Spatium Trading Ltd ν. Bello Colore Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 8025 /2011, 28/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 8025 /2011 Μεταξύ: Spatium Trading Ltd Ενάγουσας -και-
- Bello Colore Ltd
- ΧΧΧ Παρασκευά Εναγομένων ------------------ Ημερομηνία: 28, Ιανουαρίου,
- Εμφανίσεις Για την Ενάγουσα : κ. Σ. Αργυρού με κα Τσαγγαρίδου Για τις Εναγόμενες 1 και 2 : κ. Θ. Θωμά ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει το ποσό των € 8,117.00 ως υπόλοιπο μη τιμηθείσων επιταγών, πλέον τόκο επί του πιο πάνω ποσού εξ 9% ετησίως από 22.04.
- Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1ΑΑΔ 24. Περαιτέρω αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι ένας διάδικος δικαιούται να προβάλει στο δικόγραφό του διαζευκτικούς ισχυρισμούς, αλλά οφείλει κατά την ακροαματική διαδικασία να επιλέξει την εκδοχή που θα προωθήσει. Σχετική είναι η απόφαση Marfin Popular Bank Public Co. Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ,
(2012)1 Α.Α.Δ.
- Η Ενάγουσα στην Έκθεσή Απαίτησής της ισχυρίστηκε ότι συνεργαζόταν με την Εναγομένη 1, η οποία αγόραζε προϊόντα από την Ενάγουσα. Η Εναγομένη 2 ήταν διευθύντρια της Εναγομένης 1 και υπέγραφε για λογαριασμό της Εναγομένης 1 τις επίδικες επιταγές. Η Εναγομένη 2 ανέλαβε προσωπικά να εξοφλήσει το χρέος της Εναγομένης 1 και /ή εγγυήθηκε τη φερεγγυότητα της Εναγομένης
- Οι Εναγόμενες στην Υπεράσπισή τους ισχυρίστηκαν ότι η Εναγομένη 2 ουδεμία συμβατική σχέση έχει με την Ενάγουσα και ότι αυτή ουδέποτε εγγυήθηκε ή ανέλαβε προσωπικά την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού. Περαιτέρω αρνήθηκαν την έκδοση των επίδικων επιταγών. Μαρτυρία Κατά τη δικάσιμο, ημερομηνίας 10.09.2018, δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα ότι οι επιταγές Τεκμήρια 4Α μέχρι 4Θ έχουν εκδοθεί από την Εναγομένη 1 και συμπληρώθηκαν και υπογράφηκαν από την Εναγομένη
- Οι επίδικες επιταγές αφού παρουσιάστηκαν στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκαν, επιστράφηκαν απλήρωτες, η πρώτη, ήτοι το Τεκμήριο 4Α, λόγω μη επαρκών υπολοίπων και οι υπόλοιπες, τα Τεκμήρια 4Β μέχρι Θ, λόγω ανάκλησής τους. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας κατέθεσαν τρεις μάρτυρες, ο ΧΧΧΧ Πύριλλος, διευθυντής της Ενάγουσας ΜΕ1, η ΧΧΧΧ Αβραμίδου ΜΕ2 και η ΧΧΧΧ Μακρή , ΜΕ
- Ο ΜΕ 1 στην κυρίως εξέτασή του δήλωσε ότι η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη. Κατέθεσε σχετικά ως Τεκμήριο 1 δέσμη εγγράφων, αποτελούμενη από πιστοποιητικό σύστασης εταιρείας, πιστοποιητικό διευθυντών, μετόχων και εγγεγραμμένου γραφείου της Ενάγουσας. Ισχυρίστηκε ότι Εναγομένη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη. Κατέθεσε σχετικά ως Τεκμήριο 2 δέσμη εγγράφων από το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, αναφορικά με την Εναγομένη
- Δήλωσε ότι η Εναγομένη 1 συνεργαζόταν με την Ενάγουσα και αγόραζε από αυτή διάφορα προϊόντα ειδών αισθητικής, τα οποία εμπορεύετο η Ενάγουσα. Η Εναγομένη 2 ήταν διευθύντρια, γραμματέας και μοναδική μέτοχος της Εναγομένης
- Η Εναγομένη 2 ανέλαβε προσωπικά το χρέος της Εναγομένης 1 και εγγυήθηκε τη φερεγγυότητα αυτής, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να συναλλαχθεί με την Εναγομένη
- Η Ενάγουσα διατηρούσε κατάσταση λογαριασμού την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήρια 4α-4θ τις επίδικες επιταγές. Περιόρισε το αξιούμενο ποσό σε € 6.
- Κατά την αντεξέτασή του, ερωτηθείς σχετικά με το Τεκμήριο 3 εάν είναι με την Εναγομένη 1 που συναλλασσόταν, απάντησε και επέμεινε ότι συναλλασσόταν με την Εναγομένη
- Αντεξεταζόμενος, περαιτέρω, δεν γνώριζε να απαντήσει εάν η Εναγομένη 2 εκπροσωπούσε την εταιρεία σαν διευθυντής ή γραμματέας αλλά γνώριζε ότι υπέγραφε για την Εναγομένη
- Επέμεινε ότι είχε εμπορική σχέση με την Εναγομένη
- Σε ερώτηση εάν η Εναγομένη 2 υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο εγγύησης, απάντησε ότι η Εναγομένη 2 εγγυήθηκε τη συνεργασία και υπέγραφε για την Εναγομένη 1 εταιρεία και εκπροσωπούσε αυτή. Σε υποβολή, όμως, ότι η Εναγομένη 2 δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό, απάντησε ότι η Εναγομένη 2 προμηθευόταν και προϊόντα για δική της χρήση. Δήλωσε παράλληλα ότι είτε εκπροσωπούσε την Εναγομένη 1 είτε όχι ο ίδιος γνώριζε την Εναγομένη 2, η οποία υπέγραφε και πληρωνόταν. Δήλωσε, επίσης, ότι ο ίδιος δεν είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει τις ιδιότητες των προσώπων με τα οποία συναλλάσσεται. Επέμεινε και ήταν σταθερός στη θέση ότι όλες τις επαγγελματικές του συναλλαγές τις έκανε με την Εναγομένη
- Σε υποβολή ότι ουδέποτε η Εναγομένη 2 εγγυήθηκε είτε γραπτώς είτε προφορικώς τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1, απάντησε ότι η Εναγομένη 2 καταδικάστηκε από ποινικό Δικαστήριο. Αρνήθηκε τη θέση ότι ενημερώθηκε περί ελαττωματικών προϊόντων. Κληθείς να υποδείξει την εγγύηση που υπέγραψε η Εναγομένη 2 παρέπεμψε στο όνομα που καταγράφουν τα εκάστοτε τιμολόγια. Σε υποβολή ότι δεν υφίστανται τιμολόγια επ' ονόματι της Εναγομένης 2 απάντησε ότι έχουν εκδοθεί τιμολόγια με κωδικό πελάτη « ΠΑΡΜΑΡΙ». Σε υποβολή ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν από την Εναγομένη 1 εταιρεία, απάντησε ότι τις επιταγές έδωσε η Εναγομένη 2 και ότι είχε συναλλαγές με την Εναγομένη 2 και εξυπηρετούσε μόνο αυτήν. Παρά ταύτα ισχυρίστηκε ότι η Εναγομένη 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της Εναγομένης
- Επόμενη μάρτυρας για την Ενάγουσα ήταν η ΜΕ2, γραμματέας της Ενάγουσας εταιρείας. Κατά την κυρίως εξέτασή της δήλωσε ότι η Ενάγουσα είχε συνεργασία με την Εναγομένη 2 από τα έτη 2010-
- Δήλωσε ότι ασχολείται με την τήρηση των λογιστικών βιβλίων της Ενάγουσας. Ο λογαριασμός της Εναγομένης παρουσίαζε υπόλοιπο ύψους €7,335,35 αλλά δόθηκαν οδηγίες στους δικηγόρους να διεκδικηθεί μόνο το ποσό των επιταγών, ήτοι το ποσό των € 6.
- Κατά την αντεξέτασή της επέμεινε ότι η Ενάγουσα είχε συνεργασία με την Εναγομένη 2, η οποία, όπως δήλωσε, ήταν διευθύντρια της Εναγομένης 1 και εξέδιδε επιταγές για την Εναγομένη
- Όταν της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 3, απάντησε ότι συνεργάζονταν με την Εναγομένη 2, η οποία όταν ενέγραψε εταιρεία ζήτησε να τηρείται η κατάσταση λογαριασμού στο όνομα της εταιρείας. Σε ερώτηση εάν τελικά δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό η Εναγομένη 1, απάντησε ότι οφείλει η Εναγομένη 2, η οποία εξέδωσε 8 επιταγές για χρέος της Εναγομένης
- Ακολούθως, δήλωσε ότι η Εναγομένη 2 εξέδιδε επιταγές χειρόγραφες, όπως είπε, για την Εναγομένη
- Αντεξεταζόμενη δήλωσε, επίσης, ότι η Εναγομένη 2 υπέγραψε τις επίδικες επιταγές στην παρουσία της. Σε κατοπινό στάδιο δέχθηκε ότι τις επίδικες επιταγές τις υπέγραψε η Εναγομένη 2 σαν διευθύντρια ή σαν εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Αντεξεταζόμενη επί της κατάστασης λογαριασμού Τεκμήριο 3 επέμεινε ότι το ποσό που καταγράφεται σε αυτό είναι ορθό αλλά εξήγησε ότι η αξίωση της Ενάγουσας αφορά το ποσό των επίδικων επιταγών. Αρνήθηκε την υποβολή ότι πολλά από τα πωλούμενα προϊόντα ήταν ελαττωματικά. Ακολούθως κλήθηκε ως μάρτυρας η ΜΕ3, αρμόδια Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, υπεύθυνη του τμήματος Ποινικών υποθέσεων. Η ΜΕ3 δήλωσε ότι δεν κατέστη δυνατό να ανευρεθεί ο φάκελος της ποινικής υπόθεσης 42805/
- Η εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Ενάγουσα τη σκυτάλη της μαρτυρίας έλαβε η πλευρά των Εναγομένων. Μοναδική μάρτυρας για την υπεράσπιση ήταν η Εναγομένη 2, ΜΥ
- Η εν λόγω μάρτυρας κατά την κυρίως εξέτασή της δήλωσε ότι η Εναγομένη 1 είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη, η οποία ασχολείται με την παροχή υπηρεσιών αισθητικής. Η Εναγομένη 1 συνεργαζόταν με την Ενάγουσα και ανά τακτά χρονικά διαστήματα εξέδιδε μεταχρονολογημένες επιταγές για πληρωμή των προϊόντων που παραλάμβανε. Η ίδια δεν έχει οποιαδήποτε συμβατική σχέση με τις επιταγές της Εναγομένης 1, πλην του ότι τις υπέγραφε. Δήλωσε, επίσης , ότι η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε συμφωνία με την Ενάγουσα και ουδέποτε αγόρασε υπό την προσωπική της ιδιότητα οποιοδήποτε προϊόν. Όλες οι συναλλαγές γίνονταν μέσω της Εναγομένης 1 εταιρείας. Όπως ήταν σε θέση να γνωρίζει, η Ενάγουσα προμήθευε με ελαττωματικά προϊόντα την Εναγομένη
- Κατά την αντεξέτασή της η ΜΥ1 επέμεινε ότι οι συναλλαγές γίνονταν μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένης 1 εταιρείας και αρνήθηκε ρητά ότι συναλλασσόταν υπό τη προσωπική της ιδιότητα. Δέχθηκε ότι η ίδια υπέγραψε τις επιταγές πλην όμως εκδότης ήταν η Εναγομένη 1 εταιρεία. Αντεξεταζόμενη ως προς τα κατ' ισχυρισμόν ελαττωματικά προϊόντα δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει ούτε πόσες φορές λήφθηκαν ελαττωματικά προϊόντα ούτε την ποσότητα αυτών. Δήλωσε επίσης ότι ένα μέρος των προϊόντων ήταν ελαττωματικό και το ανέφερε στην Τράπεζά της. Δέχθηκε παράλληλα ότι ουδέποτε ενημέρωσε γραπτώς την Ενάγουσα, σχετικά με την ύπαρξη ελαττωματικών προϊόντων. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ζητούσε χρόνο για να εξοφλήσει το χρέος. Αρνήθηκε τέλος την υποβολή ότι το ύψος των επίδικων επιταγών ανέρχεται σε €6.
- Εισηγήσεις των διαδίκων Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν μέσω γραπτών αγορεύσεων τις θέσεις τους, τις οποίες το Δικαστήριο έχει κατά νου. Παραδεκτά γεγονότα Περαιτέρω αποτελεί θεμελιακή αρχή ότι στην πολιτική δίκη, απόδειξη μπορεί να προκύψει μέσω παραδοχής γεγονότων. Σχετική επί του προκειμένου είναι η απόφαση Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 Α.Α.Δ. 1874 και Παπαμιλτιάδους ν. Ιωάννου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1320 Πέραν των γεγονότων που δηλώθηκαν ως παραδεκτά προκύπτουν ως κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων ότι η Ενάγουσα και η Εναγομένη αποτελούν εταιρείες δεόντως εγγεγραμμένες και ότι η Εναγομένη 2 ήταν διευθύντρια της Εναγομένης 1. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως αναφέρεται ανωτέρω, έχουν δηλωθεί παραδεκτά γεγονότα, από τους συνηγόρους των διαδίκων, τα οποία έχουν ήδη καταγραφεί. Το Δικαστήριο θα προχωρήσει να αξιολογήσει τις εκατέρωθεν εκδοχές, οι οποίες δεν καλύπτονται από τα παραδεκτά γεγονότα και τα γεγονότα τα οποία αποτελούν κοινό έδαφος. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Στη βάση των πιο πάνω, έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σχετική είναι η απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva (ανωτέρω). Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:C35, Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Περαιτέρω, δείκτη ως προς την αξιοπιστία κάποιου μάρτυρα αποτελεί και η προβολή ισχυρισμών που συγκρούονται με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς ή βρίσκονται σε διάσταση με αυτούς. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Νεοφύτου κ.ά ν. Γερακιώτη ,
(2010)1 Α.Α.Δ. 25 και Χρίστου ν. Ηροδότου
(2008)1 Α.Α.Δ. 676. Διευκρινίζω επίσης ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
- Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ 1 Ο ΜΕ 1 δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από έλλειψη συνοχής, λογικής συνέπειας. Περαιτέρω παρουσιάζει ουσιαστικές αντιφάσεις και έρχεται σε διάσταση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Συγκεκριμένα ο ΜΕ1, ενώ στην κυρίως εξέτασή του προέβαλε τη θέση ότι η Εναγομένη 2 εγγυήθηκε τη φερεγγυότητα της Εναγομένης 1 και την πληρωμή οποιουδήποτε τυχόν οφειλόμενου ποσού, στην αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα είχε συναλλαγές απευθείας με την Εναγομένη
- Παρά τα πιο πάνω σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του δήλωσε ότι η Εναγομένη 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1, επειδή υπέγραφε γι' αυτή. Σε κατοπινό στάδιο ανέφερε ότι η Εναγομένη 2 εγγυήθηκε προφορικά τις υποχρεώσεις της Εναγομένης
- Ταυτόχρονα, ενώ στην κυρίως εξέτασή του δήλωσε ότι η Εναγομένη 2 ήταν διευθύντρια της Εναγομένης 1, στην αντεξέτασή του δήλωσε ότι δεν γνωρίζει το κατά πόσο η Εναγομένη 2 εκπροσωπούσε την Εναγομένη 1, και δήλωσε ότι δεν είναι υποχρεωμένος να γνωρίζει τις ιδιότητες των προσώπων με τα οποία συναλλάσσεται. Οι πιο πάνω θέσεις αποτελούν αλληλοαντικρουόμενους και αντιφατικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι αποδυναμώνουν την αξιοπιστία της εκδοχής του ΜΕ
- Πέραν των πιο πάνω αντιφατικών θέσεων η ίδια η θέση του ότι η Εναγομένη 2 συμβλήθηκε υπό την προσωπική της ιδιότητα με την Ενάγουσα βρίσκεται σε διάσταση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, όπου υποστηρίζεται μόνο ότι η Εναγομένη 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της Εναγομένης
- Παράλληλα, η πιο πάνω θέση δεν υποστηρίζεται ούτε από την έγγραφη μαρτυρία που ο ίδιος κατέθεσε, αφού τα Τεκμήρια 4Α- 4θ ξεκάθαρα δεικνύουν ως εκδότη των επιταγών την Εναγομένη 1 ενώ το Τεκμήριο 3 τηρείτο επ' ονόματι της Εναγομένης
- Το γεγονός ότι σε κάποιο σημείο επί του Τεκμήριου 3 καταγράφεται ως κωδικός λογαριασμού η λέξη «ΠΑΡΜΑΡΙ», δεν σημαίνει ότι ο λογαριασμός τηρείτο επ' ονόματι της Εναγομένης
- Άλλωστε επίδικο θέμα στην παρούσα είναι η ευθύνη στη βάση των επίδικων επιταγών και όχι η ύπαρξη χρέους εξ οιασδήποτε άλλης αιτίας. Το γεγονός ότι το Τεκμήριο 3, σχετική κατάσταση τηρείτο επ' ονόματι της Εναγομένης 1, καθιστά παράλογη τη θέση ότι η Εναγομένη 2 είχε απευθείας εμπορική σχέση με την Ενάγουσα, αφού εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, η λογική πορεία των πραγμάτων θα ήταν ο σχετικός λογαριασμός να τηρείτο επ' ονόματι της Εναγομένης
- Ταυτόχρονα η εξήγηση ότι στο Τεκμήριο 3 καταγράφονται τα αρχικά «ΠΑΡΜΑΡΙ», τα οποία κατά τον μάρτυρα, ανταποκρίνονται στα αρχικά της Εναγομένης 2, δεν συνάδει με τη λογική. Ειδικότερα τα αρχικά «ΠΑΡΜΑΡΙ» καταγράφονται ως ο αριθμός λογαριασμού στο Τεκμήριο 3 και όχι το όνομα του προσώπου προς όφελος του οποίου τηρείται ο σχετικός λογαριασμός. Η προβολή όλων των πιο πάνω ισχυρισμών, οι οποίοι αλληλοαναιρούνται και βρίσκονται σε διάσταση τόσο με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας όσο και με την έγγραφη μαρτυρία που ο ίδιος κατέθεσε, δεικνύουν ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 δεν έχει τον απαραίτητο ειρμό, συνοχή και σταθερότητα, ώστε να είναι πειστική. Περαιτέρω, η αόριστη δήλωση ότι η Εναγομένη 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1, επειδή υπέγραψε γι' αυτή δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα περί συνομολόγησης σύμβασης εγγύησης. Επίσης, ούτε ο ισχυρισμός περί καταδίκης της Εναγομένης 2 από Ποινικό Δικαστήριο μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα ότι η Εναγομένη 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1, αφού πρόκειται για διαφορετική διαδικασία με διαφορετικά επίδικα ζητήματα και επίπεδο απόδειξης. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις, σχετικά με τη μαρτυρία του ΜΕ1, επί του ουσιώδους σημείου, το οποίο άπτεται της αστικής ευθύνης της Εναγομένης 2 δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να βασισθεί επί της μαρτυρίας του για την εξαγωγή ευρήματος, ότι η Εναγομένη 2 εγγυήθηκε την κατ' ισχυρισμόν επίδικη οφειλή της Εναγομένης
- Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΕ 2 Η ΜΕ2, επίσης, δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της ΜΕ2 χαρακτηρίζεται από έλλειψη πειστικότητας και βρίσκεται σε διάσταση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Η βασική θέση της ΜΕ2 ήταν ότι η Ενάγουσα διατηρούσε απευθείας εμπορική σχέση με την Εναγομένη 2, κάτι το οποίο βρίσκεται σε αντίθεση με τη δικογαφημένη θέση της Ενάγουσας. Επιπρόσθετα η πιο πάνω θέση της ΜΕ2 αναιρέθηκε από την ίδια, όταν στην αντεξέτασή της υποστήριξε ότι τελικά η Εναγομένη 2 ήταν αντιπρόσωπος της Εναγομένης
- Επίσης η ΜΕ2 αυτοαναιρέθηκε, όταν, ενώ στην ανετεξέτασή της αρχικά υποστήριζε ότι συμβατική σχέση είχε η Ενάγουσα με την Εναγομένη 2, σε μεταγενέστερο σημείο δήλωσε ότι οφείλει μεν η Εναγομένη 1 αλλά οφείλει και η Εναγομένη 2, ένεκα του ότι εξέδιδε επιταγές προς όφελος της Εναγομένης
- Η πιο πάνω θέση πέραν του ότι βρίσκεται σε αντίθεση με την προηγούμενη θέση της μάρτυρος βρίσκεται σε διάσταση και με την έγγραφη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και τις επίδικες επιταγές, οι οποίες καταγράφουν ως εκδότη την Εναγομένη
- Τα πιο πάνω δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να βασισθεί στη μαρτυρία της ΜΕ2 για την εξαγωγή ευρήματος, ως προς το επίδικο θέμα της ευθύνης της Εναγομένης
- Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΕ 3 Η ΜΕ3 ήταν τυπική μάρτυρας αν και η μαρτυρία της δεν είχε να προσφέρει οτιδήποτε στα επίδικα θέματα. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΥ1 Η μαρτυρία της ΜΥ1 περιστράφηκε γύρω από τον ισχυρισμό περί ελαττωματικών προϊόντων. Επί του συγκεκριμένου σημείου η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από γενικότητες και αόριστους ισχυρισμούς. Συγκεκριμένα η ΜΥ1 δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει το πότε και το σε ποία ποσότητα παρέδωσε η Ενάγουσα ελαττωματικά προϊόντα. Παράλληλα δεν προσδιορίστηκε η αξία αυτών. Η γενικόλογη αναφορά ότι οι επιταγές εκδόθηκαν για τα ελαττωματικά προϊόντα χωρίς οποιοδήποτε προσδιορισμό ως προς την αξία ή ποσότητα αυτών, δεν μπορεί να είναι πειστική. Αποτέλεσμα των πιο πάνω είναι να μην παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο να εξετάσει τον πιο πάνω ισχυρισμό σε συνάρτηση με το επίδικο θέμα της αντιπαροχής των επίδικων επιταγών. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασισθεί στη μαρτυρία της Εναγομένης 2 σχετικά με τον ισχυρισμό περί ύπαρξης ελαττωματικών προϊόντων. Ευρήματα Στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών, των παραδεκτών γεγονότων και της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα σχετικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η Ενάγουσα διατηρούσε εμπορικές δοσοληψίες με την Εναγομένη
- Στα πλαίσια των πιο πάνω δοσοληψιών εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές. Οι εν λόγω επιταγές εκδόθηκαν από την Εναγομένη 1 και υπογράφηκαν από την Εναγομένη 2, η οποία ήταν διευθύντρια της Εναγομένης
- Η πρώτη εκ των επιδίκων επιταγών, ήτοι το Τεκμήριο 4Α, επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη «ανεπαρκή υπόλοιπα». Οι υπόλοιπες επιταγές επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον έκδοτη». Τα ποσά των επιδίκων επιταγών ανέρχονται στο ποσό των € 6.
- Οι επίδικες επιταγές παραμένουν μέχρι σήμερα απλήρωτες. Νομική Πτυχή Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Το επίπεδο απόδειξης των ισχυρισμών του εκάστοτε ενάγοντα βρίσκεται στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Βaloise Insurance Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. Ενώ, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Συνεπώς, το Δικαστήριο θα κρίνει το κατά πόσο η Ενάγουσα απέδειξε τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην υπό κρίση υπόθεση η Ενάγουσα καθόρισε στην Έκθεση Απαίτησής της ότι η Εναγομένη 1 οφείλει το κατ' ισχυρισμόν ποσό στη βάση μη τιμηθεισών επιταγών, ενώ η Εναγομένη 2 ως εγγυητής του πιο πάνω χρέους. Σύμφωνα με το άρθρο 73 του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 «η επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει και εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Μέρος αυτό, οι διατάξεις του Νόμου αυτού που εφαρμόζονται σε συναλλαγματική πληρωτέα εν όψει εφαρμόζονται σε επιταγή.» Συνεπώς εφαρμόζονται στην παρούσα οι πρόνοιες των διατάξεων του περί Συναλλαγματικών Νόμου που αφορούν συναλλαγματικές πληρωτέες εν όψει. Ως προς τη νομική φύση της επιταγής και το δίκαιο που τη διέπει διαφωτιστική είναι η απόφαση Heatron Co Ltd v. Χριστόφορου Κώστα Σωκράτους
(2012)1 Α.Α.Δ. 1034 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Όπως έχει νομολογηθεί, πληρωμές που γίνονται με επιταγή, στην ουσία εξισώνονται με πληρωμές τοις μετρητοίς, με αποτέλεσμα η υπεράσπιση που μπορεί να προβληθεί να πρέπει να συσχετιστεί είτε με την πληρωμή, είτε με την εγκυρότητα της επιταγής (Nova (Jersey) Knit Ltd v. Kammgarn Spinnerei G.m.b.H [1977] 2 All ER 463 (HL), James Lamont & Co Ltd v. Hyland Ltd (No 2) [1950] 1 All ER 929 και Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Tlais [1991] 1 Α.Α.Δ. 239).» Ταυτόχρονα, σύμφωνα με το άρθρο 30
(1)του Περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ 262, δημιουργείται μαχητό τεκμήριο, ότι κάθε κάτοχος συναλλαγματικής θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο και το βάρος απόδειξης της έλλειψης αντιπαροχής μετατίθεται στους ώμους του Εναγομένου. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Ρωμανός ν. Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ 991 και Vasos Charalambides Ltd v. Πάμπου Ψαρά
(2000)1 Α.Α.Δ 849. Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν προσηκόντως από την Εναγομένη 1 και ότι η Ενάγουσα είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο. Αποτελεί δε παραδεκτό γεγονός ότι οι επίδικες επιταγές δεν τιμήθηκαν ενώ παράλληλα δεν αμφισβητείται ότι παρουσιάστηκαν δεόντως για πληρωμή. Η πλευρά της Εναγομένης 1 δεν παρουσίασε αξιόπιστη μαρτυρία με την οποία αποδεικνύεται έλλειψη αντιπαροχής ή ελαττωματικότητα του ανταλλάγματος ή ότι οι επίδικες επιταγές έχουν εξοφληθεί. Σε κάθε περίπτωση, οι όποιοι ισχυρισμοί προέβαλε η ΜΥ1, περί ελαττωματικών προϊόντων, δεν εξειδικεύτηκαν, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει λόγος περί έλλειψης αντιπαροχής. Σχετική επί του προκείμενου είναι η απόφαση Cyprio Sun Holidays Limited v. A. Papouis Hotels Limited
(2009)1(Α) Α.Α.Δ.
- Συνακόλουθα, υπό το φως των γεγονότων της παρούσας κρίνω ότι η Ενάγουσα πέτυχε να αποδείξει την αξίωσή της, ως προκύπτει από τα Τεκμήρια 4 Α -4Θ, εναντίον της Εναγομένης
- Αντίθετη προσέγγιση , υπό το φως των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, θα αντιστρατευόταν τη φύση της πληρωμής με επιταγή που πρέπει να θεωρείται ως εντολή για άνευ όρων πληρωμή σε μετρητά, ως εξηγείται στην απόφαση Heatron Co Ltd (ανωτέρω). Η αξίωση εναντίον της Εναγομένης 2 Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι σε υποθέσεις όπου εκδότης της επιταγής είναι εταιρεία ο διευθυντής που υπογράφει αυτή, υπό την αντιπροσωπευτική του ιδιότητα, δεν υπέχει αστική ευθύνη. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Παυλόπουλος Αθανάσιος ν. Skopy Shoe Factory Ltd,
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «σε περιπτώσεις επιταγών εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή σύμβουλος που υπογράφει την επιταγή, που γενικά θεωρείται ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Στην υπόθεση Chapman v. Smethurst [1909] 1 K.B. 927, κρίθηκε πως πρόσωπο που υπογράφει γραμμάτιο ή επιταγή με τρόπο που να φαίνεται ότι πράττει τούτο υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, δεν υπέχει προσωπικά αστική ευθύνη. Επίσης στην υπόθεση Bondina Ltd v. Rollaway Shower Blinds Ltd [1986] 1 W.L.R. 517, αναφέρθηκε πως οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής.» Τονίζεται επίσης ότι, όπως προκύπτει από την απόφαση Heatron Co Ltd (ανωτέρω), η έκδοση επιταγής συνιστά ξεχωριστή σύμβαση και το αγώγιμο δικαίωμα που δημιουργείται με την έκδοση της επιταγής είναι διαφορετικό από το αγώγιμο δικαίωμα που πηγάζει από τη σύμβαση έναντι της οποίας εκδόθηκε, εν τέλει, η επιταγή. Στην παρούσα υπόθεση η Εναγομένη 2 δεν ενάγεται ως το πρόσωπο που εξέδωσε τις επίδικες επιταγές αλλά ως το πρόσωπο, το οποίο εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της εκδότριας των επιταγών, ήτοι της Εναγομένης 1. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν υφίσταται αξιόπιστη μαρτυρία, η οποία να κατατείνει στο συμπέρασμα ότι η Εναγομένη 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1, που πηγάζουν από την έκδοση των επίδικων επιταγών. Αντίθετα, από την ενώπιόν μου αξιόπιστη μαρτυρία, το μόνο που προκύπτει είναι το γεγονός ότι η Εναγομένη 2 υπέγραψε τις επίδικες επιταγές εκ μέρους της Εναγομένης 1 εταιρείας. Το πιο πάνω γεγονός, όμως, δεν δύναται να θεμελιώσει αστική ευθύνη στο πρόσωπο της Εναγομένης 2, ως η απόφαση Παυλόπουλος (ανωτέρω) υποδεικνύει. Παρενθετικά τονίζεται ότι ακόμα και εάν γινόταν δεκτό ότι η Εναγομένη 2 είχε απευθείας συναλλαγές με την Ενάγουσα, αφ΄ ης στιγμής η αγωγή αφορά έκδοση επιταγών, δεν θα μπορούσε να επηρεάσει την αστική ευθύνη της Εναγομένης 2 στην παρούσα. Υπό το φως των πιο πάνω η αγωγή εναντίον της Εναγομένης 2 δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Επιδίκαση Τόκου Η Ενάγουσα αξιώνει με την αγωγή της και την επιδίκαση Τόκου προς 9 % επί του υπολοίπου των επιδίκων επιταγών. Όπως είναι καλά νομολογημένο η υποχρέωση καταβολής Τόκου δεν προκύπτει αυτόματα αλλά προκύπτει όπου κάτι τέτοιο προβλέπεται στη συμφωνία ή υπάρχει πρόνοια σε συγκεκριμένο νόμο ή εξυπακούεται κατά πάγια πρακτική των συναλλαγών. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου Τζιαρζάζη ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1Α Α.Α.Δ.
- Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για πληρωμή τόκου ύψους 9%. Επίσης δεν υφίσταται μαρτυρία περί πάγιας πρακτικής για καταβολή τόκου στο πιο πάνω ποσοστό. Συνεπώς, η αξίωση της Ενάγουσας για επιδίκαση τόκου προς 9 % ετησίως δεν μπορεί να επιτύχει. Κατάληξη Συνεπακόλουθα, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 1 για το ποσό των € 6.300 πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής, πλέον έξοδα ως υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αγωγή, ως προς την Εναγομένη 2 απορρίπτεται. Ως προς την Εναγομένη 2, παρά το ότι εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο συνήγορο με την Εναγομένη 1, τόσο η βάση αγωγής εναντίον της όσο και η υπεράσπισή της ήταν διαφορετικά από τη βάση αγωγής και υπεράσπιση της Εναγομένης
- Συνεπώς κρίνω ότι η παρούσα διαφοροποιείται από την απόφαση Λουκαΐδης Λουκής ν. Εκδοτική Εταιρεία Αλήθεια Λτδ κ.ά
(2003)1 ΑΑΔ 22. Συνακόλουθα κρίνω ότι η Εναγομένη 2 ως επιτυχών διάδικος δικαιούται στα έξοδά της, ως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ................. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο