← Κύπρος

Τερζιάν ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 2728/2017, 18/1/2019

Τερζιάν ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 2728/2017, 18/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2728/2017 Μεταξύ: XXXXX Τερζιάν Ενάγουσα -και- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόμενης Αίτηση ημερομηνίας 05.07.2017 Ημερομηνία: 18.01.2019 Εμφανίσεις: Για Αιτητή - Ενάγουσα: κ. Λ. Λουκαΐδης για Λουκής Γ. Λουκαΐδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ης η Αίτηση - Εναγόμενη: κ. Ν. Καλλένος για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 05.07.2017, η ενάγουσα δρομολόγησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Μέσω του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος που καταχώρησε, αξιώνει την ακύρωση τριών δικαστικών αποφάσεων που εκ συμφώνου εκδόθηκαν σε βάρος της, ημερομηνίας 13.10.2010 στην Αγωγή Αρ. 9608/2004, και ημερομηνίας 13.12.2011, στις Αγωγές Αρ. 11199/2004 και 11198/2004 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ταυτόχρονα, καταχώρησε την υπό συζήτηση αίτηση, μέσω της οποίας αξιώνει προσωρινό διάταγμα του δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η αναστολή της ισχύος, της εκτέλεσης, της εφαρμογής και προώθησης των ως άνω τριών εκ συμφώνου αποφάσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που εκδόθηκαν εναντίον της. Την αίτηση, νομικό υπόβαθρο της οποίας αποτελούν τα άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν14/60), η Δ.48 θ.θ.1, 2 και 9 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας ως επίσης ο λόγος της απόφασης Ανδρέου ν. P. & D. Crystal Line Co Ltd

(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1521, συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση της ενάγουσας, XXXXX Τερζιάν, ίδιας ημερομηνίας. Η ως άνω ομνύουσα, εξηγεί ότι οι τρεις αγωγές στα πλαίσια των οποίων εξεδόθησαν οι σχετικές αποφάσεις εναντίον της, αφορούν την ίδια υπό την ιδιότητά της ως εγγυήτρια οφειλών της εταιρείας Terzian's Trading House Ltd, η οποία ήταν πρωτοφειλέτης. Υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι οι ως άνω εκ συμφώνου δικαστικές αποφάσεις είναι άκυρες, αφού τα ποσά για τα οποία εκδόθηκαν ήταν ανύπαρκτα και δεν οφείλονταν καθ' ότι είχαν εξοφληθεί πριν καν κινηθούν οι σχετικές αγωγές. Τούτο, προκρίνει, «επιβεβαιώθηκε πρόσφατα και από τους λογιστές μας» θέτοντας υπόψη του δικαστηρίου σχετική «πιστοποίηση» ως την χαρακτηρίζει, από τους τελευταίους. Οι σχετικές συμφωνίες στη βάση των οποίων εξεδόθησαν οι εν λόγο αποφάσεις, υποστηρίζει, ήταν επίσης άκυρες, αφού διέπονταν από καταχρηστικές πρόνοιες, ήταν ετεροβαρείς σε βάρος της ενάγουσας και εν πάση περιπτώσει αντίθετες προς την απαγόρευση της αοριστίας. Παράλληλα ήταν άδικες, αφού ήταν αποτέλεσμα κακής πίστης ή/και αμοιβαίου λάθους ενώ αποτελούν προϊόν ψευδών παραστάσεων, χαρακτηρίζοντάς τις γενικότερα ως «hash and unconscionable transactions». Αποτελεί περαιτέρω θέση της ομνύουσας ότι δικηγόρος που διορίστηκε από τον αδελφό της για να τους εκπροσωπήσει στη δίκη, τον οποίο η ίδια δεν γνώριζε προσωπικά, δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο για τις συγκεκριμένες υποθέσεις. Αντίθετα, παρουσιάστηκε στο δικαστήριο δικηγόρος που δεν ανήκε στο γραφείο του δικηγόρου που διόρισε ο αδελφός της και παρά το γεγονός ότι η ίδια έδωσε ρητές οδηγίες στο δικηγορικό γραφείο που διόρισε ο αδελφός της να μην αποδεχτούν οποιαδήποτε απόφαση εναντίον τους αλλά να προχωρήσουν σε δίκη προβάλλοντας τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης και της ανταπαίτησής τους, ο τελευταίος, εν αγνοία και στην απουσία της, κατά παράβαση της εξουσιοδότησης και των οδηγιών τους, συμφώνησε να πληρωθούν τα ποσά που εμφανίζονται στις αποφάσεις και αποδέχτηκε την έκδοση εκ συμφώνου αποφάσεων στις ως άνω αγωγές. Παρά το γεγονός ότι η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία είχε πάντοτε την οικονομική ευρωστία να πληρώσει τα οφειλόμενα ποσά, σημειώνει, εντούτοις δεν λήφθηκαν μέτρα εναντίον της πριν αυτή διαλυθεί το
  1. Μόλις η ίδια πληροφορήθηκε το περιεχόμενο των αποφάσεων ζήτησε να αναθεωρηθεί το όλο θέμα στη βάση του γεγονότος ότι ουδείς από τους εναγόμενους όφειλε οποιοδήποτε ποσό, προκρίνοντας ότι το ποσό που επιδικάστηκε ήταν αποτέλεσμα αμοιβαίου λάθους ή απάτης των δικηγόρων των διαδίκων. Παρά το γεγονός ότι η εναγόμενη τράπεζα έδειχνε κατανόηση και διαπραγματευόταν τρόπο διευθέτησης του ζητήματος, οι σχετικές διαβουλεύσεις αναβάλλονταν συνέχεια. Οι συνεχιζόμενες διαβουλεύσεις άλλωστε - με τη συνεννόηση ότι το θέμα έπρεπε να λυθεί εξωδίκως - ήταν ο λόγος που σύμφωνα με την ομνύουσα η εναγόμενη τράπεζα δεν λάμβανε οποιοδήποτε μέτρο εναντίον της. Όταν ο δικηγόρος της επικοινώνησε τηλεφωνικά με την τράπεζα επιζητώντας συναντήσει προς τον σκοπό οριστικοποίησης της απαλλαγής της ενάγουσας από την λανθασμένη απόφαση, η απάντηση μέσω τραπεζικού λειτουργού ήταν ότι κάτι τέτοιο μόνο δικαστικά μπορεί να γίνει. Αυτός είναι ο λόγος, υποστηρίζει, που αναγκάστηκε να προσφύγει στο δικαστήριο. Τυχόν μη έγκριση του αιτήματος, καταλήγει, θα οδηγήσει σε ανεπανόρθωτη ζημιά για την ίδια αφού θα αποστερηθεί την ενυπόθηκη ακίνητη περιουσία της ή θα εμποδιστεί να την αναπτύξει ή να την αξιοποιήσει. Η εναγόμενη, αντιδρώντας στο ως άνω διάβημα της ενάγουσας, στις 05.12.2017 προχώρησε στην καταχώρηση σχετικής ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης. Στο σώμα της, πέραν από τη νομική βάση επί της οποίας αυτή εδράζεται, ως οι πρόνοιες των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, προβάλλονται και οι λόγοι της ένστασης. Μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα: «
  2. Δεν υπάρχει και/ή δεν εγείρεται νομικό υπόβαθρο που να δικαιολογεί και/ή να δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει του επιζητούμενα Διατάγματα. Οι δια της αιτήσεως επικαλούμενοι Νόμοι και/ή Κανονισμοί δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση και/ή δεν στοιχειοθετούν ικανό και/ή το αναγκαίο νομικό πλαίσιο για την εξέταση και/ή έκδοση των αιτούμενων θεραπειών.
  3. Η νομική βάση της παρούσας Αίτησης είναι εσφαλμένη και/ή ελλιπής και/ή η παρούσα Αίτηση δεν στηρίζεται στις ορθές νομοθετικές και/ή δικονομικές διατάξεις. Απουσιάζει το νομικό υπόβαθρο και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και/ή των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων.
  4. Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου.
  5. Η Αιτήτρια χρησιμοποιεί την παρούσα διαδικασία για παράκαμψη των Ειδικών Δικονομικών Θεσμών και/ή προϋποθέσεων που σχετίζονται με τα όσα επιζητούνται με την παρούσα Αίτηση.
  6. Η παρούσα Αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίου Νόμου 14/60 δι' έκδοση Προσωρινού Διατάγματος.
  7. Δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Καθ'ων η αίτηση ή βάση αγωγής.
  8. Δεν υπάρχει και/ή καταδεικνύεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με πιθανότητες επιτυχίας και ούτε και καταδεικνύεται ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα.
  9. Η Αιτήτρια ουδεμία πιθανότητα επιτυχίας έχει στην υπό κρίση Αίτηση και στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή καθότι στην παρούσα περίπτωση δεν ικανοποιούνται οι εκ της Νομοθεσίας και/ή Νομολογίας απορρέουσες προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για παραμερισμό Δικαστικών αποφάσεων ή Διαταγμάτων που εκδόθηκαν εκ συμφώνου στην βάση συμβιβασμού.
  10. Στην υπό κρίση περίπτωση δεν παρέχεται η δυνατότητα παραμερισμού των προσβαλλόμενων εκδοθέντων αποφάσεων οι οποίες έχουν ήδη συνταχθεί και ως εκ τούτου τελειοποιηθεί.
  11. Οι εκ συμφώνου Δικαστικές Αποφάσεις στις Αγωγές υπ' αρ. 9608/2004, 11199/2004 και 11198/2004 του Ε.Δ. Λευκωσίας εκδόθηκαν εναντίον, μεταξύ άλλων και της Αιτήτριας, και/ή συντάχτηκαν και/ή τελειοποιήθηκαν καθόλα νομότυπα και/ή είναι καθόλα έγκυρες και δεσμευτικές και σε καμία περίπτωση δεν εκδόθηκαν κατόπι συμπαιγνίας και/ή δόλου, και η Αιτήτρια εκπροσωπήθηκε και/ή εκπροσωπείτο δεόντως καθόλους τους ουσιώδης χρόνους από Δικηγόρο στις Δικαστικές Διαδικασίες και οι εν λόγω Δικαστικές Αποφάσεις εκδόθηκαν στην παρουσία των Δικηγόρων της Αιτήτριας οι οποίοι είχαν την εξουσία και/ή ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένοι να ενεργήσουν εκ μέρους της Αιτήτριας προς διευθέτηση των Αγωγών υπ' αρ. 9608/2004, 11199/2004 και 11198/2004 του Ε.Δ. Λευκωσίας.
  12. Οι Καθ'ων η αίτηση ενέργησαν και/ή ενεργούσαν καθ'όλους τους ουσιώδης χρόνος ορθά, νόμιμα και νομότυπα και έντιμα, και σε πλήρη συμμόρφωση με την εκάστοτε ισχύουσα Νομοθεσία και/ή Κανονισμούς.
  13. Υπάρχει υπερβολική και/ή υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση Αίτησης, καθότι οι εκ συμφώνου Δικαστικές Αποφάσεις που εκδόθηκαν στα πλαίσια των Αγωγών υπ' αρ. 9608/2004, 11199/2004 και 11198/2004 του Ε.Δ. Λευκωσίας εκδόθηκαν στις 13.10.2010 και 13.12.2011 αντίστοιχα και η Αιτήτρια υπέβαλε την επίδικη αίτηση σχεδόν 6 χρόνια 8 μήνες και 22 ημέρες από την έκδοση της Δικαστικής Απόφασης στην Αγωγή υπ' αρ. 9608/2004 και σχεδόν 5 χρόνια 6 μήνες και 22 ημέρες από την έκδοση των Δικαστικών Αποφάσεων στις Αγωγές υπ' αρ. 11199/2004 και 11198/2004 του Ε.Δ. Λευκωσίας. Ως εκ των ανωτέρω, η παρούσα αίτηση είναι αδικαιολόγητη και καταχρηστική, καθότι καταχωρήθηκε με υπέρμετρη και/ή υπερβολική καθυστέρηση εκ μέρους της Αιτήτριας χωρίς καμία προς τούτο αιτιολογία και/ή τεκμηριωμένη αιτιολογία.
  14. Η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει οποιοδήποτε σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης.
  15. Το ισοζύγιο της ευχέρειας τείνει υπέρ της απόρριψης της παρούσας Αίτησης και/ή της μη έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων.
  16. Η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει με ποιο τρόπο θα παράσχει εξασφάλιση και δεν κάνει καμία πρόνοια για την οικονομική της κατάσταση ως προνοεί η Δ.40 Θ. 11 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή το άρθρο 9
(2)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος (Κεφ. 6). Εν πάση περιπτώσει, οι εν λόγω Δικονομικές και Νομοθετικές πρόνοιες απουσιάζουν από την Νομική Βάση της υπό κρίση Αίτησης.
  1. Η Αιτήτρια δεν είναι φερέγγυα.
  2. Οι Καθ' ων η αίτηση λέγουν ότι η παρούσα Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας εφόσον εάν το επιζητούμενο προσωρινό Διάταγμα εκδοθεί, θα προκληθεί ανεπανόρθωτη οικονομική ζημιά στους Καθ'ων η αίτηση, εφόσον η Αιτήτρια δεν μπορεί να τους αποζημιώσει με χρήμα, και δεν θα απονεμηθεί δικαιοσύνη.
  3. Η Αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο λανθασμένα καταχωρήθηκε εναντίον των Καθ' ων η αίτηση καθότι κατά τον χρόνο έκδοσης των εκ συμφώνου Δικαστικών αποφάσεων η Αιτήτρια εκπροσωπείτο από Δικηγόρο.
  4. Η παρούσα αίτηση λανθασμένα καταχωρήθηκε στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής. Η αναστολή εκτέλεσης των εκδοθέντων Δικαστικών Αποφάσεων που αιτείται η Αιτήτρια με την υπό κρίση αίτηση της αφορά τις Αγωγές υπ' αρ. 9608/2004, 11199/2004 και 11198/2004 του Ε.Δ. Λευκωσίας και όχι την αναστολή την παρούσα Αγωγής.
  5. Τα όσα προβάλλονται από την Αιτήτρια ως λόγοι αναστολής των εκ συμφώνου Δικαστικών αποφάσεων που εκδόθηκαν στα πλαίσια των Αγωγών υπ' αρ. 9608/2004, 11199/2004, και 11198/2004 του Ε.Δ. Λευκωσίας είναι αβάσιμα, και ατεκμηρίωτα και ανεδαφικά. Δεν υπάρχει και/ή αποκαλύπτεται οποιοσδήποτε και/ή επαρκής λόγος να ανασταλεί η ισχύς και η εκτέλεση των εκδοθέντων Αποφάσεων ημερ. 13.10.2010 και 13.12.
  6. Ορθά, νομίμως και δικαιωματικά ηγέρθησαν από μέρους των Καθ' ων η αίτηση οι Αγωγές υπ' αρ. 9608/2004, 11199/2004 και 11198/2004 του Ε.Δ. Λευκωσίας εναντίον, μεταξύ άλλων, και της Αιτήτριας καθώς και εναντίον της Εταιρείας Terzian Trading House Limited, και ορθά, νομίμως και δικαιωματικά οι Καθ' ων η αίτηση προώθησαν τις εκεί αξιώσεις τους στα πλαίσια των πιο πάνω Αγωγών. Οι επιζητούμενες αξιώσεων των Καθ' ων η αίτηση στις Αγωγές υπ' αρ. 9608/2004, 11199/2004 και 11198/2004 του Ε.Δ. Λευκωσίας και συνεπακόλουθα τα εξ' αποφάσεως οφειλόμενα ποσά, ως αυτά διαμορφώθηκαν στην βάση των εν λόγω αξιώσεων καθόλους τους ουσιώδης χρόνους και ανέκαθεν υφίσταντο και είναι ορθά και αληθή και πραγματικά και υπαρκτά και ουδέποτε εξοφλήθηκαν και/ή αποπληρώθηκαν από την Αιτήτρια και/ή την Εταιρεία Terzian Trading House Limited η οποία εν πάση περιπτώσει τελεί υπό εκκαθάριση.
  7. Τα εξ' αποφάσεως χρέη τα οποία επιδικάστηκαν εναντίον, μεταξύ άλλων, της Ατήτριας, δυνάμει των τελικών δικαστικών αποφάσεων ημερ. 13.10.2010 και 13.12.2011 οι οποίες εκδόθηκαν στα πλαίσια των Αγωγών υπ' αρ. 9608/2004, 11199/2004 και 11198/2004 του Ε.Δ. Λευκωσίας δεν έχουν μέχρι σήμερα εξοφληθεί και καθ'όλους τους ουσιώδης χρόνους υφίσταντο και συνεχίζουν μέχρι σήμερα και εξακολουθούν να υφίστανται.
  8. Οι σχετικές συμβάσεις, στην βάση των οποίων εκδόθηκαν οι σχετικές Δικαστικές Αποφάσεις, ήταν και είναι καθόλους τους ουσιώδης χρόνους νόμιμες, νομίμως καταρτισμένες, έγκυρες και δεσμευτικές για τα συμβαλλόμενα μέρη, και ουδέν καταχρηστικό όρο έχουν και ουδέν στοιχείο παρανομίας έχουν, και η Αιτήτρια και τα λοιπά συμβαλλόμενα μέρη, μεταξύ άλλων, έχουν υπογράψει αυτές ελευθέρα βουλήσει και/ή η Αιτήτρια έχει αναγνωρίσει τα εξ' αποφάσεως χρέη της με αποτέλεσμα να κωλύεται δια διαγωγής και εγγράφων και παραστάσεων (is estopped) από το να προβάλει τους εκ των υστέρων ισχυρισμούς που προωθεί με την υπό κρίση αίτηση της. Επομένως, τα επιζητούμενα Διατάγματα δεν δύνανται να εκδοθούν.
  9. Σε καμία συμφωνία δεν εισήλθε η Αιτήτρια με τους Καθ' ων η αίτηση /εξ'αποφάσεως πιστωτές της με σκοπό την απαλλαγή της υπό των εξ' αποφάσεως υποχρεώσεων της, παρά μόνο αιτείται την απαλλαγή της αγνοώντας το γεγονός ότι εκδόθηκαν καθόλα ορθά, νόμιμες, έγκυρες και δεσμευτικές εκ συμφώνου Δικαστικές αποφάσεις εναντίον της.
  10. Η ευθύνη, μεταξύ άλλων, και της Αιτήτριας βάσει των Δικαστικών Αποφάσεων ημερ. 13.10.2010 και 13.12.2011 είναι ξεκάθαρη, αφού πλέον, και μετά την εκ συμφώνου έκδοση αυτών, η Αιτήτρια είναι «εξ' αποφάσεως οφειλέτιδα» και συνεπώς η υποχρέωση της είναι η πληρωμή και/ή η αποπληρωμή προς τους Καθ' ων η αίτηση των εξ' αποφάσεως χρεών της πλέον τόκους μέχρι εξοφλήσεως.
  11. Η αίτηση δεν αποκαλύπτει οποιεσδήποτε περιστάσεις που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος της Αιτήτριας.
  12. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση είναι γενικόλογη, ανεπαρκής, ασαφής και αόριστη, δεν εκτίθενται σε αυτή επαρκή γεγονότα και/ή σχετικά και ουσιαστικά αποδεικτικά στοιχεία ικανά να στηρίξουν την έκδοση των επιζητούμενων διαταγμάτων.
  13. Η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει οτιδήποτε σε σχέση με την κατεπείγουσα φύση της υπόθεσης για να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης των εκδοθέντων Αποφάσεων.
  14. Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the court) και/ή είναι κακόπιστη και/ή καταχωρήθηκε για να εξυπηρετήσει αλλότριους σκοπούς και/ή είναι ενοχλητική, εκδικητική, καταπιεστική και νομικά αβάσιμη.
  15. Οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι τυχόν έκδοση των υπό αναφορά Διαταγμάτων συνεπάγει άμεσο επηρεασμό των δικαιωμάτων των αφού εμποδίζονται και/ή θα παρεμποδιστούν από το να εισπράξουν το εξ' αποφάσεως λαβείν τους.
  16. Η παρούσα Αίτηση αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης.
  17. Η παρούσα Αίτηση αποσκοπεί μονάχα στην παρεμπόδιση και/ή αποτροπή των μέτρων εκτέλεσης που ήδη εκκρεμούν προς εκτέλεση των προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση εκδοθέντων Δικαστικών Αποφάσεων ημερ. 13.10.2010 και 13.12.2011 και στην αποφυγή των συνεπειών της εκτέλεσης των εν λόγω νομίμως εκδοθέντων, τελικών, και δεσμευτικών Δικαστικών αποφάσεων.
  18. Η παρούσα Αίτηση αποτελεί προσπάθεια της Αιτήτριας να αποφύγει τις εξ'αποφάσεως υποχρεώσεις της προς τους Καθ' ων η αίτηση και να δικαιολογήσει την έλλειψη ενδιαφέροντος των εξ'αποφάσεως υποχρεώσεων της προς τους Καθ' ων η αίτηση.
  19. Η Αιτήτρια κωλύεται δια διαγωγής και εγγράφων και παραστάσεων από του να ισχυρίζεται τα όσα ισχυρίζεται με την υπό κρίση Αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει.
  20. Η αναστολή της ισχύς της εκτέλεσης των Δικαστικών Αποφάσεων, θα είχε ως μοναδικό σκοπό να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις.
  21. Η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος που έχει προκειμένου να πείσει το Δικαστήριο για να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της υπό κρίση Αίτησης». Ο XXXXX Κουντούρης, υπάλληλος των εναγομένων, με την ένορκη δήλωσή του που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση, ουσιαστικά επαναλαμβάνει και εξειδικεύει σε κάποιο βαθμό τους ως άνω προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Η προώθηση της αίτησης εκ μέρους της αιτήτριας, υποστηρίζει, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, υπογραμμίζοντας την υπερβολική και υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της χωρίς καμία προς τούτο τεκμηριωμένη αιτιολογία. Ανάμεσα σε άλλα, προκρίνει ότι δεν ικανοποιούνται οι εκ του νόμου και/ή της νομολογίας απορρέουσες προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για παραμερισμό δικαστικών αποφάσεων ή διαταγμάτων που εκδόθηκαν εκ συμφώνου στη βάση συμβιβασμού. Οι σχετικές εκ συμφώνου δικαστικές αποφάσεις, υποστηρίζει, εκδόθηκαν εναντίον και της αιτήτριας, συντάχθηκαν και τελειοποιήθηκαν καθ' όλα νομότυπα όντας πλέον καθ' όλα έγκυρες και δεσμευτικές. Υποδεικνύοντας ότι οι δικαστικές αποφάσεις εκδόθηκαν στα πλαίσια των αγωγών υπ' αριθμό 9608/2004, 11199/2004 και 11198/2004 του Ε.Δ. Λευκωσίας, μεταξύ άλλων και εναντίον της αιτήτριας, ως εγγυήτριας των υποχρεώσεων της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας Terezian Trading House Ltd προς τους καθ' ων η αίτηση, απορρίπτει παράλληλα ως ανυπόστατους, αόριστους, γενικόλογους και αβάσιμους τους ισχυρισμούς και θέσεις της αιτήτριας όσον αφορά την εγκυρότητα των συμβάσεων στη βάση των οποίων εκδόθηκαν οι σχετικές δικαστικές αποφάσεις. Η αιτήτρια, προσθέτει, όπως και όλα τα συμβαλλόμενα μέρη, υπέγραψαν θεληματικά και μετά από μελέτη τα σχετικά έγγραφα παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων, συμφωνίες, εγγυητήρια, υποθήκες και άλλες εξασφαλίσεις, οι όροι των οποίων είναι καθ' όλα νόμιμοι και δεσμευτικοί. Έπραξαν τούτο ελεύθερα και χωρίς καμία πλάνη και/ή αθέμιτη επιρροή και/ή πίεση και/ή ψευδή παράσταση από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση. Τα εξ αποφάσεως οφειλόμενα ποσά, ως αυτά διαμορφώθηκαν στη βάση των αξιώσεων των εναγόντων, είναι ορθά και αληθή, πραγματικά και υπαρκτά ενώ μέχρι σήμερα εξακολουθούν να οφείλονται, αφού ουδέποτε εξοφλήθηκαν και/ή αποπληρώθηκαν από την αιτήτρια ή από την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία η οποία τελεί υπό εκκαθάριση. Απορρίπτοντας κατηγορηματικά τη θέση ότι η αιτήτρια ουδέποτε διόρισε και/ή εξουσιοδότησε τους δικηγόρους που αναγράφονται στις δικαστικές αποφάσεις που εξεδόθησαν στα πλαίσια των τριών πιο πάνω αγωγών να εμφανιστούν εκ μέρους της και να αποδεχθούν εκ συμφώνου αποφάσεις εναντίον της, απορρίπτει ταυτόχρονα τη θέση ότι οι εν λόγω δικαστικές αποφάσεις εκδόθηκαν κατόπιν δόλου και/ή αμοιβαίου λάθους και/ή συμπαιγνίας και/ή απάτης. Οι ως άνω δικαστικές αποφάσεις, προτάσσει, εκδόθηκαν στην παρουσία των δικηγόρων της αιτήτριας οι οποίοι είχαν την εξουσία και ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένοι να ενεργήσουν εκ μέρους της τελευταίας προς διευθέτηση των ως άνω αγωγών. Αποτελεί περαιτέρω θέση του ομνύοντα πως μετά την έκδοση των ως άνω δικαστικών αποφάσεων ακολούθησαν πράγματι διαπραγματεύσεις μεταξύ της αιτήτριας και των καθ' ων η αίτηση, με σκοπό όμως την εξεύρεση τρόπου αποπληρωμής των εξ αποφάσεων χρεών της αιτήτριας. Ήταν σε αυτό το πλαίσιο που σε συνάντηση που πραγματοποιήθηκε κατά ή περί την 07.07.2014, συζητήθηκαν τρόποι εξόφλησης των υποχρεώσεων της τελευταίας, χωρίς ποτέ να εγερθεί από την πλευρά της αιτήτριας ζήτημα ακυρότητας των ως άνω δικαστικών αποφάσεων. Τον πιο πάνω σκοπό της αποπληρωμής, εξυπηρετούσε και η σχετική πρόταση της αιτήτριας προς τους καθ' ων η αίτηση, μέσω επιστολής της τελευταίας ημερομηνίας 18.07.2014, η οποία όμως δεν έγινε αποδεκτή από την τράπεζα και απορρίφθηκε. Η υπό κρίση αίτηση όπως και όσα εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της XXXXX Τερζιάν, υποδεικνύει ο ομνύων, αποτελούν εκ των υστέρων ψευδείς, αόριστους, ανεδαφικούς, αντιφατικούς και ανυπόστατους ισχυρισμούς, προϊόν δεύτερης σκέψης, σε μια προσπάθεια της αιτήτριας να αποφύγει τις εξ αποφάσεως υποχρεώσεις της προς τους καθ' ων η αίτηση. Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, υποστηρίζει, θα αποστερήσει από τους καθ' ων η αίτηση των ευεργετημάτων των νόμιμα εκδοθέντων, έγκυρων και δεσμευτικών δικαστικών αποφάσεων που εκ συμφώνου εκδόθηκαν υπέρ τους, ενώ θα οδηγούσε σε κατάφορη αδικία σε βάρος τους. Τα αιτούμενα διατάγματα, καταλήγει, δεν είναι αναγκαία για σκοπούς δίκαιης περάτωσης της υπόθεσης ή/και ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Οι συνήγοροι των δυο πλευρών με τις ικανές εισηγήσεις τους, υποστήριξαν και ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για το ζήτημα που απασχολεί στην παρούσα. Με πολλή προσοχή το δικαστήριο έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δυο πλευρών, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν, ως και άλλες, σχετικές με τα ζητήματα που εδώ ενδιαφέρουν. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο στο πλαίσιο της παρούσας και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Πριν από την ενασχόληση με τα ουσιαστικά ζητήματα που απασχολούν στα πλαίσια της παρούσας, κρίνεται χρήσιμη η κατά προτεραιότητα συζήτηση της εισήγησης του ευπαίδευτου συνηγόρου των αιτητών ότι στη βάση καλά αναγνωρισμένων αρχών της νομολογίας, ανάμεσα στα στοιχεία και μαρτυρία που το δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του κατά την εξέταση της υπό συζήτηση αίτησης, δεν θα πρέπει να περιλαμβάνεται η επιστολή ημερομηνίας 18.07.2014 που η ενάγουσα - αιτήτρια απέστειλε στην καθ' ης η αίτηση τράπεζα (τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των καθ' ων η αίτηση). Τούτο, όπως υποδεικνύει, καθ' ην έκταση η περί ου ο λόγος επιστολή απεστάλη με την ένδειξη «Without Prejudice To My Rights», γεγονός που εκ των πραγμάτων αποκλείει τη δυνατότητα να γίνει αποδεκτή από το δικαστήριο ως μαρτυρία και στοιχείο δυνάμενο να αξιοποιηθεί. Διαμετρικά αντίθετη επί του προκειμένου υπήρξε η τοποθέτηση του ευπαίδευτου συνήγορου των καθ' ων η αίτηση. Ο τελευταίος, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία και συγγράμματα, υποστήριξε ότι στα πλαίσια διαδικασιών όπως η υπό συζήτηση είναι δυνατόν να τίθεται υπόψη του δικαστηρίου και ανάλογα να αξιοποιείται «άνευ βλάβης» αποσταλείσα αλληλογραφία. Δεν χρειάζεται αισθάνομαι να λεχθούν πολλά. Το ζήτημα φαίνεται να έχει απασχολήσει τη νομολογία. Είναι καλά γνωστό ότι το δικαστήριο εξετάζοντας αίτηση για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, λαμβάνει υπόψη του σωρεία παραγόντων. Είναι γι' αυτό το λόγο που παρά το γεγονός ότι η υποχρέωση προς το δικαστήριο για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που ενδεχομένως να επηρεάσουν την κρίση του για το ζήτημα που κάθε φορά πραγματεύεται, κορυφώνεται κατά την έκδοση τέτοιου διατάγματος μονομερώς, ωστόσο, έχει κατ' επανάληψη διακηρυχτεί πως σε κάθε περίπτωση που ο διάδικος απευθύνεται στο δικαστήριο στη βάση του δικαίου της επιείκειας, επιζητώντας την άσκηση προς όφελός του της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δεδομένη και εκ των ων ουκ άνευ είναι η υποχρέωση του να παραθέτει τα γεγονότα κατά τρόπο δίκαιο και όχι ελλιπή ή παραπλανητικό. Το γενικότερο αυτό καθήκον στις υποθέσεις του είδους, δεν ατονεί στην περίπτωση προώθησης της αίτησης διά κλήσεως από την πλευρά ενός διαδίκου. Ως τέθηκε στο σύγγραμμα Commercial Injunctions, 5η έκδοση, του Stephen Gee, σελ. 247, παρ. 9.009: «An applicant for inter partes relief does not have a duty to make full and frank disclosure of material facts, but is under an obligation not knowingly to mislead the court». Όπως άλλωστε υποδείχθηκε στην υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. v Adeona Holdings Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. Ε6/2014, ημερομηνίας 27.02.2015, με παραπομπή και σε σχετική Αγγλική νομολογία (Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)) η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, ούτε στο νόμο και νομικές αρχές ή σε σημεία που ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των αιτητών. Τέτοια υποχρέωση υπάρχει και σε σχέση με την άνευ βλάβης αλληλογραφία, υποδεικνύοντας ακριβώς ότι σε υποθέσεις του είδους τούτο υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία πριν ασκήσει τη διακριτική του εξουσία. Συνακόλουθα των πιο πάνω, είναι φανερό ότι σε αιτήσεις του είδους, το δικαστήριο δεν φαίνεται να εμποδίζεται να λάβει υπόψη του και το συγκεκριμένο στοιχείο μαρτυρίας, ανάμεσα στη σωρεία άλλων παραγόντων που οφείλει να σταθμίσει κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, όχι ασφαλώς για να καταλήξει σε τελικά συμπεράσματα και ευρήματα για τα διαδραματισθέντα, διεργασία που προφανώς δεν είναι του παρόντος, αλλά εξετάζοντας το δικαιολογημένο ή μη της αιτούμενης στην υπό συζήτηση περίπτωση θεραπείας. Αποτέλεσε περαιτέρω θέση του ευπαίδευτου συνήγορου των καθ' ων η αίτηση, ότι η υπό συζήτηση αίτηση, με δεδομένο ότι προωθήθηκε μετά την «τελειοποίησή της» ήτοι μετά που αυτή είχε κανονικά συνταχθεί, θα πρέπει ούτως ή άλλως να απορριφθεί παραπέμποντας σε σχετική επί τούτου νομολογία (βλ. Doudou Moustafa Matsouri ν Durige Ahmet Rustem
(1973)1 C.L.R. 24, Shepherd v Robinson
(1919)1 K.B. 474 και Μαρκίδης ν Αιμίλιος Ηλιάδης Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 729). Με κάθε σεβασμό η ως άνω εισήγηση δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Ο πιο πάνω χρονικός περιορισμός της αναζήτησης του παραμερισμού εκ συμφώνου απόφασης, φαίνεται να τίθεται στις περιπτώσεις που κατά τρόπο «συνοπτικό» στο πλαίσιο δηλαδή της ίδιας δικαστικής διαδικασίας επιχειρείται ο παραμερισμός της εκδοθείσας εκ συμφώνου απόφασης με σχετική αίτηση, όχι όμως όταν επιδιώκεται τούτο με την προώθηση νέας αγωγής, ως η υπό συζήτηση περίπτωση (Ανδρέου ν P & D Crystal Line Co Ltd
(2001)1 A.Α.Δ. 152, Kinch v Walcott
(1929)All E.R. Rep. 720 (P.C.) και Τούλα Τρύφωνος το γένος Κυρ. Μαρκίδη ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ ECLI:CY:AD:2018:A132, Π.Ε. 411/2011 ημερ. 27.03.2018 (αποφάσεις πλειοψηφίας κα μειοψηφίας)). Ζήτημα που επίσης απασχολεί το δικαστήριο, ήδη από αυτό το στάδιο της παρούσας, αφού είναι δυνατόν να αποβεί καταλυτικό για την περαιτέρω πορεία και τύχη της αίτησης, αποτελεί και η θέση που προκρίνεται από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση, ότι δηλαδή η προώθηση εκ μέρους της αιτήτριας της υπό συζήτησης αίτησης είναι αδικαιολόγητη και ότι αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του δικαστηρίου. Προς τούτο, προβάλλεται από την πλευρά τους η υπερβολική και υπέρμετρη ως τη χαρακτηρίζουν καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, (πέραν των 6½ ετών από την έκδοση της δικαστικής απόφασης στην αγωγή υπ' αριθμό 9608/2004 και πέραν των 5½ ετών από την έκδοση των δικαστικών αποφάσεων στις αγωγές υπ' αριθμό 11198/2004 και 11199/2004) που κατά τρόπο ανεπίτρεπτο συντείνει στην καθυστέρηση και κωλυσιεργία της εκτέλεσης τελεσίδικων δικαστικών αποφάσεων, επηρεάζοντας, ως υποστηρίζουν, το δικαίωμα της εναγομένης τράπεζας να απολαύσει τους καρπούς της επιτυχίας της με τις εκδοθείσες προς όφελός της δικαστικές αποφάσεις. Αδιαμφισβήτητη είναι η σύμφυτη δικαιοδοσία και εξουσία του δικαστηρίου να ανακόψει και να καταστείλει, τη δεδομένη στιγμή, διαδικασίες οι οποίες καταχρηστικά προωθούνται ενώπιον του. (Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 A.A.Δ. 217). Ως έχει άλλωστε υποδειχθεί από τον σεβαστό Δικαστή Καλλή, στην υπόθεση Loukos Trading Co Ltd κ.α. ν. Ρέινμπ. Πλ. και Ντάιγκ Κο, Λτδ,
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1014, η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ανάλογα ευρεία είναι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Ομοίως, ο λόρδος Diplock, στην υπόθεση Hunter v. Chief Constable of West Midlands & Another
(1981)3 All E.R. 727, σε σχέση με τις διάφορες μορφές που μπορεί να λάβει η κατάχρηση της διαδικασίας και τη συνακόλουθη εξουσία του δικαστηρίου ανάλογα να παρεμβαίνει, υπέδειξε στη σελ. 729 του τόμου που αυτή βρίσκεται δημοσιευμένη, ότι: «It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power.» Έχοντας κατά νου όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου σε σχέση με τη δικονομική συμπεριφορά της αιτήτριας, σε συνάρτηση πάντα με το χρόνο έκδοσης των ως άνω δικαστικών αποφάσεων σε βάρος της και τη δρομολόγηση τελικά από την πλευρά της, μόλις τον Ιούλιο του 2017, της υπό συζήτηση αίτησης, είναι φανερό ότι ο χρόνος που αφέθηκε από την πλευρά της να διαρρεύσει, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, ανάλογα επηρεάζει το καλά αναγνωρισμένο δικαίωμα της εναγόμενης να απολαύσει τους καρπούς της επιτυχίας της. (βλ. Χαψίδης ν Νικολαΐδου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1493). Δεν παραβλέπω ασφαλώς τις αιτιάσεις που προκρίνει η πλευρά της αιτήτριας για να δικαιολογήσει την υπέρμετρη καθυστέρηση στην προώθηση του υπό συζήτηση δικονομικού της διαβήματος. Ότι όμως σφραγίζει στη συγκεκριμένη περίπτωση την αντίληψή του δικαστηρίου επί του θέματος, είναι ο συνδυασμός της ως συμπεριφοράς της με την προσπάθεια της αιτήτριας όπως αυτή εκδηλώθηκε, ως τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί, όχι μόνο κατά την συνάντηση της με την ενάγουσα τον Ιούλιο 2014, όπως προβάλλουν οι καθ' ων η αίτηση, αλλά και μέσω της επιστολής της, ημερομηνίας 18.07.2014, (3 χρόνια πριν την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης) προς τον σκοπό ρύθμισης των ως άνω εξ' αποφάσεως χρεών της, αναγνωρίζοντας τούτα και προτείνοντας συγκεκριμένο τρόπο αποπληρωμής και αποδέσμευσής της από τις ως άνω αποφάσεις. Συμπεριφορά που εκδηλώνεται παρά την δεδομένη και ακλόνητη ως διατείνεται θέση της ότι οι συγκεκριμένες αποφάσεις είχαν εκδοθεί κατά παράβαση της εξουσιοδότησης που δόθηκε στους δικηγόρους της και των εντολών της προς αυτούς, όχι μόνο να υπερασπιστούν αλλά να προωθήσουν και ανταπαίτηση στα πλαίσια των ως άνω αγωγών για τους διάφορους λόγους που προκρίνει και στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την υπό συζήτηση αίτηση. Υπό τις περιστάσεις, ως η ίδια τις παραθέτει, θα ανέμενε κανείς, εάν πράγματι είχε «ειλικρινή ελατήρια» στην επιδίωξη για ακύρωση των ως άνω αποφάσεων - για να δανειστώ έκφραση από το λόγο της απόφασης Χαψίδης (ανωτέρω) - να προχωρούσε αμέσως με σχετικά ένδικα διαβήματα. Η παρατηρούμενη πολύχρονη καθυστέρηση στην προώθηση του σχετικού αιτήματος, σε συνδυασμό θεωρούμενη με τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό εξέταση περίπτωση και την εν γένη συμπεριφορά της αιτήτριας, αποτελεί κατάληξη του δικαστηρίου ότι πράγματι εντάσσουν την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης στα όρια της κατάχρησης, ως η έννοια του όρου έχει ερμηνευτεί από τη νομολογία, κατά τρόπο που να επιβάλλεται η παρέμβαση του δικαστηρίου ως η εισήγηση των καθ' ων η αίτηση. Παρά την ως άνω κατάληξη του δικαστηρίου για καταχρηστική υπό τις περιστάσεις προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης εκ μέρους της ενάγουσας, δυνάμενη να σφραγίζει την τύχη της αίτησης, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας το δικαστήριο θα προχωρήσει στην εξέταση των ουσιαστικών ζητημάτων που απασχολούν στα πλαίσια της παρούσας. Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα στη βάση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί, αποκρυσταλλωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Βλ. Acropol Shipping Co Ltd and other v. Rossis
(1975)1 C.L.R. 38, Constantinides ν. Makriyiorghou & Another
(1978)1 C.L.R. 585, Μ & M Transport ν. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos ν. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, KOT ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. σελ. 244, Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση την πιο πάνω νομολογία: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητα ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα αλλά πάντως κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το δδικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο στα πλαίσια της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης, να εκδώσει το διάταγμα. Είναι γεγονός ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες, αφού η πρώτη έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη επεκτείνεται στην θεώρηση της προσφερόμενης μαρτυρίας και την τυχόν θεμελίωση της απαίτησης - στον περιορισμένο βαθμό που τούτο είναι αναγκαίο σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση - μέσω αυτής. Το δικαστήριο κατά την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης, θα πρέπει να προσδιορίσει τις αιτίες αγωγής που αποκαλύπτονται από τους ενάγοντες και τα συστατικά στοιχεία κάθε μιας από αυτές. Η εξέταση αυτή οφείλει να είναι αυτοτελής. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, Διατάγματα, σελ. 124 «.δεν πρέπει να συγχέεται ή να συνδέεται με το δεύτερο κριτήριο του οποίου η εξέταση δεν εστιάζεται στα δικόγραφα αλλά σε κάτι άλλο.» δηλαδή κατά πόσον υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Κωνσταντίνου Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα Πολιτική Έφεση E143/2015, ημερ. 23.03.2017, σε σχέση με την 1η προϋπόθεση του άρθρου 32, εντοπίζοντας την αναγκαιότητα διακριτής ενασχόλησης με αυτή: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε την συνδρομή της πρώτης προϋπόθεσης αυτοτελώς, σε συνάρτηση με την έκθεση απαίτησης και τις επικαλούμενες αιτίες αγωγής, παρά μόνο σωρευτικά, μαζί με την δεύτερη προϋπόθεση (..) εν πάση περιπτώσει, δεν εξετάστηκαν σε σχέση με τη συνδρομή ή μη της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, ως απαιτείτο και στο βαθμό βεβαίως που απαιτείτο, οι προβαλλόμενες αιτίες αγωγής, η συνομωσία και ο δόλος. Δεν προσδιορίστηκαν οι έννοιες των αστικών αυτών αδικημάτων με ζητούμενο κατά πόσο από την έκθεση απαίτησης αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση». Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται αίτηση ως η υπό συζήτηση τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, με δεδομένη πάντα τη δυνατότητα αντεξέτασης, ως προνοείται από την Δ.39 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας. Παρεμβάλλεται ότι μέχρι σήμερα η πλευρά της ενάγουσας δεν έχει προχωρήσει στην καταχώρηση σχετικής έκθεσης απαίτησης. Σε κάθε περίπτωση, ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Γρηγορίου (ανωτέρω): «Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση τον πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Προσεγγίζοντας το ζήτημα κατά πόσο έχει αποκαλυφθεί από την πλευρά της αιτήτριας σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, διατηρώ πάντα κατά νου τον λόγο της υπόθεσης Ανδρέου ν P & D Crystal Line Co Ltd, (ανωτέρω) σύμφωνα με τον οποίο: «Μια απόφαση που έχει εκδοθεί εκ συμφώνου μπορεί να ακυρωθεί με απόφαση που εκδίδεται σε νέα αγωγή που καταχωρείται για το σκοπό αυτό.(Emeris v. Woodward [1889]43 Ch. D.185, Ainsworth v. Wilding [1896] 1 Ch. 673). Αποφάσεις που έχουν εκδοθεί εκ συμφώνου έχουν ακυρωθεί γιατί η συμφωνία είχε στοιχεία παρανομίας (Windhill Local Board of Health v. Vint [1890] 5 Ch. D. 351), γιατί λήφθηκε κατόπιν απάτης (Priestman v. Thomas [1884] 9 P.D.70, 210, γιατί ήταν αποτέλεσμα αμοιβαίου λάθους (Wilding v. Sanderson [1897] 2 Ch. 534) και γιατί δεν υπήρχε η απαραίτητη εξουσιοδότηση (Sheperd v. Robinson [1919] 1 K.B. 474).» Ως έχει ήδη σημειωθεί μια πλειάδα λόγων προκρίνεται από την πλευρά της αιτήτριας, στους οποίους εδράζει το αίτημά της για ακύρωση των ως άνω τριών εκ συμφώνου εκδοθέντων αποφάσεων σε βάρος της. Χωρίς επουδενί να παραβλέπω το αξίωμα που ισχύει στις περιπτώσεις του είδους, ότι δηλαδή στο στάδιο αυτό το δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση ούτε καταλήγει σε ευρήματα για τα επίδικα ζητήματα και διαδραματισθέντα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι εκ μέρους της αιτήτριας αλλά και από το σύνολο των στοιχείων που έχουν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου, δεν εντοπίζεται οτιδήποτε κατά τρόπο που να αποκαλύπτει αμοιβαίο λάθος ή ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους των εναγόντων σε βάρος της ενάγουσας κατά τη σύναψη των σχετικών συμφωνιών στη βάση των οποίων φέρονται να εκδόθηκαν οι σχετικές αποφάσεις. Ομοίως δεν τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία δόλου, απάτης ή ψευδών παραστάσεων τα οποία να αποδίδονται στους εναγομένους. Ουσιαστικά, καμία λεπτομέρεια ή στοιχείο δεν έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου ικανά να αποκαλύψουν συζητήσιμο ζήτημα σε σχέση με τις συγκεκριμένες αιτίες, ικανοποιώντας έτσι την ως άνω πρώτη προϋπόθεση που η νομολογία θέτει. Η διατύπωση αιτίας αγωγής, χωρίς την παράθεση στοιχείων που να αποκαλύπτουν συζητήσιμη υπόθεση επί της αιτίας που προκρίνεται, δεν είναι από μόνη της αρκετή. (Βλ. κατ' αναλογία Μαρία Ιακώβου ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 992). Ανάμεσα στις προβαλλόμενες αιτίες ακύρωσης των εκ συμφώνου εκδοθέντων αποφάσεων, είναι και προβολή της θέσης περί εξόφλησης κάθε οφειλόμενου ποσού ως αυτά περιγράφονται στις εν λόγω αποφάσεις πριν καν την καταχώρηση των σχετικών αγωγών, η απόδοση παρανομίας στις σχετικές συμφωνίες δυνάμει των οποίων παραχωρήθηκαν οι τραπεζικές διευκολύνσεις και εξεδόθησαν τελικά οι σχετικές αποφάσεις, προκρίνοντας τη θέση ότι αυτές περιείχαν καταχρηστικές ρήτρες που τις καθιστούσαν ετεροβαρείς, «harsh and unconscionable transactions», ως επίσης το γεγονός ότι οι σχετικές εκ συμφώνου δικαστικές αποφάσεις ήταν αποτέλεσμα της παραβίασης της εξουσιοδότησης και των οδηγιών προς τους δικηγόρους της ενάγουσας. Στη βάση όλων των στοιχείων που έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου σε συνδυασμό θεωρούμενων με τις αρχές που διέπουν τη θεώρηση του ζητήματος της αποκάλυψης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση σε αιτήσεις ως η υπό συζήτηση, οι πιο πάνω ειδικότερες αιτίες, φαίνεται να ικανοποιούν την πρώτη τουλάχιστον προϋπόθεση που η νομολογία θέτει, αποκαλύπτοντας συζητήσιμη επί τούτων υπόθεση. Ως έχει ήδη σημειωθεί, η δεύτερη προϋπόθεση που τίθεται για την επιτυχία αιτήματος ως το υπό συζήτηση, είναι η ανάγκη κατάδειξης από τον αιτητή κάτι περισσότερο από μιας απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά πάντως, κάτι πολύ λιγότερο από απόδειξη της υπόθεσής του στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Θα πρέπει, όπως κατ' επανάληψη έχει υπογραμμιστεί, με βάση τη μαρτυρία και τα στοιχεία που έχουν προσαχθεί ενώπιον του δικαστηρίου, αυτή να συγκεντρώνει πιθανότητες επιτυχίας (βλ. Κυτάλα κ.α v. Χρυσάνθου κ.α., 1996 1(Α) Α.Α.Δ. 253). Έχει ήδη σημειωθεί ότι στο στάδιο της ακρόασης αίτησης ως η υπό συζήτηση, θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων, αξιολόγηση της μαρτυρίας και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα για τα ουσιαστικά ζητήματα της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης. Η έρευνα του δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου επιτρέπεται η διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas (ανωτέρω)). Η πλήρης εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της κάθε υπόθεσης και η κατάληξη σε συμπεράσματα, εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Των ως άνω λεχθέντων, δεν διαλανθάνει παράλληλα και ο λόγος της απόφασης στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, όπου ειδικότερα για το ζήτημα υπεδείχθη πως: «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.» Προβάλλοντας η πλευρά της ενάγουσας το ζήτημα της εξόφλησης των ποσών που αφορούν οι εκ συμφώνου εκδοθείσες αποφάσεις - πριν καν την καταχώρηση των σχετικών αγωγών ως διατείνεται η ομνύουσα - τέθηκε από την πλευρά της υπόψη του δικαστηρίου (τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την παρούσα αίτηση) επιστολή ημερομηνίας 17.06.2017, εκ μέρους του «υπεύθυνου λογιστηρίου» της Terzians Trading House Ltd, (πρωτοφειλέτιδας ως τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου εταιρείας στις ως άνω αγωγές) προς την εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση, με την οποία ενημερώνεται η ως άνω τράπεζα ότι: «..τα ποσά ως αυτά επιδικάστηκαν στις υποθέσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας υπ' αριθμούς 11198/04, 11199/04, 9608/04 στις οποίες συμπεριλαμβάνονται το κεφάλαιο, οι τόκοι και άλλες τραπεζικές χρεώσεις έχουν πλήρως καταβληθεί προς την τράπεζα όπως επίσης και το επιπλέον ποσό των €108,000, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του λογιστηρίου μας βάσει του συμφωνηθέντος επιτοκίου. Προς διευκόλυνση σας, σας επισυνάπτω συνοπτική κατάσταση όλων των σχετικών λογαριασμών όπου αναγράφεται το σύνολο των καταβληθέντων ποσών». Είναι γεγονός ότι δεν απαιτείται απόδειξη της προβαλλόμενης θέσης σε αυτό το στάδιο. Ωστόσο, στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν μπορεί παρά να σημειωθεί ο γενικός και αόριστος τρόπος με τον οποίο προβάλλεται το ζήτημα. Είναι σημαντικό, ευθύς εξ' αρχής να σημειωθεί πως με δεδομένο ότι η φερόμενη ως πρωτοφειλέτιδα εταιρεία τελεί ήδη υπό εκκαθάριση από το 2003, γεγονός που αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών, δεν τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου οτιδήποτε που να εξηγεί πως η σχετική επιστολή δεν προέρχεται από τον εκκαθαριστή της από μακρού χρόνου ευρισκόμενης υπό εκκαθάριση εταιρείας. Στην εν λόγω επιστολή δε, η οποία φέρεται να αποστάληκε μέρες μόλις πριν την δρομολόγηση της παρούσας αγωγής - έχοντας στο μεταξύ μεσολαβήσει συμπεριφορά της ενάγουσας ως αυτή αναδύεται στην επιτολή της ημερ. 18.07.2014 - ενώ καταγράφεται ότι επισυνάπτεται σχετική συνοπτική κατάσταση όλων των σχετικών λογαριασμών όπου αναγράφεται το σύνολο των καταβληθέντων ποσών, στο τεκμήριο τουλάχιστον που τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου, προφανώς προς ικανοποίηση του τελευταίου ότι οι αναφορές στην ως άνω επιστολή δεν είναι γενικές, αόριστες και αυθαίρετες και ότι συντρέχει η πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης της ενάγουσας, δεν επισυνάπτεται οποιαδήποτε συνοπτική κατάσταση για οποιοδήποτε λογαριασμό. Η προβολή του ζητήματος κατά τον πιο πάνω γενικό και αόριστο τρόπο, βρίσκεται κάτω από το ούτως ή άλλως χαμηλό ύψους του πήχη που πρέπει να υπερπηδηθεί για την κατάδειξη πιθανότητας επιτυχίας. Τούτο ασφαλώς, πέραν και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι υπόψη του δικαστηρίου τέθηκαν από τους αντίδικους της ενάγουσας σχετικές καταστάσεις λογαριασμού που αφορούν τους επίδικους λογαριασμούς για τους οποίους εξεδόθησαν οι σχετικές δικαστικές αποφάσεις, το υπόλοιπο των οποίων, σύμφωνα με την καθ' ης η αίτηση τράπεζα, εξακολουθεί να παραμένει οφειλόμενο μέχρι σήμερα. Κατά τον ίδιο τρόπο δεν ικανοποιούν την προϋπόθεση της κατάδειξης ορατού ενδεχομένου επιτυχίας οι προβαλλόμενες θέσεις περί ετεροβαρών και καταχρηστικών ρητρών στις συμφωνίες, στη βάση των οποίων εξεδόθησαν οι εκ συμφώνου αποφάσεις. Η αποσπασματική και επιλεκτική παράθεση μέσω της ένορκης δήλωσης κάποιου όρου μιας σύμβασης, χωρίς να τεθεί υπόψη του δικαστηρίου ολοκληρωμένο και πλήρες το κείμενο των σχετικών συμβάσεων, δεν επιτρέπει εκ των πραγμάτων στο δικαστήριο να διαβλέψει ορατό ενδεχόμενο παρανομίας των σχετικών συμβάσεων ή αν αυτές πράγματι ήταν ετεροβαρείς ή περιείχαν τελικά καταχρηστικές ρήτρες σε βάρος της εναγομένης. Στην περίπτωση που το δικαστήριο προχωρούσε στην κατάληξη σε συμπέρασμα ότι έχει καταδειχθεί ορατό ενδεχόμενο παρανομίας των σχετικών συμβάσεων κατά τον τρόπο που εισηγείται τούτο η αιτήτρια, χωρίς στο μεταξύ να τεθούν υπόψη του οι σχετικές συμφωνίες για τις οποίες αποφαίνεται τούτο, είναι φανερό ότι θα ενεργούσε κατά τρόπο ανεπίτρεπτο και αντινομικό. Σοβαρά απασχόλησε το ζήτημα της προβαλλόμενης έλλειψης εξουσιοδότησης προς τους δικηγόρους της αιτήτριας να συμπράξουν στην έκδοση των σχετικών εκ συμφώνου αποφάσεων σε βάρος της και η γενικότερη θέση της περί παράβασης ρητών οδηγιών της από τους τελευταίους σε σχέση με τον τρόπο που θα έπρεπε να χειριστούν το ζήτημα των τριών ως άνω αγωγών που εκκρεμούσαν και σε βάρος της. Έχει ήδη σημειωθεί ότι η πιο πάνω αιτία αποκαλύπτει πράγματι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Η εξέλιξη ωστόσο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, δεν επιτρέπουν την κατάληξη στο συμπέρασμα ότι υπάρχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας του ως άνω προβαλλόμενου λόγου. Επαναλαμβάνω, φορτικά ίσως, ότι στο στάδιο αυτό της διαδικασίας το δικαστήριο δεν επιτρέπεται να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας ούτε να καταλήξει σε τελικά συμπεράσματα για τα διαδραματισθέντα. Έχει ωστόσο, όχι μόνο την δυνατότητα αλλά και την υποχρέωση, συνολικά θεωρώντας τα γεγονότα που τίθενται υπόψη του, να διαβλέψει αν ο αιτητής έχει πράγματι ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, όπως η έννοια του όρου κατ' επανάληψη έχει επεξηγηθεί από τη νομολογία. Η αιτήτρια, παρά την ως άνω κάθετη τοποθέτησή της όσον αφορά τον τρόπο χειρισμού των υποθέσεων της από τους δικηγόρους της και παρά την δρομολόγηση της παρούσας αγωγής - έστω σε αυτό το ύστερο στάδιο - δεν φαίνεται να έλαβε οποιοδήποτε διάβημα σε βάρος των δικηγόρων της μέχρι και σήμερα, ούτε βεβαίως στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής προβάλλεται οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον τους. Το πιο πάνω, από μόνο του, σε αυτό το στάδιο τουλάχιστον, είναι γεγονός ότι θα μπορούσε να μην επιδράσει καταλυτικά στην κρίση του δικαστηρίου επί του συζητούμενου. Το γεγονός όμως ότι η ίδια, σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο της έκδοσης των σχετικών αποφάσεων, όπως αποτυπώνεται τουλάχιστον σε σχετική επιστολή της, ήδη από το 2014, (τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση) φαίνεται ουσιαστικά να επικυρώνει με τη στάση της τις ως άνω εκ συμφώνου εκδοθείσες αποφάσης σε βάρος της, επιχειρώντας να εξεύρει τρόπο αποπληρωμής και ικανοποίησης τους, χωρίς να θέτει οποιοδήποτε ζήτημα ακυρότητας των δικαστικών αποφάσεων ή έλλειψη εξουσιοδότησης των δικηγόρων της να συμπράξουν στην έκδοσή τους, εκ των πραγμάτων δεν φαίνεται να αφήνει ορατά περιθώρια επιτυχίας και της συγκεκριμένης αιτίας. Έχοντας ήδη καταλήξει ότι για κάποιες από τις προβαλλόμενες αιτίες αγωγής δεν αποκαλύπτεται καν συζητήσιμη υπόθεση, ενώ για όσες κρίθηκε ότι έχει αποκαλυφθεί σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση δεν φαίνεται υπό τις περιστάσεις να καταδεικνύεται ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας τους, εκ των πραγμάτων παρέλκει η αναγκαιότητα για ενασχόληση με το ερώτημα αν συντρέχει ή όχι η ως άνω τρίτη προϋπόθεση ή με το τελικό κριτήριο που άπτεται του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσο δηλαδή θα ήταν δίκαιο και πρόσφορο στα πλαίσια της υπό συζήτηση υπόθεση να εκδοθεί το διάταγμα Σεβαστού v. Σεβαστού (ανωτέρω). Διατρέχοντας πάντα τον κίνδυνο πλατειασμού, αναφερόμενος στο ζήτημα του κατά πόσο θα ήταν δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, είναι σημαντικό να λεχθεί πως ως έχει καθιερωθεί από την νομολογία των δικαστηρίων μας, η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν εκδίδεται όπου η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να κριθεί ως ικανοποιητική θεραπεία, έστω και εάν χρειάζεται να γίνει ουσιαστικά εκτίμηση της ζημιάς. Όπως υποδεικνύεται στο ως άνω σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, Διατάγματα, στη σελίδα 132: «.αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη». Στην υπόθεση Ανδρέου Αντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Αρ. 2), 2008 1 A.A.Δ. 626, ανάμεσα σε άλλα, επισημάνθηκε ότι η προβολή της θέσης για ανεπανόρθωτη ζημιά είναι αναγκαίο να τεκμηριωθεί με την προσκόμιση κατάλληλων λεπτομερειών και επεξηγήσεων, ως επίσης θα πρέπει να δίδονται συγκεκριμένα στοιχεία για την οικονομική κατάσταση ενός ατόμου ή εταιρείας, διασυνδέοντας τα με την αμεσότητα του κινδύνου να παραμείνει τυχόν εκδοθείσα απόφαση υπέρ του ενάγοντα - αιτητή ανικανοποίητη. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, ουσιαστικά κανένα στοιχείο ή μαρτυρία δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου ικανά να πείσουν, στο βαθμό πάντα που απαιτείται σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση, για την οικονομική φερεγγυότητα και τυχόν αδυναμία του καθ' ου η αίτηση τραπεζικού ιδρύματος να αποζημιώσει την ενάγουσα ή εν πάση περιπτώσει ότι δεν θα καταστεί δυνατόν να ικανοποιηθεί οποιαδήποτε υπέρ της ενάγουσας - αιτήτριας τυχόν εκδοθείσα απόφαση. Συνακόλουθα των πιο πάνω, ακόμα και αν το δικαστήριο κατέληγε ότι οι αιτητές είχαν ικανοποιήσει τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960, η αίτηση δεν θα μπορούσε να έχει επιτυχή κατάληξη λόγω μη ικανοποίησης της τρίτης προϋπόθεσης. Επιμένοντας - για σκοπούς πληρότητας της παρούσας απόφασης - στην εξέταση της υπό συζήτηση αίτησης κάτω από το σύνολο των παραμέτρων και πτυχών που λαμβάνονται υπόψη σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση, ως έχει ήδη σημειωθεί, η ύπαρξη και των τριών πιο κάτω προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή για την έκδοση διατάγματος ως το υπό συζήτηση. Πρόσθετα, το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα και την υποχρέωση να σταθμίσει, κατά πόσο, υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλουν μια υπόθεση, είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα (βλ. Κουννάς ν. C & A Simons Ltd
(2002)1 (B) A.A.Δ. 1361 και Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Θεορή
(1989)1 Α.Α.Δ. 255). Στην υπό συζήτηση περίπτωση οι αποφάσεις των οποίων η αναστολή της εκτέλεσης και εφαρμογής τους επιδιώκεται μέσω του αιτούμενου διατάγματος, εκδόθηκαν χρόνια προηγουμένως, έχοντας μάλιστα μεσολαβήσει για τις μεν δύο αποφάσεις, ημερ. 13.12.2011, περίοδος τετραετούς αναστολής, (αγωγές Αρ. 11198/2004 και 11199/2004) ενώ για την εκδοθείσα στις 13.10.2010 απόφαση στα πλαίσια της αγωγής Αρ. 9608/2004, περίοδος αναστολής εννέα μηνών. Η αιτήτρια εξ' αποφάσεως οφειλέτης, παρά τις αιτιάσεις που προβάλλει για να δικαιολογήσει την απραξία της για ικανότατο χρονικό διάστημα στην προώθηση του παραμερισμού των ως άνω εκ συμφώνου εκδοθέντων αποφάσεων σε βάρος της, τον Ιούλιο του 2014 παρουσιάζεται να απευθύνεται γραπτώς στην εναγόμενη τράπεζα επιζητώντας ουσιαστικά τρόπους ικανοποίησης των ως άνω δικαστικών αποφάσεων και απαλλαγής της από αυτές, χωρίς να προβάλλει οποιοδήποτε παράπονο ή αιτιάσεις σε σχέση με το σύννομο των ως άνω αποφάσεων, όπως ποικοιλοτρόπως προκρίνει τούτο μέσω της παρούσας. Παρεμβάλλεται, ως τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι η ως άνω πρόταση εκ μέρους της αιτήτριας τον Ιούλιο του 2014, για συνολική διευθέτηση των εξ' αποφάσεως χρεών, τον Αύγουστο του ίδιου έτους απορρίφθηκε εγγράφως από τους εξ' αποφάσεως δανειστές. Η παρέμβαση του δικαστηρίου κατά τον τρόπο που επιζητείται από την ενάγουσα, θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε συνδρομή του τελευταίου στην περαιτέρω καθυστέρηση της ικανοποίησης των ως άνω τριών, από μακρού χρόνου εκδοθέντων δικαστικών αποφάσεων. Σταθμίζοντας κάθε σχετικό παράγοντα που περιβάλει την υπό συζήτηση περίπτωση, το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν μπορεί παρά να λειτουργήσει προς όφελος των καθ' ων η αίτηση. Τυχόν έκδοση του σχετικού διατάγματος θα παγοποιήσει ουσιαστικά την εκτέλεση των ήδη από το 2010 και 2011 εκ συμφώνου εκδοθέντων δικαστικών αποφάσεων, αποστερώντας από τον εξ' αποφάσεως δανειστή τη δυνατότητα να απολαύσει τους καρπούς της επιτυχίας του, ενώ στο μεταξύ η πλευρά της ενάγουσας όχι μόνο αδικαιολόγητα καθυστέρησε στην προώθηση του σχετικού αιτήματος, αλλά με τη στάση και συμπεριφορά της στο μεσοδιάστημα, όχι μόνο δεν παρουσιάζεται να αμφισβητεί αλλά ουσιαστικά να επικυρώνει το περιεχόμενο των από μακρού χρόνου εκ συμφώνου εκδοθέντων σε βάρος της αποφάσεων. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, αποτελεί κατάληξη του δικαστηρίου ότι δεν συντρέχουν οι περιστάσεις εκείνες που θα επέτρεπαν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Πέραν από την κατάληξη πως υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση η αίτηση φαίνεται να προωθείται κατά τρόπο καταχρηστικό των διαδικασιών, επιβάλλοντας την παρέμβαση του δικαστηρίου προς ανακοπή της, η ενάγουσα-αιτήτρια, εν πάση περιπτώσει απέτυχε να πείσει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του Ν.14(Ι)/1960, κατά τρόπο που θα δικαιολογείτο η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναπόδραστα, η αίτηση οδηγείται σε απόρριψη, με έξοδα προς όφελος των εναγομένων - καθ' ου η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας - αιτήτριας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο, στο τέλος της πρωτόδικης διαδικασίας. (Υπ.) .............. Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.