D & A ANDREOU TECHNOLOGY LIMITED ν. SA. IG GLOBAL INVESTMENTS HOLDINGS LTD, Αρ. Αγωγής: 3012/2017, 10/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3012/2017 Μεταξύ: D & A ANDREOU TECHNOLOGY LIMITED Εναγόντων και SA. IG GLOBAL INVESTMENTS HOLDINGS LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 10 Ιανουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Κ. Γεωργίου Για τους Εναγόμενους: κα. Βασιλείου για κ Θωμά ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Ενάγοντες το ποσό των €2.570,40 «δυνάμει υπολοίπου τιμολογίου και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας», πλέον τόκους και έξοδα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα όσα τυγχάνουν καταγραφής στο Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο οι Ενάγοντες ήταν εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο δυνάμει του σχετικού Νόμου με αντικείμενο δραστηριοτήτων τους μεταξύ άλλων την εγκατάσταση συστημάτων ασφαλείας και συναγερμών, την παροχή υπηρεσιών ασφαλείας και «security» και άλλων συναφών υπηρεσιών. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι ήταν πελάτες τους και ότι κατά ή περί την 23.11.2016, 24.11.2016 και 25.11.2016 κατόπιν προφορικής και/ή γραπτής μεταξύ τους συμφωνίας και/ή κατόπιν οδηγιών και/ή κατά παράκληση των Εναγομένων παρείχαν σε αυτούς εργασίες και/ή υπηρεσίες της ειδικότητας τους έναντι του συμφωνηθέντος και/ή ευλόγου ανταλλάγματος των €2.570,
- Πιο συγκεκριμένα, οι Εναγόμενοι ζήτησαν και έλαβαν από τους Ενάγοντες υπηρεσίες τύπου «security» και/ή ασφαλείας και/ή φύλαξης από τρείς φύλακες την 23.11.2016, δέκα φύλακες την 24.11.2016 και τρείς φύλακες την 25.11.2016 στα πλαίσια εκδήλωσης που διοργάνωσαν οι Εναγόμενοι στο ξενοδοχείο ΧΧΧΧ στη Λευκωσία κατά τις πιο πάνω ημερομηνίες. Σε σχέση με τις παρασχεθείσες υπηρεσίες οι Ενάγοντες εξέδωσαν το τιμολόγιο υπ' αρ. 0000200 ημερομηνίας 22.12.2016 για το ποσό των €2.570,40, το οποίο δεν έχει εξοφληθεί μέχρι σήμερα, παρά τις επανειλημμένες προς τούτο οχλήσεις τους προς τους Εναγόμενους, και για τον λόγο αυτό προχώρησαν με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Με την Έκθεση Υπεράσπισής τους οι Εναγόμενοι προβάλλουν καταρχήν ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να παρέχουν υπηρεσίες ασφαλείας (security) ή παρεμφερείς υπηρεσίες και τούτο γιατί δεν κατέχουν τη σχετική προς τούτο άδεια από τον Αρχηγό Αστυνομίας Κύπρου και/ή από το γραφείο χειρισμού θεμάτων ιδιωτικών υπηρεσιών ασφαλείας. Περαιτέρω, ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν την παρούσα αγωγή εφόσον οι φύλακες τους οποίους εργοδοτούν δεν νομιμοποιούνται να παρέχουν τέτοιες υπηρεσίες χωρίς την απαραίτητη προσωπική άδεια για παροχή υπηρεσιών ασφαλείας. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, οι Εναγόμενοι αρνούνται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των Εναγόντων και ισχυρίζονται ότι δεν ήταν πελάτες των Εναγόντων και δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό σε αυτούς δυνάμει οποιασδήποτε συμφωνίας, γραπτής ή προφορικής. Ουδέποτε είχαν ειδοποιηθεί από τους Ενάγοντες και/ή τους αντιπροσώπους αυτών είτε προφορικά είτε γραπτώς για εξόφληση του κατ' ισχυρισμό οφειλόμενου ποσού και καμία συμβατική υποχρέωση και/ή άλλως πώς έχει δημιουργηθεί μεταξύ των διαδίκων, με τρόπο ώστε η αγωγή να πρέπει να απορριφθεί. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση οι Ενάγοντες υιοθετούν και επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς τους που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης και τονίζουν ότι τόσο οι ίδιοι όσο και οι εργοδοτούμενοι και/ή συνεργάτες τους κατέχουν όλες τις αναγκαίες άδειες για την παροχή των επίδικων υπηρεσιών. Με δεδομένες τις δικογραφημένες θέσεις των δυο πλευρών τα ζητήματα επί των οποίων καλείται να αποφανθεί το Δικαστήριο μπορούν να προσδιοριστούν ως εξής:
- Κατά πόσον οι Ενάγοντες κατέχουν την άδεια του Αρχηγού Αστυνομίας για ίδρυση και λειτουργία ιδιωτικού γραφείου παροχής υπηρεσιών ασφαλείας δυνάμει του περί Ιδιωτικών Γραφείων Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας Νόμου του 2007 Ν. 125(Ι)/2007(σχετικά είναι τα άρθρα 9 και 11 του Νόμου) και εάν οι φύλακες που εργοδοτούνται από τους Ενάγοντες και/ή συνεργάζονται με αυτούς και προσφέρουν υπηρεσίες εκ μέρους τους κατέχουν άδεια φύλακα δυνάμει του Νόμου (σχετικό είναι το άρθρο 10 του Νόμου).
- Εάν μεταξύ των διαδίκων συνομολογήθηκε η συμφωνία που επικαλούνται οι Ενάγοντες.
- Σε περίπτωση που πράγματι συνομολογήθηκε η πιο πάνω συμφωνία, κατά πόσον οι Ενάγοντες παραχώρησαν στους Εναγόμενους τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες. Σημειωτέον ότι από την πλευρά των Εναγομένων δεν προωθείται θέση περί υπερβολικής ή αυθαίρετης χρέωσης σε σχέση με τις παρασχεθείσες υπηρεσίες αφού σύμφωνα με την υπεράσπιση τους, ουδεμία συμφωνία υπήρξε. Ενόψει της καταχώρησης της παρούσας αγωγής εντός του έτους 2017 και του ύψους της απαίτησης των Εναγόντων (το οποίο δεν ξεπερνά τις €3.000), η ακροαματική διαδικασία διεξήχθηκε με βάση τις πρόνοιες της νέας Διαταγής
- Η κάθε πλευρά παρουσίασε στο Δικαστήριο τη μαρτυρία της υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων ενώ καμία εκ των δυο πλευρών δεν επιδίωξε την αντεξέταση των ομνυόντων της άλλης. Έτσι, η ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσής τους οι Ενάγοντες έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τη μαρτυρία τριών προσώπων, ήτοι του κ ΧΧΧΧ Ανδρέου (στο εξής ο «Μ.Ε. 1»), του κ ΧΧΧΧ Παναγιώτου (στο εξής ο «Μ.Ε. 2») και του κ. ΧΧΧΧ Μιχαήλ (στο εξής ο «Μ.Ε. 3»), ενώ προς υπεράσπισή τους οι Εναγόμενοι παρουσίασαν την ένορκη δήλωση του κ ΧΧΧΧ Πέτρου (στο εξής ο «Μ.Υ. 1»). Δεν θεωρώ σκόπιμο να αναπαράγω με λεπτομέρεια το περιεχόμενο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά για σκοπούς ευχερέστερης αντίληψης των θέσεων που προέβαλαν οι μάρτυρες της κάθε πλευράς κρίνω αναγκαίο να παραθέσω μια σύνοψη αυτών. Ως αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ο κ Ανδρέου (Μ.Ε. 1), είναι διευθυντής των Εναγόντων και γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Προσθέτει δε ότι οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και δραστηριοποιούνται μεταξύ άλλων στην εγκατάσταση συστημάτων ασφαλείας και συναγερμών, στην παροχή υπηρεσιών ασφαλείας και «security» και άλλων συναφών υπηρεσιών και κατέχουν όλες τις απαραίτητες άδειες από την Αστυνομία Κύπρου (στην ένορκη δήλωση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο της Άδειας Ίδρυσης και Λειτουργίας Ιδιωτικού Γραφείου Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας εκδοθείσα από την Αστυνομία Κύπρου για την περίοδο 1.3.2016-28.2.2017, ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο της Άδειας Ίδρυσης και Λειτουργίας Ιδιωτικού Γραφείου Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας εκδοθείσα από την Αστυνομία Κύπρου για την περίοδο 1.3.2017 - 28.2.2018, ως Τεκμήριο 3 αντίγραφο της Ειδικής Άδειας Παροχής Ιδιωτικών Υπηρεσιών Έρευνας εκδοθείσα από την Αστυνομία Κύπρου για την περίοδο 1.3.2017 - 28.2.2018 και ως Τεκμήριο 4 αντίγραφο της προσωπικής του Άδειας Άσκησης Επαγγέλματος Φύλακα εκδοθείσα από την Αστυνομία Κύπρου για την περίοδο 9.3.2016 - 8.3.2021). Περαιτέρω, όλοι οι συνεργάτες των Εναγόντων κατέχουν τις σχετικές άδειες φύλακα. Σύμφωνα με τον κ Ανδρέου, οι Εναγόμενοι ήταν πελάτες των Εναγόντων και κατά την 23.11.2016, 24.11.2016 και 25.11.2016 κατόπιν προφορικής συμφωνίας με τους Εναγόμενους και κατόπιν οδηγιών και κατά παράκληση τους, οι Ενάγοντες παρείχαν σε αυτούς εργασίες και υπηρεσίες της ειδικότητας τους έναντι του συμφωνηθέντος ανταλλάγματος των €2.570,40, παρέχοντας σε αυτούς υπηρεσίες ασφαλείας (security) και φύλαξης που περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης στα πλαίσια εκδήλωσης που διοργάνωσαν οι Εναγόμενοι στο ξενοδοχείο ΧΧΧΧ στη Λευκωσία. Ο μάρτυρας αναφέρει επίσης ότι για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών εκδόθηκε το τιμολόγιο υπ΄ αριθμό 0000200 ημερομηνίας 22.12.2016 για το ποσό των €2.570,40 (αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 5), το οποίο δεν εξοφλήθηκε μέχρι σήμερα παρά την ύπαρξη ρητού όρου στη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία περί εξόφλησης αυτού εντός ευλόγου χρόνου. Για το λόγο αυτό καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή και ζητείται η έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων ως η Έκθεση Απαίτησης. Οι ένορκες δηλώσεις των Μ.Ε. 2 και 3, κ.κ. ΧΧΧΧ Παναγιώτου και ΧΧΧΧ Μιχαήλ, έχουν στην ουσία πανομοιότυπο περιεχόμενο. Και οι δυο μάρτυρες αναφέρουν ότι κατέχουν άδεια άσκησης επαγγέλματος φύλακα, επισυνάπτοντας αντίγραφα αυτών ως Τεκμήρια 6 και 8[1]. Όπως επίσης τονίζουν, τόσο οι Ενάγοντες όσο και οι φύλακες οι οποίοι προσφέρουν υπηρεσίες εκ μέρους αυτών, κατέχουν όλες τις αναγκαίες άδειες από την Αστυνομία Κύπρου αναφορικά με την παροχή υπηρεσίων ασφαλείας και «security». Περαιτέρω, οι Μ.Ε. 2 και 3 δηλώνουν ότι κατά την 23.11.2016, 24.11.2016 και 25.11.2016 εργάστηκαν για λογαριασμό των Εναγόντων, μαζί με άλλους φύλακες στο ξενοδοχείο ΧΧΧΧ στη Λευκωσία, παρέχοντας προς τους Εναγομένους υπηρεσίες «security», ασφαλείας και φύλαξης, σε εκδήλωση που διοργάνωσαν οι τελευταίοι. Προσθέτουν δε ότι όλοι οι φύλακες που ήταν παρόντες κατά την εν λόγω εκδήλωση κατά τις προαναφερόμενες ημερομηνίες, είναι φύλακες που συνεργάζονται με τους Ενάγοντες και είχαν παρουσιαστεί εκ μέρους τους προς το σκοπό παροχής των επίδικων υπηρεσιών. Στην αντίπερα όχθη, ο κ ΧΧΧΧ Πέτρου (Μ.Υ. 1) στην ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι είναι διευθυντής και εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος των Εναγομένων και γνωρίζει τα γεγονότα που αφορούν στην υπόθεση. Αφού υιοθετεί τα όσα τυγχάνουν καταγραφής στην Έκθεση Υπεράσπισης, επαναλαμβάνει ότι ουδέποτε έχει συνομολογηθεί οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, προφορική ή γραπτή, για την παροχή οποιασδήποτε υπηρεσίας. Ως δε υποστηρίζει, οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνταν να παρέχουν υπηρεσίες ασφαλείας (security) ή παρεμφερείς υπηρεσίες εφόσον δεν κατείχαν τη σχετική προς τούτο άδεια από τον Αρχηγό Αστυνομίας Κύπρου ή από το γραφείο χειρισμού θεμάτων ιδιωτικών υπηρεσιών ασφαλείας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ως, μάλιστα, επισημαίνει, στο Τεκμήριο 5 επί της ένορκης δήλωσης του κ Ανδρέου αναγράφεται ως αριθμός άδειας ΙΓ/1153 που ταυτίζεται μόνο με το Τεκμήριο 2 του οποίου η ημερομηνία ισχύς δεν περιλαμβάνει τις ημερομηνίες που με βάση τους ισχυρισμούς των Εναγόντων παρασχέθηκαν οι επίδικες υπηρεσίες. Πέραν τούτου, τυχόν φύλακες (security) δεν νομιμοποιούνται να παρέχουν υπηρεσίες ασφαλείας χωρίς την απαραίτητη προσωπική άδεια. Περαιτέρω, ο κ Πέτρου αναφέρει ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων όπως ούτε οποιοδήποτε έγγραφο από το οποίο να προκύπτει υπογραφή από πλευράς των Εναγομένων. Το δε τιμολόγιο που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του κ Ανδρέου αφορά στην εταιρεία GLOBE INVESTMENT HOLDING LTD η οποία ουδεμία σχέση έχει με τους Εναγόμενους, το όνομα των οποίων είναι ως εμφαίνεται στο Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής, ήτοι SA. IG. GLOBE INVESTMENTS HOLDINGS LTD, και σε αυτό δεν υπάρχει υπογραφή παραλήπτη. Σύμφωνα με τον κ Πέτρου, ο κύκλος εργασιών των Εναγομένων ουδεμία σχέση μπορεί να έχει με εταιρείες security και ως εκ τούτου θα ήταν αδύνατο να οφείλουν στους Ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό για την παροχή τέτοιων υπηρεσίων τις οποίες εν πάση περιπτώση δεν χρειάζονταν. Τονίζει, περαιτέρω, ότι ουδεμία επιστολή έχει αποσταλεί στην διεύθυνση των Εναγομένων σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό οφειλή τους προς τους Ενάγοντες και ουδέποτε έχουν ενημερωθεί αναφορικά με οτιδήποτε σχετικό. Αιτείται, τέλος, την απόρριψη της αγωγής εναντίον των Εναγομένων. Έχοντας συνοψίσει την προσκομισθείσα μαρτυρία, προχωρώ στην αξιολόγησή της έχοντας υπόψη τα επίδικα θέματα (ως προοσδιορίζονται πιο πάνω) με σκοπό να καταστεί δυνατή η εξαγωγή διαπιστώσεων αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση και που θα είναι, ακολούθως, καθοριστικά για το αποτέλεσμα της δίκης (βλέπε Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola
(2009)1 Α.Α.Δ. 1138). Στα πλαίσια δε αυτά, έχω μελετήσει το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της κάθε πλευράς, δίδοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας και το βαθμό στον οποίο συνάδει με τις δικογραφημένες θέσεις και το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Όπως προκύπτει από τα όσα τυγχάνουν καταγραφής αμέσως πιο πάνω, οι δυο πλευρές προβάλλουν εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές σε σχέση με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στα πλαίσια της υπόθεσης. Αφενός οι Ενάγοντες προωθούν τη θέση περί ύπαρξης συμφωνίας για παροχή υπηρεσιών ασφαλείας και φύλαξης με συμφωνημένο αντάλλαγμα και νομιμοποίησης τους να παρέχουν τέτοιου είδους υπηρεσίες, αφετέρου οι Εναγόμενοι αρνούνται την ύπαρξη μιας τέτοιας συμφωνίας και διαζευκτικά προβάλλουν ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να συμβάλλονται για παροχή τέτοιων υπηρεσιών λόγω μη εξασφάλισης των σχετικών προς τούτο αδειών από τον Αρχηγό Αστυνομίας. Κατά συνέπεια, ισχυρίζονται ότι δεν οφείλουν στους Ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό. Έχοντας μελετήσει όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τις δυο πλευρές, κρίνω ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Μ.Ε. 1 είναι πειστικό και παρουσιάζει συνοχή και λογική, ενώ συμπληρώνεται από τα διάφορα έγγραφα τα οποία επισυνάπτει. Δημιουργεί δε ξεκάθαρη την εντύπωση ότι η εκδοχή των Εναγόντων αναφορικά με τα αμφισβητούμενα γεγονότα είναι πιο πιθανή παρά όχι. Συναφώς σημειώνεται ότι ο μάρτυρας έχει παρουσιάσει στο Δικαστήριο όλα τα έγγραφα/άδειες προκειμένου να απαντηθεί, με τρόπο που ικανοποιεί το Δικαστήριο, ο ισχυρισμός των Εναγομένων περί μη ύπαρξης αυτών. Περαιτέρω, στην ένορκη δήλωση του κ Ανδρέου γίνεται αναφορά στην συνομολόγηση της προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, του ποσού που συμφωνήθηκε για τις υπηρεσίες που ανέλαβαν να προσφέρουν οι Ενάγοντες, αλλά και στις υπηρεσίες που πράγματι προσφέρθηκαν κατά την επίδικη περίοδο (βλέπε παραγράφους 7 -12 της ένορκης του δήλωσης). Η μαρτυρία του Μ.Ε. 1 εν πολλοίς επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία των Μ.Ε. 2 και 3 οι οποίοι μέσω των ενόρκων δηλώσεων τους αναφέρονται σε γεγονότα που γνωρίζουν προσωπικά, επισυνάπτοντας τα σχετικά προς τούτο έγγραφα. Ειδικότερα, οι μάρτυρες έχουν προσκομίσει τις άδειες τις οποίες κατέχουν προσωπικά σε σχέση με την προσφορά τέτοιου είδους υπηρεσίων (βλέπε Τεκμήρια 6 και 8) και κατέθεσαν σε σχέση με την εργασία τους μαζί με άλλους φύλακες στο ξενοδοχείο ΧΧΧΧ στη Λευκωσία κατά τις τρείς επίδικες ημεομηνίες παρέχοντας υπηρεσίες στους Εναγομένους εκ μέρους των Εναγόντων. Ακόμα, οι μάρτυρες αυτοί προώθησαν τον θετικό ισχυρισμό περί κατοχής της σχετικής άδειας φύλακα από όλους τους εργοδοτούμενους και συνεργάτες των Εναγόντων, ως η θέση και του Μ.Ε. 1. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι από την πλευρά των Εναγομένων δεν αμφισβητείται η κατοχή των συγκεκριμένων αδειών από τους Μ.Ε. 2 και 3 εφόσον εκείνο που προωθείται από τον συνήγορο υπεράσπισης στην γραπτή του αγόρευση αφορά την μη προσκόμιση των αδειών όλων των προσώπων που σύμφωνα με τους Ενάγοντες παρείχαν υπηρεσίες φυλάκων στους Εναγόμενους. Σε γενικότερο πλαίσιο, αντικρίζοντας τη μαρτυρία που προσκόμισαν οι Ενάγοντες στην ολότητα της, θα πρέπει να λεχθεί ότι πρόκειται για μαρτυρία η οποία βρίσκεται σε πλήρη αρμονία τόσο σε σχέση με τις θέσεις που προώθησαν και οι τρείς μάρτυρες όσο και σε συνάρτηση με τις δικογραφημένες τους θέσεις. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία των Μ.Ε. 1, 2 και 3 γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Αντίθετη είναι η εικόνα που δημιουργείται από την ένορκη δήλωση του κ Πέτρου (Μ.Υ. 1), η μαρτυρία του οποίου κρίνεται απορριπτέα. Σημειώνεται καταρχήν ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του αναλώνεται στην ουσία σε σχολιασμό της μαρτυρίας των Εναγόντων και διατύπωση απόψεων και επιχειρημάτων ως προς τις αδυναμίες αυτής, ενώ από την πλευρά του περιορίζεται να αναφέρει ότι ουδεμία συμφωνία συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων και κανένα ποσό δεν οφείλεται στους Ενάγοντες. Την ιδια στιγμή, όμως, ο μάρτυρας δεν αρνείται τον ισχυρισμό των Εναγόντων περί διοργάνωσης εκδήλωσης των Εναγομένων κατά τις επίδικες ημερομηνίες και προβάλλει ότι τέτοιου είδους υπηρεσίες δεν ήταν αναγκαίες για τους Εναγόμενους δεδομένου του κύκλου εργασίων τους, ζήτημα άσχετο με την ανάγκη υπηρεσίας φυλάκων, υπηρεσία άρρηκτα συνυφασμένη με την εκδήλωση των Εναγομένων (την οποία δεν αρνούνται ότι διοργάνωσαν) και όχι με τον όποιο κύκλο εργασιών τους. Σε κάθε περίπτωση, η θέση του μάρτυρα περί μη αναγκαιότητας των υπηρεσιών αυτών παρέμεινε μετέωρη έχοντας υπόψη ότι το είδος εργασιών των Εναγομένων παρέμεινε άγνωστο στο Δικαστήριο. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι ενώ ο μάρτυρας υποδεικνύει ότι το όνομα της εταιρείας που αναφέρεται στο σχετικό τιμολόγιο (Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του κ Ανδρέου) δεν είναι το ορθό όνομα των Εναγομένων, παραλείπει να αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με την διεύθυνση και τα στοιχεία επικοινωνίας (τηλέφωνα και φαξ) που καταγράφονται σε αυτό. Η δε θέση του μάρτυρα επί το ότι οι Ενάγοντες δεν κατέχουν τη σχετική άδεια παροχής τέτοιων υπηρεσιών δεν μπορεί παρά να απορριφθεί έχοντας υπόψη το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1-3 στην ένορκη δήλωση του κ Ανδρέου, η γνησιότητα των οποίων και δεν αμφισβητείται, και ειδικότερα του Τεκμηρίου 1 το οποίο αποτελεί αντίγραφο της Άδειας Ίδρυσης Λειτουργίας Ιδιωτικού Γραφείου Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας που εκδόθηκε από την Αστυνομία Κύπρου σε σχέση με την περίοδο 1.3.2016-28.2.2017 και καλύπτει τις επίδικες ημερομηνίες. Παρομοίως, ούτε η θέση του Μ.Υ. 1 περί μη κατοχής αδειών φύλακα από τους φύλακες με τους οποίους συνεργάζονται οι Ενάγοντες και τους οποίους εργοδοτούν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Και τούτο γιατί οι Μ.Ε. 1, 2 και 3 προέβαλαν θετικό ισχυρισμό περί τούτου, ενώ ουδείς εξ αυτών αντεξετάστηκε από τους Εναγόμενους (βλέπε Freiderickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Αξίζει δε να σημειωθεί ότι ο μεν Μ.Ε. 1 είναι άτομο που ως εκ της ιδιότητας του είναι λογικό και αναμενόμενο να έχει γνώση του γεγονότος αυτού, οι δε Μ.Ε. 2 και 3 παρουσιάζονται (αναντίλεκτα) να συνεργάζονται και να συναναστρέφονται με τους λοιπούς φύλακες οι οποίοι παρείχαν υπηρεσίες στους Εναγόμενους εκ μέρους των Εναγόντων. Αντίθετα, ο Μ.Υ. 1 ουδεμία εμπλοκή έχει στα της εταιρείας των Εναγόντων και προέβαλε τον συγκεκριμένο ισχυρισμό περί μη κατοχής των αναγκαίων αδειών από τους φύλακες με τους οποίους συνεργάζονται οι Ενάγοντες με εντελώς γενικό και αόριστο τρόπο. Με δεδομένη την αποδοχή της μαρτυρίας των Μ.Ε. 1, 2 και 3 και την απόρριψη της μαρτυρίας που προσκόμισαν οι Εναγόμενοι, το Δικαστήριο εξάγει ανάλογα ευρήματα τα οποία δεν χρειάζεται να επαναληφθούν σε έκταση ενόψει της σύνοψης της μαρτυρίας που παρατίθεται πιο πάνω. Περιορίζομαι, απλά, να σημειώσω, και τούτο όχι εξαντλητικά, πως αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατόπιν προφορικής συμφωνίας με τους Εναγόμενους και κατόπιν οδηγιών και κατά παράκληση τους, οι Ενάγοντες παρείχαν σε αυτούς εργασίες και υπηρεσίες της ειδικότητας τους έναντι του συμφωνηθέντος ανταλλάγματος των €2.570,
- Πιο συγκεκριμένα, σε εκδήλωση που διοργάνωσαν οι Εναγόμενοι στο ξενοδοχείο ΧΧΧΧ, οι Ενάγοντες παρείχαν υπηρεσίες τριών φυλάκων στις 23.11.2016, δέκα φυλάκων στις 24.11.2016 και τριών φυλάκων στις 25.11.
- Μεταξύ των φυλάκων που παρείχαν τις υπηρεσίες αυτές εκ μέρους των Εναγόντων ήταν και οι Μ.Ε. 2 και
- Τόσο οι Ενάγοντες όσο και οι φύλακες οι οποίοι συνεργάζονται με αυτούς και προσέφεραν υπηρεσίες στους Εναγόμενους εκ μέρους τους κατείχαν τις άδειες που προβλέπονται από το Ν. 125(Ι)/2007και νομιμοποιούνταν να ενεργήσουν κατ' αυτό τον τρόπο. Παρά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων των Εναγόντων δυνάμει της συμφωνίας, οι Εναγόμενοι μέχρι σήμερα δεν έχουν πληρώσει στους Ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό έναντι της οφειλής τους. Όπως είναι καλά γνωστό, στις πολιτικές υποθέσεις, η επιτυχία της αγωγής εξαρτάται από το εάν ο ενάγοντας θα παρουσιάσει επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία με την αναγκαία αποδεικτική βαρύτητα ώστε να ικανοποιήσει το βάρος απόδειξης, που είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το κριτήριο δεν είναι εάν η θέση ή εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος απόδειξης είναι η πιο πιθανή από εκείνη του αντιδίκου του αλλά κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι. Αν ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης αποτύχει να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο, τότε θεωρείται ότι δεν το απέσεισε έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή από εκείνη του αντίδικου του (βλέπε μεταξύ άλλων Σοφοκλέους ν Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 και Μαρσέλ και Άλλων ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 A.A.A. 1858, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Παναγιώτου, ECLI:CY:AD:2018:A71, Πολιτική Εφεση 398/2011, απόφαση ημερομηνίας 12.2.2018 και Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Ηλιάδη και Σάντη στη σελίδα 196). Έχοντας υπόψη τα επίδικα ζητήματα και με δεδομένα τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως καταγράφονται αμέσως πιο πάνω, κρίνω ότι οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεση τους στον απαιτούμενο βαθμό. Και τούτο γιατί από την μαρτυρία των Μ.Ε. 1, 2 και 3 (η οποία έγινε αποδεκτή) οι Ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το νόμιμο της λειτουργίας των Εναγόντων και της παροχής υπηρεσιών ασφαλείας από αυτούς και από τους φύλακες τους οποίους εργοδοτούν και/ή με τους οποίους συνεργάζονται. Επιπρόσθετα, οι Ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο τόσο περί της ύπαρξης συμφωνίας όσο και περί της παραχώρησης των συμφωνηθέντων υπηρεσιών στους Εναγόμενους. Έχοντας δε υπόψη την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Ε. 1 αναφορικά με το ύψος της συμφωνηθείσας αμοιβής και την ύπαρξη ρητού όρου στη συμφωνία των διαδίκων για πληρωμή του ανταλλάγματος εντός ευλόγου χρόνου (ο οποίος παρήλθε), κρίνεται ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση για το ποσό των €2.570,40 πλέον τόκους και έξοδα (βλέπε J. Aristodemou Ideal Houses Ltd v. Γιάγκου Γλυκή
(2005)1 Α.Α.Δ. 266 και Εταιρεία Πεππής Λτδ ν. Andreas Demetriades Consulting Services Ltd
(2006)1 A.A.Δ. 100). Συναφώς σημειώνεται ότι δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στο τιμολόγιο ημερομηνίας 22.12.2016 (Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του κ Ανδρέου) γίνεται αναφορά στην άδεια με αναφορά ΙΓ/1153, ενώ κατά τον εν λόγω χρόνο ήταν σε ισχύ η άδεια με αρ. αναφοράς Γ/0437/2016, καθώς επίσης ότι σε αυτό δεν αναγράφεται ορθά το όνομα των Εναγομένων. Κρίνεται, ωστόσο, ότι με δεδομένη την αποδοχή της μαρτυρίας του Μ.Ε. 1 σε σχέση με τη συνομολόγηση της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων και όλων των μαρτύρων εκ μέρους των Εναγόντων σε σχέση με την παραχώρηση των επίδικων υπηρεσιών το ζήτημα αυτό δεν υπέχει οποιασδήποτε σημασίας. Σχετική επί τούτου είναι η απόφαση Demil Imports Exports Ltd v. Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1 Α.Α.Δ. 462 όπου λέχθηκαν τα εξής τα οποία είναι απόλυτα συνυφασμένα με τα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση. «Τα τιμολόγια δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία, ούτε προβάλλονται ως τέτοια. Υπάρχουν για να συνεκτιμηθούν στο σύνολο της μαρτυρίας (Palatino Developments Limited v. Telectronics Communication Limited
(2002)1(B) A.A.Δ.962). ........... ............................ Εφόσον η μαρτυρία για τους εφεσίβλητους ήταν ότι παρέδωσαν τα εν λόγω εμπορεύματα, δεν ήταν αναγκαία η περαιτέρω απόδειξη της παράδοσης των εμπορευμάτων. Το γεγονός ότι τα αμφισβητούμενα δελτία μεταφοράς και τιμολόγια δεν φέρουν την υπογραφή των εφεσειόντων δεν επηρεάζει την ουσία της υπόθεσης, εφόσον το Δικαστήριο έκρινε ως αξιόπιστους τους μάρτυρες των εφεσιβλήτων. (Χριστοδουλίδου v. Μocassino Shoes Ltd
(2006)1(A) Α.Α.Δ. 294).» Το πιο πάνω απόσπασμα απαντά και στη θέση της υπεράσπισης ως προς την μη υπογραφή του τιμολογίου από τους Εναγόμενους. Επομένως, η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων για το ποσό των €2.570,40 με νόμιμο τόκο επ' αυτού από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, ήτοι 31.7.2017 μέχρι εξοφλήσεως. Ως προς τα έξοδα, δεν βλέπω κανέναν λόγο γιατί τούτα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής, ως είναι και η πάγια πρακτική που ακολουθείται. Ως εκ τούτου, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............. Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Η άδεια του Μ.Ε. 2, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 6, αφορά την περίοδο ημερομηνίας 28.6.2016-26.6.2021, ενώ η άδεια του Μ.Ε. 3, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 8, αφορά την περίοδο 20.9.2016-19.9.2021. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο