X" Αργυρού ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 8280/2011, 31/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A55 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 8280/2011 Μεταξύ: XXXXX X" Αργυρού Ενάγοντα, Και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγόμενου Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: Δ. Παυλίδης για Δημήτριος Α. Παυλίδης και Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο: Δ. Παπαμιλτιάδου - Νεοκλέους, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α. Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Με την παρούσα Αγωγή ο Ενάγων αξιώνει Γενικές, ειδικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις στη βάση του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης. Η Αγωγή στρέφεται με βάσει τις πρόνοιες του Άρθρου 57 του Ν.14/60 εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας υπό την ιδιότητα του ως εκπρόσωπος της Δημοκρατίας ο οποίος υπέχει ευθύνη σύμφωνα με το Άρθρο 172 του Συντάγματος. Δικογραφία Οι βασικοί ισχυρισμοί του Ενάγοντα όπως διατυπώνονται στην Έκθεση Απαίτησης του έχουν ως ακολούθως: ▬ Ο Ενάγων διατηρεί και διατηρούσε διάφορες επιχειρήσεις στην Κύπρο και στην Ευρώπη. Παράλληλα κατά τον ουσιώδη για την Αγωγή χρόνο ήταν και μέλος της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου Θήρας όπως επίσης και Αντιπρόεδρος της Eurobank, μέλος της ΚΘΚ και ΔΑΖ και εκπρόσωπος της Διαχειριστικής Επιτροπής Ταμείου Θήρας. ▬ Στις 19/1/2010 ο Ενάγων κατηγορήθηκε από την Αστυνομία Λευκωσίας ενώπιον του Ε.Δ. Λευκωσίας στην υπόθεση με αρ. 21624/09 ότι διέπραξε την 1η Νοεμβρίου τα ακόλουθα πέντε αδικήματα: (
- i)Κατοχή πυροβόλου όπλου κατηγορίας «Δ», δηλ. το ΔΟΚΟ μάρκας "Midland" με αρ. κατασκευής 72048 χωρίς να είναι κάτοχος αδείας κατοχής από τον Αρχηγό Αστυνομίας.(1η Κατηγορία) (
- ii)Κατοχή αγρίων πτηνών των οποίων η θήρα και η σύλληψη απαγορεύεται, δηλ. 84 αμπελοπούλια. (2η Κατηγορία) (iii) Κατοχή φονευμένου θηράματος κατά τη διάρκεια κλειστής περιόδου για το κυνήγι, δηλ. πέντε λαγούς.(3η Κατηγορία) (
- iv)Κατοχή αγρινού, ήτοι τεμαχισμένου κρέατος αγρινού. (4η Κατηγορία) (
- v)Κατοχή απαγορευμένων μέσων θήρας, δηλ. μια ηχοπαραγωγή συσκευή μάρκας με μιμητικές φωνές αγρίων πτηνών χωρίς να είναι κάτοχος αδείας από τον Υπουργό.(5η Κατηγορία) ▬ Στην πιο πάνω υπόθεση, αφού προηγήθηκε από τον Ενάγοντα μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες, αυτός εκδικάστηκε και αθωώθηκε με την Απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 9/12/2011. ▬ Ενώ δεν υπήρχε εύλογη αιτία να προσαχθεί ενώπιον Δικαστηρίου ο Ενάγων κατηγορήθηκε και αφού δεν παραδέκτηκε τις εναντίον του κατηγορίες κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας αθωώθηκε. Η κακόβουλη δίωξη έγκειται στο γεγονός ότι ενώ η Αστυνομική Εισαγγελία και, κατ΄επέκταση η Νομική Υπηρεσία του Κράτους καθώς και η Υπηρεσία Θήρας, γνώριζαν ότι δεν υπήρχαν τεκμήρια στην υπόθεση και είχαν καταστραφεί και, παρά την εισήγηση του τότε Αρχηγού της Αστυνομίας προς την Νομική Υπηρεσία για αρχειοθέτηση της υπόθεσης ως άλλως διατεθείσα, δόθηκαν οδηγίες για να καταχωρηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο. Η Νομική Υπηρεσία, ενώ είχε σε γνώση της ότι λήφθηκαν καταθέσεις και η υπόθεση έκλεισε, δόθηκαν οδηγίες για επανάνοιγμα της υπόθεσης και λήψη καταθέσεων για δεύτερη φορά. Επιπλέον κατά τη διάρκεια της ακρόασης και ενώ η υπόθεση ευρίσκετο στο τέλος της λήφθηκαν από τον δημόσιο Κατήγορο καταθέσεις στα γραφεία της Αστυνομικής Εισαγγελίας 3 ½ χρόνια μετά την ισχυριζόμενη διάπραξη των αδικημάτων. ▬ Συνεπεία της κακόβουλης δίωξης ο Ενάγων υπέστη στις 19/1/10 ψυχικές βλάβες και έτυχε της δέουσας ιατρικής περίθαλψης. Στην Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος, αφού παραδέχεται το γεγονός ότι ο Ενάγων εδιώχθη ενώπιον του Ε.Δ. Λευκωσίας σε σχέση με τις κατηγορίες που αναφέρει στην Έκθεση Απαίτησης του όπου κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας αθωώθηκε με Απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 9/12/11, αρνείται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του Ενάγοντα. Ειδικότερα αρνείται ότι εναντίον του Ενάγοντα στήθηκε οποιαδήποτε επιχείρηση υπό το καθεστώς της παγίδευσης και/ή μεθοδευμένης και/ή στημένης επιχείρησης και ότι, αντίθετα, ο τρόπος που η Αστυνομία ενήργησε ήταν καθόλα νόμιμος, θεμιτός, δίκαιος και εύλογος. Προβάλλεται, ακόμη, ότι η έρευνα που έγινε ήταν καθόλα εύλογη, νόμιμη, δίκαιη και αναγκαία και ότι οι αρμόδιες αρχές κίνησαν την ποινική δίωξη στη βάση υπαρκτής και σοβαρής μαρτυρίας για σκοπούς προστασίας του δημοσίου συμφέροντος καθώς και της προώθησης της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Ισχυρίζεται, ακόμη, ότι οι πιθανότητες καταδίκης του Ενάγοντα ήταν εύλογες και υπαρκτές στη βάση της μαρτυρίας που είχε περισυνελλεγεί. Προβάλλεται, περαιτέρω, ο ισχυρισμός ότι ουδόλως αποδεικνύεται ότι η Αστυνομία ενήργησε κακόβουλα και/ή για αλλότριους σκοπούς και/ή ότι η δίωξη ήταν κακόβουλη ανεξαρτήτως του τελικού αποτελέσματος της αθώωσης του Ενάγοντα. Αρνείται δε τις λεπτομέρειες σωματικών βλαβών και ειδικών ζημιών του Ενάγοντα και προσθέτει ότι, και αν ήθελε αποδεικτεί ότι ο Ενάγων υπέστη αυτά που ισχυρίζεται, ο Εναγόμενος ουδεμία ευθύνη για να τον αποζημιώσει φέρει. Παραδεκτά Γεγονότα και Έγγραφα Περαιτέρω, αμφότερες οι διάδικες πλευρές προέβησαν στην καταχώρηση παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων ως ακολούθως: Στις 9/12/2011 εκδόθηκε η Δικαστική Απόφαση στην ποινική υπόθεση αρ. 21624/09, με βάση την οποία ο Κατηγορούμενος XXXXX X' Αργυρού αθωώθηκε και απαλλάχθηκε στις Κατηγορίες 1,2,3 και 5, Τεκμήριο 1. Κατατέθηκαν δε τα ακόλουθα έγγραφα ως παραδεκτά: ▬ Το Κατηγορητήριο στην ποινική υπόθεση αρ. 21624/09, Τεκμήριο 2. ▬ Η γραπτή κατηγορία του Ενάγοντα ημερομηνίας 23/9/09, ως μέρος του ανακριτικού φακέλου της Αστυνομίας, Τεκμήριο 3. ▬ Ένταλμα έρευνας ημερ. 31/10/08, ως μέρος του ανακριτικού φακέλου της Αστυνομίας, Τεκμήριο 4. ▬ Πιστοποιητικό εγγραφής πυροβόλου όπλου αρ. κατασκ. 72048, Ην. Βασιλείου, μάρκας MIDLAND, τύπου ΔΟΚΟ με ημερομηνία εγγραφής 6/11/2008 στο όνομα του Ενάγοντα, αρ. πιστοποιητικού 4951, ως μέρος του ανακριτικού φακέλου της Αστυνομίας, Τεκμήριο 5. ▬ Επιστολές XXXXX Παυλίδη (α) προς τον Αρχηγό Αστυνομίας ημερομηνίας 15/12/11, (β) προς τον Υπουργό Εσωτερικών ημερ. 14/12/11 και (γ) προς Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας ημερ. 2/2/12, κατατέθηκαν ως έγγραφα τα οποία συνέταξε ο δικηγόρος του Ενάγοντα και απέστειλε, χωρίς αποδοχή της αλήθειας του περιεχομένου τους, Τεκμήρια 6 (α)-(ν). ▬ Επιστολές Ενάγοντα (α) προς XXXXX Χατζηγέρου ημερ. 19/1/10, και (β) ημερ. 18/12/2009, κατατέθηκαν ως έγγραφα που αποστάληκαν από τον Ενάγοντα και όχι για την αλήθεια του περιεχομένου των, (Τεκμήρια 7 (α) - (β)). ▬ Επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 1/3/2012 προς κ. XXXXX Παυλίδη Τεκμήριο 8. ▬ Επιστολή Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 23/1/2012 προς Αρχηγό Αστυνομίας, Τεκμήριο 9. ▬ Επιστολή Γενικού Διευθυντή Υπ. Εσωτερικών ημερ. 13/1/2012 προς κ. Δημήτριο Παυλίδη, Τεκμήριο 10. ▬ Επιστολή του Προέδρου της Ανεξάρτητης Αρχής Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας, ημερ. 10/1/2012 προς κ. XXXXX Παυλίδη, Τεκμήριο 11. ▬ Επιστολή του Προϊστάμενου Ταμείου Θήρας ημερ. 11/1/2010 προς Ενάγοντα, Τεκμήριο 12. ▬ Επιστολή Αρχηγού Αστυνομίας ημερ. 20/12/11 προς κύριο XXXXX Παυλίδη, Τεκμήριο 13. ▬ Απόκομμα από δημοσίευμα στο φύλλο εφημερίδας Goal news-ΚΥΝΗΓΙ ημερ. 16/12/2011, κατατέθηκε ως αποδεκτό ως προς το ότι δημοσιεύθηκε αλλά όχι για την αλήθεια του περιεχομένου του Τεκμήριο 14. ▬ Ειδοποίηση Έφεσης ημερομηνίας 23/12/2011 από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας εναντίον της αθωωτικής Απόφασης ημερομηνίας 9/12/2011 η οποία αποσύρθηκε στη συνέχεια Τεκμήριο 15. Μαρτυρία Από πλευράς Ενάγοντα κατέθεσαν συνολικά τέσσερεις μάρτυρες ως ακολούθως: p ο Ενάγων (Μ.Ε.1) p XXXXX Παναγίδης (Μ.Ε.2) p XXXXX Χρυσάνθου (Μ.Ε.3) p XXXXX Τερεζόπουλος (Μ.Ε.4) Από πλευράς Εναγόμενου κατέθεσε ένας, μόνο, μάρτυρας ως ακολούθως: p XXXXX Κουπάτος (Μ.Υ.1) Mαρτυρία Μ.Ε.1 Ενάγων Είναι μεγαλοεπιχειρηματίας και καθόλο τον ουσιώδη χρόνο ήταν μέρος της Διαχειριστικής Επιτροπής του Ταμείου Θήρας. Εναντίον του προσήφθηκε ενώπιον του Ε.Δ. Λευκωσίας η Ποινική Υπ. 21624/09 αναφορικά με τις ακόλουθες κατηγορίες: ► Κατοχή πυροβόλου όπλου κατηγορίας «Δ» χωρίς άδεια κατοχής. ► Κατοχή άγριων πτηνών, ήτοι 84 αμπελοπουλιών των οποίων η θήρα και η σύλληψη απαγορεύεται. ► Κατοχή φονευμένου θηράματος, ήτοι 5 λαγών κατά τη διάρκεια κλειστής περιόδου για το κυνήγι. ► Κατοχή τεμαχισμένου κρέατος αγρινού. ► Κατοχή απαγορευμένων μέσω θήρας, δηλ. μια ηχοπαραγωγή συσκευή μάρκας "Multisound" με μιμητικές φωνές αγρίων πτηνών χωρίς να είναι κάτοχος ειδικής άδειας. Όταν κλήθηκε να απαντήσει στις πιο πάνω κατηγορίες στις 19/1/2010 δεν παραδέχθηκε ενοχή και η υπόθεση εκδικάστηκε. Στις 9/12/2011 εκδόθηκε στην πιο πάνω υπόθεση Απόφαση με την οποία ο Ενάγων αθωώθηκε. Η όλη επιχείρηση στην οποία οι διωκτικές αρχές στηρίχτηκαν για να βασίσουν το κατηγορητήριο τους στην πιο πάνω υπόθεση, ήταν προϊόν «μεθοδευμένης» και «στημένης» επιχείρησης υπό τη μορφή της παγίδευσης. Η κακόβουλη δίωξη και κακοβουλία από μέρους του Εναγόμενου έγκειται στο γεγονός ότι ενώ η Αστυνομική Εισαγγελία και κατ΄ επέκταση η Νομική Υπηρεσία και η Υπηρεσία του Ταμείου Θήρας γνώριζαν ότι δεν υπήρχαν τεκμήρια στην υπόθεση και ότι αυτά είχαν καταστραφεί και παρά το γεγονός ότι η εισήγηση του τότε Αρχηγού της Αστυνομίας προς τη Νομική Υπηρεσία ήταν να αρχειοθετηθεί ο φάκελος της υπόθεσης ως άλλως διευθετηθείσα, η υπόθεση ενώ αρχειοθετήθηκε, ο Εναγόμενος έδωσε οδηγίες όπως η υπόθεση επανέλθει με καταχώρηση στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, η Νομική Υπηρεσία ενώ είχε γνώση ότι η υπόθεση είχε κλείσει δόθηκαν οδηγίες όπως επανανοίξει και ληφθούν καταθέσεις για δεύτερη φορά. Ακόμη κατά τη διάρκεια της εξέλιξης της ακρόασης της υπόθεσης και ενώ αυτή ευρίσκετο στο τέλος της με την ανοχή, γνώση και οδηγίες του Εναγόμενου λήφθηκαν καταθέσεις στα γραφεία της Αστ. Εισαγγελίας 3 ½ χρόνια μετά την κατ΄ ισχυρισμό διάπραξη των σχετικών αδικημάτων και μάλιστα από το δημόσιο Κατήγορο που χειρίζετο την ποινική υπόθεση στην ακρόαση χωρίς ο ίδιος να είναι ο ανακριτής της υπόθεσης. Συνεπεία της πιο πάνω κακόβουλης δίωξης έχει υποστεί ψυχικές βλάβες, όπως σοκ και άγχος από τον άμεσο κίνδυνο πολυετούς φυλάκισης, αγχώδη διαταραχή και ψυχολογική αναστάτωση, προσβολή στην προσωπικότητα του και ζημιά στην επίληψη και αξιοπρέπεια του, έχοντας εκτεθεί ανεπανόρθωτα στο κοινό της Κύπρου ως πρόσωπο εγκληματικό. Ισχυρίστηκε ότι υπέστη ζημιά ύψους €75.000 από απώλεια εισοδημάτων την περίοδο από 1/9/2010 μέχρι 9/12/2011. Μ.Ε.2 Εργάζεται ως Λειτουργός στο Ταμείο Θήρας από το 2000. Στις 9/12/2008 μετέβη στις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες στα Κεντρικά γραφεία Λευκωσίας όπου παρέλαβε από το Κτηνίατρο Ι. Ιωάννου 7 μπουκαλάκια σφραγισμένα όπου εντός αυτών υπήρχαν δείγματα ιστών για διεξαγωγή ελέγχου DNA. Τα πιο πάνω μπουκαλάκια συσκευάστηκαν στην παρουσία του από τον προαναφερθέντα κτηνίατρο. Τα απέστειλε την ίδια μέρα μέσω της ετ. EMS Datapost Cyprus στον Dr XXXXX Barbanera στο Πανεπιστήμιο Πίζας στην Ιταλία. Έτυχε ενημέρωσης από τον ίδιο για την ασφαλή παραλαβή των τεκμηρίων στις 15/12/2008. Μ.Ε.3 Εργάζεται στις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες στο Εργαστήριο Παθολογικής Ανατομικής Βακτηριολογίας και Παρασιτολογίας. Μεταξύ των καθηκόντων της είναι η τήρηση Αρχείου δειγμάτων προς εξέταση. Στις 11/11/2008 παρέλαβε τα δείγματα με αρ. αναφοράς εργαστηρίου 6002/08. Τα καταχώρησε στα μητρώα παραλαβής ως πτηνά «Π1331/08 - 1484/08, ως λαγοί 2170/08 - 2176/08 και ως κομμάτια κρέας 2177/08 - 2179/08». Τα πιο πάνω αντικείμενα τα παρέδωσε στο Δρα Ι. Ιωάννου για εξετάσεις. Στις 13/11/2008 παρέδωσε στον Α/3289 Κ. Κυριάκου του Στ. Αγ. Δομετίου όλα τα πιο πάνω Τεκμήρια. Τα πιο πάνω περιέχονται σε κατάθεση της που έδωσε στις 27/4/2011 2 ½ χρόνια μετά από τη διαιτησία που έκανε και περιγράφεται ανωτέρω. Στην αντεξέταση της διευκρίνησε ότι στις 11/11/2008 ευρίσκετο στην παραλαβή του Εργαστηρίου όταν ήλθε Αστυνομικός και της έφερε τα δείγματα που ανάφερε και τα οποία αφού παρέλαβε συμπλήρωσε το Έντυπο Τεκμήριο 18. Επρόκειτο για (α) κομμάτια κρέας (β) 7 λαγούς και (γ) 154 άγρια πτηνά. Τα συμπλήρωσε και τα παρουσίασε στον Κτηνίατρο που έκανε τη νεκροψία. Μ.Ε.4 Είναι Ανώτερος Υπαστυνόμος και υπηρετεί στο Αρχηγείο Αστυνομίας. Κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στη Δύναμη και ήταν Σταθμάρχης στον Αστυνομικό Σταθμό Αγ. Δομετίου. Είχε δώσει ένορκη μαρτυρία ενώπιον του Ποινικού Δικαστηρίου στην Ποιν. Υπόθεση με αρ. 21624/09 όπου η Αστυνομία είχε ασκήσει ποινική δίωξη εναντίον του Ενάγοντα. Κατά τη μαρτυρία του είχε αναφέρει ότι ο φάκελος της υπόθεσης εναντίον του Ενάγοντα είχε διατεθεί ως Μη Αστυνομικής Φύσεως Υπόθεση, ΜΑΦΥ. Ο εν λόγω φάκελος έφυγε από το Σταθμό Αγ. Δομετίου και επιστράφηκε ως ΜΑΦΥ, Μη Αστυνομικής Φύσεως Υπόθεση. Στη μαρτυρία του είχε αναφέρει ότι ΜΑΦΥ σημαίνει υπόθεση αδύνατης μαρτυρίας γιατί έτσι αποφασίστηκε από τη Νομική Υπηρεσία και ότι δεν θα έπρεπε ο Ενάγοντας να διωχθεί ποινικά, όπως είχε ενημερωθεί. Μ.Υ.1 Είναι από το Φεβρουάριο του 2011 συνταξιούχος αξιωματικός της Αστυνομίας. Το Σεπτέμβριο 2009 ο τότε Αρχηγός της Αστυνομίας Μ. Παπαγεωργίου κάλεσε τον Μ.Υ.1 ο οποίος τότε υπηρετούσε στην Αστ. Δ/ση Επ. Λευκωσίας ως Ανώτ. Υπαστυνόμος και ήταν Υπεύθυνος Πόλεως και Προαστείων της Αστ. Δ/σης Λευκωσίας, να διερευνήσει πλήρως μια ποινική υπόθεση. Επρόκειτο για υπόθεση παράνομης κατοχής φονευμένου θηράματος, παράνομης κατοχής αγρινών και παράνομης κατοχής απαγορευμένων μέσων θήρας, η οποία στρεφόταν εναντίον του Δ. Χ.Αργυρού και η οποία είχε προκύψει κατόπιν έρευνας που έγινε στο σπίτι του την 1/11/2008. Μελετώντας την υπόθεση διαπίστωσε σοβαρά λάθη και παραλείψεις και μια προσπάθεια η υπόθεση να κλείσει και να ταξινομηθεί ως ΜΑΦΥ, δηλ. Μη Αστυνομικής Φύσεως Υπόθεση. Ως τέτοια λάθη και παραλείψεις εντόπισε το ότι η υπόθεση δεν καταχωρήθηκε στο Μητρώο Εγκλημάτων του Σταθμού, τα Τεκμήρια δεν καταχωρήθηκαν στο Βιβλίο Τεκμηρίων και δεν φωτογραφήθηκαν. Διαπίστωσε δε ότι το όπλο είχε επιστραφεί στον κ. Αργυρού και ότι μέχρι τις 6/11/2008 το είχε ήδη εγγράψει νόμιμα στην κατοχή του, ενώ όταν κατασχέθηκε την 1/11/2008 το είχε παράνομα στην κατοχή του. Όσον αφορά την εισήγηση για ΜΑΦΥ θεωρεί ότι δεν μπορούσε τέτοια υπόθεση να ταξινομηθεί ως ΜΑΦΥ επειδή επρόκειτο για καθαρά ποινική υπόθεση με μάρτυρες και τεκμήρια. Σύμφωνα με τα τεκμήρια και τις μαρτυρίες ως αναφέρει στη Συνοπτική του Έκθεση ημερ. 30/9/2009, τεκμηριώνονταν οι κατηγορίες 1, 2, 3, 4 και 5 και γι΄ αυτό εισηγήθηκε την ποινική δίωξη. Ενώ υπήρχαν οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα για συνέχιση της διερεύνησης της υπόθεσης, ο φάκελος είχε επιστραφεί στο Γενικό Εισαγγελέα χωρίς να εκτελεστούν οι οδηγίες του οπόταν και εστάλη ξανά ο φάκελος στον Αρχηγό Αστυνομίας προς το σκοπό υλοποίησης των εν λόγω οδηγιών. Παρέπεμψε δε σε σημειώματα στο Ημερολόγιο Ενεργείας του φακέλου αρ. ΑΒΥ/ΤΑΕ, Σ/1014/ΟΦΑ τόσο του Βοηθού Αρχηγού Αστυνομίας όσο και του Αρχηγού Αστυνομίας, στα οποία εγείρονταν ερωτηματικά σε σχέση με το χειρισμό της υπόθεσης. Μετά που ο ίδιος έλαβε ρητές οδηγίες από τον Αρχηγό για να προχωρήσει άμεσα στην ολοκλήρωση της υπόθεσης με σκοπό την ποινική δίωξη του Ενάγοντα, ο Μ.Υ.1 προέβη σε διάφορες ενέργειες στις οποίες περιλαμβάνετο η λήψη δεύτερης ανακριτικής κατάθεσης του Ενάγοντα καθώς και γραπτή κατηγορία εναντίον του. Με το τελευταίο του δε σημείωμα στο φάκελο της υπόθεσης, αφού έκανε αναφορά στα γεγονότα και μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης, εισηγήθηκε την ποινική δίωξη του Ενάγοντα. Η εμπλοκή του Μ.Υ.1 σταμάτησε μέχρι το πιο πάνω στάδιο ενώ μεταγενέστερα κλήθηκε να καταθέσει στο Δικαστήριο ως μάρτυρας κατηγορίας. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και διάφορα άλλα στοιχεία τα οποία κατά περίπτωση θα αναφερθούν κατωτέρω. Προτού προχωρήσω να αξιολογήσω τη μαρτυρία κάθε μάρτυρα, επιθυμώ να τονίσω ότι η αξιολόγηση μου δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά[1], αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό[2]. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε.1 Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 λέω εξαρχής ότι διακρινόταν από μια ακατάσχετη και εν πολλοίς φλύαρη αναφορά σε ζητήματα που είχαν να κάνουν αφενός με τις διάφορες επαγγελματικές του δραστηριότητες και αφετέρου με τους λόγους που, κατά τη δική του εκτίμηση, οδήγησαν στην έκδοση εντάλματος έρευνας εναντίον του και στην ποινική του δίωξη στη συνέχεια. Ήταν, κατά την άποψη μου, εμφανής η προσπάθεια του να επεκτείνεται συνεχώς σε ζητήματα που αφορούσαν την ύπαρξη συγκεκριμένων κινήτρων για να τον πλήξουν και να τον τιμωρήσουν, όπως το έθετε, και πολύ λιγότερο επί των ειδικότερων γεγονότων της παρούσας υπόθεσης μετά την εκτέλεση σε βάρος του, του εκδοθέντος εντάλματος έρευνας. Στις ερωτήσεις που του υποβάλλοντο ουδέποτε έδιδε άμεσες και επί του θέματος απαντήσεις αλλά ήταν εμφανής η έγνοια του να επικεντρωθεί και να αναδείξει, όσο μπορούσε, το θέμα της ύπαρξης κακοβουλίας εναντίον του ως λόγο άσκησης της ποινικής υπόθεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Μέσα στο πλαίσιο αυτό ενέπλεξε μέσω γενικών και αόριστων αναφορών διάφορα άτομα και μονάδες ισχυριζόμενος βασικά ότι οι δικές του δράσεις και πρωτοβουλίες είχαν επηρεάσει τα οικονομικά συμφέροντα κάποιων μονάδων που διαχειρίζονταν την ανάπτυξη του θηράματος αλλά και τους «διεφθαρμένους», όπως ισχυρίστηκε, θηροφύλακες οι οποίοι κάλυπταν τους λαθροθήρες. Σε σχέση με το τελευταίο έκανε ειδική αναφορά σε ένα θηροφύλακα που ήταν και το άτομο που εκτέλεσε το ένταλμα έρευνας στο σπίτι του, ισχυριζόμενος ότι η ενέργεια του αυτή έγινε ως «αντίποινα». Ενώ ο Μ.Ε.1 ήταν λαλίστατος σε σχέση με την ανάπτυξη του ζητήματος της ύπαρξης σε βάρος του διαφόρων αλλότριων κινήτρων, που είχαν ως βάση οικονομικής φύσεως συμφέροντα που ο ίδιος με τη δράση του είχε επηρεάσει, δεν είχε την ίδια στάση όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης που είχε δώσει στην Αστυνομία. Όταν, λοιπόν, τέθηκε αντιμέτωπος με συγκεκριμένα αποσπάσματα από την εν λόγω κατάθεση και ειδικότερα κληθείς να απαντήσει κατά πόσο αποτελούσαν πράγματι αναφορές τις οποίες ο ίδιος είχε κάνει, στο πλαίσιο της ανακριτικής κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία, ήταν φανερή η δυσκολία αλλά και η αμηχανία του να δώσει άμεσες και πειστικές απαντήσεις. Στην απλή ερώτηση που κάθε φορά του υποβάλλετο κατά την αντεξέταση σε σχέση με συγκεκριμένο απόσπασμα της κατάθεσης αν όντως είχε προβεί ο ίδιος σε τέτοια αναφορά, η προσφιλής επωδός σε κάθε απάντηση που έδιδε ήταν ότι οι ερωτήσεις που του είχε υποβάλει η Αστυνομία ήταν λανθασμένες αλλά και υποβόλιμες. Θα δώσω κάποια παραδείγματα: Στην ερώτηση αν είχε αναφέρει «όσον αφορά τα αμπελοπούλια, επειδή είχα πρόσφατα τη γιορτή μου και είχα καλεσμένους στο σπίτι, κάποιος φίλος που δεν θέλω να κατονομάσω μου τα έφερε δώρο», αρχικά απάντησε ότι δεν παραδέχεται ότι είπε αυτό το πράγμα. Στη συνέχεια, ωστόσο, είπε ότι δεν θυμάται. Αργότερα, όταν του υπεβλήθη ότι όντως είχε προβεί στην πιο πάνω αναφορά, χωρίς να απαντά επί του προκειμένου, είπε ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν προήλθε από τον ίδιο αλλά από την Αστυνομία και ότι η ερώτηση που του υπέβαλε η Αστυνομία ήταν λανθασμένη και κακώς έγινε αναφορά στην ερώτηση σε «αμπελοπούλια». Στην ερώτηση του Δικαστηρίου για να αποσαφηνιστεί τελικά το ζήτημα κατά πόσο είχε προβεί σε τέτοια απάντηση ή όχι, πάλιν απέφυγε να δώσει σαφή και ξεκάθαρη τοποθέτηση στο απλό αυτό ερώτημα, λέγοντας στην αρχή ότι η απάντηση ήταν λανθασμένη και στη συνέχεια αναφέροντας τα εξής: «Δικαστήριο: Άρα η απάντηση σας ποια είναι, το είπατε ή δεν το είπατε; Μάρτυρας: Η απάντηση μου ήταν λανθασμένη. Η ερώτηση που μου υποβλήθηκε από την Αστυνομία και έπρεπε να μου υποβληθεί ότι «Αυτά τα συγκεκριμένα πουλιά που είχατε στο ψυγείο σας πώς βρέθηκαν;» Η απάντηση μου ήταν «Αυτά τα συγκεκριμένα πουλιά που είχα στο σπίτι μου, επειδή είχα τη γιορτή μου στις 26 του Οκτώβρη, λίγες μέρες προηγουμένως μου τα έφερε κάποιος φίλος σαν δώρο». Εγώ, όπως μου τα έφερε τα τοποθέτησα στο ψυγείο δίχως να ερευνήσω τι ήταν. Μετά από τις εξετάσεις που έκανε το Χημείο, το Κρατικό Χημείο της Κυπριακής Δημοκρατίας αποφάνθηκε ότι αυτά τα πουλιά δεν μπορούσαν να τεκμηριωθούν ότι είναι αμπελοπούλια. Επομένως αυτή είναι η απάντηση». Στην ερώτηση αν είχε αναφέρει «το μηχανάκι αναπαραγωγής ήχου το είχα ξεχασμένο στο ντουλάπι του γκαράζ εδώ και 45 χρόνια όπου και είχα πάει με μια παρέα για κυνήγι και κάποιος το ξέχασε στο αυτοκίνητο μου», αντί να απαντά στο συγκεκριμένο ερώτημα, πάλι αναφέρθηκε σε κίνητρα της Αστυνομίας χαρακτηρίζοντας την ερώτηση λανθασμένη και υποβόλιμη. Σε αρκετά σημεία της αντεξέτασης του υπήρχαν υπεκφυγές ακόμη και σε απλές ερωτήσεις τις οποίες δεν απαντούσε, προσπαθώντας να μετακυλήσει το ζήτημα αλλού. Για παράδειγμα στην ερώτηση κατά πόσο γνώριζε ποιος είχε δώσει οδηγίες για τη δίωξη του, αρχικά απάντησε ότι δεν είχε καταλάβει την ερώτηση[3] ενώ στη συνέχεια, ξεφεύγοντας πλήρως από το αντικείμενο της ερώτησης προσπάθησε να αναφέρει το λόγο που, κατά τον ίδιον, η υπόθεση εναντίον του είχε ανοίξει εκ νέου[4]. Ενδεικτικό του τρόπου που απαντούσε και γενικότερα της ποιότητας της μαρτυρίας του, ήταν η στάση του σε ερωτήσεις αναφορικά με συγκεκριμένα δημοσιεύματα στον τύπο και αν τα θυμάται γενικά ή ειδικά. Ενώ στην αρχή αρνείτο πεισματικά να συσχετίσει το περιεχόμενο ή τον τίτλο των δημοσιευμάτων με το άτομο του, παραδέχτηκε εν τέλει ότι τον φωτογράφιζαν αποδίδοντάς τα σε κακοβουλία και ως μέρος ενός «κακόβουλου σχεδίου» για να πληγεί ο ίδιος επιχειρηματικά και ηθικά στην κοινή γνώμη. Σε ό,τι αφορά το ερώτημα που αφορούσε το όπλο που κατασχέθηκε κατά τη διεξαγωγή της έρευνας στο σπίτι του, ο Ενάγων χωρίς να αναφέρεται στην ημερομηνία που το εν λόγω όπλο ενεγράφη και που, όπως προέκυψε από τα ίδια τα παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα, ήταν στις 6/11/2008, ισχυρίστηκε ότι αυτό ήταν εγγεγραμμένο παραπέμποντας στο Τεκμήριο που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Τεκμήριο 5). Παρακάμπτοντας με αυτό τον τρόπο το ζητούμενο που εν προκειμένω αφορούσε το κατά πόσο την ημερομηνία που έγινε η έρευνα στο σπίτι του, ήτοι την 1/11/2008, και είχε κατασχεθεί το εν λόγω όπλο, υπήρχε άδεια κατοχής του εν λόγω όπλου. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του Ενάγοντα στο σύνολο της και έχοντας πιο πάνω δώσει κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του όλου τρόπου που απαντούσε και της έκδηλης αδυναμίας του να δώσει πειστικές απαντήσεις σε απλές ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση, καταλήγω ότι επί των αμφισβητουμένων σημείων η μαρτυρία του δεν ήταν ειλικρινής και, επομένως, την απορρίπτω. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε. 2 Επισημαίνεται εν πρώτοις ότι η μαρτυρία του Μ.Ε. 2 ουδόλως αμφισβητήθηκε από την πλευρά του Εναγόμενου εφόσον δεν αντεξετάσθηκε και παρέμεινε, συνεπώς, αναντίλεκτη. Πέραν και ανεξάρτητα από το πιο πάνω γεγονός η μαρτυρία του Μ.Ε.2 τόσο με βάση τα όσα εκτίθενται στο Έγγραφο 2 που υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του που αφορούν στον χειρισμό των Τεκμηρίων στα οποία αναφέρθηκε, ήτοι παραλαβή, συσκευασία και αποστολή, όσο και τα υπόλοιπα που ανέφερε στην κυρίως εξέταση του ήταν πλήρως αξιόπιστη. Με απόλυτα κατατοπιστικό τρόπο ο Μ.Ε.2 εξήγησε το λόγο που είχε κληθεί στις 26/4/11 να πάει στην Αστυνομική Εισαγγελία να δώσει κατάθεση, το Έγγραφο 2, ήτοι λόγω της εμπλοκής του στο χειρισμό των Τεκμηρίων της υπόθεσης, εξηγώντας πειστικά ότι στην συγκεκριμένη υπόθεση είχαν χαθεί Τεκμήρια και ότι τα μόνα που είχαν απομείνει ήταν εκείνα που είχε χειριστεί ο ίδιος. Ήταν δε απόλυτα κατηγορηματικός ότι την κατάθεση του είχε λάβει Αστυνομικός και όχι Εισαγγελέας. Κατά ακολουθίαν των πιο πάνω η μαρτυρία του Μ.Ε.2 γίνεται αποδεκτή. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε. 3 Τα ίδια σχόλια και επισημάνσεις επαναλαμβάνω και σε σχέση με τη μαρτυρία της Μ.Ε.3 η οποία με σαφήνεια και θετικότητα αναφέρθηκε τόσο στις ενέργειες που είχε προβεί την 1η/11/2008 στο πλαίσιο των καθηκόντων της στις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες στο Εργαστήριο Παθολογικής Ανατομικής Βακτηριολογίας και Παρασιτολογίας για την τήρηση Αρχείου δειγμάτων προς εξέταση όσο και τις συνθήκες υπό τις οποίες έδωσε την κατάθεση της, Έγγραφο 3. Με απόλυτα πειστικό τρόπο διευκρίνισε, όταν ρωτήθηκε, ότι, κατά τη λήψη της κατάθεσης της στα γραφεία της Κυριάκου Μάτση, δεν ήταν παρών ο Δημόσιος Κατήγορος κ. Θανάσης. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε. 4 Ο Μ.Ε.4 δεν άφησε το Δικαστήριο με θετικές εντυπώσεις. Ήταν εμφανής η προσπάθεια του, για λόγους που αφορούν τον ίδιο, να πει όσα λιγότερα μπορούσε σε σχέση με την εμπλοκή του στην παρούσα υπόθεση υπό την ιδιότητα του Σταθμάρχη. Σε αρκετές ερωτήσεις απαντούσε με γενικόλογο και αόριστο τρόπο αποφεύγοντας να δίδει ξεκάθαρες και σαφείς απαντήσεις. Τεθείς, ωστόσο, αντιμέτωπος με το δικό του σημείωμα και με σχετικές καταχωρήσεις στο Ημερολόγιο Ενεργείας στο Αστυνομικό φάκελο της υπόθεσης εναντίον του XXXXX Χατζηαργυρού μη έχοντας, προφανώς, άλλη επιλογή αναγκάστηκε να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις και διευκρινήσεις σε ζητήματα για τα οποία προηγουμένως ουσιαστικά απέφευγε να τοποθετηθεί ξεκάθαρα. Θα δώσω κάποια παραδείγματα. Κληθείς να αναφέρει την εισήγηση που είχε κάνει στην υπόθεση αυτή ανέφερε ότι ο ίδιος είχε εισηγηθεί μη ποινική δίωξη και η υπόθεση να αρχειοθετηθεί γιατί, όπως το έθεσε, έκρινε ότι το συγκεκριμένο άτομο δεν έχρηζε ποινικής δίωξης. Παρέπεμψε δε στο σημείωμα του αρ.17 στο οποίο είχε καταγράψει τα εξής: «Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι ένας άνθρωπος με τέτοια προσφορά στα κυνηγετικά πράγματα είναι δυνατόν να χρησιμοποίησε οποιαδήποτε παράνομη μέθοδο προκειμένου να προμηθευτεί τα θηράματα και να έχει στο σπίτι του, η αξία των οποίων είναι ευτελής έναντι τουλάχιστον της οικονομικής προσφοράς του». Πριν να αναφέρει, ωστόσο, τα πιο πάνω προηγήθηκε σειρά ερωτήσεων στις οποίες έδιδε γενικές και αόριστες απαντήσεις περιοριζόμενος στα όσα καταγράφονταν στο σημείωμα του. Συγκεκριμένα αφού ανέφερε ότι η εισήγηση του ήταν να αρχειοθετηθεί ο φάκελος της υπόθεσης, ερωτηθείς στη συνέχεια να πει το λόγο που είχε προβεί σε τέτοια εισήγηση, αδυνατώντας να δώσει ο ίδιος το σκεπτικό αυτής της εισήγησης, παρέπεμψε εκ νέου στο σημείωμα του. Κληθείς στη συνέχεια να πει από μόνος του την ουσία, βασικά, του σκεπτικού του απάντησε λέγοντας ότι το συγκεκριμένο άτομο δεν έχρηζε ποινικής δίωξης Ερωτηθείς να πει τί έγγραφα είχε τότε ο φάκελος κατά τη διερεύνηση και τι μαρτυρία είχε υπόψη του στη βάση της οποίας προέβη σε αυτή την εισήγηση απάντησε ότι δεν θυμόταν. Δέχτηκε, ωστόσο, ότι πριν γράψει το σημείωμα του αρ.17 υπήρχαν όλα τα έγγραφα που καταγράφονται στο Ημερολόγιο Ενεργείας με αρ. καταχώρησης 2, 3, 4, 5, 6 μέχρι 12. Αναφορικά με την Έκθεση Καλλικά, που αφορούσε μαρτυρία ειδικού για ηχοπαραγωγική συσκευή, είπε ότι πρέπει να υπήρχε στο φάκελο. Δέχτηκε ότι η αναφορά του στο Σημείωμα «Τα αναφερόμενα τεκμήρια εξετάστηκαν από το Κυβερνητικό Κτηνιατρείο και το Τμήμα Δ αντίστοιχα και διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για άγρια πτηνά, κουνέλια, λαγούς και μηρυκαστικά αγνώστου είδους» αφορούσε την Έκθεση Κτηνιατρικών υπηρεσιών, Τεκμήριο 18. Ερωτηθείς αν στο Σημείωμα του αντικατοπτρίζεται αυτό που περιείχετο στο Τεκμήριο 18 ή αν υπήρχαν και άλλα σημεία που δεν τα κατέγραψε, αρχικά απάντησε ότι δεν υπάρχει λόγος να μην τα κατέγραψε. Κληθείς να το δει και να απαντήσει ζήτησε να του υποβληθεί ξανά η ερώτηση. Ερωτούμενος στη συνέχεια από το Δικαστήριο αν το Σημείωμα του αντικατοπτρίζει το περιεχόμενο του Τεκμήριο 18 και συγκεκριμένα ότι από την εξέταση που έγινε από το Κυβερνητικό Κτηνιατρείο διεπιστώθη ότι επρόκειτο για άγρια πτηνά, κουνέλια, λαγούς και μηρυκαστικά αγνώστου είδους, απάντησε ότι έτσι φαίνεται στην Έκθεση. Σε ερώτηση αν υπάρχει κάτι άλλο πέραν αυτών, απάντησε αρνητικά. Δέχτηκε, ωστόσο, ότι στο Σημείωμα του δεν αναφέρθηκε ότι οι διαπιστώσεις του Εμπειρογνώμονα αφορούσαν συγκεκριμένα ευρήματα συμβατά συλλήψεως με συρματοπαγίδα. Στην ερώτηση αν η αναφορά του λέγοντας ότι επρόκειτο για άγρια πτηνά, κουνέλια λαγούς και μηρυκαστικά αγνώστου είδους ήταν πλήρης με βάση την Έκθεση του Κτηνιατρικού Λειτουργού, απάντησε ότι είχε βάλει την ουσία του πορίσματος του Κτηνιατρικού λειτουργού. Στην επόμενη ερώτηση γιατί δεν είχε κατονομάσει ότι επρόκειτο για 84 αμπελοπούλια, χωρίς να εξηγά, απάντησε «άγρια πτηνά, αμπελοπούλια». Ερωτηθείς εκ νέου κατά πόσο όφειλε να καταγράψει ως Σταθμάρχης της υπόθεσης ότι από την Έκθεση του Κτηνιατρικού Λειτουργού προέκυπτε ότι κάποια από αυτά που είχαν βρεθεί στην κατοχή του Ενάγοντα ήταν και 84 αμπελοπούλια, χωρίς πάλι να απαντά, ανέφερε ότι έγραψε «άγρια πτηνά». Ερωτηθείς γιατί δεν αναφέρθηκε στα αμπελοπούλια που ήταν παράνομα θηράματα, χωρίς να εξηγά, απάντησε ότι το κατέγραψε για να καταλήξει, ωστόσο, στο τέλος και αφού του υπεβλήθηκαν και άλλες ερωτήσεις για το ζήτημα αυτό να πει ότι η αναφορά του ήταν σε σχέση με τα άγρια πτηνά. Σε ερώτηση κατά πόσο δεν ήταν ουσιαστικό να προσθέσει στο Σημείωμα του εκεί που αναφέρθηκε σε άγρια πτηνά να πει ότι ήταν αμπελοπούλια που ήταν απαγορευμένο θήραμα, όπως και το ότι για το κρέας εκκρεμούσε εξέταση σε επίπεδο DNA - δύο θέματα τα οποία είχαν προκύψει από την έρευνα - απάντησε ότι δεν τα ανέφερε διότι σε εκείνο το στάδιο δεν το θεώρησε απαραίτητο. Παρατίθεται πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά το οποίο είναι, κατά τη γνώμη μου, ενδεικτικό του τρόπου που ο Μ.Ε.4 απαντούσε: «Ε... Δεν ήταν ουσιαστικό να προσθέσετε εδώ ότι στα άγρια πτηνά ήταν τα αμπελοπούλια που ήταν απαγορευμένο θήραμα, ότι για το οποίο έδωσε ο ίδιος κατάθεση, ότι για το κρέας εκκρεμούσε εξέταση του περαιτέρω; Δεν έπρεπε να το εξετάσετε; Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Εάν ήταν ουσιαστικά αυτά τα θέματα για να τα είχατε περιλάβει στο σημείωμα σας. Μάρτυρας: Στο σημείωμα έχουν περιληφθεί μόνον άγρια πτηνά και λαγούς ‑‑ Δικαστήριο: Σας ρωτά ειδικά με αυτά τα δύο ζητήματα. Αφενός το ζήτημα ότι υπήρχαν και 84 αμπελοπούλια και αφετέρου ότι υπήρχε ακόμα ένα θέμα περαιτέρω διερεύνησης σε επίπεδο DNA κομματιού κρέατος και σας ρωτά αυτά τα δύο θέματα που είχαν προκύψει από την έρευνα, κατά πόσο κατ' εσάς ήταν ή δεν ήταν σημαντικό να τα είχατε συμπεριλάβει στο σημείωμα σας. Αυτό είναι το ερώτημα. Μάρτυρας: Μάλιστα. Δεν το ανάφερα διότι δεν το θεώρησα απαραίτητο στο παρόν στάδιο.» Στην ερώτηση αν αυτό που στο τέλος εισηγήθηκε ήταν στη βάση ενός Σημειώματος που ήταν ελλιπές, απάντησε ότι στο Σημείωμα του δεν μπήκε σε λεπτομέρειες. Στην υποβολή ότι είχε τεράστια ευθύνη ως Σταθμάρχης και ως άτομο που χειρίζετο την υπόθεση να προβεί σε ένα ουσιαστικό Σημείωμα όπου να φαίνεται όλη η μαρτυρία που είχε κατατεθεί και η οποία αποκάλυπτε τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων, πράγμα που δεν έπραξε, αποφεύγοντας εκ νέου να δώσει άμεση και επί του προκειμένου απάντηση, περιορίστηκε να αναφέρει ότι ό,τι έκρινε σωστό το έπραξε μέχρι την 1/12 που ο φάκελος έφυγε από κοντά του. Τελικά και σε αντίθεση με τα όσα προσπάθησε στην αρχή να προωθήσει συμφώνησε με την υποβολή ότι η συγκεκριμένη περίπτωση καθόλου δεν ενέπιπτε στην κατηγορία ΜΑΦΥ αποδεχόμενος στη συνέχεια ότι μπορεί να υπήρχαν ατέλειες στο φάκελο. Για να προσθέσει, ωστόσο, αμέσως μετά, προφανώς σε μια προσπάθεια να δικαιολογήσει τις ενέργειες του, ότι ο φάκελος, ενώ μπορεί να μην ήταν ολοκληρωμένος και ενώ μπορεί να υπήρχαν καταθέσεις που έπρεπε να ληφθούν, είχε ζητηθεί άμεσα από το Αρχηγείο της Αστυνομίας και ακολούθως επιστράφηκε με οδηγίες να αρχειοθετηθεί. Στην ερώτηση κατά πόσο για τον ίδιο δεν στοιχειοθετείτο αδίκημα κατοχής αμπελοπουλιών από την αναφορά του Ενάγοντα στην κατάθεση του ότι τα 84 αμπελοπούλια που κατασχέθηκαν από το σπίτι του τού τα έδωσε κάποιος φίλος του, χωρίς πάλι να απαντά επί του προκειμένου, ανέφερε, υπεκφεύγοντας, ότι το έβαλε στην κατάθεση του, ότι δηλαδή παρελήφθησαν στην οικία του τεκμήρια. Στην ερώτηση αν το στοιχείο της κατοχής των αμπελοπουλιών και της συσκευής ήχου από μόνα τους θα μπορούσαν να τον οδηγήσουν σε εισήγηση ότι στοιχειοθετείτο υπόθεση ποινικής φύσεως, αποφεύγοντας στην αρχή να δώσει απάντηση, περιορίστηκε να πει ότι είχε συμπεριλάβει την αναφορά ότι αυτά είχαν παραληφθεί από την οικία του Ενάγοντα. Ερωτηθείς εκ νέου πλέον από το Δικαστήριο για να ξεκαθαρίσει την απάντηση του, αναιρώντας στην ουσία όλα όσα προηγουμένως είχε προσπαθήσει να προωθήσει, απάντησε «στοιχειοθετείται». (σελ.58). Ερωτηθείς ξανά αν στοιχειοθετείτο (υπόθεση) απάντησε καταφατικά, λέγοντας ότι «Εξ ου και έβαλα ότι ανευρέθηκαν» (σελ.59) Το πιο κάτω απόσπασμα από τα πρακτικά είναι ενδεικτικό της ποιότητας της μαρτυρία του: E. Μόνο και μόνο ότι ο ίδιος είπε στην κατάθεση του ότι τα 84 αμπελοπούλια που κατασχέθηκαν από το σπίτι του, του τα έδωσε κάποιος φίλος του, κατ' εσάς δεν στοιχειοθετείτο τότε το αδίκημα της κατοχής των παράνομων αμπελοπουλιών; A. Το έβαλα στην κατάθεση του. E. Πού το βάλατε; A. Το έβαλα στην κατάθεση. E. Μόνο και μόνο η αναφορά στην κατάθεση του ότι τα 84 αμπελοπούλια και τη συσκευή του τα έδωσαν τρίτοι; Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Αυτό σας ρωτά, εάν ήταν αρκετό από μόνο του να στοιχειοθετήσει υπόθεση από μόνο του. Μάρτυρας: Έβαλα ότι παρελήφθησαν στην οικία του Τεκμήρια. Δικαστήριο: Όχι, σας ρωτά εάν αυτό το στοιχείο της κατοχής αυτών των αμπελοπουλιών και της συσκευής ήχου, από μόνα τους αυτά τα στοιχεία θα μπορούσαν να οδηγήσουν την εισήγηση σας ότι στοιχειοθετείτο υπόθεση ποινικής φύσεως, αυτό είναι το ερώτημα. Μάρτυρας: Στοιχειοθετείται. Η κυρία Παπαμιλτιάδους συνεχίζει. E. Στοιχειοθετείται; A. Μάλιστα, εξου και έβαλα ότι ανευρέθηκαν. Ενώ προσπάθησε στην αρχή να παρουσιάσει ότι ο ανακριτής της υπόθεσης δεν είχε κάνει εισήγηση και ότι δεν είχε γράψει για ποινική δίωξη στη συνέχεια και αφού του τέθηκε ευθέως η σχετική αναφορά δέχτηκε ότι ο ανακριτής είχε στείλει το φάκελο προς Υπ. Αξιωματικό Αγίου Δομετίου με σχετικό σημείωμα που έχει ως εξής: «Ο παρόν φάκελος αφορά παράνομη κατοχή φονευμένου θηράματος καθώς επίσης και συσκευής αναπαραγωγής ήχου που προσομοιάζουν με ήχους πτηνών και σας διαβιβάζεται για μελέτη και οδηγίες ως προς περαιτέρω χειρισμό» (σελ.54) Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του Μ.Ε.4 στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του όλου τρόπου που κατέθετε αλλά ταυτόχρονα και την αδυναμία του να δώσει πειστικές και λογικές απαντήσεις σε καίρια και εύλογα ερωτήματα που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση, είναι η κρίση μου ότι για λόγους που αφορούν τον ίδιο δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει με πειστικότητα τις δικές ενέργειες αναφορικά με την αρχειοθέτηση της υπόθεσης ως «Μη Αστυνομικής Φύσεως Υπόθεση» και για την εισήγηση για μη άσκηση ποινικής δίωξης. Με δυο λόγια δεν έπεισε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο που εξέτασε την υπόθεση και είχε ετοιμάσει το σημείωμα του δεν υπήρχε επαρκής μαρτυρία για σκοπούς δίωξης του Ενάγοντα. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Υ.1 Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 λέω εξαρχής ότι έκανε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ο εν λόγω μάρτυρας περιέγραψε με σαφήνεια και θετικότητα τη δική του εμπλοκή στην παρούσα υπόθεση όντας κατά τον επίδικο χρόνο Ανώτερος Υπαστυνόμος και Υπεύθυνος Πόλεως και Προαστείων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λευκωσίας και το πρόσωπο στο οποίο ανατέθη από τον τότε Αρχηγό της Αστυνομίας η διερεύνηση της υπόθεσης εναντίον του τότε Κατηγορούμενου και νυν Ενάγοντα. Ήταν απόλυτα κατηγορηματικός στη θέση του ότι στην εν λόγω υπόθεση υπήρχαν λάθη και παραλείψεις καθώς και προσπάθεια να κλείσει και να ταξινομηθεί ως Μη Αστυνομικής Φύσεως Υπόθεση (ΜΑΦΥ). Με πλήρως επεξηγηματικό τρόπο ανέδειξε τους λόγους που συνηγορούσαν στις πιο πάνω διαπιστώσεις του παραπέμποντας παράλληλα τόσο στο περιεχόμενο της Συνοπτικής του Έκθεσης ημερ. 30/9/2009 την οποία είχε ετοιμάσει και στην οποία είχε εισηγηθεί την ποινική δίωξη του Ενάγοντα και της οποίας το περιεχόμενο υιοθέτησε πλήρως ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, όσο και σε σχετικές καταχωρήσεις στο Ημερολόγιο Ενεργείας του Φακέλου της υπόθεσης (υπ. αρ. 26[5], 42[6], 43[7], 47[8] και 49-74). Στην αντεξέταση του ο Μ.Υ.1 παρέμεινε αταλάντευτα σταθερός και συνεπής στην εκδοχή του. Κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν κλονίστηκε ένεκα της αντεξέτασης. Αντίθετα κατά το στάδιο αυτό με άνεση και φυσικότητα έδωσε αποστομωτικές και πειστικές απαντήσεις σε σωρεία ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν. Θα δώσω κάποια παραδείγματα. Σε ερωτήσεις πως είχε τύχει να καταγράψει τα τεκμήρια της υπόθεσης όπως π.χ. το ΔΟΚΟ αφού δεν ήξερε που ήταν, ο Μ.Υ.1 με αποστομωτικό τρόπο απάντησε ότι είχε αντλήσει πληροφόρηση από τον φάκελο της υπόθεσης διευκρινίζοντας παράλληλα ότι το ΔΟΚΟ ήταν ένα από τα τεκμήρια που παρελήφθηκε από την οικία του Ενάγοντα την ημέρα της έρευνας την 1/11/08. Στην ερώτηση πως είχε καταγράψει τα τεκμήρια αφού ο ίδιος δεν τα είχε δει απάντησε με άνεση λέγοντας το αυτονόητο ότι ο φάκελος ήταν γεμάτος με επιστολές και μηνύματα τα οποία κατέγραφαν τι βρέθηκε στην οικία του Ενάγοντα. Κληθείς να απαντήσει την ίδια ερώτηση σε σχέση με τα 84 αμπελοπούλια που αναφέρει στη Συνοπτική του Έκθεση και το πώς ήταν σε θέση να καταγράψει το είδος των εν λόγω τεκμηρίων, χωρίς καμία δυσκολία παρέπεμψε στις μαρτυρίες των Αστυνομικών και της Υπηρεσίας Θήρας που έκανε έρευνα στο σπίτι του Κατηγορούμενου και οι οποίοι τα είχαν καταγράψει καθώς και στις καταθέσεις των Κτηνιατρικών Λειτουργών που είχαν εξετάσει τα θηράματα. Κατά την αντεξέταση ο συνήγορος του Ενάγοντα επιδίωξε επιμόνως μέσω ερωτήσεων που υπέβαλε στον Μ.Υ.1 που αφορούσαν ευρήματα του Δικαστηρίου στην ποινική δίκη σε συνάρτηση με τις ενέργειες του μάρτυρα να δείξει ότι η κατηγορία για την παράνομη κατοχή ΔΟΚΟ ήταν ουσιαστικά αβάσιμη. Και τούτο, προφανώς, στην προσπάθεια του προσβάλλοντας την ορθότητα των εισηγήσεων του στη Συνοπτική Έκθεση που ετοίμασε να προσβάλει κατ΄επέκταση και την αξιοπιστία του Μ.Υ.1. Ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι δεν ήταν του μάρτυρα αρμοδιότητα να απαντήσει γιατί είχε απορριφθεί από το Δικαστήριο η κατηγορία της παράνομης κατοχής ΔΟΚΟ, ο Μ.Υ.1 με απόλυτα κατατοπιστικό τρόπο αναφέρθηκε σε αυτό που τον αφορούσε, ήτοι το τι στοιχεία και τι μαρτυρία είχε ο ίδιος ενώπιον του όταν διερευνούσε την υπόθεση παραπέμποντας σχετικά και στην Συνοπτική του Έκθεση. Κατά τον ίδιο τρόπο έγινε προσπάθεια από το συνήγορο του Ενάγοντα να εκμαιεύσει από τον μάρτυρα μαρτυρία που ενδεχομένως να είχε προσκομισθεί ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου για να αμφισβητήσει την αναφορά του περί ύπαρξης 84 αμπελοπουλιών στην κατοχή του Ενάγοντα. Επαναλαμβάνω. Το ζήτημα που αφορούσε το μάρτυρα, ο οποίος ήταν το άτομο στο οποίο ανατέθηκε η συνέχιση της διερεύνησης της υπόθεσης, δεν ήταν το είχε γίνει στο ποινικό Δικαστήριο αλλά το τι στοιχεία και μαρτυρία υπήρχε ενώπιον του κατά το στάδιο της διερεύνησης της υπόθεσης. Και σε σχέση με αυτό, που ήταν και το αντικείμενο της μαρτυρίας του αλλά και το ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση, δεν υπήρξε, κατ΄ουσίαν, οποιαδήποτε αμφισβήτηση κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Ανεξάρτητα τούτου ο Μ.Υ.1 παρέμεινε αταλάντευτα σταθερός και συνεπής στην μαρτυρία του η οποία σε κανένα σημείο δεν διαφοροποιήθηκε, ούτε κλονίστηκε. Επιπλέον επισημαίνεται ότι πλείστα όσα κατέθεσε ο Μ.Υ.1 επιβεβαιώνονται και από σχετικές καταχωρήσεις στο Ημερολόγιο Ενεργείας, Τεκμήριο 19. Η ειλικρίνεια του Μ.Υ.1 φαίνεται και από το γεγονός ότι δεν είχε κανένα πρόβλημα να πει ότι ο Ενάγων δεν είχε καμία απολύτως ευθύνη για τα λάθη και τις παραλείψεις της Αστυνομίας σχετικά με τη διερεύνηση και τον χειρισμό της ποινικής υπόθεσης και με την καταστροφή των Τεκμηρίων που τον αφορούσε παραδεχόμενος ότι αυτές βάραιναν την Αστυνομία και τις ανακριτικές αρχές. Αξιολογώντας με προσοχή τη μαρτυρία του στο σύνολο της, τις απαντήσεις που έδιδε και την εν γένει συμπεριφορά του από τη θέση του μάρτυρα, λέω απερίφραστα ότι μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Δεν έχω καμία, επομένως, αμφιβολία ότι ήλθε στο Δικαστήριο να καταθέσει και κατέθεσε αυτά που ο ίδιος γνώριζε σε σχέση με την παρούσα υπόθεση τόσο σε σχέση με τις παραλείψεις και τα λάθη που είχαν παρατηρηθεί αναφορικά με τη διερεύνηση της υπόθεσης όσο και σε σχέση με το μαρτυρικό υλικό που υπήρχε και επί του οποίου στήριξε την εισήγηση του για ποινική δίωξη του Ενάγοντα. Επισημαίνεται ότι ο Μ.Υ.1 παραπέμποντας τόσο στη Συνοπτική του Έκθεση (Τεκμήριο 20) όσο και στο σημείωμα του στο Ημερολόγιο Ενεργείας υπ.αρ. 74 εξέφρασε, κατά την κρίση μου, εντίμως τη θέση του ότι, παρά τις ελλείψεις, λάθη και παραλείψεις που η υπόθεση παρουσίαζε, η υπάρχουσα εναντίον του Ενάγοντα μαρτυρία ήταν ικανοποιητική εξ ού και προέβη στην εισήγηση για την ποινική του δίωξη. Ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία του εξ' ολοκλήρου και, ως επακόλουθο, την εκδοχή του πάνω στα αμφισβητούμενα γεγονότα. Ευρήματα Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης προκύπτουν τα ακόλουθα ευρήματα: · Στις 19/1/2010 ο Ενάγων κατηγορήθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην υπόθεση υπ΄ αρ. 21624/09 ότι διέπραξε την 1/11/2008 τα ακόλουθα αδικήματα: i. Κατοχή πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ, δηλαδή το ΔΟΚΟ μάρκας «Midland» με αρ. κατασκευής 72048, χωρίς να είναι κάτοχος άδειας κατοχής από τον Αρχηγό Αστυνομίας (1η κατηγορία). ii. Κατοχή άγριων πτηνών των οποίων η θήρα και η σύλληψη απαγορεύεται, δηλαδή 84 αμπελοπούλια (2η κατηγορία). iii. Κατοχή φονευμένου θηράματος κατά τη διάρκεια κλειστής περιόδου για το κυνήγι, δηλαδή πέντε λαγούς (3η κατηγορία). iv. Κατοχή αγρινού, ήτοι τεμαχισμένου κρέατος αγρινού (4η κατηγορία). v. Κατοχή απαγορευμένων μέσων θήρας, δηλαδή μία ηχοπαραγωγική συσκευή μάρκας "Multisound" με μιμητικές φωνές αγρίων πτηνών χωρίς να είναι κάτοχος άδειας από τον Υπουργό (5η κατηγορία). · Στην πιο πάνω υπόθεση, αφού προηγήθηκε από τον Ενάγοντα μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες, η υπόθεση εκδικάστηκε και με Απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 9/12/2011 ο Ενάγοντας αθωώθηκε σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε (Τεκμήριο 1). Της αθωωτικής Απόφασης προηγήθηκε η κλήση του Ενάγοντα σε απολογία σε 4 από τις 5 κατηγορίες που αντιμετώπιζε. · Την 1/11/2008 κατόπιν δικαστικού Εντάλματος Ερεύνης ημερ. 31/10/2008 διενεργήθηκε έρευνα στο σπίτι του Ενάγοντα, όπου στην παρουσία του ανευρέθηκαν και κατασχέθηκαν ως τεκμήρια τα ακόλουθα: (
- i)ΔΟΚΟ μάρκας Midland (Tεκμήριο 5) (
- ii)Εφτά λαγοί. (iii) 70 άγρια πτηνά. (
- iv)84 αμπελοπούλια. (
- v)Κομμάτια κρέας συσκευασμένο. (
- vi)Μια ηχοπαραγωγική συσκευή. · Το θήραμα εξετάστηκε από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες και συγκεκριμένα τον Κτηνιατρικό Λειτουργό Ιωάννη Ιωάννου, ο οποίος και ετοίμασε σχετική Έκθεση. Στην Έκθεση του εξηγείται ο τρόπος θανάτωσης του θηράματος και επιπρόσθετα αναφέρεται ότι από το συσκευασμένο κρέας που βρέθηκε κρατήθηκε δείγμα ιστών για διεξαγωγή ελέγχου DNA για προσδιορισμό του είδους (Τεκμήριο 18). · Ο Κτηνιατρικός Λειτουργός XXXXX Ιωάννου με επιστολή του προς τον Αρχηγό Αστυνομίας τον πληροφόρησε ότι τα ανευρεθέντα τεμάχια κρέατος εξετάστηκαν από τον Dr XXXXX Parpanera του Πανεπιστημίου Πίζας Ιταλίας και διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για Κυπριακό αγρινό (Τεκμήριο 18). · Τον Σεπτέμβριο του 2009 ανατέθηκε στον Μ.Υ.1 από τον τότε Αρχηγό της Αστυνομίας η πλήρης διερεύνηση ποινικής υπόθεσης η οποία αφορούσε τα αδικήματα που αναφέρθηκαν ανωτέρω και στρέφετο εναντίον του Ενάγοντα. Μελετώντας ο Μ.Υ.1 την υπόθεση εντόπισε διάφορες παραλείψεις και λάθη καθώς και προσπάθεια η υπόθεση να κλείσει και να ταξινομηθεί ως Μη Αστυνομικής Φύσεως Υπόθεση (ΜΑΦΥ). Συγκεκριμένα διαπίστωσε ότι η υπόθεση δεν είχε καταχωρηθεί στο Μητρώο Εγκλημάτων του Σταθμού, τα Τεκμήρια δεν είχαν καταχωρηθεί στο Βιβλίο Τεκμηρίων και δεν είχαν φωτογραφηθεί. Στο πλαίσιο της διερεύνησης που ο Μ.Υ.1 διενήργησε προέβη σε διάφορες ενέργειες ως τα σημειώματα του στο Ημερολόγιο Ενεργείας με αρ. 49 - 74 (Τεκμήριο 19). · Στις 23/9/2009 ο Μ.Υ.1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον τότε κατηγορούμενο και ενάγοντα στην παρούσα υπόθεση. · Την ίδια ημέρα ο Μ.Υ.1 κατηγόρησε γραπτώς τον τότε κατηγορούμενο και Ενάγοντα στην παρούσα υπόθεση για όλες τις κατηγορίες και ο Ενάγων δεν παραδέχτηκε οποιαδήποτε από αυτές. · Στις 30/9/2009 ο Μ.Υ.1 ετοίμασε τη Συνοπτική του Έκθεση στην οποία, αφού κατέγραψε και περιέγραψε τη διαθέσιμη μαρτυρία, εισηγήθηκε, παρά τις ελλείψεις που παρουσίαζε η υπόθεση, την ποινική δίωξη του Ενάγοντα. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με το Άρθρο 32 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148: «Κακόβουλη δίωξη συνίσταται στην πραγματική, κακόβουλη και χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία έναρξη ή συνέχιση ανεπιτυχούς ποινικής, πτωχευτικής ή για διάλυση εταιρείας διαδικασίας κατά άλλου προσώπου, αν η διαδικασία αυτή - (α) προκάλεσε σκάνδαλο για την πίστη ή την υπόληψη του προσώπου αυτού ή πιθανή απώλεια της ελευθερίας του και (β) κατέληξε, αν στην πραγματικότητα μπορούσε με τον τρόπο αυτό να καταλήξει, υπέρ του προσώπου αυτού: Νοείται ότι καμία αγωγή για κακόβουλη δίωξη δεν εγείρεται κατά οποιουδήποτε προσώπου για μόνο το λόγο ότι το πρόσωπο αυτό παρείχε πληροφορίες σε κάποια αρμόδια αρχή η οποία και άρχισε οποιαδήποτε διαδικασία.» Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου «Κεφάλαιο 148 ΑΣΤΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ Δίκαιο και Αποφάσεις», Τόμος 1, σελ. 105: «Το αδίκημα της κακόβουλης δίωξης (malicious prosecution) αποτελεί την πιο συνηθισμένη μορφή αδικήματος κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας με σκοπό πρόκληση ζημιάς σε άλλο.» Στην υπόθεση Μόδεστος Πίτσιλλος v. Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ 268[9] τέθηκαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ως εξής:
(1)Έναρξη ποινικής δίωξης εναντίον του ενάγοντα.
(2)Λήξη της ποινικής δίωξης υπέρ του ενάγοντα.
(3)Έλλειψη εύλογης και πιθανής αιτίας.
(4)Κακοβουλία.
(5)Ζημιά στον ενάγοντα συνεπεία της δίωξης. Επισημαίνεται εδώ ότι το βάρος που φέρει ο Ενάγοντας να αποδείξει την υπόθεση του σε υπόθεση κακόβουλης δίωξης, είναι τεράστιο. Τούτο γιατί ιστορικά τα Δικαστήρια δεν ήθελαν να αποθαρρύνουν την ποινική δίωξη υπόπτων εγκληματιών. Σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της έλλειψης εύλογης και πιθανής αιτίας κριτήριο αποτελεί, μεταξύ άλλων, και το κατά πόσο, με βάση τα γεγονότα ο Εναγόμενος πίστευε ειλικρινά στην ενοχή του Ενάγοντα όταν προέβαινε στην καταγγελία και είχε βάσιμους λόγους να πιστεύει σ' αυτή. Στην αγγλική υπόθεση Herniman v. Smith
(1938)1 All E.R 1 στη σελ. 8 η Βουλή των Λόρδων υιοθέτησε τον πιο κάτω ορισμό της εύλογης και πιθανής αιτίας: "An honest belief in the guilt of the accused based upon a full conviction, founded upon reasonable grounds, of the existence of a state of circumstances which, assuming them to be true, would reasonably lead an ordinarily prudent and cautious man, placed in the position of the accuser, to the conclusion that the person charged was probably guilty of the crime imputed." Για να επιτύχει ο Ενάγοντας στο στοιχείο αυτό θα πρέπει να αποδείξει: (α) Ότι ο Εναγόμενος δεν πίστευε ότι ο Ενάγοντας πιθανώς (probably) να είναι ένοχος της κατηγορίας. Θα πρέπει δε ο Ενάγοντας να προσκομίσει μαρτυρία για κάποια γεγονότα επί των οποίων θα μπορούσε να συναχθεί ότι ο Εναγόμενος δεν πίστευε στην ενοχή του. (β) Ότι ένα μέσο, συνετό και προσεκτικό (ordinary prudent and cautious) άτομο δεν θα κατέληγε υπό των φως των γεγονότων που ειλικρινά πίστευε ότι ο Ενάγοντας ήταν πιθανώς ένοχος. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα ΑΣΤΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ Δίκαιο και Αποφάσεις Τόμος 2, των κ. κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου στη σελ. 106 αναφορικά με την ερμηνεία του όρου «εύλογη και πιθανή αιτία»: «Χωρίς "εύλογη και πιθανή αιτία". Ο όρος «εύλογη και πιθανή αιτία» σημαίνει έντιμη πεποίθηση βασισμένη σε εύλογη βάση ότι ο Ενάγων ήταν πιθανόν ένοχος του ποινικού αδικήματος για το οποίο διώχθηκε, και αυτό δεν εξυπακούει ότι ο Εναγόμενος πίστευε ότι ο Ενάγων πιθανώς να καταδικαζόταν. Δύο είναι τα αναγκαία στοιχεία: η πραγματική ύπαρξη εύλογης πιθανής αιτίας, και η γνήσια πεποίθηση ότι ο Ενάγων ήταν πιθανώς ένοχος. Η έλλειψη του πρώτου στοιχείου καθιστά το δεύτερο ανεπαρκές. Το βάρος απόδειξης έλλειψης εύλογης και πιθανής αιτίας φέρει ο Ενάγων.» Επιπλέον, ο Ενάγων θα πρέπει να αποδείξει κακοβουλία εκ μέρους του Εναγομένου. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Πίτσιλλος ν. Κυπριακή Δημοκρατία
(1994)1 Α.Α.Δ 268, κακόβουλη ποινική δίωξη είναι αυτή που γίνεται πρώτιστα για εξυπηρέτηση σκοπού άλλου από την προσαγωγή παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης. Η κακοβουλία περιέχει το στοιχείο του ελατηρίου για ποινική δίωξη Ενάγοντα, όταν δεν υπάρχει έντιμη και εύλογη πίστη στην ύπαρξη πιθανής αιτίας. Η κακοβουλία υπάρχει όταν αποδειχθεί ότι η κύρια επιθυμία κατήγορου δεν είναι η προσαγωγή παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης. Να επισημάνω ότι η κακόβουλη πρόθεση και η έλλειψη εύλογης και πιθανής αιτίας είναι ξεχωριστά στοιχεία που πρέπει να συνυπάρχουν Μαρτυρία η οποία αποδεικνύει εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την ύπαρξη εύλογης και πιθανής αιτίας για την έναρξη ποινικής διαδικασίας. Δεν απαιτείται η ύπαρξη τέτοιας μαρτυρίας που να διασφαλίζει την καταδίκη, αλλά ούτε και πλήρης αξιολόγηση της υπεράσπισης του κατηγορούμενου και η κρίση της αξιοπιστίας του[10]. Στην Αγγλική απόφαση της βουλής των Λόρδων Martin v. Watson
(1995)All E.R. 559, 652, εκτίθενται οι πιο πάνω αρχές στο ακόλουθο απόσπασμα: "It is common ground that the ingredients of the tort of malicious prosecution are correctly stated in Clerk and Lindsell on Torts (16th edn, 1989) p1042 para 19-05: 'In an action of malicious prosecution the plaintiff must show first that he was prosecuted by the defendant, that is to say, that the law was set in motion against him on a criminal charge; secondly, that the prosecution was determined in his favour; thirdly, that it was without reasonable and probable cause; fourthly, that it was malicious. The onus of proving every one of these is on the plaintiff." Στο Σύγγραμμα Winfield and Jolowicz on Tort, 16η έκδοση, Thomson, Sweet and Maxwell, 2002, παρα. 19.1. αναφέρονται τα εξής: "Liability for malicious prosecution has always had to steer a path between two competing principles-on the one hand the freedom of action that everyone should have to set the law in motion and to bring criminals to justice and on the other hand the necessity to check lying accusations against innocent people. There is a general no duty of care in negligence in relation to the initiation or conduct of prosecutions and the burden which has to be undertaken by the claimant in a case of malicious prosecution is a heavy one, so heavy that no honest prosecutor is likely to deterred from doing his duty." Κακόβουλη πρόθεση του κατηγόρου υφίσταται όταν το κίνητρό του είναι παράνομο ή ανεπίτρεπτο ή, εν πάση περιπτώσει, είναι άλλο από την έντιμη και γνήσια επιθυμία για την τιμωρία του αδικοπραγήσαντος και την προάσπιση του δικαίου. Ο θυμός ή η αγανάκτηση δεν συνιστούν κακοβουλία. Ούτε η εχθρότητα ούτε το πείσμα ούτε η μοχθηρία, αφ' εαυτών, συνιστούν κακοβουλία. Η κακοβουλία προϋποθέτει την ύπαρξη ενός απρεπούς, ανάρμοστου κινήτρου («Not only spite or ill-will but also improper motive»: Gibbs v. Rea
(1998)A.C. 797)[11]. Εύλογη και πιθανή αιτία για την δίωξη συγκεκριμένου προσώπου υφίσταται όταν ο κατήγορος, βασιζόμενος σε συγκεκριμένους λόγους, εντίμως πιστεύει ότι ο ενάγων ευθύνεται για την συγκεκριμένη αδικοπραξία. Δεν απαιτείται από τον κατήγορο να είναι πεπεισμένος για τη βέβαιη καταδίκη του ενάγοντος και ούτε απαιτείται από αυτόν να έχει προβεί σε εξονυχιστική διερεύνηση της υπεράσπισης. Αρκεί η πεποίθηση του κατηγόρου ότι η υπόθεση εναντίον του ενάγοντος είναι κατάλληλη για να εκδικαστεί[12]. Στην απόφαση Glinski v. Mclever
(1962)A.C. 726, 766-767 λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «(Reasonable and probable cause) means that there must be cause (that is, sufficient grounds.) for thinking that the plaintiff was probably guilty of the crime imputed:.. This does note mean that the prosecutor has to believe in the probability of conviction:.The prosecutor has not got to test the full strength of the defence, he is concerned only with the question of whether there is a case fit to be tried the prosecutor must believe that the probability of the accused's guilt is such that upon general grounds of justice a charge against him is warranted'.» Τέλος, η κακόβουλη δίωξη προκαλεί ζημιά στον ενάγοντα όταν αυτή θίγει την καλή φήμη και την υπόληψή του ή θέτει σε κίνδυνο την ελευθερία του ή ζημιώνει την περιουσία του Winfield and Jolowicz on Tort 22η Έκδοση[13]. Aναφορικά με το ζήτημα των αποζημιώσεων σε τέτοιου είδους αστικό αδίκημα, διαφωτιστική είναι η Αγγλική υπόθεση Savile v. Roberts [1698] 12 Mod. 208[14], στην οποία λέχθηκε ότι οποιοδήποτε από τα ακόλουθα είδη ζημίας δύναται να στοιχειοθετήσει αγωγή για κακόβουλη δίωξη: (
- i)Ζημιά στη φήμη του Ενάγοντα αν η κατηγορία αφορά σε ζήτημα σκανδαλώδες, ("damage to a man's fame, as if the matter whereof he is accused be scandalous") (
- ii)Ζημία στο πρόσωπο του Ενάγοντα όπως στην περίπτωση που υπάρχει κίνδυνος για τη ζωή, σωματική ακεραιότητα ή ελευθερία του. ("The second sort of damages, which would support such an action, are such as are done to the person; as where a man is put in danger to lose his life, or limb, or liberty"). (iii) Ζημία σε περιουσία του Ενάγοντα, π.χ. απαραίτητα έξοδα για να αθωώσει τον εαυτό του για το αδίκημα για το οποίο κατηγορήθηκε. ("damage to a man's property, as where he is forced to expend his money in necessary charges, to acquit himself of the crime of which he is accused") Στην Αγγλική υπόθεση Manley v. Commissioner of Police for the Metropolis [2006] EWCA Civ. 879, λέχθηκε ότι η έκταση της ζημίας στην καλή φήμη του Ενάγοντα θα εξαρτηθεί από την πραγματική του φήμη (actual reputation) καθώς και από τη σοβαρότητα του αδικήματος για το οποίο αυτός διώχθηκε κακόβουλα. Αναφορικά με τη ζημιά στην περιουσία τονίστηκε ότι αυτή αφορά σε οικονομική απώλεια (pecuniary loss) η οποία προκαλείται από τα έξοδα τα οποία υπέστη ο Ενάγων για να υπερασπιστεί την κατηγορία ή τις κατηγορίες[15]. Τελικά Συμπεράσματα Όσον αφορά τα πρώτα δύο συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης αποτελούν παραδεκτά γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγων στην υπόθεση 21624/2009 εδιώχθη ποινικά από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας αναφορικά με τα αδικήματα της κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ χωρίς άδεια κατοχής, της κατοχής άγριων πτηνών των οποίων η θήρα και σύλληψη απαγορεύεται, της κατοχής φονευμένου θηράματος κατά τη διάρκεια κλειστής περιόδου για το κυνήγι και για το αδίκημα της κατοχής απαγορευμένων μέσων θήρας, ήτοι μίας ηχοπαραγωγικής συσκευής που παράγει μιμητικές φωνές άγριων πτηνών, στην οποία υπόθεση, κατόπιν ακρόασης, ο Ενάγων αθωώθηκε με την Απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 9/12/2011. Σύμφωνα με την εν λόγω Απόφαση το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε κενό στον κρίκο της αλυσίδας των μαρτύρων που ήρθαν σε επαφή με αυτά από την αρχή μέχρι το τέλος. Η συγκεκριμένη περικοπή από την Απόφαση του Δικαστηρίου έχει ως ακολούθως: «Από τη μαρτυρία των μαρτύρων προκύπτει πως υφίσταται τεράστιο κενό στον κρίκο της αλυσίδας που περιέγραψα προηγουμένως. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ποια ήταν τε τεκμήρια που εξέτασε ο Δρ Ιωάννου (Μ.Κ.3) αφού υπάρχει κενό τί έγιναν τα εν λόγω τεκμήρια από τη στιγμή που τοποθετήθηκαν από τον Αστ.2 Βασιλείου (Μ.Κ.9) σε ψυκτικό θάλαμο από 1/11/2008 στο Λήδρα Πάλας, ποιου ήταν στην κατοχή και από ποιον παρελήφθησαν από τον Αστ.2 Μ. Βασιλείου (Μ.Κ.9), όταν τα μετέφερε στις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες και παραλήφθηκαν από την κα Ε. Χρυσάνθου (Μ.Κ.8) και δόθηκαν στον Δρ Ιωάννου (Μ.Κ.3) για εξέταση και αν πράγματι αυτά ήταν που εξετάστηκαν από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες και διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για λαγούς. Σε σχέση δε με τα 84 αμπελοπούλια, δεν υπάρχει καν μαρτυρία από τον Δρ Ιωάννου ότι αυτά ήταν όντως αμπελοπούλια. Η μαρτυρία του Αστ.2 Μ. Βασιλείου (Μ.Κ.9) καλύπτει το χρονικό σημείο μέχρι που παρέδωσε τα τεκμήρια σε ψυκτικό θάλαμο στο Λήδρα Πάλας, αλλά υπάρχει κενό τί έγιναν αυτά και τί παρέλαβε και από ποιον για να τα πάρει για εξέταση στις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες λίγες μέρες αργότερα. Για το τί απέγιναν εν τω μεταξύ και για το ότι αυτά που παραδόθηκαν ήταν όντως αυτά που εξετάστηκαν και αυτά που τελικώς επιστράφηκαν στον Αστ.2 Μ. Βασιλείου (Μ.Κ.9) δεν υπάρχει μαρτυρία. Δεν επιτρέπεται βεβαίως να συναφθούν τα πιο πάνω, ούτε από τα τεκμήρια, αφού δεν κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί καταστράφηκαν, αλλά ούτε και από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία, όπως τα γραφόμενα δε δελτία παραλαβής που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο». Συνεπώς, παραμένουν να αποδειχθούν οι ισχυρισμοί πως η επίδικη ποινική δίωξη ξεκίνησε και συνέχισε χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία, κακόβουλα και πως αυτή προκάλεσε στον Ενάγοντα ζημιά ως την περιγράφει. Εν σχέσει με το ζήτημα της κακοβουλίας των Διωκτικών Αρχών και της απουσίας εύλογης και πιθανής αιτίας για τη δίωξη του, ο Ενάγοντας βασικά εξέφρασε μόνο τη θέση ότι ενώ γνώριζαν η Αστυνομική Εισαγγελία και, κατ΄ επέκταση, η Νομική Υπηρεσία και η Υπηρεσία του Ταμείου Θήρας ότι στην υπόθεση δεν υπήρχαν τεκμήρια και αυτά είχαν καταστραφεί, καθώς και το γεγονός ότι η εισήγηση του τότε Αρχηγού Αστυνομίας προς τη Νομική Υπηρεσία ήταν ο φάκελος της υπόθεσης να αρχειοθετηθεί ως άλλως διατεθείσα, και ενώ η υπόθεση είχε αρχειοθετηθεί, ο Εναγόμενος έδωσε οδηγίες όπως η υπόθεση επανέλθει με καταχώρηση στο Δικαστήριο. Η πιο πάνω μαρτυρία αναφορικά με το ουσιαστικότερο συστατικό στοιχείο της κακόβουλης δίωξης επί της οποίας βασίστηκε η Αγωγή, ήτοι της κακοβουλίας, κρίνεται άκρως ελλιπής και ανεπαρκής για να καταδείξει το εν λόγω στοιχείο. Τα όσα ο Ενάγων ισχυρίστηκε δεν καταδεικνύουν ότι η απόφαση για την ποινική δίωξη του Ενάγοντα και τη συνέχιση της ηλαύνετο από αλλότρια κίνητρα και ελατήρια καθώς και μεμπτή κατάσταση από μέρους των διωκτικών αρχών και όχι την επιδίωξη εντίμως της τιμωρίας του Ενάγοντα και την προάσπιση του δικαίου. Για να το θέσω διαφορετικά τίποτα από αυτά που ο Ενάγων ισχυρίστηκε δεν τείνει να καταδείξει ότι μέσω της πιο πάνω απόφασης οι διωκτικές αρχές δεν είχαν την ειλικρινή, έντιμη και εύλογη πεποίθηση ότι ο Ενάγων είναι ένοχος, ήτοι την ύπαρξη της πιθανής αιτίας. Η στοιχειοθέτηση της κακοβουλίας απαιτεί την υποστήριξη της πεποίθησης του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος ενήργησε κακόβουλα με γεγονότα και στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η Αστυνομία και, κατ΄ επέκταση, ο Εναγόμενος, ενήργησαν εμφορούμενοι από αλλότρια κίνητρα και σκοπό. Αντιθέτως, στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο έχει ενώπιον του τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 την οποία έχει αποδεχθεί και με την οποία έχει καταδειχθεί ότι η ποινική δίωξη στηρίχθηκε σε μαρτυρικό υλικό το οποίο περισυλλέγηκε από την Αστυνομία, όπως αυτό περιγράφεται στη Συνοπτική Έκθεση του Μ.Υ.1, στην οποία γίνεται λεπτομερής αναφορά στη διαθέσιμη μαρτυρία και στο περιεχόμενο της με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος να πιστεύει ότι έχει εύλογη αιτία και πεποίθηση ότι θα μπορούσε ο Ενάγων να καταδικαστεί για τα αδικήματα για τα οποία είχε κατηγορηθεί. Το κατά πόσο η κρίση του Εναγόμενου να προχωρήσει στην ποινική δίωξη με το μαρτυρικό υλικό το οποίο κατείχε ήταν ορθή ή το πώς κρίθηκε και αξιολογήθηκε από το εκδικάζον Δικαστήριο το εν λόγω μαρτυρικό υλικό, δεν είναι το ζητούμενο στην υπό εξέταση υπόθεση και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αποδώσουν στον Εναγόμενο το στοιχείο της κακοβουλίας. Σε ό,τι αφορά το τελευταίο επισημαίνεται ότι η απαλλαγή και αθώωση του Ενάγοντα δεν συνιστά από μόνο του στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να τείνει σε κακοπιστία του Εναγόμενου ή των ανακριτικών αρχών. Δεν είναι δε άνευ σημασίας το γεγονός ότι στην υπό κρίση περίπτωση ο Ενάγων είχε κληθεί σε απολογία στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, μαρτυρία η οποία αποδεικνύει εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την ύπαρξη εύλογης και πιθανής αιτίας για την έναρξη ποινικής διαδικασίας. Είναι σαφές και το είπαμε ήδη ότι δεν απαιτείται η ύπαρξη μαρτυρίας που να διασφαλίζει την καταδίκη[16]. Δεδομένων των πιο πάνω είναι η κρίση μου ότι ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει ότι η ποινική του δίωξη έγινε κακόβουλα και χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία. Η εν λόγω κατάληξη καθιστά αχρείαστη την περαιτέρω ενασχόληση και συζήτηση του ζητήματος της ζημιάς που ο Ενάγων ισχυρίστηκε ότι υπέστη. Κρίνω μόνο σκόπιμο να πω για σκοπούς πληρότητας σε περίπτωση ανατροπής κατ΄έφεση της ετυμηγορίας του Δικαστηρίου ότι αν ο Ενάγων αποδείκνυε την υπόθεση του θεωρώ ότι αυτός θα δικαιούταν μόνο σε γενικές αποζημιώσεις για τη βλάβη που υπέστη στη φήμη και αξιοπρέπεια του. Γι΄ αυτού του είδους τη ζημία κρίνω ότι ένα ποσό της τάξεως των €10.000 με νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της Αγωγής μέχρι εξοφλήσεως έχοντας προς τούτο συνυπολογίσει τις προσωπικές του συνθήκες, τη θέση του στην κοινωνία, τη γενικότερη επαγγελματική και οικογενειακή του φήμη, την ταλαιπωρία, την απαξίωση και στιγματισμό και καθετί άλλο που συνυπολογίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις και τεκμηριώνεται από τη μαρτυρία. Καθ΄ όσον αφορά την αξίωση για ειδικές αποζημιώσεις, η μαρτυρία του Ενάγοντα υπήρξε εντελώς ασαφής και αόριστη και απέτυχε να στοιχειοθετήσει απώλεια στην περιουσία του. Κατ΄ ουσία ο Ενάγων απέτυχε να αποδείξει ότι οι ισχυριζόμενες ειδικές ζημιές ύψους €75.000 συνιστούν ζημιά που υπέστη συνεπεία της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε εναντίον του. Γενικώς δε ο Ενάγων απέτυχε να αποδείξει με την απαραίτητη αυστηρότητα που η νομολογία ορίζει οιανδήποτε ειδική ζημιά[17]. Ωστόσο, οι πιο πάνω αναφορές επί του ζητήματος της επιδίκασης αποζημιώσεων θα τύγχαναν εφαρμογής αν είχε ο Ενάγων επιτύχει στην Αγωγή του, που δεν είναι εν προκειμένω η περίπτωση. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους η Αγωγή αποτυγχάνει. Ως εκ τούτου η Αγωγή απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, ο Εναγόμενος δικαιούται στα έξοδα του. Ο Ενάγων να καταβάλει, επομένως, τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............... Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 101/11, ημερ. 19/7/12. [2] Δέστε Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ.
- [3] κα Παπαμιλτιάδου: Κύριε μάρτυς, μετά την εισήγηση της Αστυνομίας τότε, να σημειωθεί ως μη αστυνομικής φύσεως υπόθεση, γνωρίζετε ποιος και ποια συγκεκριμένη ημερομηνία έδωσε οδηγίες για δίωξη σας; Ναι ή όχι. Μάρτυρας: Δεν κατάλαβα την ερώτηση σας. [4] Μάρτυρας: Έγινε μια έρευνα στο σπίτι μου, πήγα στον Αστυνομικό Σταθμό και μετά κρίθηκε από τη Γενική Εισαγγελία ή από την Αστυνομία Κύπρου ότι αυτή η υπόθεση ήταν ΜΑΦΥ μη αστυνομικής φύσεως υπόθεσης. Και αυτή η υπόθεση αρχειοθετήθηκε. Με ρωτάτε για ποιον λόγο μετά που αυτή η υπόθεση κρίθηκε από την Αστυνομία μη αστυνομικής φύσεως και από τη Γενική Εισαγγελία ως άλλως αρχειοθετείσα, γιατί άνοιξε και θα σας πω γιατί πιστεύω γιατί άνοιξε ξανά η υπόθεση. κα Παπαμιλτιάδου: Δεν ήταν τούτη η ερώτηση μου. [5] Α.Α. Μετά την καταχώρηση του σημειώματος 29 μου δόθηκε έκθεση του Δρ XXXXX Ιωάννου Κτηνιατρικού Λειτουργού Α ημερ. 9/3/09 σύμφωνα με την οποία τα τεμάχια κρέατος είναι αγρινό πράγμα που διαψεύδει την εκδοχή του Κατηγορούμενου. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω δίδονται οδηγίες για δίωξη του Κατηγορούμενου για όλα τα αδικήματα που διέπραξε. Η υπόθεση δεν έπρεπε να σταλεί στη Ν.Υ. εφόσον εκκρεμούσε η έκθεση του Κτηνίατρου με μάλιστα παραπλανητική εξήγηση. Όταν καταχωρηθεί η υπόθεση να με ενημερώσετε. Εσωκλείω την έκθεση του Κτηνιάτρου. [6] Έντιμο Γενικό Εισαγγελέα Η υπόθεση σας διαβιβάζεται για μελέτη και οδηγίες ως προς τον παραπέρα χειρισμό της παρακαλώ. [7] Α.Α. Δεν έχω αντιληφθεί το λόγο για τον οποίο ο φάκελος επέστρεψε στην Νομική Υπηρεσία. Οι οδηγίες που ο ίδιος έδωσα με το σημ. 26 είναι σαφείς. Ο φάκελος επιστρέφεται για υλοποίηση των οδηγιών μου. Οι όποιοι ισχυρισμοί του Κατηγορούμενου (βλ.Κ-18) θα έπρεπε να διερευνηθούν άσχετα από την δίωξη του. Η εσπευσμένη επιστροφή του φακέλου στην Νομική Υπηρεσία με το σημ. 42 (έγινε στις 17/7/09) ενώ η επιστολή του Κατηγορουμένου στο Κ-18 έχει ημερομηνία 16/7/09 δεν φαίνεται πως σας δόθηκε δημιούργησε το αρνητικό σημερινό δημοσίευμα για την Αστυνομία στην εφημερίδα «Πολίτης». [8] Βοηθό Αρχηγό (Δ), Έχω μελετήσει το περιεχόμενο του παρόντος φακέλου και ειλικρινά θλίβομαι για τον απαράδεκτο τρόπο διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, στην οποία εντοπίζονται ελλείψεις, παραλείψεις, κενά και ακόμη μη συμμόρφωση με οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Ανάμεσα στις παραλείψεις κ.λ.π. σημειώνεται και το γεγονός ότι ένα από τα ΔΟΚΟ που κατείχε ο κατηγορούμενος δεν είχε πιστοποιητικό εγγραφής και άδεια κατοχής κατά το δεδομένο χρόνο που έγινε η έρευνα, δηλαδή την 01/11/08 και το εξασφάλισε στις 06/11/
- Ως εκ τούτου, παρακαλώ όπως ο Ανώτερος Υπαστυνόμος Παντελής Κουπάτος προχωρήσει άμεσα και χωρίς καμία απολύτως καθυστέρηση στην άμεση ολοκλήρωση της παρούσας υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης και της καταχώρισης της στο Μητρώο Εγκλημάτων, για την κάλυψη των κενών που παρουσιάζονται και την άμεση καταχώριση της στο Δικαστήριο με σκοπό την ποινική δίωξη του κατηγορούμενου. Παρακαλώ όπως ολοκληρωθούν οι πιο πάνω ενέργειες το συντομότερο δυνατό και όχι αργότερα από τις 30 Σεπτεμβρίου 2009 και για τις οποίες να με ενημερώσετε άμεσα. [9]Δέστε, επίσης, και Αριστοδήμου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 728, Κλεάνθους ν. Μιλτιάδους
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1111. [10] Δέστε, μεταξύ άλλων, το Σύγγραμμα CLERK & LINDSELL ON TORTS, 20η έκδοση παρα. 16-39, 16-40, 16-42, σελ. 1089 και 1090 και Dawson v. Vansandau
(1863)11 W.R 516 και Coudrat v. Revenue and Customs Commissioners
(2005)EWCA Civ 616, [2005] S.T.C. 1006. [11] Δέστε Αρτέμης και Ερωτοκρίτου, Κεφάλαιο 148, Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 1, σελ. 105-8 και Winfield and Jolowicz on Tort, (ανωτέρω), παράγραφος 19.10 [12] Δέστε Winfield and Jolowicz on Tort, (ανωτέρω), παράγραφοι 19.7 - 19.9 [13] "16-06 An abuse of the right to institute proceedings may of necessity be injurious, involving damage to character, or it may in any particular case bring about damage to person or property. Three sorts of damage to a claimant were identified by Holt CJ, any one of which is sufficient to support an action of malicious prosecution: "First, damage to his fame if the matter whereof he be accused be scandalous.31 Secondly, to his person, whereby he is imprisoned.32 Thirdly, to his property, whereby he is put to charges and expenses."33" [14] "There are three sorts of damage, any of which would be sufficient ground to support this action. (
- i)The damage to a man's fame, as if the matter whereof he is accused be scandalous. This was the ground of Henley v. Burstal (76 E.R. 899) ... (
- ii)The second sort of damage which would support such an action is such as is done to the person, as where he is forced to expend his money in necessary charges, to acquit himself of the crime of which he is accused, which is the present charge. ...; and if that injury is done to him maliciously, it is reasonable that he shall have an action to repair himself. Although this doctrine has been questioned lately, it was always received in ancient times: ..." Δέστε, επίσης, Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50. [15] Δέστε McGregor on Damages 20η Έκδοση: "44-04 The principal head of damage here is to the fair fame of the claimant, the damage to reputation. In addition it would seem that he will recover for the injury to his feelings, i.e. for the indignity, humiliation and disgrace caused him by the fact of the charge being preferred against him. No breakdown, however, appears in the cases. Holt CJ's second head was the damage by being put in danger of losing one's life, limb or liberty. It therefore seems that the claimant can recover in respect of the risk of conviction: this is basically injury to feelings. In addition, if there has been arrest and imprisonment up to the hearing of the cause, damages in respect thereof should also be included......" "44-08 As to pecuniary loss, loss of general business and employment should be recoverable; authority however is lacking. All that can be said is that in Childs v Lewis, an action for false imprisonment, it was admitted that, had the action been for malicious prosecution, the loss of the claimant's director's fees by reason of his forced resignation would have been recoverable. The claimant's expenses in defending himself against the prosecution should also be recoverable: indeed this was the very damage claimed in the important opening case of Savile v Roberts, itself." [16] Clerk & Lindsell on Torts 22η Έκδοση : "16-42 A person is not bound before instituting proceedings to see that he has such evidence as will be legally sufficient to secure a conviction. In Dawson v Vansandau, the defendant had preferred a charge of conspiracy against the claimant on the evidence of an alleged accomplice, and it was held that he might well have reasonable and probable cause. "An accomplice or tainted witness may give evidence sufficient to make out a prima facie case and warrant the preferring of a criminal charge, though it might not be sufficient evidence upon which to convict." Neither is it necessary that the defendant should act only on legal evidence and inquire into everything at first hand...." [17] Δέστε, κατ΄αναλογία την υπόθεση Ηρακλέους v. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, 243. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο