγηθεί με τον XXXXX για να φιλοξενήσει τον ίδιο και τη σύζυγο του στο σπίτι του στη Θεσσαλονίκη λόγω της ορκωμοσίας της γυναίκας του. Δυο-τρεις μέρες προτού τον επισκεφθούν, του τηλεφωνούσε όμως δεν υπήρχε απάντηση. Λίγες μέρες μετά, αρχές Δεκεμβρίου, ο πατέρας του XXXXX τον ενημέρωσε ότι ο XXXXX είχε πάει εκείνες τις ημέρες στο Άγιο Όρος και παρέμεινε εκεί ως μοναχός. Έκτοτε ξαναείδε τον XXXXX, με πολλή χαρά και για μια ώρα, τον Σεπτέμβριο του 2017, όταν επισκέφθηκε την Κύπρο για μια ημέρα. Στο ενδιάμεσο, επικοινωνούσε μαζί του μέσω τρίτων προσώπων που επισκέπτονται την Εναγόμενη 3, ενώ ο ίδιος δεν την επισκέφθηκε μέχρι σήμερα λόγω εργασιακών και οικογενειακών συνθηκών. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν συνάντησε ποτέ τον XXXXX στο Άγιο Όρος και δεν γνωρίζει πως ζει εκεί ή αν είναι ευτυχισμένος, εφόσον δεν είχε καμιά επαφή μαζί του όλα αυτά τα χρόνια. Δεν ήταν παρών σε καμιά άλλη συνάντηση του XXXXX με κληρικό ή πνευματικό, εκτός από τον Γέροντα Αμβρόσιο και δεν συνάντησε ποτέ τους Εναγόμενους 1 και
  20. Ο ΜΕ3 είναι ο μικρότερος αδελφός του XXXXX Νεάρχου. Με τον XXXXX, πέραν του αδελφικού δεσμού, είχαν και στενή φιλική σχέση. Ισχυρίστηκε ότι ο XXXXX ήταν πολύ δημοφιλής μεταξύ των φίλων του, εξωστρεφής με πρωτότυπο χιούμορ, αγαπούσε την οικογένεια και τους φίλους τους, του άρεσε η ελληνική ροκ μουσική και ο αθλητισμός. Ήταν πολύ αγαπητός στο αντίθετο φύλο και ενδιαφερόταν πολύ για την εξωτερική του εμφάνιση. Παρακολουθούσε ορισμένα μαθήματα κατηχητικού και εκκλησιαζόταν μερικές φορές το χρόνο. Ο XXXXX διατηρούσε σχέσεις με παιδικούς του φίλους κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας του και φοιτητικής περιόδου και είχαν κοινές εξόδους για διασκέδαση τα βράδια. Μετά τις πρώτες επισκέψεις του XXXXX στην Εναγόμενη 3, οι οποίες άρχισαν τον Νοέμβριο 2000 και ιδιαίτερα μετά το Πάσχα 2001, παρατήρησε σταδιακή αλλαγή στη συμπεριφορά του, όπως τακτικός εκκλησιασμός, αυστηρή νηστεία, αγρυπνίες και μελέτη πατερικών βιβλίων. Αποξενώθηκε από τους παιδικούς του φίλους και εμφανίστηκαν οι νέοι φίλοι του, δηλαδή τα ξαδέλφια XXXXX Κούλουμος και XXXXX Ματθαίου. Μιλούσε πολύ για τον Εναγόμενο 2 και τον Ιερομόναχο Ειρηναίο που τον εξομολογούσε και τους εκθείαζε ως ξεχωριστούς πνευματικούς ανθρώπους. Το καλοκαίρι 2001, ήταν εσωστρεφής και κλεισμένος στον εαυτό του. Αρχές Δεκεμβρίου 2001, ο πατέρας του (ΜΕ1) τον ενημέρωσε τηλεφωνικώς για την είσοδο του XXXXX στην Εναγόμενη 3, κάτι που δεν μπορούσε αρχικά να πιστέψει. Μετά από την έκπληξη των πρώτων μηνών, άρχισε να συνειδητοποιεί ότι ο XXXXX αποξενώθηκε σχεδόν πλήρως από τον ίδιο και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, κάτι που του προκάλεσε μεγάλο πόνο, εφόσον ένιωσε ότι πραγματικά είχε χάσει τον αδελφό του. Για 17 χρόνια, επικοινώνησε με τον αδελφό του τηλεφωνικώς, λίγες φορές και αυτό μετά από αίτημα του ΜΕ1 προς τον Εναγόμενο 2, ο οποίος απαγόρευε την επικοινωνία του XXXXX με τον ίδιο και τον άλλο αδελφό του. Μία εξαίρεση ήταν το τηλεφώνημα του XXXXX προς τον ίδιο, το καλοκαίρι του 2018 μετά την έναρξη της δίκης. Οι γονείς του, μετά την είσοδο του XXXXX στην Εναγόμενη 3, ήταν συγκλονισμένοι, πολύ στενοχωρημένοι και ανήσυχοι για την απρόσμενη αυτή εξέλιξη. Μέχρι σήμερα δεν έχουν ξεπεράσει την αποξένωση του XXXXX και ειδικά η μητέρα του η οποία, λόγω του άβατου του Αγίου Όρους πέρασαν 7 χρόνια να τον δει, με αποτέλεσμα να επηρεασθεί σοβαρά η υγεία της λόγω του συνεχούς άγχους. Οι γονείς του επηρεάστηκαν επίσης από τη συμπεριφορά του Εναγομένου 2, που χαρακτηριζόταν από αλαζονεία και εκβιασμό. Μετά την είσοδο του XXXXX στην Εναγόμενη 3, η μητέρα του ζήτησε από τον XXXXX Κούλουμο, συνεργάτη του Εναγομένου 2, φοιτητή στη Θεσσαλονίκη, να αποστείλει στην Κύπρο τα προσωπικά αντικείμενα του XXXXX. Αυτός την ενημέρωσε ότι είχε ανοίξει το διαμέρισμα του XXXXX και μοίρασε τα ρούχα του, ενώ αυτός ήταν ακόμη δόκιμος μοναχός. Από την είσοδο του XXXXX στην Εναγόμενη 3 τον Νοέμβριο 2001 και μέχρι σήμερα, συνάντησε τον XXXXX τρεις φορές στη Θεσσαλονίκη, δηλαδή Οκτώβριο 2004, Αύγουστο 2013 και Αύγουστο
  21. Τον συναντούσε με όλη την οικογένεια, για ορισμένες ώρες στο Κονάκι, στην παρουσία και άλλων μοναχών. Ενώ αρχικά συμφωνούσε να συναντηθεί με την οικογένεια για φαγητό σε εστιατόριο, στη συνέχεια το ακύρωνε. Η τελευταία φορά που συνάντησε τον XXXXX ήταν τον Σεπτέμβριο 2017, όταν επισκέφθηκε το οικογενειακό τους σπίτι για 20 ώρες, στα πλαίσια οργανωμένης προσκυνηματικής επίσκεψης της αδελφότητας της Μονής, στους Αγίους Τόπους. Όλη η οικογένεια τον υποδέχθηκε με χαρά και αγάπη και απέφυγε οποιαδήποτε συζήτηση μαζί του που πιθανόν να προκαλούσε ένταση και να τον στενοχωρούσε. Τόνισε την απαγόρευση στον XXXXX από τον Εναγόμενο 2 να τηλεφωνήσει στην ετοιμοθάνατη θεία του, παρόλο που ο XXXXX αρχικά είχε συμφωνήσει να το πράξει. Ισχυρίζεται ότι ο XXXXX δύσκολα μπορεί να φύγει από την Εναγόμενη 3 και να εγκαταλείψει τον μοναχισμό, αφού δεσμεύεται από τις πρόνοιες των μοναχικών κανόνων και υπακούει απόλυτα στον Εναγόμενο
  22. Η αποκοπή κα σχεδόν πλήρης αποξένωση του XXXXX από τον ίδιο, επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την προσωπική και οικογενειακή του ζωή και του προκαλεί πόνο από τον Νοέμβριο 2001 μέχρι σήμερα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι χαρακτήρισε τη συμπεριφορά του Εναγομένου 2 ως αλαζονική και εκβιαστική λόγω των πληροφοριών που λάμβανε από τον ΜΕ
  23. Ο ίδιος δεν γνωρίζει τον Εναγόμενο 2 ούτε και επισκέφθηκε ποτέ την Εναγόμενη
  24. Με τον αδελφό του είχε στενή φιλική σχέση και είχαν κοινά ενδιαφέροντα όπως μουσική και φόρμουλα
  25. Πρόσφατα ενημερώθηκε από τον αδελφό του XXXXX, το επίθετο της κοπέλας με την οποία διατηρούσε σοβαρό δεσμό ο XXXXX στην Ελλάδα όταν ήταν φοιτητής, το οποίο είναι «Παπαντωνίου» και κατάγεται από την Πάφο. Όμως γνώριζε για τον δεσμό αυτό πριν 17 χρόνια, πράγμα που ενδεχομένως να πληροφορήθηκε τότε από τους γονείς του ή τον αδελφό του τον Πάρη και ουδέποτε τη γνώρισε. Τόνισε ότι πολύ σπάνια επικοινώνησε με τον αδελφό του XXXXX τηλεφωνικώς και τις ελάχιστες φορές που έγινε αυτό, ήταν όταν ο ΜΕ1 ήταν επισκέπτης στην Εναγόμενη 3, ο οποίος μεσολαβούσε προς τον Εναγόμενο
  26. Συνεπώς θεωρεί ότι υπήρχε απαγόρευση στον XXXXX για να επικοινωνεί μαζί του τηλεφωνικώς. Δεν γνωρίζει αν ο διαμοιρασμός των προσωπικών αντικειμένων του XXXXX στη Θεσσαλονίκη, έγινε με επιθυμία του XXXXX ή με πρωτοβουλία του Κούλουμου. O ME4 είναι κλινικός ψυχολόγος, εγγεγραμμένος στο Συμβούλιο Εγγραφής Ψυχολόγων Κύπρου και εργάζεται στην Κύπρο τα τελευταία 18 χρόνια. Ετοίμασε Ψυχολογική μελέτη σε σχέση με τους παράγοντες που επηρεάζουν και χειραγωγούν την βούληση ενός ατόμου, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου (Έγγραφο Δ). Βασιζόμενος στα γεγονότα της μέχρι τώρα πορείας του XXXXX Νεάρχου, στον τρόπο προσχώρησης του στο μοναχικό σχήμα, στις καταθέσεις μελών της οικογένειας του, στις κλινικές συνεντεύξεις με τους γονείς του, στη μελέτη δικαστικών εγγράφων, στην επιστημονική του κατάρτιση και εμπειρία με παρόμοιες περιπτώσεις, κατέληξε στο λογικό συμπέρασμα ότι η απόφαση του XXXXX Νεάρχου να γίνει μοναχός, δεν ήταν συνειδητή αλλά αποτέλεσμα επηρεασμού της βούλησης του. Ισχυρίστηκε ότι σε αυτή την πιθανότητα συνηγορούν τόσο το ιστορικό του όσο και τα γεγονότα δηλαδή, μη τακτική σχέση του με την εκκλησία, μη τακτική σχέση της οικογένειας του με την εκκλησία, μη ενεργή αναζήτηση της θρησκευτικότητας ή της μοναχικής ζωής, σπουδές σε αντικείμενο μη θρησκευτικού χαρακτήρα (φοιτούσε στη Μαθηματική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου), πλούσια κοινωνική ζωή και με πολλά ενδιαφέροντα (π.χ. μουσική και αθλητισμός), απότομη αλλαγή στη συμπεριφορά, απότομη αλλαγή σε συναναστροφές, εγκατάλειψη των σπουδών του στο τελευταίο έτος, διάλυση σοβαρού δεσμού με κοπέλα, σχεδόν μυστική προσχώρηση στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου χωρίς ενημέρωση της οικογένειας και αποκοπή της σύνδεσης με την οικογένεια. Αυτά τα δεδομένα αφήνουν να αιωρούνται πολλά ερωτηματικά ως προς το συνειδητό της απόφασης του και θεμελιώνουν το λογικό συμπέρασμα ότι η απόφαση του αποτελούσε προϊόν επηρεασμού και όχι συνειδητής βούλησης. Ανέφερε επίσης ότι με τον ίδιο τρόπο που η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί ότι οι άλλες θρησκείες, αιρέσεις, ή καταστροφικές λατρείες επηρεάζουν τους ανθρώπους και ότι οι αποφάσεις αυτών των ανθρώπων είναι προϊόν διανοητικής χειραγώγησης ή επηρεασμού, το λογικό είναι να συμπεράνει κανείς ότι το ίδιο έχει συμβεί και στον XXXXX Νεάρχου. Αφού ο XXXXX Νεάρχου ανέλαβε τη δοτή ομαδική κοινή ταυτότητα, ενδέχεται να παρουσιάσει μεγάλη δυσκολία να «αποπρογραμματιστεί». Όσο περισσότερο χρονικό διάστημα επέλθει από την ανάληψη της δοτής ομαδικής ταυτότητας, τόσο δυσκολότερο είναι για το μέλος της ομάδας να την απωλέσει. Οι δυσκολίες είναι τόσο εκ των έσω όσο και εκ των έξω. Συγκεκριμένα, τα ισχυρά ψυχολογικά δεσμά (π.χ. ενοχές, φοβίες επίθεσης και τιμωρίας, στίγμα της αποτυχίας, απώλεια αγάπης του φαντασιωτικού πατέρα-Γέροντα και της αδελφότητας των πατέρων) σε συνάρτηση με τους αυστηρά περιοριστικούς κανόνες που διέπουν το Μοναχισμό (π.χ. περιορισμοί στην προσωπική επαφή και τηλεφωνική επικοινωνία με τους οικείους του, κατάσχεση ταυτότητας, χρημάτων και ταξιδιωτικών εγγράφων με την ένταξη στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου κλπ), η ασύμμετρη επιρροή αλλά και η μοναχική πραγματικότητα (δηλαδή το ανεξίτηλο του μοναχικού σχήματος) σαφώς επηρεάζουν αρνητικά την ικανότητα για σκέψη, την πιθανότητα να λάβει ανεπηρέαστες και ελεύθερες αποφάσεις και τον «αποπρογραμματισμό» του. Πιστεύει ότι ο XXXXX Νεάρχου για να μπορέσει να δομήσει ξανά την ικανότητα του για σκέψη πρέπει να υπάρχουν ευνοϊκές συνθήκες καθώς και χρόνος και χώρος για σκέψη. Η παραμονή του στην Εναγόμενη 3 και η συμμετοχή του στην καθημερινή ρουτίνα, δεν συνηγορεί στη δημιουργία του κατάλληλου χώρου και δεν δίνεται χρόνος για να επαναλειτουργήσει σταδιακά η σκέψη του. Η δυνατότητα να παρασχεθεί ψυχοθεραπευτική επεξεργασία των κινήτρων του XXXXX Νεάρχου για το μοναχισμό, θα τον βοηθήσει να καταλήξει σε μια συνειδητή, ώριμη και ενημερωμένη απόφαση και όχι υπό τις επιρροές τρίτων, δικής του πιθανής κενής δόξας ή απερίσκεπτου ενθουσιασμού. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι η έκθεση του (Έγγραφο Δ) αφορά τη διαδικασία σκέψης και τους παράγοντες που επηρεάζουν και χειραγωγούν τη βούληση ενός ατόμου. Ωστόσο, δεν γνώρισε τον XXXXX Νεάρχου (Πάτερ Πανάρετο) και ουδέποτε μίλησε μαζί του τηλεφωνικώς. Δεν επισκέφθηκε την Εναγόμενη 3, ούτε και γνώρισε τον Εναγόμενο
  27. Ισχυρίσθηκε ότι έχει επαγγελματική εμπειρία σε παρόμοιες περιπτώσεις δηλαδή γονέων μοναχών που τον επισκέφθηκαν και η παρούσα είναι η 4η περίπτωση. Συνάντησε τους Ενάγοντες αρκετές φορές και κατά τις συναντήσεις του με τον Ενάγοντα 1, είχε διαπιστώσει ότι διακατείχετο από αρκετό άγχος για την κατάσταση του γιου του. Η αναφορά σε «γεγονότα» της παρούσας υπόθεση (παράγραφος 183 του Εγγράφου Δ), αφορά γεγονότα για τα οποία δεν έχει άμεση προσωπική γνώση αλλά γεγονότα που πληροφορήθηκε από τους Ενάγοντες, γονείς του XXXXX Νεάρχου, τον αδελφό του μέσω της γραπτής του δήλωσης και τα δικόγραφα, συμπεριλαμβανομένων και των Υπερασπίσεων. Με βάση τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που του έχουν παραθέσει οι γονείς ή τα δικόγραφα, κατέληξε στο λογικό συμπέρασμα για την απόφαση ή τη σκέψη του XXXXX Νεάρχου, χωρίς να τον έχει συναντήσει και συνομιλήσει μαζί του. Αν και ζήτησε, μέσω του γραφείου των δικηγόρων των Εναγόντων, να συναντήσει τον XXXXX Νεάρχου και να επισκεφθεί την Εναγόμενη 3, αυτός δεν απάντησε στο αίτημα του. Η Εναγόμενη 3 απάντησε στο δικηγόρο των Εναγόντων με επιστολή της ημερομηνίας 27.6.18 και 25.7.18 με την οποία ζητούσε τα δικά του στοιχεία, όπως όνομα, ειδικότητα, διεύθυνση, τηλέφωνο, τα οποία διαβίβασε στο δικηγόρο των Εναγόντων. Όμως δεν έλαβε απάντηση. Ο δικηγόρος των Εναγόντων απέστειλε και δεύτερη επιστολή ημερομηνίας 27.9.18, με την οποία ζητούσε όπως ο ίδιος συναντήσει τον XXXXX Νεάρχου σε ουδέτερο χώρο έξω από το Μοναστήρι. Ως ειδικός, ενήργησε σε περιπτώσεις κήρυξης ενός ατόμου ως διανοητικά ανίκανο, το οποίο και είχε συναντήσει. Στην περίπτωση του XXXXX Νεάρχου, ζήτησε να τον επισκεφθεί όμως δεν του επιτράπηκε. Έτσι κατέληξε ότι η απόφαση του να γίνει μοναχός ήταν αποτέλεσμα επηρεασμού της βούλησης του, χωρίς να τον έχει συναντήσει, ούτε και επισκέφθηκε το χώρο όπου εγκαταβιώνει. Διευκρίνισε ότι ο XXXXX Νεάρχου δεν θεωρείται διανοητικά ανίκανο πρόσωπο και δεν έχει διανοητική καθυστέρηση. Η δική του μελέτη αφορά τη διαδικασία σκέψης και βούλησης κάποιου ατόμου που δεν είναι διανοητικά ανίκανο και δεν είναι πνευματικά καθυστερημένο. Το λογικό συμπέρασμα του είναι ότι το 2001, πριν 17 χρόνια, η διαδικασία σκέψης του XXXXX Νεάρχου είχε υφαρπαχθεί. Άρχισε να εργάζεται στη μελέτη του (Έγγραφο Δ) το 2013, όταν τον επισκέφθηκαν οι Ενάγοντες για πρώτη φορά και την ολοκλήρωσε το
  28. Από το 2013 μέχρι πρόσφατα (και μετά την έναρξη της ακρόασης) δεν προσπάθησε να συναντήσει τον XXXXX Νεάρχου διότι μελετούσε πάρα πολλά συγγράμματα. Δεν γνωρίζει την κοπέλα με τη οποία διατηρούσε δεσμό ο XXXXX Νεάρχου και πληροφορήθηκε γι' αυτήν από τους Ενάγοντες. Δεν θυμάται αν ζήτησε το όνομα της, ούτε και γνωρίζει αν ήταν φοιτήτρια. Δεν του δόθηκε η ευκαιρία να συναντήσει τον XXXXX Νεάρχου μέσα ή έξω από τη Μονή και ανάλωσε το χρόνο από το 2013 - 2018 για να κατανοήσει τα γεγονότα, τη διαδικασία της σκέψης και βούλησης και όταν ήρθε ο κατάλληλος χρόνος να συναντήσει τον XXXXX Νεάρχου, το έκανε, ανεπιτυχώς. Σύμφωνα με το Έγγραφο Δ, καταλήγει στο λογικό συμπέρασμα ως προς το τι μπορεί να έχει συμβεί στον XXXXX Νεάρχου, με βάση τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που έχει ενώπιον του, όπως η διακοπή των σπουδών του, το αντικείμενο των σπουδών του, η ηλικία του, τα ενδιαφέροντα του πριν γίνει μοναχός, ο τρόπος προσχώρησης του και το γεγονός ότι δεν είχε επαφή με την οικογένεια του. Όλα αυτά οδηγούν σε ένα λογικό συμπέρασμα ότι κάτι μεσολάβησε. Η πλευρά των Εναγομένων 1 και 4 δεν παρουσίασε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ για την πλευρά των Εναγομένων 2 και 3 κατέθεσε ένας μάρτυρας, ο Μοναχός Πανάρετος (ΜΥ1). O MY1 είναι μοναχός στην Εναγόμενη 3 από το 2001 και το κατά κόσμον όνομα του ήταν XXXXX Νεάρχου. Κατάγεται από την Πάφο και οι Ενάγοντες είναι οι γονείς του. Ανέφερε στο Δικαστήριο ότι η απόφαση του να ακολουθήσει το δρόμο του μοναχισμού ήταν αποκλειστικά δική του και την έλαβε ελεύθερα, μετά από πολλούς μήνες εσωτερικού προβληματισμού και προσευχής και χωρίς παρέμβαση και επηρεασμό από τρίτους. Από παιδί είχε σχέση με την εκκλησία, παρακολουθούσε το κατηχητικό σχεδόν ανελλιπώς μέχρι την ηλικία των 12-13 χρόνων και πήγε σε διάφορες εκδρομές και κατασκηνώσεις με το κατηχητικό. Διατηρούσε πάντοτε την πίστη του, ακόμα και σε περιόδους που ήταν «χλιαρός» με την πνευματική του σχέση με την εκκλησία και πάντοτε προσευχόταν. Με ελεύθερη απόφαση του πήγε στη Θεσσαλονίκη για να σπουδάσει μαθηματικά, αφού ολοκλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία και όταν άρχισε τις σπουδές του, δεν είχε ακόμα σκέψεις για να ακολουθήσει το μοναχισμό. Με τους γονείς και αδέλφια του είχε σχέσεις αγάπης και στενούς δεσμούς, αλλά πάντοτε για τα προσωπικά του θέματα αποφάσιζε μόνος του. Αρχές 2000 διάβασε για τον Άγιο Παΐσιο, ο οποίος ασκήτευσε στο Άγιο Όρος και γεννήθηκε η επιθυμία του να επισκεφθεί το Άγιο Όρος. Συνάντησε τον XXXXX Κούλουμο τυχαία στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος επισκεπτόταν το Άγιο Όρος ως προσκυνητής και μετά από λίγους μήνες επισκέφθηκαν μαζί το Άγιο Όρος. Το περιβάλλον του Αγίου Όρους και της Εναγομένης 3, «μίλησε» στην ψυχή του, γι' αυτό κατά την περίοδο 2000-2001, το επισκέφθηκε 7-8 φορές. Κατά τις επισκέψεις του εξομολογήθηκε στον Πάτερ Ειρηναίο και μετά από κάποιο διάστημα, ανέφερε στον Εναγόμενο 2 ότι είχε γεννηθεί μέσα του ο πόθος για να γίνει μοναχός. Ο Εναγόμενος 2 του σύστησε να κάνει υπομονή, ώστε να ωριμάσει μέσα του η επιθυμία να γίνει μοναχός, διότι θα έπρεπε να είναι σίγουρος και να αποτελεί καθαρά δική του επιλογή. Περί το τέλος 2001, αποφάσισε τελεσίδικα και ζήτησε την ευλογία του Εναγομένου 2 για να εισέλθει στο μοναστήρι ως δόκιμος. Διατέλεσε δόκιμος για 18 μήνες. Προτού λάβει την απόφαση του, είχε μιλήσει με τον Εναγόμενο 2, εκτός από την πιο πάνω συνάντηση, το πολύ 15 λεπτά συνολικά. Ουδέποτε ανέφερε στον Ενάγοντα 1 ότι είχε εξομολογηθεί για 3 ώρες όταν επισκέφθηκε την Εναγόμενη 3 για πρώτη φορά. Κατά την επίσκεψη του στον Γέροντα Αμβρόσιο το 2001, μαζί με τον φίλο του (ΜΕ2), δεν του ζήτησαν να μαντέψει ποιος θα γίνει μοναχός. Ο Γέροντας Αμβρόσιος, αστειευόμενος ρώτησε τον ΜΕ2, στην παρουσία της συζύγου του αν θα γίνει μοναχός. Τον Φεβρουάριο 2001 έφυγε από το διαμέρισμα του, διότι ο συγκάτοικος του είχε ολοκληρώσει τι σπουδές του και προτίμησε να μείνει μόνος του, γεγονός που δεν είχε καμιά σχέση με την Εναγόμενη
  29. Τον Ιούλιο 2001, όταν είχε αρχίσει να σκέφτεται τον μοναχισμό, θέλοντας να βολιδοσκοπήσει τον Ενάγοντα 1, του ανέφερε ότι είναι ωραίο το περιβάλλον στην Εναγόμενη 3 και οι πατέρες είναι καλοί. Τότε αυτός άρχισε να φωνάζει, γι' αυτό και δεν του ανέφερε ξανά οτιδήποτε, ούτε και του ανακοίνωσε την οριστική απόφαση του να μονάσει, θεωρώντας το ως ματαιοπονία. Μέχρι και σήμερα, μετά από 17 χρόνια, ο Ενάγοντας 1 δεν σέβεται την ελεύθερη βούληση του, αντιδρά με δικαστικά μέτρα ακόμη και δημοσίως, εκθέτοντας προσωπικά στοιχεία της δικής του ζωής και δυστυχώς αρκετές φορές είναι αναληθής. Έλαβε την οριστική απόφαση του να παραμείνει στην Εναγόμενη 3, τον Νοέμβριο
  30. Πούλησε κάποια πράγματα του για να ξοφλήσει κάποιους λογαριασμούς και να αγοράσει μαύρα ρούχα. Όταν πλέον πήγε στην Εναγόμενη 3, δεν είχε ανησυχίες και φοβίες από το περιβάλλον της Εναγομένης
  31. Οι μόνες του ανησυχίες ήταν οι προκαταλήψεις του Ενάγοντα 1, η πίεση του να εγκαταλείψει την Εναγόμενη 3, οι κατηγορίες του για άτομα της Εναγομένης 3 και το επιχείρημα του ότι βρισκόταν στην Εναγόμενη 3 χωρίς τη θέληση του, υποτιμώντας την κρίση του. Η συμπεριφορά αυτή του Ενάγοντα 1 και η αναστάτωση που έφερνε στην Εναγόμενη 3, τον έκαναν να νιώθει άβολα κατά τις επισκέψεις του. Παρόλα αυτά, επιτρεπόταν στον Ενάγοντα 1 και αυτός επισκέφθηκε την Εναγόμενη 3 πολλές φορές, για αρκετές μέρες και συζήτησαν αμέτρητες ώρες μόνοι τους το θέμα του μοναχισμού του, όπως και στη Θεσσαλονίκη όπου συναντήθηκαν 5-6 φορές. Δεν θυμάται να είπε ότι η οικογένεια του είναι αμαρτωλή και σίγουρα δεν νιώθει έτσι. Κανένας δεν προσπάθησε να του δημιουργήσει έχθρα για την οικογένεια του και είναι προσβλητική για τον ίδιο η κατηγορία ότι έχει μίσος για την οικογένεια του. Έδειξε πολλή υπομονή στη δημόσια αντίδραση του Ενάγοντα 1 για τις προσωπικές του αποφάσεις, παρόλο που είναι ενήλικας και δεν μπορεί κάποιος ενήλικας να δεσμεύεται από τους γονείς του για την προσωπική του ζωή. Δεν θυμάται να είπε στον Ενάγοντα 1 ότι δεν μπορεί να φύγει από την Εναγόμενη 3 και πολλές φορές του είπε ότι δεν θέλει να σπουδάσει. Πράγματι, πρότεινε στον Ενάγοντα 1 μια φορά να συνεχίσει τις σπουδές του, πιεσμένος από την επιθυμία του να σταματήσει την αγωγή εναντίον της Εναγομένης
  32. Το βράδυ της ίδιας ημέρας, πιο ήρεμος και χωρίς να μιλήσει με κάποιον από την Εναγόμενη 3, το αναίρεσε και του είπε ότι θα το ξανασκεφτεί. Ανέφερε ότι η Εναγόμενη 3 έχει αδιάλειπτη μοναστική παράδοση πέραν των χιλίων χρόνων και σε αυτήν ασκήτεψαν χιλιάδες μοναχοί. Οι υποσχέσεις της μοναχικής κουράς είναι πανάρχαιες (ακτημοσύνη, παρθενία, αποταγή) και το Μέγα Ευχολόγιο είναι το βασικότερο λειτουργικό βιβλίο της εκκλησίας, το οποίο περιέχει τις ευχές όλων των μυστηρίων. Όλοι οι ορθόδοξοι μοναχοί, σε όλο τον κόσμο δίνουν τις ίδιες υποσχέσεις από αυτό το βιβλίο και δεν αποτελεί εφεύρεση της Εναγομένης
  33. Η κλίμακα, το βασικότερο βιβλίο του μοναχισμού, γράφτηκε τον 6ο αιώνα από τον Άγιο Ιωάννη τον Σιναΐτη και διαβάζεται σε όλες τις Ιερές μονές. Στην Εναγόμενη 3 τηρείται νηστεία, αγρυπνία και προσευχή και αποτελούν αναπόσπαστα κομμάτια της ζωής όλων των μοναστηριών ανά τους αιώνες, αλλά και αρετές των απλών λαϊκών χριστιανών που οδηγούν στην ταπείνωση και ανιδιοτελή αγάπη. Αυτά τηρούνται κατά τη δύναμη και τη θέληση του καθενός, γι' αυτό και υπάρχει η δοκιμασία ώστε να διαπιστώσει ο υποψήφιος αλλά και η μονή αν μπορεί ο δόκιμος να ανταπεξέλθει. Δεν υποχρεώνει κανένας τους μοναχούς να τα τηρούν και τηρούν με τη θέληση τους το πρόγραμμα της μονής. Κανένας δεν ελέγχει πόσο θα φάνε ή πόση ώρα θα κοιμηθούν. Τα βιβλία που μελετούν αποτελούν μέρος της μοναστικής παράδοσης και έχουν γραφτεί από μεγάλους αγίους της εκκλησίας. Ανέφερε περαιτέρω ότι ο μοναχός έχει το δικαίωμα να προβληματιστεί για την επιλογή του, όχι μόνο κατά την περίοδο της δοκιμασίας αλλά πάντοτε. Γι' αυτό και κάποιοι μοναχοί αναχωρούν από τη μονή. Στην Εναγόμενη 3 διανυκτερεύουν περίπου 40-50 χιλιάδες άτομα ετησίως και συναναστρέφονται καθημερινά με μοναχούς. Η Εναγόμενη 3 είναι η μονή με τους περισσότερους μοναχούς στον ελληνικό χώρο και οι περισσότεροι από αυτούς είναι κάτοχοι πτυχίων. Ο μοναχισμός είναι διαχρονική χριστιανική αξία χιλιάδων χρόνων και είναι προσωπική επιλογή του μοναχού να επικοινωνεί αραιά με τα μέλη της οικογένειας του, όπως πράττει και ο ίδιος. Στο μοναχισμό αυτό γίνεται όχι από μίσος, αλλά για να καταφέρει ο μοναχός την πλήρη αφοσίωση στον Θεό. Αυτό δεν έχει εγωιστικούς σκοπούς αλλά εάν ο μοναχός το καταφέρει, δυναμώνει την προσευχή του, βλέπει όλο τον κόσμο σας οικογένεια του και αγαπά και προσεύχεται για όλο τον κόσμο. Ο κάθε μοναχός αυτόβουλα αποδέχεται τους Κανονισμούς του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους, ο οποίος είναι κατοχυρωμένος από το Ελληνικό Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι Κανονισμοί αυτοί τηρούνται εκούσια από τους μοναχούς όχι μόνο για πρακτικούς αλλά και για πνευματικούς λόγους. Στο μοναχισμό υπάρχει περαιτέρω και η συγκατάβαση στα πλαίσια της αγάπης, δηλαδή οι μοναχοί εξαιρούνται από κάποια ζητήματα λόγω σωματικής αδυναμίας. Αν κάποια στιγμή ο μοναχός δεν θέλει για δικούς του λόγους να τηρεί τους Κανονισμούς, μπορεί να αποχωρήσει από τη μονή. Ισχυρίστηκε ότι αποτελεί δικαίωμα του να μην έχει περιουσία ή να μην θέλει να κληρονομήσει περιουσία ή αν κληρονομήσει, να τη δώσει όπου θέλει και κανένας από τη μονή δεν τον ρώτησε αν έχει περιουσία. Έχει δικαίωμα ως ενήλικας να γίνει μοναχός, δεν επιθυμεί να φύγει από τη μονή και δεν έδωσε παράτυπα τις υποσχέσεις που βρίσκονται στο Μέγα Ευχολόγιο και αναγνωρίζονται επίσημα από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Επεσήμανε ότι η ουσία του προβλήματος έγκειται στην ανικανότητα του Ενάγοντα 1 να αποδεχθεί το γεγονός ότι ο ίδιος έγινε μοναχός. Ο Ενάγοντας 1 δεν συμφωνεί με τις δικές του αποφάσεις και δεν μπορεί να σεβαστεί την προσωπική του ελευθερία, συμπεριφορά που τον θλίβει, εφόσον για να πετύχει τους σκοπούς του λέει ψέματα και ανακρίβειες όπως π.χ. ότι ο ίδιος είχε σοβαρό δεσμό με σκοπό το γάμο, γεγονός ανυπόστατο. Περαιτέρω, ο Ενάγοντας 1 κατηγορεί άδικα σπιλώνοντας άτομα, την Εναγόμενη 3 και τις παραδόσεις του μοναχισμού. Με αυτό τον τρόπο, ουσιαστικά τον παρουσιάζει ως ανίκανο να διαχειριστεί την προσωπική του ζωή και ως ψυχικά ασθενή. Είναι τουλάχιστον εγωιστικό και εξωπραγματικό να αποφασίζει κάποιος για τη ζωή κάποιου άλλου, έστω και για το παιδί του, για το τι πραγματικά θέλει. Τόνισε ότι σε ερώτηση του προς τον Ενάγοντα 1, κατά τις επισκέψεις του στην Εναγόμενη 3, αν τον βλέπει ευτυχισμένο, αυτός του απάντησε θετικά. Θεωρεί εξωπραγματικό το γεγονός ότι ο Ενάγοντας 1, άνω των 70 χρονών, ζητά την κηδεμονία του ιδίου, ως σαραντάχρονου παιδιού του. Οι προσωπικές επιλογές είτε θρησκευτικές είτε άλλες, αποτελούν απαραβίαστα δικαιώματα και δεν μπορεί κανένας να εξετάσει τους λόγους λήψεως οποιασδήποτε απόφασης. Εκτιμά τον Εναγόμενο 2, τον οποίοι θεωρεί πνευματικό άνθρωπο και ζητά τις συμβουλές του. Το ήθος και το ύφος της Εναγομένης 3 εκτιμάται σε όλο τον Ορθόδοξο κόσμο και υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Τόνισε ότι επιλογή του να γίνει μοναχός ήταν ελεύθερη και αυτόβουλη και ουδέποτε κατά τη διάρκεια των τελευταίων 17 χρόνων μετάνιωσε για αυτήν την επιλογή του. Αντίθετα ευχαριστεί και δοξολογεί το Θεό που τον βοήθησε να ακολουθήσει αυτή την πορεία στη ζωή του. Διευκρίνισε ότι η «υπακοή» στον μοναχικό βίο γίνεται πάντοτε εκούσια και είναι εναρμονισμένη με τη χριστιανική διδασκαλία. Ισοδυναμεί με αγάπη και ταπείνωση. Αντεξεταζόμενος επέμενε ότι ουδέποτε του ασκήθηκε πίεση από οποιονδήποτε για να γίνει μοναχός. Ο ίδιος δεν άλλαξε τη θρησκεία του και εσφαλμένα χρησιμοποιείται η λέξη «προσηλυτισμός». Δέχθηκε ότι όταν η θεία του στην Κύπρο ήταν ετοιμοθάνατη και είχε ζητήσει να επικοινωνήσει ο ίδιος μαζί της, δεν το έπραξε. Όμως, μέσω των γονέων του, της έστειλε το μήνυμα ότι ο ίδιος προσεύχεται καθημερινά για την ανάπαυση της ψυχής της. Επεξήγησε ότι η προσευχή από μοναχό, αποτελεί το καλύτερο μέσο για να βοηθηθεί η ψυχή του ανθρώπου όταν πεθάνει, εφόσον ακολουθεί η αιώνια ζωή. Έτσι η καθημερινή προσευχή του για την ψυχή της θείας του, είναι μεγαλύτερη βοήθεια γι' αυτήν, παρά ένα τηλεφώνημα διάρκειας 5 λεπτών. Ανέφερε ότι τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και άλλες χριστιανικές εορτές, εκούσια δεν τηλεφωνούσε στους γονείς του για ευχές, διότι, όπως επεξήγησε, στον μοναχισμό υπάρχει η αρετή της αποταγής (τεκμήριο 21), δηλαδή η απομάκρυνση του μοναχού από τους κατά σάρκα συγγενείς του, ώστε να αφοσιωθεί καλύτερα στο Θεό. Κανένας δεν τον αποθάρρυνε να έχει σχέση με τους συγγενείς του. Όμως για καθαρά πνευματικούς λόγους τηρεί την αρετή της αποταγής και ως μοναχός αγαπά τον πατέρα, την οικογένεια και τους συγγενείς του περισσότερο. Αναφέρθηκε σχετικά και στο τεκμήριο 22 (σελ. 491, 495) και ισχυρίστηκε ότι τηρεί εκουσίως την πιο πάνω μοναχική αρετή της αποταγής διότι γνωρίζει ότι με αυτό τον τρόπο θα βοηθηθεί για να έρθει πιο κοντά στο Θεό και θα βοηθήσει και συμπαρασταθεί ακόμα περισσότερο στους συνανθρώπους του αλλά και στους κατά σάρκα συγγενείς του. Σε σχέση με τη σελ. 499 του τεκμηρίου 22, ανέφερε ότι αφορά διδασκαλία της εκκλησίας η οποία ενημερώνει τους μοναχούς ότι δεν τους συμφέρει πνευματικά να φύγουν από το μοναστήρι. Η ορθόδοξη Χριστιανική διδασκαλία στα βιβλία είναι αποδεκτή από την ορθόδοξη Εκκλησία και ο ίδιος εκούσια την ακολουθεί. Όταν ο ίδιος επιθυμεί να αποχωρήσει από τη μονή, μπορεί να το κάνει και εναπόκειται στη δική του θέληση να το πράξει. Ανέφερε ότι ο ίδιος σέβεται τις απόψεις του πατέρα του (Ενάγοντα 1), εν αντιθέσει με αυτόν, ο οποίος δεν σέβεται τις δικές του αποφάσεις που αφορούν την προσωπική του ζωή. Ο πατέρας του οφείλει να σεβαστεί το δρόμο που ο ίδιος επιθυμεί να ακολουθήσει, ως και το γεγονός ότι έγινε μοναχός. Οφείλει να μην επεμβαίνει στην προσωπική του ζωή και να μην κρίνει δημόσια τις προσωπικές του επιλογές. Ο ίδιος διατηρεί το δικαίωμα, αφού ακούσει τις απόψεις του πατέρα του, να αποφασίσει ό,τι θεωρεί ο ίδιος καλύτερο για τον εαυτό του, εφόσον είναι 40 χρονών και έχει δική του προσωπική θέληση και κρίση. Τόνισε ότι είναι λυπηρό γιατί είναι αναγκασμένος να καταθέσει στο Δικαστήριο επειδή ο πατέρας του δεν σέβεται τις προσωπικές του επιλογές - γεγονός που τον στενοχωρεί - και μάλιστα να τον διαψεύσει γιατί είναι υπόχρεος να πει την αλήθεια. Θεωρεί ότι οι γονείς θα πρέπει να αρκούνται στο γεγονός ότι το παιδί τους είναι ευτυχισμένο, έστω και αν ενεργεί με τρόπο που οι ίδιοι δεν το αποδέχονται. Αυτό αποτελεί την αγνή, ανιδιοτελή αγάπη εφόσον δεν απαιτεί κάποιος από αυτόν που αγαπά, να κάνει αυτό που αυτός θέλει και να τον στενοχωρεί. Διευκρίνισε ότι πήγαινε στο κατηχητικό και είχε κάποια σχέση με την εκκλησία, όμως δεν έγινε μοναχός γι' αυτό το λόγο. Πήγαινε στην Εκκλησία κάθε Κυριακή, όμως σαν έφηβος δεν πήγαινε αρκετά συχνά. Ανέφερε ότι είναι φυσικό προτού γίνει μοναχός να επισκεφθεί το μοναστήρι, ώστε να προβληματιστεί και να αποφασίσει αν θα δοκίμαζε τον μοναχισμό. Συνάντησε τον Εναγόμενο 2 προτού μπει στο μοναστήρι και συνομίλησε μαζί του για 10 λεπτά περίπου, για πνευματικά θέματα. Η εργασία του στο μοναστήρι, δηλαδή η υπακοή του, είναι να απαντά καθημερινά το κεντρικό τηλέφωνο και email τη μονής και να συμβουλεύει και παρηγορεί ανθρώπους που τηλεφωνούν στη μονή. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Θεσσαλονίκη δεν διατηρούσε στενό δεσμό με κοπέλα. Εκούσια πήγε στην Εναγόμενη 3 για να γίνει μοναχός μετά από δικό του προβληματισμό και εσωτερικές σκέψεις και όχι λόγω κάποιας ανάγκης. Αρνήθηκε ότι ο λόγος που έγινε μοναχός ήταν γιατί ήταν ευάλωτος λόγω του ότι δεν πήγαινε καλά με τα μαθήματα του στο Πανεπιστήμιο και προωθήθηκε από άλλους στο μοναχισμό. Αντίθετα, ισχυρίστηκε ότι δεν αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα, δεν ήταν ευάλωτος και πήγαινε πολύ καλύτερα στα μαθήματα του, τα οποία όμως δεν έχουν καμιά σχέση με την απόφαση του να γίνει μοναχός. Προτού γίνει μοναχός, συνομίλησε με ιερείς για διάφορα πνευματικά θέματα και για τον μοναχισμό, όμως κανένας δεν τον παρότρυνε υπέρ του μοναχισμού. Επανέλαβε ότι οι μοναχοί, για να βοηθηθούν και να μπορέσουν να ενωθούν με το Θεό και να ασκήσουν τις αρετές του μοναχισμού, πρέπει να φύγουν από τους κατά σάρκας συγγενείς τους (τεκμήριο 6), γι' αυτό και υπάρχουν τα μοναστήρια. Οι μοναχοί πάντοτε αγαπούν τους συγγενείς τους, όμως απομακρύνονται από αυτούς, δηλαδή δεν έχουν τακτικές σχέσεις μαζί τους, για να μπορέσουν να νιώσουν όλους τους ανθρώπους ως αδελφούς τους. Αυτό δεν σημαίνει ότι αποστρέφονται τους κατά σάρκας συγγενείς τους ή ότι δεν τους αγαπούν και συμπαθούν και δεν έχουν αρκετές σχέσεις μαζί τους, για καθαρά πνευματικούς λόγους. Αποτελεί καθαρά δική του επιλογή να ακολουθήσει μια ανώτερη πνευματική ζωή. Πιστεύει ότι ο μοναχισμός μπορεί να δώσει ουσιαστικότερη βοήθεια στο σημερινό άνθρωπο, για την σωτηρία της ψυχής του και επέλεξε να βοηθήσει τους συνανθρώπους του με συγκεκριμένο και ουσιαστικό τρόπο, δηλαδή με την προσευχή. Εάν ζούσε στον έξω κόσμο και όχι στο μοναστήρι, δεν θα μπορούσε να απομονωθεί και να προσευχηθεί εντατικά για τους συνανθρώπους του. Προτού γίνει μοναχός επισκέφθηκε το μοναστήρι 7-8 φορές και μελέτησε βιβλία. Αυτό δείχνει ότι δεν επηρεάστηκε από τρίτους, αλλά αποτέλεσε δική του προσωπική του θέληση να γνωρίσει το Άγιο Όρος προτού αποφασίσει να δοκιμάσει ως μοναχός. Δέχθηκε ότι είχε επιφυλάξεις για να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου λόγω της δύσκολης μετάβασης του από το Άγιο Όρος στην Κύπρο και είναι πολύ δύσκολο για τον ίδιο να διαψεύδει τον πατέρα του. Επιχείρησε να συζητήσει το θέμα του μοναχισμού με τον πατέρα του, όμως όταν του ανέφερε θετικά σχόλια, αυτός αντέδρασε αρνητικά με πολύ εκρηκτικό τρόπο. Ο πατέρας του, του είχε στείλει €500 προτού μπει στη μονή, τα οποία χρησιμοποίησε για να εξοφλήσει κάποιους λογαριασμούς και να αγοράσει μαύρα πουκάμισα και παντελόνια για να φορεί ως δόκιμος στη μονή. Σ' ό,τι αφορά το γάμο, ανέφερε ότι θεωρεί τελειότερη τη ζωή της παρθενίας. Επεξήγησε ότι εάν κάποιος μοναχός αποφασίσει να αποχωρήσει από το μοναστήρι, μπορεί να το πράξει ελεύθερα και αυτό έχει συμβεί αρκετές φορές στο μοναστήρι του. Όμως αν κάποιος θέλει, μπορεί οποτεδήποτε να επιστρέψει στο μοναστήρι, όμως οφείλει να υπακούει και σέβεται τους Κανονισμούς. Σε τέτοια περίπτωση η σοβαρότερη τιμωρία που μπορεί να δεχθεί ο μοναχός, είναι η εξάμηνη απομάκρυνση του από τη μονή και η παραμονή του σε άλλη μονή που θα του υποδειχθεί. Η κουρά ισχύει για όλους τους μοναχούς και ο μοναχός μετά την κουρά οφείλει εκούσια να αποδεχθεί τους Κανονισμούς. Το να ακολουθήσει κάποιος το μοναχισμό δεν είναι διέξοδος και λύση σε κανένα πρόβλημα του. Η 17χρονη παραμονή του στο μοναστήρι καταδεικνύει ότι η απόφαση του να γίνει μοναχός, δεν ήταν απόφαση διεξόδου αλλά καθαρά προσωπική του επιλογή, για την οποία δεν έχει μετανιώσει. Μάλιστα, δοξολογεί το Θεό που του έδωσε τη δύναμη να ακολουθήσει αυτό το δρόμο. Έχω παρακολουθήσει με την επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Με την ίδια προσοχή εξέτασα και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς υπόψη τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και τα επιχειρήματα - εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων στο στάδιο των αγορεύσεων. Να τονίσω ευθύς εξ' αρχής ότι η αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, θα περιοριστεί αυστηρώς στο πλαίσιο των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης, προς απάντηση του μοναδικού επίδικου ζητήματος που εγείρεται, το οποίο δεν είναι άλλο παρά το κατά πόσο η αναχώρηση του μοναχού Πανάρετου (ΜΥ1) από τα εγκόσμια, ήταν προϊόν της ελεύθερης βούλησης του. Μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αρνητική, θα μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση εκ μέρους των Εναγομένων, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που επικαλούνται οι Ενάγοντες με την αγωγή τους. Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τον ΜΕ1 (Ενάγοντα 1) να καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου και κρίνω ότι επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Πέραν του ότι σχημάτισα αρνητική εικόνα σε σχέση με την αξιοπιστία του, εντόπισα στη μαρτυρία του έκδηλα στοιχεία υπερβολής ως και σημεία τα οποία κατά την άποψη μου δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Περαιτέρω, εντόπισα σημεία της μαρτυρίας του που χαρακτηρίζονται από ασάφεια, αοριστία και χωρίς πραγματικό υπόβαθρο που να τεκμηριώνεται με μαρτυρία. Πιο συγκεκριμένα: 1). Κατά την κυρίως εξέταση ισχυρίσθηκε ότι ο γιος του (ΜΥ1) προτού εισέλθει στην Εναγόμενη 3 ως μοναχός, διατηρούσε φιλικές σχέσεις με κοπέλες και τόνισε ιδιαίτερα το γεγονός ότι ως φοιτητής διατηρούσε σοβαρό δεσμό με νεαρή συμφοιτήτρια του. Αντεξεταζόμενος, επέμενε στον ισχυρισμό του αυτό, όμως ανέφερε ότι δεν γνωρίζει το όνομα της εν λόγω κοπέλας ούτε και ενδιαφέρθηκε να το μάθει, εφόσον θεώρησε το συγκεκριμένο θέμα επουσιώδες για να ασχοληθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο. Πρόσθεσε ότι πληροφορήθηκε για το σοβαρό δεσμό του ΜΥ1, από 2 φίλους του ΜΥ1, δηλαδή τον ΜΕ2 και τον XXXXX. Μάλιστα, ο ΜΕ2 προσπάθησε να εντοπίσει την κοπέλα αυτή την Άνοιξη 2003, όμως δεν τα κατάφερε. Ο ισχυρισμός αυτός του ΜΕ1 δεν γίνεται αποδεκτός από το Δικαστήριο. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου, με έντονο ύφος και παραστατικότητα για όλες τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε μετά την είσοδο του ΜΥ1 στην Εναγόμενη 3, θεωρώ παντελώς αφύσικη τη θέση του ότι δεν προέβηκε σε καμιά ενέργεια να εντοπίσει την κοπέλα με την οποία ο ΜΥ1 διατηρούσε σοβαρό δεσμό κατά τον ουσιώδη χρόνο και πριν την είσοδο του στην Εναγόμενη
  34. Και τούτο γιατί ανάμεσα στις πολλές προσπάθειες του να διερευνήσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο ΜΥ1 αποφάσισε να γίνει μοναχός, ως και να τον μεταπείσει να επιστρέψει στα εγκόσμια, λογικά θα ήταν αναμενόμενο να διερευνήσει και το σοβαρό δεσμό του με κοπέλα, η οποία ενδεχομένως να έριχνε φως στα αίτια της απόφασης του ΜΥ1 να εγκαταλείψει τα εγκόσμια ή ακόμα να βοηθούσε στην επιστροφή του. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι ο ΜΕ2 στη δική του μαρτυρία καμιά αναφορά έκαμε περί γνώσης του για σοβαρό δεσμό του ΜΥ1 με κοπέλα ενόσω ήταν φοιτητής, ούτε και ότι προσπάθησε να την εντοπίσει, ο δε φίλος του ΜΥ1 με το όνομα XXXXX, δεν έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και η πλευρά των Εναγόντων δεν επεξήγησε στο Δικαστήριο κατά πόσο ήταν ή όχι εύλογο και εφικτό γι' αυτούς να τον είχαν κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία (άρθρο 27 του Ν. 32(Ι)/2004). Με αυτά τα δεδομένα, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι αυτός ο ισχυρισμός του ΜΕ1 δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και αποτελεί εκ των υστέρων κατασκεύασμα του, στην προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο ότι ο ΜΥ1 μέχρι και την είσοδο του στην Εναγόμενη 3, ζούσε μια φυσιολογική ζωή, η οποία συμπεριελάμβανε και σοβαρό δεσμό με το αντίθετο φύλο και προφανώς για να δώσει ιδιαίτερη έμφαση στη θέση του περί «προσηλυτισμού» και «χειραγώγησης» του ΜΥ
  35. 2). Στην κυρίως εξέταση του, ισχυρίστηκε ότι ο ΜΥ1, μέχρι τον Νοέμβριο 2000 δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με θέματα εκκλησίας και εκκλησιαζόταν 1-2 φορές τον χρόνο, την Αγία Εβδομάδα. Ωστόσο, αντεξεταζόμενος, διαφοροποίησε τη θέση του και για πρώτη φορά ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο ΜΥ1 μέχρι την ηλικία των 12 χρονών πήγαινε στο κατηχητικό και σε κατασκηνώσεις με το κατηχητικό, γεγονός που επιβεβαίωσε και ο ΜΕ2 στη δική του μαρτυρία. Είναι εμφανής η προσπάθεια του ΜΕ1 να αποκρύψει από το Δικαστήριο την επαφή του ΜΥ1 με την εκκλησία και το κατηχητικό κατά την παιδική του ηλικία, προκειμένου να πείσει το Δικαστήριο ότι ο ΜΥ1, χωρίς να έχει καμιά σχέση με την εκκλησία, έγινε μοναχός κατόπιν χειραγώγησης. 3) Ήταν σταθερή η θέση του ΜΕ1 κατά τη μαρτυρία του, ότι ο XXXXX Κούλουμος, φίλος του ΜΥ1, ήταν συνεργάτης του Εναγομένου 2 και εκτελούσε συγκεκριμένες οδηγίες του. Ισχυρίστηκε ότι η χειραγώγηση του ΜΥ1 έγινε από ομάδα ανθρώπων, η οποία αποτελείτο από τον Εναγόμενο 2 ως ηγέτη αυτής, τον Πάτερ Παπαδημήτρη, XXXXX Κούλουμο και XXXXX Ματθαίου, φίλους του ΜΥ1, ως και το συνεργάτη τους Εναγόμενο 1, ο οποίος είχε ισχυρή πνευματική σχέση με τον Εναγόμενο
  36. Πρόσθεσε ότι όλα τα πρόσωπα αυτά, εδώ και χρόνια λειτουργούν με μυστικοπάθεια και αποτελούν κύκλωμα στρατολόγησης μοναχών. Αναμφίβολα, πρόκειται για ασαφείς, αόριστους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί από το Δικαστήριο. Παρέμειναν απλοί ισχυρισμοί, χωρίς κανένα πραγματικό υπόβαθρο που να τους υποστηρίζει και τεκμηριώνει και ως τέτοιοι απορρίπτονται από το Δικαστήριο. 4). Για τον ίδιο λόγο δεν γίνεται αποδεκτός και ο ισχυρισμός του ότι η επίσκεψη του ΜΥ1 στην Ιερή Μονή Μαχαιρά τον Ιούλιο 2001, έγινε με την καθοδήγηση του Εναγομένου
  37. Πρόκειται για απλή εικασία του ΜΕ1, η οποία απορρίπτεται. 5). Ισχυρίστηκε ότι σε τηλεφώνημα που δέχθηκε από τον ΜΥ1 στις 7.12.01 και μετά την είσοδο του στην Εναγόμενη 3, ο ΜΥ1 τον ενημέρωσε ότι είχε μπει στην Εναγόμενη 3 για δοκιμή και ότι δεν είχε σκοπό να παραμείνει αλλά «κάτι έτυχε που τον υποχρέωσε να αλλάξει γνώμη και να μην επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη». Είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι ο ΜΕ1, τόσο κατά την κυρίως εξέταση, όσο και στην αντεξέταση του, ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι ο λόγος για τον οποίο ο ΜΥ1 έγινε μοναχός, ήταν γιατί ήταν ευάλωτος επειδή «δεν πήγαινε καλά με τα μαθήματα του στο Πανεπιστήμιο». Αν και έγινε τέτοια υποβολή στον ΜΥ1 από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγόντων κατά την αντεξέταση του, ο ΜΕ1 ουδέποτε προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό, ως ήταν εύλογα αναμενόμενο να πράξει κατά τη μαρτυρία του, εάν κάτι τέτοιο ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Αντίθετα, η προώθηση τέτοιου ισχυρισμού για πρώτη φορά μέσω του δικηγόρου του κατά την αντεξέταση του ΜΥ1, καταδεικνύει με τον πιο εμφανή τρόπο, την εκ των υστέρων προσπάθεια των Εναγόντων να πείσουν το Δικαστήριο με ανυπόστατους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς, τη θέση τους περί «προσηλυτισμού» του ΜΥ
  38. Είναι επίσης σημαντικό το γεγονός ότι στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης, γίνεται αναφορά ότι ο ΜΥ1 ήταν «ευάλωτος λόγω προσωπικών περιστάσεων και προβλημάτων», χωρίς αυτά να προσδιορίζονται και συγκεκριμενοποιούνται ως «προβλήματα με τα μαθήματα του στο Πανεπιστήμιο». 6). Στην κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε σε συνάντηση και συνομιλία του με τον φίλο του ΜΥ1 με το όνομα XXXXX, στις 10.3.02 στη Θεσσαλονίκη. Τα όσα ισχυρίσθηκε ότι του μετέφερε ο XXXXX, περί εκδηλώσεων θρησκευτικού φανατισμού εκ μέρους του ΜΥ1, περί κατήχησης του ΜΥ1 από τον ιερέα Παπαδημήτρη, στα πλαίσια της οποίας είχαν ακούσει και ηχογραφημένη συζήτηση μεταξύ του σατανά και ενός πνευματικού, ως και ότι ο ΜΥ1 βλέπει τον ΜΕ1 ως τον μεγαλύτερο εχθρό του, δεν γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο. Και τούτο γιατί το εν λόγω πρόσωπο με όνομα XXXXX, δεν έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και συνεπώς οι δικές του πεποιθήσεις και αντιλήψεις, όπως τις μετέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ο ΜΕ1, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές από το Δικαστήριο, χωρίς την άμεση δική του μαρτυρία. Για τον ίδιο λόγο, ο ισχυρισμός του ΜΕ1 ότι σε συνομιλία του με τον πάτερ Παπαδημήτρη τον Μάρτιο 2002, αυτός του είπε ότι ο ΜΥ1 είχε επηρεαστεί από τον Εναγόμενο 2, δεν γίνεται αποδεκτός, χωρίς τη μαρτυρία του πάτερ Παπαδημήτρη, η οποία κρίνεται ως απαραίτητη, προκειμένου να τεκμηριώσει την ισχυριζόμενη θέση του. Όπως αναφέρθηκε ήδη πιο πάνω, η πλευρά των Εναγόντων παρέλειψε να εξηγήσει στο Δικαστήριο κατά πόσο ήταν ή όχι εύλογο και εφικτό να είχαν κλητεύσει τον XXXXX και Πάτερ Παπαδημήτρη ως μάρτυρες στη διαδικασία. 7). Ο ισχυρισμός του ΜΕ1 ότι ο Μητροπολίτης Πάφου Χρυσόστομος σε συνάντηση τους τον Δεκέμβριο 2001 χαρακτήρισε τους Εναγόμενους ως «Θεοκάπηλους» και «Θεομπαίχτες» από τους οποίους έπρεπε να γλυτώσει τον ΜΥ1, δεν γίνεται αποδεκτός από το Δικαστήριο. Πρόκειται για πολύ σοβαρούς χαρακτηρισμούς, οι οποίοι χωρίς τη μαρτυρία του Μητροπολίτη Πάφου δεν μπορούν απροβλημάτιστα να αποδοθούν σ' αυτόν, χωρίς τη δική του μαρτυρία και τεκμηρίωση της ισχυριζόμενης θέσης του. Σημειώνεται ότι η πλευρά των Εναγόντων, παρέλειψε επίσης να εξηγήσει στο Δικαστήριο κατά πόσο ήταν ή όχι εύλογο και εφικτό να τον είχαν κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία. 8). Τέλος, ο ισχυρισμός του ΜΕ1 ότι λίγες μέρες μετά την κουρά του ΜΥ1, ο Εναγόμενος 2 επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την Ενάγουσα 2, δεν γίνεται αποδεκτός από το Δικαστήριο, όπως και το περιεχόμενο της ισχυριζόμενης συνομιλίας τους. Και τούτο γιατί η Ενάγουσα 2, αν και είναι διάδικος, δεν κατέθεσε ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε και δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση κατά πόσο ήταν ή όχι εύλογο και εφικτό να καταθέσει στη διαδικασία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο ΜΕ1 κρίνεται ως παντελώς αναξιόπιστος και απορρίπτω τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Η μαρτυρία του ΜΕ2 περιστράφηκε ουσιαστικά, γύρω από τη συνάντηση του ιδίου και του ΜΥ1 με τον Γέροντα Αμβρόσιο, τον Νοέμβριο 2001 στην Αθήνα. Προσπάθεια του ΜΕ2 ήταν να πείσει το Δικαστήριο ότι μέρος του σχεδίου για «προσηλυτισμό» του ΜΥ1 ήταν και ο Γέροντας Αμβρόσιος, ο οποίος σύμφωνα με τον ίδιο «δεν ήταν στα καλά του», εφόσον αρχικά είχε υποδείξει τον ίδιο και όχι τον ΜΥ1 ως το πρόσωπο που θα γινόταν μοναχός. Ο ΜΥ1 στη δική του μαρτυρία, αποδέχεται την εν λόγω συνάντηση, όμως ισχυρίστηκε ότι δεν είχαν ζητήσει από τον Γέροντα Αμβρόσιο να μαντέψει ποιος θα γίνει μοναχός. Απλά ο Γέροντας Αμβρόσιος αστειευόμενος, είχε ρωτήσει τον ΜΕ2, στην παρουσία της συζύγου του, αν θα γίνει μοναχός. Για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΥ1 και συνεπώς και επί του σημείου αυτού, τονίζοντας ότι ο ΜΥ1 ουδόλως αντεξετάστηκε επ' αυτού από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγόντων. Ωστόσο, διευκρινίζω ότι ουσιαστικά η μαρτυρία του ΜΕ2, δεν ενισχύει τη θέση του ΜΕ1 περί χειραγώγησης του ΜΥ1, εφόσον ο Γέροντας Αμβρόσιος δεν είναι Εναγόμενος στην παρούσα αγωγή και ο ΜΕ2 ουδέποτε συνάντησε τους Εναγόμενους 1 και
  39. Ο ΜΕ3, αδελφός του ΜΥ1, αναφέρθηκε στη σχέση του με τον ΜΥ1, την οποία χαρακτήρισε ως στενή φιλική, πέραν του αδελφικού δεσμού, ως και τον πόνο που του προκάλεσε η είσοδος του ΜΥ1 στην Εναγόμενη
  40. Το μέρος αυτό της μαρτυρίας του γίνεται αποδεκτό από το Δικαστήριο, εφόσον ουδόλως αμφισβητήθηκε από την πλευρά των Εναγομένων. Ωστόσο, δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ΜΕ3, ότι η συμπεριφορά του Εναγομένου 2 χαρακτηριζόταν από αλαζονεία και εκβιασμό. Και τούτο γιατί ο ίδιος ουδέποτε γνώρισε ούτε και συνάντησε τον Εναγόμενο 2 και ουδέποτε επισκέφθηκε την Εναγόμενη
  41. Η θέση του αυτή πηγάζει από πληροφορίες που λάμβανε από τον ΜΕ1, του οποίου η μαρτυρία, όπως επεξηγήθηκε ανωτέρω, δεν είναι αποδεκτή από το Δικαστήριο. Για τον ίδιο λόγο, δεν γίνεται αποδεκτή η θέση του ότι ο Εναγόμενος 2 είχε απαγορεύσει στον ΜΥ1 να τηλεφωνήσει στην ετοιμοθάνατη θεία του, ως και ότι υπήρχε απαγόρευση στον ΜΥ1 για να επικοινωνεί μαζί του τηλεφωνικώς. Περαιτέρω η θέση του ότι η υγεία της μητέρας του κλονίσθηκε σοβαρά λόγω του συνεχούς άγχους της επειδή δεν μπορούσε να συναντήσει για 7 χρόνια τον ΜΥ1, δεν γίνεται αποδεκτή. Και τούτο γιατί καμιά ιατρική μαρτυρία προσκομίσθηκε που να τεκμηριώνει τέτοιο ισχυρισμό, ούτε και η μητέρα του (Ενάγουσα 2) κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα, η θέση του ότι πρόσφατα ενημερώθηκε από τον άλλο αδελφό του με το όνομα Πάρης, το επίθετο της κοπέλας με την οποία διατηρούσε σοβαρό δεσμό ο ΜΥ1, αν και γνώριζε για το δεσμό αυτό πριν 17 χρόνια, δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Και τούτο γιατί, το θεωρώ παράδοξο και παράλογο ο αδελφός του (ΜΥ1) να διατηρούσε σοβαρό δεσμό με κοπέλα και ο ίδιος να μην την είχε γνωρίσει και μάλιστα δεν γνώριζε ούτε και το όνομα της μέχρι πρόσφατα. Είμαι πεπεισμένη ότι η αναφορά του αυτή, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και στόχος του ήταν να βοηθήσει τους Ενάγοντες στην τεκμηρίωση της υπόθεσης τους, όμως ανεπιτυχώς. Τέλος, η θέση του ότι η πλήρης αποξένωση του ΜΥ1 από τον ίδιο, του προκαλεί πόνο και επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την προσωπική και οικογενειακή του ζωή, αν και αποδεκτή, παραμένει χωρίς ουσιαστική σημασία για την παρούσα υπόθεση, εφόσον ο ίδιος δεν είναι Ενάγοντας στην παρούσα αγωγή. Έχω εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή τη μαρτυρία του ΜΕ4 Κλινικού Ψυχολόγου και έχοντας κατά νου τα προσόντα και την πείρα του - τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί - θεωρώ ότι είναι εμπειρογνώμονας και η μαρτυρία του θα προσεγγισθεί με βάση τις αρχές της υπόθεσης Φιλίππου ν Οδυσσέως
(1989)1 ΑΑΔ
  1. Παρατηρήθηκε σχετικά ότι καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, έτσι ώστε ο Δικαστής να καταστεί ικανός να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία. Στην προκειμένη περίπτωση, η έκθεση του ΜΕ4 (Έγγραφο Δ), αφορά τη διαδικασία σκέψης ως και τους παράγοντες που επηρεάζουν και χειραγωγούν τη βούληση ενός ατόμου. Σύμφωνα με τον ΜΕ4, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που είχε ενώπιον του, όπως η διακοπή των σπουδών του ΜΥ1, το αντικείμενο των σπουδών του, η ηλικία του, τα ενδιαφέροντα του πριν γίνει μοναχός, ο τρόπος προσχώρησης του και το γεγονός ότι δεν είχε επαφή με την οικογένεια του, τον οδήγησαν στο λογικό συμπέρασμα ότι η απόφαση του ΜΥ1 να γίνει μοναχός, αποτελούσε προϊόν επηρεασμού και όχι συνειδητής βούλησης, παρόλο που ουδέποτε τον συνάντησε ούτε και επισκέφθηκε το χώρο όπου εγκαταβιώνει. Δεν με βρίσκει σύμφωνη το πιο πάνω συμπέρασμα του. Τούτο γιατί είναι αδιανόητο για το Δικαστήριο να αποδεχθεί μαρτυρία εμπειρογνώμονα που αφορά τη σκέψη, τη βούληση ως και το συνειδητό της απόφασης προσώπου - το οποίο δεν έχει κηρυχθεί ως διανοητικά ανίκανο - χωρίς αυτός να έχει προσωπική επαφή και αριθμό προσωπικών συνεντεύξεων με το πρόσωπο αυτό. Κρίνω ότι η αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας είναι άκρως παρακινδυνευμένη και θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυθαίρετα συμπεράσματα, εφόσον το συνειδητό ή όχι της απόφασης του ΜΥ1, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του ΜΕ4, θα μπορούσε κατά την άποψη μου, να διαπιστωθεί μόνο με προσωπική συνέντευξη του ΜΕ4 μαζί του. Με αυτά τα δεδομένα καταλήγω ότι το πιο πάνω συμπέρασμα του ΜΕ4 είναι απόλυτο, αυθαίρετο και αποτέλεσμα εικασιών του και ως τέτοιο δεν είναι αποδεκτό. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι ο ΜΕ4, αναφέρθηκε σε «λογικό συμπέρασμα» ως και σε «πιθανότητα» να συμβαίνει κάτι τέτοιο και όχι σε δικό του συμπέρασμα κατόπιν προσωπικής συνέντευξης του με τον ΜΥ1 και με αναφορά στα γεγονότα που τον οδήγησαν στην εξαγωγή του εν λόγω λογικού συμπεράσματος, ανέφερε ότι αιωρούνται πολλά ερωτηματικά ως προς το συνειδητό της απόφασης του ΜΥ
  2. Τα στοιχεία αυτά της μαρτυρίας του ΜΕ4, ενισχύουν ακόμα περισσότερο την κατάληξη του Δικαστηρίου να απορρίψει τη μαρτυρία του, ως επεξηγήθηκε ανωτέρω. Σχετικά παραπέμπω στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σάββας Ομήρου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/20117, ημερομηνίας 2.5.18, στην οποία το Εφετείο, επικύρωσε απόφαση του Κακουργιοδικείου, το οποίο είχε κρίνει ότι μάρτυρας εμπειρογνώμονας λειτουργούσε περισσότερο ως συνήγορος υπεράσπισης παρά ως ειδικός εμπειρογνώμονας. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα. «Αντίθετα, ο Μ.Υ.5, παρά τη διατύπωση των θέσεων του με ένα προσεκτικό τρόπο θέλοντας να πείσει για την αντικειμενικότητα των θέσεων του έδωσε, στον κατ' εξοχή κριτή της αξιοπιστίας, το Κακουργιοδικείο, την εντύπωση ότι λειτουργούσε περισσότερο ως συνήγορος υπεράσπισης παρά ως ειδικός εμπειρογνώμονας. Σημειώνουμε ότι η ίδια κριτική ασκήθηκε και στην υπόθεση R v. H [2014] EWCA Crim 1555, σε σχέση με συνταξιούχο ψυχίατρο, του οποίου η μαρτυρία κρίθηκε ως μη αποδεχτή (inadmissible) και γι' αυτό το λόγο. Όντως, τέτοια εικόνα προκύπτει ανάγλυφα μέσα από τα πρακτικά τα οποία επιβεβαιώνουν την αντίληψη του Κακουργιοδικείου ότι ο Μ.Υ.5 υπερέβαινε το ρόλο του και, πέραν των επιστημονικών θέσεων, προέβαινε σε εικασίες και συλλογισμούς που συνειδητά και με μεθοδευμένο τρόπο, όπως διαπίστωσε το Κακουργιοδικείο, στόχευαν στην ενίσχυση της υπόθεσης του εφεσείοντα.» Παραθέτω επίσης, από την ίδια απόφαση, το πιο κάτω απόσπασμα που αφορά τη μαρτυρία εμπειρογνώμονα σχετικά με την προσωπικότητα, την ψυχική και συναισθηματική κατάσταση ενός ανθρώπου: «Κατά το κοινό δίκαιο, η αποδεκτότητα (admissibility) της γνώμης εμπειρογνώμονα ως μαρτυρία σε ποινική δίκη συναρτάται, κατά πρώτο λόγο με τη σχετικότητα της προς το επίδικο θέμα (R. v. Turner [1975] QB 834, 841). Σχετική δε είναι η μαρτυρία η οποία κρίνεται ως ευλόγως αποδεικτική ή ανταποδεικτική ενός ζητήματος το οποίο χρήζει απόδειξης («logically probative or disprobative of some matter that requires proof», DPP v. Kilbourne [1973] AC 723, 756). Υπ' αυτή την έννοια, η μαρτυρία εμπειρογνώμονα για την προσωπικότητα και την ψυχική και συναισθηματική κατάσταση ενός ανθρώπου, είναι βεβαίως σχετική, εφόσον ενδέχεται να καταδείξει τον αναμενόμενο τρόπο αντίδρασης ή συμπεριφοράς του. Τούτο όμως δεν την καθιστά, άνευ ετέρου και αποδεκτή (admissible). Όπως το έθεσε ο Lawton L.J. στην προαναφερθείσα κλασσική επί του θέματος, Turner, σελ. 841: «Opinions from knowledgeable persons about a man's personality and mental make-up play a part in many human judgments. In our judgment the psychiatrist's opinion was relevant. Relevance, however, does not result in evidence being admissible: it is condition precedent to admissibility.» Απαιτείται, πέραν της σχετικότητας (που είναι εκ των ων ουκ άνευ), η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα να παρέχει εξειδικευμένη επιστημονική γνώση και πληροφορίες που βρίσκονται έξω από το πεδίο κοινής γνώσης και εμπειρίας του δικαστή: («An expert's opinion is admissible to furnish the Court with scientific information which is likely to be outside the experience and knowledge of a judge or jury», Turner, σελ. 841). Συνεπώς, μαρτυρία προερχόμενη από πραγματογνώμονα η οποία δεν μεταδίδει τέτοια εξειδικευμένη επιστημονική γνώση και εμπειρία, αλλά συνίσταται σε σχολιασμό επί των γεγονότων με βάση την κοινή λογική, δεν είναι αποδεκτή (βλ. προαναφερθείσα υπόθεση R. v. H. [2014] EWCA Crim 1555, [26], [42] και [44]). Δεν είναι επίσης αποδεκτή μαρτυρία εμπειρογνώμονα που σκοπό έχει να υποστηρίξει την αξιοπιστία per se μάρτυρα της ίδιας πλευράς («oath helping» evidence). Όπως τέθηκε από τον Lawton L.J., στην Turner, σελ. 842: «in general evidence can be called to impugn the credibility of witnesses but not led in chief to bolster it up.» Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές, η μαρτυρία του ΜΕ4, αν και σχετική με τα επίδικα θέματα, δεν καθίσταται άνευ ετέρου και αποδεκτή. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του ΜΕ4 ήταν ο τρόπος σκέψης και βούλησης ως και το συνειδητό της απόφασης του ΜΥ1, ως ενήλικου προσώπου, να γίνει μοναχός. Ενόψει της απουσίας οποιωνδήποτε προσωπικών συνεντεύξεων του ΜΕ4 με το υποκείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του, μέσω των οποίων θα ήταν ενδεχομένως, δυνατή η άμεση αντίληψη της προσωπικότητας, ωριμότητας, της ψυχικής και συναισθηματικής κατάστασης του ΜΥ1, τα οποία απαραίτητα θα συνιστούσαν στοιχεία επιστημονικής αξιολόγησης σ' ό,τι αφορά το ελεύθερο ή όχι της βούλησης του ως προς την απόφαση του να ασπασθεί το μοναχισμό, η εμπειρογνωμοσύνη του ΜΕ4 καθίσταται μάλλον γενικό συμπέρασμα κοινωνιολογικής φύσεως, παρά επιστημονικό συμπέρασμα που αφορά αποκλειστικά τον ΜΥ
  3. Συνεπώς η μαρτυρία του ΜΕ4 δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο για αυτούς τους λόγους, αλλά και επιπρόσθετα γιατί αυτή, κατά εμφανή τρόπο, στοχεύει στο να υποστηρίξει την ίδια θέση που προέβαλε με τη μαρτυρία του και ο ΜΕ1, ως και να ενισχύσει την αξιοπιστία του. Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τον ΜΥ1 να καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτός μου έκαμε εξαιρετικά θετική εντύπωση στο εδώλιο του μάρτυρα και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι όσα αυτός ανέφερε στο Δικαστήριο ανταποκρίνονται μόνο στην αλήθεια. Με εμφανή ειλικρίνεια και αυθορμητισμό, χωρίς δισταγμό και υπεκφυγές, απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβάλλοντο και η αξιοπιστία του ουδόλως κλονίστηκε από την αντεξέταση. Με ηρεμία και θετικότητα, επεξήγησε και τοποθετήθηκε ρητά και με σαφήνεια ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η επιλογή και απόφαση του να ακολουθήσει το μοναχισμό ήταν ελεύθερη, εκούσια και αυτόβουλη, αποκλειστικά δική του και αποτέλεσμα πολλών μηνών εσωτερικού προβληματισμού και προσευχής και χωρίς παρέμβαση και επηρεασμό από τρίτους. Πρόσθεσε επίσης ότι ουδέποτε κατά τη διάρκεια των τελευταίων 17 χρόνων μετάνιωσε γι' αυτή την επιλογή του και ευχαριστεί και δοξολογεί το Θεό που τον βοήθησε να ακολουθήσει αυτή την πορεία στη ζωή του. Όσα ο ίδιος ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικά με τον τρόπο ζωής των μοναχών, σε συνδυασμό με όσα σχολίασε σε σχέση με αποσπάσματα θρησκευτικών βιβλίων που του υποδείχθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγόντων κατά την αντεξέταση του, δεν οδηγούν στο συμπέρασμα περί χειραγώγησης και «προσηλυτισμού» του, ως είναι η θέση των Εναγόντων. Αποτελεί, κατά την άποψη μου, αναφαίρετο δικαίωμα του ΜΥ1 να ακολουθήσει το δρόμο του μοναχισμού και να ζει με τον τρόπο που επεξήγησε, ακολουθώντας τους κανόνες τους οποίους ο ίδιος αυτόβουλα και με τη θέληση του επέλεξε. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο ΜΥ1 κρίνεται ως αξιόπιστος μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης, τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι ανάλογα με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή. Ειδικότερα, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι: α) Ο ΜΥ1, κατά το χρόνο εισόδου του στην Εναγόμενη 3 το Νοέμβριο 2001, ήταν ενήλικας (ηλικίας 23 ετών) και με πλήρη ικανότητα να αποφασίσει ελεύθερα για την επιλογή του μοναχικού βίου, εφόσον δεν είχε κηρυχθεί με βάση τον Περί Διαχείρισης της Περιουσίας Ανικάνων Προσώπων Νόμο του 1996, ως ανίκανο πρόσωπο. β) Ο ΜΥ1, αυτόβουλα, συνειδητά και με πλήρη επίγνωση των αποφάσεων και πράξεων του, επέλεξε να ακολουθήσει το δρόμο του μοναχισμού. Η εν λόγω απόφαση του λήφθηκε από τον ίδιο ελεύθερα και χωρίς οποιαδήποτε παρέμβαση, επηρεασμό και χειραγώγηση εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2 και/ή οποιουδήποτε τρίτου προσώπου. γ) Ο ΜΥ1 αυτόβουλα, ελεύθερα και συνειδητά επέλεξε να εγκαταβιώσει σε άβατο μοναστήρι, να ακολουθήσει συγκεκριμένο τρόπο ζωής όπως τον επεξήγησε ενώπιον του Δικαστηρίου και να απορρίψει την οικογενειακή και ιδιωτική ζωή με τον τρόπο που οι Ενάγοντες τον αντιλαμβάνονται. Επέλεξε ελεύθερα και με πλήρη επίγνωση να ακολουθήσει το δρόμο της ακτημοσύνης και επομένως κανένα δικαίωμα των Εναγόντων επηρεάζεται σε σχέση με την επιθυμία τους να μεταβιβάσουν περιουσία στον ΜΥ1, εφόσον κανένας δεν εξαναγκάζεται να αποδεχθεί περιουσία που του μεταβιβάζεται από άλλο πρόσωπο. Όπως ο ΜΥ1 ανέφερε στο Δικαστήριο, αποτελεί δικαίωμα του να μην θέλει να κληρονομήσει περιουσία ή αν κληρονομήσει να τη δώσει όπου ο ίδιος επιθυμεί. Σύμφωνα με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) Kokkinakis v Greece Αρ. Αιτ. 14307/88 ημερομηνίας 25.5.93, η ελευθερία της σκέψης, συνείδησης και θρησκείας κατοχυρώνεται από το άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών και αποτελεί ένα από τα θεμέλια της «δημοκρατικής κοινωνίας». Η θρησκευτική της διάσταση, είναι ένα από τα ζωτικότερα στοιχεία που συνιστούν την ταυτότητα των πιστών και την αντίληψη τους για ζωή, αλλά αποτελεί επίσης και πολύτιμο στοιχείο για τους αθεϊστές, αγνωστικιστές, σκεπτικιστές και αδιάφορους. Αν και η θρησκευτική ελευθερία αποτελεί πρωταρχικά ζήτημα ατομικής συνείδησης, υποδηλώνει μεταξύ άλλων, και «την ελευθερία της εκδήλωσης της θρησκείας κάποιου» η οποία δεν ασκείται μόνο από κοινού με άλλους «δημόσια» και εντός του κύκλου προσώπων που έχουν τα ίδια «πιστεύω», αλλά μπορεί να γίνει «μεμονωμένα» και «ιδιωτικά». Το πιο κάτω απόσπασμα από την παράγραφο 31 είναι σχετικό: «
  4. As enshrined in Article 9 (art. 9), freedom of thought, conscience and religion is one of the foundations of a "democratic society" within the meaning of the Convention. It is, in its religious dimension, one of the most vital elements that go to make up the identity of believers and their conception of life, but it is also a precious asset for atheists, agnostics, sceptics and the unconcerned. The pluralism indissociable from a democratic society, which has been dearly won over the centuries, depends on it. While religious freedom is primarily a matter of individual conscience, it also implies, inter alia, freedom to "manifest [one's] religion". Bearing witness in words and deeds is bound up with the existence of religious convictions. According to Article 9 (art. 9), freedom to manifest one's religion is not only exercisable in community with others, "in public" and within the circle of those whose faith one shares, but can also be asserted "alone" and "in private";» Στην προκειμένη περίπτωση, ο ΜΥ1, ελεύθερα και αυτόβουλα, επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της θρησκευτικής του ελευθερίας και να το εκδηλώσει «μεμονωμένα» και «ιδιωτικά» με την εγκαταβίωση του σε άβατο μοναστήρι, ακολουθώντας τον μοναχισμό και συγκεκριμένο τρόπο ζωής, αναγνωρισμένο από τον ορθόδοξο χριστιανισμό. δ) Η παρούσα περίπτωση δεν αφορά περίπτωση προσηλυτισμού, η οποία απαντάται μόνο επί ετερόδοξων, με σκοπό τη μεταβολή της θρησκευτικής συνείδησης (βλ. Απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής Τεκμήριο 20), κάτι που δεν ισχύει στην περίπτωση του ΜΥ1, εφόσον αυτός και πριν την είσοδο του στην Εναγόμενη 3 ήταν χριστιανός ορθόδοξος. ε) Ο ΜΥ1 δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον των Εναγομένων. Δεν θεωρεί τον εαυτό του ως «το θύμα», ούτε και είναι «παραπονούμενος», δηλαδή πρόσωπο που άμεσα επηρεάστηκε από τις πράξεις ή παραλείψεις των Εναγομένων. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους «περί ψυχολογικής χειραγώγησης του ΜΥ1, ως και άσκησης ηθικής/ πνευματικής και ψυχολογικής βίας εκ μέρους των Εναγομένων 1, 2 και 3 με σκοπό τον ανεπίτρεπτο προσηλυτισμό του ΜΥ1 στο καθεστώς του μοναχισμού, υπό συνθήκες καταπιεστικής επιρροής των Εναγομένων 1, 2 και 3». Η κατάληξη αυτή, κρίνει και την τύχη της παρούσας αγωγής, που δεν είναι άλλη παρά η απόρριψη της. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εναγομένων, παρέπεμψαν το Δικαστήριο στη σχετική με την παρούσα υπόθεση, απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) Margarita Sijakova and others v The Former Yugoslav Republic of Macedonia, Αρ. Αιτ. 67914/01 ημερομηνίας 6.3.2003, στην οποία οι Αιτητές ήταν γονείς ενήλικων προσώπων, τα οποία αποφάσισαν να ακολουθήσουν το δρόμο του μοναχισμού. Τα πρόσωπα αυτά, είχαν εγκαταλείψει τη γονική εστία αφού ενηλικιώθηκαν και με βάση το εθνικό δίκαιο, κατείχαν πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα στο να ενεργούν ανεξάρτητα και να είναι υπεύθυνοι για τις πράξεις και παραλείψεις τους. Τα πιο κάτω αποσπάσματα είναι σχετικά: «The Court notes that the applicants' children left their parents' homes after they had attained the age of majority, being over 18 years old at the material time. At that age, under the national law, they had acquired full legal capacity to act independently and be held responsible and liable for any of their acts or omissions. A State must be able to ensure that the children expressed their free will. The Court considers that the issue of maintaining contacts and communication between parents and children who are not minors, and the respect and affection they extend to each other, is a private matter, which concerns and depends on the individuals bound in a family relationship, the lack of which, and the reasons for and origins of such lack, do not call for a positive undertaking by the State and cannot be imputable to it. Even assuming that Article 8 of the Convention may be understood to guarantee the right of the applicants to receive support and care from their children as they grow old and in the event of sickness and infirmity, the applicants' complaint in this connection is premature. ............................... The applicants complain that they are prevented from founding a larger family and having grandchildren because their children in holy orders have taken a vow of celibacy. In that connection, they rely on Article 12 of the Convention, which provides as follows: "Men and women of marriageable age have the right to marry and to found a family, according to the national laws governing the exercise of this right." The Court notes that the right to have grandchildren or the right to procreation is not covered by Article 12 or any other Article of the Convention. It follows that this complaint is incompatible ratione materiae with the provisions of the Convention within the meaning of Article 35 § 3 and must be rejected in accordance with Article 35 §
  5. The applicants allege that the monastic status of their children amounts to slavery, contrary to Article 4 of the Convention, which as far as relevant provides as follows: "
  6. No one shall be held in slavery or servitude.
  7. No one shall be required to perform forced or compulsory labour..." The Court first observes that under Article 34 of the Convention it may receive applications from any person, non-governmental organisation or group of individuals claiming to be the victim of a violation by one of the High Contracting Parties of the rights set forth in the Convention or the Protocols thereto. It further notes that the general rule concerning the notion of victim is that the person bringing the application must be "the person directly affected by the act or omission which is at issue, the existence of a violation being conceivable even in the absence of prejudice." (see, for example, Eckle v. Germany, judgment of 15 July 1982, Series A no. 51, p. 30, § 66). This general rule is, however, subject to variation in certain circumstances, such as a close relationship with an applicant in cases where the applicant may be said himself to have suffered injury as a result of the contested actions and where the direct victim is unable to bring a complaint himself (see, mutatis mutandis, X. v. Belgium, no. 7467/76, Commission decision of 13 December 1976, Decision and Reports 8, pp. 220, 221). The Court has no information as to whether the applicants' children have joined the monastic order after having been manipulated and whether they are actually detained in conditions of slavery or remain members of their own free will. Furthermore, it notes that the investigating authorities have neither completed their investigations yet nor decided that there is no case to answer. Consequently, it considers that the complaint under Article 4 is premature." Σ' ό,τι αφορά την τελευταία παρατήρηση του ΕΔΑΔ ως ανωτέρω, επισημαίνεται ότι στην παρούσα περίπτωση, σε αντιδιαστολή με την πιο πάνω υπόθεση, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο ΜΥ1 αυτόβουλα και εκούσια αποφάσισε να ακολουθήσει το δρόμο του μοναχισμού και με τη δική του θέληση να διάγει το βίο μοναχού. Η απόφαση του δεν είναι αποτέλεσμα χειραγώγησης του και συνεπώς δεν διαμένει στην Εναγόμενη 3 υπό καθεστώς «σκλαβιάς». Παραπέμπω επίσης στην απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής ημερομηνίας 6.10.03 στην Αίτηση με αρ. 1144/2003 στη Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων, με Αιτήτρια την Ενάγουσα 2 και Καθ' ων η αίτηση τους Εναγόμενους 1 και 2 και με αίτημα 1) την απαγόρευση της κουράς του ΜΥ1 και 2) την υποχρέωση επικοινωνίας των Εναγόντων με τον ΜΥ1 (τεκμήριο 20). Το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής απέρριψε την Αίτηση ως μη νόμιμη, με το ακόλουθο σκεπτικό, το οποίο και υιοθετώ για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας: «Εξάλλου η προσωπικότητα του ανθρώπου προστατεύεται και από σειρά συνταγματικών διατάξεων. Οι διατάξεις αυτές και οι αντίστοιχες διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου τελούν μεταξύ τους σε εσωτερική λογική και νομική ενότητα, οπότε βάσει της θεωρίας των «αντανακλαστικών επενεργειών» στην περιοχή του ιδιωτικού δικαίου των ατομικών δικαιωμάτων και των ατομικών ελευθεριών που θεσπίζονται από το Σύνταγμα, η νομική σημασία τους δεν εξαντλείται στις μεταξύ του κράτους και των πολιτών σχέσεις αλλά επεκτείνεται και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις. Έτσι με το άρθρο 2 του Συντάγματος διακηρύσσεται ότι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας. Με βάση την κεντρική αυτή αντίληψη για την αξία του ανθρώπου έχουν περιληφθεί στο δεύτερο μέρος του Συντάγματος, υπό τον τίτλο Ατομικά και Κοινωνικά δικαιώματα μεταξύ άλλων, οι διατάξεις του άρθρ. 5 για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, του άρθρου 13 για την ελευθερία θρησκευτικής συνειδήσεως, των άρθρων 14, 15 για την πνευματική ελευθερία και την ελευθερία του στοχασμού. Με βάση τις διατάξεις αυτές προσδιορίζεται η έκταση και το βάθος της προσωπικότητας και οι κύριες εκφάνσεις της με βάθρο την ανθρώπινη αξία και το απαραβίαστο αυτής και καθιερώνεται η αξία της προσωπικότητας και σε τομείς που δεν καλύπτει το ιδιωτικό δίκαιο. Με βάση τον προσδιορισμό της προσωπικότητας κατά τα συνταγματικά αξιολογικά κριτήρια προκύπτει ότι η έκφανση της προσωπικότητας που πρέπει να προστατεύεται από κάθε προσβολή είναι θρησκευτική ελευθερία, η οποία δεν είναι απλώς ελευθερία της γνώμης αλλά ευρύτερο δικαίωμα που απαρτίζεται από μερικότερα δικαιώματα που είναι : α)το δικαίωμα καθενός να πρεσβεύει οποιαδήποτε θρησκεία επιθυμεί και θεωρεί ότι ικανοποιεί καλύτερα από κάθε άλλη θρησκεία το θρησκευτικό του συναίσθημα, β)το δικαίωμα να μη πρεσβεύει καμία θρησκεία, γ)το δικαίωμα να διατηρεί μυστικώς τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, δ)το δικαίωμα να μεταβάλλει κατ' επανάληψη και κατά βούληση θρήσκευμα και ε)το δικαίωμα να διακηρύσσει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης αφορά, περιορίζοντας ή κατοχυρώνοντάς την και η απαγόρευση του προσηλυτισμού αν και αυτή περιλαμβάνεται στην παρ.2 του άρθρ. 13 Συντ. που προβλέπει τα σχετικά με τη θρησκευτική λατρεία. Έτσι όταν η εξωτερίκευση της θρησκευτικής συνείδησης, δηλαδή η διάδοση και αναπαραγωγή της παίρνει τη μορφή της προσπάθειας διείσδυσης στη θρησκευτική συνείδηση άλλου προσώπου με αθέμιτα μέσα τότε πρόκειται για «προσηλυτισμό» κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ.2 εδ. γ Συντ. Έτσι η απαγόρευση του περιορίζει την εξωτερίκευση της συνείδησης του ενός (προσηλυτίζοντος) προκειμένου να κατοχυρώσει το απαραβίαστο της συνείδησης του άλλου (προσηλυτιζόμενου), ενώ η περίπτωση του προσηλυτισμού απαντάται μόνο επί ετεροδόξων με σκοπό δηλαδή την μεταβολή της θρησκευτικής συνείδησης. ................................ «Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη αίτηση είναι μη νόμιμη και απορριπτέα και τούτο διότι από τα εκτιθέμενα προκύπτει ότι ο γιος της αιτούσας είναι ενήλικος (25 ετών) και συνεπώς έχει πλήρη ικανότητα να αποφασίσει ελεύθερα για την επιλογή του μοναχικού βίου, ενώ δεν υφίσταται δικαίωμα της αιτούσας ή έννομη σχέση που να δικαιολογεί την λήψη ασφαλιστικών μέτρων με την μορφή της προσωρινής ρύθμισης κατάστασης όπως προσδιορίζεται το σχετικό αίτημα στην αίτηση. Αντίθετα α)η διάταξη του άρθρου 1507 ΑΚ που προαναφέρθηκε για αμοιβαίο δηλαδή σεβασμό μεταξύ των μελών της οικογένειας περιλαμβάνει και τον σεβασμό των αντιλήψεων και των θρησκευτικών πεποιθήσεων και γενικότερα της προσωπικότητας των παιδιών από τους γονείς ανεξαρτήτως της ηλικίας των παιδιών, β)οι συνταγματικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν με τις οποίες προστατεύονται η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, δεν προσδίδουν κάποιο δικαίωμα στην αιτούσα αφού τα αναφερόμενα περιστατικά αφορούν την επιλογή του ενηλίκου γιου της να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο, οι αναφερόμενες δε συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε η εν λόγω απόφαση και τα περιλαμβανόμενα στην αίτηση περιστατικά συμπεριφοράς του πρώτου των καθών και των λοιπών προσώπων της δεύτερης Ιεράς Μονής τόσο προς τον γιο της όσο και προς τον πατέρα του (απαγόρευση επικοινωνίας , αποκοπή από τον έξω κόσμο, επιβολή υπακοής στον Καθηγούμενο, χρησιμοποίηση της μεθόδου ελέγχου της σκέψης (Mind control) κ.λ.π.), δεν συνιστούν χωρίς άλλα στοιχεία παράνομη σε βάρος της αιτούσας συμπεριφορά, όπως εσφαλμένα αυτή υπολαμβάνει, αλλά και σε κάθε περίπτωση η αξίωση για την προστασία της προσωπικότητας είναι προσωπική του ιδίου του ενηλίκου γιου της και δεν συνδέεται με οποιοδήποτε δικαίωμα ή έννομη σχέση της ίδιας η οποία και να θίγεται από την συμπεριφορά των καθών, δεδομένου μάλιστα ότι δεν πρόκειται για περίπτωση προσηλυτισμού. Σε κάθε δε περίπτωση ελλείπει η προϋπόθεση της ενεργητικής νομιμοποίησης της αιτούσας για την αιτούμενη δικαστική προστασία.» Για όλα τα πιο πάνω, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των Εναγομένων και σε βάρος των Εναγόντων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.